Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Αποφάσεις Τμημάτων Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Αποφάσεις που αφορούν την Αυστρία, την Ιταλία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, την Ρωσία και την Τουρκία (Δελτίο τύπου 326, 12.04.2011)

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανακοίνωσε τις ακόλουθες 12 αποφάσεις.

Meidi κατά Αυστρίας
Ο προσφεύγων είναι αυστριακός υπήκοος, ο οποίος επικαλούμενος το Άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου) της Ευρωπαϊκής Συμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ισχυρίζεται ότι η χρονική έκταση της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας για φορολογική απάτη διήρκησε πέραν του εύλογου χρόνου.
Παραβίαση Άρθρου 6 παρ. 1 (έκταση διαδικασίας).
Δίκαιη ικανοποίηση: 8.000 ευρώ (μη περιουσιακή ζημιά) και 1.150 ευρώ (έξοδα και δαπάνες).

Adrian Constantin κατά Ρουμανίας
Ο προσφεύγων είναι ρουμάνος υπήκοος, ο οποίος το 2002 καταδικάστηκε αμετάκλητα στο ποινικό για καταχρήσεις υπό την ιδιότητά του ως αντιπρόσωπος μιας κρατικής επιχείρησης. Επικαλούμενος το Άρθρο 6 παρ. 1 και 3 (α) και (β) (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), της ΕΣΔΑ, ισχυρίζεται ότι, κατά τις εναντίον του διαδικασίες, ο επαναχαρακτηρισμός των πράξεων από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ενώπιόν του τον είχε αποκλείσει από την ενάσκηση των υπερασπιστικώ του δικαιωμάτων και ότι η αξιολόγηση των αποδείξεων από το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ως εξέλιξη την εις βάρος του έκβαση της ποινικής διαδικασίας.
Παραβίαση του Άρθρου 6 παρ. 1 και 3 (α) και (β) (δίκαιη δίκη)
Δίκαιη ικανοποίηση: 3.200 ευρώ (περιουσιακή και μη περιουσιακή ζημία).

Flamînzeanu κατά Ρουμανίας
Η προσφεύγουσα, ρουμάνα υπήκοος, εκτίει ποινή φυλάκισης για ληστεία. Επικαλούμενη το Άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης) διαμαρτύρεται για τις κακές συνθήκες κράτησης σε φυλακές της Ρουμανίας κια ιδίως για τα υπερβολικά πολλά πρόσωπα στα κελλιά και την ανεπαρκή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (τραυματισμός σπονδυλικής στήλης και ουρολογικά προβλήματα).
Παραβίαση Άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης).
Δίκαιη ικανοποίηση: 10.000 ευρώ (μη περιουσιακή ζημιά).

Bölükbaş και Άλλοι κατά Τουρκίας
Οι προσφεύγοντες είναι 15 τούρκοι υπήκοοι. Η υπόθεση αφορά το σχέδιο αγροτικής περιοχής σε δάσος της Ιστανμπούλ. Οι προσφεύγοντες επικαλούνται τη ιδιοκτησία της γης, προσκομίζοντας τίτλος του 1933 στο όνομα του προκατόχου τους. Με δικαστική απόφαση το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 1 ου Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην ιδιοκτησία), λόγω άρνησης των αρχών να εγγράψουν το αγροτεμάχιο στα αρχεία υπό τα ονόματά τους, λόγω του ότι ήταν μέρος δημόσιου δάσους. Με τη σημερινή απόφασή του το Δικαστήριο επιδίκασε στους προσφεύγοντες (εκτός από έναν που εξέλιπε), κοινά, το ποσό των 536.000 ευρώ για περιουσιακή ζημιά και 2.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Çelik (Bozkurt) κατά Τουρκίας
Η προσφεύγουσα είναι τούρκος υπήκοος και λόγω του ότι κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση, αποπέμφθηκε από τη θέση της ως δασκάλα δημοτικού σχολίου τον Οκτώβριο του 2000. Μολονότι η ποινική διαδικασία εις βάρος της αναβλήθηκε λόγω έλλειψης αποδείξεων, η διοικητική διαδικασία που κίνησε για την άρση της παύσης της απορρίφθηκε επί τη βάση ότι είχε τελέσει το εν λόγω αδίκημα. Ισχυρίστηκε ότι η αποπομπή της συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων της κατά το Άρθρο 6 παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητας).
Παραβίαση Άρθρου 6 παρ. 2 (δίκαιη δίκη).
Δίκαιη ικανοποίηση: 7.200 ευρώ (μη περιουσιακή βλάβη).

Peker κατά Τουρκίας
O προσφεύγων είναι τούρκος υπήκοος, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι όταν ήταν κρατούμενος πυροβολήθηκε στο πόδι, κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων σε φυλακές της Τουρκίας, κατά τις οποίες πολλοί κρατούμενοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Επικαλείται ιδίως το Άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή).
Παραβίαση Άρθρου 2 (έλλειψη επαρκούς εξέτασης).
Δίκαιη ικανοποίηση: 18.000 ευρώ (μη περιουσιακή ζημιά), 3.500 ευρώ (έξοδα και δαπάνες).

Dedda και Fragassi κατά Ιταλίας
Νotarnicola κατά Ιταλίας
Με τις αποφάσεις των 21 Σεπτεμβρίου 2006 και 5 Οκτωβρίου 2006, το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στη ιδιοκτησία), λόγω της απαλλοτρίωσης γης που ανήκε στους προσφεύγοντες. Με τις σημερινές αποφάσεις του το ΕΔΔΑ επιδίκασε συνολικά στους προσφεύγοντες το ποσό των 99.000 ευρώ (στην πρώτη υπόθεση) και το ποσό των 475.000 ευρώ (στην δεύτερη υπόθεση), λόγω περιουσιακής ζημίας. Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στους προσφεύγοντες της πρώτης υπόθεσης το ποσό των 10.000 ευρώ για μη περιουσιακή βλάβη και το ποσό των 15.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Słowik κατά Πολωνίας
Η υπόθεση αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος για το ότι ο δωρεάν δικηγόρος που του διατέθηκε στο πλαίσιο νομικής βοήθειας σε ποινικές διαδικασίες εναντίον του για φόνο δεν είχε ασκήσει αίτηση αναίρεσης. Επικαλέστηκε το Άρθρο 6 παρ. 1 και 3 (γ) (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο / δικαίωμα σε νομική βοήθεια).
Μη παραβίαση Άρθρου 6.

Passanha Braamcamp Sobral κατά Πορτογαλίας
Η υπόθεση αφορά το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε στους προσφεύγοντες για την απαλλοτρίωση και την καθυστέρηση του προσδιορισμού και καταβολής της. Επικαλέστηκαν το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (προστασία ιδιοκτησίας).
Παραβίαση Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1.
Δίκαιη ικανοποίηση: 350.000 ευρώ (περιουσιακή ζημιά), 1.000 ευρώ (μη περιουσιακή ζημιά), 2.000 ευρώ (δαπάνες και έξοδα).

Ζοlotareva και άλλοι κατά Ρωσίας
Η υπόθεση αφορά ιδίως την καθυστέρηση εκτέλεσης τελικών αποφάσεων υπέρ των προσφευγόντων, όσον αφορά την αντικατάσταση των ακινήτων τους. Επικαλέστηκαν τα Άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) το Άρθρο1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (προστασία ιδιοκτησίας) και το Άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο).
Παραβίαση Άρθρου 6 παρ. 1 (δίκαιη δίκη) - όλοι εκτός από δύο προσφεύγοντες
Παραβίαση Άρθρου 1 ΠΡωτοκόλλου αρ. 1 - όλοι εκτός από δύο προσφεύγοντες

Domingues Loureiro και Άλλοι κατά Πορτογαλίας
Σε αυτή την υπόθεση οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται για την έκταση των διαδικασιών για αποζημίωση λόγω τροχαίου ατυχήματος και για την αναποτελεσματικότητα της αγωγής αποζημίωσης στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την έκταση των διαδικασιών.
Παραβίαση Άρθρου 6 παρ. 1
Παραβίαση Άρθρου 13
Δίκαιη ικανοποίηση: 39.000 ευρω συνολικά για ηθική βλάβη και 5.400 ευρώ για δικαστικά έξοδα.




Παρασκευή, Μαρτίου 18, 2011

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο ανατρέπει την απόφαση για τον Εσταυρωμένο στις σχολικές αίθουσες

Το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε σήμερα την απόφασή του (σε δεύτερο και τελικό βαθμό) για την υπόθεση του αναρτημένου θρησκευτικού συμβόλου του σταυρού στα σχολεία της Ιταλίας. Σύμφωνα με την απόφαση κρίθηκε ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, η παρουσία του σταυρού στα σχολεία κρίνεται ότι δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. (Πλήρες κείμενο εδώ).

Σε πρώτο βαθμό, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε κρίνει το 2009 ότι η παρουσία του σταυρού στις αίθουσες παραβίαζε το παραπάνω δικαίωμα στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Τον Ιανουάριο του 2010 η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε έφεση για επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η ακροαματική διαδικασία έγινε στις 30 Ιουνίου 2010 στο Στρασβούργο.

Στην υπόθεση παρενέβησαν:
1) 33 Ευρωβουλευτές,
2) 7 Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ανάμεσα στις οποίες και το Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών του Ελσίνκι,
3) Οι Κυβερνήσεις 10 κρατών, ανάμεσα στις οποίες και της Ελλάδας, η οποία υποστήριξε ότι η παρουσία του σταυρού στην αίθουσα δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των μαθητών.

Τελικά το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ενώ ο σταυρός είναι θρησκευτικό σύμβολο, δεν αποδείχθηκε ότι η παρουσία του εντός μιας σχολικής αίθουσας θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στους μαθητές. Περαιτέρω, μολονότι αναφέρει ως "κατανοητό" τον ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ο σταυρός σε δημόσιο σχολείο δείχνει έλλειψη σεβασμού του Κράτους απέναντι στο δικαίωμά της να μεγαλώσει το παιδί της με βάση τις δικές της φιλοσοφικές πεποιθήσεις, η θέση αυτή δεν ήταν επαρκής για να θεμελιωθεί η παραβίαση του άρθρου 2 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Η Ιταλική Κυβέρνηση είχε πει ότι η παρουσία των σταυρών στα σχολεία απηχεί μια παράδοση που θεωρήθηκε ότι πρέπει να ακολουθηθεί. Συμπλήρωσε ότι πέρα από το θρησκευτικό σκέλος, ο σταυρός συμβολίζει τις αρχές και αξίες των θεμελίων της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού και ότι η παρουσία του στις τάξεις ήταν εύλογη ως προς αυτή την πτυχή. Ως προς το πρώτο σκέλος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αφού αναγνώρισε την ευχέρεια του κράτους για τέτοια θέματα, επισήμανε ότι η αναφορά στην παράδοση δεν επαρκεί για να περιορίσει την υποχρέωση του κράτους από τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέφυγε να τοποθετηθεί στην αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στα ιταλικά δικαστήρια για το νόημα του συμβόλου σταυρού.

Περαιτέρω επιχειρήματα του ΕΔΔΑ για την απόφασή του ήταν ότι η παρουσία του σταυρού δεν συνδεόταν με την υποχρεωτική διδασκαλία του Χριστιανισμού, καθώς η Ιταλία έχει ανοίξει το σχολικό περιβάλλον και σε άλλες θρησκείες και οι μαθητές επιτρέπεται να φέρουν σύμβολα ή ρούχα με θρησκευτικές συμπαραδηλώσεις. Το ΕΔΔΑ εκτίμησε δηλαδή ότι το συνολικό περιβάλλον ήταν αρκετά ανεκτικό ως προς το θρήσκευμα.

Τρεις δικαστές μειοψήφισαν, ανάμεσα στους οποίους και ο κ. Ροζάκης.

Δύο δικαστές εξέφρασαν μια αποκλίνουσα γνώμη.

Ένα πρώτο σχόλιο από την αρχική ανάγνωση της απόφασης είναι πως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εκδώσει μια απόφαση, σε όλη την έκταση της οποίας υπερασπίζεται την θρησκευτική ελευθερία και στην πραγματικότητα επικυρώνει την πρωτοβάθμια απόφασή του, ότι ο σταυρός δεν έχει καμία θέση στις σχολικές αίθουσες. Η μόνη καινοτομία της απόφασης αυτής, περιορίζεται σε μια μόνο φράση, στην παράγραφο 72 της απόφασης: ένας σταυρός στον τοίχο αποτελεί "παθητικό σύμβολο", το οποίο δηλαδή δεν λειτουργεί επιθετικά στην συνείδηση των μαθητών, όπως η διδασκαλία των θρησκευτικών ως κατηχητικού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ξέρει πολύ καλά ότι αυτή η αιτιολογία είναι έωλη και ως νομολογία είναι έτοιμη να καταρρεύσει με την παραμικρή προσβολή: αν η υπόθεση αφορούσε την παρουσία του σταυρού στα Δικαστήρια, ιδίως στην περίπτωση που δικάζεται ένας μη - Χριστιανός πολίτης, η θεωρία του "παθητικού συμβόλου" θα εκτοπιζόταν πολύ εύκολα έναντι των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη χωρίς διακρίσεις. Όπως έγινε πρόσφατα στην υπόθεση του όρκου στα Ελληνικά δικαστήρια (Δημητράς κ.α. κατά Ελλάδας βλ. εδώ).

Στην απόφαση υπάρχει το κρυμμένο μήνυμα ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν ταυτίζεται με το αποτέλεσμα της απόφασης, το οποίο υποχωρεί απλώς στην ανελέητη κριτική που ασκήθηκε εις βάρος του ΕΔΔΑ λόγω της πρωτόδικης απόφασης Lautsi, με κίνδυνο να καταρρεύσει στα μάτια των ακόμη πλειοψηφούντων χριστιανικών πληθυσμών της μείζονος Ευρώπης ένας τόσο σημαντικός δικαστικός θεσμός.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην πραγματικότητα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφασή του, αλλά για λόγους ισορροπίας κράτησε την απόσταση που έπρεπε στο πιο σημαντικό σημείο της: στο διατακτικό της, αυτό που θα απασχολήσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αυτό που θα γίνει ερύτερα γνωστό: δεν απαγορεύονται οι σταυροί στα σχολεία. Όσοι διαβάσουν την απόφαση, οι λιγότεροι δηλαδή, θα καταλάβουν ότι στην πραγματικότητα η απόφαση απαγορεύει τους σταυρούς, αλλά επιφυλάσσεται να το πει στο μέλλον, όταν οι σταυροί θα έχουν κατέβει από μόνοι τους και κάποιος προσφεύγων θα επιχειρήσει να τους επαναφέρει δια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οπότε θα χάσει κι αυτός την υπόθεση.






Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010

Νέος Ευρωπαίος Δικαστής ο κ. Σισιλιάνος


Από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης εξελέγη για τη θέση του Δικαστή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ο κ. Λίνος - Αλέξανδρος Σισιλιάνος, ένας εκ των τριών υποψηφίων που είχε προτείνει για τη θέση αυτή η Κυβέρνηση.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Συνέλευσης, κατά την εκλογή της 5.10.2010, τον κ. Σισιλιάνο ψήφισαν 115 βουλευτές, την κ. Τσίρλη 70 βουλευτές και τον κ. Στάγκο 24 βουλευτές (βλ. εδώ).

Ο κ. Σισιλιάνος, τον οποίο οι απόφοιτοι της Νομικής Αθήνας θυμόμαστε από τις παραδόσεις του στο Διεθνές Δίκαιο, είναι αναπληρωτής καθηγητή, αντιπρόεδρος μέχρι πρόσφατα της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και μέλος επιτροπών διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το βιογραφικό του σημείωμα βρίσκεται αναρτημένο εδώ.

Η θητεία του κ. Σισιλιάνου στο ΕΔΔΑ αρχίζει στις 18.5.2011 και έχει διάρκεια εννέα χρόνια. Του ευχόμαστε καλή επιτυχία στην ιδιαίτερα σοβαρή αποστολή που αναλαμβάνει

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελείται από 47 δικαστές, ένας/μία από κάθε κράτος - μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.


Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010

Η νέα έκδοση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου εισάγονται προσφυγές για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων από τις 48 χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Μέχρι το 1998, υπήρχε η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων που αποτελούσε ένα πρώτο φίλτρο, απορρίπτοντας τις προσφυγές που ήταν δικονομικά απαράδεκτες (λ.χ. δεν είχαν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα ή είχε παρέλθει το εξάμηνο εντό του οποίου πρέπει να γίνεται η προσφυγή). Μετά την κατάργηση της Επιτροπής, τον έλεγχο αυτό επιφορτίστηκε το ίδιο το Δικαστήριο, το οποίο από τον τεράστιο όγκο των προσφυγών πλέον κοντεύει να ξεπεράσει ακόμη και τις καθυστερήσεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

Γι' αυτό προτάθηκαν ορισμένα δικονομικά μέτρα για την επίσπευση της εκδίκασης των υποθέσεων: μονομελή τμήματα του Διαστηρίου απορρίπτουν τις προφανώς απαράδεκτες προσφυγές, τριμελή τμήματα του Δικαστηρίου μπορούν να βγάζουν σύντομα αποφάσεις σε υποθέσεις που απλώς ακολουθούν την πάγια νομολογία και δεν έχουν πρωτοτυπία, απόρριψη προσφυγής όταν η παραβίαση πιθανολογείται ότι δεν έχει στοιχίσει σοβαρά στον προσφεύγοντα. Όλα αυτά και άλλα πολλά μέτρα που θα επιταχύνουν τις διαδικασίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο περιλαμβάνονταν στο Πρωτόκολλο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο είχαν υπογράψει όλες οι χώρες, εκτός από την Ρωσία, η οποία το μπλόκαρε για αρκετά χρόνια. Τελικά το πρωτόκολλο 14 τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιουνίου 2010. [βλ. Δελτίο Τύπου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για 14ο πρωτόκολλο]

Στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υπάρχει και σε ελληνική μετάφραση η νέα έκδοση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο 14. Δυστυχώς ακολουθείται ακόμη η μετάφραση της ΕΣΔΑ στην καθαρεύουσα (από το Γαλλικό πρωτότυπο), όπως ήταν όπως αυτή κυρώθηκε στη δεκαετία του 1970 από την Ελλάδα. Θα πρέπει η ΕΣΔΑ να μεταφραστεί στα Νέα Ελληνικά και να κυρωθεί εκ νέου με νόμο κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος. Η θέση σε ισχύ του 14ου πρωτοκόλλου είναι ευκαιρία να αναληφθεί η σχετική πρωτοβουλία, ώστε η Ελληνική μετάφραση της ΕΣΔΑ να μην είναι ένα αρχαϊζον και "κρυπτικό" κείμενο, αλλά, όπως λέει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ένα "ζωντανό νομοθέτημα που καλείται να επιλύσει ζητήματα της σύγχρονης ζωής".

Μια αντίστοιχη ενέργεια είχε γίνει από το ΠΑΣΟΚ το 1986, όταν προέβη στην εκ νέου κύρωση του Συντάγματος στα Νέα Ελληνικά, διότι το αρχικό κείμενο του 1975 ήταν στην καθαρεύουσα.


Πρόταση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων:

Αναθέστε μια μετάφραση της νέας έκδοσης της ΕΣΔΑ στα Νέα Ελληνικά και προωθείστε το κείμενο για κύρωση με νομοθετική πράξη. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να είναι γνωστά στο σύνολο του πληθυσμού και ένα θεμελιώδες κείμενο όπως η ΕΣΔΑ (με κατά κοινή ομολογία απλή διατύπωση) δεν πρέπει να αφορά μόνο ένα "ιερατείο", αλλά τον καθέναν.




Κυριακή, Φεβρουαρίου 14, 2010

Η βουλευτική ασυλία ως περιορισμός ανθρώπινου δικαιώματος


Ο θεσμός του ανεύθυνου και ακαταδίωκτου των βουλευτών που προβλέπεται στο Σύνταγμα (άρθρα 61 και 62) συνιστά στην ουσία έναν περιορισμό του ατομικού δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.). Διότι ο πολίτης όταν έχει θιγεί από κάποιον που απέκτησε τη βουλευτική ιδιότητα, δεν μπορεί να έχει δικαστική προστασία αν προηγούμενως η Βουλή δεν δώσει την σχετική άδεια. Αυτός ο κανόνας όμως δεν μπορεί να είναι ανεξαίρετος, δεδομένου ότι πρόκειται για περιορισμό ατομικού δικαιώματος.


Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να  προβλέπονται από το Σύνταγμα (ή το νόμο) και “να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Επομένως ακόμα και οι συνταγματικά προβλεπόμενοι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων, όπως εν προκειμένω η βουλευτική ασυλία, πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, ως προς τη συμβατότητά τους  προς την αρχή της αναλογικότητας.


Διότι η ορθή εφαρμογή του Συντάγματος επιβάλλει, όταν οι διατάξεις του – που έχουν όλες τις ίδια τυπική ισχύ, άρα δεν επιτρέπεται ο πλήρης εξοβελισμός της μίας υπέρ της άλλης – έρχονται σε “σύγκρουση”, να επιδιώκει ο ερμηνευτής τη διάσωση του περιεχομένου, με σκοπό την ισόρροπη συνεφαρμογή τους. 


Η αρχή της αναλογικότητας θέτει ως κριτήριο απόφασης τον σκοπό της θέσπισης μιας διάταξης, σε σχέση με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της. Ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας αφορά την προστασία του κύρους του πολιτεύματος -στην Κοινοβουλευτική του διάσταση- από καταχρηστικές μηνύσεις ή ακόμα και “προσβλητικές” δικαστικές αποφάσεις (!) που θα οδηγούσαν στην φυλακή τους βουλευτές. Γι' αυτό τίθεται ως “φίλτρο” η απόφαση του Σώματος των βουλευτών. 


Ωστόσο, για τις πράξεις που τέλεσε κάποιος πριν λάβει τη βουλευτική ιδιότητα, αμφισβητείται σοβαρά κατά πόσον ο σκοπός προστασίας του κύρους του πολιτεύματος υπηρετείται από την βουλευτική ασυλία. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί μάλιστα δύο φορές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επειδή η άκαμπτη εφαρμογή του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας οδήγησε σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως το ανθρώπινο αυτό δικαίωμα κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται για την αντανάκλαση του άρθρου 20 του δικού μας Συντάγματος, στην ορολογία του ευρωπαϊκού δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.


Συγκεκριμένα, στην υπόθεση “Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας”, το ΕΔΔΑ ανέφερε στην απόφασή του:


«48. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι  η αίτηση προκειμένου  να ασκηθεί ποινική  δίωξη σε βάρος  του Κ.Τ., υπεβλήθη για τα αδικήματα  της εκβιάσεως, της  παραβάσεως καθήκοντος και της δωροδοκίας. Τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το 1997, δηλαδή πριν από την εκλογή, το 2000, του Κ.Τ. ως βουλευτή. Έτσι, οι αποδιδόμενες στον Κ.Τ. πράξεις τελέσθηκαν περίπου τρία χρόνια πριν από την εκλογή του ως βουλευτή. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες πράξεις δεν ηδύναντο να σχετίζονται με την άσκηση, από τον Κ.Τ., κοινοβουλευτικών καθηκόντων. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αποδιδόμενη στον Κ.Τ. συμπεριφορά μάλλον εμπίπτει στο πεδίο του ποινικού σκέλους διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, σχετικά με την τέλεση αδικημάτων με ιδιαιτέρως άνομο περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά του Κ.Τ. προδήλως δεν ενέπιπτε στο πεδίο των βουλευτικών καθηκόντων του. Ωστόσο, σε παρόμοια περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό να δικαιολογηθεί άρνηση προσβάσεως στη δικαιοσύνη ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που η διαφορά μεταξύ του προσφεύγοντος και του Κ.Τ. θα εντασσόταν σε πολιτικό πλαίσιο (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, Cordova κατά της Ιταλίας (no 1), προαναφερθείσα, § 62).

 

Κατά  το Δικαστήριο, η  απουσία προφανούς σχέσεως με βουλευτική δραστηριότητα απαιτεί μία κατά γράμμα ερμηνεία της έννοιας της αναλογικότητας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και στα χρησιμοποιούμενα μέσα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση κατά την οποία οι περιορισμοί στο δικαίωμα προσβάσεως απορρέουν από μία απόφαση πολιτικού οργάνου. Ένα διαφορετικό συμπέρασμα θα ισοδυναμούσε με περιορισμό, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως, του δικαιώματος προσβάσεως των ιδιωτών σε δικαστήριο κάθε φορά που οι καταγγελλόμενες ενώπιον της δικαιοσύνης πράξεις έχουν τελεσθεί από βουλευτή (mutatis mutandis, Cordova κατά της Ιταλίας (no 1), προαναφερθείσα, § 63).

 

50. Τέλος, το Δικαστήριο  επισημαίνει ότι  η Κυβέρνηση δεν  αναπτύσσει επαρκώς  το επιχείρημά  της, σύμφωνα με το οποίο ο προσωρινός χαρακτήρας της βουλευτικής ασυλίας δεν θα εμπόδιζε τον προσφεύγοντα να ανανεώσει το αίτημά του, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη, μετά τη λήξη της θητείας του Κ.Τ. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό ερείδεται επί της υποθέσεως ότι ο Κ.Τ. θα έπαυε πλέον να είναι βουλευτής. Ωστόσο, η Κυβέρνηση δεν παρέχει κάποιο στοιχείο ως προς την ισχύουσα κατάσταση του Κ.Τ. Σε κάθε περίπτωση, το ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει περιορισμό ως προς την ανανέωση της κοινοβουλευτικής θητείας. Ως εκ τούτου, μπορούσε ο Κ.Τ. να εκλέγεται συνεχώς βουλευτής στο μέλλον, αποστερώντας έτσι οριστικώς τον προσφεύγοντα από το δικαίωμά του να αιτηθεί την άσκηση ποινικής διώξεως. Τέλος, το Δικαστήριο φρονεί ότι η αναστολή πάσης ποινικής διώξεως σε βάρος βουλευτού κατά την κοινοβουλευτική θητεία του, θα είχε ως συνέπεια την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος ανάμεσα στην τέλεση των επίμαχων πράξεων και στην έναρξη της ποινικής διώξεως, καθιστώντας την ποινική δίωξη αβέβαιη, ειδικότερα όσον αφορά την απόδειξη. Όπως έχει ήδη διαπιστώσει το Δικαστήριο σε άλλη περίπτωση, ο χρόνος ο οποίος απαιτείται για την εξέταση προσφυγής, μπορούσε να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητά της (βλ., mutatis mutandis, Ganci κατά της Ιταλίας, no 41576/98, § 30, CEDH 2003-XI).

 

51. Εν όψει των  όσων εκτίθενται  ανωτέρω, το Δικαστήριο  άγεται στο συμπέρασμα  ότι η άρνηση  του Προέδρου της  Βουλής να άρει  τη βουλευτική  ασυλία του Κ.Τ.  παραβίασε το δικαίωμα  προσβάσεως του  προσφεύγοντος σε  δικαστήριο. Υπήρξε, επομένως, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως.»

Επιπλέον, στην πρόσφατη απόφαση Συγγελίδης κατά Ελλάδος, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ασυλία πρέπει να αφορά πράξεις που συνδέονται με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. Αναφέρει λοιπόν:


«46. Σε σχέση με αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει πως, αν ερμηνευθεί σωστά στα πλαίσια του Άρθρου 6.1, το Άρθρο 62 του Συντάγματος της Ελλάδας επιτρέπει στη Βουλή των Ελλήνων να αρνείται τη χορήγηση άδειας για ποινική δίωξη μόνο όταν οι ενέργειες στις οποίες βασίζεται η δίωξη έχουν εμφανή σχέση με τα βουλευτικά καθήκοντα.»


Καθίσταται έτσι σαφές ότι η ορθή εφαρμογή του Συντάγματος επιβάλλει αυτό τον έλεγχο αναλογικότητας έτσι ώστε να διασφαλίζεται τόσο το κύρος του πολιτεύματος, όσο και η ενάσκηση του ανθρώπινου δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. H βουλευτική ασυλία δεν είναι λοιπόν ανεξαίρετος κανόνας, πράγμα που ο εφαρμοστής του δικαίου στην ολότητά του (Σύνταγμα + ΕΣΔΑ) δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να παραβλέπτει χωρίς να οδηγείται σε αντιεπιστημονικά συμπεράσματα που θίγουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. 



Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2010

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: οι δικηγόροι έχουν δικαίωμα δημόσιου σχολιασμού αποφάσεων της Δικαιοσύνης


Σύμφωνα με σημερινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, επειδή ένας δικηγόρος εκφράστηκε δυσμενώς για το εισαγγελικό πόρισμα σε υπόθεσή του  σε ένα τηλεοπτικό σταθμό - με αποτέλεσμα να καταδικαστεί για δυσφήμηση.

Όπως αναφέρει το δελτίο τύπου του Δικαστηρίου, επρόκειτο για τον δικηγόρο κ. Αλφαντάκη, συνήγορο του τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλου, ο οποίος εμφανίστηκε σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων λέγοντας ότι "γέλασε" μόλις διάβασε το απαλλακτικό πόρισμα του εισαγγελέως το οποίο θεώρησε "καλλιτεχνική κριτική" για τον τραγουδιστή, "σαν να ήταν ανταγωνιστές στην τέχνη", και δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα. 

Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας στράφηκε δικαστικά εναντίον του δικηγόρου, ο οποίος καταδικάστηκε να του καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία μειώθηκε στο εφετείο, αλλά διατηρήθηκε στον Άρειο Πάγο. Ο δικηγόρος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (και άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων). 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικηγόροι, ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στο κοινό και τα δικαστήρια πρέπει να τηρούν ειδικούς κανόνες δεοντολογίας, αλλά έχουν επίσης δικαίωμα δημόσιου σχολιασμού των λειτουργών της δικαιοσύνης, μέσα σε συγκεκριμένα όρια. Πάντως, το Δικαστήριο δεν παρέβλεψε το γεγονός ότι τα προσβλητικά σχόλια αφορούσαν ένα μέλος του δικαστικού σώματος, προκαλώντας τον κίνδυνο για αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο επαγγελματικό του προφίλ όσο και στην εμπιστοσύνη του κοινού στην διοίκηση της Δικαιοσύνης. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη (για μια ακόμη φορά) δίκασε μια υπόθεση χωρίς να προβαίνει στο διαχωρισμό ανάμεσα σε μετάδοση είδησης και δημοσιοποίηση σχολίου (η είδηση είναι επιδεκτική απόδειξης, ενώ στα σχόλια υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης). Επίσης τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη την εκτεταμένη κάλυψη που είχε γνωρίσει η υπόθεση στα μέσα ενημέρωσης κι ότι σε αυτό το πλαίσιο ο σκοπός του κ. Αλφαντάκη ήταν να υπερασπιστεί τον πελάτη του ενώπιον του κοινού και όχι να θίξει τον εισαγγελέα. Τέλος, τα Δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη ότι τα σχόλια είχαν μεταδοθεί σε ζωντανή εκπομπή και δεν θα μπορούσε να υπάρξει αναδιατύπωσή τους. Έτσι, η καταδίκη του κ. Αλφαντάκη για πληρωμή αποζημίωσης δεν υπηρετούσε κάποια "πιεστική κοινωνική ανάγκη" και γι' αυτό η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι συνήγοροι έχουν δικαίωμα να σχολιάζουν δημόσια τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί υποθέσεων που χειρίστηκαν οι ίδιοι. 



Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: όχι σταυροί στις σχολικές αίθουσες


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε σήμερα μια από τις αποφάσεις που αλλάζουν τον κόσμο. Στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, κρίθηκε ότι η ύπαρξη του θρησκευτικού συμβόλου του σταυρού σε σχολικές αίθουσες διδασκαλίας αποτελεί παραβίαση δύο ανθρώπινων δικαιωμάτων: του δικαιώματος στην εκπαίδευση και του δικαιώματος στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Στην δίκη άσκησε εκ τρίτου παρέμβαση με υπόμνημά του και το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, υπέρ της προσφεύγουσας. 

Το πλήρες κείμενο της απόφασης διατίθεται στα γαλλικά, ενώ υπάρχει αναρτημένο κι ένα αναλυτικό δελτίο τύπου στα αγγλικά

Η προσφεύγουσα, κ. Lautsi είναι ιταλίδα και το 2001-2002 τα δύο παιδιά της παρακολουθούσαν μαθήματα σ' ένα δημόσιο σχολείο της Ιταλίας. Σε όλες τις τάξεις υπήρχε στον τοίχο ο σταυρός. Η προσφεύγουσα θεώρησε ότι αυτό ήταν αντίθετο με την αρχή της ουδετερότητας με την οποία επιθυμούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της. Ενημέρωσε το σχολείο για την θέση της, αναφερόμενη σε μια αρεοπαγητική απόφαση του 200 κατά την οποία κρίθηκε ότι η ύπαρξη του σταυρού στα εκλογικά κέντρα ήταν αντίθετη στην αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους. Τον Μάη του 2002 το διοικητικό συμβούλιο του σχολείου αποφάσισε ότι οι σταυροί θα παραμείνουν στις αίθουσες διδασκαλίας. Στη συνέχεια το Υπουργείο Κρατικής Παιδείας έστειλε μια σχετική εγκύκλιο σε όλους τους διευθυντές σχολείων.

Τον Ιούλιο του 2002 η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση του σχολείου στο Διοικητικό Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι παραβίαζε τις συνταγματικές αρχές της ουδετερότητας και ανεξαρτησίας των κρατικών αρχών σε θρησκευτικά θέματα. Το Υπουργείο Κρατικής Παιδείας που προσήλθε ως διάδικος υπογράμμισε ότι η υπάρχουσα κατάσταση ήταν υποχρεωτική λόγω βασιλικών διαταγμάτων του 1924 και 1928. Το 2004 το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση για την παραπομπή της υπόθεσης στο Συνταγματικό Δικαστήριο, ώστε να εξεταστεί η συνταγματικότητα της παρουσίας των σταυρών στις σχολικές αίθουσες. Στο Συνταγματικό Δικαστήριο, η Κυβέρνηση είπε ότι αυτή η απεικόνιση (του σταυρού) είναι φυσιολογική, καθώς ο σταυρός δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό σύμβολο αλλά επίσης η "σημαία" της μόνης Εκκλησίας που μνημονεύεται στο Σύνταγμα (δηλ. της Καθολικής Εκκλησίας), ένα σύμβολο του Ιταλικού Κράτους. Το Δεκέμβρη του 2004 το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία για την υπόθεση με τη λογική ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν κανονιστική κι όχι νομοθετική. Η υπόθεση επανήλθε στο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο τελικά απέρριψε την προσφυγή της αιτούσας. Έκρινε ότι ο σταυρός ήταν σύμβολο της Ιταλικής ιστορίας και πολιτισμού, άρα και της ιταλικής ταυτότητας και ότι συμβολίζει τις αρχές της ισότητας, ελευθερίας και ανεκτικότητας, όπως επίσης και την ουδετερότητα του Κράτους. Το 2006 η προσφυγή απορρίφθηκε κι από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι ο σταυρός αποτελεί μια από τις αρχές της ουδετερότητας του Ιταλικού Συντάγματος και αντιπροσωπεύει τις αξίες της αστικής ζωής. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα κατέθεσε την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ατόμου.

Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι κατέθεσε παρατηρήσεις ως εκ τρίτου παρεμβαίνον. Το ΕΠΣΕ υπογραμμίζει ότι ο σταυρός δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα θρησκευτικό σύμβολο κι ότι η έκθεσή του στις σχολικές αίθουσες επιβάλλει τον θεσμικό σεβασμό αυτού του συμβόλου. Επικαλούμενο τις κατευθυντήριες αρχές του συμβουλίου εμπειρογνωμόνων του ΟΑΣΕ για το θέμα, το ΕΠΣΕ υποστηρίζει ότι ο σταυρός στις σχολικές αίθουσες συνιστά επιλεκτική προβολή μιας θρησκείας, εις βάρος όλων των άλλων. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρουσία του σταυρού στις σχολικές αίθουσες εύκολα εκλαμβάνεται από τους μαθητές όλων των ηλικών ως ένα θρησκευτικό σύμβολο το οποίο τους επιβάλλεται μέσα από την επίσημη εκπαίδευση. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύει τους θρησκευόμενους μαθητές, αλλά και να προκαλεί απέχθεια στους μαθητές που ακολουθούν άλλες θρησκείες ή είναι άθεοι, ιδιαίτερα εκείνοι που ανήκουν σε θρησκευτικές μειονότητες. Η ελευθερία του να μην ακολουθείς κάποια θρησκεία (περιλαμβανόμενη στην θρησκευτική ελευθερία που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ) δεν αφορά μόνο την θρησκευτική εκπαίδευση, αλλά περιλαμβάνει όλες τις πρακτικέ/ς και τα σύμβολα που εκφράζουν μία πίστη, μια θρησκεία ή την αθεϊα. Αυτή η ελευθερία αξίζει ιδιαίτερης προστασίας, όταν το ίδιο το Κράτος προωθεί μια συγκεκριμένη θρησκεία σε μέρη και διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν ή δεν θα μπορούσαν να το κάνουν χωρίς υπέρμετρο κόπο και θυσία


Σε αυτές τις τελευταίες γραμμές βρίσκεται το πνεύμα αλλαγής που φέρνει αυτή η απόφαση: έξω τα θρησκευτικά σύμβολα που χρησιμοποιεί το κράτος από όλες τις διαδικασίες που οι πολίτες δεν μπορούν να αποφύγουν. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά  καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπη να αφαιρέσουν τα θρησκευτικά σύμβολα όχι μόνο από τα σχολεία, αλλά και από τα δικαστήρια, τις δημόσιες υπηρεσίες, τον στρατό, τις ορκωμοσίες δημόσιων λειτουργών  και όλες τις περιστάσεις της δημόσιας ζωής στις οποίες οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ουσιαστικά ενθαρρύνει τους πολίτες ατομικά αλλά και με τη δράση τους στο πλαίσιο μη κυβερνητικών οργανώσεων, να διεκδικήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα που απο την δεκαετία του 1950 θεσπίστηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2009

To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξετάζει την 5η προσφυγή του ΕΠΣΕ για τον θρησκευτικό όρκο

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


21 Σεπτεμβρίου 2009


Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξετάζει πέμπτη προσφυγή ΕΠΣΕ για θρησκευτικό όρκο


Το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) γνωστοποιεί πως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δημοσιοποίησε σήμερα (http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=854048&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649) πως στις 7 Σεπτεμβρίου 2009 κοινοποίησε στην Ελλάδα την προσφυγή Δημητράς – Παπανικολάτου – Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας (με αριθμό 35793/07) που αφορά την αναγκαστική αποκάλυψη των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων σε δεκαπέντε καταθέσεις τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2007 ενώπιον δικαστηρίων, πταισματοδικών ή αστυνομικών σε δικαιωματικές υποθέσεις στα πλαίσια της δήλωσης προσωπικών στοιχείων (Άρθρο 217 ΚΠΔ) καθώς και συνήθως προκειμένου να μην ορκιστούν στο Ευαγγέλιο (με βάση το Άρθρο 218 ΚΠΔ) αλλά στην τιμή και συνείδησή τους (με βάση το Άρθρο 220.2 ΚΠΔ). Το ΕΔΔΑ εξετάζει αν αυτό αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 9 (θρησκευτική ελευθερία) σε συνδυασμό με το Άρθρο 13 (δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής στην ελληνική έννομη τάξη) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). 


Πρόκειται για την πέμπτη σχετική υπόθεση που εξετάζει το ΕΔΔΑ. Έχουν ήδη ολοκληρωθεί οι ανταλλαγές επιχειρημάτων μεταξύ ΕΠΣΕ και ελληνικού κράτους και αναμένονται αποφάσεις μάλλον μέσα στο 2010 για τις ακόλουθες προσφυγές, σε μερικές από τις οποίες μάλιστα τα προσφεύγοντα άτομα αναγράφονται λανθασμένα πως είναι Χριστιανοί ή/και ορκίστηκαν στο Ευαγγέλιο, λάθος το οποίο η δικαιοσύνη άλλοτε διόρθωσε άλλοτε αρνήθηκε να διορθώσει: 


Δημητράς κατά Ελλάδας (με αριθμό 42837/06 – κοινοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2008 – αφορά είκοσι μία καταθέσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006 – βλπ. http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=828716&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649


Αλεξανδρίδης - Παπανικολάτου κατά Ελλάδας (με αριθμό 3237/07– κοινοποιήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 – αφορά δύο καταθέσεις κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2006 – βλπ. http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=841185&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649


Δημητράς κατά Ελλάδας (με αριθμό 3269/07– κοινοποιήθηκε στις 8 Απριλίου 2009 – αφορά επτά καταθέσεις κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2006 – βλπ. http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=849434&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649)

 

Δημητράς – Παπανικολάτου – Gilbert κατά Ελλάδας (με αριθμό 6099/08 – κοινοποιήθηκε στις 8 Απριλίου 2009 – αφορά είκοσι οκτώ καταθέσεις κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2007 – βλπ. http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=849433&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649)


Το ΕΔΔΑ έχει ήδη καταδικάσει την Ελλάδα στις 21 Φεβρουαρίου 2008 για παραβίαση των άρθρων 9 και 13 σε ανάλογη υπόθεση μετά από εξέταση της προσφυγής του ΕΠΣΕ Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας (με αριθμό 19516/06 – βλπ. http://www.nsk.gr/edad/ee453.pdf). Επίσης, κατά τη δεκαετία 1998-2008, το ΕΔΔΑ εξέδωσε 440 αποφάσεις σε ελληνικές υποθέσεις από τις οποίες σε μόνο 9 (ποσοστό 2%) δεν υπήρχε καταδίκη της χώρας. Πιθανολογείται βάσιμα δηλαδή πως και στις πέντε αυτές υποθέσεις θα καταδικαστεί η Ελλάδα, με βάση το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Αλεξανδρίδη. Τέλος, το ΕΠΣΕ έχει υποβάλλει στο ΕΔΔΑ άλλες τέσσερις σχετικές προσφυγές για καταθέσεις στελεχών του και άλλων υπερασπιστών ανθρώπινων δικαιωμάτων κατά το 2008 και 2009. 


Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: η πλοήγηση στο Διαδίκτυο εμπίπτει στην ιδιωτικότητα

Στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο, αλλά και μια λίστα με τα e-mail που έστειλε κάποιος, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ιστοσελίδων ή των μηνυμάτων, εμπίπτει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από το 2007 έχει κρίνει λοιπόν ότι τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" δηλαδή οι μη δημοσιευμένες πληροφορίες που αφορούν την χρήση του Διαδικτύου προστατεύονται ως μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Άρα ισχύει και για αυτές η εθνική νομοθεσία που παρέχει εγγυήσεις για την ιδιωτική επικοινωνία, όπως σε εμάς η νομοθεσία για το απόρρητο των επικοινωνιών.

Ακολουθεί πλήρης μετάφραση e-lawyer της απόφασης Copland.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ COPLAND κατά ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



(Προσφυγή  αρ. 62617/00)



ΑΠΟΦΑΣΗ




ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



3 Απριλίου




ΤΕΛΙΚΟ



03/07/2007



Η Απόφαση θα καταστεί οριστική στο πλαίσιο του Άρθρου 44 παρ. 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.
















Στην υπόθεση Copland κατά του Ηνωμένου Βασιλείου,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα) με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. J. Casadevall, Πρόεδρος,
Σερ Nicolas Bratza,
Κ. G. Bonello,
Κ. R. Maruste,
Κ. S. Pavlovschi,
Κ. L. Garlicki,
Κ. J. Borrego Borrego, δικαστές,
και  Κ T.L. Early, Γραμματέας του Τμήματος,

Κατόπιν μυστικής διάσκεψης στις 7 Μαρτίου 2006 και στις 14 Μαρτίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την παραπάνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.  Η υπόθεση άρχισε με μια προσφυγή (αρ. 62617/00) κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση») από την κα Lynette Copland.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον κ.   James Welch της Liberty, μια μη κυβερνητική οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα με έδρα στο Λονδίνο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον εντεταλμένο της, κ. J. Grainger του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.

3. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για την παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της, του e-mail της και της πλοήγησής της στο Διαδίκτυο κατά τα  Άρθρα  8 και 13.

4.  Με απόφασή του στις 7 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή. 

5.  Η προσφεύγουσα υπέβαλε περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις (Κανόνας 59 § 1).



ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6.  Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1950 και μένει στο Llanelli της Ουαλίας.

7.  Το 1991 η προσφεύγουσα εργαζόταν στο Carmarthenshire College (“το Κολλέγιο”). Το Κολλέγιο είναι νομικό πρόσωπο που διοικείται από το Κράτος και κατά τα κεφάλαια 18 και 19 του Νόμου της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης του 1992 που περιέχει διατάξεις για την μέση και ανώτερη εκπαίδευση.

8.  Το 1995 η προσφεύγουσα έγινε προσωπική βοηθός  του Διευθυντή του Κολλεγίου (“ΔΚ”) και από το 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον νέο Αναπληρωτή Διευθντή ( “ΑΔ”).

9. Περί τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο campus του Κολλεγίου,  μαζί με έναν διευθυντή. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο ΑΔ επικοινώνησε με το campus για να μάθει σχετικά με τη διεύθυνσή της και αντελήφθη ότι υπονόησε πως υπήρξε κάποια ανάρμοστη σχέση ανάμεσα σε αυτήν και τον διευθυντή. 

10.  Κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο παρακολουθούντο με υποκίνηση του ΑΔ. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η παρακολούθηση διενεργήθηκε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων αφορούσε την ανάλυση των λογαριασμών τηλεφώνου του κολλεγίου, ως προς τους κληθέντες τηλεφωνικούς αριθμούς, τις ημερομηνίες και ώρες κλήσεων, τη διάρκειά τους και το κόστος τους. Η προσφεύγουσα επίσης πίστευε ότι υπήρχαν αναλυτικές και εκτενείς περιγραφές της διάρκειας των κλήσεων, των αριθμών των κλήσεων που έλαβε και έκανε και των αριθμών τηλεφώνων των ατόμων που την είχαν καλέσει. Εκθέτει ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση ο ΑΔ ήταν εν γνώσει του ατόμου με το οποίο είχε ανταλλάξει εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων έγινε για μερικούς μήνες μέχρι περίπου τις 22 Νοεμβρίου 1999. Η προσφεύγουσα αντέκρουσε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις της παρακολουθούντο για μια περίοδο περί τους 18 μήνες μέχρι το Νοέμβρη του 1999. 

11. Η πλοήγηση της προσφεύγουσας στο Διαδίκτυο παρακολουθείτο επίσης από τον ΑΔ. Η Κυβέρνηση δέχθηκε ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε με την ανάλυση των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα, της ώρας, των ημερομηνιών και της διάρκειας των επισκέψεων στις ιστοσελίδες καθώς και ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε από τον Οκτώβρη έως το Νοέμβρη του 1999. Η προσφεύγουσα δεν σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήθηκε η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη για περίοδο μεγαλύτερη από αυτή που παραδέχθηκε η Κυβέρνηση.

12.  Το Νοέμβρη του 1999 η προσφεύγουσα έμαθε ότι έγιναν έρευνες στο e-mail της στη δουλειά της, όταν το Κολλέγιο επικοινώνησε με τη θετή κόρη της και της ζητήθηκαν πληροφορίες για τα e-mail που είχε στείλει στο Κολλέγιο. Η προσφεύγουσα έγραψε στον ΔΚ εάν διεξήγετο μια γενική έρευνα ή εάν ερευνούσαν μόνο τα δικά της e-mail. Ο ΔΚ απάντησε στην προσφεύγουσα με e-mail στις 24 Νοέμβρη 1999 ότι,  μολονότι όλη η κίνηση των e-mail αρχειοθετείται, το τμήμα πληροφορικής του Κολλεγίου έκανε έρευνα μόνο στα δικά της e-mail, κατόπιν αιτήματος του ΑΔ.

13.  Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταγραφή των e-mails έλαβε τη μορφή της ανάλυσης των διευθύνσεων των e-mail και των ημερομηνιών και ώρας αποστολής και ότι η παρακολούθηση έγινε για λίγους μήνες έως τις 22 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η παρακολούθηση των e-mail διενεργήθηκε το λιγότερο για έξι μήνες, από το Μάη 1999 έως το Νοέμβρη 1999. Η προσφεύγουσα προσκομίζει ως έγγραφες αποδείξεις τις εκτυπώσεις που περιέχουν αναλυτικά τα e-mail της από τις 14 Μάη 1999 έως τις 22 Νοέμβρη 1999 και δείχνουν τις ημέρες και ώρες των e-mail που απεστάλησαν από τον λογαριασμό της μαζί με τις διευθύνσεις των αποδεκτών.

14.   Με Υπόμνημα που έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1999, ο ΔΚ σε επιβεβαίωση  περιεχομένου συνομιλίας που είχε με τον ΑΔ, αναφέρει:


   “Προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θεώρησα πρέπον να επιβεβαιώσω τις απόψεις που σας εξέφρασα την προηγούμενη εβδομάδα, όσον αφορά την διερεύνηση της κίνησης των e-mail της προσφεύγουσας.

Αφότου [η προσφεύγουσα] έλαβε γνώση ότι κάποιος από [το Κολλέγιο] παρακολουθεί τα e-mail της, μίλησα στον [ST] ο οποίος επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν αλήθεια και ότι ζητήθηκε από εσάς. Δεδομένου ότι η επικείμενη νομοθεσία θα καθιστά παράνομο να παρακολουθούν οι οργανισμοί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κάποιου, χωρίς άδεια, φυσικά ανησυχώ για τα τελευταία γεγονότα και διέταξα τον [ST] να μην διεξάγει περαιτέρω έρευνες. Περαιτέρω, σας ζητώ να πράξετε το ίδιο και ζητώ να μου προωθήσετε κατά προτεραιότητα κάθε  σημαντική πληροφορία που έχετε και αφορά την [προσφεύγουσα]. Είπατε ότι θα απαντούσατε θετικά και στα δύο αιτήματα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες σας σχετικά με την [προσφεύγουσα].»

15. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε κάποια «πολιτική» στο Κολλέγιο για την παρακολούθηση των τηλεφώνων, των e-mail ή της πλοήγησης στο Διαδίκτυο από τους εργαζόμενους. 

16. Περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο 2000 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από άλλα μέλη του προσωπικού του Κολλεγίου ότι μεταξύ του 1996 και του τέλους του 1999 διάφορες από τις δραστηριότητές της είχαν παρακολουθηθεί από τον ΑΔ ή από πληρεξούσια του πρόσωπα. 

Η προσφεύγουσα πιστεύει επίσης ότι τα άτομα στα οποία είχε κάνει κλήσεις, είχαν δεχθεί στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τον ΑΔ ή από πληρεξούσιούς του, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι κληθέντες και ο σκοπός της κλήσης. Περαιτέρω πιστεύει ότι ο ΑΔ έλαβε γνώση ενός απόρρητου fax που έστειλε η ίδια στους δικηγόρους της και ότι οι προσωπικές της ενέργειες, τόσο στην εργασία της όσο και όταν βρισκόταν σε άδεια ή έλειπε λόγω ασθένειας, κατέστησαν αντικείμενο παρακολούθησης. 

17. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο δηλώσεις από άλλα μέλη του προσωπικού που ισχυρίζονται ότι οι κινήσεις της παρακολουθούνταν με ανάρμοστο και παρεμβατικό τρόπο. Η προσφεύγουσα που εργάζεται ακόμη στο Κολλέγιο πιστεύει ότι ο ΑΔ έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα.

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

A.  Νόμος της ιδιωτικότητας

18.  Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε ένα γενικό δικαίωμα ιδιωτικότητας στο Αγγλικό δίκαιο. 

19. Από την θέση σε ισχύ του Νόμου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του 1998 στις 2 Οκτωβρίου 2000, τα δικαστήρια αναμένεται ότι θα μελετήσουν και θα καταστήσουν αποτελεσματική την πρωτογενή νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με τα δικαιώματα της Σύμβασης στο μέτρο του δυνατού. Ο Νόμος καθιστά παράνομη κάθε αντίθετη στη Σύμβαση πράξη δημόσιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από την πρωτογενή νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του κοινοδικαίου σε συμφωνία με τα δικαιώματα της Σύμβασης. Στην υπόθεση Douglas κατά Hello! Ltd ([2001] 1 WLR 992), ο Δικαστής απέδειξε ότι ήταν προετοιμασμένος για να αναγνωρίσει δικαστικά ότι το Αγγλικό δίκαιο προβλέπει ένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά αυτό ανατράπηκε από το Εφετείο. 

20. Ο Κανονισμός για τις αρμοδιότητες έρευνας του 2000 ( “ο Νόμος 2000”) προβλέπει διατάξεις, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση της επικοινωνιών. Ο Κανονισμός Τηλεπικοινωνιών (Νόμιμη Επιχειρηματική Πρακτική) του 2000 προβλεπόταν από το Νόμο 2000 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 2000. Ο Κανονισμός προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εργοδότες επιτρέπεται να καταγράφουν ή να παρακολουθούν τις επικοινωνίες των εργαζομένων (όπως το e-mail ή το τηλέφωνο) χωρίς τη συγκατάθεση είτε του εργαζομένου είτε του άλλου μέρους που συμμετέχει στην επικοινωνία. Οι εργοδότες απαιτείται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των εργαζομένων ότι οι επικοινωνίες τους ενδέχεται να παρακολουθούνται. 

B.  Συμβατική ευθύνη παραβίασης της πίστης και εμπιστοσύνης από τον εργοδότη

21.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Malik κατά  Bank of Credit and Commerce International SA [1997] IRLR 462 επιβεβαίωσε ότι, εκ του νόμο, σε κάθε σύμβαση εργασίας περιέχεται ένας γενικός όρος, ότι ο εργοδότης δεν θα «συμπεριφερθεί κατά τρόπο που ενέχει κίνδυνο να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στη σχέση εμπιστοσύνης και πίστης ανάμεσα σε εργοδότη κι εργαζόμενο». Στην υπόθεση  Malik, η Βουλή των Λόρδων ασχολήθηκε με την επιδίκαση της λεγόμενης «αποζημίωσης στιγματισμού», όταν ένας πρώην εργαζόμενος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω της σχέσης του με έναν ανέντιμο προηγούμενο εργοδότη. Κατά τον υπολογισμό των ζημιών που θα μπορούσαν να επιδικαστούν για παραβίαση εμπιστοσύνης και πίστης, η Βουλή ασχολήθηκε μόνο με την καταβολή αποζημίωσης από την οικονομική ζημία λόγω της μειονεκτικής θέσης στην αγορά εργασίας. Ο Λόρδος Nicholls σημειώνει ρητά ότι «στην παρούσα υπόθεση δεν θα ασχοληθώ με την ηθική βλάβη, καθώς αφορά μόνον την οικονομική ζημία.»

22.  Για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του όρου πίστης και εμπιστοσύνης στην υπόθεση Malik, ο Λόρδος Steyn παραθέτει τα εξής:

“η επιβαλλόμενη αμοιβαία υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης ισχύει μόνο όταν υπάρχει «μη εύλογη και κατάλληλη αιτία» για την συμπεριφορά του εργοδότη και τότε μόνο όταν η συμπεριφορά του έχει μελετηθεί ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει ανεπανόρθωτα την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Αυτό περιγράφει το πιθανό αποτέλεσμα και το πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης υποχρέωσης.”

Γ.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος 

23.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος υπάρχει όταν ο δημόσιος υπάλληλος είτε (α) ασκεί τις αρμοδιότητές του με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα ή (β) ενέργησε με γνώση ή με βαριά αμέλεια ότι η πράξη του είναι παράνομη και με γνώση ή με βαριά αμέλεια περί της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα ή σε μια ομάδα ανθρώπων στην οποία ανήκει ο ενάγων (Three Rivers D.C. κατά  Bank of England (No.3) (HL) [2000] WLR 1220).

Δ.  Νόμος Προστασίας Δεδομένων  1984

24.  Κατά το χρόνο υποβολής της προσφυγής από την προσφεύγουσα, ο Νόμος Προστασίας Δεδομένων 1984 ( “ο Νόμος 1984”) όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο επεξεργάζονται ή χρησιμοποιούν δεδομένα οι  άνθρωποι και οργανισμοί που τηρούσαν δεδομένων, οι «κατέχοντες τα δεδομένα». Προβλέπονταν συγκεκριμένα αγώγιμα μέσα σε άτομα, για την περίπτωση παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους. Ο Νόμος του 1984 έχει ήδη αντικατασταθεί από το Νόμο Προστασίας Δεδομένων 1998.

25.  Το κεφάλαιο 1 του Νόμου 1984 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

   “(2) 'Δεδομένα' είναι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί σε μορφότυπο ο οποίος μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία με συσκευή η οποία λειτουργεί αυτοματοποιημένα, ακολουθώντας εντολές που δόθηκαν για αυτό το σκοπό.

 (3) 'Προσωπικά δεδομένα'  είναι τα δεδομένα που αποτελούνται από πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με ένα εν ζωή άτομο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί από αυτές τις πληροφορίες (ή από αυτές και από άλλες πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή του χρήστη των δεδομένων).

 (4) 'Υποκείμενο των δεδομένων' είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.

(5) 'Χρήστης των δεδομένων' είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει δεδομένα. Ένα πρόσωπο «κατέχει» δεδομένα εάν - 

 (α) τα δεδομένα αποτελούν μέρος συλλογής δεδομένων που υποβάλλονται ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία  από το ίδιο πρόσωπο ή από άλλο πρόσωπο που λειτουργεί για λογαριασμό του κατά την παραπάνω υποπαράγραφο  (2) και 

(β) αυτό το πρόσωπο … ελέγχει το περιεχόμενο και τη χρήση των δεδομένων που αποτελούν την συλλογή και 

 (γ) τα δεδομένα είναι στη μορφή που υποβλήθηκαν ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία κατά την παράγραφο (α) …

 (7) 'Επεξεργασία'  όσον αφορά τα δεδομένα, είναι τροποποίηση, αποθήκευση, διαγραφή η επαναπροσδιορισμός των δεδομένων ή των εξαγόμενων πληροφοριών που αποτελούν τα δεδομένα και, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, είναι η διενέργεια αυτών των εργασιών με αναφορά στο υποκείμενο των δεδομένων.

 (9) 'Ανακοίνωση' όσον αφορά δεδομένα, περιλαμβάνει την ανακοίνωση των πληροφοριών που έχουν εξαχθεί από δεδομένα ...”

      26.  Οι  “αρχές προστασίας δεδομένων” που πρέπει να σέβονται οι κάτοχοι δεδομένων περιλαμβάνονταν στο πρώτο μέρος του σχήματος 1 του Νόμου ως εξής:

t

“1. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε προσωπικά δεδομένα συλλέγονται, και τα δεδομένα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, θεμιτώς και νομίμως. 

2. Τα προσωπικά δεδομένα τηρούνται μόνο για έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς. 

4. Τα προσωπικά δεδομένα που τηρούνται για κάθε σκοπό πρέπει να είναι κατάλληλα, σχετικά και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό αυτόν ή τους σκοπούς αυτούς.”

      27.  Το κεφάλαιο 23 του Νόμου 1984 προβλέπει δικαιώματα για αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περίπτωση της μη εξουσιοδοτημένης ανακοίνωσης προσωπικών δεδομένων:

“ (1) Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο δεδομένων τα οποία τηρούνται από έναν χρήστη δεδομένων … και το οποίο υφίσταται βλάβη λόγω:

 (γ) ... της ανακοίνωσης των δεδομένων ή της πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα χωρίς εξουσιοδότηση, 

Έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον χρήστη των δεδομένων … για την ζημιά και για την ηθική βλάβη που υπέστη το φυσικό πρόσωπο από την […] ανακοίνωση ή πρόσβαση..”


28.  Ο Νόμος 1984 επίσης θέσπισε τη θέση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος είχε καθήκον να προωθεί την τήρηση των αρχών προστασίας δεδομένων από τους χρήστες των δεδομένων. Στο κεφάλαιο 10 πρόβλεπε και την εξής ποινική παράβαση: 


   “(1)  Εάν ο Επίτροπος κρίνει ότι ένα υπεύθυνο πρόσωπο παραβίασε ή παραβιάζει κάποια από τις αρχές προστασίας δεδομένων του αποστέλλει εντολή («εντολή επιβολής») απαιτώντας να λάβει […] μέτρα για να συμμορφωθεί με την εκάστοτε αρχή ή αρχές.

 (2) Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποστείλει την εντολή, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη εάν η παραβίαση έχει προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο ζημιά ή ηθική βλαβη.

...

(9) Κάθε πρόσωπο που δεν τηρεί την εντολή επιβολής είναι ένοχο ποινικού αδικήματος... “

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

I.  ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

29.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρακολούθηση που έγινε συνιστάς παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και την αλληλογραφία της κατά την έννοια του Άρθρου 8, το οποίο έχει ως εξής:

The applicant alleged that the monitoring activity that took place amounted to an interference with her right to respect for private life and correspondence under Article 8, which reads as follows:

“1.  Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση κρατικής αρχής στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός από την περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το νόμο και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προστασία της δημόσιας τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος,, για την προστασία της υγείας ή των ηθών ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

30.  Η Κυβέρνηση αρνείται αυτό τον ισχυρισμό. 

A.  Οι προτάσεις των μερών 

1. Η Κυβέρνηση 

31.  Η Κυβέρνηση αποδέχεται ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις πράξεις του οποίου το Κράτος είναι άμεσα υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση. 

32.  Μολονότι έγιναν κάποιες παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων, των  e-mails και της πλοήγησης στο Διαδίκτυο πριν από το Νοέμβριο 1999, αυτό δεν επεκτάθηκε στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων ή στην ανάλυση του περιεχομένου των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα. Η παρακολούθηση έτσι δεν αφορούσε τίποτε περισσότερο από την ανάλυση των αυτομάτως παραγόμενων πληροφοριών που αποδεικνύουν εάν οι υποδομές του Κολλεγίου χρησιμοποιήθηκαν για ατομικούς σκοπούς, πράγμα που από μόνο του δεν συνιστά παραβίαση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας. Η υπόθεση P.G. και  J.H. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44787/98, ΕΔΔΑ 2001, είναι διαφορετική διότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παρακολούθηση τηλεφωνικών κλήσεων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Halford κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 25 Ιουνίου 1997, Συλλογή αποφάσεων  1997III, στην οποία παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας από ένα τηλέφωνο που είχε δοθεί για ιδιωτική χρήση και μάλιστα ο δικαστικός αγώνας εναντίον του εργοδότη της.  

33. Στη περίπτωση κατά την οποία η ανάλυση των καταγραφών της χρήσης τηλεφώνου, e-mail και Διαδικτύου κριθεί ότι αποτελούσαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας της προσφεύγουσας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη. 

34.  Πρώτον, αποσκοπούσε στο νόμιμο σκοπό της  προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, διασφαλίζοντας ότι οι υποδομές που παρέχονται από τον δημόσιας χρηματοδότησης εργοδότη δεν αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης. Δεύτερον, η παρέβαση βασίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς το Κολλέγιο ως δημόσιο όργανο, διαθέτει αρμοδιότητες παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης καθώς και να πράττει οτιδήποτε κατάλληλο και αναγκαίο σε σχέση με αυτούς τους σκοπούς είχε την αρμοδιότητα να ασκεί εύλογο έλεγχο στις υποδομές ώστε να διασφαλίσει ότι με αυτές διεκπεραιώνονται οι καταστατικές του λειτουργίες. Ήτν εύλογα προβλέψιμο ότι οι υποδομές που παρέχονται από ένα νομικό πρόσωπο κρατικής χρηματοδότησης δεν μπορούν να χρησιμοποιούναται υπερβολικά για προσωπικούς σκοπούς και ότι το Κολλέγιο θα διεξήγαγε ανάλυση των καταγραφών για να ελέγξει εάν υπήρχε προσωπική χρήση που χρειαζόταν διερεύνηση. Σε σχέση με αυτό, η περίπτωση ήταν ανάλογη με την υπόθεση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44647/98, ΕΔΔΑ 2003I.

35.  Τέλος, αυτές οι πράξεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και ήταν αναλογικές, καθώς η παρέμβαση αφορούσε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για να κριθεί εάν υπήρξε τέτοια υπερβολική χρήση υποδομών ώστε να χρειαστεί έρευνα.


2.  Η προσφεύγουσα

36.  Η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι δεν διαβάστηκαν τα  e-mails της και ότι δεν παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως τα αναφέρει η Κυβέρνηση, είναι πρόδηλο ότι έγιναν ενέργειες παρακολούθησης που αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της. 

37.   Αναφέρθηκε σε νομοθεσία που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη παραβίαση, δηλαδήτον Κανονισμό περί Ερευνών του 2000, τον Κανονισμό Τηλεπικοινωνιών του 2000 (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω), οι οποίοι ισχυρίζεται ότι αποτελούν ρητή αναγνώριση της  Κυβέρνησης ότι τέτοιες παρακολουθήσεις αποτελούν παρέμβαση κατά την έννοια του Άρθρου 8 και απαιτούν εξουσιοδότηση προκειμένου να είναι νόμιμες. Επειδή αυτοί οι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ το 2000, η νομική βάση για αυτή την παρέμβαση ήρθε μετά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η παρέμβαση δεν είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ήταν εντελώς διαφορετική από την περίπτωση στην υπόθεση  Peck (βλ. παραπάνω παράγραφο 34) στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν ειδικώς εξουσιοδοτημένες από το νόμο να καταγράφουν εικόνες από γεγονότα που συνέβαιναν σε εκείνη την περιοχή. Σε αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια ρητή εξουσία του Κολλεγίου, για διενέργεια παρακολούθησης στους εργαζόμενούς του και οι νομοθετικές αρμοδιότητες δεν καθιστούσαν αυτή την παρακολούθηση εύλογα προβλέψιμη.  


38.   Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Κολλεγίου δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Υπήρχαν λογικές και λιγότερο παρεμβατικές μέθοδοι που θα μπορούσε  να είχε  χρησιμοποιήσει  το Κολλέγιο όπως η σύνταξη και δημοσίευση μιας “πολιτικής” σχετικά με την παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, Διαδικτύου και e-mail από τους εργαζόμενους. 

B.  Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου

39.  Το Δικαστήριο σημειώνει την παραδοχή της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις ενέργειες του οποίου είναι υπεύθυνη, κατά την έννοια της Σύμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα περί του αν εμπίπτει στο Άρθρο 8 σχετίζεται με τις αρνητικές υποχρεώσεις του Κράτους να μην παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία της προσφεύγουσας και ότι δεν ανακύπτει κάποιο χωριστό θέμα σχετικά με την κατοικία της ή την οικογενειακή της ζωή.

40.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούν ως προς τη φύσυ της παρακολούθησης και την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να υπεισέλθει σε αυτήν την διαφορά, καθώς υπάρχει ζήτημα, κατά την έννοια του Άρθρου 8, ακόμη και για τα γεγονότα όπως τα παραδέχεται η Κυβέρνηση.


1. Πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής


41.   Σύμφων με τη νομολογία του Δικασηρίου, οι τηλεφωνικές κλήσεις από επαγγελματικους χώρους εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στις έννοιες της “ιδιωτικής ζωής” και της “αλληλογραφίας”, κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 1 (βλ. Halford, ό.π., § 44 και Amann κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 27798/95, § 43, ΕΔΔΑ 2000II). Λογικά συνεπάγεται ότι κι τα  e-mails που αποστέλλονται από την δουλειά θα πρέπει όμοια να προστατεύονται από το Άρθρο 8, καθώς και οι πληροφορίες που προέρχονται από παρακολούθηση της προσωπικής χρήσης Διαδικτύου.

42.   Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση δεν είχε ειδοποιηθεί ότι οι κλήσεις της μπορούσαν να παρακολουθηθούν και γι' αυτό είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τις κλήσεις που έκανε από το τηλέφωνο της εργασίας της (βλ. Halford, § 45). Η ίδια προσδοκία υπήρχε σε σχέση με το  e-mail και την χρήση του Διαδικτύου.

2. Περί του εάν υφίσταται στα δικαιώματα που εγγυάται το Άρθρο  8.

43.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την ημέρα και την έκταση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ιδίως οι κληθέντες αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του Άρθρου 8 καθώς αυτές οι πληροφορίες αποτελούν “αναπόσπαστο στοιχείο των τηλεφωνικών επικοινωνιών” (βλ.  Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 2 Αυγούστου 1984, Συλλογή A αρ. 82, § 84). Το γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα έχουν ληφθεί νομίμως από το Κολλέγιο, ως λογαριασμοί τηλεφώνου, δεν αποκλείει την κρίση περί μιας παρέμβασης στα δικαιώματα που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (ό.π.). Επιπλέον, η αποθήκευση προσωπικών δεδομένων που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή ενός φυσικού προσώπου εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου  8 § 1 (βλ.  Amann, ό.π., § 65). Έτσι, είναι άσχετο το γεγονός ότι τα δεδομένα που κατείχε το κολλέγιο δεν ανακοινώθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της προσφεύγουσας σε πειθαρχικές ή άλλες διαδικασίες.

44.  Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και την χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του Άρθρου 8.


3.Περί του εάν η παρέμβαση ήταν « σύμφωνη με το νόμο ».


45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο όρος “σύμφωνα με το νόμο” εννοεί – κι αυτό προκύπτει από το αντικείμενο και τον σκοπό του Άρθρου 8- ότι θα πρέπει να είναι ένα μέτρο νομικής προστασίας το εσωτερικού δικαίου εναντίον της αυθαίρετης παρέμβασης κρατικών αρχών επί των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο  8 § 1. Αυτό ισχύει περισσότερο για θέματα όπως η εν θέματι παρακολούθηση , ενόψει της έλλειψης δημόσιας φροντίδας και λόγω του κινδύνου κατάχρησης εξουσίας  (βλ. Halford, cited above, § 49).


46.  Ο όρος αυτός επιβάλλει όχι απλώς συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται και με την ποιότητα αυτού του δικαίου, επιβάλλοντας την συμβατότητά του με το Κράτος Δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12 Μάη  2000, Συλλογή αποφάσεων  2000-V, § 26. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π, § 44). Προκειμένου να συντρέχει η προϋπόθεση της προβλεψιμότητας, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς σαφής με την έννοια του να δίνει στα άτομα επαρκή στοιχεία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους όρους κατά τους οποίους οι αρχές εξουσιοδοτούνται να λάβουν τέτοια μέτρα (βλ. Halford, ό.π., § 49 και Malone, ό.π., § 67).

47.  Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είχε εξουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να πράττει οτιδήποτε ήταν κατάλληλο και απαραίτητο για τους σκοπούς της παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και κρίνει το επιχείρημα μη πειστικό. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, είτε στο γενικό εσωτερικό δίκαιο είτε στις διοικητικές διατάξεις του Κολλεγίου, στις οποίες να αναφέρονται οι περιστ΄σεις υπό τις οποίες οι εργοδότες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την χρήση του τηλεφώνου, του e-mail ή του Διαδικτύου  των εργαζομένων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι οι Κανονισμοί Τηλεπικοινωνιών 2000 που περιέχουν τέτοιες διατάξεις, δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο. 

48.  Συνακόλουθα, καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο  κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το  νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί ότι η παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, e-mail ή Διαδικτύου στο χώρο της εργασίας, από έναν εργοδότη, μπορεί να κριθεί “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία” σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ενός νόμιμου στόχου. Πάντως, όσον αφορά το παραπάνω συμπέρασμα, δεν είναι απαραίτητο να εξετατεί αυτο το θέμα στην παρούσα υπόθεση.

49.  Γι' αυτό υπάρχει παραβίαση του Άρθου 8 


II. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ



50.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε στη διάθεσή της αποτελεσματικό ένδικο μέσο εσωτερικού δικαίου για την παραβίαση του Άρθρου 8 και ότι, λόγω αυτού, είχε παραβιαστεί επίσης το άρθρο 13 που προβλέπει τα εξής:


“Καθένας του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση παραβιάζονται θα έχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μιας εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το εάν η παραβίαση έγινε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό την δημόσια ιδιότητά τους.”


51.  Δεδομένης της κρίσης για το Άρθρο 8 (βλ. παράγραφο  48 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το παράπονο της προσφεύγουσας όσον αφορά το Άρθρο 13.


III.  ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ


52.  Το Άρθρο 41 της Σύμβασης αναφέρει:


“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι συνέβη παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και ότι το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο εν μέρει αποκατάστση, το Δικαστήριο, εάν είναι απαραίτητο, θα επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στο θιγόμενο μέρος.”

A.  Ζημία

53.  Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται αξίωση για χρηματική ζημια αλλά, χωρίς να προσδιορίζει ποσό, ζητά αποζημίωση για άγχος,  στεναχώρια  κακή διάθεση και  αϋπνία. Προσκομίζει ιατρική γνωμάτευση του Ιουνίου 2006 όπου αναγράφεται ότι έχει υποφέρει από άγχος και έλλειψη ύπνου, λόγω του περιβάλλοντος της εργασίας της. 

54.  Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γνωμάτευση που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι το άγχος οφείλεται στα περιστατικά που αναφέρονται στην προσφυγή της. Περαιτέρω, καθώς το Δικαστήριο έχει δικάσει έναν αριθμό υποθέσεων που αφορούν προσφυγές για παρακολούθηση επικοινωνιών υπόπτων από την αστυνομία, κατά τη γνώμη τους, μια απόφαση περί παραβίασης θα αποτελούσε από μόνη της επαρκή ικανοποίηση (βλ. Taylor-Sabori κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 47114/99, § 28, 22 Οκτωβρίου 2002, Hewitson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 50015/99, § 25, 27 Μάη 2003 και Chalkley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 63831/00, § 32, 12 Ιούνη 2003). Επιπλέον, καθώς η ισχυριζόμενη συμπεριφορά συνιστούσε παρακολούθηση και όχι καταγραφή, η φύση αυτής της παρέμβασης ήταν σημαντικά κατώτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις παραπάνω υποθέσεις. 

55.  Το Δικαστήριο σημειώνει τις παραπάνω υποθέσεις που παραθέτει η Κυβέρνηση αλλά θυμίζει επίσης και την  Halford (ό.π., § 76) που αφορούσε τν παρακολούθηση των ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων ενός εργαζόμενου από τον εργοδότη του και επιδικάστηκαν 10,000 λίρες για την ηθική βλάβη.  Αξιολογώντας σε ίση βάση την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη. 


B.  Δαπάνες και έξοδα


56.  Η προσφεύγουσα αξιώνει δικαστικές δαπάνες και έξοδα συνολικά 9,363 λιρών συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. Αυτό περιλαμβάνει έξοδα δικηγορου και ασκούμενου δικηγόρου  7,171.62, εκταμιεύσεις λιρών 1,556.88 και τα υπόλοιπα αναμενόμενα μελλοντικά έξοδα. 

57.   Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η χρονοχρέωση των δικηγόρων κατά το χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικά. Επιπλέον, η αρχική προσφυγή περιλάμβανε έναν αριθμό ισχυρισμών που κρίθηκαν απαράδεκτοι από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν θα πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Κατά την κρίση της Κυβέρνσης το σύνολο των 2.000 λιρών θα καλύψει ικανοποιητικά τις δαπάνες και τα έξοδα. 

58.  Το Δικαστήριο, κατά την νομολογία του, επιδικάζει δαπάνες και έξοδα στο μέτρο που συνδέονται με κριθείσες παραβιάσει και στο μέτρο που ήταν πραγματικές και αναγκαίες και εύλογου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων , Schouten και Meldrum κατά Ολλανδίας, απόφαση της 9 Δεκέμβρη 1994, Συλλογή A αρ. 304, σελ. 28-29, § 78 και Lorsé και  άλλοι κατά Ολλανδίας, αρ. 52750/99, § 103, 4 Φεβρουαρίου 2003). Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, επιδικάζει το ποσό των 6.000 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξδα  πλέον ΦΠΑ. 

C.  Νόμιμο επιτόκιο

59.  


Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο ότι το νόμιμο επιτόκιο θα πρέπει να βασιστεί στο κυμαινόμενο επιτόλιο της Ευρωπαϊκής Κεντικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ


1.   Κρίνει   ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 8  της Σύμβασης 


2.   Κρίνει  ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η υπόθεση υπό το φως του Άρθρου 13 της Σύμβασης.


3.   Κρίνει

(a)  ότι το καθού Κράτος πρέπει να καταβάλλει στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο τριών μηνών ααπό τη ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί η απόφαση οριστική σύμφων με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά, κατόπιν μετατροπής σε λίρες με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά το χρόνο καταβολής:

(i) EUR 3,000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά την ηθική βλάβη.

(ii) EUR 6,000 (έξι χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά δαπάνες κι έξοδα


(iii) τους αναλογούντες φόρους στα παραπάνω ποσά.


(b)  tμετά την παρέλεση των προαναφερόμενων τριών μηνών μέχρι την εξόφληση, καταβάλλεται τόκος σύμφωνος με το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο της τρέχουσας περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.  Απορρίπτει  το υπόλοιπο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Εγένετο στα Αγγλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 3 Απριλίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


T.L. Early Josep Casadevall
Γραμματέας Πρόεδρος






Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...