Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναλλακτικές υποχρεώσεις του Τύπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναλλακτικές υποχρεώσεις του Τύπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2009

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης: ανυπόγραφη επιστολή δημοσιεύεται μόνο αν η εφημερίδα κατέχει τα στοιχεία του αποστολέα

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ

29952/2007 


I. Κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178 της 14/16.7.1981 (ΦΕΚ Α' 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος, ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Η ευθύνη αυτή του ιδιοκτήτη είναι ευθύνη γνήσια αντικειμενική, καθότι γεννιέται έστω και αν αυτός δεν βαρύνεται με πταίσμα, και βασίζεται στον επαγγελματικό κίνδυνο, αφού, κατά γενική αρχή, όποιος αντλεί οφέλη από την κυκλοφορία των εντύπων, πρέπει να επιβαρυνθεί, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε πταίσμα του, και με τις ζημίες που υφίστανται οι τρίτοι από αυτήν. Για να γεννηθεί όμως η ανωτέρω ευθύνη του ιδιοκτήτη, πρέπει, κατά το ίδιο άρθρο, να βαρύνεται με πταίσμα ο συντάκτης του δημοσιεύματος. Αν ο τελευταίος είναι άγνωστος, πρέπει να βαρύνεται με πταίσμα ο εκδότης ή ο διευθυντής σύνταξης του εντύπου. Τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται, εις ολόκληρον απέναντι στους προσβαλλόμενους, σε χρηματική ικανοποίηση, για εξύβριση ή δυσφήμηση με δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ. Η ευθύνη του ιδιοκτήτη, κατά τα άλλα, γεννιέται ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι σχέση πρόστησης ανάμεσα σ' αυτόν και τα άλλα πρόσωπα που συνδέονται με το δημοσίευμα (Π. Φίλιου, Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 1998, σελ. 60 επ.). Κατά συνέπεια, εάν δεν συντρέχει στο πρόσωπο των προαναφερθέντων προσώπων υπαιτιότητα, δεν υπάρχει και ευθύνη του εκδότη και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης των θιγομένων από το επίμαχο δημοσίευμα προσώπων (ΑΠ 576/2006, ΑΠ 6/2004, ΑΠ 389/2004, ΑΠ 1252/2003, δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ΑΠ 1462/2005, ΑΠ 1573/2005, Εφθεσ 2147/2001 και Εφθεσ 443/2005, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ).

Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις (δημοσίευμα το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη) ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν διά του Τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και για τα περιοδικά που κυκλοφορούν μέσω των πρακτορείων εφημερίδων και των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δρχ. για τις άλλες εφημερίδες ή περιοδικά, εκτός αν ζητήθηκε, από τον ενάγοντα, μικρότερο ποσό και αυτό ανεξάρτητα από την απαίτηση προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία. Η διάταξη αυτή, η οποία καθορίζει ελάχιστα όρια για τη χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται εις βάρος αδιακρίτως, του ιδιοκτήτη του εντύπου, του εκδότη, του διευθυντή και του συντάκτη του δημοσιεύματος (ΑΠ 1365/2003) σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες λόγω της δημοσιότητας προσβολές της τιμής και της υπόληψης τους, γι' αυτό και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 14 παράγραφοι 1, 2 του Συντάγματος ούτε στα άρθρα 10 της ΕΣΔΑ και 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν, αντιστοίχως, με το ν.δ. 53/1974 και το ν. 2462/1997 και απέκτησαν την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Το δικαστήριο πάντως οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το νόμο ελάχιστης χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, που απορρέει από τη Συνταγματική Αρχή του κράτους δικαίου και ήδη ρητά καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παραβίαση της υπερνομοθετικής αυτής αρχής ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (ΑΠ 132/2006, δημοσίευση σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Σύμφωνα δε με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 1941/1991 και άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994, σε περίπτωση που γίνει δεκτή αγωγή καταψηφιστική στηριζόμενη στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου και εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, το δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει με την απόφασή του και την καταχώρηση στην εφημερίδα που ανέγραψε το επιλήψιμο δημοσίευμα: α') περιλήψεως της αποφάσεως, η οποία να περιέχει ειδικότερα τα στοιχεία που καθορίζονται λεπτομερώς στο αμέσως επόμενο εδάφιο και β') ειδήσεις για την καταδίκη της εφημερίδας, στην ίδια θέση αυτής που είχε καταχωρηθεί και το επιλήψιμο δημοσίευμα, εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως, καθοριζομένης και χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα καθυστερήσεως της καταχωρήσεως, ισόποσης προς το εκεί ειδικότερα οριζόμενο ποσοστό.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της άνω διατάξεως είναι η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αλήθειάς του. Διάδοση είναι η απλή ανακοίνωσή τους. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αυτήν αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου, οι ειδήσεις δε αυτές πρέπει να αποδεικνύονται τελικά και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός, ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο, με γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας και να προκύπτει κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Ειδικότερα, οι διαδιδόμενες ή υποστηριζόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά. Έτσι η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σε εκείνους με τους οποίους το πρόσωπο αυτό σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά, και έτσι προκαλείται ζημία του. Τελευταία δηλαδή προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης από το άρθρο 920 ΑΚ είναι η απόδειξη (περιουσιακής) ζημίας, αιτιωδώς προκαλούμενη από την έκθεση σε κίνδυνο ενός των παραπάνω αγαθών. Επίσης, ο θιγόμενος μπορεί, με βάση το άρθρο 920 ΑΚ, να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία. Η προαναφερθείσα διάταξη ρυθμίζει μια ειδική μορφή αδικοπραξίας, με σκοπό την προστασία της οικονομικής καταστάσεως των ατόμων από ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν με την υποστήριξη ή τη διάδοση αναληθών γεγονότων και ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον τους. Η ίδια προστασία θα μπορούσε να παρασχεθεί και με βάση το άρθρο 57 του ΑΚ, που ρυθμίζει την υπαίτια προσβολή του απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά η ως άνω ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία, ώστε να μη δημιουργηθούν αμφισβητήσεις για το αν τα αγαθά που προστατεύονται από το άρθρο 920 του ΑΚ αποτελούν ή όχι εκφάνσεις του γενικού αυτού και απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα. (ΑΠ 1462/2005, ΑΠ 1573/2005, Εφθρ 166/2002, Εφθεσ 2147/2001 ΠολΠρθεσ 18905/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ και Εφθεσ 43/2005 Αρμ 2005.1722).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται να απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία όμως είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του, ή στερήθηκε την ελευθερία του (ΑΠ 1462/2005 ΕλλΔνη 2006.190, ΑΠ 6/2004 ΝοΒ 2004.1194, Εφθεσ 443/2005 Αρμ 2005.1722, ΠολΠρΑθ 1491/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά και διά του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α', ο τύπος είναι ελεύθερος. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η ελευθεροτυπία και συνακόλουθα η ελεύθερη δημοσιογραφία, η οποία, χωρίς να ανάγεται σε δημόσια λειτουργία, πρέπει να λειτουργεί προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δημοσιογραφία μέσα στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του Τύπου, εμφανίζεται ως ελεύθερη έκφραση στοχασμών, ως αδέσμευτη ειδησεογραφία και ως έντονη άσκηση κριτικής και ελέγχου των δημόσιων προσώπων και πραγμάτων [ΕφΑθ 10745/1991 ΝοΒ 40.290, ΕφΑθ 9975/1986 ΕλλΔνη 28.299, με ενημερωτικό σημείωμα Ε. Κρουσταλάκη]. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το άρθρο 10 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και με το ν.δ. 53/74, το οποίο ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει και την ελευθερία γνώμης, καθώς και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών χωρίς την επέμβαση δημόσιων αρχών. Έτσι, η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δημοσιογραφία, μέσα στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του Τύπου, εμφανίζεται ως ελεύθερη έκφραση στοχασμών, ως αδέσμευτη ειδησεογραφία και ως έντονη άσκηση κριτικής και ελέγχου των δημοσίων προσώπων και πραγμάτων (βλ. Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπόθεση Lingens κατά Αυστρίας - Προσφυγή 9815/82, Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ, υπόθεση New York Times Co κατά Sullivan, +376 U.S. 255, 1946). Σύμφωνα με τα άρθρα 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 του ΑΚ, και τα δικαιώματα αυτά υπόκεινται στους περιορισμούς των νόμων (βλ. άλλωστε και το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος:»^ τηρώντας τους νόμους του κράτους»), με τους οποίους επιδιώκεται όχι να παρεμποδιστεί η ελευθεροτυπία και η ελεύθερη δημοσιογραφία, αλλά να προστατευθούν τα άτομα και το κοινωνικό σύνολο από την καταχρηστική άσκηση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος. Η αρχή αυτή διατυπώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην παρ. 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης της Ρώμης, κατά την οποία επιτρέπεται να υποβληθεί το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης σε περιορισμούς, προκειμένου να επιτευχθούν υπέρτεροι σκοποί, όπως είναι, μεταξύ άλλων, «η προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων τρίτων». Οι περιορισμοί αυτοί, για να είναι παραδεκτοί από το σύστημα της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να περιορίζονται στο αναγκαίο μέτρο μιας δημοκρατικής κοινωνίας, προκειμένου να επιτευχθούν οι ρητώς αναφερόμενοι στη διάταξη αυτήν υπέρτεροι σκοποί, στους οποίους ασφαλώς περιλαμβάνεται το δικαίωμα της προσωπικότητας. Τα όρια μεταξύ της ελεύθερης και της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης δημοσιογραφίας παραμένουν δυσδιάκριτα, προσδιορίζονται όμως σε ικανοποιητικό βαθμό, ως προς την προστασία της τιμής και της υπόληψης, άρα και της προσωπικότητας, από τις διατάξεις των άρθρων 361-369 ΠΚ, χωρίς να αποκλείεται σε ακραίες περιπτώσεις η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, κατά τα οποία κανένα δικαίωμα, έστω και αν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, δεν μπορεί να ασκείται κατά τρόπο που προφανώς υπερβαίνει την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. (ΑΠ 1256/2003, ΑΠ 1177/2002, δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, Εφθες 2147/2001, ΠολΠρΠειρ 4100/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.).

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημοσίευμα εφημερίδας ή άλλου εντύπου ή για εκπομπή ραδιοφωνική ή τηλεοπτική, που θίγει έντονα την τιμή και την υπόληψη του αναφερομένου σ' αυτό, όταν ο συντάκτης του δεν φρόντισε προηγουμένως να εξακριβώσει την αλήθεια των γεγονότων που κοινολογεί, το δημοσίευμα ή η εκπομπή, με τα οποία παραδίδεται σε δημόσια ανυποληψία το πρόσωπο που συνδέεται με τα γεγονότα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβλημένο μέσο άσκησης του δημοσιογραφικού έργου, διότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αποστολής του τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, για τη σωστή ενημέρωση της κοινής γνώμης, με βάση γεγονότα που πράγματι έχουν συμβεί και της βλάβης που προκαλείται στην τιμή και στην υπόληψη του θιγομένου προσώπου. Στην περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται. Τα προαναφερόμενα ισχύουν και στην περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας (ΑΠ 576/2006, ΑΠ 1256/2003, ΑΠ 1177/2002, δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 257/2001 ΠοινΧρον 2001.930, ΑΠ 611/1995 ΕλλΔνη 38.630, Εφθεσ 443/2005 Αρμ 2005.1722, Ιωάννη Καράκωστα, Το δίκαιο των ΜΜΕ, εκδόσεις Σάκκουλα 2003, σελ. 263-303 και Καρακατσάνη, στο έργο των Γεωργιάδη -Σταθόπουλου).

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ, «όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται…», με τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται…» και με τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ «αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται…». Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα εφημερίδας προσώπου (ένσταση) λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ) έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι δημοσιογράφοι, για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς (Εφθεσ 2147/2001, βλ. Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπόθεση Lingens κατά Αυστρίας – Προσφυγή 9815/82, Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ, υπό¬θεση New York Times Co κατά Sullivan, 376 U.S. 255,1946). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμον υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως. Σημειωτέον ακόμη ότι ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Για το λόγο αυτόν και επειδή η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί από εκείνες που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτό τρόπο χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό προσβολής της τιμής του άλλου. Αν δεν το πράξει παραβιάζει εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και η παραβίασή του αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεώς του (ΑΠ 576/2006, ΑΠ 784/2005, ΑΠ 117/2002, ΑΠ 825/2002, ΑΠ 617/2000, ΑΠ 1653/1983, δημοσίευση Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 § 1, 362, 363, 366 § 1 και 3 και 367 του ΠΚ προκύπτει ότι α') αν το δυσφημιστικό γεγονός, που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων ο υπαίτιος, δεν είναι ψευδές, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 ΠΚ), δεν τιμωρείται δε ούτε ως απλή δυσφήμηση (άρθρ. 266 § 1 και 362 ΠΚ, όπως ρητά επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 336 ΠΚ, αρκεί να μην απαγορεύεται η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος). Δεν αποκλείεται όμως να τιμωρηθεί ο υπαίτιος για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης (άρθρ. 366 § 3 ΠΚ), β') αν το δυσφημιστικό γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέσωσε ο υπαίτιος είναι ψευδές αλλά ο υπαίτιος δεν γνώριζε την αναλήθεια, δεν στοιχειοθετείται μεν πάλι το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, στοιχειοθετείται όμως το αδίκημα της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367§1 περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Αλλά και στην περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις του άρθρ. 367 § 1 το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει περαιτέρω αν, από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Ειδικότερα το δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των επίμαχων φράσεων ως συκοφαντικών, απλών δυσφημιστικών ή ενεχουσών σκοπό εξυβρίσεως.

II. Στην προκείμενη περίπτωση δικαστικής αμφισβητήσεως, η ενάγουσα που είναι καλλιτεχνική διευθύντρια στο Δημ. Ωδείο *** από το έτος *** και καθηγήτρια πιάνου από το έτος *** στο ίδιο Ωδείο, ισχυρίζεται στην υπό κρίση αγωγή της και σύμφωνα με όσα μνημονεύονται αναλυτικά σ' αυτήν, όπως το δικόγραφο της εκτιμάται από το δικαστήριο, ότι στο φύλλο της *** της ημερησίας εφημερίδας «***», πανελλήνιας κυκλοφορίας, ιδιοκτήτρια της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «***» με έδρα τη Θεσσαλονίκη, εκδότης ο τρίτος εναγόμενος ***, διευθυντής ο τέταρτος εναγόμενος ***, διευθυντής σύνταξης ο πέμπτος εναγόμενος ***. και αρχισυντάκτης ο έκτος εναγόμενος ***, δημοσιεύτηκε σε εσωτερική σελίδα της και στην αναφερόμενη στήλη «Επιστολές», της οποίας συντάκτρια είναι η δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφος ***. δημοσίευμα μιας επιστολής τρίτου προσώπου, κατόπιν εντολής του τέταρτου εναγόμενου διευθυντή της εφημερίδας, την οποία ενέκριναν προς δημοσίευση οι λοιποί εναγόμενοι και την περιέλαβε στη στήλη της η δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφος, χωρίς να διενεργήσουν έλεγχο των στοιχείων του αποστολέα που αποδείχθηκε ανύπαρκτο πρόσωπο και χωρίς να προβούν σε έλεγχο της ακρίβειας του περιεχομένου της, στην οποία επιστολή εμπεριέχονταν ψευδή και συκοφαντικά περιστατικά και σχόλια σε βάρος της ιδίας (της ενάγουσας) αναφορικά με τη γενικότερη δράση της στη λειτουργία του Δημ. Ωδείου ***. Ότι με το εν λόγω δημοσίευμα υποστηρίχθηκαν και διαδόθηκαν αναληθείς, συκοφαντικές, δυσφημιστικές ειδήσεις και εξυβριστικές φράσεις, ικανές να βλάψουν την τιμή, την υπόληψη, την επαγγελματική αξιοπιστία, το κύρος της ενάγουσας ως καθηγήτριας και ως καλλιτεχνικής διευθύντριας, ενόψει και των επικείμενων κρίσεων για διορισμό μόνιμων καθηγητών, καθώς επίσης και την προσωπικότητά της γενικότερα και ότι οι εναγόμενοι έδρασαν εν γνώσει της αναληθείας των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών και με δόλιο σκοπό να βλάψουν την προσωπικότητα της ενάγουσας και να θέσουν σε κίνδυνο την επαγγελματική της υπόληψη, άλλως αν και γνώριζαν ή υπαίτια αγνοούσαν ότι με τη διάδοση των συγκεκριμένων αναληθών ισχυρισμών θέτουν σε κίνδυνο την επαγγελματική πίστη της ιδίας, άλλως, αν και γνώριζαν ότι η συμπεριφορά τους αυτή αντίκειται στα χρηστά ήθη, επιδίωξαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα της προσβολής. Ότι από την κατά τα άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων (επιμέλεια και δημοσίευση δημοσιεύματος) που παράλληλα στοιχειοθετείται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης και εξύβρισης, προκλήθηκε στην ίδια (ενάγουσα) ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται η τελευταία χρηματική ικανοποίηση ύψους 110.000 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα ζητά, όπως το συνολικό καταψηφιστικό αίτημά της, με γραπτή δήλωσή του πληρεξουσίου δικηγόρου της που περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά και στις νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις της, παραδεκτά κατ' άρθρο 223, 294 και 297 ΚΠολΔ περιορίστηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό για το μερικότερο ποσό των 60.000 ευρώ και παραμένει καταψηφιστικό για το υπόλοιπο ποσό των 50.000 ευρώ, ζητά: 1) Να αναγνωριστεί δικαστικά ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το μερικότερο ποσό των 60.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. 2) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, στη δικαστική καταψήφιση του ποσού των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και με προσωρινά εκτελεστή απόφαση να απαγγελθεί σε βάρος όλων των εναγόμενων υπαίτιων φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας τους και ως μέσον εκτέλεσης της εκδηθησομένης απόφασης. Να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «***», λόγω της ιδιότητας της ως ιδιοκτήτριας της ανωτέρω εφημερίδος, να δημοσιεύσει σ' αυτήν περίληψη της αποφάσεως που θα εκδοθεί μετά την πάροδο 15 ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης και να απειληθεί χρηματική ποινή ύψους 3.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης και να υποχρεωθεί επίσης η πρώτη εναγόμενη να παραλείψει κάθε μελλοντική προσβολή της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσα και να απειληθεί για κάθε μελλοντική παράβαση χρηματική ποινή ύψους 5.000 ευρώ σε βάρος της και, τέλος, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Η κρινόμενη αγωγή, με την κατά τα άνω προβαλλόμενη ιστορική θέση και το τελολογικά συνδεόμενο μ' αυτήν αίτημά της, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, που είναι τοπικά και υλικά αρμόδιο να την δικάσει (άρθρ. 1, 7, 8, 9, 10, 18 παρ. 1, 22, 25 παρ. 2, 35 και 37 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, σύμφωνα με το άρθρο 681 Δ' του ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται αναλυτικά στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η αγωγή είναι νόμιμη, έχοντας νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1 μόνον του ν. 1178 της 14/16.7.1981, 57, 59, 299, 914, 919, 920, 926, 932, 481 επ., 346 του ΑΚ και 70, 176, 191 παρ. 2, 907, 908, 1047 και 1049 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361, 362, 363 ΠΚ των διατάξεων 14 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ. Το παρεπόμενο όμως αγωγικό αίτημα, με το οποίο επιδιώκεται να απαγορευθεί στο μέλλον η δημοσίευση ανάλογου δημοσιεύματος με απειλή χρηματικής ποινής, ελέγχεται ως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης λόγω της αοριστίας που εμπεριέχει και γι' αυτόν το λόγο είναι απορριπτέο, διότι η προληπτικού χαρακτήρα αίτηση για παράλειψη παρέχεται στον προσβληθέντα όταν η παράνομη προσβολή είναι επικείμενη, ή όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που καθιστούν σφόδρα πιθανό ότι ο εναγόμενος προτίθεται πράγματι να επιφέρει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή όταν η απειλή είναι σοβαρή και η αίτηση για παράλειψη αποβλέπει στην αποτροπή της σχεδιαζόμενης προσβολής, τέτοια όμως περιστατικά σφόδρα επικείμενης προσβολής εκ μέρους των εναγομένων η ενάγουσα ουδόλως εκθέτει (βλ. Ιωάννης Καράκωστας, εκδ. Σάκκουλα 2003, Το δίκαιον των Μ.Μ.Ε., σελ. 273, 274). Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, εφόσον για το καταψηφιστικό της αίτημα έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά (βλ. το υπ' αριθμ. *** διπλότυπο είσπραξης της Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και το υπ' αριθμ. *** γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε.).

Όλοι οι εναγόμενοι, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνήθηκαν την εκ μέρους τους τέλεση των αναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, την ύπαρξη του δόλου στο πρόσωπο τους και ισχυρίστηκαν ότι η δημοσίευση της επίμαχης επιστολής οφείλετο σε «ατυχή» συνεννόηση μεταξύ τους ως προς τον έλεγχο του κειμένου και των στοιχείων του αποστολέα της και ότι, εν τέλει, στο αντίστοιχο φύλλο της *** της εφημερίδας δημοσίευσαν πλήρως την επιστολή -απάντηση της ενάγουσας που λειτούργησε αποκαταστατικά στην προσβολή της προσωπικότητας αυτής και επικουρικά αιτήθηκαν τον περιορισμό του αιτούμενου χρηματικού ποσού της χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας σε 1.500 ευρώ, χαρακτηρίζοντας το αιτούμενο ποσό των 110.000 ευρώ ως υπερβολικό και αδικαιολόγητο, που παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Περαιτέρω ισχυρίσθηκαν ότι η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά εκ μέρους της ενάγουσας μετά πάροδο τεσσάρων μηνών μετά την υποτιθέμενη προσβολή και παρότι είχαν προβεί έγκαιρα σε δημοσίευση της απαντητικής επιστολής αυτής, επιδιώκει δε την ικανοποίηση υπέρογκων χρηματικών αξιώσεων. Τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, είναι απρόσφορα να στηρίξουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, διότι δεν αρκεί μόνη η αδράνεια του δικαιούχου στην άσκηση του δικαιώματος του -η οποία επιπρόσθετα πρέπει να διαρκεί επί μακρόν- για να δικαιολογήσει καταχρηστική άσκηση (άρθρ. 281 ΑΚ), αλλά απαιτείται η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος του, στοιχεία που στην προκείμενη περίπτωση δεν επικαλούνται ότι συντρέχουν οι εναγόμενοι και, συνεπώς, η προβαλλόμενη ένσταση ελέγχεται ως νομικά αβάσιμη και απορριπτέα (ΑΠ 752/1995 ΕΕΝ 63.650, ΑΠ 502/1996 ΕλλΔνη 38.84, ΑΠ 326/1995 ΕΕΝ 63.270). Επιπλέον οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι προέβησαν στη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του Τύπου. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή ένσταση καταλυτική της αγωγής της προσβληθείσας από το δημοσίευμα της εφημερίδας ενάγουσας, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και αίρει το παράνομο της προσβολής και κατ' επέκταση αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του Αστικού Δικαίου, πρέπει δε να διερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, λαμβανόμενου όμως υπόψη ότι, όταν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ (συκοφαντική δυσφήμηση ή σκοπός εξύβρισης) δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμον υπεύθυνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το Αστικό Δίκαιο.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, αφενός *** και αφετέρου ***, αντίστοιχα, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα της παρούσας πρακτικά συνεδριάσεως, που εκτιμώνται (άρθρ. 340 ΚΠολΔ) καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατά το λόγο της γνώσης και της αξιοπιστίας εκάστου, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία έγγραφα το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 336 παρ. 3, 339 και 295 ΚΠολΔ), εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο της απόδειξης, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους (άρθρ. 261, 352 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από το σύνολο των περιλαμβανομένων στις έγγραφες προτάσεις τους ισχυρισμών τους και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ αυτεπάγγελτα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο κατά την προκείμενη διαδικασία μπορεί να λαμβάνει υπόψη του συμπληρωματικά και να εκτιμά ελεύθερα (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα) και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα, ***. είναι καλλιτεχνική διευθύντρια στο Δ. Ω. *. από το έτος ***, μετά από προκήρυξη διαγωνισμού και επιλογή σε σύνολο *** υποψηφίων και καθηγήτρια πιάνου από το έτος *** στο ίδιο ωδείο. Η τοποθέτησή της σ' αυτήν τη θέση έγινε μετά από αξιολόγηση των ουσιαστικών της προσόντων αλλά και της διδακτικής εμπειρίας της, ενόψει του ότι διαθέτει σημαντικά μουσικά διπλώματα από μουσικές σχολές στην Ελλάδα αλλά και ειδικό διεθνές σολιστικό πτυχίο πιάνου *** του London School of Music, και παράλληλα είναι πτυχιούχος **** Φιλολογίας του ***. Από το έτος ****, που ιδρύθηκε το Δ.Ω.Θ., εργάζεται συνεχώς ως καθηγήτρια πιάνου, ενώ από το έτος *** έως και το έτος ***εκλέγετο συνεχώς ως εκπρόσωπος των εργαζόμενων καθηγητών στο πενταμελές συμβούλιο της διοίκησης του Δ.Ω.*. και ως αντιπρόεδρος στο Δ.Σ. του συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζόμενων καθηγητών στο Ωδείο. Η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής της διαδρομής ανέπτυξε σημαντική δράση στα εργασιακά θέματα, κυρίως στη μονιμοποίηση των εργαζόμενων καθηγητών και την αύξηση των ωρών διδασκαλίας, ενώ συγχρόνως οργάνωσε τον τρόπο λειτουργίας των ωδείων, το ωράριο των διδασκόντων, τοποθετώντας μάλιστα ωρογράφο για την τήρηση του ωραρίου και, επιπρόσθετα, ανέπτυξε αξιόλογη καλλιτεχνική δραστηριότητα οργανώνοντας σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις και πετυχαίνοντας αναβάθμιση του έργου του Δ.Ω.*., προσελκύοντας πληθώρα σπουδαστών, οι οποίοι σήμερα ανέρχονται περίπου σε οκτακόσιους, με συνεχή ανοδική πορεία της συμμετοχής τους, με αποτέλεσμα να είναι αρκετά γνωστό πρόσωπο στο σύνολο της τοπικής κοινωνίας της πόλης, κυρίως στους ασχολουμένους με τα μουσικά δρώμενα του Δ.Ω. *. (διδακτικό προσωπικό, σπουδαστές, γονείς αυτών, μουσικοί και φίλοι του Ωδείου).

Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «***», με έδρα την Θεσσαλονίκη, είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας με τον τίτλο «***», που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη και κυκλοφορεί πανελλήνια, ενώ εκδότης είναι ο τρίτος εναγόμενος ***, διευθυντής ο τέταρτος εναγόμενος***., διευθυντής σύνταξης ο πέμπτος εναγόμενος ***. και αρχισυντάκτης ο έκτος εναγόμενος ***, και δημοσιογράφος η δεύτερη εναγόμενη ***, συντάκτρια της στήλης «Επιστολές». Στη συγκεκριμένη στήλη δημοσιεύονται επιστολές τρίτων προσώπων για διάφορα θέματα, υπό τον όρο ότι αυτές είναι ενυπόγραφες, οι επιστολογράφοι πέραν των προσωπικών τους στοιχείων πρέπει να σημειώνουν και τον αριθμό τηλεφώνου τους, η δε εφημερίδα διατηρεί το δικαίωμά της να συντομεύει τα κείμενα αυτών, όπως όλα τα παραπάνω ρητά μνημονεύονται στην αντίστοιχη δημοσιογραφική στήλη «Επιστολές», προκειμένου οι μελλοντικοί επιστολογράφοι να γνωρίζουν τις προϋποθέσεις δημοσίευσης της επιστολής τους. Σκοπός ύπαρξης της συγκεκριμένης στήλης είναι να δοθεί δυνατότητα στους αναγνώστες της εφημερίδας να αναδείξουν ένα θέμα και να εκφράσουν τις απόψεις τους. Πριν από τη δημοσίευση εκάστης επιστολής προηγείται δημοσιογραφικός έλεγχος επαρκής και ακριβής ως προς τα στοιχεία του αποστολέα – επιστολογράφου (δηλαδή αν ανταποκρίνονται στην αλήθεια το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και το τηλέφωνο αυτού), καθώς και ως προς το περιεχόμενο του κειμένου της επιστολής, για τη μη ύπαρξη προφανώς υβριστικών, συκοφαντικών εκφράσεων, αναληθών γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη το κύρος και τη φήμη που έχει αποκτήσει επί ογδόντα έτη η πρώτη εναγόμενη ιδιοκτήτρια εταιρία, όπως αυτήν τη διαδικασία τήρησης του δεοντολογικού κανόνα του ελέγχου ρητά επιβεβαίωσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης ***, που ως εργαζόμενος δημοσιογράφος στην ίδια εφημερίδα έχει άμεση αντίληψη και ουσιώδη κρίση για τις δημοσιογραφικές εργασίες.

Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι την ***, στην εφημερίδα «***» ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, και στη σελίδα 104 αυτής, όπου υπάρχει η στήλη με τίτλο «Επιστολές», την οποία επιμελείται η τέταρτη εναγόμενη δημοσιογράφος, έλαβε χώρα δημοσίευση επιστολής, χωρίς να παρατίθενται τα στοιχεία του επιστολογράφου αυτής, στο τέλος δε αναφερόταν ότι «τα στοιχεία του επιστολογράφου μας υπάρχουν στη διάθεση της εφημερίδας «*», υπό τον τίτλο «Ατασθαλίες στο Δ. Ω. *» με έντονη γραφή. Η δημοσίευση της παραπάνω επιστολής έγινε από τη δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφο μετά από προφορική εντολή του τέταρτου εναγόμενου διευθυντή της εφημερίδας, την οποία συγχρόνως επέτρεψαν οι τρίτος και έκτος των εναγομένων και είχε το παρακάτω περιεχόμενο:

«Μια σκοτεινή κατάσταση, για την οποία ίσως να μην είναι ενήμερος και ο ίδιος ο δήμαρχος, επικρατεί στο Δ. Ω. *. Η υπηρεσία αυτή έχει εξελιχθεί σε πραγματική σαπίλα, γεμάτη δυσοσμία. Μερικές φορές κάποιοι έντιμοι προσπάθησαν να βάλουν κάποια τάξη, όμως γρήγορα τα παράτησαν αηδιασμένοι. Η διευθύντρια των Ωδείων έγινε μισητή στο σύνολο σχεδόν του προσωπικού με το δύστροπο και αυταρχικό χαρακτήρα της. Μαζί με τη δήθεν πρόεδρο του σωματείου των καθηγητών Μουσικής επιδίδονται σε απίθανες μηχανορραφίες σε βάρος όσων διδασκόντων δεν ανήκουν στην κλίκα τους. Τελείως αυθαίρετα δίνουν σε μερικούς προνομιούχους πολλές ώρες διδασκαλίας, ενώ στους άλλους μοιράζουν ψίχουλα. Και αυτό γίνεται χωρίς αξιοκρατικά κριτήρια. Υπάρχουν καθηγητές με κατώτερα πτυχία που έχουν πολλές ώρες διδασκαλίας, ενώ άλλοι με ανώτερα πτυχία έχουν ελάχιστες ώρες. Έτσι όμως θα φανούν τώρα οι πρώτοι ότι δήθεν καλύπτουν πάγιες ανάγκες της υπηρεσίας για να μονιμοποιηθούν, ενώ οι άλλοι που δεν ανήκουν στην κλίκα τους θα απορριφθούν! Είναι δίκαιο αυτό; Είχαν πολλές ώρες όχι διότι κάλυπταν πάγιες ανάγκες, αλλά επειδή είχαν τα μέσα. Και ένα δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι της αξιοκρατίας. Τα προσόντα (πτυχία μουσικής) δε λαμβάνονται υπόψη; Το περίεργο σ' αυτήν την υπόθεση είναι ότι τη σαπίλα αυτή ανέχονται και οι δημοτικοί σύμβουλοι, που υποτίθεται ότι επιστατούν για την ομαλή λειτουργία των ωδείων. Κυκλοφορεί μια φήμη ότι κάτι σκανδαλώδες υπάρχει στην όλη κατάσταση και από το φόβο των αποκαλύψεων κανείς δεν τολμά να βάλει στη θέση τους τις δύο αυτές κυρίες. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία».

Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, η ενάγουσα έλαβε αμέσως γνώση της επίμαχης δημοσίευσης, οπότε και επικοινώνησε με τους εναγόμενους, οι οποίοι και την πληροφόρησαν για τα στοιχεία του επιστολογράφου, ότι εφέρετο συνταχθείσα από τον ***., ο οποίος και την υπέγραφε, κάτοικος *** επί της οδού ***. αριθμ. *** ΤΚ ***. Τότε η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η ίδια επακριβώς κατά περιεχόμενο επιστολή, με τον ίδιο επιστολογράφο, είχε δημοσιευθεί νωρίτερα στις ***στην ημερήσια εφημερίδα «***» ****, στη σελίδα 50 και στη στήλη Κοινωνικά. Μετά από έρευνα που διενήργησε η ενάγουσα είχε διαπιστώσει τότε, ότι ο φερόμενος ως επιστολογράφος με τα συγκεκριμένα στοιχεία, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση κατοικίας ήταν πρόσωπο ανύπαρκτο, η δε διεύθυνση ψευδής, ενώ με το συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο υπήρχε καταχώρηση στον τηλεφωνικό κατάλογο ***, ενός νεαρού ατόμου σπουδαστή, που δεν συνδέετο με το Δ. Ω. *. και που δήλωνε άγνοια για όλο αυτό το θέμα, όπως διαβεβαίωσε την ενάγουσα. Στο συγκεκριμένο δημοσίευμα αναφέρετο ότι 1) η ενάγουσα από κοινού με την καθηγήτρια μουσικής και πρόεδρο του σωματείου των εργαζομένων καθηγητών στο Δ.Ω.*. (***) ενεργούσαν αυθαίρετα στον τρόπο διανομής των ωρών διδασκαλίας στους καθηγητές, χωρίς να τηρούν αξιοκρατικά κριτήρια όπως τα πτυχία μουσικής, ενώ με μηχανορραφίες τους διαχώριζαν σε προνομιούχους όσους ανήκαν στην «κλίκα» τους, με αποτέλεσμα να ανατεθούν πολλές ώρες διδασκαλίας σε μερικούς δικούς τους προνομιούχους καθηγητές με κατώτερα πτυχία μουσικής, ενώ στους λοιπούς με ανώτερα πτυχία μουσικής που δεν ανήκαν στην «κλίκα» τους μοίραζαν ελάχιστες ώρες σαν ψίχουλα, 2) ότι ως αποτέλεσμα των παραπάνω αυθαιρεσιών τους ήταν όσοι καθηγητές είχαν πολλές ώρες διδασκαλίας θα μονιμοποιούνταν, αφού θα φαίνονταν ότι δήθεν καλύπτουν πάγιες ανάγκες, και όχι οι υπόλοιποι με λιγότερες ώρες διδασκαλίας, 3) ότι εξαιτίας αυτών των μηχανορραφιών τους και των αυθαιρεσιών τους που πράττουν έχουν δημιουργήσει στο Δ.Ω.*. μια σκοτεινή και σκανδαλώδη κατάσταση, μετατρέποντας την υπηρεσία σε πραγματική σαπίλα γεμάτη δυσοσμία, την οποία ανέχονται και οι δημοτικοί σύμβουλοι, που επιστατούν στο Ωδείο και ότι κανείς, από το φόβο αποκαλύψεων και αηδίας, δεν τολμά να βάλει την καλλιτεχνική διευθύντρια του Δ.Ω.*. - ενάγουσα και την προαναφερόμενη καθηγήτρια στη θέση τους και να επαναφέρει την τάξη στο Δ.Ω.*., αποκαλεί δε ο επιστολογράφος την ενάγουσα ότι έγινε μισητή στο σύνολο σχεδόν του προσωπικού με τον δύστροπο και αυταρχικό χαρακτήρα της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο παραπάνω δημοσίευμα, παρότι δεν σημειώνεται το ονοματεπώνυμο της ενάγουσας, είναι σαφές ότι αυτό αφορά την τελευταία, αφού περιγράφεται η ξεχωριστή ιδιότητά της στη συγκεκριμένη δημοτική υπηρεσία που είναι μοναδικό εργασιακό αξίωμα (αυτό της καλλιτεχνικής διευθύντριας), με αποτέλεσμα να εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά της και να καθίσταται φανερό, τουλάχιστον στους μουσικούς διδακτικούς κύκλους της ***, ότι η δημοσιευθείσα επιστολή αναφέρεται στην ενάγουσα. Η κατανομή των ωρών των διδασκόντων καθηγητών του ωδείου γίνεται αποκλειστικά και μόνον από την ενάγουσα, χωρίς τη σύμπραξη άλλων προσώπων, αλλά μόνο με συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί ιδιωτικών μουσικών ιδρυμάτων (β.δ. 16/1966). Για την κατανομή των ωρών διδασκαλίας λαμβάνεται υπόψη η αίτηση του υποψήφιου σπουδαστή και το ρητά διατυπωμένο σ' αυτήν αίτημα για διδασκαλία από συγκεκριμένο διδάσκοντα, αφού ειδικά στα μαθήματα μουσικού οργάνου που είναι ατομικά, η προσωπική σχέση διδάσκοντος - σπουδαστή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός που κατέχει ο διδάσκων σύμφωνα με το άρθρο 14 του β.δ. 16/1966, (καθηγητής, δάσκαλος ή επιμελητής) που τελεί σε συνάρτηση με το επίπεδο σπουδών και την τάξη του σπουδαστή, αφού στην ανωτέρα τάξη των μαθημάτων δυνατότητα διδασκαλίας έχει μόνον ο κατέχων το βαθμό του καθηγητή, καθώς και η προϋπηρεσία των διδασκόντων, οι τίτλοι σπουδών τους και η γενικότερα καλή διδακτική συμπεριφορά τους, δηλαδή να μην υπάρχουν γραπτές και επώνυμες καταγγελίες σε βάρος τους από σπουδαστές ή γονείς αυτών, ενώ ανάλογα με την αύξηση του αριθμού νέων σπουδαστών κατανέμονται οι ώρες και στους νέους καθηγητές. Το γεγονός της τήρησης της νομιμότητας εκ μέρους της ενάγουσας ενισχύεται και από το γεγονός ότι τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής στους συναδέλφους της καθηγητές μουσικής, γι' αυτό και επί σειρά ετών (***) τους εκπροσωπούσε στη διοίκηση του Δ.Ω.*., εκλεγόταν συνεχώς από αυτούς στις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του εργασιακού τους σωματείου, συγκεντρώνοντας την πλειοψηφία των ψήφων τους, που δεν θα συνέβαινε εάν η συγκεκριμένη πρωτοστατούσε δημιουργώντας, με μηχανορραφίες και αυθαιρεσίες, «κλίκες» καθηγητών διαχωρίζοντάς τους σε προνομιούχους και μη. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι συνετέλεσε στην αναβάθμιση του κύρους των μουσικών εργασιών του Δ.Ω.*., αυξάνοντας σημαντικότατα τον αριθμό των σπουδαστών αυτού, καταδεικνύει ότι υπάρχει εργασιακή ειρήνη και συναδελφικότητα μεταξύ όλων των διδασκόντων. Εξάλλου, μετά τη δημοσίευση του π.δ. 164/2004 «Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα», η οποία εφαρμόζεται και στους απασχολούμενους σε ν.π.δ.δ. όπως είναι και το Δημοτικό Ωδείο ***, οι διδάσκοντες στο Ωδείο καταθέτουν αιτήσεις, προκειμένου να ενταχθούν στη σχετική ρύθμιση για μονιμοποίηση, όμως κριτήριο αυτής δεν είναι οι πολλές ή λίγες ώρες ετήσιας διδασκαλίας. Προϋπόθεση της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των απασχολούμενων σε ν.π.δ.δ. σε συμβάσεις αορίστου χρόνου είναι η διετής πραγματική απασχόληση και η κατά μια φορά τουλάχιστον ανανέωση της σύμβασής τους. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, από το έτος *** που εργάζεται ως καθηγήτρια στο Δ.Ω.*** απολάμβανε την εμπιστοσύνη από τους συναδέλφους της και τους σπουδαστές της, διαγράφοντας σημαντική διαδρομή ως εξαιρετική ταλαντούχα καθηγήτρια, γι' αυτό και επιλέχθηκε στη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας, υποστηρίχθηκε προηγούμενα ως συνδικαλίστρια από τη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων της, συνέδεσε το όνομά της με σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις στην πόλη και ουδέποτε αναμείχθηκε σε εν γένει σκοτεινές και σκανδαλώδεις καταστάσεις, όπως όλα τα παραπάνω επιβεβαίωσε μετά λόγου γνώσεως και η μάρτυρας αποδείξεως Ε.Χ., καθηγήτρια μουσικής από το έτος *** στο Δ.Ω.***.

Το παραπάνω περιεχόμενο της δημοσιευθείσας επιστολής περιείχε, όπως αποδείχθηκε, αναληθείς και μάλιστα ψευδείς καθ' ολοκληρίαν ισχυρισμούς και περιστατικά σχετικά με την ενάγουσα, τα οποία αντικειμενικά κρινόμενα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της ως καθηγήτριας μουσικής και ως καλλιτεχνικής διευθύντριας και την εν γένει προσωπικότητά της, αφού αυτή εμφανίζεται να εκμεταλλεύεται τις ιδιότητές της και να δρα κατεξοχήν όλως παράνομα, εξωθεσμικά και σε βάρος μιας ολόκληρης δημοτικής επιχείρησης, ενόψει του ότι το περιεχόμενο αυτού του δημοσιεύματος στο συγκεκριμένο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας έγινε γνωστό σε μεγάλο αριθμό προσώπων, αναγνωστών και δημιουργήθηκαν σχόλια και ερωτήματα για την ενάγουσα. Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές που συνδέονται με συγκεκριμένα περιστατικά, σχέσεις και καταστάσεις, κατά τον χρόνο που διαδόθηκαν, μέσω της δημοσίευσης, λόγω της αναλήθειάς τους μπορούσαν να εκθέσουν σε κίνδυνο το επαγγελματικό μέλλον της ενάγουσας, ενόψει επικείμενων μονιμοποιήσεων καθηγητών μουσικής, αφού δημιουργούσαν στους τρίτους, με τους οποίους σχετιζόταν επαγγελματικά και κοινωνικά (διδακτικό προσωπικό, σπουδαστές, γονείς αυτών, μουσικοί και φίλοι του Ωδείου) δυσμενείς παραστάσεις για την ίδια και για τις δήθεν ανέντιμες μεθόδους που χρησιμοποιεί στην άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων.

Η δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφος, υπεύθυνη για την επιμέλεια της συγκεκριμένης στήλης με τον διακριτικό τίτλο «Επιστολές», επιδεικνύοντας βαρύτατη αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων της, δηλαδή με ιδιαίτερα μεγάλη και σοβαρή εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας, δεν τήρησε «τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου» και ειδικότερα το καθήκον του σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον της αλήθειας που επιβάλλει να προηγηθεί (του δημοσιεύματος) ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Συγκεκριμένα δεν διασταύρωσε, όπως όφειλε, την αλήθεια των δηλωθέντων στοιχείων του φερόμενου ως επιστολογράφου, αφού πριν από τη δημοσίευση εκάστης επιστολής προηγείται δημοσιογραφικός έλεγχος επαρκής και ακριβής ως προς τα στοιχεία του αποστολέα -επιστολογράφου (δηλαδή αν ανταποκρίνονται στην αλήθεια το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση και το τηλέφωνο αυτού), οπότε και θα διαπίστωνε την ανυπαρξία του συγκεκριμένου προσώπου, γεγονός που θα την απέτρεπε από τη δημοσίευση της συγκεκριμένης επιστολής, δεδομένου ότι ρητός δεοντολογικός κανόνας που επέβαλλε η πρώτη εναγόμενη ιδιοκτήτρια εταιρία και που αναγράφετο στο τέλος της επίμαχης στήλης, είναι να υπάρχουν τα πλήρη στοιχεία των επιστολογράφων και το ενυπόγραφο αυτών στις υπό δημοσίευση επιστολές τους για να διενεργείται έλεγχος. Επίσης, ακόμα και αν ήθελε παρόλα αυτά η δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφος να προχωρήσει στη δημοσίευση της επίμαχης επιστολής, είχε κάθε δικαίωμα τηρώντας τον δεοντολογικό κανόνα της εφημερίδας της, που ρητά αναγράφεται και στη στήλη της, να συντομεύσει το δημοσιευθέν κείμενο της επιστολής και να φροντίσει να επικοινωνήσει με την αρμόδια διεύθυνση του Δ.Ω.Θ. ή και με την ενάγουσα, αφού από το δημοσίευμα εμμέσως προκύπτει η ταυτότητά της, προκειμένου να πληροφορηθεί την άποψή της για τα συγκεκριμένα θιγόμενα θέματα, για τα οποία είναι έντονο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Αντιθέτως, η δεύτερη εναγόμενη επέτρεψε τη δημοσίευση μη ελεγμένης επιστολής και έθεσε ως τίτλο αυτής τη φράση «ατασθαλίες στο Δ. Ω. *», που συνάδει με το περιεχόμενο του κειμένου της επιστολής, ενεργώντας υπαίτια (με βαρεία αμέλεια) και παράνομα, αντίθετα από τις επιβαλλόμενες από τη δημοσιογραφική δεοντολογία υποχρεώσεις της, θέτοντας έτσι σε δημόσια ανυποληψία την ενάγουσα, που προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της από τη δημοσίευση αυτής, οι δε αναληθείς ειδήσεις αυτής της επιστολής, την αναλήθεια των οποίων υπαιτίως (εκ βαρείας αμέλειας) αγνοούσε η δεύτερη εναγόμενη δημοσιογράφος, έθεταν σε κίνδυνο το επαγγελματικό μέλλον της ενάγουσας, που φέρετο ότι υιοθετεί ανέντιμες και παράνομες μεθόδους στην άσκηση των επαγγελματικών της καθηκόντων. Οι δε λοιποί συνεναγόμενοι αυτής (τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος με τις ιδιαίτερες ιδιότητες εκάστου) ως έμπειροι στα καθήκοντά τους άνθρωποι του Τύπου που ήλεγξαν το σχετικό κείμενο πριν δημοσιευθεί, δεν φρόντισαν να διαφυλάξουν το κύρος και την αξιοπιστία της εφημερίδας τους και επέτρεψαν τη δημοσίευση αυτής της επιστολής, που κατά τα παραπάνω έβλαψε την προσωπικότητα της ενάγουσας, ενήργησαν δε ομοίως με βαριά αμέλεια και παράνομα παραλείποντας την άσκηση του επιβαλλόμενου από τη δημοσιογραφική δεοντολογία καθήκοντος αληθείας.

Περαιτέρω περιστατικά ικανά να στηρίξουν το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο των εναγόμενων φυσικών προσώπων, ότι αυτοί δολίως απέβλεπαν να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και ότι επιπρόσθετα τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των εκτιθέμενων στη δημοσιευθείσα επιστολή δυσφημιστικών και εξυβριστικών ισχυρισμών έναντι αυτής και προέβησαν δολίως στη δημοσίευσή της, ουδόλως αποδείχτηκαν, αφού τέτοιο στοιχείο δεν μπόρεσε να διαγνώσει στη συμπεριφορά τους ούτε η μάρτυρας αποδείξεως ***, ενώ ρητά αποκλείσθηκε από τον μάρτυρα ανταπόδειξης ***. (βλ. σχετικές περικοπές σελ. 5 και 11, αντίστοιχα, στα πρακτικά της παρούσας). Ενόψει αυτών, η εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαίτιου προσώπου, δηλαδή της δεύτερης εναγόμενης δημοσιογράφου, αλλά και των λοιπών συνεναγόμενων φυσικών προσώπων δεν πληροί ταυτόχρονα τη νομοτυπική μορφή των αξιόποινων πράξεων της εξύβρισης, της απλής και συκοφαντικής δυσφήμησης που τυποποιούνται στις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ, που προβλέπουν την κάλυψη του υποκειμενικού στοιχείου με δόλο, ούτε και αυτήν που τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και απαιτεί εκ προθέσεως επιζήμια συμπεριφορά. Γι' αυτό η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί συγχρόνως και στις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις αδικοπρακτική αξίωση της ενάγουσας είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνακόλουθα η επικουρικά προβαλλόμενη ένσταση των εναγόμενων του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, που κατατείνει στην άρση του άδικου χαρακτήρα των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, ουδεμία έννομη επιρροή έχει στην παρούσα δίκη.

Στις *** η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία και προς το διευθυντή αυτής, τέταρτο εναγόμενο, απαντητική επιστολή, διαμαρτυρόμενη για την επίμαχη δημοσιευμένη επιστολή, με αίτημα να δημοσιευθεί αυτούσια στην ίδια θέση στην στήλη «Επιστολές», ενημερώνοντας συγχρόνως ότι επιφυλάσσεται για την άσκηση των λοιπών της αξιώσεων. Πράγματι στο Κυριακάτικο φύλλο με ημερομηνία *** της εφημερίδας και στην ίδια στήλη δημοσιεύθηκε ολόκληρη η απαντητική επιστολή της ενάγουσας.

Η κρίση του δικαστηρίου για όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που λεπτομερώς εξετέθησαν αναφορικά με την εκτιθέμενη παράνομη και υπαίτια (βαρεία αμέλεια) συμπεριφορά της δεύτερης εναγόμενης δημοσιογράφου και των λοιπών συνεναγόμενων φυσικών προσώπων, θεμελιωτική της αντικειμενικής ευθύνης της πρώτης εναγόμενης ιδιοκτήτριας εταιρίας, υπόχρεων όλων εις ολόκληρον, έχει έρεισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αξιολογήθηκαν και δεόντως συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο. Επιπλέον επιβεβαιώθηκαν ρητά και από τις λεπτομερείς καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, Ε.Χ. και Ι.Κ., οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσαν όλα τα παραπάνω κρίσιμα περιστατικά, όπως αυτά προαναφέρθηκαν.

Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, υπάρχει νόμιμη και βάσιμη αξίωση της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη στενοχώρια και την ταραχή που δοκίμασε, όταν έλαβε γνώση της επίμαχης δημοσιευθείσας επιστολής.

Το δικαστήριο, εκτιμώντας το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα αυτής, την έκταση της βλάβης της ενάγουσας, τις συνθήκες τέλεσης αυτής της προσβολής, τη βαρύτητα του πταίσματος των εναγόμενων (βαρεία αμέλεια), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, αλλά και τη μετέπειτα επιδειχθείσα συμπεριφορά των υπαιτίων προσώπων, οι οποίοι προσπάθησαν, με την ταχύτατη δημοσίευση της απαντητικής επιστολής της ενάγουσας, να μειώσουν τις δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες από την προσβολή της προσωπικότητάς της, κρίνει ότι προσήκει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση η καταβολή του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ), ποσό που πρέπει να υποχρεωθούν να καταβάλουν οι παραπάνω εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον στην ενάγουσα, έναντι του αιτηθέντος μείζονος ποσού, και το οποίο επιδικασθέν είναι μεν μικρότερο του κατώτατου ορίου των 10.000.000 δραχμών που καθορίζεται ως ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου του ν. 1138/1981, όπως αντικ. με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του 2243/1994, όμως δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, που ήδη ρητώς καθιερώθηκε στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε σταθερά από τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΑΠ 132/2006, ΕφΘεσ 1625/2003 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.), λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας διά της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (ad hoc ΑΠ 1183/2006, ΑΠ 132/2006 δημοσίευση σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος και Δ.Σ.Α., αντίστοιχα).

Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι έκαστος εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και μέχρι την πλήρη εξόφληση και επιπλέον να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη εταιρία να δημοσιεύσει περίληψη της παρούσας απόφασης στην εφημερίδα *** μετά 15 ημέρες από την τελεσιδικία αυτής και σε περίπτωση καθυστέρησης να επιβληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 3.000 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης (παρ. 6 άρθρου μόνου ν. 1178/1981). Όσον αφορά το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, για το λόγο αυτόν πρέπει το σχετικό αίτημα να γίνει δεκτό και η παρούσα απόφαση να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά το μικρότερο ποσό που ορίζεται στο διατακτικό. Περαιτέρω το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της ζημίας, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειες αυτής, το πταίσμα των εναγομένων (βαρεία αμέλεια) και τις ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, όπως όλες αυτές οι περιστάσεις προπεριγράφηκαν, κρίνει ότι πρέπει να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος των εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας μετά την τελεσιδικία της, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Εφετείο Αθηνών: ποιες είναι οι "συναλλακτικές υποχρεώσεις" του Τύπου

Εφετείο Αθηνών
Απόφαση 5538/2006

[...]

Εξάλλου, από το όλο πλέγμα των διατάξεων που προαναφέρονται καθώς και από άλλες διατάξεις του Συντάγματος και των κοινών νόμων, συνάγεται ότι από τον ενυπάρχοντα στην δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου και των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και δη : α) η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και της ιδιωτικής σφαίρας και β) το καθήκον αληθείας που επιβάλλει να προηγηθεί της εκπομπής ο έλεγχος της αληθείας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο του να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Επιπρόσθετα δε και η αρχή του σεβασμού των απόψεων, που είναι συνυφασμένη με τη γενική δικαϊκή αρχή audiatur et altera pars, η οποία βρίσκει τη συνταγματική της απήχηση στην αρχή της προηγούμενης ακροάσεως (άρθρο 20 §2). Ειδικότερα, όπως συμβαίνει και με τον τύπο, οι δραστηριότητες των ηλεκτρονικών μέσων, συνεπάγονται αναμφισβήτητα την άσκηση κυριαρχίας στο πεδίο δράσεως της δημοσιότητας, που, ανάλογα με το σκοπό, τον τρόπο και την έκταση με την οποία γίνεται η προβολή ενός προσώπου, η δημοσιότητα μπορεί να έχει ευνοϊκές ή καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνική, ηθική και επαγγελματική εικόνα του (βλ. Ι. Καρακώστα, το Δίκαιο των ΜΜΕ, Γ έκδοση, σ. 177, ΕφΘρ 78/2003 ό.π.). Ο αυξημένος κίνδυνος προσβολής του έννομου αγαθού της προσωπικότητας επιβάλει την ανάγκη λήψεως από τα ΜΜΕ μέτρων με τα οποία θα περιορίζονται οι πιθανότητες επελεύσεως των κινδύνων. Ειδικότερα : Η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και της ιδιωτικής σφαίρας θεμελιώνεται κυρίως : α) Στις διατάξεις των άρθρων 2 §1, 5 §1, §5, 5Α, 7 §2, 9, 9Α, 15 §2, 19 και 93 §2 του Συντάγματος που τριτενεργούν στις ακόλουθες διατάξεις, β) ΑΚ 57,58, 59, 60, 914, 919, 920, γ) ΚΠΔ 329 §1 και 330, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1419/1984, δ) ΠΚ 361-367, 369, 370 και 370Α, ε) Σύμβαση της Ρώμης άρθρα 8, 10 (ιδίως §2), στ) ΑΚ 281 και 288, ζ) Άρθρο 3 §Ιβ, ν. 2328/95, η) Ν. 2172/93 (άρθρο 35 §4α), άρθρο μόνο ν. 1178/81 (που εφαρμόζεται αναλόγως) ν. 1730/87 (άρθρο 3 §2 ε), θ) π.δ. 77/2003 (Κώδικας δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών). Ας σημειωθεί πάντως εδώ παρεμπιπτόντως ότι στο π.δ. 77/2003 ορίζονται ειδικότερα τα ακόλουθα που αναφέρονται τόσο στην ιδιωτική σφαίρα, όσο και προσωπικότητας που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση στο άρθρο 4 : «1. Δεν επιτρέπεται η παρουσίαση προσώπων με τρόπο ο οποίος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να ενθαρρύνει τον εξευτελισμό, την κοινωνική απομόνωση ή τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος τους από μέρος του κοινού βάσει ιδίως του φύλου, της φυλής, της εθνικότητας, της γλώσσας, της θρησκείας, της ιδεολογίας, της ηλικίας, της ασθένειας ή αναπηρίας, του γενετήσιου προσανατολισμού ή του επαγγέλματος, 2. Δεν επιτρέπεται η προβολή μειωτικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών ή σεξιστικών μηνυμάτων και χαρακτηρισμών καθώς και μισαλλόδοξων θέσεων και γενικά δεν πρέπει να θίγονται εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες και άλλες ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες. Επίσης στο άρ-θρο 6 «1. Η ιδιωτική ζωή όλων, συμπεριλαμβανομένων και των δημοσίων προσώπων της επικαιρότητας, είναι σεβαστή και απαραβίαστη, 2. Δεν επιτρέπεται να καταγράφονται, να απεικονίζονται και να δημοσιοποιούνται ιδιωτικές στιγμές ή συνομιλίες πολιτών χωρίς της άδεια τους, 3. Δεν επιτρέπεται η μετάδοση εικόνων οι οποίες έχουν ληφθεί χωρίς προειδοποίηση, με χρήση κάμερας ή μαγνητοταινίας για την καταγραφή, απεικόνιση ή δημοσιοποίηση μαρτυρίας ή συνεντεύξεως ή των κινήσεων οποιουδήποτε προσώπου. Ορίζεται επιπλέον (άρθρο 7) ότι πρέπει να αποφεύγεται κάθε αδιάκριτη παρέμβαση σε προσωπικό πόνο ή πένθος και ιδίως να αποφεύγεται η παρουσίαση σκηνών ή ατόμων σε στιγμές πένθους, οδύνης, απόγνωσης ή αγανάκτησης. Δεν επιτρέπεται να προβάλλονται, χωρίς σπουδαίο λόγο, εικόνες ή ήχοι που επιτείνουν ή προκαλούν πόνο στους εικονιζόμενους ή σε πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος τους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 του διατάγματος, ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του. (βλ. Ι. Καρακώστα, το Δίκαιο των ΜΜΕ, Γ έκδοση, σ. 177,178). Το καθήκον της αληθείας, που θεμελιώνεται κυρίως στις ακόλουθες διατάξεις : Αρθρο 2 §1 του Συντάγματος για την προστασία της αξίας του ανθρώπου, 5 §1, 5Α (με έμμεση τριτενέργεια), ΑΚ 920 περί ευθύνης του υποστηρίζοντας ή διαδίδοντος αναληθείς ειδήσεις που θέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, ΑΚ 57 και 59 περί προστασίας της προσωπικότητας, ΑΚ 288 περί υποχρεώσεων τηρήσεως της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ΑΚ 281 περί καταχρήσεως δικαιώματος, ΑΚ 914 περί αδικοπρακτικής ευθύνης, ΑΚ 919 περί της εκ προθέσεως προσβολής των χρηστών ηθών, ΑΚ 932 περί ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης σε περιπτώσεις αδικοπρατικής προσβολής της τιμής κτλ, ΠΚ 363, 365, π.δ. 77/2003 ) αποτελεί το θεμελιώδες μέλημα των ΜΜΕ. Η αρχή αυτή επιβάλλει πριν από την ανακοίνωση τον έλεγχο της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων. Η υποχρέωση συνίσταται στο καθήκον τηρήσεως την καλής πίστεως ως προς την ακρίβεια της ειδήσεως και την επίδειξη της απαιτούμενης κατά τις περιστάσεις επιμέλειας. Το καθήκον των ΜΜΕ συνίσταται στην φιλαλήθεια και ειλικρίνεια κατά τη μετάδοση της ειδήσεως, με άλλα λόγια στην υποκειμενική αλήθεια. Τα ΜΜΕ οφείλουν να απέχουν από διαστρεβλώσεις και παραποιήσεις (βλ. Ι. Καρακώστα, το Δίκαιο των ΜΜΕ, Γ' έκδοση σ. 177,178). Φήμες και υποθέσεις δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως γεγονότα. Εξάλλου ο τηλεοπτικός σταθμός υπέχει ευθύνη, επειδή ο δημοσιογράφος που επιμελήθηκε την εκπομπή παρουσίασε τις απόψεις μόνο της μιας πλευράς χωρίς να κρατήσει τη δέουσα απόσταση απ' αυτές και χωρίς να παρουσιάσει γεγονότα που τις διαψεύδουν, με αποτέλεσμα να φανεί ότι τις υιοθετεί (βλ. Γερμανικό Ακυρωτικό BGH 26.11.1996, JZ 1997, σ. 784 με παρατηρήσεις Helle. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η μη τήρηση των συναλλακτικών υποχρεώσεων συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και θεμελιώνει τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς υπό την έννοια των ΑΚ 57, 917, 919 και 920 ΑΚ (βλ. Σ. Πατεράκη, οπ σ. 200- 201, Loffel Martin Reinhart, Handdbuch des Presserechts, 2η έκδοση, 1986, σ. 264, Wenzel Karl Egbert, Das Recht der Wort und Bildberichterstatung, σ. 220, 439 επ.) Εξάλλου, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθήκον σεβασμού των απόψεων θεμελιώνονται στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 5 §1, 5Α, 10, 14 §1, §5 σε συνδυασμό με εκείνη των άρθρων 15 §2, 5 §1. Η ίδια αρχή εκφράζεται και στην αναγνώριση στον τηλεθεατή ή ακροατή του δικαιώματος επανορθώσεως, που ρυθμίζεται ενιαία για τα κρατικά και ιδιωτικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης με τη διάταξη του άρθρου 3 §11-13 του νόμου 2328/95. Η αρχή του σεβασμού των απόψεων είναι συνυφασμένη με τη γενική δικαιϊκή αρχή audiatur et altera pars, η οποία βρίσκει τη συνταγματική της απήχηση στην αρχή της προηγούμενης ακροάσεως (άρθρο 20 §2) Εκφράζεται με έμμεση τριτενέργεια σε διάφορες διατάξεις μεταξύ των οποίων η ΑΚ 57 και γενική ρήτρα της καλής πίστεως των ΑΚ 281 και 288 όπως επίσης και στο π.δ. 77/2003 (Κώδικας δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών). Το καθήκον σεβασμού των απόψεων επιβάλλει : α) την καλόπιστη κριτική απόψεων και γνωμών που διατυπώθηκαν μέσω των ΜΜΕ και β) τη μετάδοση ανακοινώσεων ακόμα και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος επανορθώσεως, με τις οποίες παρέχεται στο κοινό, μια άλλη εκδοχή ενός θέματος που αποτελούσε αντικείμενο προηγούμενης ανακοινώσεως (βλ. Ι. Καρακώστα, ό.π., σ. 178).

Άρειος Πάγος: υποχρέωση επικοινωνίας με υπεύθυνους πριν την δημοσίευση ανώνυμης καταγγελίας

Αριθμός 576/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A´ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Ιωάννη Παπανικολάου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δ*** Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ***. Του αναιρεσιβλήτου : Μ Λ. Ε, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ***. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από *** αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : *** οριστική του ίδιου δικαστηρίου και *** του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ.ν.δ. 53/1974) «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων». Το δικαίωμα, όμως, τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα – κυρ. ν. 2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή τον διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση της ΑΚ 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ’ αυτόν από τους άλλους. Εν προκειμένω, το Εφετείο, μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατ’ ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της (ΚΠολΔ 561 παρ.2), τα εξής: 

Ο ενάγων, και ήδη αναιρεσίβλητος Μ Ε το έτος *** διορίσθηκε επίκουρος καθηγητής επί θητεία στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών του *** Πανεπιστημίου ***. Το έτος *** υπέβαλε αίτηση για μονιμοποίηση στο τμήμα, η κρίση, όμως, του εκλεκτορικού σώματος, που συνεδρίασε στις ***, ήταν αρνητική. Τα πρακτικά συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος εστάλησαν το Σεπτέμβριο του *** στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, προς άσκηση του προβλεπόμενου ελέγχου νομιμότητας. Από *** διακόπηκε η μισθοδοσία του ενάγοντος από το Πανεπιστήμιο. Τον Μάρτιο του ***, με το υπ’ αριθμ. *** έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, επεστράφη ο φάκελος στο Πανεπιστήμιο προς επανάληψη της κρίσεως, καθόσον η ως άνω κρίση του εκλεκτορικού σώματος θεωρήθηκε μη νόμιμη, ως εν μέρει αναιτιολόγητη. Η νέα κρίση του εκλεκτορικού σώματος, κατά τη συνεδρίαση της ***, ήταν και πάλι αρνητική. Η εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα, είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας εφημερίδας «ΤΟ Β. Τ. Κ.», που εκδίδεται στην Αθήνα. Στο φύλλο της εν λόγω εφημερίδας της ***, στη στήλη με τον τίτλο «***», περιελήφθη ανυπόγραφο δημοσίευμα, που έχει, κατά λέξη, ως εξής: «Διαβάστε μια ιστορία που μου διηγήθηκαν και βγάλτε τα συμπεράσματά σας. Πριν από περίπου έναν χρόνο οι εκλέκτορες του *** Πανεπιστημίου *** απέρριψαν την εκλογή καθηγητή- δεν έχει σημασία ούτε το όνομά του ούτε οι λόγοι απόρριψης- και έστειλαν την απόφαση στο Υπουργείο Παιδείας για την απαραίτητη επικύρωση. Αφού πέρασε ένας χρόνος το Υπουργείο Παιδείας επέστρεψε την απόφαση ζητώντας επαρκέστερη δικαιολόγηση ορισμένων απορριπτικών ψήφων. Πριν από λίγες ημέρες η διαδικασία επαναλήφθηκε με το ίδιο αποτέλεσμα και (ξανά)απεστάλη στο υπουργείο δια τα καθέστατα. Σε όλα αυτά υπάρχει μία λεπτομέρεια: Ο απορριφθείς δεν διδάσκει, πλην όμως αμείβεται κανονικά…». Παρά το ότι δεν σημειώνεται το όνομα και το γνωστικό αντικείμενο του καθηγητή στον οποίο αναφέρεται το δημοσίευμα, γίνεται σαφές ότι αυτό αφορά τον ενάγοντα. Ειδικότερα η αναφορά του Πανεπιστημίου (***) και των ειδικότερων συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η κρίση του καθηγητή, ήτοι η αναφορά των δύο διαδοχικών κρίσεων του ίδιου καθηγητή και, κατά προσέγγιση, του χρόνου αυτών, καθώς και της περιστάσεως ότι μεταξύ των κρίσεων αυτών υπήρξε αναπομπή της υποθέσεως εκ μέρους του Υπουργού προς το Πανεπιστήμιο, προς επανάκριση για συγκεκριμένο λόγο νομιμότητας, εξατομικεύουν, όλα αυτά, επαρκώς το γεγονός και καθιστούν φανερό, τουλάχιστον στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον επίκουρο καθηγητή Μ Ε. Εξ άλλου, το επίδικο δημοσίευμα είναι εν μέρει αναληθές. Αληθές μεν ως προς το ότι ο ενάγων δεν εδίδασκε κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος και αναληθές ως προς το ότι, ενώ ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, έπαυσε να μισθοδοτείται από το Πανεπιστήμιο από ***, το δημοσίευμα τον φέρει ως αμειβόμενο συνεχώς μέχρι την ημέρα της κυκλοφορίας του φύλλου της εφημερίδας ***, ήτοι επί οκτώ περίπου μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η μισθοδοσία του, χωρίς να παρέχει υπηρεσίες στο Πανεπιστήμιο. Το αναληθές δε αυτό γεγονός, με τον τρόπο μάλιστα που παρουσιάζεται, ήτοι με τα υπονοούμενα που υποδηλώνονται με τα αποσιωπητικά στο τέλος του κειμένου και αφορούν, δεδομένου ότι δεν γίνεται διάκριση, τόσο τη διοίκηση του Πανεπιστημίου, όσο και τον κρινόμενο καθηγητή, μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ανθρώπου και επαγγελματία, αφού αυτός εμφανίζεται τουλάχιστον να εκμεταλλεύεται την καθυστέρηση της διαδικασίας, έτσι ώστε να παραμένει αργόμισθος, συντηρούμενος από το Πανεπιστήμιο, χωρίς να προσφέρει υπηρεσίες. Επομένως, συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του, η προσβολή δε αυτή προκάλεσε ηθική βλάβη στον ενάγοντα, ο οποίος υπέστη όταν έλαβε γνώση αυτού στενοχώρια και ταραχή. Ο ανώνυμος συντάκτης του αναληθούς κατά τα άνω δημοσιεύματος παρέβη το καθήκον αληθείας, που αποτελεί θεμελιώδες μέλημα του τύπου και θεμελιώνεται σε σύμπλεγμα διατάξεων του θετικού δικαίου, ενεργώντας από αμέλεια. Διότι υιοθέτησε και διέδωσε αναληθή πληροφορία χωρίς να προβεί στον επιβαλλόμενο από τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των δημοσιογράφων, που απορρέουν από το προαναφερόμενο καθήκον, έλεγχο της ακριβείας της. Ειδικότερα δεν φρόντισε να επικοινωνήσει προηγουμένως με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Πανεπιστημίου ή και με τον ενάγοντα (από το δημοσίευμα εμμέσως προκύπτει ότι εγνώριζε το όνομά του, αλλά δεν θέλησε να το δημοσιοποιήσει) και να πληροφορηθεί αν ο τελευταίος εμισθοδοτείτο και για ποιο χρονικό διάστημα μετά την πρώτη αρνητική κρίση (η κρίση αυτή πάντως είχε ελεγχθεί ως μη νόμιμη από το αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητάς της όργανο). Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η δημοσιευθείσα είδηση δεν υιοθετήθηκε αβασάνιστα, αφού ελήφθη υπόψη έγγραφο του Πανεπιστημίου με τον τίτλο «Πρόγραμμα Φθινοπωρινού Εξαμήνου Ακαδημαϊκού Έτους *** του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών», από το οποίο προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στους διδάσκοντες ο αντίδικός της, είναι αλυσιτελής, γιατί η αναλήθεια του δημοσιεύματος εντοπίζεται όχι στο, συνομολογούμενο, άλλωστε, γεγονός ότι ο ενάγων δεν εδίδαξε μετά την απορριπτική κρίση, αλλά στο ότι αυτός αμειβόταν μέχρι και την ***. Περατώνει δε το Εφετείο τις παραδοχές του ως εξής: Κατά τα ανωτέρω, υπήρξε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους του συντάκτη του δημοσιεύματος, από την οποία γεννάται κατά νόμο υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που αυτός πράγματι υπέστη. Επομένως, οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους προβάλλεται το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι είναι αληθή τα γεγονότα που θεμελιώνουν τη βάση του αδικήματος και γεννούν κατ’ αρχήν αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αναιρεσείουσα αφού παραθέτει στην αναίρεσή της τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης πλήττει την τελευταία για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ’ αυτήν (αναιρεσείουσα), το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την έφεσή της και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο είχε προβάλλει, ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης, ότι ο ουσιώδης πυρήνας της επίδικης είδησης, ότι, δηλαδή, ο ενάγων «δεν δίδασκε πλην όμως αμειβόταν κανονικά» ήταν αληθής για ένα διάστημα του παρελθόντος, ήτοι από ***, ότε υπήρξε απορριπτική της μονιμοποίησής του κρίση, μέχρι την ***, που σταμάτησε η μισθοδοσία του. Ο λόγος αυτός (πρώτος, μέρος πρώτο) είναι αβάσιμος, αφού από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το λόγο αυτό έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αφού δέχθηκε ότι η ελεγχόμενη είδηση δεν είχε ανεπίκαιρο παρελθοντολογικό χαρακτήρα, αλλά αναφερόταν σαφώς, ως τρέχουσα επίκαιρη είδηση, στον ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα το αναγνωστικό κοινό ρέοντα τότε χρόνο κυκλοφορίας της εφημερίδας με το επίμαχο δημοσίευμα (***), γι’ αυτό και στο κείμενό του ο συντάκτης του χρησιμοποιεί δύο φορές ενεστώτα χρόνο, στα επιλεγέντα από αυτόν ρήματα, ήτοι ότι «ο απορριφθείς δεν διδάσκει, πλην όμως αμείβεται κανονικά» πράγμα που σημαίνει (πάντοτε κατά το Εφετείο) ότι το δημοσίευμα φέρει, ψευδώς, ως είδηση ή διάδοση, τον ενάγοντα ως αμειβόμενο συνεχώς μέχρι και την ημέρα της κυκλοφορίας του φύλλου της εφημερίδας (***), ήτοι επί επτά (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται επί οκτώ) περίπου μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η μισθοδοσία του (***), χωρίς να παρέχει υπηρεσίες στο Πανεπιστήμιο, και, επομένως, ότι ο ουσιώδης πυρήνας της ένδικης είδησης είναι εν μέρει ψευδής. Ο αυτός πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται, την προσβαλλομένη για ανεπάρκεια αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, κατά την αναιρεσείουσα, δεν εξηγεί γιατί η επίμαχη είδηση είναι εν μέρει αναληθής, με συνέπεια να στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο εξηγεί, με σαφήνεια και πληρότητα, το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το εν μέρει ψευδές της ερευνηθείσας κρίσιμης είδησης για τον ενεστώτα, κατά την κυκλοφορία της εφημερίδας, χρόνο, καθώς και γιατί ο τελευταίος είναι εν προκειμένω ο μόνος κρίσιμος. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Εφετείο να ερευνήσει, για την πληρότητα της σχετικής του αιτιολογίας, μήπως ο αναιρεσίβλητος κάποτε στο παρελθόν έλαβε μισθό παρ´ ότι δεν δίδαξε, αφού δέχθηκε ότι το δημοσίευμα, ως είδηση, δεν αναφερόταν αορίστως σε κάποιο παρωχημένο χρόνο, αλλ’ εστιαζόταν στην τρέχουσα επικαιρότητα, για την οποία κυρίως ενδιαφέρεται το αναγνωστικό κοινό. 

ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του αρ. 367 ΠΚ συνάγεται ότι αίρεται κατ’ αρχήν ο άδικος χαρακτήρας της εξύβρισης (ΠΚ 361) και της απλής δυσφήμησης (ΠΚ 362) και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης εκδήλωση γίνεται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον έχει και ο δημοσιογράφος, ως προς τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων, για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, ώστε να είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα με σκοπό την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έστω και αν συνοδεύονται από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Αλλά και στην περίπτωση αυτή δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εξύβρισης ή της δυσφήμησης, όταν το δημοσίευμα υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού, με βάση αληθινά – και όχι ψευδή ή παραπλανητικά – γεγονότα, ως προς το περιεχόμενο ή και το χρόνο δημοσιεύσεως του κειμένου του δημοσιογράφου. Οφείλει, όμως, ο δημοσιογράφος να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσο άσκησης του έργου της ενημέρωσης (ΑΠ 1147/1998 και 1724/1999, ποινικές). Γι’ αυτό, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου δεν αίρεται και τούτο ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση, αφού το Εφετείο δέχθηκε, όπως προεκτίθεται, ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός, με τη μορφή γεγονότος, με το οποίο προσεβλήθη η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος, είναι αναληθής κατά το αναφερόμενο ουσιώδες μέρος του και, επιπλέον, ότι ο συντάκτης (δημοσιογράφος) του επίμαχου δημοσιεύματος από αμέλειά του δεν τήρησε τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του, ώστε να εξακριβώσει, πριν τη δημοσίευση, την αλήθεια του δυσφημιστικού γεγονότος. Αυτόθροη συνέπεια των παραδοχών τούτων του Εφετείου είναι, ότι, εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος πληροφόρησης και ενημέρωσης του κοινού. Κατά λογική ακολουθία, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για παραβίαση, με τις άνω παραδοχές της, ευθέως και εκ πλαγίου, της διάταξης του άρθρου 367 του ΠΚ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του αυτές, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω αιτιολογίες της αποφάσεως του, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου, 367 του ΠΚ< ούτε με βάση τις παραδοχές του αυτές είναι εφαρμοστέα η διάταξη αυτή, κατά τα αναλυτικώς προαναφερόμενα. Συναφώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα νοηματικά τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότ ιτο Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πέμπτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παρεπονείτο κατά της εκκαλουμένης για την άρνηση εφαρμογής της ΠΚ 367, από την οποία (διάταξη) καλύπτεται (κατά την αναιρεσείουσα) πλήρως το επίδικο δημοσίευμα, είναι αλυσιτελής, αφού, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, δεν ευρίσκει, εν προκειμένω, έρεισμα εφαρμογής η ΠΚ 367.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από *** αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δ*** Α.Ε.», για αναίρεση της *** απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2006. 

Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2006. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Άρειος Πάγος: η αναδημοσίευση ανώνυμης καταγγελίας χωρίς διασταύρωση ενέχει υπαίτια άγνοια

Αριθμός 1691/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A´ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Πέτρο Κακκαλή, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Νικόλαο Γεωργίλη και Ρωμύλο Κεδίκογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2002, με την παρουσία και της Γραμματέως Κωνσταντίνας Ξηροτύρη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ρ., κατοίκου Καλλιθέας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του *** και 2) Ι. Ν., κατοίκου Καλλιθέας, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ***, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις..

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Γ. Π., το γένος Ι. Β., κατοίκου Νέας Σμύρνης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ***. Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από *** αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: *** του ίδιου δικαστηρίου και 459/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1*** αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Γεωργίλης ανέγνωσε την από *** έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δ. Σουλτανιά με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις από *** προτάσεις των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Δ. Ρ. και Ι. Ν. ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν την ένορκη βεβαίωση *** που δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αθηνών. Μόνον η τρίτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία Α. Τ. ΑΕ (που δεν είναι αναιρεσείουσα) με τις από 10-11-2000 προτάσεις της ενώπιον του ίδιου Εφετείου (σελ. 20 παρ. Β2) επικαλέστηκε κατά λέξη «Αντίθετα τόσο ο επ' ακροατηρίου εξετασθείς ενώπιόν σας μάρτυς μας *** όσον και ο ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών καταθέσας κατόπιν της επ' ακροατηρίου γνωστοποιήσεώς μας μάρτυς μας ***, αμφότεροι τέως υπουργοί, κατέθεσαν..» Χωρίς και αυτή να επικαλεσθεί ενάριθμη ένορκη βεβαίωση. Περαιτέρω από την απόφαση *** του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πρωτοδικείου Αθηνών), την οποία επιτρεπτώς εκτιμά ο ’ρειος Πάγος (ΚΠολΔ 561 παρ.2) προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση 15431/1999, την οποία θεώρησε ως ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, διότι δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, οι δε αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν τα πρακτικά της συζήτησης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τα οποία, όπως ισχυρίζονται με το αναιρετήριο, προκύπτει η επ' ακροατηρίου εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ επειδή δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες δεν έχουν εμφανή περιουσιακά στοιχεία και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι είναι φερέγγυοι. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη και διέταξε σε βάρος τους προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αφερεγγυότητάς τους. Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

Επειδή με τους δύο λόγους της έφεσής της η αναιρεσίβλητη προέβαλε (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) κατά λέξη «1. Η προσβαλλόμενη απόφαση κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου μου επιδίκασε μόνον το ελάχιστο προβλεπόμενο από το νόμο ποσό ενώ ενόψει της έντασης της προσβολής της τιμής και της υπολήψης ως και της εν γένει προσωπικότητάς μου, του βαθμού πταίσματος των αντιδίκων, ο οποίος υπήρξε βαρύτατος, της κοινωνικής και οικονομικής μου θέσης ως και της αντίστοιχης θέσης των αντιδίκων έπρεπε να κάνει δεκτή την αγωγή μου σ' όλο της το αίτητικό άλλως να μου επιδικάσει μεγαλύτερη χρηματική ικανοποίηση από την επιδικασθείσα των 10.000.000 δραχμών. 2) Η προσβαλλόμενη απόφαση κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων αλλά κυρίως αναποδείκτως δέχθηκε ότι οι αντίδικοι είναι φερέγγυοι και απέρριψε το αίτημά μου περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης των δύο πρώτων αντιδίκων με το αιτιολογικό ότι δεν προκύπτει αφερεγγυότητα, ενώ κανένα απολύτως στοιχείο (δεν) προσεκόμισαν από το οποίο να αποδεικνύεται η αφερεγγυότητά τους. Η αλήθεια βεβαίως είναι ότι καίτοι οι αντίδικοι είναι πλούσιοι δεν έχουν όμως εμφανή περιουσιακά στοιχεία για να δυνηθώ να ικανοποιήσω την τελεσιδίκως επιδικασθησομένη απαίτησή μου. Ε. όμως βέβαιο ότι αν τυχόν δεν γίνει δεκτό το αίτημά μου περί προσωπικής κράτησης των αντιδίκων, η τυχόν τελεσιδίκως επιδικασθησομένη απαίτησή μου δεν θα ικανοποιηθεί, διότι, επαναλαμβάνω, οι αντίδικοι δεν έχουν εμφανή περιουσιακά στοιχεία». Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι της έφεσης είναι επαρκώς ορισμένοι και το Εφετείο, το οποίο δεν τους απέρριψε ως αόριστους σύμφωνα με το νόμο, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 1047 παρ. 1 ΑΚ και 520 και 118-120 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης.

Επειδή από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσείων είναι εκδότης και διευθυντής της ημερήσιας αθηναϊκής εφημερίδας, πανελλαδικής κυκλοφορίας, με το διακριτικό τίτλο «Α. Τ. ». Στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας αυτής με τον ειδικότερο διακριτικό τίτλο «Α. ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» της *** δημοσιεύτηκε υπέρτιτλος με το εξής περιεχόμενο: «ΕΛ.ΑΣ. το μεγαλείο σου, ΤΟ ΤΕΦΤΕΡΙ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ Χ, «ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΕΣ ΒΟΜΒΕΣ» ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΙΣ ΜΙΖΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΑ ΣΤΕΚΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ» και παραπέμπει στο ρεπορτάζ που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσείων στη σελίδα έξι (6) στην οποία υπάρχει πάλι ο ίδιος τίτλος με πηχιαία γράμματα. Το ρεπορτάζ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναφέρεται σε μια ομάδα του οργανωμένου εγκλήματος με την κωδική ονομασία «Οργάνωση Χ» και στη δράση της. Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα σε ένα αυτοκίνητο τύπου BMW που ανήκε σε μέλος της ομάδας αυτής βρέθηκαν και «απαλλοτριώθηκαν», κατά τη φρασεολογία του δημοσιεύματος, χειρόγραφα του εισπράκτορα της οργάνωσης, πολύτιμες καταστάσεις πελατείας και λίαν διαφωτιστική ατζέντα. Στον υπότιτλο του δημοσιεύματος τα χειρόγραφα χαρακτηρίζονται ως χειρόγραφες βόμβες. Ακολούθως με έντονα μαύρα γράμματα το δημοσίευμα αναφέρει ότι μαζί με τα στοιχεία του κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και σε λοιπούς παραλήπτες και ερευνά η Ελληνική Αστυνομία είναι και ένα ενημερωτικό υπόμνημα άγνωστου συντάκτη, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «εξακριβώσαμε ότι πράγματι οι διευθύνσεις που υπάρχουν στα χειρόγραφα και στα δακτυλόγραφα αντιστοιχούν σε οίκους ανοχής που εκδίδουν παράνομα γυναίκες από τις ανατολίτικες χώρες..... σε υποτιθέμενα στούντιο μασάζ... σε καταστήματα με ηλεκτρονικά παιχνίδια.. σε λέσχες με τυχερά παιχνίδια. . ’λλος τομέας είναι η ελληνοποίηση νεαρών ρωσίδων.». Τέλος στην ίδια σελίδα (έκτη) και στο κέντρο αυτής δημοσιεύονται χειρόγραφα που αποδίδονται στην ως άνω ομάδα και σε ένα από αυτά αναφέρονται τα εξής: «ΤΗΛ. ΠΟΥΤΑΝΑΣ 93374**** Π*** Α*** ΥΝ2 2469. Αύριο το πρωϊ 10». Το τελευταίο απόσπασμα του δημοσιεύματος, συνεχίζει το Εφετείο, αναφέρεται στην αναιρεσίβλητη Α. Π., της οποίας δημοσιεύονται το ονοματεπώνυμο, το τηλέφωνο, ο αριθμός του αυτοκινήτου της με ένα μικρό λάθος (ο ορθός αριθμός είναι ΥΝ 2469) και χαρακτηρίζεται πουτάνα. Ακολούθως το Εφετείο περιγράφει την από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης σύγκρουση του πιο πάνω αυτοκινήτου της με το αναφερόμενο αυτοκίνητο τύπου BMW, την αναγραφή, σε χειρόγραφο σημείωμα που συνέταξε κάποιος από τους επιβαίνοντες στο BMW, των στοιχείων της αναιρεσίβλητης, ήτοι του ονοματεπωνύμου, του αριθμού τηλεφώνου και του αριθμού του αυτοκινήτου της καθώς και του επωνύμου και του αριθμού τηλεφώνου του ασφαλιστή της χωρίς κλήση και ανάμειξη της Αστυνομίας και αναφέρει την από το ΒMW αυτοκίνητο κλοπή από άγνωστους δράστες ενός φακέλλου με χειρόγραφα, μεταξύ των οποίων συμπτωματικά βρισκόταν και το παραπάνω σημείωμα, τα οποία εστάλησαν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και σε άλλες υπηρεσίες καθώς και σε κάποιες εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και ο Α. Τ. Μετά ταύτα ο δεύτερος αναιρεσείων δημοσιογράφος προέβη στη σύνταξη του προαναφερθέντος δημοσιεύματος στο οποίο εμπεριέχεται σε φωτοτυπία και το επίμαχο χειρόγραφο σημείωμα που προσδίδει, στην αναιρεσίβλητη την ιδιότητα γυναίκας που εκδίδεται με αμοιβή. Η τελευταία όμως, δέχεται το Εφετείο, είναι ηλικίας 47 ετών, πολιτικώς υπομηχανικός και από το έτος 1973 υπάλληλος της Ε. Ε. έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων ηλικίας 22 και 20 ετών σπουδαστών στα ΤΕΙ, ο σύζυγός της Γεώργιος Π. είναι καθηγητής στη Σιβιτανίδειο Σχολής, ο πατέρας της ηλικίας 78 ετών είναι ανάπηρος του αλβανικού έπους και η αδελφή της είναι καθηγήτρια στο πρώτο Πειραματικό Λύκειο Αθηνών. Εν τούτοις το δημοσίευμα δημιουργεί στον αναγνώστη την πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη είναι πόρνη, ότι έχει επιτελική θέση στην εγκληματική οργάνωση «Χ» και σε κάθε περίπτωση έχει σχέσεις με αυτή, αφού το ονοματεπώνυμό της είναι το μόνο που αναφέρεται στα δημοσιευμένα χειρόγραφα, καθώς επίσης δημιουργείται στον αναγνώστη η πεποίθηση ότι έχουν εξακριβωθεί η ιδιότητά της ως πόρνης και οι σχέσεις της με την εγκληματική οργάνωση όπως ακριβώς έχει εξακριβωθεί, κατά τα βεβαιούμενα στο δημοσίευμα, ότι οι διευθύνσεις που αναφέρονται στα χειρόγραφα αντιστοιχούν σε οίκους ανοχής. Ακόμη η αναφορά του δημοσιεύματος σε ένα ενημερωτικό υπόμνημα που συνοδεύει το φάκελο με τα χειρόγραφα στοιχεία και η όλως ασαφής αναφορά στους «αδιάφθορους» κομάντος της αστυνομίας καθώς και η μνεία στο δημοσίευμα της φράσης «ο φάκελος με τα στοιχεία που κατασχέθηκαν στο αυτοκίνητο..» δημιουργεί στον αναγνώστη την πεποίθηση ότι το υπόμνημα είναι επίσημο έγγραφο της αστυνομίας και ότι τα χειρόγραφα κατασχέθηκαν από την αστυνομία ως πειστήρια του εγκλήματος. Όλα αυτά ήταν ψευδή και ο συντάκτης του δημοσιεύματος γνώριζε την αναλήθειά τους αφού τα χειρόγραφα δεν προέρχονταν από την αστυνομία, η οποία ουδέποτε προέβη σε κατάσχεση εγγράφων που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο BMW από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αφαιρέθηκαν από αγνώστους οι οποίοι συνέταξαν και το αναφερόμενο στο δημοσίευμα υπόμνημα και έστειλαν τα χειρόγραφα στους αναιρεσείοντες και πολλούς άλλους. Ο χαρακτηρισμός της αναιρεσίβλητης ως πόρνης δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, γεγονός το οποίο υπαιτίως αγνοούσε ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ευχερώς την αναλήθεια, αφού στο επίμαχο χειρόγραφο αναφερόταν το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός τηλεφώνου της αναιρεσίβλητης. Παρόλα αυτά δημοσίευσε το χειρόγραφο χωρίς κανένα έλεγχο και καμιά επιφύλαξη μολονότι γνώριζε ότι τα αποσταλέντα σ' αυτόν «στοιχεία» προέρχονταν από άγνωστη και παράνομη πηγή. Αλλά και ο πρώτος αναιρεσείων, ως εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας, αγνοούσε υπαιτίως ότι η αναιρεσίβλητης δεν ήταν πόρνη αφού είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει ευχερώς την αναλήθεια του δημοσιευθέντος για την αναιρεσίβλητη χαρακτηρισμού, διότι και αυτός εγνώριζε ότι τα αποσταλέντα στην εφημερίδα «στοιχεία» προέρχονταν από άγνωστη και παράνομη πηγή γεγονός που επέβαλε σ' αυτόν να είναι άκρως επιφυλακτικός και προσεκτικός και να αποφύγει τη δημοσίευση του κειμένου που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος χωρίς κανένα έλεγχο και καμιά επιφύλαξη. Έτσι οι δύο αναιρεσείοντες παραβίασαν τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου και κυρίως την υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αληθείας, που επιβάλει να προηγηθεί του δημοσιεύματος ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων ώστε το περιεχόμενό του να συμπίπτει με την πραγματικότητα. Η παράθεση στο δημοσίευμα αυθαίρετων, ανακριβών και ψευδών περιστατικών μπορούσε να βλάψει και πραγματικά έβλαψε την τιμή, την υπόληψη και γενικά την προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης και ήταν παράνομη και υπαίτια. Η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης ήταν εξαιρετικά βαριά γιατί του δημοσιεύματος έλαβε γνώση το πανελλήνιο, αφού η εφημερίδα κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, και έτσι τα περιστατικά διαδόθηκαν σε ευρύτατο κύκλο προσώπων μεταξύ των οποίων οι συνάδελφοι της αναιρεσίβλητης, οι προϊστάμενοί της, τα πρόσωπα του οικογενειακού, συγγενικού και κοινωνικού περιβάλλοντός της με συνέπεια να διαταραχθεί σοβαρά η προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή της κατά τα ειδικότερα στην απόφαση διαλαμβανόμενα. Τέλος το Εφετείο απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, με την αιτιολογία ότι το επικαλούμενο από αυτούς δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού δεν δικαιολογεί την χωρίς καμιά προηγούμενη διασταύρωση των στοιχείων που περιέρχονται στα χέρια του δημοσιογράφου δημοσίευσή τους, όταν μάλιστα πρόκειται για πληροφορίες αναγόμενες στο χώρο της προσωπικότητας. Εφόσον το Εφετείο απέκρουσε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το δημοσίευμα έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη σχετική από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει εάν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Ακόμη η υπαίτια άγνοια του ότι η αναιρεσίβλητη δεν είναι πόρνη αρκεί για την κατάφαση της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων και την καθίδρυση της υποχρεώσής τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Σύμφωνα με αυτά πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 932 ΑΚ και 361-367 ΠΚ.

Επειδή οι προαναφερθείσες αιτιολογίες του Εφετείου ότι τα χειρόγραφα, οι καταστάσεις και η ατζέντα βρέθηκαν μέσα στο BMW αυτοκίνητο, ότι το δημοσίευμα αναφέρει ότι μαζί με τα στοιχεία που κατασχέθηκαν και στάλθηκαν στον Υπουργό Δημοσίας Τάξεως και σε λοιπούς παραλήπτες και που ερευνά η Ελληνική Αστυνομία είναι και ένα ενημερωτικό σημείωμα άγνωστου συντάκτη που αναφέρει ότι «εξακριβώσαμε ότι πράγματι οι διευθύνσεις που υπάρχουν στα χειρόγραφα αντιστοιχούν σε οίκους ανοχής» και ότι «στην ίδια σελίδα (έκτη) δημοσιεύονται χειρόγραφα που αποδίδονται στην ως άνω ομάδα και σε ένα από αυτό αναφέρονται τα σχετικά με την αναιρεσίβλητη δεν αντιφάσκουν προς τις αιτιολογίες ότι το δημοσίευμα δημιουργεί στον αναγνώστη την πεποίθηση ότι η ενάγουσα είναι πόρνη, ότι έχει επιτελική θέση στην εγκληματική οργάνωση «Χ» και πάντως έχει σχέσεις με αυτή καθώς και ότι το ενημερωτικό υπόμνημα είναι επίσημο έγγραφο της Αστυνομίας και ότι τα χειρόγραφα κατασχέθηκαν από αυτήν ως πειστήρια του εγκλήματος. Περαιτέρω οι αιτιολογίες ότι το ενημερωτικό υπόμνημα αποδόθηκε από το δεύτερο αναιρεσείοντα σε άγνωστο συντάκτη, ότι ρητώς αναγραφόταν ότι η εξακρίβωση των στοιχείων έγινε από το άγνωστο συντάκτη του υπομνήματος και ότι τα έγγραφα «απαλλοτριώθηκαν» από το BMW, από μη κατονομαζόμενα πρόσωπα, δεν αντιφάσκουν αλλά ταυτίζονται προς την αιτιολογία ότι ο δεύτερος αναιρεσείων γνώριζε ότι τα χειρόγραφα δεν προέρχονταν από την Αστυνομία, η οποία ουδέποτε προέβη σε κατάσχεση εγγράφων που ήταν μέσα στο BMW . Ακόμη η κατάφαση από το Εφετείο της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, υπό τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, αρκούσε για την ευδοκίμηση της αγωγής και δεν ήταν κατά νόμο αναγκαίο να δεχθεί το δικαστήριο συνδρομή των όρων των εγκλημάτων της συκοφαντικής ή της απλής δυσφήμησης των άρθρων 363 και 362 ΠΚ. Τέλος η απόφαση του Εφετείου έχει επαρκείς αιτιολογίες σχετικές με την παραδοχή των λόγων εφέσεως της αναιρεσίβλητης και την επιδίκαση σ' αυτήν ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού μεταλύτερου εκείνου που επιδικάστηκε από το Πρωτοδικείο καθώς και την απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω του αδικήματος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αναίρεσης.

Επειδή η «πλημμελής και αόριστη αναφορά» από την αναιρεσιβαλλομένη «σε μη παρατιθέμενες διατάξεις του Συντάγματος και των κοινών νόμων οι οποίες, δήθεν, ορίζουν ότι η παράβαση των λεγόμενων συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου υποκαθιστούν αυτοθρόως την απαιτούμενη κατά νόμο υπαιτιότητα», όπως κατά λέξη αναφέρεται, δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης που προβλέπει ο αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο αντίθετος όγδοος λόγος της αναίρεσης.

Επειδή η εκδίκαση της υπόθεσης από το καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο, κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 402/1981). Στη δικαζόμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ και επικουρικώς σε εκείνη του ίδιου άρθρου αρ. 5, διότι δεν δίκασε την υπόθεση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία αλλά κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν σε προσβολές από δημοσιεύματα (άρθρο 618 Δ του ΚΠολΔ), η οποία, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, είναι ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στα μνημονευόμενα άρθρα του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος και κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 5 του ίδιου άρθρου ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται περιστατικά δημιουργούντα λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, ήτοι έλλειψη καθ' ύλη αρμοδιότητος του Εφετείου (ΑΠ 1313/2000).-

Επειδή κατά την παρ. 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 «περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων», όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από πράξη που τελέστηκε δια του τύπου ορίζεται, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των 10.000.000 δραχμών για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Ο καθορισμός από το νόμο ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες, λόγω της μεγάλης δημοσιότητας, προσβολές της τιμής και της υπολήψής τους και είναι σύμφωνος προς την επιταγή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Δεν αποτελεί δε επέμβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή αλλ' άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσίας του νομοθέτη, ο οποίος δικαιούται, κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των κοινωνών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου ενόψει της συγκεκριμένης σχέσης και περίπτωσης. Ειδικότερα ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει αφενός μεν τις προϋποθέσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ποινικού ή αστικού αδικήματος, αφετέρου δε τη μορφή και τη φύση της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπόληψης του προσβληθέντος όπως ακριβώς δικαιούται, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, να καθορίζει τα πλαίσια των στερητικών της ελευθερίας ή των χρηματικών ποινών, μέσα στα οποία έχει υποχρέωση να κινείται ο δικαστής. Το δικαστήριο πάντως οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το νόμο ελάχιστης χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε παγίως από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως το Εφετείο, που θεώρησε τις προαναφερόμενες διατάξεις ως εναρμονιζόμενες προς το Σύνταγμα, δεν παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ενώ η κρίση του ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε 25.000.000 δραχμές, δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, της δημοσιότητας που έλαβε, της ιδιότητας της αναιρεσίβλητης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως αυτής και των αναιρεσειόντων. Εξάλλου με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τα άρθρα 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκαν, αντιστοίχως, με το ν.δ. 53/1974 και το ν. 2462/1997 και απέκτησαν την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει και την ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, υπόκειται, κατά την άσκησή του, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις (άρθρα 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 19 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου) σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων των τρίτων (ΑΠ 899/2001). Επομένως ο δέκατος (τελευταίος) λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από *** αίτηση των Δ. Ρ. και Ι. Ν. για αναίρεση της απόφασης *** του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εξήντα (1060) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2002.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...