Κανονικά, όταν κάθε μέρος έχει τον δικηγόρο του, θα έπρεπε αυτοί να μπορούν να κάτσουν σε ένα κοινό τραπέζι και να βρουν μια επιστημονικά ορθή λύση σε μια διαφορά. Δύο επιστήμονες είναι σε θέση να συζητήσουν και να βρουν ποιον θα δικαίωνε ένα αντικειμενικό δικαστήριο. Υπάρχει, όμως, η εσφαλμένη εντύπωση ότι σε κάθε προσπάθεια συναινετικής επίλυσης μιας διαφοράς πρέπει να γίνονται αμοιβαία βήματα προς τα πίσω. Διαφωνώ κάθετα με τη λογική ότι η εξώδικη συναινετική επίλυση ισοδυναμεί άνευ ετέρου με "συμβιβασμό", δηλαδή παραίτηση από δικαιώματα και έχω δώσει μάχες για την ανατροπή αυτής της νοοτροπίας. Μια δίκαιη εξωδικαστική λύση δεν θα πρέπει να σημαίνει παραίτηση από κανένα δικαίωμα.
Έχει επικρατήσει, όμως, η αντίληψη ότι "ο χειρότερος συμβιβασμός είναι το καλύτερο δικαστήριο". Με μια λογική χαμηλού πήχυ, κατά την οποία το δικαστήριο επισείεται ως δεδομένη αποτυχία, υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να ανεχόμαστε την παραίτηση από δικαιώματα, προκειμένου να διασφαλίζεται μια επίπλαστη εικόνα "φιλικής επίλυσης" της διαφοράς. Η λογική αυτή καλλιεργείται ιδίως από φορείς διαμεσολάβησης, όπως κάποιες ανεξάρτητες αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί αυτή η αποστολή. Γι' αυτό και τελικά ο πολίτης ακόμη κι όταν προσφεύγει σε ανεξάρτητη αρχή πρέπει να εκπροσωπείται από δικηγόρο: η ανεξάρτητη αρχή - όσα "Συνήγορος" κι αν έχει στον τίτλο της - δεν εκπροσωπεί τον πολίτη, αλλά στέκεται απέναντι σε αυτόν και στον αντίδικό του (είτε ο αντίδικος είναι το κράτος, είτε ιδιώτης). Ακόμα και στις ανεξάρτητες αρχές δεν υπάρχει εγγύηση ότι τα δικαιώματα του πολίτη θα γίνουν σεβαστά, αν δεν παρέμβει ο δικηγόρος του για να εισηγείται την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Κατά τη γνώμη μου, οι κρατικοί φορείς διαμεσολάβησης έχουν αποτύχει ακριβώς γιατί ο πολίτης τελικά δεν δικαιώνεται από αυτούς, αισθάνεται ότι απλώς "κλείνει" η υπόθεσή του, αλλά με ένα έντονο συναίσθημα αδικίας και μια γεύση κακής ποιότητας συμβιβασμού. Ενώ η ανεξαρτησία κάποιων Αρχών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά, οι υπηρεσίες που παρέχουν δεν είναι εναλλακτικές προς την δικαστική απονομή του δικαίου, αλλά περισσότερο "επικοινωνιακές", με λειτουργία πρόχειρου πυροσβεστικού σωλήνα ή φτυαριού. Δεν είναι όμως όλα τα προβλήματα "επικοινωνιακά", ιδίως όταν υπάρχουν έννομα συμφέροντα και δικαιώματα που πρέπει να σταθμιστούν με πολύ προσοχή και με σφαιρικότητα, προκειμένου να επιλυθεί με δίκαιο τρόπο μια διαφορά, σε όλα της τα επίπεδα.
Πέρα από τις παθογένειες των ανεξάρτητων αρχών, η ίδια η ιδιωτική προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης μιας διαφοράς, αντί να θεωρείται ως η ενδεδειγμένη διέξοδος από ένα πρόβλημα, σε ορισμένες περιπτώσεις εκλαμβάνεται ως αδυναμία του ενός μέρους ή έμμεση παραδοχή της ευθύνης. Δεν υπάρχει μια κρατούσα κουλτούρα διαμεσολαβητικής επίλυσης διαφορών, με αποτέλεσμα τέτοιες απόπειρες μερικές φορές να εκλαμβάνονται ως προσπάθεια αποφυγής του χειρότερου. Δεν συμφωνώ με την υποχρεωτική απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης διαφοράς (άρθρο 214Α ΚΠολΔ), η οποία έχει καταντήσει μια τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής στο Πολυμελές πρωτοδικείο, γιατί η κουλτούρα διαμεσολάβησης δεν μπορεί να επιβληθεί, αλλά μόνο να καλλιεργηθεί. Χρειάζεται λοιπόν διάθεση επίλυσης και από τις δύο πλευρές, προκειμένου όχι απλώς να "κλείσει" μια υπόθεση, αλλά να αποδοθεί και δικαιοσύνη στην πράξη. Η απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς πρέπει να θεωρείται ένας δημιουργικός τρόπος προσέγγισης της δικαιοσύνης. Πρέπει να αντιμετωπίζεται θετικά και από τις δύο πλευρές. Μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όταν η παρανομία δεν αφορά τις δύο πλευρές αλλά το κοινωνικό σύνολο, η πρόταση διαμεσολάβησης θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως εκ του πονηρού διάθεση συγκάληψης.
Η δικαστική απόφαση διατηρεί ακόμη το ιδιαίτερο κύρος της ως πολιτειακή πράξη της τρίτης κρατικής λειτουργίας που, με όλα τα προβλήματά της, είναι τελικά η μόνη εξουσία που έχει ως κύρια αποστολή να εφαρμόζει το νόμο και το Σύνταγμα. Το άρθρο 25 του Συντάγματος αναφέρει ότι όλα τα κρατικά όργανα οφείλουν να διασφαλίζουν την έμπρακτη εφαρμογή των συνταγματικών δικαιωμάτων, αλλά κι αυτό ακόμα από τα δικαστήρια θα κριθεί σε τελικό στάδιο. Κακά τα ψέματα, τα δικαστήρια αποτελούν ένα τοτέμ στην κοινωνία μας. Ενώ οι ανεξάρτητες αρχές και οι κρατικές υπηρεσίες ειδικών σκοπών και εξειδικευμένων τομέων συνήθως αποφεύγουν να λύσουν τα θέματα με την ακρίβεια και την πληρότητα που επιβάλλει ο νόμος, η Δικαιοσύνη παραμένει πάντοτε ο τελικός κριτής. Στα μεγάλα πολιτικά ζητήματα βέβαια, η Δικαιοσύνη συχνά αποποιείται το δικαιοδοτικό ή και δικαιοπλαστικό ρόλο της, πετώντας το μπαλάκι στους πολιτικούς, αλλά στις ιδιωτικές διαφορές εξακολουθεί να κινείται με στόχο την πλήρη εφαρμογή του δικαίου, πέρα από λογικές συγκάλυψης, πυρόσβεσης και δημοσίων σχέσεων.
Είναι βέβαιο ότι η διαμεσολάβηση θα κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, λόγω των παθογενειών της Δικαιοσύνης. Αλλά οι οριζόντιες και πλήρεις λύσεις εξακολουθούν να έρχονται από τα Δικαστήρια.
