Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραδιοτηλεοπτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραδιοτηλεοπτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

E-Legal: μια νέα εβδομαδιαία εκπομπή στο TVXS.GR







Ένα εβδομαδιαίο πεντάλεπτο στο tvxs.gr για ένα νομικό θέμα που απασχολεί την επικαιρότητα.

Μπορείτε να προτείνετε κι εσείς τα επόμενα θέματα στα οποία θα αφιερώσουμε τις επόμενες εκπομπές.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2010

Είκοσι χρόνια ελεύθερη ραδιοτηλεόραση

Όταν ψηφίστηκε το Σύνταγμα του 1975, ενώ ο Τύπος και η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώθηκαν στο άρθρο 14 (όπου απαγορεύεται η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο), ειδικά για την ραδιοτηλεόραση προβλέφθηκε στο άρθρο 15 ότι δεν ισχύουν οι διατάξεις της ελευθεροτυπίας, αλλά ότι υπάγεται στον "άμεσο έλεγχο του Κράτους". Αυτή η φράση περί "άμεσου ελέγχου του Κράτους", σε συνδυασμό με το ότι τότε βεβαίως υπήρχε μόνον η κρατική τηλεόραση, είχε οδηγήσει ορισμένους συνταγματολόγους στο να υποστηρίξουν ότι η δημιουργία ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών θα ήταν αντίθετη στο Σύνταγμα.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν: στην αρχή με τη δημοτική ραδιοφωνία και στη συνέχεια με την ιδιωτική τηλεόραση, σταδιακά οι νομικοί άρχισαν να ξαναδιαβάζουν το άρθρο 15 του Συντάγματος και να βγάζουν άλλα συμπεράσματα. "Άμεσος έλεγχος του Κράτους" δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και κρατική ιδιοκτησία των τηλεοπτικών σταθμών. Δεν είναι όπως τα πανεπιστήμια και το άρθρο 16 που επιβάλλει την λειτουργία τους ως Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (έχω υποστηρίξει αλλού ότι ακόμη κι αυτή η διατύπωση επίσης δεν είναι αποκλειστική αλλά προγραμματική - διοικητική). Τι συνέβη λοιπόν και ενώ πριν το 1989 ερμηνεύαμε το άρθρο 15 "κλειστά", μετά το 1989 το ερμηνεύουμε πιο ανοικτα; Μα η ίδια η μετάβαση σε μία άλλη εποχή. Το Σύνταγμα δεν απαγόρευε την δημιουργία ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, επέβαλε απλώς στο Κράτος την υποχρέωση να ασκεί επ' αυτών άμεσο έλεγχο. Έτσι, χωρίς να αναθεωρηθεί το άρθρο 15 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος του κράτους ανατέθηκε σε μια ανεξάρτητη αρχή από τον κοινό νομοθέτη, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Στη θεωρία, αυτή η ουσιαστική "αναθεώρηση" του Συντάγματος χωρίς την τήρηση διαδικασίας κατηγοριοποιείται ως "μεταβολή του νοήματος" των συνταγματικών διατάξεων. Το Σύνταγμα, ως ένας ζωντανός οργανισμός, δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά στο ιστορικό πλαίσιο της ψήφισής του, αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ισορροπία των σχέσεων στην τρέχουσα καθημερινότητα. Δεν μπορούμε να επινοούμε συνταγματικές απαγορεύσεις εκεί που δεν υπάρχουν! Το καθεστώς της αδειοδότησης βέβαια παραμένει σε έναν περίεργο μετεωρισμό όλη την εικοσαετία.

Επί της ουσίας, η δημιουργία ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών σημαίνει επίσης διεύρυνση της ελευθερίας της έκφρασης. Δεν εννοώ την ελευθερία των επιχειρηματιών στην ίδρυση μιας βιομηχανίας πληροφόρησης, αλλά την ελευθερία καθενός από εμάς στην λήψη πληροφοριών. Αν προλάβατε τα τηλεκοντρόλ της δεκαετίας του 1980, θα θυμάστε ότι τότε δύο ή τρία πλήκτρα αρκούσαν. Αλλά όποιο κι αν πατούσες, θα έβγαζες τα ίδια συμπεράσματα για την επικαιρότητα: την επίσημη γραμμή της κυβερνητικής ΕΡΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ελευθερία της έκφρασης περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα μετάδοσης απόψεων, όσο και το δικαίωμα λήψης πληροφοριών. Στην πρώτη περίπτωση είναι η ενεργητική πτυχή της ελευθερίας, ενώ στη δεύτερη είναι η παθητική: το δικαίωμα να λαμβάνεις πληροφορίες - κι όχι μόνο την επίσημη άποψη της κυβέρνησης. Με την φιλελεύθερη ερμηνεία του Συντάγματος που επετεύχθη από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, το "στεγνό" άρθρο 15 ήρθε πολύ πιο κοντά στο άρθρο 14 και τα δύο μαζί πολύ πιο κοντά στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Τα 20 χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης αντιστοιχούν σε ένα συνταγματικό κεκτημένο κάθε πολίτη. Το οποίο ήδη αποτυπώθηκε με το νέο άρθρο 5Α του Συντάγματος (δικαίωμα στην πληροφόρηση και δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνία της πληροφορίας), αλλά και με την τυπική αναθεώρηση του άρθρου 15, το οποίο διευκρίνισε ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους ασκείται "αποκλειστικά" από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

Όσον αφορά το περιεχόμενο και την ποιότητα, το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει (κάπως αόριστα, αφου πρόκειται για συνταγματικό κείμενο) στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές να διασφαλίζουν την με ίσους όρους ενημέρωση, την αντικειμενικότητα, την ποιοτική στάθμη που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοτηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Γνωρίζουμε ότι στην πράξη αυτές οι συνταγματικές επιταγές - φλερτάροντας επικίνδυνα με άκρως υποκειμενικές καταστάσεις - δεν τηρούνται. Στην τηλεόραση παραβιάζεται κατά κόρον η δεοντολογία, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η με ίσους όρους ενημέρωση. Όσο για την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας και την προστασία της παιδικής ηλικίας, ας μην γίνει καθόλου λόγος. Ευθύνη φέρει και ο ελεγκτής, δηλ. το ΕΣΡ, οι τεχνικές αρμοδιότητές του οποίου θα μπορούσαν να εκχωρηθούν στις καθ' ύλην αρμόδιες αρχές: την Αρχή Προσωπικών Δεδομένων, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων κλπ.

Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι το πρόβλημα είναι η ιδιωτική τηλεόραση: αν παρακολουθήσει κανείς τις ραδιοτηλεοπτικές παραβάσεις, τα κρατικά κανάλια δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν σε παραβατικότητα των συνταγματικών επιταγών από τα ιδιωτικά. Η δημόσια τηλεόραση έχει μάλιστα υπερθεματίσει αρκετές φορές εις βάρος της πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας. Αλλά κι αυτό είναι άκρως υποκειμενικό και βρίσκεται πέρα από τα όρια μιας νομικής αποτίμησης.

Η χρήση των μέσων ενημέρωσης ως διαπλοκή επιχειρηματιών με την πολιτική εξουσία μου φαίνεται επίσης μια άκυρη κριτική για την ιδιωτική τηλεόραση. Αυτή η συνωμοσιολογία αφενός υποβιβάζει το κριτήριο του τηλεθεατή (ψηφίζει ό,τι του λένε στα κανάλια;) κι αφετέρου οδήγησε στην γνωστή νομική πατάτα του "βασικού μετόχου", με την οποία γίναμε περίγελως στην Ευρωπαϊκή Ένωση για μια συνταγματική διάταξη που πρόβλεπε ως ασυμβίβαστη ιδιότητα την ανάληψη δημόσιων συμβάσεων με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή έστω βασικού μετόχου σε επιχείρηση μέσων ενημέρωσης. Ανοησίες. Αυτά δεν επαρκούν για να περιορίσει κανείς - ούτε ο συνταγματικός νομοθέτης- την ελευθερία του κοινού για πρόσβαση στην πληροφόρηση.

Όσο κι αν παραβιάζονται λοιπόν ανθρώπινα δικαιώματα μέσα από τη χρήση της ραδιοτηλεόρασης, δημόσιας ή ιδιωτικής, δεν μπορούμε παρά να είμαστε, ως θέση αρχής, υπέρ της ελεύθερης λειτουργίας της. Η εικοσαετία της ιδιωτικής τηλεόρασης είναι και μια εικοσαετία διεύρυνσης του δικαιώματος πληροφόρησης όλων μας.


Σάββατο, Ιουλίου 25, 2009

ΣτΕ: υποχρεωτικό moderation για live τηλεοπτικές εκπομπές


Με την απόφαση 4067/2008 το Συμβούλιο της Επικρατείας ασχολήθηκε με αίτηση αναίρεσης για την απόφαση 42/2002 του ΕΣΡ, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 200.000 ευρώ σε τηλεοπτικό σταθμό για ζωντανή παρουσίαση γνωστής τρανσέξουαλ, η οποία χρησιμοποίησε προσβλητικά σχόλια και έδειξε το στήθος της, θωπεύοντάς το. 

Το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε την απόφαση του ΕΣΡ αναφέροντας την εξής άκρως ενδιαφέρουσα σκέψη: 

"[...] κάθε τηλεοπτικός σταθμός οφείλει, ενόψει της συνταγματικής επιταγής, που επιτάσσει την υψηλή ποιοτική στάθμη των εκπομπών, να διαθέτει τους αναγκαίους μηχανισμούς για την διακοπή μιας εκπομπής σε περίπτωση που παρουσιαζόμενο σ' αυτήν πρόσωπο θα εκτραπεί. Ανεξαρτήτως όμως τούτού, στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αιτών τηλεοπτικός σταθμός όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να αναμένει την εξέλιξη της εκπομπής από την τηλεοπτική εμφάνιση του συγκεκριμένου προσώπου, αφού, όπως προκύπτει από την παρουσίαση που έγινε στο εν λόγω πρόσωπο, ήδη από την αρχή της εκπομπής (εμφάνιση από σύντομα πλάνα από τη γυμνόστηθη φωτογράφησή της ..., ανακοίνωση του τηλεπαρουσιαστή ότι η ... "ξανακτυπά" ή "σοκάρει", βλ. ανωτέρω, σκέψη 7) αυτή εκλήθη ακριβώς για να προκαλέσει. Επομένως, οι αρμόδιοι του τηλεοπτικού σταθμού, όφειλαν, ειδικά σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, να ευρίσκονται σε αυξημένη εγρήγορση για τη διακοπή της εκπομπής σε περίπτωση που το εν λόγω άτομο θα εξετρέπετο. Οι εν λόγω όμως αρμόδιοι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και το συγκεκριμένο πρόσωπο προέβη επανειλημμένως σε σειρά εξόχως προσβλητικών χαρακτηρισμών για τους άλλους προσκεκλημένους κατά τη διάρκεια της εκπομπής, δεν αντέδρασαν και αντέδρασαν μόνο τη στιγμή που το εν λόγω πρόσωπο εμφάνισε το στήθος της και ενώ το τηλεοπτικό κοινό - το οποίο μάλιστα κατά την ώρα της μετάδοσης της συγκεκριμένης εκπομπής αποτελείται και από ανήλικους - είχε παρακολουθήσει όλες αυτές τις φραστικές επιθέσεις και την επίδειξη και θωπεία του στήθους."

[Πηγή: Δίκαιο Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, 2/2009, με σχόλιο Α.Οικονόμου]
[σ.σ. Το ΔιΜΕΕ γίνεται και διαδικτυακώς προσβάσιμο περιοδικό, με εξαιρετικά συμφέρουσα συνδρομή, βλ. εδώ

Η έμμεση υπόδειξη του ΣτΕ προς τους τηλεοπτικούς σταθμούς για ανάπτυξη μηχανισμών άμεσης επέμβασης (moderation) σε ζωντανές εκπομπές μας θυμίζει την υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδας, η οποία δικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σε εκείνη την υπόθεση, ο Νικήτας Λιοναράκης ως παρουσιαστής μιας ζωντανής τηλεοπτικής εκπομπής, είχε ως καλεσμένο έναν δημοσιογράφο που διατύπωσε ορισμένους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για άτομα που είχαν εμπλοκή στην υπόθεση Οτσαλάν. Για την ευθύνη του παρουσιαστή ζωντανής εκπομπής, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανέφερε: 

51. Σε ό,τι αφορά τους τρόπους μετάδοσης, το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι διαμφισβητούμενοι λόγοι διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής πολιτικού χαρακτήρα. Η μορφή της εκπομπής είχε διαμορφωθεί για να προκαλέσει την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Επιπλέον, οι υπό συζήτηση χαρακτηρισμοί ήταν προφορικές δηλώσεις, οι οποίες έγιναν από τρίτο πρόσωπο κατά τη διάρκεια εκπομπής σε απευθείας μετάδοση, κάτι που αφαιρούσε την δυνατότητα από τον αιτούντα να τις αποσύρει επί τόπου (βλ.,Gündüz cTurquie, προμνημονευθέν, § 49). Επί αυτού του σημείου, το δικαστήριο θεωρεί ότι η ευθύνη του δημοσιογράφου-συντονιστή δεν συμπίπτει με εκείνη του προσώπου, το οποίο εκφράστηκε με λέξεις ενδεχομένως πολεμικής, υβριστικές ή συκοφαντικές. Πραγματικά, το γεγονός να απαιτείται κατά γενικό τρόπο από τους δημοσιογράφους η συστηματική και σαφής αποστασιοποίησή τους από το περιεχόμενο κάποιας μνείας, η οποία θα μπορούσε να προσβάλει τρίτα πρόσωπα, να τα προκαλέσει ή να θίξει την τιμή τους, δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο του τύπου να ενημερώνει για γεγονότα ή γνώμες και ιδέες που διατυπώνονται σε μια δεδομένη στιγμή (βλ. σε αυτή την κατεύθυνση, Jersild c.Danemark, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, σειρά Α, αρ. 298, σελ. 25, § 35; Thoma cLuxembourg, αρ. 38432/97, § 64, CEDH 2001-III). Mία τέτοια απαίτηση θα επέβαλε ένα υπερβολικό βάρος στον δημοσιογράφο-συντονιστή εκπομπής, ο οποίος ενδεχομένως θα απέφευγε να συζητήσει με πρόσωπα που θα μπορούσαν να διατυπώσουν τις ιδέες τους με όρους πολεμικής και υπερβολής, από το φόβο να αντιμετωπίσει νομική ευθύνη. Και όμως, μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να στερήσει την κοινωνία από την διάδοση ζωηρών και έντονων πολιτικών συζητήσεων, από τις οποίες τρέφεται η δημοκρατία.

Φυσικά υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές της υπόθεσης του ΣτΕ σε σχέση με την υπόθεση Λιοναράκη, ιδίως ως προς την φύση της εκπομπής, των  χαρακτηρισμών κλπ. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ενώ ο ρόλος του παρουσιαστή μιας ζωντανής εκπομπής σαφώς δεν μπορεί να ενέχει και το ρόλο του moderator, οι τεχνικές δυνατότητες του ίδιου του σταθμού είναι διαφορετικές. Ενώ από τη μία πλευρά δεν είναι δυνατόν να προβλέψει κανείς τι θα κάνει ο φιλοξενούμενος σε μια ζωντανή εκπομπή, όταν ο ίδιος ο σταθμός προετοιμάζει το έδαφος για εκτροπές, οφείλει να έχει λάβει και τα σχετικά αντισταθμιστικά μέτρα προστασίας, για την περίπτωση που η κατάσταση θα ξεφύγει τελείως.

Πάντως, η σχετική συζήτηση γίνεται μόνο και μόνο επειδή το άρθρο 15 του Συντάγματος κάνει λόγο για "υψηλή ποιοτική στάθμη" των ραδιοτηλεοπτικώς προβαλλόμενων εκπομπών. 





Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...