Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο ΕΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαΐου 30, 2006

Άκυρη η Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων επιβατών πτήσεων!


Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα και μία νίκη για τον κόσμο της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφασή του στην περίφημη υπόθεση για την πρόσβαση των αρχών ΗΠΑ στα αρχεία με τα προσωπικά δεδομένα των επιβατών αεροπορικών πτήσεων που προέρχονται από την ΕΕ.
Η υπόθεση έχει παρουσιαστεί εκτενώς από το e-lawyer καθώς είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε τη διαδικασία στο Λουξεμβούργο και να μεταφέρουμε το κλίμα και την ατμόσφαιρα της δίκης.
Σήμερα το Δικαστήροιο εξέδωσε την απόφαση, σύμφωνα με την οποία ήταν παράνομη, με όρους κοινοτικού δικαίου, η συμφωνία που υπέγραψε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα με τις ΗΠΑ.
Είναι πολύ σημαντικό ότι τα αντανακλαστικά ορισμένων κοινοτικών οργάνων παραμένουν ενεργά και υπενθυμίζουν ότι και υπάρχει Κράτος Δικαίου στην ΕΕ, καθώς υπάρχουν οι κατάλληλη ελεγκτικοί μηχανισμοί που δεν υπολογίζουν το πολιτικό ή άλλο κόστος.
Μεταφράζω από το Δελτίο Τύπου του Δικαστηρίου και επιφυλάσσομαι για περισσότερα σχόλια αργότερα:
"Ύστερα από τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ θέσπισαν νομοθεσία σύμφωνα με την οποία οι αερομεταφορείς που οργανώνουν πτήσεις προς, από ή δια ΗΠΑ θα πρέπει να παράσχουν στις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών ηλεκτρονική πρόσβαση στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στα πληροφοριακά συστήματα κρατήσεων και αναχωρήσεω, τα οποία ονομάζονται "Passenger Name Records" (PNR).
Καθώς η Ευρωπαϊκής Επιτροπή θεώρησε ότι αυτές οι διατάξεις θα μπορούσαν να έρθουν σε αντίθεση με την κοινοτική νομοθεσία και την νομοθεσία των κρατών μέλών για την προστασία δεδομένων, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις αρχές των ΗΠΑ. Ύστερα από αυτές τις διαπραγματεύσεις, η Επιτροπή εξέδωσε στις 14 Μάη 2004 μία Απόφαση (η Απόφαση της Επάρκειας) θεωρώντας ότι το Γραφείο Προστασίας Τελωνείων και Συνόρων των ΗΠΑ (CBP) διασφαλίζει ένα επαρκές επίπεδο για την προστασία των δεδομένων που μεταφέρονται από την Κοινότητα. Στις 17 Μάη 2004, το Συμβούλιο εξέδωσε μια Απόφαση για την έγκριση της σύναψης μιας Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των ΗΠΑ για την επεξεργασία και διαβίβαση των δεδομένων PNR από τους αερομεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στα Κράτη μέλη της Κοινότητας προς το CBP. Αυτή η συμφωνία υπογράφηκε στην Washington στις 28 Μάη 2004 και τέθηκε σε εφαρμογή την ίδια μέρα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αιτήθηκε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ακύρωση της Απόφασης του Συμβουλίου και της Απόφασης για την Επάρκεια, ισχυριζόμενο, ιδιαίτερα, ότι η θέσπιση της Απόφασης για την Επάρκεια ήταν καθ' υπέρβαση αρμοδιοτήτων, ότι το άρθρο 95 ΣυνθΕΚ δεν συνιστά επαρκή νομική βάση για την Απόφαση που εγκρίνει τη σύναψη και ότι στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων παρενέβη για την υποστήριξη του Κοινοβουλίου και στις δύο υποθέσεις. Ήταν η πρώτη του παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου, από την ίδρυση της Αρχής.
Στη σημερινή απόφαση, το Δικαστήριο ακύρωσε και τις δύο Αποφάσεις.
Η Απόφαση για την Επάρκεια
Το Δικαστήριο εξέτασε πριν απ' όλα εάν η Επιτροπή μπορούσε να θεσπίση έγκυρα απόφαση για την επάρκεια επί τη βάσει της Οδηγίας 95/46/ΕΚ. Παρατήρησε ότι κατά το άρθρο 3(2) της οδηγίας, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οι επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που εκφεύγουν από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και, σε κάθε περίπτωση , οι επεξεργασίες δεδομένων που αφορούν την δημόσια ασφάλεια, την άμυρα, την ασφάλεια του κράτους και τις δραστηριότητες στο πεδίο του ποινικού δικαίου.
Σύμφωνα με την απόφαση για την επάρκεια, οι προϋποθέσεις για την μετάδοση δεδομένων βασίζονται στην νομοθεσία ΗΠΑ, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της ασφάλειας και η Κοινότητα δεσμεύεται πλήρως να υποστηρίξει τις ΗΠΑ στον αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία και τα PNR θα χρησιμοποιηθούν αυστηρά για χρήσεις όπως η πρόληψη και καταπολέμηση της τρομοκρατίας και σχετικών εγκλημάτων, αλλά και άλλων σοβαρών εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων το οργανωμένο έγκλημα. Ως εκ τούτου, η μετάδοση των δεδομένων PNR στο CBP συνιστά επεξεργασία δεδομένων που αφορά την δημόσια ασφάλεια και τις δραστηριότητες του κράτους στην περιοχή του ποινικού δικαίου.
Ενώ μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα δεδομένα αυτά άρχικά συλλέγονται από αερομεταφορείς στο πλαίσιο μιας δραστηριότητας που εμπίπτει στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή στο πλαίσιο της πώλησης ενός αεροπορικού εισιτηρίου που παρέχει το δικαίωμα χρήσης ορσισμένων υπηρεσιών, η επεξεργασία δεδομένων που λαμβάνεται υπόψη στην Απόφαση για την Επάρκεια, είναι, εντελώς διαφορετικής φύσης. Η απόφαση δεν αφορά επεξεργασία αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών, αλλά επεξεργασία αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και σκοπούς καταπολέμησης του εγκλήματος.
Το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά έχουν συλλεχθεί από ιδιωτικούς οργανισμούς για εμπορικούς σκοπούς και είναι εκείνοι που οργανώνουν την μετάδοση των δεδομένων σε ένα κράτος μη-μέλος δεν αποκλείει ότι η μετάδοση είναι επεξεργασία δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η μετάδοση εμπίπτει εντός του πλαισίου που έχει θεσπιστεί από τις κρατικές αρχές σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια.
Γι' αυτό το Δικαστήριο συμπέρανε ότι η Απόφαση για την Επάρκεια δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας, ακριβώς επειδή αφορά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ακύρωση την Απόφαση για την Επάρκεια. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει άλλους ισχυρισμούς που τέθηκαν από το Κοινοβούλιο.
Η Απόφαση του Συμβουλίου
Το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 95 ΣυνθΕΚ, σε συνανάγνωση προς το άρθρο 25 της Οδηγίας, δεν μπορεί να θεμελιώσει αρμοδιότητα της Κοινότητας για σύναψη Συμφωνίας με τις ΗΠΑ ως προς αυτό το ζήτημα. Η Συμφωνία σχετίζεται με την μετάδοση δεδομένων όπως στην απόφαση για την Επάρκεια και γι' αυτό οι επεξεργασίες δεδομένων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ακύρωσε την Απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση της Σύναψης της Συμφωνίας και δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει τους άλλους λόγους ακύρωσης που ήγειρε το Κοινοβούλιο.
Περιορισμός ισχύος της Απόφασης.
Καθώς η Συμφωνία παραμένει εφαρμοστέα για μια περίοδο 90 ημερών από την κοινοποίηση της λήξης της, το Δικαστήριο αποφάσισε, για λόγους ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να προστατευθούν τα πρόσωπα που αφορά, να διατηρήσει την ισχύ της Απόφασης για την Επάρκεια μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2006."

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2005

Διαφάνεια από το Συμβούλιο της ΕΕ ζητά ο Euro-Ombudsman


O Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, Καθηγητής κ. Νικηφόρος Διαμαντούρος, φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα την Ειδική Έκθεσή του για την απουσία δημοσιότητας στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου της ΕΕ όταν αυτό ασκεί τις νομοθετικές του αρμοδιότητες.
Η έρευνα του Διαμεσολαβητή προέκυψε κατόπιν παραπόνου που κατέθεσε γερμανός Ευρωβουλευτής, ένα γερμανικό κόμμα και ένας αντιπρόσωπος της νεολαίας του ίδιου κόμματος.
Το νομικό επιχείρημα είναι ότι το Συμβούλιο, συνεδριάζοντας κεκλεισμένων των θυρών όταν ασκεί τη νομοθετική του αρμοδιότητα, παραβιάζει το άρθρο της 1§2 της Συνθήκης που αναφέρει ότι τα όργανα της Ένωσης λαμβάνουν αποφάσεις με όσο το δυνατό μεγαλύτερη δημοσιότητα, ανοικτότητα, διαφάνεια. Επομένως, κατά την εκτίμηση του Διαμεσολαβητή, η δράση του Συμβουλίου κατ' αυτό τον τρόπο συνιστά "κακοδιοίκηση" (maladministration). Κακοδιοίκηση υφίσταται όταν ένα δημόσιο όργανο αποτυγχάνει να ενεργήσει σύμφωνα με κανόνα ή αρχή που το δεσμεύει (Ορισμός του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, 2002).
Το Συμβούλιο όμως, επικαλείται το αντίθετο επιχείρημα, ότι βρίσκεται στη δική του διακριτική ευχέρεια να προσδιορίσει τον βαθμό δημοσιότητας μιας διαδικασίας, προβάλλοντας ότι το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό. Ότι ο Διαμεσολαβητής, γι' αυτό το λόγο, είναι αναρμόδιος να επιληφθεί του θέματος. Και ότι η "διαφάνεια" που αναφέρει η Συνθήκη στο συγκεκριμένο άρθρο, λόγω της διατύπωσής του, αφορά την μελλοντική Ένωση και όχι το παρόν καθεστώς, σαν να είναι μια προγραμματική δήλωση κι όχι μια νομικά δεσμευτική αρχή...
http://www.euro-ombudsman.eu.int/special/pdf/en/032395.pdf

Από την έκθεση του Διαμεσολαβητή κρατάω περισσότερο την πρώτη ανταπόκριση του Σολάνα, όταν το 2003 κατατέθηκε το παράπονο από τους γερμανούς: "Κρατήστε την υπόθεσή σας και θα την ξανασυζητήσουμε όταν θα έχουμε το Ευρωσύνταγμα". Γιατί το Ευρωσύνταγμα εισήγαγε τελείως διαφορετικές διαδικασίες δημοσιότητας όσον αφορά την νομοθεσία της Ένωσης.
Η απόρριψη του Ευρωσυντάγματος δίνει, λοιπόν, το επιχείρημα στο Συμβούλιο να επικαλείται το "πολιτικό" δικαίωμά του να κρατάει κλειστές τις νομοθετικές συνεδριάσεις του, παραπέμποντας εμμέσως, αλλά σαφώς, στα πρόσφατα δημοψηφίσματα που αμφισβήτησαν τις θεμελιώδεις συνταγματικές προοπτικές (το "μέλλον") της Ένωσης όπως περιλαμβάνονταν σε αυτο το κείμενο, μεταξύ των οποίων και η αρχή της διαφάνειας. Αυτήν την λαϊκή ετυμηγορία καρπώνεται σήμερα το Συμβούλιο, διαστρεβλώνοντας, κατά το δοκούν, το μήνυμα/νόημα των "όχι" στα σχετικά δημοψηφίσματα.
Φυσικά, ο Διαμεσολαβητής απέρριψε αυτή την εκδοχή, αναφέροντας ότι είναι θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη να έχει πρόσβαση στις διαδικασίες ενός νομοθετικού οργάνου. Αυτή η αρχή, όμως, σεβαστή από όλα τα δημοκρατικά κράτη για τις εσωτερικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, δυστυχώς δεν είναι κατοχυρωμένη -με τη σαφήνεια που τη διατυπώνει ο Διαμεσολαβητής- σε κάποιο δεσμευτικό για το Συμβούλιο νομικό κείμενο. Η δεσμευτικότητά της απορρέει, βέβαια, από τον θεμελιώδη χαράκτήρα της, αλλά η ρητή κατοχύρωση θα της προσέδιδε την υπεροχή του αδιαμφισβήτητου. Άλλη βαρύτητα έχει να διαγιγνώσκει την ύπαρξη μιας αρχής ο Διαμεσολαβητής κι άλλη θα είχε αν ήταν διατυπωμένη σε ένα συνταγματικό κείμενο που δεσμεύει το Συμβούλιο.
Παρόλη τη γνωστή εξέλιξη με το Ευρωσύνταγμα, ο Διαμεσολαβητής αναφέρει στην έκθεσή του ότι την εποχή της διερεύνησης του παραπόνου, τα κράτη μέλη είχαν συμφωνήσει πάνω στο κείμενο της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Συνεπώς, οι αρχές του κειμένου αυτού είχαν κατ' αρχήν αποτελέσει τον κοινό τόπο μιας διακυβερνητικής συμφωνίας, με την επιφύλαξη της εσωτερικής επικύρωσης από κάθε χώρα. Επιπρόσθετα, ο Διαμεσολαβητής ερμηνεύει ως δεσμευτική την αρχή του άρθρου 1§2 της ΣυνθΕΕ και για το καθεστώς της παρούσας Ένωσης, καταλήγοντας στην Σύσταση: "Το Συμβούλιο της ΕΕ θα πρέπει να αναθεωρήσει την άρνησή του να αποφασίσει να συνεδριάζει δημόσια όταν ενεργεί ως νομοθετικό όργανο".
Και πάλι, όμως, μιλάμε για ερμηνεία. Και όταν για τόσο σημαντικά θεσμικά θέματα υπάρχει ανάγκη ερμηνείας επιβάλλεται είτε η αναθεώρηση είτε η δικαστική διάγνωση.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...