Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχή Προστασίας Προωπικών Δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχή Προστασίας Προωπικών Δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

Κανόνες ηλεκτρονικής συγκατάθεσης για αποστολή διαφημιστικών e-mail

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δημοσίευσε την Οδηγία 2/2011 για την ηλεκτρονική συγκατάθεση κατά την αποστολή μηνυμάτων διαφημιστικού χαρακτήρα. Η έκδοση της Οδηγίας αποσκοπεί στην ταυτοποίηση του χρήστη ο οποίος επιθυμεί να λαμβάνει email, SMSή τηλεφωνικές κλήσεις για την προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών χωρίς να γίνεται αποδέκτης μηνυμάτων Spam.


Στα αρχικά άρθρα της Οδηγίας αναλύονται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ηλεκτρονική συγκατάθεση και οι υποχρεώσεις για την ενημέρωση των συνδρομητών ή χρηστών. Παρουσιάζονται οι ορθές πρακτικές που οφείλουν να ακολουθούν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας, όταν πραγματοποιούν προωθητικές ενέργειες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), γραπτών μηνυμάτων (SMS- MMS) και τηλεφωνικών κλήσεων καθώς και όταν αποστέλλονται προσκλήσεις σε φίλους για ηλεκτρονική συγκατάθεση. Τέλος, παρουσιάζονται τεχνικά μέτρα για την αποφυγή μαζικής αποστολής διαφημιστικών μηνυμάτων. Η Οδηγία συνοδεύεται από Παράρτημα με παραδείγματα εφαρμογής των ορθών πρακτικών που εισάγονται με τις διατάξεις της.


Οι διαδικασίες που περιγράφονται στην Οδηγία ακολουθούν τις βέλτιστες διαδικασίες για τη λήψη της συγκατάθεσης με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η χρήση των στοιχείων επικοινωνίας των συνδρομητών ή χρηστών πραγματοποιείται με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματά τους. Για την τελική διαμόρφωση της Οδηγίας πραγματοποιήθηκε κύκλος διαβούλευσης με φορείς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της διαδικτυακής διαφήμισης και επικοινωνίας και της κινητής τηλεφωνίας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τις απόψεις των φορέων αυτών ώστε να εξασφαλιστεί τόσο η προστασία των προσωπικών δεδομένων όσο και το εφικτό των τεχνικών λύσεων που εισάγονται.


Το κείμενο της Οδηγίας είναι διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο της Αρχής www.dpa.grστη διεύθυνση:

http://www.dpa.gr/APDPXPortlets/htdocs/documentSDisplay.jsp?docid=241,91,168,133,70,148,63,19


Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

Nέες υποχρεώσεις για τις κάμερες ιδιωτών

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δημοσιοποίησε την νέα της Οδηγία 1/2011 για την χρήση συστημάτων βιντεοεπιτήρησης για την προστασία προσώπων και αγαθών (βλ. εδώ). Πρόκειται στην ουσία για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο όσον αφορά τη λειτουργία των καμερών σε ιδιωτικούς χώρους, αφού οι κάμερες δημόσιων χώρων διέπονται πλέον από το Ν.3917/2011, ενώ επίκειται και η έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος που θα προβλέπει τις προδιαγραφές για τη λειτουργία τους.

Σχετικά όμως με τις κάμερες των ιδιωτών, η νέα Οδηγία της Αρχής βρίσκεται ήδη σε ισχύ. Ενώ η λειτουργία καμερών σε δημόσιου χώρους επιτρέπεται μόνο για τους 5 λόγους που προβλέπει ο Ν.3917/2011 (βλ. εδώ), η λειτουργία καμερών σε ιδιωτικούς χώρους προφανώς μπορεί να επιτρέπεται και για άλλους λόγους. Η Αρχή σε αυτή τη νέα Οδηγία ασχολείται με την λειτουργία καμερών για λόγους (α) προστασίας προσώπων και αγαθών και (β) για την παροχή υπηρεσιών υγείας. Όλες οι υπόλοιπες χρήσεις καμερών εξαιρούνται ρητώς από την Οδηγία.

Η Οδηγία εισάγει τον κανόνα της απαγόρευσης επιτήρησης των εργαζομένων με συστήματα βιντεοπαρακολούθησης, επιτρέποντας εξαιρέσεις μόνο για περιπτώσεις τραπεζών, στρατιωτικών εργοστασίων και εγκαταστάσεων υψηλού κινδύνου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η κάμερα στο χώρο της εργασίας πρέπει να εστιάζει αποκλειστικά και μόνο στο προστατευόμενο αγαθό κι όχι στον εργαζόμενο.

Έπειτα, τα δεδομένα πρέπει να τηρούνται το πολύ για 15 ημέρες, ενώ σε περίπτωση συμβάντος (λ.χ. ξυλοδαρμός κλπ) τα δεδομένα πρέπει να τηρούνται σε χωριστό αρχείο (προφανώς αντίγραφο) το πολύ για 30 ημέρες, ενώ αν αφορούν τρίτον, για 3 μήνες. Πρόκειται προφανώς για λάθος: το χωριστό αρχείο θα πρέπει να τηρείται για όσο χρονικό διάστημα το θύμα έχει δικαίωμα δικαστικής προστασίας (μήνυσης, αγωγής) γιατί διαφορετικά η Οδηγία παραβιάζει το αντίστοιχο συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 Σ.).

Ο υπεύθυνος οφείλει πριν εγκαταστήσεις τις κάμερες να έχει προβεί σε σχετική υποβολή εντύπου γνωστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.2472 στην Αρχή: η γνωστοποίηση αυτή θα πρέπει πλέον να είναι σύμφωνη με την νέα Οδηγία. Η μη υποβολή γνωστοποίησης συνιστά ποινικό αδίκημα.

Επιπλέον, ο υπεύθυνος θα πρέπει να έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα άτομα που εισέρχονται στον βιντεοσκοπούμενο χώρο να έχουν ενημερωθεί εκ των προτέρων. Η νέα Οδηγία περιέχει τα στοιχεία αυτής της ενημέρωσης, ενώ στο Παράρτημά της περιέχει κι ένα υπόδειγμα της σχετικής ενημερωτικής πινακίδας που θα πρέπει να αναρτάται στον εκάστοτε χώρο. Σύμφωνα με το Παράρτημα η Αρχή διευκρινίζει ότι η αναγραφή στις υφιστάμενες πινακίδες ότι η λήψη πραγματοποιείται "με βάση το ν.2472" δεν είναι ορθή. Επομένως, οι υπεύθυνοι θα πρέπει να τοποθετήσουν τις σωστές πινακίδες διότι διαφορετικά η Αρχή ενδέχεται να επιβάλλει κυρώσεις.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της Οδηγίας είναι αυτό που ορίζει τις ειδικότερες περιπτώσεις βιντεοπαρακολούθησης.

Για τις πολυκατοικίες: η απόφαση τοποθέτησης πρέπει να λαμβάνεται από τη γενική συνέλευση σύμφωνα με το καταστατικό, η οποία είναι και ο "υπεύθυνος επεξεργασίας" (και όχι ο διαχειριστής όπως είχε κρίνει παλαιότερα η Αρχή επιβάλλοντας και πρόστιμο στη διαχειρίστρια που είχε αναρτήσει δημόσια κατάλογο κοινοχρήστων κλπ). Σε αυτές τις περιπτώσεις τα δεδομένα επιτρέπεται να τηρούνται το πολύ επί 48 ώρες. Η Αρχή αναγνωρίζει όμως και το δικαίωμα σε ιδιώτη να εγκαταστήσει προσωπική κάμερα επιτήρησης οχήματος, εφόσον το προβλέπει ο Κανονισμός (ξεχάστε το για τους Κανονισμούς που συντάχθηκαν πριν το 2025) ή το έχει εγκρίνει η γενική συνέλευση.

Για τις τράπεζες: επιτρέπεται τήρηση των στοιχείων μέχρι 45 μέρες ενώ αν τελεστεί αδίκημα επιτρέπεται για όσο χρόνο απαιτείται για τη δίωξη.

Για τα ξενοδοχεία: επιτρέπονται κάμερες μόνο σε κεντρικές εισόδους - εξόδους, ταμεία και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις. Δεν επιτρέπονται σε χώρους εστίασης, σε διαδρόμους που οδηγούν σε δωμάτια, σε πισίνες, γυμναστήρια κλπ.

Για τα σχολεία και άλλους χώρους δραστηριοποίησης ανηλίκων: κατ' αρχήν κάμερες επιτρέπεται να λειτουργούν μόνο τις ώρες που δεν λειτουργούν οι χώροι, δηλαδή όταν δεν υπάρχουν παιδιά. Κατ΄εξαίρεση και μετά από έγκριση της Αρχής (να μια νεά αρμοδιότητα!) σε μεγάλες σχολικές εγκαταστάσεις που δεν μπορούν να επιτηρηθούν σε όλη τους την έκταση επιτρέπεται η λειτουργία καμερών και όταν υπάρχουν παιδιά. Για την εγκατάσταση όμως πρέπει να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του διδακτικού προσωπικού, του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων και των μαθητικών συλλόγων όπου υπάρχουν. Ειδικά για αυτή την περίπτωση, η Οδηγία προβλέπει και το στάδιο της δοκιμαστικής λειτουργίας των καμερών για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας του μέτρου. Για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια παρακολούθησης. Ωστόσο, η Οδηγία περιέχει και μια δυσεξήγητη και άκαμπτη απαγόρευση: απαγορεύεται η μετάδοση εικόνων μέσω Διαδικτύου στους γονείς των βρεφών. Όπως όλες οι άκαμπτες απαγορεύσεις, είναι αντισυνταγματική.

Για τα εμπορικά κέντρα: εφόσον υπάρχει ειδικό προσωπικό φύλαξης, οι κάμερες πρέπει να αποφεύγονται. Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η λειτουργία καμερών σε χώρους εστίασης και αναψυχής. Άρα σε κινηματογράφους, θέατρα, γυμναστήρια και σε εστιατόρια οι κάμερες είναι απαγορευμένες.

Για τα νοσοκομεία, ιατρεία κλπ.: δεν επιτρέπονται κάμερες σε αίθουσες αναμονής, κυλικεία, χώρους εστίασης, διαδρόμους νοσοκομείων, θαλάμους ασθενών, γραφεία ιατρών κλπ. Εξαιρέσεις επιτρέπονται όταν πρόκειται για άτομα με αναπηρία ή για επιτήρηση ασθενών σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως οι υπεύθυνοι πρέπει να έχουν λάβει άδεια από την Αρχή (πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα), ενώ η τήρηση επιτρέπεται το πολύ για 48 ώρες.

Για τα μουσεία: οι κάμερες πρέπει να εστιάζουν στα εκθέματα και να αποφεύγονται τα πρόσωπα των επισκεπτών.

Για τα γήπεδα και τις αθλητικές εγκαταστάσεις: υπάρχει ειδική νομοθεσία.

Για τους δημόσιους χώρους στάθμευσης: κανονικά είναι εκτός πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και είναι άγνωστο για ποιο λόγο γίνεται μνεία σε αυτούς.

Για τους χώρους λατρείας και ταφής: ισχύουν και γι' αυτούς τα ανωτέρω, αλλά η Οδηγία αναφέρει ότι οι κάμερες επιτρέπονται μόνον εκτός ωραρίου λειτουργίας τους.




Τετάρτη, Ιανουαρίου 05, 2011

Εσφαλμένη η απάντηση της Αρχής για τις κάμερες στα διόδια


Όπως έχει δημοσιοποιηθεί, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέτρεψε με απαντητικό της σημείωμα προς τα Υπουργεία Μεταφορών και Προστασίας του Πολίτη, την χρήση εικόνων από τα αυτοκίνητα που διέρχονται χωρίς να πληρώσουν διόδια, προκειμένου οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται τους δρόμους να μπορούν να στραφούν δικαστικώς εναντίον των οδηγών. 

Πρόκειται για μια νομικά εσφαλμένη απόφαση της Αρχής, η οποία υποπίπτει σε σοβαρή και ανεξήγητη αντίφαση σε σχέση με την Γνωμοδότηση 1/2009 (βλ. εδώ), με την οποία η Αρχή έκρινε αντισυνταγματική την τότε τροπολογία για τις κάμερες, όταν η ΝΔ επέβαλε την νομοθετική εξαίρεση εφαρμογής της προστασίας προσωπικών δεδομένων από κάθε κάμερα του δημοσίου. 

Σε εκείνη την Γνωμοδότηση, η Αρχή επέμενε - ορθά- ότι η λειτουργία των καμερών προϋποθέτει την θέσπιση ειδικής νομοθεσίας με την οποία θα προβλέπονται συγκεκριμένες διατάξεις για τη συλλογή, την αποθήκευση, τη χρήση και την διαβίβαση των δεδομένων. Διαφορετικά, μια γενική διάταξη που λέει απλώς ότι "επιτρέπεται η λειτουργία καμερών", χωρίς την πρόβλεψη σαφών όρων συλλογής εικόνων και δικαιωμάτων για τους πολίτες είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η Αρχή ξέχασε αυτές τις συνταγματικές αξιολογήσεις της στην απάντηση που έδωσε στα δύο Υπουργεία για τις κάμερες των διοδίων. Αναφέρει ότι οι συμβάσεις που έχουν οι επιχειρήσεις με το κράτος περιλαμβάνουν ως όρο την υποχρέωση του Δημοσίου για χορήγηση "άδειας χρήσης ηλεκτρονικών τεχνικών συσκευών για τη βεβαίωση της μη καταβολής από τους χρήστες του ισχύοντος διοδίου τέλους από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων". Αυτός ο συμβατικός όρος θεωρήθηκε επαρκής νομική βάση για την Αρχή, η οποία έσπευσε να θεωρήσει ότι με αυτόν τον τρόπο πληρούται η εξαίρεση του άρθρου 5 παρ. 2 στ. β' του Ν.2472 (εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας), χωρίς όμως η Αρχή αυτή τη φορά να εξετάσει τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης, όπως είχε πράξει με την Γνωμοδότηση 1/2009. Διότι εάν είχε εξετάσει τη συνταγματικότητα θα διαπίστωνε και πάλι ότι ελλείπουν οι σαφείς νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν τους όρους συλλογής των προσωπικών δεδομένων από αυτές τις κάμερες.

Επίσης, ως μέτρο, η συλλογή φωτογραφιών δεν είναι το ηπιότερο: θα μπορούσε η καταγραφή να γίνεται χειρόγραφα από έναν υπάλληλο των διοδίων ή ακόμη ορθότερα από κάποιον προανακριτικό υπάλληλο. Διότι η κάμερα δίνει μόνο τον αριθμό του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν ιδιοκτήτες αυτοκινήτων να διωχθούν ενώ δεν έχουν τελέσει οι ίδιοι την παράβαση. Οπότε τα δεδομένα που συλλέγονται από τις κάμερες δεν είναι ακριβή και μπορεί να οδηγήσουν αθώους στα δικαστήρια. Διάβασα μάλιστα ότι η σκέψη των εταιριών είναι η έκδοση διαταγών πληρωμής που θα οδηγήσει κατευθείαν τους πολίτες στην αγκαλιά του ΤΕΙΡΕΣΙΑ. 

Συνεπώς, η "άδεια" που δίνει η Αρχή δεν βρίσκεται σε συμφωνία με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, γι' αυτό θα πρέπει να επανεξεταστεί η υπόθεση από το ανεξάρτητο όργανο, σε κανονικό σχηματισμό διοικητικού συμβουλίου κι όχι ως ένα "ενημερωτικό" σημείωμα από τον Πρόεδρό του. 

Επιβεβαιώνεται έτσι, για άλλη μια φορά, ότι η Αρχή μετά την έκδοση μιας γνωμοδότησης περί αντισυνταγματικής νομοθεσίας, δεν επιμένει για την επιβολή των απόψεών της, αλλά μάλλον αποσιωπά το θέμα, όπως ήταν το συμπέρασμα και στην Αξιολόγηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το 2009 (βλ. εδώ).



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 16, 2010

Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το 2009

Μέσα από τα δημοσιευμένα στοιχεία για την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων το 2009, παρουσιάζονται οι πραγματικές προσδοκίες που μπορεί να έχει ο πολίτης από το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο.

Με το έγγραφο "Αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το 2009" (βλ. εδώ) αναλύονται τα σχετικά στοιχεία με κριτήρια:

Α. Τήρηση προθεσμιών διεκπεραίωσης υποθέσεων,

Β. Αντιφατικότητα αποφάσεων,

Γ. Έλεγχος συνταγματικότητας και αμεσότητα εφαρμογής ευρωπαϊκού/διεθνούς δικαίου,

Δ. Αυτεπάγγελτες επεμβάσεις,

Ε. Βαρύτητα των κυρώσεων,

ΣΤ. Επικοινωνιακή πολιτική.

Το έγγραφο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αρχή: "κατά το έτος 2009 είχε βελτιώσει με αργά βήματα την αποτελεσματικότητά της. Ωστόσο, τις κρίσιμες στιγμές, κατά τις οποίες οι γνωμοδοτήσεις της θα αποτελούσαν φραγμό για την εισαγωγή αντισυνταγματικών νομοθεσιών, η Αρχή δεν ήταν έτοιμη να ανταποκριθεί με την επιβαλλόμενη ταχύτητα στο ρόλο της. Αλλά και μετά την έκδοση των εν λόγω γνωμοδοτήσεων, η Αρχή δεν επέμεινε στην κατάργηση των αντισυνταγματικών νομοθετημάτων, ακόμη και μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2009, όταν οι αρμόδιοι πολιτικοί είχαν εκφράσει – σε προγενέστερο στάδιο – την βούληση εφαρμογής των γνωμοδοτήσεων."

Το αντίστοιχο κείμενο για την αξιολόγηση του 2008 μπορείτε να κατεβάσετε εδώ.

Με το νέο έτος θα δημοσιευθεί και η αξιολόγηση αποτελεσματικότητας της Αρχής για το 2010.




Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

Μια επικίνδυνη Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων


Aπό το καλοκαίρι που ψηφίστηκε η αντισυνταγματική τροπολογία για τις κάμερες (βλ. εδώ) έχω υποστηρίξει ότι το πρόβλημα, αν θέλει, μπορεί να επιλύσει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αφήνοντας τις "γνωμοδοτήσεις" και τις "οδηγίες" και προχωρώντας σε κανονιστική ρύθμιση. Έχει την σχετική εξουσία που της έχει ανατεθεί από το νομοθέτη, εθνικό και ευρωπαίο, να θεσπίσει ως ανεξάρτητη αρχή μια κανονιστική διοικητική πράξη με νομική δεσμευτικότητα, η οποία θα κλείνει το θέμα, προβλέποντας σαφείς κανόνες για την λειτουργία καμερών σε δημόσιους χώρους.

Ύστερα και από τη θετική διαβεβαίωση του υπουργείου περί απάλειψης της τροπολογίας, αλλά και με την υποστήριξη της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. εδώ), η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επανέρχεται για να μας πεί λίγο - πολύ: βάλτε κάμερες παντού, αρκεί να έχω εγώ (κι όχι ο εισαγγελέας) την εποπτεία για την λειτουργία τους

Η Αρχή υπεραμύνεται της "φυσικής" αρμοδιότητάς της, την οποία της στέρησε ο νομοθέτης, σε συνέχεια μιας από τις περίφημες γνωμοδοτήσεις Σανιδά. Και σε δεύτερο επίπεδο μισο-ακολουθεί την πρόταση για κανονιστική ρύθμιση: ας εκδοθεί προεδρικό διάταγμα για την λειτουργία των καμερών. Το προεδρικό διάταγμα είναι μια κανονιστική πράξη, η οποία πρέπει να περάσει από την επεξεργασία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στη συνέχεια να εκδοθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η προετοιμασία του γίνεται από την ίδια την Αρχή, αλλά μόνο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης (άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.2472/1997). Και πάλι δηλαδή, η Αρχή ζητάει από την πολιτεία να "εγκρίνει" την κανονιστική της αρμοδιότητα, ενώ θα μπορούσε, χωρίς την "πρόταση" Υπουργού να εκδόσει από μόνη της μια κανονιστική πράξη (άρθρο 19 παρ. 1 (ι) Ν.2472/1997).

Δυστυχώς για μια ακόμη φορά προκύπτει ότι  η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είναι σε θέση να ασκήσει με αποτελεσματικό τρόπο τη συνταγματική της αποστολή για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών στην πληροφοριακή τους διάσταση. Θέλει να ασκήσει μια αρμοδιότητα, την οποία  δεν είναι σε θέση να ασκήσει, μόνο και μόνο επειδή "πρέπει". Αναφέρει μεγάλα πεδία εν δυνάμει βιντεοκάλυψης, ενώ αποφεύγει να εκδόσει την κανονιστική πράξη που θα οριστικοποιούσε τους κανόνες προστασίας δεδομένων. Ζητάει την "πρόταση του Υπουργού" και την "επεξεργασία του Συμβουλίου της Επικρατείας", λες και δεν είναι σε θέση να διατυπώσει ισχυρούς κανόνες προστασίας, εκδίδοντας μια νομικά δεσμευτική κανονιστική πράξη, μονομερώς, όπως κάθε κρατικό όργανο που είναι εξοπλισμένο με κανονιστικές αρμοδιότητες. Μεταθέτει δηλαδή σε άλλους την ευθύνη για την πρωτοβολία, όπως περίπου ο στερεοτυπικός και γραφικός δημόσιος υπάλληλος που καλύπτεται πίσω από το "δεν έχω αρμοδιότητα". 

Η απογοήτευση είναι πολύ μεγάλη. Το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων χρειάζεται ριζική επανεξέταση, η οποία θα πρέπει να ξεκινήσει από την δομή και τη συγκρότηση της ανεξάρτητης αρχής. Διότι το πρόβλημα κρατάει εδώ και αρκετά χρόνια και τελικά θίγει το επίπεδο διασφάλισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Χώρα. 




Τρίτη, Μαρτίου 03, 2009

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: η ιδιότητα του αντιστασιακού δεν είναι "σημερινή πολιτική πεποίθηση"

Η πρόσβαση στα έγγραφα των δημόσιων αρχείων μπορεί να είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, αλλά αυτό δεν πτοεί τις δημόσιες υπηρεσίες, ευθυνόφοβες και κρυψίβουλες όπως κάθε γραφειοκρατική δομή, οι οποίες επικαλούνται γενικά τα "προσωπικά δεδομένα" για να εμποδίσουν τους πολίτες από την πρόσβαση.

"Προσωπικά δεδομένα" δεν σημαίνει όμως "απόρρητο". Σημαίνει πληροφορίες ειδικής νομικής προστασίας και κάθε διοικητική υπηρεσία οφείλει να γνωρίζει ότι η προσβαση σε αυτά επιτρέπεται, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Οι δικαιολογίες του στυλ "μα ειναι νέα η νομοθεσία αυτή" ή "δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε" και διάφορα τέτοια δακρύβρεχτα είναι ομολογία άγνοιας καθήκοντος: η Διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της νομιμότητας κι αυτό σημαίνει ότι οφείλει όχι απλώς να γνωριζει τι ορίζουν οι νόμοι, αλλά και να τους εφαρμόζει μέχρι κεραίας, όχι να τους χρησιμοποιεί προσχηματικά για την ταλαιπωρία των πολιτών και την αποφυγή κάθε ευθύνης.

Μια "ευκαιρία" για να μετατεθεί η ευθύνη της άμεσης εφαρμογής του νόμου προκύπτει λοιπόν όταν κάποιος ζητάει, όπως εχει δικαίωμα από το άρθρο 10 του Συντάγματος, πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα. Τότε, του ζητείται συχνά "εισαγγελική παραγγελία", ως εκ περισσού, αφού η εισαγγελική παραγγελία είναι εξίσου νομικά δεσμευτική με την υποβολή αιτήματος ενδιαφερόμενου για πρόσβαση στα έγγραφα κατά το άρθρο 5 του Ν.2690/1999 ή κατά το άρθρο 16 του Ν.1599/1986. Η διαφορά της εισαγγελικής παραγγελίας είναι ότι αν την παραβεί ο υπεύθυνος για την εκτέλεσή της υπάλληλος υπέχει ποινική ευθύνη για το αδίκημα της απείθιας. Κατά τ' άλλα, τόσο η αίτηση του πολίτη όσο και η εισαγγελική παραγγελία, στο μέτρο που δεν παραβιάζουν το νόμο, είναι εξίσου νομικά δεσμευτικές για τη Διοίκηση.

Μια άλλη περίπτωση μετάθεσης ευθύνης - και καθυστέρησης εκπλήρωσης του αιτήματος που κανονικά πρέπει να ικανοποιείται εντός 20 ημερών - είναι η παραπομπή του αιτήματος στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, όταν τα έγγραφα περιέχουν ονομαστικές πληροφορίες για άλλους. Ούτε και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει βέβαια τέτοια "υποχρέωση" του πολίτη: οι υπηρεσίες έχουν υποχρέωση ως υπεύθυνοι επεξεργασίας να αξιολογήσουν μόνες τους τι θα δώσουν και τι όχι. Η έκδοση προηγούμενης απόφασης της ΑΠΔΠΧ δεν είναι υποχρεωτική, κι ευτυχώς, αν αναλογιστεί κανείς τους ρυθμούς με τους οποίους κινείται η Αρχή, συνεδριάζοντας μόνο 2 φορές την εβδομάδα.

Υπάρχουν βεβαίως και μερικές φορές στις οποίες απαιτείται άδεια της Αρχής για να χορηγηθούν έγγραφα. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι όταν τα δεδομένα είναι "ευαίσθητα": φυλετική/εθνική καταγωγή, πολιτικές/θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις/καταδίκες, συμμετοχή σε ενώσεις/σωματεία σχετικά με όλα τα παραπάνω/συνδικαλιστικές οργανώσεις. Σε αυτήν την περίπτωση η διαβίβαση δεν επιτρέπεται αν δεν υπάρχει "άδεια" της Αρχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την απόφαση  8/2009 η Αρχή απάντησε στο ερώτημα μιας υπηρεσίας από την οποία ζητήθηκε από έναν ιστορικό ερευνητή να χορηγήσει αντίγραφα του αρχείου της σχετικά με  ανθρώπους που υπήρξαν μέλη της εθνικής αντίστασης κατά τα έτη 1941-1945. Σκοπός του ήταν να βρει τους επιζώντες και να τους πάρει συνεντεύξεις.

Η Αρχή επέτρεψε βεβαίως την πρόσβαση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η προστασία προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί μια νομική κατασκευή συγκάλυψης ή διατήρησης της αδιαφάνειας της κρατικής δράσης, αλλά λειτουργεί κι ως εγγυητής της διαφάνειας και της διευκόλυνσης της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών.  Σε αυτές τις εκτιμήσεις περιορίζονται τα θετικά σχόλια σχετικά με την απόφαση 8/2009. Διότι ακόμα και με αυτό το θετικό αποτέλεσμα, η Αρχή επιβεβαιώνει ότι στην πράξη δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει την συνταγματική της αποστολή, όπως έχει αποδειχθεί  και με την πρόσφατη  Αξιολόγηση Αποτελεσματικότητας της ΑΠΔΠΧ για το έτος 2008 

Χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της παραπάνω Αξιολόγησης Αποτελεσματικότητας, εξετάζω αυτήν την κατά τ' άλλα θετική απόφαση.

(α) Τήρηση προθεσμίας διεκπεραίωσης

Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης, το αίτημα υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2008 και επανυποβλήθηκε τον Ιούνιο του 2008. Η Αρχή συνεδρίασε τον Οκτώβριο του 2008 και η απόφαση δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2009. Χρειάστηκε δηλαδή ένα (1) έτος για να αποφασίσει ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.2690/1999 έπρεπε να αποφασίσει εντός 50 ημερών, δυνατότητα αποδεδειγμένα ρεαλιστική, δεδομένου ότι στην αντίστοιχη υπόθεση 54/2008 η όλη διαδικασία είχε κρατήσει λιγότερο από 50 ημέρες (αίτημα 22/9/08 - απόφαση 6/11/08). 

Δεδομένου μάλιστα ότι ο ερευνητής ενδιαφερόταν να βρει τους επιζώντες που ήταν στην Εθνική Αντίσταση τα έτη 1941-1945, άρα άτομα της τέταρτης ηλικίας, η απόφαση θα έπρεπε να είχε εκδοθεί τάχιστα και κατά προτεραιότητα, προκειμένου να εντοπιστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι επιζώντες.

(β) Αντιφατικότητα σε σχέση με  προηγούμενες αποφάσεις της Αρχής

Η απόφαση περιέχει την εξής αβάσιμη πρόταση: "[...]τα δεδομένα τα οποία ζητά να του χορηγηθούν από το αρχείο των αναγνωρισμένων αντιστασιακών που τηρείται στη Νομαρχία Ηρακλείου, αποτελούν απλά και όχι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, εφόσον αναφέρονται στην ιδιότητα νομίμως αναγνωρισμένης από το κράτος δραστηριότητας και όχι σε σημερινές πολιτικές πεποιθήσεις." Δηλαδή η Αρχή αναγνωρίζει ότι η ιδιότητα του αντιστασιακού απηχεί "πολιτικές πεποιθήσεις" μεν, αλλά όχι "σημερινές", επειδή "αναφέρονται στην ιδιότητα νομίμως αναγνωρισμένης από το κράτος δραστηριότητας". Και με αυτή τη συλλογιστική καταλήγει ότι τα εν λόγω δεδομένα ΔΕΝ είναι ευαίσθητα!

Όταν ο Ν.2472/1997 (αλλά και η Οδηγία 95/46 και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση 108/1981) κατηγοριοποιεί τις "πολιτικές πεποιθήσεις" ως "ευαίσθητα δεδομένα", προφανώς δεν ενδιαφέρει η διάκριση ανάμεσα σε "σημερινές" ή "χθεσινές" πολιτικές πεποιθήσεις. Και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει ονομαστική πληροφορία καταγεγραμμένη, ως προς τις πολιτικές πεποιθήσεις που είχε ή έχει ένα φυσικό πρόσωπο, ενεργοποιείται η ειδική προστασία των "ευαίσθητων δεδομένων". Διαφορετικά, τα πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να τηρούν τους φακέλους των πολιτών με τη δικαιολογία ότι "δεν απηχούν σημερινές πολιτικές πεποιθήσεις". Θεωρώ ότι αυτή η διατύπωση αγγίζει τα όρια της προσβολής για τους αντιστασιακούς και είναι σαφώς επικίνδυνη για το επίπεδο της προστασίας ευαίσθητων δεδομένων στην Ελλάδα, καθώς η Αρχή κρίνει εαυτήν αναρμόδια για έκδοση άδειας όσον αφορά την επεξεργασία πληροφοριών "μη σημερινών" πολιτικών πεποιθήσεων. 

Επιπλέον, η απόφαση είναι αντιφατική προς την αποφαση 57/2003 ΑΠΔΠΧ (αδημ.), κατά την οποία ακόμα και οι πειθαρχικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε πρόσωπο για την δράση του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του 1967 αποτελούν "ευαίσθητα δεδομένα", καθώς αποκάλυπταν της πολιτικές του πεποιθήσεις. Χθεσινές, σημερινές ή διαχρονικές: δεν έχει καμία σημασία. Η ίδια η καταγραφή των πολιτικών πεποιθήσεων είναι ο μόνος λόγος για την αυξημένη προστασία του και όχι οι εκτιμήσεις της Αρχής για το κατά πόσον η καταγραφή αυτή είναι επίκαιρη ή όχι!

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την αποφαση 50/2005 της Αρχής,  τα προσωπικά δεδομένα των δωσιλόγων της Κατοχής κρίθηκαν (και ορθά) ευαίσθητα δεδομένα, για τα οποία δόθηκε άδεια επεξεργασίας σε υποψήφιο διδάκτορα για ερευνητικούς σκοπούς. Δηλαδή τα δεδομένα των δωσιλόγων είναι ευαίσθητα, ενώ τα δεδομένα των αντιστασιακών όχι! Ενώ η ίδια η ιδιότητα του αντιστασιακού συνεπάγεται προνόμια που συνδέονται με την κοινωνική πρόνοια και ως εκ τούτου είναι επίσης ευαίσθητα δεδομένα, κατ΄ άρθρο 2 (β) Ν.2472/1997.

(γ) Αμεσότητα εφαρμογής ευρωπαϊκού / διεθνούς δικαίου

Αναγνωρίζοντας ότι η υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων κατά το στάδιο της συλλογής ή διαβίβασης είναι ιδιαίτερα αυστηρή κατά την ελληνική νομοθεσία,η Αρχή επιχειρεί να υποβάλει το άρθρο 11 του Ν.2472 σε σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία, δηλαδή με άμεση εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων της Οδηγίας 95/46.

 Αναφέρει λοιπόν η απόφαση στο σημείο 3. "Εξάλλου, η Οδηγία 95/46/ΕΚ προβλέπει απαλλαγή του υπευθύνου επεξεργασίας από την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου στην περίπτωση της ιστορικής ή επιστημονικής έρευνας, εάν η ενημέρωση του ενδιαφερομένου αποδεικνύεται αδύνατη ή προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (άρθρο 11 παρ. 2)."

Και ενώ από η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης μπορεί να σημαίνει μόνο δύο πράγματα: (α) απαλλαγή της υπηρεσίας από την υποχρέωση ενημέρωσης λόγω δυσανάλογης προσπάθειας ή (β) επιβολή της υποχρέωσης ενημέρωσης πριν την πρώτη διαβίβαση στον αιτούμενο ερευνητή, ξαφνικά, η Αρχή προβαίνει σε μια εντελώς αθεμελίωτη υπέρβαση:

"Ειδικά στην περίπτωση που τα δημόσια έγγραφα ζητούνται για ιστορική ή επιστημονική έρευνα, δεν απαιτείται προηγούμενη της ανακοινώσεως ενημέρωση των υποκειμένων από τη δημόσια αρχή, όταν η ενημέρωση αποδεικνύεται αδύνατη ή προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες, αλλά στην περίπτωση αυτή η υποχρέωση ενημέρωσης βαρύνει τον ερευνητή που θα δημιουργήσει το σχετικό αρχείο."


Και καταλήγει στην εξής απόφαση:


"Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ την οποία ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη ο ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με βάση την εξυπηρέτηση της αρχής της διαφάνειας και της δημοσιότητας των διοικητικών εγγράφων, δεν υπάρχει υποχρέωση ενημέρωσης από τη Νομαρχία των εν ζωή αντιστασιακών για την χορήγηση των στοιχειών τους στον ερευνητή Α, επειδή η εύρεσή τους και η ενημέρωση τους από τη διοίκηση είναι δυσανάλογη. Την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 υποχρέωση ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων έχει μόνον ο αιτών την πρόσβαση Α, αφού συλλέξει τα στοιχεία  από το αρχείο της Νομαρχίας Ηρακλείου και δημιουργήσει αρχείο με τα δεδομένα αυτά."



Πρόκειται για μια κρίση πέρα από κάθε λογική και φυσικά είναι εντελώς αθεμελίωτη. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι:


α) Ποιος ήταν ο αριθμός των υποκειμένων που η ενημέρωσή τους κριθηκε "δυσανάλογη"; Η απόφαση δεν αναφέρει το παραμικρό, μόνο καταλήγει σε αυτό το αυθαίρετο συμπέρασμα, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι αν λ.χ. πρόκειται για άνω των 1.000 προσώπων η ενημέρωση θα επιτρεπόταν και δια του τύπου, σύμφωνα με την απόφαση 408/1998 της Αρχής.


β) Το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν.2472 αναφέρει ότι "εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται πριν από αυτούς" ή κατά την διατύπωση της Οδηγίας "το αργότερο έως την πρώτη ανακοίνωσή τους". Πως είναι δυνατόν η υποχρέωση αυτή να βαρύνει "μόνον τον τρίτον" και μάλιστα "αφού συλλέξει" τα στοιχεία, αφού ο Νόμος λέει ξεκάθαρα ότι η ενημέρωση του υποκειμένου γίνεται -ρητά και κατηγορηματικά- πριν από αυτόν;


γ) Αν ο ενδιαφερόμενος συλλέξει τα δεδομένα αλλά δεν "δημιουργήσει αρχείο" απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του; Διότι ο ενδιαφρόμενος μπορεί να συλλέξει τα δεδομένα χωρίς να τα "διαρθρώσει ώστε να τα κατασήσει προσιτά με γνώμονα συγκεκριμενα κριτήρια" (ορισμός του "αρχείου" κατ' άρθρο 2 (ε) Ν.2472).


Δυστυχώς η Αρχή χρησιμοποιεί εντελώς εργαλειακά την Οδηγία 95/46 μόνο και μόνο για να "αφαιρέσει" χονδροειδώς την υποχρέωση για ενημέρωση από την Νομαρχία και να την μεταθέσει, όπως-όπως στον ερευνητή.  Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό αποκαλύπτει ότι η Αρχή δεν γνωρίζει την λειτουργία της προηγούμενης ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, το οποίο συνοψίζεται στην ευχέρεια του (α) να γνωρίζει εγκαίρως πότε, ποιος και για ποιο σκοπό επεξεργάζεται τα προσωπικά του δεδομένα και (β) να μπορεί να αντιταχθεί εγκαίρως στην εν λόγω επεξεργασία. Αυτό δεν μπορεί βέβαια να επιτευχθεί όταν θα έχουν ήδη διαβιβασθεί τα δεδομένα στον ερευνητή! Προκαλεί κατάπληξη η εκκωφαντική αυτή άγνοια και ανευθυνότητα με την οποία η Αρχή απορρύθμισε στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα ενημέρωσης, κακοποιώντας τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Κανονικά,η Αρχή όφειλε να είχε εξετάσει και εκθέσει αναλυτικά στην απόφασή της τους λόγους για τους οποίους η Νομαρχία οφείλει ή δεν οφείλει να ενημερώσει (και πως) τα υποκείμενα των δεδομένων. Τα υπόλοιπα κεκαλυμμένος σφετερισμός νομοθετικής αρμοδιότητας κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών.


Η Αρχή αδυνατεί να επιτελέσει το ρόλο της με ορθά θεμελιωμένες κρίσεις, όσο κι αν διαισθητικά καταλήγει σε ένα ορθό αποτέλεσμα -επιτρεπτή πρόσβαση του ερευνητή σε ένα δημόσιο αρχείο- αλλά τραυματίζοντας το ισχύον θεσμικό πλαίσιο κατά τρόπο επικίνδυνο για την μελλοντική νομολογιακή επίκληση της παραπάνω απόφασης. Πολύ περισσότερο, η Αρχή δεν είναι σε θέση να επιτελέσει το ρόλο του Information Commissioner τον οποίο σύρεται να παραστήσει με τα σχετικά αιτήματα της δημόσιας διοίκησης. 


Κι αυτό επειδή η Αρχή υποφέρει από τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει: την γραφειοκρατική λειτουργία σε μια ακραία μορφή της. Ενώ ο Information Commissioner είναι ένα μονοπρόσωπο όργανο (σε Βρετανία, Γερμανία, Ουγγαρία κ.α.), η Αρχή είναι ένα 14μελές γραφειοκρατικό τέρας  (6 τακτικοί-6 αναπληρωματικοί-1 πρόεδρος-1 αντιπρόεδρος) που συνεδριάζει μόλις 2 φορές την εβδομάδα και για 4-5 ώρες κάθε φορά. Μόνον ο Πρόεδρός της ειναι πλήρους απασχόλησης και τα υπόλοιπα μέλη προσέρχονται στις συνεδριάσεις 2 φορές την εβδομάδα. Οι εισηγητές των υποθέσεων είναι οι επιστήμονες που εργάζονται στην Γραμματεία της Αρχής (13 νομικοί - 8 πληροφορικοί), οι οποίοι κάνουν όλη τη δουλειά και πασχίζουν να εξηγήσουν κάθε φορά στις συνεδριάσεις των μελών, σε περιορισμένο χρόνο και με απίστευτο φόρτο εργασίας, ποιες λύσεις υπάρχουν και πως θα πρέπει να  διεκπεραιωθούν οι υποθέσεις. 


Πρόκειται για ένα εξαιρετικά αντιπαραγωγικό κλίμα, το οποίο οδηγεί σε νομικούς τραγέλαφους όπως ο παραπάνω. Το καθεστώς αυτό στην πράξη έχει αποδειχθεί επικίνδυνο για τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Επιβάλλεται λοιπόν η άμεση και ριζική αναθεώρηση του προς την κατεύθυνση του βρετανικού, γερμανικού και ουγγρικού μοντέλου.







Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...