
Δευτέρα, Αυγούστου 22, 2011
Βιβλίο: A people's history of the European Court of Human Rights

Σάββατο, Απριλίου 02, 2011
Μια συζήτηση με τον κ. Νίκο Αλιβιζάτο

Mια εκπομπή με καλεσμένο τον κ. Νίκο Αλιβιζάτο, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου.
Αφορμή, η κυκλοφορία του βιβλίου του "Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στην Νεοελληνική Ιστορία - 1800-2010" (εκδόσεις Πόλις).
O κ. Αλιβιζάτος τοποθετείται ως προς το θέμα της συνταγματικότητας του "Μνημονίου", ενώ συζητήσαμε για πολλά ζητήματα συνταγματικού δικαίου και ιστορίας, όπως τα Συντάγματα του Αγώνα, τη σχέση του Καποδίστρια με αυτά, το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα και τις δυνατότητες εξεύρεσης πιο συναινετικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών.
Μιλήσαμε επίσης για το φαινόμενο της μεταπήδησης των καθηγητών Νομικής στην πολιτική.
Ο καθηγητής τοποθετείται για το θέμα του διαφορετικού συνταγματικού χειρισμού των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης από τα υπόλοιπα έντυπα μέσα, καθώς και για το εντελώς πρόσφατο προσχέδιο νόμου για την δωρεά οργάνων με "εικαζόμενη συγκατάθεση" και δυνατότητα opt-out δήλωσης αντίρρησης για τους μη επιθυμούντες.
Ακούστε την εκπομπή πιέζοντας εδώ.
Κυριακή, Μαρτίου 27, 2011
Βιβλίο: Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του

Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2010
H Eλλάδα στη Δεκαετία του '80: το κράτος δικαίου και η κοινή γνώμη

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010
Βιβλίο: Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το Ζήτημα της "Υπεροχής"

Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της "Υπεροχής"
θέμα: Δημόσιο Δίκαιο
Σειρά: ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥ
ημ/νία κυκλοφορίας: 09/06/2009
Εκδόσεις: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
ISBN: 978-960-15-2233-3
γλώσσα: Ελληνικά
σελίδες: 736
Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009
Βιβλίο: η συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών στην παραγωγή κανόνων δικαίου από τη διοίκηση

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009
Βιβλίο: Για την ελευθερία της τέχνης
Για την ελευθερία της τέχνηςΠρέπει να ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι θεωρώ τον Ανδρέα Τάκη έναν από τους πιο γοητευτικούς νομικούς συγγραφείς στον τομέα της θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου. Ο θαυμασμός μου οφείλεται στο ότι επιχειρεί πάντα να καταδείξει πτυχές των θεμάτων που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος και που μπορεί τελικά να έχουν και αρνητικές όψεις, όσο κι αν όλοι ομονοούν περί του αντιθέτου. Πέρα όμως από αυτό, ο Τάκης είναι ένας τολμηρός σκηνοθέτης της γλώσσας που δεν διστάζει να φτάσει σε άκρα, επιδιώκοντας την αισθητική αρτιότητα που δεν περιορίζεται σε στείρα καλλιέπεια. Μιλώντας για άκρα, εννοώ την πρόσκληση σε εννοιολογικά σχήματα που πολλές φορές μπορεί να είναι δαιδαλώδη, αλλά αξίζει τον κόπο για τον αναγνώστη να βασανιστεί, επειδή εκτός από τις πρωτότυπες διαδρομές σκέψης, θα ανταμειφθεί και με την απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Έπειτα, μιλώντας και πάλι για άκρα, εννοώ την παιγνιώδη διάθεση που υπάρχει στα κείμενά του -πράγμα που ομολογεί κι ευθαρσώς μερικές φορές- και ιδίως στις ρομαντικές παρομοιώσεις του, εκπληκτικής ακρίβειας. Θυμάμαι ένα άρθρο του (στο περιοδικό Cogito) που έλεγε ότι η ιδιωτικότητα θα πρέπει κάποτε να γίνει αντιληπτή ως κάτι πέρα από το “καμαρίνι” της δημόσιας ζωής. Άλλες φορες, το παιχνίδι του με τα άκρα μου προκαλεί αμηχανία. Ιδίως όταν φωτίζει επικίνδυνες ερμηνείες για συνταγματικά δικαιώματα (θυμάμαι μια σχετική ανάλυσή του για τους περιορισμούς του νεοπαγούς δικαιώματος στην πληροφόρηση, του άρθρου 5Α Σ.), οι οποίες αν ακολουθηθούν μπορεί να έχουν ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα που και ο ίδιος φροντίζει να επισημαίνει – αλλά τότε γιατί ρισκάρει να τις δημοσιοποιήσει; Υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένω κάποια απάντηση περί της αυτοποιητικής λειτουργίας της φιλοσοφίας του δικαίου και του ρόλου της ως της “αριστεράς” της νομικής, η οποία κριτικάρει μόνο για την αξία της κριτικής. Αλλά νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν και τα επιχειρήματα του εφευρέτη της ατομικής βόμβας.
Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, υπερθετικές αλλά και αρνητικές, αφορούν και το νέο του βιβλίο, για την ελευθερία της τέχνης. Ένα έργο, το οποίο προσκαλεί σε μια ενδιαφέρουσα διανοητική διαδρομή για το νόημα της κατοχύρωσης της ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα και επικαιροποιεί όλη τη σχετική συζήτηση για τα όρια -τελικά- που θέτει η νομική σε ένα “σύμπαν”, στο οποίο, για πολλούς, οι νομικοί δεν έχουν καμία δουλειά, ενώ, κατ' άλλους, όλοι έχουν δικαίωμα να εκφέρουν την γνώμη τους, όπως και για την πολιτική, ως καταναλωτές και πολίτες. (Βέβαια, το “πρόβλημα” με τη γνώμη των νομικών είναι ότι μπορεί κάποτε να αποκτήσει “εκτελεστότητα”, κι αυτό είναι που ενοχλεί όλους τους υπόλοιπους. Δεν τρέχει τίποτα guys, ποτέ δεν είναι αργά για νομικές σπουδές :-Ρ ).
Ο Τάκης ξεκινάει (και κλείνει) την μελέτη του με την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι “η τέχνη [και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία] είναι ελεύθερες” - δηλαδή: “η τέχνη είναι ελεύθερη”. Το κόλλημα των κλασικών συνταγματολόγων είναι “γιατί δεν αναφέρει το Σύνταγμα “όπως ο νόμος ορίζει”, ώστε να έχουμε ένα κλασικό δικαίωμα όπως όλα τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαιώματα;” Ε, και μετά από αυτό το δραματικό ερώτημα αρχίζει όλη η ατέλειωτη φιλολογία περί “ανεπιφύλακτου δικαιώματος” και περί έρευνας για τα όρια της τέχνης στις γενικές επιφυλάξεις των ατομικων δικαιωμάτων – μια συζήτηση που νομίζω ότι κλείνει με μια απλή ανάγνωση του άρθρου 25 παρ. 1 που αναφέρει ότι όλα τα συνταγματικά δικαιώματα επιδέχονται περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιβάλλονται από το Σύνταγμα ή από νόμο και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Ο Τάκης ταυτίζει το “δέος” των νομικών απέναντι στο “ανεπιφύλακτο” δικαίωμα, με το δέος που διακατέχει ιστορικά όλους τους πολιτισμούς για το απαραβίαστο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Αυτό το δέος ο συγγραφέας κωδικοποιεί ως “θεολογία του ωραίου”.
Στο βιβλίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες περιγραφής που διατρέχουν ουσιαστικά την ιστορία της τέχνης όχι οριζόντια, αλλά κάθετα, μέσα από το πρίσμα αυτής της "θεολογίας του ωραίου" , δηλαδή μιας μεταφυσικής επίδρασης που ασκεί το αισθητικό φαινόμενο στους ανθρώπους (μέσα από την ίδια την θρησκεία, τα ταμπού και άλλα φροϋδικά ) με αποτέλεσμα να αναγνωρίζουν στους καλλιτέχνες μία μυστηριώδη αλλά αυτονόητη “ασυλία” που θα μπορούσε να τους δικαιολογήσει τα πάντα, από την διαστροφή έως το έγκλημα. Μια φράση που συνοψίζει άρτια αυτή την περιγραφή και κορυφώνει την ειρωνία για την θεολογία του ωραίου: “Η ασυλία του καλλιτέχνη έναντι του κοινωνικού ελέγχου από το απαραβίαστο του προσώπου του φαντάζουν συνεπώς ως ένα είδος εγγύησης ότι η ιερή μανία της τέχνης θα αναβλύσει ανεμπόδιστα για άλλη μια φορά από τα ψυχικά τενάγη όπου ο Θεός, η ιστορία ή η τύχη εναπόθεσαν την μυστηριακή ουσία του κάλλους” - είναι μεγάλος στυλίστας, θα συμφωνήσετε, υποθέτω. Ο Τάκης χτίζοντας αριστοτεχνικά αυτή την κατασκευή της “θεολογίας του ωραίου” που οδήγησε και τον συνταγματικό νομοθέτη να προβλέψει ένα ανεπιφύλακτο δικαίωμα, αποφασίζει να απο-ιεροποιήσει αυτό το δέος, εκλογικεύοντας την διατύπωση “η τέχνη είναι ελεύθερη”, κάνοντας όμως ένα ορθογραφικό λάθος και γράφοντας την τέχνη με “Τ” κεφαλαίο. Κατά τον Τάκη, το Σύνταγμα κυριολεκτεί: η Τέχνη είναι ελεύθερη, όχι ο καλλιτέχνης! Με δικά του λόγια:
“...θα προτείνω παρακάτω να εγκαταλείψουμε πλήρως την ιδέα του ειδικού ατομικού δικαιωματος να κάνεις τέχνη, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα εαυτούς από την κρυφή θεολογία του ωραίου, που φωλιάζει μέσα στην ιδέα αυτή και καταλήγει να καθηλώνει την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που πραγματικά μας απονέμει το δημοκρατικό μας πολίτευμα σε αδιέξοδα όσο και ψευδή διλήμματα.” (σελ. 29).
Με λίγα λόγια, ο Τάκης λέει ότι το Σύνταγμα δεν αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως ιερά όντα, απονέμοντάς τους ένα “ειδικό” συνταγματικό δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο της τέχνης τους. Απορρίπτει αυτή την (κρατούσα) προσέγγιση ως άκρως αριστοκρατική και ως αντιδημοκρατική τελικά υπερενίσχυση της ελευθερίας της έκφρασης, φορείς της οποίας είμαστε όλοι (κι όχι μόνο οι καλλιτέχνες) , αλλά που υπάγεται και σε συγκεκριμένους περιορισμούς (“...όπως ο νόμος ορίζει”) και δεν είναι ανεπιφύλακτη όπως η Τέχνη. Διότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν τίποτε παραπάνω από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους για να αξίζουν μιας τέτοιας “ειδικής” συνταγματικής μεταχείρισης. Αντλεί μάλιστα ένα ισχυρό επιχείρημα από το ίδιο το Σύνταγμα: στο άρθρο 14, εκτός από το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, διατυπώνεται και η αυτονομημένη ελευθερία του Τύπου (“ο Τύπος είναι ελεύθερος”, λέει το Σύνταγμα). Δηλαδή κάτω από το ατομικό δικαίωμα (υποκειμενικό δίκαιο) ακολουθεί η ρητή κατοχύρωση του θεσμού (αντικειμενικό δίκαιο), πράγμα που δεν αντιστοιχεί βέβαια σε ένα “δικαίωμα του να τυπώνεις”, αλλά στην αυξημένη προστασία όλων των συστατικών εγγυήσεων, δικαιωμάτων, συνθηκών, θετικών και αρνητικών όρων που εξυπηρετούν την κατάσταση της ελευθεροτυπίας. Έτσι ο Τάκης υποστηρίζει ότι και για την τέχνη δεν προβλέπεται ένα “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά η ελευθερία της “ίδιας” της Τέχνης. (Λες και η τέχνη είναι κάτι αχειροποίητο ή καλύτερα “η τέχνη προσλαμβάνει εκεί τις διαστάσεις χαρακτήρα μιας ανθρωπόμορφης οντότητας ικανής να επιδέχεται κατηγορήματα που αρμόζουν μόνο σε προσωπα”.) Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις που δημιουργούνται σε έναν φλογερό υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων κάμπτονται όμως, όταν υπεισέρχεται στην ειδικότερη θεμελίωση αυτής της άκρως αιρετικής άποψης.
Λέγοντας ότι η συνταγματική περικοπή “η τέχνη είναι ελεύθερη” δεν εισάγει ατομικό δικαίωμα, ο Τάκης προσπαθεί να εξηγήσει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει μια ευρύτερη κατάσταση ελευθερίας για όλους όσοι μετέχουν του αισθητικού φαινομένου, δηλαδή ότι φορείς της ελευθεριας αυτής είναι: το κοινό, οι κριτικοί, οι ατζέντηδες, τα μουσεία και – σχεδόν χαριστικά- οι καλλιτέχνες (αλλά με την λογική του last but not least, όχι ειδικό δικαίωμα είπαμε!). Είναι αυτό που οι κλασικοί συνταγματολόγοι ονομάζουν, όσον αφορά το κοινό, “παθητική διάσταση της ελευθερίας της τέχνης”: έχουμε δικαίωμα να δούμε μια όπερα χωρίς παρεμβάσεις (όπως η επέμβαση της ορχήστρας στο έργο της σκηνοθέτιδας) και έχουμε δικαίωμα να δούμε ακέραιο ένα βίντεο για τις φθορές του Παρθενώνα (χωρίς περικοπές των σκηνών που μπορεί να θεωρήσει ενοχλητικές το ιερατείο). Η ελευθερία της τέχνης αφορά όλους μας, όχι ειδικά τους καλλιτέχνες, αφορά μια “κοινωνική πρακτική, ένα ιδιότυπο πεδίο κοινωνικής δράσης, που το Σύνταγμα στοχεύει να διατηρήσει ελεύθερο χωρίς καμία επιφύλαξη” [σελ. 121]. Ή όπως πιο ολοκληρωμένα το θέτει ο συγγραφέας:
“Στόχος της συνταγματικής ρύθμισης είναι η διασφάλιση όχι τόσο μιας ατομικής νομικής ευχέρειας, όσο του καθεστώτος ελευθερίας που πρέπει να διέπει το σύνολο πλέγμα των πρακτικών επικοινωνιακής διάδρασης μεταξύ του καθενός και του οιουδήποτε ή των οιωνδήποτε άλλων μελών της πολιτικής συμβίωσης”. [Σελ. 90]
Συμφωνώ απολύτως με αυτή την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, συμφωνώ απολύτως με την άρνηση ενός “αριστοκρατικού” δικαιώματος μόνο για καλλιτέχνες, αλλά δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιον λόγο θα πρέπει να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία της τέχνης, όχι μόνο για τους καλλιτέχνες, αλλά και για όλους τους άλλους. Ανησυχώ δηλαδή μήπως τελικά αυτή η ανάγνωση οδηγήσει στην υποβάθμιση της ελευθερίας της τέχνης σε ένα συλλογικό “κοινωνικό δικαίωμα”, δηλαδή μια γενική πολιτικής υφής αξίωση έναντι της πολιτείας προς παροχή πρόσβασης στην τέχνη, χωρίς “αγώγιμη” λειτουργία, χωρίς δηλαδή να μπορούμε να ζητήσουμε την άρση της λογοκρισίας από την Λυρική Σκηνή ή χωρίς να δικαιούμαστε – καθένας από εμάς- να δούμε το βίντεο Γαβρά χωρίς περικοπές ή τους χορευτές του Εθνικού Θεάτρου χωρίς βρακάκια επειδή το ίδιο βράδυ θα έρθει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι η θητεία του συγγραφέα ως Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη υπεύθυνου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνηγορεί (πλεονασμός;) προς το αντίθετο: ο Τάκης υπογράφει με την θεσμική του ιδιότητα το "ηρωϊκό" πόρισμα για την έκθεση του Outlook που αναγνώρισε το δικαίωμα του κοινού να αξιώσει αιτιολόγηση για την αφαίρεση του πίνακα “Asperges me” από το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού που ήταν η εποπτεύουσα υπηρεσία. Ένα άψογο κείμενο, το οποίο επαναλήφθηκε ως σκεπτικό και στην παρέμβαση του ίδιου Βοηθού Συνηγόρου για τα γεγονότα της Ρούσαλκα στην Λυρική Σκηνή. Δηλαδή: αναγνωρίζει ότι και το κοινό κάνει χρήση της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης (στην “παθητική” της διάσταση) αξιώνοντας την άρση των λογοκριτικών επεμβάσεων. Οπότε, για ποιο λόγο να μην μιλήσουμε καθαρά και ξάστερα για ειδικό συνταγματικό δικαίωμα;
Η απάντηση που δίνει ο Τάκης είναι ότι υπάρχει η γενικότερη ελευθερία της έκφρασης που τα καλύπτει όλα αυτά και η ειδικότερη μνεία της “ανεπιφύλακτης” ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας “περιορισμός των περιορισμών” της ελευθερίας της έκφρασης. Οι “περιορισμοί των περιορισμών” έρχονται στην τρίτη φάση του ελέγχου της τήρησης ή παραβίασης ενός δικαιώματος ως εξής: ύπαρξη ανθρώπινου δικαιώματος – επιβολή περιορισμού – περιορισμός του περιορισμού. Για να δώσω ένα σχηματικό παράδειγμα:
1) ελευθερία έκφρασης: κυκλοφορία ενός ημερολογίου με γυμνά μοντέλα (συνταγματικό δικαίωμα)
2) εισαγγελική απαγόρευση κυκλοφορίας του ημερολογίου ως "ασέμνου" (περιορισμός του συνταγματικού δικαιώματος)
3) δικαστική άρση της απαγόρευσης επειδή πρόκειται για έργο τέχνης κι όχι για πορνογράφημα (περιορισμος του περιορισμού) – άρα επαναφορά στον κανόνα (1) ότι έχουμε ενάσκηση ελευθερίας έκφρασης που δεν επιδέχεται περιορισμό.
Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, στην οποία δεν θα διαφωνήσει κανείς, αλλά αφορά κατά κύριο λόγο την ενεργητική περίπτωση της ελευθερίας της τέχνης και ιδίως τον ίδιο τον καλλιτέχνη ή τον διανομέα του έργου, τους οποίους έχουμε φροντίσει εκ των προτέρων να απογυμνώσουμε από “ειδικά” συνταγματικά δικαιώματα. Έπειτα, ο Τάκης μιλώντας για “περιορισμό των περιορισμών” όσον αφορά την ελευθερία της τέχνης δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα. Απλώς προσπαθεί να θεμελιώσει θεωρητικά κάτι που ήδη βρίσκεται κατοχυρωμένο προ πολλού στο άρθρο 367 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα: δεν εμπίπτουν στην έννοια της εξύβρισης ή της δυσφήμησης οι δυσμενείς κρίσεις για καλλιτεχνικές εργασίες και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις (μην βιάζεστε: εκτός αν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις έχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν προκύπτει σκοπός εξύβρισης - “σχετικός” περιορισμός των περιορισμών). Φυσικά το 367 δεν έχει εφαρμογή σε άλλες κατηγορίες εγκλημάτων (λ.χ. ρατσιστικός λόγος) κι εκεί η συνταγματική θεμελίωση που επιχειρεί ο Τάκης γνωρίζει ιδιαίτερη πρακτική αξία.
Ο συγγραφέας τυποποιεί όμως ακόμα περισσότερο την ιδέα του ανεπιφύλακτου ως “περιορισμού των περιορισμών”, εισάγοντας το “τεκμήριο του αβλαβούς της τέχνης”. Δηλαδή ουσιαστικά ένα “τεκμήριο αθωότητας”: όποιος μετέχει της ελευθερίας της τέχνης, κατ' αρχήν δεν έχει κακή προαίρεση, άρα δεν πρέπει εξ αρχής να θεωρείται ως ύποπτος για κακά πράγματα, επειδή κάνει τέχνη. Επειδή η τέχνη είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σπορ (βλ. διαρκής κίνδυνος λογοκρισίας ή παροχικής μονομέρειας εκ μέρους της διοίκησης) , ενώ η ίδια δεν αποτελεί -κατ' αρχήν- και τόσο πρόσφορο μέσο για να θίξει τα δικαιώματα των άλλων, ας θεωρήσουμε ότι η τέχνη ως αυτοσκοπός είναι κατ' αρχήν αθώα. Φυσικά, το κατασκεύασμα αυτό οριοθετείται (“το τεκμήριο του αβλαβούς δεν μπορεί παρά να είναι πάντα μαχητο” [σελ. 166]) για να μην έχουμε τίποτα προσκρούσεις με άλλα δικαιώματα (βλ. δικαστική προστασία 20 παρ. 1 Σ). Μια γροθιά στα πλευρά του “απαραβίαστου” και μια επαναφορά – από την πίσω πόρτα- της “θεολογίας του ωραίου”: αν καθιερώσουμε τέτοια τεκμήρια, σε τι διαφοροποιούμαστε από τις θεωρίες περί απαραβίαστου του προσώπου του καλλιτέχνη και περί “ασύλου”; Δεν καλύπτεται άραγε ο καλλιτέχνης από το γενικό τεκμήριο της αθωότητας που ισχύει για όλους; Όχι, διότι το θέμα μας εδώ δεν είναι ο καλλιτέχνης, αλλά η “Τέχνη”!
Όλη αυτή η ανάπτυξη περί “αβλαβούς” της τέχνης, είναι εξόχως προβληματική. Είναι σαν να λέμε ότι συνολικά η έκφραση είναι εξ αρχής “αβλαβής”, αναπαράγοντας την νεοσυντηρητική προσέγγιση περί του ότι δήθεν ο “λόγος” δεν αποτελεί “πράξη”, άρα δεν μπορούν τα εγκλήματα που τελούνται μυϊκά (κλοπή, φόνος, βιασμός κλπ) να ανήκουν στην ίδια νομική κατηγορία με τα εγκλήματα που τελούνται με λόγο (απάτη, απειλή, προσβολές τιμής, ρατσιστικός λόγος). Πρόκειται φυσικά περί σοβαρής στρέβλωσης της έννοιας της “πράξης” όπως αυτή χρησιμοποιείται στο ποινικό δίκαιο (βλ. επ' αυτού, μερικές σκέψεις για τη λειτουργία του αντιρατσιστικού Ν.927/1979 εδώ).
Τελικά ενώ ο συγγραφέας προσφέρει μία όμορφη στοχαστική διαδρομή, αποδομώντας ορισμένα δεδομένα, καταλήγει πρακτικά στα ίδια συμπεράσματα με όσα υποστηρίζει και η παραδοσιακή θεωρία του συνταγματικού δικαίου, δίνοντας όμως και ορισμένα επιχειρήματα σε όσους μπορεί να έρθουν αύριο και να πουν ότι δεν υπάρχει “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά μόνο “η ελευθερία της Τέχνης”. Δεν θέλω να γίνομαι Κασσάνδρα, αλλά πρόσφατα διαβάσαμε σε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο της επικοινωνίας δεν μπορεί να περιλαμβάνει την τέλεση εξύβρισης και άλλων αδικημάτων, ενώ το σωστό είναι ότι σαφώς και τα περιλαμβάνει εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να ορίσει ποια είναι τα “ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα” που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου από δικαστική αρχή. Δεν κατανοώ για ποιο λόγο να υποστηρίζει κανείς όλη αυτή τη θεωρητική κατασκευή του ότι “δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα στην Τέχνη”, ενώ στην ουσία καταλήγει ότι ο φορέας αυτού του δικαιώματος δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά τελικά και το ίδιο το κοινό που μετέχει στην διαδικασία παραγωγής και κοινώνησης της τέχνης. Ούτε θεωρώ ότι, με όρους ασφάλειας δικαίου, αρκεί η γενική κατοχύρωση της ελευθερίας της έκφρασης, γιατί είδαμε ότι και στην ΕΣΔΑ δεν υπάρχει μια ειδική αναφορά στην Τέχνη, ενώ θα ήταν πολύ χρήσιμη για την αποφυγή της εξαιρετικά αρνητικής νομολογιας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μνημονεύει και ο Τάκης στο βιβλίο του (με αποκορύφωμα βέβαια την “Δίκη του Λεπέν”).
Πέρα όμως από αυτές τις διαφωνίες, θεωρώ ότι το μεγάλο κενό του βιβλίου είναι ακριβώς η σχέση του κοινού ως φορέα της ελευθερίας της τέχνης, με την χρήση των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο και το πως τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην ψηφιακή εποχή. Πριν σπεύσει κάποιος να πει ότι αυτό είναι ένα ειδικό ζήτημα, θα επιμείνω ότι αν σήμερα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης, ιδίως από την πλευρά του κοινού, έχει κάποια πρακτική αξία είναι ακριβώς η συνταγματική ανα-οριοθέτηση των δικαιωμάτων πνεματικής ιδιοκτησίας και της σχέσης του κοινού με τον πνευματικό δημιουργό. Επίσης: η τριτενέργεια των δικαιωμάτων του κοινού σε σχέση με τον παράγωγό. Εκεί έχει νόημα η συζήτηση περί της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης σήμερα και αυτό ο συγγραφέας το αποσιώπησε. Όχι μόνο στο βιβλίο του, αλλά και όταν του δόθηκε η δυνατότητα ως Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη να λάβει θέση για την αστεία δημόσια διαβούλευση του Ο.Π.Ι. περί “πειρατείας” στο Διαδίκτυο, όπου του δόθηκαν 5-6 διαφορετικές νομικές δυνατότητες για να παρεμβει, αλλά επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από μία μυωπικά στενόκαρδη ερμηνεία των δικονομικών δυνατοτήτων του κοινού για έλεγχο της δημόσιας διαβούλευσης ως διαδικασίας ενάσκησης (μη;) δημόσιας εξουσίας. Η αμετακίνητη στάση του Βοηθού Συνηγόρου στην συγκεκριμένη υπόθεση θεωρώ ότι ήταν εξίσου ανεξήγητη με την εμμονή του περί μη υπάρξεως δικαιώματος στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Είχε τη δυνατότητα να εκφράσει την αντίθεσή του στην τυχόν εισήγηση ενός “νόμου Σαρκοζί” και το απέφυγε, όπως και στο βιβλίο του.
Έτσι είναι όμως οι επίμονοι, εικονοπλάστες και εικονοκλάστες συγγραφείς που αντιμετωπίζουν το θέμα τους ως πίνακα του Ντελακρουά:
“...πλάθω με τη φαντασία μου μια νοερή εικονα της Τέχνης ως ανθρωπόμορφης και, φυσικά, θηλυκού γένους χαρίεσσας οντότητας να δέχεται μαζί με τις άλλες, περισσότερο αυστηρές αυτές, θηλυκές μορφές της Επιστήμης και της Διδασκαλίας την υπόσχεση της Δημοκρατίας ή του Λαού για ανεπιφύλακτη ελευθερία...” [σελ. 185]
Μου θυμίζει τον εαυτό μου, όταν οραματίζομαι την Διαφάνεια να ξεμαλλιάζεται με την Ιδιωτικότητα.
Αθεράπευτα ρομαντικός, αλλά μας χάρισε ένα βιβλίο που -με όλες τις αντιρρήσεις που μπορεί να διατυπώσει κανείς- δεν δικαιούται να το προσπεράσει ο σύγχρονος δημόσιος διάλογος και στοχασμός για την πολιτική και συνταγματική θεωρία περί ελευθερίας της τέχνης.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 27, 2008
Βιβλίο: Η Εικόνα στο Δίκαιο

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2008
Βιβλίο: Προσωπικά δεδομένα - οι τροποποιήσεις 2006/2007

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008
Βιβλίο: Οι ανεξάρτητες αρχές στη σύγχρονη δημοκρατία

Με μεγάλη ανυπομονησία περίμενα την έκδοση αυτού του μικρού βιβλίου, το οποίο περιέχει τις εισηγήσεις του νομικού συμποσίου που έγινε πέρσι με αυτόν τον τίτλο στο Μέγαρο Μουσικής.
Στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης και ειδικά στην ομιλία της τότε προέδρου της Βουλής κας Άννας Μπενάκη που περιέχεται στον τόμο, ορισμένοι διέγνωσαν την πρόθεση της κυβέρνησης να προσπαθήσει να “ελέγξει” τις ανεξάρτητες αρχές. Ουσιαστικά αυτή η ομιλία της προέδρου έδωσε αφορμή και στην Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να εκδώσει μια απόφαση σχετικά με τον έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών στη σύγχρονη δημοκρατία.
Το βιβλίο λοιπόν περιέχει, εκτός από την ομιλία της τ. προέδρου:
- τις εισηγήσεις των τότε πέντε επικεφαλής των συνταγματικά ανεξάρτητων αρχών (ΑΠΔΠΧ, ΕΣΡ, ΣτΠ, ΑΣΕΠ, ΑΔΑΕ σ.σ. από αυτούς ο μόνος που απήλθε ήταν ο κ. Γουργουράκης της ΑΠΔΠΧ),
-μια βαρύνουσα εισήγηση του κ. P.Hustinx, Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,
-ένα ενδιαφέρον κείμενο του τέως Συνηγόρου του Πολίτη του Κοσόβου (στα αγγλικά),
-ένα εισαγωγικό κείμενο του κ. Νίκου Φραγκάκη, ο οποίος επιμελείται και την έκδοση,
-την σημαντική τοποθέτηση του καθηγητή κ. Σπύρου Σημίτη, ο οποίος μας διαφώτισε σχετικά με αντίστοιχες εξελίξεις στην Γερμανία,
-τις ενδιαφέρουσες απόψεις του καθηγητή κ. Νίκου Αλιβιζάτου, ο οποίος υπήρξε και στο παρελθόν μέλος δύο ανεξάρτητων αρχών (ΕΣΡ και ΑΠΔΠΧ)
-ένα εξαιρετικό κείμενο του συνταγματολόγου και σήμερα βουλευτή επικρατείας του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπαδημητρίου
- και τις δύο ομιλίες των “απαραίτητων” κ.κ. Καθηγητών Παυλόπουλου και Βενιζέλου, οι οποίοι έφεραν λίγη περισσότερη “πολιτική” στην κουβέντα.
Ως επίμετρο προστέθηκε κι ένα κείμενο του τ. προέδρου ΑΠ κ. Ματθία, το οποίο είχε δημοσιευθεί τον καιρό της επίθεσης της κυβέρνησης και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο θεσμικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων, τον περασμένο Δεκέμβριο.
Ήταν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέδριο και θυμάμαι να κρατάω σημειώσεις μανιωδώς σε ένα μπλοκάκι, προσευχόμενος να δημοσιευθεί σύντομα ο πολυαναμενόμενος μικρός τόμος. Από τις εισηγήσεις μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση:
-η επιλογή του κ. Hustinx να μιλήσει για το θέμα της αποτελεσματικότητας των ανεξάρτητων αρχών, μολονότι η “εσωτερική” συζήτηση στην Ελλάδα αναλίσκεται ακόμη στη δικαιοπολιτική αναζήτηση της έννοιας και της σκοπιμότητας της "ανεξαρτησίας".
-Αυτό ουσιαστικά επισήμανε και ο κ. Σπύρος Σημίτης, υπογραμμίζοντας τον διαβουλευτικό - λειτουργικό ρόλο των Αρχών και υποστηρίζοντας ότι οι κανονιστικές-εκτελεστικές τους αρμοδιότητες δεν είναι το προέχον στοιχείο, σε σχέση με την πειθώ.
-Από τους προέδρους των Αρχών, ο πιο ενδιαφέρων ήταν ο κος Βέης του ΑΣΕΠ, με μια ολοζώντανη παρουσίαση, παρά το ελαφρώς αδιάφορο σε μένα θέμα. Οι υπόλοιποι ήταν άχρωμοι αν όχι και απογοητευμένοι.
-Ο κ. Παπαδημητρίου έθεσε επίσης το ζήτημα της “θεσμικής ευπρέπειας”, ενός όρου που νομίζω ότι περιγράφει με ακρίβεια την νομικά χαλαρή υποχρέωση για σεβασμό των Αρχών από το υπουργικό συμβούλιο.
Ένα χρήσιμο έργο που εμβαθύνει το διάλογο για το ρόλο των ανεξάρτητων αρχών σήμερα.
Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας
Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...