Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Αυγούστου 22, 2011

Βιβλίο: A people's history of the European Court of Human Rights

Οι αμερικάνοι συνήθως εντυπωσιάζονται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αυτό αποτυπώνεται σε όλα τα σχετικά βιβλία που έχουν γραφτεί από αυτούς, με κορυφαίο βέβαια το υπεραισιόδοξο European Dream του Τζέρεμι Ρίφκιν.

Πολύ πιο ενδιαφέρον όμως είναι όταν οι αμερικάνοι αντιμετωπίζουν με δέος το νομικό σύστημα της Ευρώπης. Η αμερικάνικη δικαιοσύνη αποτελεί μια από τις πολιτισμικές και συνταγματικές κατακτήσεις για τις οποίες οι αμερικάνοι είναι συνήθως ιδιαίτερα περήφανοι και δύσκολα θα αναγνώριζαν κάποιο άλλο σύστημα ως καλύτερο. Εδώ, με αυτό το βιβλίο,έχουμε μια από αυτές τις σπάνιες εξαιρέσεις.

Ο συγγραφέας Michael Goldhaber αποφάσισε να γράψει μία ιστορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που προσέφυγαν σε αυτό και οι υποθέσεις τους αποτέλεσαν σημεία αναφοράς στην ευρωπαϊκή αλλά και την παγκόσμια νομολογία. Ταξίδεψε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και βρήκε τους προσφεύγοντες για να σκιαγραφήσει τις συνθήκες, τα συναισθήματα και τις προσδοκίες που είχαν όταν προσέφυγαν στον κορυφαίο θεσμό της Ευρωπαϊκής δικαιοσύνης. Έτσι κάθε κεφάλαιο του βιβλίου αυτού είναι αφιερωμένο σε ένα μεγάλο θέμα ανθρώπινων δικαιωμάτων, υπό το πρίσμα μιας υπόθεσης (ή και περισσότερων) που παρουσιάζονται σε σχέση με την εθνική πολιτική της εκάστοτε εγκαλούμενης χώρας.

Το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2007 (και ήδη χρειάζεται επικαιροποίηση) χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο ("The expanding ambit of personal life") παρουσιάζεται πόσο διευρύνθηκε η έννοια της ιδιωτικής ζωής, έτσι ώστε να περιλάβει τα ζητήματα των παιδιών εκτός γάμου έως τα δικαιώματα των ομοερωτικών ατόμων. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι με τις αποφάσεις αναγνώρισης του δικαιώματος των ομοερωτικών ατόμων να υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, η Ευρωπαϊκή νομολογία είναι τουλάχιστον μία γενιά μπροστά από την αντίστοιχη πρόοδο που έχει σημειώσει το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ("The Rights of Expression") υπάρχει μια ενδιαφέρουσα έκπληξη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ελλάδα και ο διωγμός των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Ο συγγραφέας έχει εξετάσει την θρυλική υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδας, έχοντας έρθει σε επαφή με μέλη της οικογένειάς του στην Κρήτη και επισημαίνεται ότι σε αυτήν την υπόθεση εφαρμόστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για πρώτη φορά, το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης! Πέρα από τις υποθέσεις των Μαρτύρων, στο κεφάλαιο της ελευθερίας της έκφρασης αναλύονται και οι υποθέσεις hate speech στην Αυστρία.

Στο τρίτο κεφάλαιο ("State violence") εκτίθενται οι σοβαρές παραβιάσεις που αφορούν τα βασανιστήρια και παρουσιάζεται η εξέλιξη της σχετικής νομολογία του ΕΔΔΑ κυρίως στην Τουρκία.

Στο τέταρτο κεφάλαιο ("Challenges for the Future") ο συγγραφέας θεωρεί ότι οι μεγάλες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι οι υποθέσεις που σχετίζονται με τις εξελίξεις στην Τσετσενία, αλλά και τα δικαιώματα των Ρομά.

Στο πέμπτο κεφάλαιο ("Concluding Thoughts") ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αποτελεί μια νέα ευρωπαϊκή συνταγματική αφήγηση που προσδίδει νέα στοιχεία στην ευρωπαϊκή ταυτότητα. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι η τελική σύγκριση των συστημάτων προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάτων σε Ευρώπη και Αμερική. Ξεκινάει αναγνωρίζοντας ότι το ευρωπαϊκό σύστημα μπολιάστηκε από ορισμένους δικηγόρους που είχαν διαβάσει αμερικάνικο δίκαιο. Σήμερα όμως αναγνωρίζει ότι οι προοδευτικοί Αμερικάνοι ατενίζουν το Ευρωπαϊκό δίκαιο με φθόνο. Ως καθοριστικό στοιχείο παρουσιάζεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια έχει αποποινικοποιήσει τις ομοερωτικές σεξουαλικές πράξεις κι έχει αναγνωρίσει την ελευθερία των ομοερωτικών να θητεύουν στις ένοπλες δυνάμεις. Στην Ευρώπη έχει αναγνωριστεί ένα συνταγματικό δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον. Και φυσικά η Ευρώπη έχει καταργήσει τη θανατική ποινή και δεν αναγνωρίζει καμία εξαίρεση στην απαγόρευση των βασανιστηρίων. Ο συγγρΈαφέας καταλήγει ότι τα επιτεύγματα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν έχουν αντιστοιχία στα δικαστικά δεδομένα των Η.Π.Α. και ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι μακράν το πιο ανεπτυγμένο νομολογιακό δίκαιο που βασίζεται σε σύμβαση ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ένα βιβλίο με πληροφορίες που δεν θα έβρισκε κανείς στις νομικές εκδόσεις και με πραγματική έρευνα που υπενθυμίζει σε όλους -και πριν απ' όλους, στο ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο- ότι οι προσφεύγοντες είναι πραγματικοί άνθρωποι που η δίκη σε αυτό το ανώτατο επίπεδο είναι ίσως η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή τους.

Το κατέβασα από το Kindle Store και το διάβασα σε iPhone και iPad.


Σάββατο, Απριλίου 02, 2011

Μια συζήτηση με τον κ. Νίκο Αλιβιζάτο

Mια εκπομπή με καλεσμένο τον κ. Νίκο Αλιβιζάτο, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου.

Αφορμή, η κυκλοφορία του βιβλίου του "Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στην Νεοελληνική Ιστορία - 1800-2010" (εκδόσεις Πόλις).

O κ. Αλιβιζάτος τοποθετείται ως προς το θέμα της συνταγματικότητας του "Μνημονίου", ενώ συζητήσαμε για πολλά ζητήματα συνταγματικού δικαίου και ιστορίας, όπως τα Συντάγματα του Αγώνα, τη σχέση του Καποδίστρια με αυτά, το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα και τις δυνατότητες εξεύρεσης πιο συναινετικών κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

Μιλήσαμε επίσης για το φαινόμενο της μεταπήδησης των καθηγητών Νομικής στην πολιτική.

Ο καθηγητής τοποθετείται για το θέμα του διαφορετικού συνταγματικού χειρισμού των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης από τα υπόλοιπα έντυπα μέσα, καθώς και για το εντελώς πρόσφατο προσχέδιο νόμου για την δωρεά οργάνων με "εικαζόμενη συγκατάθεση" και δυνατότητα opt-out δήλωσης αντίρρησης για τους μη επιθυμούντες.


Ακούστε την εκπομπή πιέζοντας εδώ.



Κυριακή, Μαρτίου 27, 2011

Βιβλίο: Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του


Ο κ. Νίκος Αλιβιζάτος είναι ο πιο μεταδοτικός καθηγητής που είχα στη Νομική Αθήνας (μαζί με τον κ. Κώστα Μπέη), από αυτούς που σε κάνουν να αγαπήσεις το συνταγματικό δίκαιο και να το επιλέξεις ως επιστημονικό αντικείμενο. Με τις πάντα καίριες δημόσιες παρεμβάσεις του, αλλά και την δικηγορική του σταδιοδρομία σε υποθέσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποτελεί ένα πρότυπο για τη δική μας γενιά νομικών. Όταν ήμουν φοιτητής, μοιραζόταν στους πρωτοετείς το σύντομο έργο του για την "Συνταγματική Ιστορία". Ήταν η έκδοση των πανεπιστημιακών του σημειώσεων, από τη διδασκαλία αυτού του μαθήματος στη Σχολή. Στο δικό μου έτος (1997) δίδαξε συνταγματικό δίκαιο και, για όσους τολμηρούς τον είχαν επιλέξει, στο τελευταίο έτος, μας περνούσε από την "ιερά" εξέταση της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου. Έτυχε να περάσω από την "ιερά" εξέταση αμέσως μετά την Αναθεώρηση του 2001, δηλαδή τον Ιούνιο του ίδιου έτους (η Αναθεώρηση είχε γίνει τον Απρίλιο). Είχαμε μάθει απ' έξω κι ανακατωτά όλα τα κεφάλαια της Αναθεώρησης (περίπου το μισό Σύνταγμα!) και προσωπικά είχα διαβάσει ό,τι είχε γράψει ο καθηγητής στον Τύπο (ήταν ακόμα νωπή η υπόθεση των "ταυτοτήτων", στην οποία είχε εμπλακεί ως εισηγητής στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων), αλλά και τα βιβλία του, σχετικά με τους πολιτικούς θεσμούς και με μια ιδιαίτερη ευαισθησία για την σχέση των μ.μ.ε. με το κράτος και τη δικαιοσύνη. Αλλά και μετά την αποφοίτηση, συνέχισα να παρακολουθώ τον καθηγητή και να διαβάζω τα κείμενά του. Τα πιο ενδιαφέροντα ήταν το βιβλίο "Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση" και το βιβλίο του για το "Άρθρο 16".

Το βιβλίο "Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στην Νεοελληνική Ιστορία 1800-2010" έχει έναν προκλητικό τίτλο, που παραπέμπει στο "Οpen Society and its Enemies" του C.Popper, τσιτάτο του οποίου παραθέτει ο συγγραφέας σε αρχική σελίδα, μαζί με άλλα του Καντ, του Θεοτοκά και του Σεφέρη. Το βιβλίο, όμως, κρύβει ενδιαφέρουσες εκπλήξεις, σε όσους το προσεγγίσουν με την αστυνομική λογική "αναζητείστε το δολοφόνο" ('whodunit'), αν δηλαδή η προσδοκία είναι να διαβάσουν μια μανιχαϊστική προσέγγιση ανάμεσα σε "καλούς" που είναι υπέρ του Συντάγματος και "κακούς" που το αντιστρατεύονται και το υπονομεύουν. Διότι ως "Σύνταγμα" στο βιβλίο αυτό δεν νοείται βέβαια μόνο το εκάστοτε προετοιμαζόμενο, ισχύον, αναθεωρούμενο κλπ "Σύνταγμα", αλλά το γενικότερο συνταγματικό δίκαιο, το οποίο περιλαμβάνει δικαιοπολιτικές αρχές, άγραφους κοινοβουλευτικούς κανόνες, διεθνές δίκαιο, νομολογία δικαστηρίων και άλλα κανονιστικά σύνολα που συγκροτούν την έννοια του Συντάγματος, τουλάχιστον όπως αυτή είναι σήμερα αντιληπτή.

Έτσι, το βιβλίο αυτό αναφέρεται και σε αναπάντεχους "εχθρούς" του Συντάγματος, τους οποίους το ίδιο το Σύνταγμα "εκδικήθηκε", κατά την σχετική παρατήρηση του συγγραφέα. Διότι, είναι αναπάντεχο να ταξινομείται υπόρρητα σε αυτούς και ο Ανδρέας Παπανδρέου, μόνο και μόνο επειδή άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση κατά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975. Όπως εύστοχα εντοπίζει όμως ο Αλιβιζάτος, ο Παπανδρέου δημόσια ομολόγησε, ως πρωθυπουργός πια, ότι "επανεκτίμησε" τις απόψεις του για το Σύνταγμα, όταν είχαν περάσει ορισμένα χρόνια από την εφαρμογή του. Για να στραφεί βέβαια και πάλι "εναντίον" του, με την αναθεώρηση του 1986 που αφαίρεσε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τις λεγόμενες υπερεξουσίες του και εγκαθίδρυσε το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που απονέμει στον Πρωθυπουργό τόση εξουσία όση ίσως μόνον ο βρετανός πρωθυπουργός διαθέτει. Γι' αυτό ο Αλιβιζάτος αναφέει ότι "ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός συνιστά ακραία εκδοχή του κοινοβουλευτισμού πλειοψηφικού τύπου - ή "τύπου Ουέστμινστερ", σύμφωνα με την ορολογία της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης (Westminster type majoritarian parliamentarism) - πεμπτουσία του οποίου είναι η εναλλαγή δύο κατ' αρχήν κομμάτων σην εξουσία με τα επόμενα να αρκούνται σε ρόλο περισσότερο διαμαρτυρίας παρά συμμετοχής στην άσκηση της πολιτικής. (...) Στον αντίποδα βρίσκεται βεβαίως ο λεγόμενος "συναινετικός κοινοβουλευτισμός" (consensual parliamentarism), ο οποίος παραδοσιακά ακολουθείται στο Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Δανία, την Φινλανδία και ήδη στις περισσότερες χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού"."

Xρησιμοποιώντας μια άμεση κι όχι "τεχνική" γλώσσα, χωρίς υποσημειώσεις, αλλά μόνο με παράθεση αποσπασμάτων κειμένων - τεκμηρίων στο τέλος κάθε κεφαλαίου, το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε νομικούς, αλλά σε κάθε ενδιαφερόμενο. Όπως και η αρθρογραφία του Αλιβιζάτου, έτσι και το βιβλίο αυτό, έχει περισσότερο την λογική της πολιτικής παρέμβασης ενός ειδικού που συστηματοποιεί τα τεκταινόμενα με γνώμονα το σύνταγμα, παρά την εξαντλητική τεκμηρίωση και τη λόγια προσέγγιση της ιστορίας.

Το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στις αναλύσεις για τα συντάγματα του Αγώνα, την "βαθεία τομή" του Καραμανλή στη δεκαετία του 1960, αλλά και στην περίοδο της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης. Είναι εντυπωσιακό ότι σε ένα βιβλίο για την νεοελληνική συνταγματική ιστορία ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την παρουσίαση της εξέλιξης της προοδευτικής αντιρατσιστικής νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. αλλά και της ίδρυσης και λειτουργίας συνταγματικών δικαστηρίων στην Γαλλία, την Γερμανία και την Ιταλία. Η ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου στην Ελλάδα αποτέλεσε όμως και θέμα δημόσιου διαλόγου ήδη από την "βαθεία τομή" του Καραμανλή και επανήλθε στην τελευταία διαδικασία αναθεώρησης ("αποτυχημένη" την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας) του 2008. Το συνταγματικό δικαστήριο της "βαθείας τομής" ήταν μία πρόταση του Κωνσταντίνου Τσάτσου που θα μεταφύτευε στην Ελλάδα τον "θεσμικό" τρόπο της απαγόρευσης του κομμουνισμού, ενώ το συνταγματικό δικαστήριο της αναθεώρησης του 2008 θα ήταν μια περίπτωση αποδυνάμωσης των αρμοδιοτήτων ελέγχου συνταγματικότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεχίζοντας την σχετική "επίθεση" που είχε αρχίσει σε αυτό το δικαστήριο από την αναθεώρηση του 2001 (κατά την οποία τα τμήματα του ΣτΕ υποχρεωτικά παραπέμπουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου). Θεωρώ άδικο βέβαια να κρίνουμε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο μόνο από τον διάχυτο αντικομμουνισμό που χαρακτήριζε τον πολιτικό λόγο του, ενώ έχει προσφέρει, από τη δεκαετία του 1920, την επιστημονική επεξεργασία της τελολογικής μεθόδου που καθόρισε την ορθή ερμηνεία των κανόνων δικαίου στην Ελλάδα.

Ο Αλιβιζάτος καταδεικνύει την έλλειψη ανεξάρτητου ελέγχου των συνταγματικών διαφορών, ειδικά όταν αυτές δεν αφορούν ατομικά δικαιώματα (για τα οποία άλλωστε υπάρχει και το ΕΔΔΑ), αλλά όταν σχετίζονται με την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος από κορυφαία πολιτειακά όργανα. Εξέχοντα παραδείγματα, η "ψήφος Αλευρά" και η "παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων" (που αφορούσαν την υπόθεση Κοσκωτά). Και στις δύο περιπτώσεις, η συνταγματική διαφορά επιλύθηκε από την ίδια την Βουλή, δηλαδή από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν ήταν, λοιπόν, μια ανεξάρτητη επίλυση, αλλά η κυριαρχική τομή του ζητήματος από τον ισχυρό "διάδικο" της διαφοράς. Ωστόσο, ο Αλιβιζάτος παρόλο που διαπιστώνει το πρόβλημα, διστάζει να ταχθεί υπέρ της ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου. Είναι μάλλον κατά της ίδρυσης, επειδή προφανώς θεωρεί ότι ένα συνταγματικό δικαστήριο μπορεί να εξελιχθεί σε έναν "εχθρό" του Συντάγματος, όπως θα ήταν το συνταγματικό δικαστήριο της "βαθείας τομής". Προσωπικά διαφωνώ και θεωρώ ότι η σιωπηρή άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκήσει τις αρμοδιότητές του για αναπομπή νομοσχεδίων, η υπολειτουργία της "ένστασης αντισυνταγματικότητας" στην Βουλή, αλλά και η διαρκής θέσπιση αντισυνταγματικών νομοθετημάτων, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός ένδικου βοηθήματος actio popularis, επιβάλλει τη ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Οι ανεξάρτητες αρχές και οι "καταδίκες" από συνταγματολόγους δεν επαρκούν ως αντίβαρα για να παρασχεθεί η ασφάλεια δικαίου που πρέπει να συνοδεύει την επίλυση των συνταγματικών διαφορών. "Κάποιος πρέπει να έχει τον τελικό έλεγχο", μας είχε πει ο καθηγητής το 2οο1, σε μια παράδοση της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου.

Δύο υποθέσεις ξεχωρίζει ο Αλιβιζάτος ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις, στις οποίες εχθρός του Συντάγματος ήταν τελικά ο ίδιος ο αναθεωρητικός νομοθέτης. Πρόκειται για τις υποθέσεις του "βασικού μετόχου" καθώς και την θέσπιση ασυμβίβαστων επαγγελματικών ιδιοτήτων για τους βουλευτές. Και στις δύο περιπτώσεις, οι συνταγματικές διατάξεις ήταν αντίθετες στο ευρωπαϊκό δίκαιο: ο "βασικός μέτοχος" είχε προβλήματα με το κοινοτικό δίκαιο και τα ασυμβίβαστα είχαν προβλήματα με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι όπως κατοχυρώνεται από πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Η ιστορία για τον βασικό μέτοχο είναι πιο γνωστή. Η δεύτερη υπόθεση λύθηκε από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Λυκουρέζου κατά Ελλάδας: ο γνωστός δικηγόρος είχε χάσει την βουλευτική του έδρα μετά τη θέσπιση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, κατά παράβαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνη του, αφού όταν εξελέγη το 2000 δεν υπήρχε καν η πρόβλεψη ότι θα επιβαλλόταν μια τέτοια απαγόρευση στο Σύνταγμα. Μια λεπτομέρεια που φυσικά δεν αναφέρεται στο βιβλίο είναι ότι δικηγόρος του κ. Λυκουρέζου στο Στρασβούργο ήταν ο κ. Αλιβιζάτος. Αυτό είναι το πιο γοητευτικό στα νομικά: ότι μπορείς να συμβάλλεις όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά και στην πράξη. Κι αυτή είναι μια ικανότητα για την οποία θαυμάζουμε τον κ. Αλιβιζάτο, ως δικηγόρο αλλά και ως επιστήμονα.

Λόγω επικαιρότητας, από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι βέβαια η συνοπτική ανάλυση που γίνεται για τις συνταγματικές επιπτώσεις του Μνημονίου. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλιβιζάτος στο βιβλίο αυτό αποφεύγει να τοποθετηθεί για την ίδια τη διαδικασία της θέσπισης, εάν δηλαδή αποτελεί διεθνή σύμβαση οπότε θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος που επιβάλλει την αυξημένη πλειοψηφία και όχι μόνο την ψήφιση από τους κυβερνητικούς βουλευτές. Θεωρεί όμως ότι η εξουσιοδότηση του υπουργού Οικονομικών να υπογράφει νεά μνημόνια προσκρούει στο άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος (που επιβάλλει την κύρωση συνθηκών που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες με τυπικό νόμο) κι ότι η παραίτηση από τις "ασυλίες λόγω κυριαρχίας" που περιέχει η δανειακή σύμβαση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αντισυνταγματική αναγκαστική εκτέλεση όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου. Ως προς την επίπτωση του Μνημονίου στα κοινωνικά δικαιώματα (θέμα που αποτέλεσε και αντικείμενο σχετικής προσφυγής του ΔΣΑ και άλλων στο Συμβούλιο της Επικρατείας), ο Αλιβιζάτος θεωρεί ότι είναι "αμφίβολο αν, πέρα από εντελώς οριακές και εξατομικευμένες περιπτώσεις, οι οποίες θα συνιστούσαν ενδεχομένως "απάνθρωπη" ή "εξευτελιστική" μεταχείριση συγκεκριμένων προσώπων (κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ), οι ενστάσεις αυτές θα ευοδωθούν".

Το βιβλίο είναι απολαυστικό για όσους ενδιαφέρονται για συνταγματικά θέματα, είμαι όμως σίγουρος ότι θα αρέσει και σε μη νομικούς, λόγω της δομής του αλλά και της ακομπλεξάριστης γλώσσας του. Σκέφτομαι να το δοκιμάσω, συστήνοντάς το σε φίλους που δεν έχουν σχέση με τα νομικά, αλλά τους ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική. Αυτό που θα ήθελα περισσότερο, είναι να μάθω τι κρύβεται πίσω από ορισμένα υπονοούμενα (λ.χ. τις "συζητήσιμες απόψεις του κ. Δεκλερή για την πολιτική και τους πολιτικούς": ποιες δηλαδή;) και ορισμένα πιο συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να μπορέσουμε να τα βρούμε για να τα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς (λ.χ. αναφέρεται ότι ένας γερμανός καθηγητής ανέφερε σε μια διάλεξη ότι ο θεμελιώδης νόμος ταυτίζεται με την ερμηνεια του από το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο: ποιος, που, πότε, γιατι;). Αλλά, βέβαια ο καλός καθηγητής δεν είναι αυτός που δίνει "έτοιμη" γνώση, αλλά εκείνος που δίνει τις αφορμές για έρευνα και περαιτέρω αναζήτηση της αλήθειας.





Δευτέρα, Οκτωβρίου 04, 2010

H Eλλάδα στη Δεκαετία του '80: το κράτος δικαίου και η κοινή γνώμη

Ένα "κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό" για την Ελλάδα στη δεκαετία του 1980 δεν θα μπορούσε παρά να έχει αφιερώσει αρκετά από τα λήμματά του σε περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή των νόμων. Στη δεκαετία της εδραίωσης της Γ' Ελληνικης Δημοκρατίας, η δημόσια ζωή του τόπου υποδέχεται έναν νέο, μείζονος ενδιαφέροντος συντελεστή που αναπτύσσεται και διεκδικεί αυτόνομο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης: το κράτος Δικαίου.

Εκτός λοιπόν από τους παραδοσιακούς μαγνήτες του δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως είναι οι πολιτικοί, οι διασκεδαστές, οι κοινωνικές διεκδικήσεις, τα εθνικά οράματα και τα καταναλωτικά αγαθά, η Ελλάδα στην δεκαετία του 1980 αποκτά σταθερούς δημοκρατικούς θεσμούς αυτοτελούς σημασίας για την κοινή γνώμη, οι οποίοι διεκδικούν ρυθμιστικό ρόλο, πέρα από τους συγκυριακούς πλειοψηφικούς συσχετισμούς. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η ωρίμανση του νέου Συντάγματος του 1975 και η αναθεώρησή του κατά το 1986, με κεντρικότερο θεσμικό διακύβευμα τον ρυθμιστή του πολιτεύματος, δηλαδή το νέο θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η πρώτη αναθεώρηση του νέου Συντάγματος είναι ιστορικά συνδεδεμένη με την πολιτικά αμφιλεγόμενη απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να μην στηρίξει τελικώς την υποψηφιότητα του Κωνσταντίνου Καραμανλή για το ύπατο αξίωμα, αποδίδοντας την επιλογή αυτή στην συνταγματική κατάργηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του Προέδρου, οι οποίες είχαν χαρακτηριστεί ως "υπερεξουσίες", διότι αντιστοιχούσαν σε ανέλεγκτες προνομίες που διατηρούσε ο ανώτατος άρχων της περιόδου της βασιλευομένης δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, όμως, η διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας με τη χρήση έγχρωμων ψηφοδελτίων, ώστε το κυβερνών κόμμα (ΠΑΣΟΚ) να καταργήσει στην πράξη την μυστικότητα της διαδικασίας και να ελέγξει τους βουλευτές του σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο κομματικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με το μεγάλο νομικό ερώτημα περί του αν ο Πρόεδρος της Βουλής, ως αναπληρών Πρόεδρος της Δημοκρατίας, είχε ή όχι δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη του νέου ΠτΔ (η "ψήφος Αλευρά"), πυροδότησε έναν δημόσιο διάλογο συνταγματικού δικαίου που απασχόλησε εντονότατα την κοινή γνώμη ως προς την ερμηνεία του Συντάγματος. Αυτός ο διάλογος, στον οποίο πήρε θέση τότε σχεδόν το σύνολο του νομικού κόσμου της χώρας, ανέδειξε μια νέα τάξη προσώπων ως παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης σε θεσμικά ζητήματα: τους συνταγματολόγους. Ταυτόχρονα, όμως, οι δημόσιες τοποθετήσεις των συνταγματολόγων επιβαρύνθηκαν από την υποψία ότι οι επιστημονικές θέσεις τους ήταν επηρεασμένες από τις πολιτικές τους καταβολές, καθώς τα θέματα που τους απασχολούσαν βρίσκονταν στο σημείο τομής του δικαίου και της πολιτικής. Μέσα από το συνταγματικό διάλογο της δεκαετίας του 1980 αναδείχθηκαν και νέοι "αστέρες" της πολιτικής ζωής, οι οποίοι κυριάρχησαν μάλιστα στις επόμενες δεκαετίες: οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτές του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Προκόπη Παυλόπουλου, καθηγητών δημοσίου δικαίου, οι οποίοι τα επόμενα χρόνια βρέθηκαν στη θέση του νομοθέτη και του υπουργού.

Το έργο "Η Ελλάδα στη Δεκαετία του '80" δεν θα μπορούσε λοιπόν να μην περιέχει αναφορές στις μεγάλες δικαϊκές υποθέσεις που απασχόλησαν την κοινή γνώμη, τόσο σε θεσμικό επίπεδο ("Συνταγματολόγοι: Θεματοφύλακες του δημοκρατικού πολιτεύματος απέναντι στις αυθαιρεσίες της πολιτικής εξουσίας", "Ψήφος Αλευρά: Συνταγματική θεωρία και πολιτικός ρεαλισμός", της Χ. Ακριβοπούλου), όσο και σε δικαστικό ("Παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο: το "βρώμικο '89" και η "Δίκη του Αιώνα", του Π. Κουστένη).

Μέσα από τις τελευταίες περιπτώσεις των "σκανδάλων" τέθηκαν οι βάσεις για την διαμόρφωση ακόμη και νέων συνταγματικών δικαιωμάτων που επικυρώθηκαν με την αναθεώρηση του 2001 ("Υποκλοπές: πόλεμος πληροφοριών και φημών την εποχή της πόλωσης", του Χ. Τάσση, "Ραδιόφωνο: το τέλος του κρατικού μονοπωλίου στα οπτικοακουστικά ΜΜΕ και η αρχή της απορρύθμισης" του Γ. Πασχαλίδη), ενώ στην πιο αρχετυπική τέτοια υπόθεση της δεκαετίας του 1980 βρίσκονται τα σπέρματα για την καθιέρωση νομικών εξαμβλωμάτων, όπως ο "βασικός μέτοχος" ("Σκάνδαλο Κοσκωτά: Πολιτική διαφθορά και ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των Μ.Μ.Ε.", Π. Κουστένη).

Και φυσικά, παράλληλα προς τις μεγάλες θεσμικές υποθέσεις και τις μεγάλες δίκες, υπάρχει και το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και η δημοσιογραφία του κλασικού "δικαστικού ρεπορτάζ". Ενώ δεν λείπουν οι κλασικές περιπτώσεις μυστηριωδών δολοφονιών που οδηγούν σε δίκες μεγάλου λαϊκού ενδιαφέροντος ("Υπόθεση Νάσιουτζικ: η "απόλαυση" του αντιελιτισμού", της Χ.Βροντού), κατά τη δεκαετία του 1980 η Ελλάδα ακουμπά δύο μεγάλες ποινικές κατηγορίες: αφενός το "επαγγελματικά" οργανωμένο έγκλημα ("Εταιρία δολοφόνων: πολιτικός κυνισμός και εγκληματική δραστηριότητα" του Χ. Τάσση), κι αφετέρου την τρομοκρατική δράση ("17 Νοέμβρη (Επαναστατική Οργάνωση): μια περιοδιολόγηση, η ανθρωπιστική ταύτιση με το θύμα και η τομή του θανάτου του Θάνου Αξαρλιάν", του Π. Παναγιωτόπουλου).

Σε ένα τόσο πολυσέλιδο έργο μπορεί να εντοπίσει κανείς και ορισμένες ανακρίβειες ή να έχει καίριες αντιρρήσεις ως προς την ανάλυση περιστατικών και υποθέσεων. Θεωρώ σημαντικό ότι η ανάπτυξη των νομικών θεμάτων ανατέθηκε σε νέους επιστήμονες, οι οποίοι είδαν την ύλη αυτή με την απαραίτητη απόσταση που μπορεί να εγγυηθεί σημαντικό βαθμό αυξημένης αντικειμενικότητας. Είναι βέβαιο ότι η ανάλυση είναι σφαιρική και -ας μου επιτραπεί- χορταστική, αλλά θα περίμενε κανείς περισσότερες παραπομπές σε πηγές για περαιτέρω έρευνα (ιδίως σε διαδικτυακούς τόπους, κάτι που δεν τόλμησαν οι συντάκτες). Αν και θεωρώ ότι ο δημόσιος νομικός λόγος πρέπει να αποδεσμευτεί από την υπερβολική παραπομπολογία, η οποία αποτελεί κληροδότημα ενός πατριάρχη των συνταγματολόγων που κυριάρχησε στα 80ς: του Αριστόβουλου Μάνεση ("μανέσειες" παραπομπές).

Πάντως, ξαναδιαβάζοντας για τις μεγάλες νομικές υποθέσεις της δεκαετίας του 1980 (οι οποίες διδάσκονταν εκτενώς και στις Νομικές σχολές, τουλάχιστον όσο θυμάμαι από τη δεκαετία του '90), σκέφτομαι ότι εάν προκύψουν εκ νέου ερωτήματα συνταγματικού δικαίου, παρά την εμπειρία, πάλι δεν θα έχουμε έναν κεντρικό θεσμό για να επιλύσει την αμφισβήτηση, πέρα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που μπορεί να επιβάλλει τη γνώμη της και τις απόψεις των συνταγματολόγων. Η έλλειψη ενός συνταγματικού δικαστηρίου σε συνδυασμό με την απροθυμία του Προέδρου της Δημοκρατίας να διαδραματίσει έναν ρυθμιστικό ρόλο σε νομικά ζητήματα αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα κενό στο δικαϊκό μας σύστημα, το οποίο αποκαλύφθηκε ανάγλυφα στη δεκαετία του 1980.

Έργα όπως το "Λεξικό" επιβεβαιώνουν ότι ο δημόσιος νομικός λόγος διεκδικεί πια μια αναγνωρισμένη αυτοτέλεια, η οποία μπορεί να αναδειχθεί και σε αξία, εάν ελλείπουν οι πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες που αμβλύνουν την επιστημονικότητα του και τον υποβαθμίζουν από καθαρό λόγο, σε εργαλείο εξουσιαστικής επιβολής.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

Βιβλίο: Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το Ζήτημα της "Υπεροχής"


ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΛΙΝΑ
Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της "Υπεροχής"
θέμα: Δημόσιο Δίκαιο
Σειρά: ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥ
ημ/νία κυκλοφορίας: 09/06/2009
Εκδόσεις: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
ISBN: 978-960-15-2233-3
γλώσσα: Ελληνικά
σελίδες: 736

Το πιο σημαντικό νομικό ερώτημα στην εποχή μας φαίνεται ότι είναι κατά πόσον το κοινοτικό (ή γενικότερα το ευρωπαϊκό ή διεθνές) δίκαιο κατισχύει του Συντάγματος. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν δίνεται με ένα "ναι" ή ένα "όχι", διότι η απάντηση δεν γίνεται να είναι "νομική", με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Όσο πιο "νομικά" προσπαθήσει να απαντήσει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο λάθος θα κάνει. Το ερώτημα όμως είναι νομικό. Και η απάντηση δεν γίνεται να έρθει από μη νομικούς και μάλιστα κορυφαίους.

Η Λίνα Παπαδοπούλου έχει αποδείξει με την επιστημονική της παραγωγή ότι δεν φοβάται την επίπονη και εξαντλητική έρευνα, τόσο οριζόντια (πηγές) όσο και σε βάθος (μεθοδική μεταχείριση του υλικού). Το έργο αυτό ενσωματώνει ατέλειωτες ώρες εργασίας υψηλής ποιότητας, τόσο από πλευράς περιεχόμενης πληροφορίας, όσο και από πλευράς δημιουργικής σκέψης. Είναι ένα έργο επιστημονικής ωριμότητας, πράγμα που φαίνεται ιδίως από την επίμονη ανάλυση με όρους μεθοδολογίας δικαίου.

Το έργο αυτό παρουσιάζει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει ο "συνταγματικός πατριωτισμός" των ελληνικών δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου που φέρει την φήμη του πιο προοδευτικού δικαστηρίου της Χώρας. Αυτό το Δικαστήριο έχει πει πολλές φορές και σε διάφορες παραλλαγές ότι "το Κοινοτικόν Δίκαιον δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπερισχύει και των διατάξεων του Ελληνικού Συντάγματος", με τη λογική ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να αυτοκαταργείται. Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη προσέγγιση, την οποία αποκαλύπτει η συγγραφέας μέσα από την ενδελεχή της ανάλυση τόσο υπό την οπτική του θετικισμού που επικαλείται το ΣτΕ, όσο και υπό μια νέα προσέγγιση που, ουσιαστικά, επαναπροσδιορίζει το ερώτημα: την πλουραλιστική θεώρηση των πηγών του δικαίου.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Λίνα Παπαδοπούλου φωτίζει ένα τεράστιο ζήτημα, στο οποίο, αν το δούμε στην πλήρη έκτασή του (πέρα δηλ. από το θέμα του κοινοτικού δικαίου) οφείλεται κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο ουσιαστικό πρόβλημα των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων σήμερα: η μυωπική ανάγνωση του δικαίου μέσα από τη αναγνώριση της κανονιστικής αποκλειστικότητας των νόμων και την άρνηση κάθε άλλης κανονιστικής μήτρας. Ενώ η λειτουργία των δικαστηρίων πρέπει να είναι συνθετική των πηγών του δικαίου, στις αποφάσεις διαβάζουμε μόνο στερεοτυπικές και αξιωματικές διατυπώσεις που βασίζονται σε δεδομένα νομοθετήματα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη (ακόμη κι όταν προσκομίζονται) λ.χ. δικαιοσυγκριτικά δεδομένα ή και δεσμευτικές πράξεις ανεξάρτητων οργάνων αλλά και οι εκθέσεις και τα ψηφίσματα των διεθνών οργανισμών. Ακόμη και οι διεθνείς συμβάσεις πετιούνται συχνά ως κουρελόχαρτα, έναντι της "υπεροχής" λ.χ. μιας διάταξης του Ποινικού Κώδικα.

Το 80% της ισχύουσας νομοθεσίας αποτελεί ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου, συχνά μάλιστα εσφαλμένη. Άλλες φορές το κοινοτικό δίκαιο δεν ενσωματώνεται εμπρόθεσμα στην Ελληνική έννομη τάξη. Και άλλες φορές έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Σε αυτές τις τρεις περιπτώσεις, ενεργοποιείται ο ρόλος του Δικαστή, ο οποίος πρέπει να δώσει τις κατάλληλες λύσεις. Αυτό δεν γίνεται, όταν ο Δικαστής εμμένει ότι η εξουσία του σε μεθοδολογικά ζητήματα εξαντλείται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και ότι η προάσπιση του Συντάγματος αποτελεί υποχρέωσή του ως πολίτη για επίδειξη πατριωτισμού, διότι τι να τον κάνω τον "πατριωτισμό" όταν η πατρίδα έρχεται μετά να πληρώσει πρόστιμα ή εκτίθεται διεθνώς, επειδή οι δικαστές δεν εφαρμόζουν σωστά (ή καθόλου) το ευρωπαϊκό δίκαιο. Αν δεν θέλουμε να είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουμε το δικαίωμα να φύγουμε. Αφού όμως επιλέξαμε να μείνουμε, στοιχειώδης πατριωτική σοβαρότητα επιβάλλει να εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας.

Το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου είναι από εκείνα που θα 'θελε να είχε γράψει κάθε νομικός συγγραφέας. Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτε άλλο γι' αυτό πέρα από την άκρως τιμητική επισήμανση του Δ. Τσάτσου, στον Πρόλογο, ότι η συγγραφέας έχει υποχρέωση να το μεταφράσει και σε άλλες γλώσσες, επειδή το περιεχόμενό του έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για το ελληνόφωνο κοινό. Καθώς όμως σήμερα είναι και τα γενέθλια της Λίνας Παπαδοπούλου, αξίζει να της ευχηθούμε να διατηρεί πάντα αυτή την απίστευτη διανοητική φρεσκάδα και να απολαύσει την αναγνώριση που θα πρέπει και η νομολογία των Δικαστηρίων να επιφυλάξει στο έργο της αυτό.


Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2009

Βιβλίο: η συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών στην παραγωγή κανόνων δικαίου από τη διοίκηση

H συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών
στην παραγωγή κανόνων δικαίου από τη διοίκηση

Αθανάσιος - Ευστράτιος Ψύγκας
Εκδόσεις Σάκκουλα
2009
   Σελ. 79

Η έκδοση αυτού του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου έρχεται σε μία περίοδο που το μεγάλο ζήτημα της δημόσιας διαβούλευσης τίθεται στην κεντρική πολιτική συζήτηση, καθώς αποτελεί στρατηγική επιλογή της νέας κυβέρνησης που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009. Το βιβλίο είχε εκδοθεί πάντως αρκετό καιρό πριν τις εκλογές και διερευνά το ζήτημα περισσότερο από τις νομικές όψεις, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα απασχολήσουν σύντομα και την νομική επικαιρότητα, θέτοντας επί τάπητος το μεγάλο ερώτημα: ποια είναι η νομική φύση της δημόσιας διαβούλευσης, δηλαδή ποια δεσμευτικότητα παράγει για την Διοίκηση και ποια δικαιώματα έχει ο πολίτης που συμμετέχει σε αυτήν ή θέλει να αμφισβητήσει το κύρος της.

Παρόλο που πρόκειται για ένα νομικό βιβλίο, δεν περιορίζεται καθόλου σε θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά παρουσιάζει απτά παραδείγματα, από την εμπειρία στις ΗΠΑ, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και στην Ελλάδα. Όπως είναι αναμενόμενο για όσους έχουν ασχοληθεί με θέματα δημόσιας διαβούλευσης, η μελέτη αυτή εστιάζει ιδίως στο ρόλο των Ανεξάρτητων Αρχών, ως forum για την διοργάνωση μιας τέτοιας διαδικασίας. Μοντέλο τέτοιας Ανεξάρτητης Αρχής αποτελεί για το βιβλίο η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η οποια διαθέτει και δικό της Κανονισμό Δημόσιων Διαβουλεύσεων (του 2006). Στο βιβλίο λοιπόν αναλύονται οι διατάξεις αυτού του Κανονισμού και παρουσιάζεται ως case study μια περίπτωση διαβούλευσης της ΕΕΤΤ για να γίνει κατανοητή η εφαρμογή των κανόνων.

Ο συγγραφέας ξεκινάει όμως, πολύ σωστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, οι οποίες έχουν θεσμοθετημένη διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης για τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται από διοικητικές αρχές. Αναλύεται αυτή η κατοχύρωση στην Αdiministrative Procedure Act (κάτι σαν τον δικό μας Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και εξηγείται πως στη διαμόρφωση των κανόνων έπαιξε ρόλο και η νομολογία αλλά και η διοικητική πρακτική. Εδώ δίνεται ένα μήνυμα προς κάθε ενδιαφερόμενη κατεύθυνση: η διαβούλευση είναι νέο έδαφος για το διοικητικό δίκαιο και τα "προηγούμενα" που καταγράφονται σε δημόσια έγγραφα και αποφάσεις αρχών θα αποτελέσουν πιθανώς και τη μαγιά για μια ενδεχόμενη γενική νομοθετική ρύθμιση του θέματος.

 Μια εμπειρική παρατήρηση του βιβλίου σχετικά με την αμερικάνικη εμπειρία μου κέντρισε το ενδιαφέρον: στην διαβούλευση της αμερικάνικης Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (της περίφημης ΕΡΑ) για το θέμα των αποβλήτων το 60% των σχολίων προήλθαν από τη βιομηχανία ενώ μεμονωμένοι πολίτες υπέβαλαν μόνο το 6%. Στη μελέτη επισημαίνεται και σε άλλα σημεία ότι τελικά οι πολυεθνικές ειναι αυτές που διαθέτουν τα πιο στιβαρά νομικά τμήματα και υποβάλλουν τις πιο εμπεριστατωμένες "παρατηρήσεις" στις δημόσιες διαβουλεύσεις. Οπότε μολονότι η διαβούλευση προβάλλεται -και είναι- ένα δημοκρατικό μέσο μεγαλύτερης συμμετοχής, αν η κοινωνία των πολιτών δεν την αξιοποιήσει με τη σοβαρότητα που επιβάλλεται, πάλι οι παίκτες της αγοράς θα είναι αυτοί που θα κερδίζουν τις εντυπώσεις αλλά και τις μάχες. Οι παρατηρήσεις αυτές μου θύμισαν ένα κείμενο παρατηρήσεων που υπέβαλα στη διαβούλευση του Υπουργείου Μεταφορών και Τηλεπικοινωνιών για το θέμα των καρτοκινητών τηλεφώνων. Ήταν μια ουσιαστική ανάλυση 38 σελίδων, η οποία όχι μόνο δεν εληφθη υπόψη, αλλά ούτε καν αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα του Υπουργείου, όπως εξάλλου και καμία άλλη από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν. Μία από αυτές έμαθα οτι δημοσιεύθηκε μετά ως άρθρο σε νομικό περιοδικό. Δεν μπορείς να έχεις δημόσια διαβούλευση χωρίς δημόσια ανάρτηση των απαντήσεων και χωρίς εξαγωγή ενός εγγράφου με τα συμπεράσματα που εξάγει η δημόσια αρχή. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων θα έπρεπε να οδηγεί ακόμη και σε ακύρωση της επιδιωκόμενης ρύθμισης.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, αναλύοντας την εμπειρία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, διακρίνει τρία στάδια: (α) πρώτη φάση: δικαίωμα ακρόασης, (β) δεύτερη φάση: δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα και (γ) τρίτη φάση: δικαίωμα συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι και οι 3 φάσεις εξέλιξης της θεμελίωσης μιας δημόσιας διαβούλευσης αναπτύσσονται σε προϋφιστάμενα συνταγματικά δικαιώματα (20παρ. 2 Σ., 10 παρ. 3 Σ., 10 παρ. 1 Σ.). Επίσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η διαφάνεια αποτελεί μόνο το δεύτερο στάδιο εξέλιξης, χωρίς να σημαίνει δηλαδή ότι μόνη η διαφάνεια ικανοποιεί το αίτημα για συμμετοχική δημοκρατία. Διότι με μόνη την διαφάνεια, δεν έχουμε το απαιτούμενο στοιχείο της διάδρασης. Από την ανάλυση αυτή, σημειώνω μια παρατήρηση του συγγραφέα: "η αναγνώριση μιας αξίωσης συμμετοχής ως δικαιώματος δικαστικώς επιδιώξιμου είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς όπως είδαμε στο παράδειγμα των ΗΠΑ η συμβολή των δικαστηρίων στην αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος στην πράξη και στον κανονιστικό εμπλουτισμό του υπήρξε καθοριστική". Διότι μόνο έτσι η διαβούλευση θα εξελιχθεί, από "οικειοθελή" και συνθηματολογική πολιτική πρακτική, σε ένα ουσιαστικό κεκτημένο που θα μπορεί να καλύπτει κάθε πολίτη και θα μπορεί να παράγει συγκεκριμένα θεσμικά αποτελέσματα, μετρήσιμα για την ποιότητα της Δημοκρατίας. 

Στην Ελληνική εμπειρία, ο συγγραφέας μας εκπλήσσει, παρουσιάζοντας μια πρώτη περίπτωση θεσμικής δημόσιας διαβούλευσης σε ένα νομοθετικό διάταγμα του 1923, με το οποίο προβλεπόταν η συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν την δυνατότητα εντός μιας προθεσμίας να υποβάλλουν εγγράφως στο δήμο ή την κοινότητά τους τυχόν ενστάσεις, τις οποίες ο δήμος ή η κοινότητα είχαν υποχρέωση να διαβιβάσουν με γνωμοδότησή τους στο υπουργείο Συγκοινωνίας. Στη συνέχεια με το ν.947/1979 δόθηκε η δυνατότητα στους πολίτες εκτός από "ενστάσεις" να υποβάλλουνκαι τις απόψεις τους συμβάλλοντας στην σύνταξη του γενικού πολεοδομικού σχεδίου. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να αντιλέξει, υποστηρίζοντας ότι όλα αυτά προβλεπονται ούτως ή άλλως από το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις αρχές (άρθρο 10 παρ. 1 Σ.) το οποίο επιτρέπει σε κάθε πολίτη να αναφέρει επίσημα τη γνώμη του σε κάθε δημόσια υπηρεσία. Πράγματι, αυτή είναι και σήμερα η συνταγματική βάση της δημόσιας διαβούλευσης, αλλά είναι τελείως διαφορετική περίπτωση η αυτόκλητη υποβολή απόψεων σε σχέση με την οργανωμένη πρόσκληση εκ μέρους της ίδιας της Διοίκησης σε κάθε ενδιαφερόμενο για τοποθέτηση σε ένα συγκεκριμένο θέμα, εντός προθεσμίας και με στόχευση την επικείμενη κανονιστική ρύθμιση. 

Η ανάλυση της περίπτωσης της ΕΕΤΤ είναι ενδεικτική για το ρόλο που θα εξακολουθήσουν να παίζουν οι μεγάλες εταιρίες, με τα οργανωμένα regulatory τμήματα των νομικών υπηρεσιών τους. Απέναντι σε αυτά, μόνο οι μεγάλες καταναλωτικές οργανώσεις (όπως στην αναλυθείσα περίπτωση η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ) μπορούν να αρθρώσουν στιβαρό νομικό λόγο - προσωπικά ελπίζω ότι και οι bloggers αν αποφασίσουν να ασχοληθούν σοβαρά με τα θέματα που τους αφορούν και αφήσουν τις ελαφρότητες και τις τσαπατσουλιές θα μπορέσουν επίσης να αποτελέσουν μια υπολογίστιμη δύναμη. 

Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου είναι το τελευταίο, στο οποίο ο συγγραφέας αναπτύσσει και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις. Υποστηρίζει ότι η θεσμοθέτηση της διαδικασίας της διαβούλευσης και η δημιουργία ενός φακέλου με τις συμβολές κάθε πλευράς θα αποτελέσει κι ένα κρίσιμο υλικό που θα διευκολύνει μετέπειτα τον δικαστή που ενδέχεται να κληθεί να εξετάσει τους στόχους και τις αδυναμίες μιας κανονιστικής ρύθμισης. "Από το φάκελο αυτό θα ήταν δυνατό, για παράδειγμα να προκύψει, κατά την εξέταση της αναγκαιότητας ενός μέτρου, ότι η διοίκηση παρέβλεψε να υιοθετήσει ένα προδήλως ηπιότερο" , αναφέρει ο συγγραφέας, φωτίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που μπορεί να έχει η εμπεριστατωμένη συμβολή της Κοινωνίας των Πολιτών σε μέτρα κατά των ατομικών ελευθεριών, όπως λ.χ. αυτό με την ονομαστικοποίηση των καρτοκινητών τηλεφώνων.  Έπειτα ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα της εισαγωγής στον Κώδικα Διοικητικης Διαδικασίας ή σε άλλο σχετικό νομοθέτημα έν "κοινό ελάχιστο σύνολο διαδικαστικών προϋποθέσεων τις οποίες θα έπρεπε να τηρούν όλες οι διοικητικές αρχές". Είναι κάτι απολύτως απαραίτητο, προκειμένου να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στη διαβούλευση και προκειμένου η διαβούλευση να μην επιστρατεύεται προσχηματικά και ως φύλο συκής για την "νομιμοποίηση" ειλημμένων αποφάσεων (το είχα πει κι εδώ). 


Η μελέτη του κ. Ψύγκα είναι μια εισαγωγή σε μια σειρά από θέματα που αναμένεται ότι θα τεθούν πολύ σύντομα. Είναι πολύ θετικό ότι δίνει και συγκεκριμένες απαντήσεις και προτάσεις, στις οποίες αργά ή γρήγορα θα πρέπει να ανταποκριθεί και ο νομοθέτης. Αλλά μέχρι τότε, δεν δικαιολογείται πλέον η άγνοια εκ μέρους των διοικητικών αρχών για τη θεσμική φύση της δημόσιας διαβούλευσης. Θα πρέπει να λειτουργούν, έχοντας επίγνωση ότι οι πράξεις τους αποτελούν προεργασία για το κανονιστικό πλαίσιο που αναμένεται. 

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Βιβλίο: Για την ελευθερία της τέχνης

Για την ελευθερία της τέχνης
Δοκίμιο πολιτικής και συνταγματικής θεωρίας

Ανδρέας Χ. Τάκης
Εκδόσεις Σαββάλα
2008

Σελ. 206

Πρέπει να ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι θεωρώ τον Ανδρέα Τάκη έναν από τους πιο γοητευτικούς νομικούς συγγραφείς στον τομέα της θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου. Ο θαυμασμός μου οφείλεται στο ότι επιχειρεί πάντα να καταδείξει πτυχές των θεμάτων που βρίσκονται σε μεγάλο βάθος και που μπορεί τελικά να έχουν και αρνητικές όψεις, όσο κι αν όλοι ομονοούν περί του αντιθέτου. Πέρα όμως από αυτό, ο Τάκης είναι ένας τολμηρός σκηνοθέτης της γλώσσας που δεν διστάζει να φτάσει σε άκρα, επιδιώκοντας την αισθητική αρτιότητα που δεν περιορίζεται σε στείρα καλλιέπεια. Μιλώντας για άκρα, εννοώ την πρόσκληση σε εννοιολογικά σχήματα που πολλές φορές μπορεί να είναι δαιδαλώδη, αλλά αξίζει τον κόπο για τον αναγνώστη να βασανιστεί, επειδή εκτός από τις πρωτότυπες διαδρομές σκέψης, θα ανταμειφθεί και με την απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Έπειτα, μιλώντας και πάλι για άκρα, εννοώ την παιγνιώδη διάθεση που υπάρχει στα κείμενά του -πράγμα που ομολογεί κι ευθαρσώς μερικές φορές- και ιδίως στις ρομαντικές παρομοιώσεις του, εκπληκτικής ακρίβειας. Θυμάμαι ένα άρθρο του (στο περιοδικό Cogito) που έλεγε ότι η ιδιωτικότητα θα πρέπει κάποτε να γίνει αντιληπτή ως κάτι πέρα από το “καμαρίνι” της δημόσιας ζωής. Άλλες φορες, το παιχνίδι του με τα άκρα μου προκαλεί αμηχανία. Ιδίως όταν φωτίζει επικίνδυνες ερμηνείες για συνταγματικά δικαιώματα (θυμάμαι μια σχετική ανάλυσή του για τους περιορισμούς του νεοπαγούς δικαιώματος στην πληροφόρηση, του άρθρου 5Α Σ.), οι οποίες αν ακολουθηθούν μπορεί να έχουν ολέθρια αποτελέσματα, πράγμα που και ο ίδιος φροντίζει να επισημαίνει – αλλά τότε γιατί ρισκάρει να τις δημοσιοποιήσει; Υποθέτω ότι θα πρέπει να περιμένω κάποια απάντηση περί της αυτοποιητικής λειτουργίας της φιλοσοφίας του δικαίου και του ρόλου της ως της “αριστεράς” της νομικής, η οποία κριτικάρει μόνο για την αξία της κριτικής. Αλλά νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν και τα επιχειρήματα του εφευρέτη της ατομικής βόμβας.


Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, υπερθετικές αλλά και αρνητικές, αφορούν και το νέο του βιβλίο, για την ελευθερία της τέχνης. Ένα έργο, το οποίο προσκαλεί σε μια ενδιαφέρουσα διανοητική διαδρομή για το νόημα της κατοχύρωσης της ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα και επικαιροποιεί όλη τη σχετική συζήτηση για τα όρια -τελικά- που θέτει η νομική σε ένα “σύμπαν”, στο οποίο, για πολλούς, οι νομικοί δεν έχουν καμία δουλειά, ενώ, κατ' άλλους, όλοι έχουν δικαίωμα να εκφέρουν την γνώμη τους, όπως και για την πολιτική, ως καταναλωτές και πολίτες. (Βέβαια, το “πρόβλημα” με τη γνώμη των νομικών είναι ότι μπορεί κάποτε να αποκτήσει “εκτελεστότητα”, κι αυτό είναι που ενοχλεί όλους τους υπόλοιπους. Δεν τρέχει τίποτα guys, ποτέ δεν είναι αργά για νομικές σπουδές :-Ρ ).


Ο Τάκης ξεκινάει (και κλείνει) την μελέτη του με την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρει ότι “η τέχνη [και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία] είναι ελεύθερες” - δηλαδή: “η τέχνη είναι ελεύθερη”. Το κόλλημα των κλασικών συνταγματολόγων είναι “γιατί δεν αναφέρει το Σύνταγμα “όπως ο νόμος ορίζει”, ώστε να έχουμε ένα κλασικό δικαίωμα όπως όλα τα υπόλοιπα συνταγματικά δικαιώματα;” Ε, και μετά από αυτό το δραματικό ερώτημα αρχίζει όλη η ατέλειωτη φιλολογία περί “ανεπιφύλακτου δικαιώματος” και περί έρευνας για τα όρια της τέχνης στις γενικές επιφυλάξεις των ατομικων δικαιωμάτων – μια συζήτηση που νομίζω ότι κλείνει με μια απλή ανάγνωση του άρθρου 25 παρ. 1 που αναφέρει ότι όλα τα συνταγματικά δικαιώματα επιδέχονται περιορισμούς, εφόσον αυτοί επιβάλλονται από το Σύνταγμα ή από νόμο και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Ο Τάκης ταυτίζει το “δέος” των νομικών απέναντι στο “ανεπιφύλακτο” δικαίωμα, με το δέος που διακατέχει ιστορικά όλους τους πολιτισμούς για το απαραβίαστο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Αυτό το δέος ο συγγραφέας κωδικοποιεί ως “θεολογία του ωραίου”.


Στο βιβλίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες περιγραφής που διατρέχουν ουσιαστικά την ιστορία της τέχνης όχι οριζόντια, αλλά κάθετα, μέσα από το πρίσμα αυτής της "θεολογίας του ωραίου" , δηλαδή μιας μεταφυσικής επίδρασης που ασκεί το αισθητικό φαινόμενο στους ανθρώπους (μέσα από την ίδια την θρησκεία, τα ταμπού και άλλα φροϋδικά ) με αποτέλεσμα να αναγνωρίζουν στους καλλιτέχνες μία μυστηριώδη αλλά αυτονόητη “ασυλία” που θα μπορούσε να τους δικαιολογήσει τα πάντα, από την διαστροφή έως το έγκλημα. Μια φράση που συνοψίζει άρτια αυτή την περιγραφή και κορυφώνει την ειρωνία για την θεολογία του ωραίου: “Η ασυλία του καλλιτέχνη έναντι του κοινωνικού ελέγχου από το απαραβίαστο του προσώπου του φαντάζουν συνεπώς ως ένα είδος εγγύησης ότι η ιερή μανία της τέχνης θα αναβλύσει ανεμπόδιστα για άλλη μια φορά από τα ψυχικά τενάγη όπου ο Θεός, η ιστορία ή η τύχη εναπόθεσαν την μυστηριακή ουσία του κάλλους” - είναι μεγάλος στυλίστας, θα συμφωνήσετε, υποθέτω. Ο Τάκης χτίζοντας αριστοτεχνικά αυτή την κατασκευή της “θεολογίας του ωραίου” που οδήγησε και τον συνταγματικό νομοθέτη να προβλέψει ένα ανεπιφύλακτο δικαίωμα, αποφασίζει να απο-ιεροποιήσει αυτό το δέος, εκλογικεύοντας την διατύπωση “η τέχνη είναι ελεύθερη”, κάνοντας όμως ένα ορθογραφικό λάθος και γράφοντας την τέχνη με “Τ” κεφαλαίο. Κατά τον Τάκη, το Σύνταγμα κυριολεκτεί: η Τέχνη είναι ελεύθερη, όχι ο καλλιτέχνης! Με δικά του λόγια:


...θα προτείνω παρακάτω να εγκαταλείψουμε πλήρως την ιδέα του ειδικού ατομικού δικαιωματος να κάνεις τέχνη, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα εαυτούς από την κρυφή θεολογία του ωραίου, που φωλιάζει μέσα στην ιδέα αυτή και καταλήγει να καθηλώνει την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που πραγματικά μας απονέμει το δημοκρατικό μας πολίτευμα σε αδιέξοδα όσο και ψευδή διλήμματα.” (σελ. 29).


Με λίγα λόγια, ο Τάκης λέει ότι το Σύνταγμα δεν αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες ως ιερά όντα, απονέμοντάς τους ένα “ειδικό” συνταγματικό δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο της τέχνης τους. Απορρίπτει αυτή την (κρατούσα) προσέγγιση ως άκρως αριστοκρατική και ως αντιδημοκρατική τελικά υπερενίσχυση της ελευθερίας της έκφρασης, φορείς της οποίας είμαστε όλοι (κι όχι μόνο οι καλλιτέχνες) , αλλά που υπάγεται και σε συγκεκριμένους περιορισμούς (“...όπως ο νόμος ορίζει”) και δεν είναι ανεπιφύλακτη όπως η Τέχνη. Διότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν τίποτε παραπάνω από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους για να αξίζουν μιας τέτοιας “ειδικής” συνταγματικής μεταχείρισης. Αντλεί μάλιστα ένα ισχυρό επιχείρημα από το ίδιο το Σύνταγμα: στο άρθρο 14, εκτός από το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, διατυπώνεται και η αυτονομημένη ελευθερία του Τύπου (“ο Τύπος είναι ελεύθερος”, λέει το Σύνταγμα). Δηλαδή κάτω από το ατομικό δικαίωμα (υποκειμενικό δίκαιο) ακολουθεί η ρητή κατοχύρωση του θεσμού (αντικειμενικό δίκαιο), πράγμα που δεν αντιστοιχεί βέβαια σε ένα “δικαίωμα του να τυπώνεις”, αλλά στην αυξημένη προστασία όλων των συστατικών εγγυήσεων, δικαιωμάτων, συνθηκών, θετικών και αρνητικών όρων που εξυπηρετούν την κατάσταση της ελευθεροτυπίας. Έτσι ο Τάκης υποστηρίζει ότι και για την τέχνη δεν προβλέπεται ένα “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά η ελευθερία της “ίδιας” της Τέχνης. (Λες και η τέχνη είναι κάτι αχειροποίητο ή καλύτερα “η τέχνη προσλαμβάνει εκεί τις διαστάσεις χαρακτήρα μιας ανθρωπόμορφης οντότητας ικανής να επιδέχεται κατηγορήματα που αρμόζουν μόνο σε προσωπα”.) Οι ενστικτώδεις αντιδράσεις που δημιουργούνται σε έναν φλογερό υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων κάμπτονται όμως, όταν υπεισέρχεται στην ειδικότερη θεμελίωση αυτής της άκρως αιρετικής άποψης.


Λέγοντας ότι η συνταγματική περικοπή “η τέχνη είναι ελεύθερη” δεν εισάγει ατομικό δικαίωμα, ο Τάκης προσπαθεί να εξηγήσει ότι το Σύνταγμα κατοχυρώνει μια ευρύτερη κατάσταση ελευθερίας για όλους όσοι μετέχουν του αισθητικού φαινομένου, δηλαδή ότι φορείς της ελευθεριας αυτής είναι: το κοινό, οι κριτικοί, οι ατζέντηδες, τα μουσεία και – σχεδόν χαριστικά- οι καλλιτέχνες (αλλά με την λογική του last but not least, όχι ειδικό δικαίωμα είπαμε!). Είναι αυτό που οι κλασικοί συνταγματολόγοι ονομάζουν, όσον αφορά το κοινό, “παθητική διάσταση της ελευθερίας της τέχνης”: έχουμε δικαίωμα να δούμε μια όπερα χωρίς παρεμβάσεις (όπως η επέμβαση της ορχήστρας στο έργο της σκηνοθέτιδας) και έχουμε δικαίωμα να δούμε ακέραιο ένα βίντεο για τις φθορές του Παρθενώνα (χωρίς περικοπές των σκηνών που μπορεί να θεωρήσει ενοχλητικές το ιερατείο). Η ελευθερία της τέχνης αφορά όλους μας, όχι ειδικά τους καλλιτέχνες, αφορά μια “κοινωνική πρακτική, ένα ιδιότυπο πεδίο κοινωνικής δράσης, που το Σύνταγμα στοχεύει να διατηρήσει ελεύθερο χωρίς καμία επιφύλαξη” [σελ. 121]. Ή όπως πιο ολοκληρωμένα το θέτει ο συγγραφέας:


Στόχος της συνταγματικής ρύθμισης είναι η διασφάλιση όχι τόσο μιας ατομικής νομικής ευχέρειας, όσο του καθεστώτος ελευθερίας που πρέπει να διέπει το σύνολο πλέγμα των πρακτικών επικοινωνιακής διάδρασης μεταξύ του καθενός και του οιουδήποτε ή των οιωνδήποτε άλλων μελών της πολιτικής συμβίωσης”. [Σελ. 90]


Συμφωνώ απολύτως με αυτή την ανάγνωση του άρθρου 16 παρ. 1 του Συντάγματος, συμφωνώ απολύτως με την άρνηση ενός “αριστοκρατικού” δικαιώματος μόνο για καλλιτέχνες, αλλά δυσκολεύομαι να κατανοήσω για ποιον λόγο θα πρέπει να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός ατομικού δικαιώματος στην ελευθερία της τέχνης, όχι μόνο για τους καλλιτέχνες, αλλά και για όλους τους άλλους. Ανησυχώ δηλαδή μήπως τελικά αυτή η ανάγνωση οδηγήσει στην υποβάθμιση της ελευθερίας της τέχνης σε ένα συλλογικό “κοινωνικό δικαίωμα”, δηλαδή μια γενική πολιτικής υφής αξίωση έναντι της πολιτείας προς παροχή πρόσβασης στην τέχνη, χωρίς “αγώγιμη” λειτουργία, χωρίς δηλαδή να μπορούμε να ζητήσουμε την άρση της λογοκρισίας από την Λυρική Σκηνή ή χωρίς να δικαιούμαστε – καθένας από εμάς- να δούμε το βίντεο Γαβρά χωρίς περικοπές ή τους χορευτές του Εθνικού Θεάτρου χωρίς βρακάκια επειδή το ίδιο βράδυ θα έρθει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι η θητεία του συγγραφέα ως Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη υπεύθυνου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνηγορεί (πλεονασμός;) προς το αντίθετο: ο Τάκης υπογράφει με την θεσμική του ιδιότητα το "ηρωϊκό" πόρισμα για την έκθεση του Outlook που αναγνώρισε το δικαίωμα του κοινού να αξιώσει αιτιολόγηση για την αφαίρεση του πίνακα “Asperges me” από το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Προώθησης Ελληνικού Πολιτισμού που ήταν η εποπτεύουσα υπηρεσία. Ένα άψογο κείμενο, το οποίο επαναλήφθηκε ως σκεπτικό και στην παρέμβαση του ίδιου Βοηθού Συνηγόρου για τα γεγονότα της Ρούσαλκα στην Λυρική Σκηνή. Δηλαδή: αναγνωρίζει ότι και το κοινό κάνει χρήση της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης (στην “παθητική” της διάσταση) αξιώνοντας την άρση των λογοκριτικών επεμβάσεων. Οπότε, για ποιο λόγο να μην μιλήσουμε καθαρά και ξάστερα για ειδικό συνταγματικό δικαίωμα;


Η απάντηση που δίνει ο Τάκης είναι ότι υπάρχει η γενικότερη ελευθερία της έκφρασης που τα καλύπτει όλα αυτά και η ειδικότερη μνεία της “ανεπιφύλακτης” ελευθερίας της τέχνης στο Σύνταγμα λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας “περιορισμός των περιορισμών” της ελευθερίας της έκφρασης. Οι “περιορισμοί των περιορισμών” έρχονται στην τρίτη φάση του ελέγχου της τήρησης ή παραβίασης ενός δικαιώματος ως εξής: ύπαρξη ανθρώπινου δικαιώματος – επιβολή περιορισμού – περιορισμός του περιορισμού. Για να δώσω ένα σχηματικό παράδειγμα:


1) ελευθερία έκφρασης: κυκλοφορία ενός ημερολογίου με γυμνά μοντέλα (συνταγματικό δικαίωμα)

2) εισαγγελική απαγόρευση κυκλοφορίας του ημερολογίου ως "ασέμνου" (περιορισμός του συνταγματικού δικαιώματος)

3) δικαστική άρση της απαγόρευσης επειδή πρόκειται για έργο τέχνης κι όχι για πορνογράφημα (περιορισμος του περιορισμού) – άρα επαναφορά στον κανόνα (1) ότι έχουμε ενάσκηση ελευθερίας έκφρασης που δεν επιδέχεται περιορισμό.


Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, στην οποία δεν θα διαφωνήσει κανείς, αλλά αφορά κατά κύριο λόγο την ενεργητική περίπτωση της ελευθερίας της τέχνης και ιδίως τον ίδιο τον καλλιτέχνη ή τον διανομέα του έργου, τους οποίους έχουμε φροντίσει εκ των προτέρων να απογυμνώσουμε από “ειδικά” συνταγματικά δικαιώματα. Έπειτα, ο Τάκης μιλώντας για “περιορισμό των περιορισμών” όσον αφορά την ελευθερία της τέχνης δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα. Απλώς προσπαθεί να θεμελιώσει θεωρητικά κάτι που ήδη βρίσκεται κατοχυρωμένο προ πολλού στο άρθρο 367 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα: δεν εμπίπτουν στην έννοια της εξύβρισης ή της δυσφήμησης οι δυσμενείς κρίσεις για καλλιτεχνικές εργασίες και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις (μην βιάζεστε: εκτός αν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις έχουν τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης ή αν προκύπτει σκοπός εξύβρισης - “σχετικός” περιορισμός των περιορισμών). Φυσικά το 367 δεν έχει εφαρμογή σε άλλες κατηγορίες εγκλημάτων (λ.χ. ρατσιστικός λόγος) κι εκεί η συνταγματική θεμελίωση που επιχειρεί ο Τάκης γνωρίζει ιδιαίτερη πρακτική αξία.


Ο συγγραφέας τυποποιεί όμως ακόμα περισσότερο την ιδέα του ανεπιφύλακτου ως “περιορισμού των περιορισμών”, εισάγοντας το “τεκμήριο του αβλαβούς της τέχνης”. Δηλαδή ουσιαστικά ένα “τεκμήριο αθωότητας”: όποιος μετέχει της ελευθερίας της τέχνης, κατ' αρχήν δεν έχει κακή προαίρεση, άρα δεν πρέπει εξ αρχής να θεωρείται ως ύποπτος για κακά πράγματα, επειδή κάνει τέχνη. Επειδή η τέχνη είναι εξαιρετικά ευαίσθητο σπορ (βλ. διαρκής κίνδυνος λογοκρισίας ή παροχικής μονομέρειας εκ μέρους της διοίκησης) , ενώ η ίδια δεν αποτελεί -κατ' αρχήν- και τόσο πρόσφορο μέσο για να θίξει τα δικαιώματα των άλλων, ας θεωρήσουμε ότι η τέχνη ως αυτοσκοπός είναι κατ' αρχήν αθώα. Φυσικά, το κατασκεύασμα αυτό οριοθετείται (“το τεκμήριο του αβλαβούς δεν μπορεί παρά να είναι πάντα μαχητο” [σελ. 166]) για να μην έχουμε τίποτα προσκρούσεις με άλλα δικαιώματα (βλ. δικαστική προστασία 20 παρ. 1 Σ). Μια γροθιά στα πλευρά του “απαραβίαστου” και μια επαναφορά – από την πίσω πόρτα- της “θεολογίας του ωραίου”: αν καθιερώσουμε τέτοια τεκμήρια, σε τι διαφοροποιούμαστε από τις θεωρίες περί απαραβίαστου του προσώπου του καλλιτέχνη και περί “ασύλου”; Δεν καλύπτεται άραγε ο καλλιτέχνης από το γενικό τεκμήριο της αθωότητας που ισχύει για όλους; Όχι, διότι το θέμα μας εδώ δεν είναι ο καλλιτέχνης, αλλά η “Τέχνη”!


Όλη αυτή η ανάπτυξη περί “αβλαβούς” της τέχνης, είναι εξόχως προβληματική. Είναι σαν να λέμε ότι συνολικά η έκφραση είναι εξ αρχής “αβλαβής”, αναπαράγοντας την νεοσυντηρητική προσέγγιση περί του ότι δήθεν ο “λόγος” δεν αποτελεί “πράξη”, άρα δεν μπορούν τα εγκλήματα που τελούνται μυϊκά (κλοπή, φόνος, βιασμός κλπ) να ανήκουν στην ίδια νομική κατηγορία με τα εγκλήματα που τελούνται με λόγο (απάτη, απειλή, προσβολές τιμής, ρατσιστικός λόγος). Πρόκειται φυσικά περί σοβαρής στρέβλωσης της έννοιας της “πράξης” όπως αυτή χρησιμοποιείται στο ποινικό δίκαιο (βλ. επ' αυτού, μερικές σκέψεις για τη λειτουργία του αντιρατσιστικού Ν.927/1979 εδώ).


Τελικά ενώ ο συγγραφέας προσφέρει μία όμορφη στοχαστική διαδρομή, αποδομώντας ορισμένα δεδομένα, καταλήγει πρακτικά στα ίδια συμπεράσματα με όσα υποστηρίζει και η παραδοσιακή θεωρία του συνταγματικού δικαίου, δίνοντας όμως και ορισμένα επιχειρήματα σε όσους μπορεί να έρθουν αύριο και να πουν ότι δεν υπάρχει “δικαίωμα να κάνεις τέχνη”, αλλά μόνο “η ελευθερία της Τέχνης”. Δεν θέλω να γίνομαι Κασσάνδρα, αλλά πρόσφατα διαβάσαμε σε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι το συνταγματικά κατοχυρωμένο απόρρητο της επικοινωνίας δεν μπορεί να περιλαμβάνει την τέλεση εξύβρισης και άλλων αδικημάτων, ενώ το σωστό είναι ότι σαφώς και τα περιλαμβάνει εξουσιοδοτώντας τον κοινό νομοθέτη να ορίσει ποια είναι τα “ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα” που επιτρέπουν την άρση του απορρήτου από δικαστική αρχή. Δεν κατανοώ για ποιο λόγο να υποστηρίζει κανείς όλη αυτή τη θεωρητική κατασκευή του ότι “δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα στην Τέχνη”, ενώ στην ουσία καταλήγει ότι ο φορέας αυτού του δικαιώματος δεν είναι μόνο ο καλλιτέχνης αλλά τελικά και το ίδιο το κοινό που μετέχει στην διαδικασία παραγωγής και κοινώνησης της τέχνης. Ούτε θεωρώ ότι, με όρους ασφάλειας δικαίου, αρκεί η γενική κατοχύρωση της ελευθερίας της έκφρασης, γιατί είδαμε ότι και στην ΕΣΔΑ δεν υπάρχει μια ειδική αναφορά στην Τέχνη, ενώ θα ήταν πολύ χρήσιμη για την αποφυγή της εξαιρετικά αρνητικής νομολογιας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που μνημονεύει και ο Τάκης στο βιβλίο του (με αποκορύφωμα βέβαια την “Δίκη του Λεπέν”).


Πέρα όμως από αυτές τις διαφωνίες, θεωρώ ότι το μεγάλο κενό του βιβλίου είναι ακριβώς η σχέση του κοινού ως φορέα της ελευθερίας της τέχνης, με την χρήση των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο και το πως τα δικαιώματα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην ψηφιακή εποχή. Πριν σπεύσει κάποιος να πει ότι αυτό είναι ένα ειδικό ζήτημα, θα επιμείνω ότι αν σήμερα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης, ιδίως από την πλευρά του κοινού, έχει κάποια πρακτική αξία είναι ακριβώς η συνταγματική ανα-οριοθέτηση των δικαιωμάτων πνεματικής ιδιοκτησίας και της σχέσης του κοινού με τον πνευματικό δημιουργό. Επίσης: η τριτενέργεια των δικαιωμάτων του κοινού σε σχέση με τον παράγωγό. Εκεί έχει νόημα η συζήτηση περί της συνταγματικής ελευθερίας της τέχνης σήμερα και αυτό ο συγγραφέας το αποσιώπησε. Όχι μόνο στο βιβλίο του, αλλά και όταν του δόθηκε η δυνατότητα ως Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη να λάβει θέση για την αστεία δημόσια διαβούλευση του Ο.Π.Ι. περί “πειρατείας” στο Διαδίκτυο, όπου του δόθηκαν 5-6 διαφορετικές νομικές δυνατότητες για να παρεμβει, αλλά επέλεξε να οχυρωθεί πίσω από μία μυωπικά στενόκαρδη ερμηνεία των δικονομικών δυνατοτήτων του κοινού για έλεγχο της δημόσιας διαβούλευσης ως διαδικασίας ενάσκησης (μη;) δημόσιας εξουσίας. Η αμετακίνητη στάση του Βοηθού Συνηγόρου στην συγκεκριμένη υπόθεση θεωρώ ότι ήταν εξίσου ανεξήγητη με την εμμονή του περί μη υπάρξεως δικαιώματος στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος. Είχε τη δυνατότητα να εκφράσει την αντίθεσή του στην τυχόν εισήγηση ενός “νόμου Σαρκοζί” και το απέφυγε, όπως και στο βιβλίο του.


Έτσι είναι όμως οι επίμονοι, εικονοπλάστες και εικονοκλάστες συγγραφείς που αντιμετωπίζουν το θέμα τους ως πίνακα του Ντελακρουά:


“...πλάθω με τη φαντασία μου μια νοερή εικονα της Τέχνης ως ανθρωπόμορφης και, φυσικά, θηλυκού γένους χαρίεσσας οντότητας να δέχεται μαζί με τις άλλες, περισσότερο αυστηρές αυτές, θηλυκές μορφές της Επιστήμης και της Διδασκαλίας την υπόσχεση της Δημοκρατίας ή του Λαού για ανεπιφύλακτη ελευθερία...” [σελ. 185]


Μου θυμίζει τον εαυτό μου, όταν οραματίζομαι την Διαφάνεια να ξεμαλλιάζεται με την Ιδιωτικότητα.


Αθεράπευτα ρομαντικός, αλλά μας χάρισε ένα βιβλίο που -με όλες τις αντιρρήσεις που μπορεί να διατυπώσει κανείς- δεν δικαιούται να το προσπεράσει ο σύγχρονος δημόσιος διάλογος και στοχασμός για την πολιτική και συνταγματική θεωρία περί ελευθερίας της τέχνης.



Δευτέρα, Οκτωβρίου 27, 2008

Βιβλίο: Η Εικόνα στο Δίκαιο


Tα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας έχουν έρθει στην επικαιρότητα στον ελληνικό κυβερνοχώρο και καθημερινά δέχομαι μηνύματα για να προτείνω βιβλιογραφία. Ένα βασικό έργο, το οποίο διαπερνά τα στενά όρια της πνευματικής ιδιοκτησίας και μπορεί να ενδιαφέρει κάθε χρήστη του διαδικτύου είναι το έργο της Τατιάνας-Ελένης Συνοδινού, με τίτλο "Η Εικόνα στο Δίκαιο" που κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο "η εικόνα ως αντικείμενο ιδιοκτησίας" αναλύονται τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν όσον αφορά την προστασία της (σταθερής) εικόνας από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας σε αντιδιαστολή προς την προστασία που παρέχει η βιομηχανική ιδιοκτησία, δηλαδή η εικόνα ως σήμα (trademark).  Η συγγραφέας επισημαίνει επίσης σε ποιες περιπτώσεις η εικόνα δεν προστατεύεται μ (λ.χ. αντικείμενα του "εξωτερικού κόσμου"). Στο μέρος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, χωριστό κεφάλαιο αποτελούν τα θέματα των οπτικοακουστικών έργων, το ειδικό ζήτημα των μεταδόσεων αθλητικών γεγονότων (και η ειδική προστασία τους από το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού), καθώς και το θέμα της ψηφιακής παραγωγής, των πολυμέσων και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. 

Η συγγραφέας αφιερωνει παραγράφους του βιβλίου υπό τον τίτλο "Διαδραστική μορφή και ρόλος του χρήστη", όπου παραθέτει τις σκέψεις της για την προστασία των έργων που δημιουργούνται από τον χρήστη και την ιδιαίτερη θέση του ερμηνευτή-εκτελεστή σε ένα διαδραστικό έργο. Ειδικά για την περίπτωση των σύνθετων ηλεκτρονικών παιχνιδιων που ο χρήστης δαπανά εκατοντάδες ώρες απασχόλησης για τη δημιουργία ενός "χαρακτήρα", η συγγραφεάς αμφισβητεί τη νομιμότητα της τακτικής του συμβατικού αποκλεισμού των χρηστών ως αποδεκτών προδιατυπωμένων γενικών όρων συναλλαγών. Η Συνοδινού πηγαίνει ακόμη παραπέρα και αναφέρει ότι η συμβατική αναγνώριση του παραγωγού του παιχνιδιού ως δικαιούχου πνευματικής ιδιοκτησίας  επί έργων που δημιουργούνται από τους χρήστες προσκρούει σε βασικές αρχές του νόμου, όπως η υποχρέωση έγγραφου τύπου για τις δικαιοπραξίες μεταβίβασης περιουσιακών δικαιωμάτων. Στο βιβλίο διατυπώνεται  ένα σημαντικό συμπέρασμα: "εάν οι επιλογές του χρήστη είναι τόσες και τέτοιες ώστε να μην ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από το δημιουργό του συνόλου και στο μέτρο που εκφράζουν δημιουργικότητα και πρωτοτυπία, ο ρόλος του χρήστη αναβαθμίζεται ποιοτικά και ουσιαστικά." 

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου αναλύεται η εικόνα ως στοιχείο της προσωπικότητας.  Δηλαδή ως στοιχείο που εξατομικεύει ένα φυσικό πρόσωπο. Στο πρώτο κεφάλαιο αναλύεται το παραδοσιακό δικαίωμα "επί της ιδίας εικόνας" και παρουσιάζεται η προστασία μέσα από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επίσης εξετάζεται η προστασία υπό το πρίσμα της νομοθεσίας των προσωπικών δεδομένων. Σε ειδικό κεφάλαιο μνημονεύεται η φύση της εικόνας ως περιουσιακό αγαθό, όπως στην περίπτωση του right of publicity του αμερικάνικου δικαίου και το δικαίωμα της περιουσιακής εκμετάλλευσης της εικόνας του προσώπου. Ιδιαίτερα χρήσιμη στο νομικό είναι η παράθεση μιας τυπολογίας των συμβάσεων εκμελτάλλευσης που περιέχεται στο βιβλίο.  Στο τελευταίο κεφάλαιο αναλύονται δύο ειδικότερα θέματα που προσεγγίζουν την τηλεοπτική μετάδοση εικόνων, όπως το θέμα των μεταδόσεων ποινικών δικών. 

Το βιβλίο είναι ενημερωμένο με την τρέχουσα ξενόγλωσση βιβλιογραφία και νομολογία κι αποτελεί χρήσιμο βοήθημα για κάθε νομικό ή χρήστη που τον ενδιαφέρουν τα ζητήματα της προστασίας της εικόνας από το δίκαιο. 

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2008

Βιβλίο: Προσωπικά δεδομένα - οι τροποποιήσεις 2006/2007


Στο νέο έργο, που υπογράφω με τον  Π.Αρμαμέντο, ασχοληθήκαμε με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο ελληνικό δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων, δηλαδή στον Ν.2472/1997, κατά τα έτη 2006 και 2007.

Ενώ η επέμβαση του 2006 ήταν προς την κατεύθυνση της καλύτερης προσαρμογής του Νόμου στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, η τροπολογία του 2007 επέφερε τρεις σοβαρές πληγές στο δικαίωμα της προστασίας προσωπικών δεδομένων: α) δημοσιοποίηση ποινικών διώξεων και καταδικών από τους εισαγγελείς, β) λειτουργία καμερών σε δημόσιες συναθροίσεις με διάταξη του εισαγγελέα και γ) εξαίρεση των δικαστικών - εισαγγελικών αρχών (και των εποπτευόμενων από αυτές υπηρεσιών λ.χ. αστυνομία) από το πεδίο εφαρμογής του νόμου. 

Στο έργο αυτό υποβάλλουμε σε εξαντλητικό έλεγχο συνταγματικότητας τις νέες τροποποιήσεις, συλλέγοντας όλες τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί και προτείνοντας πρακτικές λύσεις για την εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου με τα θεμελιώδη δικαιώματα:

- αναφέρουμε τα στοιχεία που, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να λάβει υπόψη ο εισαγγελέας πριν κρίνει  τη δημοσιοποίηση ποινικών διώξεων, αλλά και το περιεχόμενο που θα πρέπει να έχει η διάταξή του,

- περιορίζουμε την αρμοδιότητά του εισαγγελέα για επιτρεπόμενη δημοσιοποίηση ποινικών διώξεων, κατά σύμφωνη με το τεκμήριο της αθωότητας και την αρχή του ηπιότερου μέτρου ερμηνεία, μόνο στις περιπτώσεις που ο φερόμενος ως δράστης έχει διαφύγει των διωκτικών αρχών,

- εξειδικεύουμε την έννοια του "σοβαρού κινδύνου" που μπορεί κατ΄εξαίρεση να επιτρέψει τη λειτουργία των καμερών σε περίπτωση υπαίθριων συναθροίσεων, σύμφωνα με τα κριτήρια της  Σύστασης R (15) 87 του Συμβουλίου της Ευρώπης, που δεν έλαβε υπόψη του ο νομοθέτης,

- εντοπίζουμε την εξαίρεση των δικαστικών - εισαγγελικών αρχών από το πεδίο εφαρμογής του νόμου μόνο στο πεδίο της ποινικής προδικασίας

- καταδεικνύουμε ότι η λίστα των αδικημάτων κατά την διερεύνηση των οποίων εξαιρείται η εφαρμογή του νόμου είναι αποκλειστική (και όχι ενδεικτική, παρά το "ιδίως") με βασικό κριτήριο το "ευπαθές" της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει το θύμα.

Περαιτέρω, στο βιβλίο αυτό έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην ανάλυση των διασυνοριακών μεταδόσεων προσωπικών δεδομένων σε χώρες πέραν της ΕΕ (λ.χ. ΗΠΑ) με ιδιαίτερη αναφορά στους αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς των Δεσμευτικών Εταιρικών Κανόνων (Binding corporate rules), των Τυποποιημένων συμβατικών ρητρών (standard contractual clauses) και των Εγγυήσεων ασφαλούς λιμένα (safe harbor safeguards).

Οι νέες αρμοδιότητες της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ιδίως ως προς την ασφάλεια των υποδομών, αναλύονται προκειμένου να οριοθετηθούν, για πρώτη φορά στη βιβλιογραφία, οι αρμοδιότητές της προς τις αντίστοιχες της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Τέλος, σε όλο το έργο, οι τροποποιήσεις του Ν.2472 υποβάλλονται σε έλεγχο συμβατότητας προς την Οδηγία 95/46 προκειμένου να εντοπιστούν οι περιπτώσεις που δεν έχει ενσωματωθεί το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και συνεπώς ο Έλληνας πολίτης έχει δικαίωμα άμεσης επίκλησής του. Πρόκειται για την έλλειψη νομοθετικού συγκερασμού της προστασίας δεδομένων με την ελευθερία της έκφρασης, καθώς και τις ελλείψης της εναρμόνισης προς τα δικαιώματα ενημέρωσης, αντίρρησης και αντίταξης σε αυτοματοποιημένες αποφάσεις. 

Στο Παράρτημα του βιβλίου, δίνονται για πρώτη φορά στη δημοσιότητα:

- Μετάφραση της Σύστασης R (15) 1987 των υπουργών εξωτερικών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την χρήση των προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα,

- Η εισήγηση της Συμβούλου Επικρατείας κ. Σαρπ για την υπόθεση με τις κάμερες

- Η απόφαση 2090/2003 ΠολΠρωτΑθ (αμετ.) με την οποία η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ καταδικάστηκε σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης- αδημοσίευτη απόφαση στην οποία το δικαστήριο υποβάλλει σε έλεγχο συμβατότητας του ν. 2472/1997 προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως ως προς το δικαίωμα αντίρρησης. 

Στο Παράρτημα περιέχονται επίσης: η γνωμοδότηση Σανιδά για τις κάμερες, καθώς και τα απαντητικά δελτία τύπου των μελών της Αρχής που αποφάσισαν τότε να παραιτηθούν.

Το έργο προλογίζει ο κ. Σωτήριος Μπάγιας, αντιεισαγγελέας Εφετών, Πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος. 

Τίτλος: "Προσωπικά δεδομένα - Οι τροποποιήσεις του Ν.2472/1997 από τους Ν.3471/2006 και 3625/2007" - Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2008

Το έργο συμπληρώνει το: "Προσωπικά δεδομένα - Ερμηνεία Ν.2472/1997" - Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2005.

Άλλα σχετικά έργα μου: 

"Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων", Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2006.


Αρθρογραφία σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων σε νομικά περιοδικά υπάρχει στην ιστοσελίδα Data&Protection - Νομικές υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας.

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

Βιβλίο: Οι ανεξάρτητες αρχές στη σύγχρονη δημοκρατία


Με μεγάλη ανυπομονησία περίμενα την έκδοση αυτού του μικρού βιβλίου, το οποίο περιέχει τις εισηγήσεις του νομικού συμποσίου που έγινε πέρσι με αυτόν τον τίτλο στο Μέγαρο Μουσικής. 


Στο πλαίσιο αυτής της εκδήλωσης και ειδικά στην ομιλία της τότε προέδρου της Βουλής κας Άννας Μπενάκη που περιέχεται στον τόμο, ορισμένοι διέγνωσαν  την πρόθεση της κυβέρνησης να προσπαθήσει να “ελέγξει” τις ανεξάρτητες αρχές. Ουσιαστικά αυτή η ομιλία της προέδρου έδωσε αφορμή και στην Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να εκδώσει μια απόφαση σχετικά με τον έλεγχο  των ανεξάρτητων αρχών στη σύγχρονη δημοκρατία.


Το βιβλίο λοιπόν περιέχει, εκτός από την ομιλία της τ. προέδρου:


- τις εισηγήσεις των  τότε πέντε επικεφαλής των συνταγματικά ανεξάρτητων αρχών (ΑΠΔΠΧ, ΕΣΡ, ΣτΠ, ΑΣΕΠ, ΑΔΑΕ σ.σ. από αυτούς ο μόνος που απήλθε ήταν ο κ. Γουργουράκης της ΑΠΔΠΧ), 


-μια βαρύνουσα εισήγηση του κ. P.Hustinx, Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, 


-ένα ενδιαφέρον κείμενο του τέως Συνηγόρου του Πολίτη του Κοσόβου (στα αγγλικά),


-ένα εισαγωγικό κείμενο του κ. Νίκου Φραγκάκη, ο οποίος επιμελείται και την έκδοση, 


-την σημαντική τοποθέτηση του καθηγητή κ. Σπύρου Σημίτη, ο οποίος μας διαφώτισε σχετικά με αντίστοιχες εξελίξεις στην Γερμανία, 


-τις ενδιαφέρουσες απόψεις του καθηγητή κ. Νίκου Αλιβιζάτου, ο οποίος υπήρξε και στο παρελθόν μέλος δύο  ανεξάρτητων αρχών (ΕΣΡ και ΑΠΔΠΧ)


-ένα εξαιρετικό κείμενο του συνταγματολόγου και σήμερα βουλευτή επικρατείας του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Παπαδημητρίου


- και τις δύο ομιλίες των “απαραίτητων” κ.κ. Καθηγητών Παυλόπουλου και Βενιζέλου, οι οποίοι έφεραν λίγη περισσότερη “πολιτική” στην κουβέντα.


Ως επίμετρο προστέθηκε κι ένα κείμενο του τ. προέδρου ΑΠ κ. Ματθία, το οποίο είχε δημοσιευθεί τον καιρό της επίθεσης της κυβέρνησης και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο θεσμικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων, τον περασμένο Δεκέμβριο.


Ήταν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέδριο και θυμάμαι να κρατάω σημειώσεις μανιωδώς σε ένα μπλοκάκι, προσευχόμενος να δημοσιευθεί σύντομα ο πολυαναμενόμενος μικρός τόμος. Από τις εισηγήσεις μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση:


-η επιλογή του κ. Hustinx να μιλήσει για το θέμα της αποτελεσματικότητας των ανεξάρτητων αρχών, μολονότι η “εσωτερική” συζήτηση στην Ελλάδα αναλίσκεται ακόμη στη δικαιοπολιτική αναζήτηση της έννοιας και της σκοπιμότητας της "ανεξαρτησίας".


-Αυτό ουσιαστικά επισήμανε και ο κ. Σπύρος Σημίτης, υπογραμμίζοντας τον διαβουλευτικό - λειτουργικό ρόλο των Αρχών και υποστηρίζοντας ότι οι κανονιστικές-εκτελεστικές τους αρμοδιότητες δεν είναι το προέχον στοιχείο, σε σχέση με την πειθώ.


-Από τους προέδρους των Αρχών, ο πιο ενδιαφέρων ήταν ο κος Βέης του ΑΣΕΠ, με μια ολοζώντανη παρουσίαση, παρά το ελαφρώς αδιάφορο σε μένα θέμα. Οι υπόλοιποι ήταν άχρωμοι  αν όχι και απογοητευμένοι.


-Ο κ. Παπαδημητρίου έθεσε επίσης το ζήτημα της “θεσμικής ευπρέπειας”, ενός  όρου που νομίζω ότι περιγράφει με ακρίβεια την νομικά χαλαρή υποχρέωση για σεβασμό των Αρχών από το υπουργικό συμβούλιο. 


Ένα χρήσιμο έργο που εμβαθύνει το διάλογο για το ρόλο των ανεξάρτητων αρχών σήμερα.


Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...