Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική ιδιοκτησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πνευματική ιδιοκτησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2012

Δικαστήριο ΕΕ: τα οδοντιατρεία με μουσική δεν οφείλουν αμοιβές για συλλογικά δικαιώματα

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκλήθη να αποφασίσει για το κατά πόσον η εκτέλεση μουσικής σε ένα οδοντιατρείο συνιστά "παρουσίαση έργου στο κοινό", οπότε σε θετική περίπτωση ο οδοντίατρος θα έπρεπε να καταβάλλει χρηματικά ποσά για δικαιώματα σε Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης.

Πρόκειται για την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, στην υπόθεση της εισπρακτικής εταιρίας δικαιωμάτων "Società Consortile Fonografici" κατά του οδοντίατρου Marco Del Corso, στην οποία μάλιστα παρατηρησεις υπέβαλε και η Ελληνική Κυβέρνηση. (Βλ. πλήρες κείμενο απόφασης και δελτίο τύπου ΔΕΕ - προσοχή, το δελτίο τύπου έχει λάθος link που οδηγεί σε άλλη απόφαση).

H εταιρία έκανε αγωγή στον οδοντίατρο, για να της καταβάλει αμοιβές επειδή στο ιατρείο του ακούγονταν μουσικά έργα που καλύπτονταν από πνευματικά δικαιώματα (μέσω ραδιοφώνου). Το Πρωτοδικείο του Τορίνο απέρριψε την αγωγή της εταιρίας, η οποία όμως προσέφυγε στο Εφετείο του Τορίνο. Επειδή το Εφετείο είχε ορισμένες αμφιβολίες για την ερμηνεία του ευρωπαϊκού δικαίου ως προς την έννοια της "παρουσίασης στο κοινό", απέστειλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

To Δικαστηριο επανέλαβε ορισμένα κριτήρια που έχει αναγνωρίσει με τις αποφάσεις του για τις περιπτώσεις της μετάδοσης έργων σε δωμάτια ξενοδοχείων και σε καφέ-μπαρ, μεταδόσεις που θεωρήθηκαν ότι αποτελούν "παρουσιάσεις στο κοινό", άρα οι ιδιοκτήτες των χώρων οφείλουν αμοιβές στις εταιρίες είσπραξης συλλογικών δικαιωμάτων. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαµβάνεται, πρώτον, κατά τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου, ο καθοριστικός ρόλος του "χρήστη του έργου". Συγκεκριµένα, ο χρήστης αυτός προβαίνει σε πράξη παρουσιάσεως οσάκις παρεµβάλλεται, µε πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συµπεριφοράς του, για να δώσει στους πελάτες του πρόσβαση στο προστατευόµενο έργο. ∆εύτερον, το ∆ικαστήριο έχει διευκρινίσει ορισµένα εγγενή στην έννοια του "κοινού" στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, το «κοινό» αποτελείται από έναν απροσδιόριστο αριθµό δυνητικών αποδεκτών, ενώ εξάλλου προϋποθέτει και έναν αρκετά µεγάλο αριθµό προσώπων. Τρίτον, το ∆ικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας µιας «παρουσιάσεως στο κοινό» έχει επίσης σηµασία. Εποµένως, συνάγεται ότι το κοινό στο οποίο παρουσιάζεται ορισµένο έργο είναι, αφενός, αυτό στο οποίο απευθύνεται ειδικώς ο χρήστης, αφετέρου, αυτό το οποίο αποδέχεται, µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την παρουσίαση στην οποία αυτός προβαίνει και δεν αποτελεί τυχαίο «δέκτη».

Ειδικά για την υπόθεση των ιδιωτικών οδοντιατρείων, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι:

"οι πελάτες οδοντιάτρου μεταβαίνουν στο οδοντιατρείο με μοναδικό σκοπό να τύχουν οδοντιατρικής περιθάλψεως, η δε μετάδοση φωνογραφημάτων ουδόλως είναι συμφυής με την παροχή των σχετικών υπηρεσιών. Οι πελάτες αυτοί τυχαίως και ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους αποκτούν πρόσβαση σε ορισμένα φωνογραφήματα, ανάλογα με τη στιγμή της αφίξεώς τους στο οδοντιατρείο και τη διάρκεια της αναμονής τους σε αυτό, καθώς και με τη φύση της παρεχόμενης σε αυτούς περιθάλψεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η συνήθης πελατεία οδοντιάτρου θεωρεί την επίμαχη μετάδοση ως κάτι αναμενόμενο."

Επίσης, το Δ.Ε.Ε. έκρινε ότι:

"ο οδοντίατρος που μεταδίδει φωνογραφήματα παρουσία των ασθενών του, ως μουσική υπόκρουση, δεν μπορεί εύλογα να αναμένει διεύρυνση της πελατείας του λόγω και μόνον της μεταδόσεως αυτής, ούτε να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρέχει. Επομένως, η εν λόγω μετάδοση δεν μπορεί αυτή καθεαυτή να επηρεάσει τα εισοδήματα του εν λόγω οδοντιάτρου."

Έτσι κρίθηκε ότι η μουσική που ακούγεται μέσα σε ένα οδοντιατρείο δεν συνιστά "παρουσίαση έργου στο κοινό", κατά την έννοια του δικαίου περί πνευματικής ιδιοκτησίας κι έτσι δεν χρειάζεται οι οδοντίατροι να καταβάλλουν αμοιβές στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

Η απόφαση είναι σημαντική, καθώς συγκεκριμενοποιεί ακόμη περισσότερο το κριτήριο του "τυχαίου δέκτη". Ο "τυχαίος δέκτης" είναι εκείνος που δεν αποσκοπεί στο να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα προστατευόμενο έργο, αφού τον ενδιαφέρει η βασική παροχή υπηρεσίας (εδώ: η οδοντιατρική περίθαλψη) και δεν θα άλλαζε άποψη ανάλογα με το αν αποκτά ταυτόχρονα πρόσβαση σε έργο ή όχι. Αυτό σημαίνει επίσης ότι και ο μεταδίδων τη μουσική, από την ίδια τη μετάδοση δεν θα διεύρυνε την πελατεία του, ούτε θα μπορούσε να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή. Επομένως, υπεισέρχονται καθοριστικά στοιχεία οικονομικής ανάλυσης ως προς την ύπαρξη του κοινού. Τα κριτήρια αυτά ενδεχομένως να μεταβάλουν και την προϋφιστάμενη νομολογία - στο μέλλον- ακόμη και για άλλες υπηρεσίες, πέραν του τομέα της υγείας, όπως αυτή για τα ξενοδοχεία και τα καφέ-μπαρ. Διότι εκείνες οι αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. θα πρέπει να επανεκτιμηθούν με βάση τα νέα κριτήρια οικονομικής ανάλυσης που προσέθεσε η χθεσινή απόφαση του Δικαστηρίου.

Πάντως, στο Αμοιβολόγιο της Α.Ε.Π.Ι. περιλαμβάνονται και τα "Ιατρεία", μαζί με τα Φαρμακεία (σελ. 128), τα οποία εφόσον μεταδίδουν πρόγραμμα ραδιοφώνου ή τηλεόρασης καλούνται να καταβάλουν αμοιβές ανάλογα με τα τετραγωνικά τους, από 49 έως 214 ευρώ ετησίως.
Πά





Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2012

H ανακριβής ανάλυση Μπαμπινιώτη για τα γενόσημα

Διαβάζω στον ιστότοπο του καθηγητή και πλέον υπουργού Παιδείας κ. Μπαμπινιώτη κάποιες ενστάσεις για τον όρο "γενόσημα".

Ο καθηγητής αντιδιαστέλλει προς τα "επώνυμα" φάρμακα τα "generic drugs", τα γενόσημα. Αναφέρει δηλαδή ότι η διαφορά του "επώνυμου" από το generic είναι η εμπορική επωνυμία, την οποία στερούνται τα generics. Πρόκειται περί ανακρίβειας: ο ορισμός του generic δεν αφορά βέβαια την "επωνυμία", αφού και τα generic μπορούν να είναι "επώνυμα". Αφορά το γεγονός ότι τα generic είναι τα φάρμακα (και τα "επώνυμα" και τα άλλα) των οποίων έχουν λήξει τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας (η "πατέντα"). Η διαφορά δεν σχετίζεται λοιπόν με το δίκαιο των εμπορικών σημάτων, αλλά με το δίκαιο της ευρεσιτεχνίας.

Περαιτέρω, ο καθηγητής σχολιάζει ως "ακατάληπτο" γλωσσικό όρο τη λέξη "γενόσημο", θεωρώντας τον κρυπτικό. Προτείνει τους όρους "ομοιοδραστικά", "παράγωγα" ή "αντιτυπικά". Διαφωνώ και με τις τρεις προτάσεις. Το "όμοιο" δεν υποκαθιστά την ένταξη στο ίδιο "γένος". "Παράγωγα" δεν είναι, αφού δεν προέρχονται από κάποια "πρωτότυπα": είναι τα ίδια, αφού generic λέγεται και το φάρμακο που κυκλοφόρησε αρχικά, όταν πια έχει λήξει η πατέντα. "Αντιτυπικά" είναι ένας εξίσου κρυπτικός όρος με το "γενόσημα", οπότε δεν θα γλιτώσουμε τον νεολογισμό που τόσο ενοχλεί.

Αναμένεται να δούμε εάν ο κ. καθηγητής θα πείσει τους συναδέλφους του στο υπουργικό συμβούλιο για αυτές τις προτάσεις.


Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2012

Μια ανάλυση της ACTA

Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι της συμφωνίας τιτλοφορείται "Αρχικές Διατάξεις". Στο άρθρο 1 της ACTA αναφέρεται ότι καμία διάταξή της δεν παρεκκλίνει από άλλες υποχρεώσεις που έχουν συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή κράτη ή ενώσεις κρατών, όπως η ΕΕ) δυνάμει των ισχυουσών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS. Αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζει ότι όλες οι διατάξεις της ACTA, παρόλο που θα αποτελούν διεθνές δίκαιο, δεν θα κατισχύουν άλλων διατάξεων διεθνούς δικαίου που ήδη ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ρήτρα, η οποία κανονικά θα πρέπει να ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη διάταξη περιέχει η ACTA, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική ρήτρα, διότι συνήθως οι διεθνείς συμφωνίες που κατ' εξοχήν παραβιάζουν άλλα διεθνή δικαιώματα, φροντίζουν να διακηρύσσουν την νομιμότητά τους, περιλαμβάνοντας μια τέτοια διαβεβαίωση, η οποία πολλές φορές καταντά θεωρητική, αφού τελικά παραπέμπει στην νομική ερμηνεία κι όχι στην νομική σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου. Πάντως, η ρήτρα του άρθρου 1 σημαίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχωρεί η διάταξη της ACTA έναντι άλλης κατισχύουσας διάταξης του διεθνούς δικαίου. H συμφωνία TRIPS είναι μια άλλη σχετική πολυμερής συνθήκη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Παγκόσμιου Εμπορίου και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.2290/1995.

Στο άρθρο 2, η ACTA αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα minimum που οφείλουν να ακολουθήσουν τα κράτη, τα οποία εάν το επιθυμούν μπορούν να το υπερβούν και να προβλέψουν εκτενέστερη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η ίδια η ACTA αναγνωρίζει ότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίσει τη μέθοδο που κρίνει κατάλληλη για την εφαρμογή των διατάξεών της, στο πλαίσιο του νομικού του συστήματος και της πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν είναι μια σύμβαση άμεσης εφαρμογής, αλλά πρέπει να θεσπιστούν και νομοθετικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο - εάν δεν υπάρχουν ήδη- για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι καμία διάταξη της ACTA δεν δημιουργεί υποχρέωση κατανομής των πόρων μεταξύ της επιβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επιβολης του νόμου γενικά, δηλαδή καμία διάταξη της ACTA δεν επεμβαίνει στα δημοσιονομικά της αντεγκληματικής πολιτικής και την σχετική διαχείριση υλικοτεχνικής υποδομής και ανθρώπινων πόρων. Πρόκειται για μια ρήτρα θεωρητικής εκμηδένισης του προϋπολογισμού του κόστους της ACTA, η οποία όμως μπορεί επίσης να αποδειχθεί προσχηματική, όπως και η ρήτρα του άρθρου 1. Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν κάποια διάταξη όντως επεμβαίνει σε αυτά τα θέματα πρέπει να θεωρείται ως μη ισχύουσα.

Στο άρθρο 3 ("Σχέση με τα πρότυπα για τη διαθεσιμότητα και την έκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας"), η ACTA περιέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αναφέρει ότι η ACTA δεν τροποποιεί τις διαταξεις που ισχύουν στο δίκαιο του κράτους και διέπουν την διαθεσιμότητα, την απόκτηση, την έκταση και την διατήρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην δεύτερη παράγραφο, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αναφέρει ότι η ACTA δεν παράγει καμία υποχρέωση εφαρμογής μέτρων από τα κράτη, όταν ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές ρυθμίσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν επεμβαίνει στο ουσιαστικό μέρος του δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι δεν εισάγει υποχρεώσεις για τέτοια δικαιώματα που τυχόν δεν προβλέπονται στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο Ν.2121/1993. Mέχρι και το 8ο κεφάλαιο ο νόμος αυτός προβλέπει ουσιαστικές διατάξεις: ποια είναι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το Ελληνικό δίκαιο (μετά αρχίζουν οι διατάξεις "επιβολής" των δικαιωμάτων). Στο κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα αποκτώνται με την διατύπωση ενός έργου (όχι με την "κατάθεση" σε κάποιο Γραφείο ή Οργανισμό, όπως συμβαίνει λ.χ. στις ΗΠΑ). Με την ACTA αυτό δεν αλλάζει. Επίσης, κατά το κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο, δεν κατοχυρώνεται η "ιδέα", αλλά μόνο η διατύπωση ενός έργου. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να κατοχυρώσεις έναν "ήρωα" (πέρα από την εμφάνισή του ή τον συγκεκριμένο κείμενο που εμφανίζεται να εκφέρει αυτός σε ένα σενάριο), ενώ στις Η.Π.Α. μπορείς. Ούτε κι αυτό αλλάζει με την ΑCTA. H ΑCTA έρχεται να φέρει νέες αρχές όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων και όχι την εναρμόνιση του ουσιαστικού μέρους της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν κάποια διάταξή της επιχειρήσει το αντίθετο, η ορθή ερμηνεία της πρέπει να την προσεγγίζει συσταλτικά, ενόψει του άρθρου 3.

Το άρθρο 4 έχει τίτλο "Ιδιωτικότητα και δημοσιοποίηση πληροφοριών". Στην πρώτη παράγραφο, διευκρινίζει ότι η ACTA δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη (προσοχή: στα κράτη, όχι στους παρόχους σύνδεσης) να δημοσιοποιούν πληροφορίες εφόσον αυτό: α) απαγορεύεται από την νομοθεσία τους ή το διεθνές δίκαιο, β) παρεμποδίζει το δημόσιο συμφέρον ή την επιβολή του νόμου, γ) ζημιώνει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκκεριμένων επιχειρήσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει πληροφορίες από άλλο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μην της χρησιμοποιήσει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει η συγκατάθεση του μέρους που παρέδωσε τις πληροφορίες. Επομένως, η ACTA σαφώς επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, με τις παραπάνω 4 απαγορεύσεις, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά ευρείες κι ανοικτές σε ερμηνεία.

Το δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου έχει τίτλο "Γενικοί ορισμοί", όπως και το μοναδικό άρθρο που περιέχει, το άρθρο 5, το οποίο επίσης έχει τίτλο "γενικοί ορισμοί". Περιλαμβάνονται ορισμένοι όροι με δεσμευτικό νοηματικό περιεχόμενο. Ως "επιτροπή ACTA" oρίζεται μια επιτροή που δημιουργείται δυνάμει του κεφαλαίου V της ACTA. Ως "προϊόντα με εμπορικό σήμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης" είναι κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας του, το οποίο φέρει χωρίς άδεια εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκρυα σε σχέση με το εν λόγω προϊόν κλπ. Δηλαδή, ένα προϊόν "μαϊμού". Ως "προϊόν παράνομης εκμεταλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας" ορίζεται κάθε προϊόν το οποίο αποτελεί αντίγραφο άλλου προϊόντος, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του σχετικού δικαιώματος ή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον κάτοχο του δικαιώματος στη χώρα παραγωγής και το οποίο παράγεται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση (τι σημαίνει άραγε "έμμεση αντιγραφή"; Αντιγραφή εξ αντιγράφου; Όπως η φωτοτυπία μιας φωτοτυπίας;) κάποιου άλλου αντικειμένου, τη στιγμή που η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή άλλου σχετικού δικαιώματος βάσει της ιδιοκτησίας της ώρας στην οποία γίνεται η επίκληση των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ (Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Ήδη αυτός ο ορισμός είναι εξόχως προβληματικός από απόψεως σαφήνειας. Κανένα προϊόν δεν είναι νομικά παράνομο εάν "θα μπορούσε να θεωρηθεί" ότι έχει δημιουργηθεί κατά παράβαση νόμου. Πρόκειται για μια ασάφεια, η οποία προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας, το in dubio pro reo, ενδεχομένως το nullum crimen nulla poena sine lege certa.

To κεφάλαιο ΙΙ της ACTA έχει τίτλο: "Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδικτησίας". Κάθε νομοθέτημα "για την επιβολή δικαιωμάτων" προϋποθέτει ότι υπάρχουν τα σχετικά δικαιώματα και απλώς οριοθετεί τον τρόπο πρακτικής διασφάλισής τους από παραβιάσεις. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, σύμφωνα και με τα αρχικά άρθρα, δεν πρέπει να προσθέσει τίποτε επί του ουσιαστικού δικαίου των κρατών.

Το τμήμα 1 του κεφαλαίου ΙΙ έχει τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις." Στο άρθρο 6 που περιέχει, αναφέρεται γενικόλογα στην υποχρέωση των κρατών να έχουν αποτελεσματικό και γρήγορο σύστημα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια για το νόμιμο εμπόριο και με μηχανισμούς για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές. Δηλαδή δεν πρέπει τα κράτη να δημιουργήσουν τελικά υπερ-ασπίδες προστασίας που θα δυσχεραίνουν τις νόμιμες συναλλαγές και τελικά την ελευθερία (νόμιμο εμπόριο είναι και η απλή παροχή πρόσβασης στο Διαδίκτυο), ούτε να διευκολύνουν διάφορες εταιρίες προστασίας δικαιωμάτων να προσφεύγουν για ψύλλου πήδημα στα νομικά συστήματα που θα ιδρύσουν τα κράτη.

Στο τμήμα 2, με τίτλο "Αστικές κυρώσεις", η ACTA γίνεται πιο συγκεκριμένη. Στο άρθρο 7 ("Πρόβλεψη διατάξεων πολιτικής δικονομίας") αναφέρεται ότι τα κράτη πρέπει να διαθέτουν συστήματα πολιτικής δικονομίας (δηλαδή δικαστηρίων που δικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών) για την επιβολή οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εφόσον, εννοείται, αυτό το δικαίωμα προβλέπεται ήδη από το εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή ήδη ακολουθείται από το ελληνικό δίκαιο: οι ιδιωτικές διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας υπάγονται στα αστικά δικαστήρια. Στο άρθρο 8 ("ασφαλιστικά μέτρα", αλλά όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στην πολιτική δικονομία, εννοούν μάλλον συντηρητικά μέτρα), η ACTA επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν διατάξεις βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν εντολές κατά άλλων συμβαλλόμενων μερών (δηλ. κρατών ή ενώσεων κρατών) για να σταματήσουν παράβαση ή να αποτρέψουν την είσοδο προϊόντων που σχετίζονται με παράβαση, στα δίκτυα εμπορίας. Πρόκειται για σαφή παραίτηση από το δικαίωμα της ετεροδικίας, η οποία όμως εφόσον αφορά ένα εμπορικό θέμα είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενικότητα της δυνατότητας παρεμπόδισης εισόδου προϊόντος "στα δίκτυα εμπορίας" δημιουργεί ανησυχία όσον αφορά την πιθανή εφαρμογή αυτής της δυνατότητας στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, τα κράτη έχουν την δυνατότητα να περιορίζουν, κατά την δεύτερη παράγραφο, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα μόνο στην καταβολή αποζημιώσεως, χωρίς δηλαδή άλλες απαγορεύσεις, εφόσον όμως τα συμβαλλόμενα μέρη ακολουθούν τις διατάξεις του μέρους ΙΙ της σύμβασης TRIPS.

To άρθρο 9 ("Αποζημίωση") προβλέπει το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για τις παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται διαφυγόντα κέρδη, αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών με βάση την αγοραία τιμή ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης. Αυτο ισχύει έτσι κι αλλιώς στο ελληνικό δίκαιο με βάσει τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Η ACTA προσθέτει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που ακολουθούνται ήδη από τα δικαστήρια.

Το άρθρο 10 ("Άλλα έννομα μέσα") προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα μπορούν να διατάξουν την καταστροφή των πλαστών προϊόντων χωρίς αποζημίωση του παραβάτη. Στη δεύτερη παράγραφο, όμως, αναφέρεται επίσης ότι τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να διατάζουν καταστροφή ή απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας "υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή την δημιουργία των εν λόγω παράνομων προϊόντων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς την καταβολή κανενός είδους αποζημίωσης, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων". Εδώ αρχίζουν οι παραλογισμοί της ACTA, και η γελοιοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας, το κείμενό της οποίας, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ώστε τα δικαστήρια να απαγορεύσουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα memory sticks, τα dvds, τα φωτοτυπικά, προγράμματα η/υ, τις εφαρμογές διαδικτύου, ή ακόμα και το ίδιο το χαρτί και το μελάνι. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς δέχθηκαν τόσα κράτη να υπογράψουν μια τέτοια ανοησία, ίσως την μεγαλύτερη κουταμάρα που καταγράφηκε ποτέ σε νομικό κείμενο από την εποχή του κώδικα του Χαμουραμπί.

Στο άρθρο 11 ("Πληροφορίες σχετικά με την παράβαση") η νομική ανοησία συνεχίζεται: τα δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν τους παραβάτες ή "φερόμενους" ως παραβάτες να αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες που έχουν για οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης "ή της εικαζόμενης παράβασης" (!) και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή "εικαζόμενων παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών" κλπ. Δηλαδή ένα δικαστήριο θα βγάλει μια απόφαση που θα καταδικάζει έναν παραβάτη να κατονομάσει τους συνεργούς του. Και αυτός, αμέσως μόλις καταδικαστεί, θα σπεύσει να αποκαλύψει ασμένως όλες αυτές τις πληροφορίες στις αρχές, θεωρούν οι πάνσοφοι συντάκτες και κυρίως οι υπογράψαντες την ACTA. H διάταξη, προσχηματικά, ξεκινάει με μια αναφορά στο ότι όλα αυτά ισχύουν υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την εμπιστευτικότητα και τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Με την θεωρητική αξία που έχει και το άρθρο 1 της ACTA.

Στο άρθρο 12 ("Προσωρινά μέτρα", αυτό που λέμε στη πολιτική δικονομία "ασφαλιστικά μέτρα") αναγνωρίζεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν και μέτρα χωρίς να ακούσουν και τις δύο πλευρές. Πρόκειται βεβαίως για απόκλιση από θεμελιώδες δικαίωμα και επιχειρείται να βασιστεί ως εξαιρετική περίσταση στον "κίνδυνο" καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτά βέβαια προβλέπονται ήδη από τον Ελληνικό νόμο, αλλά η εφαρμογή τέτοιων εξαιρέσεων γίνεται με τεράστια φειδώ. Το άρθρο πάντως επαναλαμβάνει ως ασφαλιστικό μέτρο την δυνατότητα των δικαστηρίων να κατάσχουν υλικά κλπ αντιγραφής.

Το Τμήμα 3 ("Συνοριακά μέτρα") περιλαμβάνει κάποιους κανόνες για τους ελέγχους σε τελωνεία, αλλά υπάρχει η υποσημείωση ότι δεν εφαρμόζεται μεταξύ κρατών που έχουν τελωνειακή ένωση (όπως η ΕΕ). Εδώ περιλαμβάνονται και δυνατότητες απαγόρευσης "ύποπτων προϊόντων".

Το Τμήμα 4 ("Επιβολή ποινικών κυρώσεων") προβλέπει συμπεριφορές που πρέπει να ποινικοποιήσουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη δεσμεύονται να ποινικοποιήσουν τις παραβάσεις που γίνονται σε "εμπορική κλίμακα". Στο σημείο αυτό η ACTA αντιγράφει τον όρο "εμπορική κλίμακα" από την ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48, η οποία αποτελεί σε αρκετά σημεία και ένα πρότυπο που γενικότερα ενέπνευσε την ACTA. Ωστόσο, η Οδηγία 2004/48 έχει υποβληθεί σε ερμηνεία και σε συνάρτηση άλλα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, και πολύ πρόσφατα υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οριοθέτησε την εμβέλειά της στις διαδικτυακές υπηρεσίες (βλ. εδώ). Η "εμπορική κλιμακα" στο ελληνικό δίκαιο ήδη μετατρέπει σε κακούργημα την παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 66 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για μη εξουσιοδοτημένη αντιγραφή κινηματογραφικών ταινιών "κατά την προβολή τους σε χώρο προβολής γενικά ανοικτό στο κοινό". Ένα ιδιώνυμο, δηλαδή, που προφανώς ήδη καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις. Είναι τέτοια η οσφυοκαμψία του νομοθέτη στην βιομηχανία του κινηματογράφου που δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Το Τμήμα 5 της ACTA αφορά την "Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ψηφιακό Περιβάλλον". Στο άρθρο 27 αναφέρεται ότι οι αστικές και οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να ισχύουν και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ως παράβαση θεωρείται και η "παράνομη χρήση μέσων ευρείας διάδοσης για παράνομους σκοπούς". Πάντως η διάταξη επαναλαμβάνει και τη γνωστη γενική ρήτρα, βάσει της οποίας οι διαδικασίες αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται εμπόδια στις νόμιμες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου και να τηρούνται θεμελιώδεις ρχές όπως η ελευθερία έκφρασης η δίκαιη δίκη και η ιδιωτικότητα. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παραπομπή και υποσημείωση, στην οποία αναφέρεται ως παράδειγμα τέτοιας θεμελιώδους αρχής οι τυχόν περιορισμοί ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Η ACTA εδώ παραπέμπει εμμέσως στην πολύ σημαντική Οδηγία 2000/31/ΕΚ, κατά την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας απαλάσσονται από την ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες κι ευθύνονται μόνον εάν λάβουν γνώση ότι διακινείται κάτι παράνομο. Έτσι, η Οδηγία 2000/31/ΕΚ καθίσταται το πιο πολύτιμο νομοθέτημα του Ευρωπαϊκού δικαίου για την διατήρηση της ουδετερότητας του δικτύου (net neutrality) και την αποτροπή των σχέσεων ευθύνης - προληπτικού ελέγχου περιεχομένου. Βάσει αυτής της Οδηγίας εκδόθηκαν σημαντικότατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι οποίες προασπίστηκαν την ελεύθερη λειτουργία της Google, της e-Bay, αλλά και των ISP και των social networking services. Μόνο ορισμένα χαμηλόβαθμα ελληνικά δικαστήρια, τελευταία, εμμένουν να περιφρονούν την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και το ελληνικό αντίστοιχό της, το π.δ. 131/2003, επαναφέροντας τις παλαιολιθικές διατάξεις περί Τύπου στο Διαδίκτυο. Αλλά αυτό είναι ακόμη ένα θέμα σε εξέλιξη και σύντομα εκτιμώ ότι θα έχουμε νεότερες αποκαταστάσεις επί του θέματος.

Στο άρθρο 27 παράγραφος 4 η ACTA αναφέρει ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν στους ISP να αποκαλύπτουν άμεσα τα στοιχεία για τον εντοπισμό ενός συνδρομητή που φέρεται ότι χρησιμοποίησε τη σύνδεση για την παράβαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται μέσα από την εθνική νομοθεσία. Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ο Ν.2225/1994 δεν επιτρέπει την άρση του απορρήτου για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βέβαια η γνωμοδότηση Σανιδά, η οποία όμως μπορεί να έχει κάποια εφαρμογή μόνο για τις εγχώριες υποδομές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις/εταιρίες, όχι όμως σε περίπτωση που εμπλέκονται και υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας που υπάγονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Πάντως, η ACTA ανοίγει το δρόμο της άρσης του απορρήτου των χρηστών και για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Και πάλι βέβαια, η ίδια διάταξη αναφέρει ότι δεν πρέπει να θίγονται νόμιμες δραστηριότητες καθώς και η ιδιωτικότητα. Αυτό όμως σημαίνει, τουλάχιστον, ότι η απόφαση για την άρση του απορρήτου θα πρέπει να προέρχεται από ανεξάρτητο δικαστήριο και θα πρέπει να αφορά μόνο κακουργηματικές παραβάσεις (οι οποίες δεν οριοθετούνται επαρκώς στην νομοτεχνική διατύπωση της "εμπορικής κλίμακας"). Διαφορετικά θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Στο άρθρο 27 παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών για νομική προστασία σχετική με την εξουδετέρωση τεχνολογικών μέτρων, κάτι που ήδη προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 66Α Ν.2121/1993). Η ελληνική νομοθεσία σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και πιο αυστηρή από την ACTA.

To κεφάλαιο ΙΙΙ της ACTA έχει τίτλο "Πρακτικές επιβολής". Το άρθρο 28 αναφέρει γενικότητες, όπως ότι όλα τα κράτη οφείλουν να μοιράζονται τις κοινές πρακτικές, να συλλέγουν στατιστικά κια να προωθούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης κλπ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο 29 (με τίτλο "Διαχείριση του κινδύνου στα σύνορα" - λες και πρόκειται για πολεμικό ανακοινωθέν!) επιβάλλει και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών των κρατών, κυρίως σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όταν εντοπιστεί ή και κατασχεθεί παράνομο υλικό.

Το κεφάλαιο IV έχει τίτλο "Διεθνής συνεργασία". Με το άρθρο 33 αναγνωρίζεται ότι η διεθνής συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας , η οποία συνεργασία εστιάζει κυρίως στην ανταλλαγή πληροφορίών.

Το κεφάλαιο V έχει τίτλο "Θεσμικές ρυθμίσεις". Με το άρθρο 36 συγκροτείται η "επιτροπή ACTA", με αρμοδιότητα την επισκόπηση εφαρμογής της ΑCTA και την εξέταση κάθε προτεινόμενης τροποποίησης της. Η επιτροή μπορεί να αποφασίζει την σύσταση κι άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας για την υποστήριξη του έργου τους, την αναζήτηση γνώμης από μκο ή μη κυβερνητικά πρόσωπα, την υποβολή συστάσεων για την εφαρμογή της ACTA και την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής. Η επιτροπή ACTA αποφασίζει με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Κατά το άρθρο 37 κάθε κράτος θα ορίσει ένα "σημείο επαφής" για την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών επί παντός θέματος που καλύπτει η ACTA.

Το κεφάλαιο VI περιέχει τις τελικές διατάξεις. Η ACTA διατίθεται προς υπογραφή από την 1η Μάη του 2011 έως την 1η Μάη του 2013. Σε υποσημειωση του άρθρου 39 αναφέρονται οι χώρες που πήραν μέρος στην διαπραγμάτευση, με υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά το άρθρο 40 η ACTA τίθεται σε εφαρμογή μόλις παρέλθουν τριάντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης του έκτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης και ισχύει για τα υπογράφοντα μέρη. Κατά το άρθρο 41, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από την ACTA με γραπτή κοινοποίηση στον θεματοφύλακα (κυβέρνηση της Ιαπωνίας, κατά το άρθρο 45). Η αποχώρηση αρχίζει να ισχύει 180 ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον θεματοφύλακα. Κατά το άρθρο 42 τα μέρη μπροούν να προτείνουν τροποποιήσεις, αλλά η επιτροπή ACTA αποφασίσει εάν θα υποβάλλει την προτεινόμενη τροποποίηση προς υπογραφή.



Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012

Η αυτο-οργάνωση των χρηστών ως απάντηση στις νομοθετικές επιθέσεις στο Διαδίκτυο

Αυτές τις ημέρες έχει ξεκινήσει μια μεγάλη διαδικτυακή καμπάνια, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και παγκοσμίως, σχετικά με δύο νομοσχέδια που έχουν υποβληθεί στα νομοθετικά σώματα (Κογκρέσο και Γερουσία), όσον αφορά την παρακολούθηση και τιμώρηση της πειρατείας έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο. Είναι τα νομοσχέδια που έχουν γίνει γνωστά με τα αρχικά "S.O.P.A" και "P.I.P.A.".

Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ένας θεμιτός και νόμιμος στόχος που πρέπει να επιδιώκουν οι έννομες τάξεις. Αντιλαμβάνομαι αυτόν τον κλάδο του δικαίου ως μια μορφή προστασίας των δημιουργών αλλά και των ερμηνευτών και καλλιτεχνών έναντι των παραγωγών, εκδοτών και διανομέων των πνευματικών έργων. Δηλαδή ένα σύστημα για να αποφεύγονται οι αυθαιρεσίες των εύρωστων επιχειρήσεων έναντι των ατόμων που παράγουν πνευματικά έργα. Είναι μια περίπτωση που συγγενεύει προς το εργατικό δίκαιο, το οποίο επεμβαίνει για να προστατεύσει τον εργαζόμενο έναντι του συνήθως ισχυρότερου εργοδότη.

Κάποτε όμως, στο δίπολο δημιουργός - παραγωγός προστέθηκε κι ένας τρίτος πόλος: ο χρήστης. Ο χρήστης των έργων (το "κοινό") είναι ο στόχος στον οποίο απευθύνεται τόσο ο δημιουργός όσο και ο παραγωγός. Σε μια πιο απλουστευτική προσέγγιση, θα λέγαμε ότι είναι ο "καταναλωτής", αν και δεν θεωρείται και τόσο ακριβές να θεωρούμε τα πνευματικά έργα ως καταναλωτικά αγαθά. Οι χρήστες των έργων όμως ενδιαφέρονται να απολαύσουν τα έργα, τα οποία βέβαια συνήθως διατίθενται έναντι αντιτίμου. Το "συνήθως" παίζει ιδιαίτερο ρόλο: δεν είναι όλα τα έργα προς πώληση, καθώς υπάρχει και μια εξαιρετικά σημαντική σε όγκο παραγωγή που αφορά έργα τα οποία διατίθενται ελεύθερα. Ιδίως σε συνθήκες Διαδικτύου, όπου οι παραδοσιακές σχέσεις δημιουργού - παραγωγού έχουν σαφώς μετεξελιχθεί, οι χρήστες έχουν πρόσβαση σε έναν ανυπολόγιστο όγκο έργων - πληροφοριών, τα οποία κυκλοφορούν χωρίς την προϋπόθεση της καταβολής αντιτίμου. Ορισμένα από αυτά κυκλοφορούν ελεύθερα, επειδή έτσι επελεξε ο δημιουργός ή και ο παραγωγός τους (που μπορεί και να ταυτίζονται), θέλοντας να απευθυνθούν σε ένα ακροατήριο χωρίς τους περιορισμούς μιας οικονομικής συναλλαγής. Ορισμένα πάλι κυκλοφορούν χωρίς οι δικαιούχοι να έχουν επιτρέψει την ελεύθερη κυκλοφορία τους. Οι χρήστες δεν είναι πάντοτε σε θέση να διακρίνουν ποια από τα έργα κυκλοφορούν ελεύθερα με την συγκατάθεση των δικαιούχων και, σε τελική ανάλυση, δεν τους ενδιαφέρει και πολύ το νομικό καθεστώς. Από τη στιγμή που ένα έργο είναι δημόσια προσβάσιμο, ανεξάρτητα από τους λόγους που διατέθηκε έτσι, έχει de facto υπαχθεί σε μια ανοικτή σφαίρα όπου ο χρήστης τεχνικά μπορεί να το απολαύσει.

Εναντίον αυτής της διαμορφωμένης κατάστασης, αντιδρούν οι παραγωγοί συνήθως. Καθώς και οι δημιουργοί που ακολουθούν αυτή την παλιά οικονομική αντίληψη βάσει της οποίας διαρθρώθηκε το εμπόριο και η επιχειρηματικότητα στον τομέα της διάθεσης έργων. Είναι ένα μοντέλο το οποίο έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα και από την ανάγκη για την διάχυση της πληροφορίας σε μια διαδικτυακή πλέον εποχή. Οι πιο καινοτόμοι αναζητούν νέα μοντέλα προσέγγισης του κοινού και κερδοφορίας από την διάθεση των έργων τους, ενίοτε αποσυνδέοντας τελείως την ίδια τη χρήση του έργου από τις οικονομικές συναλλαγές. Άλλοι έχουν ακολουθήσει πλήρως την διαδικτυακή οικονομία και έχουν προσαρμόσει τα παραδοσιακά καταστήματα σε ψηφιακές συνθήκες. Οι πιο παραδοσιακοί όμως, αντιστέκονται και αναζητούν νέες νομικές λύσεις για την παρέμβαση σε μια πραγματικότητα που τους έχει ξεπεράσει προ πολλού.

Έχει διαπιστωθεί ότι κάθε φορά που η τεχνολογία παρείχε μια νέα δυνατότητα μετάδοσης έργων, η παλιά βιομηχανία αντιδρούσε και επικαλείτο το νόμο για να διατηρήσει την παλιά κατάσταση. Συνήθως τη λύση καλούνταν να δώσουν τα δικαστήρια, στα οποία προσέφευγε η βιομηχανία για να απαγορεύσει νέες συσκευές μετάδοσης της πληροφορίας. Τα δικαστήρια στις περισσότερες των περιπτώσεων αντιστέκονταν και αναγνώριζαν ότι δεν μπορούν να τεθούν τέτοιοι ψεύτικοι φραγμοί σε μια πραγματικότητα που συνδέεται με την ίδια την εξέλιξη του πολιτισμού. Τότε η βιομηχανία στρεφόταν στους νομοθέτες και ζητούσαν την επιβολή νέων, πιο ειδικών και αυστηρών νόμων, που θα απέτρεπαν τελικά την χρήση νέων τεχνολογιών, προσθέτοντας γενικούς φραγμούς. Το πρόβλημα πάντοτε ήταν ότι η νομοθετική επέμβαση, λόγω της γενικότητας που πρέπει να έχει, συμπαρασύρει - μαζί με το θεμιτό αποτέλεσμα που είναι ο περιορισμός της αυθαιρεσίας- και την ίδια τη θεμιτή χρήση του μέσου.

Βρισκόμαστε σε μια τέτοια ιστορική στιγμή: ο στόχος πλέον είναι η χρήση του Διαδικτύου, η οποία επιδιώκεται να γίνει ολοένα και πιο ελεγχόμενη. Αυτό ανατρέπει βέβαια τη σχέση κανόνα εξαίρεσης, αλλά και το τεκμήριο της αθωότητας των χρηστών. Δεν μπορείς να θεωρείς εξ αρχής την κυκλοφορία και το μοίρασμα αρχείων ως παράνομο, ώστε να επιβάλλεις διαρκώς νέα μέτρα αστυνόμευσης. Μια τέτοια προσέγγιση θίγει δύο θεμελιώδη, ανθρώπινα δικαιώματα. Την ελευθερία της έκφρασης (στην οποία περιλαμβάνεται ρητώς η λήψη και μετάδοση πληροφοριών), αλλά και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (στην οποία εντάσσεται κάθε "κίνηση" του χρήστη στο Διαδίκτυο). Φυσικά τα δικαιώματα αυτά δεν είναι απόλυτα (δηλαδή χωρίς εξαιρέσεις), αλλά οι εξαιρέσεις που επιτρέπονται πρέπει να προβλέπονται συγκεκριμένα από τον νόμο και ο νόμος αυτός να είναι ανεκτός σε μια δημοκρατική κοινωνία. Εφόσον υπάρχουν ηπιότεροι τρόποι ελέγχου και περιορισμού της παρανομίας, δεν πρέπει να επιλέγονται οι επαχθέστεροι, εκείνοι δηλαδή που θα περιορίσουν περισσότερο τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών.

Τι πρέπει να γινει; Απέναντι στην οργανωμένη βιομηχανία του copyright, πρέπει να συγκροτηθεί και μια οργανωμένη κοινωνία των πολιτών. Σεβαστά τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματα των δημιουργών και παραγωγών, αλλά εξίσου σεβαστά πρέπει να γίνονται και τα θεμελιώδη δικαιώματα των χρηστών, οι οποίοι ζητούν να διατηρηθεί η ανοικτή αρχιτεκτονική του Διαδικτύου, χωρίς τεχνιτές παρεμβάσεις, όπως οι προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις. Χρειάζεται περισσότερη οργάνωση και ενημέρωση των χρηστών του Διαδικτύου, κάτι που ενθαρρύνει και η ίδια η νομοθεσία για την πνευματική ιδιοκτησία, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Ν.2121/1993, οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις χρηστών έργων έχουν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν με τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης (οι οποίοι εκπροσωπούν δημιουργούς και παραγωγούς), ώστε να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτές ρυθμίσεις. Αυτή η δυνατότητα δεν έχει αξιοποιηθεί από την πλευρά των χρηστών κι έτσι οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης καθορίζουν μονομερώς τους όρους του παιχνιδιού.

Αυτές τις ημέρες παρατηρούμε ότι η αυτο-οργάνωση των χρηστών στις Η.Π.Α. έχει προωθηθεί μέσα από μη κυβερνητικές οργανώσεις που ασχολούνται με την ελευθερία και τα δικαιώματα στο Διαδίκτυο. Καθώς και από μεγάλες διαδικτυακές κοινότητες, όπως αυτή της Wikipedia, η αγγλική έκδοση της οποίας παρέμεινε κλειστή για μία ημέρα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Δεν φτάνει όμως η διαμαρτυρία και η αγανάκτηση, πρέπει να γίνει και το επόμενο βήμα. Ας ξεπεράσουμε σταδιακά το -δύσκολο ομολογουμένως- ζήτημα της εκπροσώπησης και ας προχωρήσουμε στη διαμόρφωση των φορέων εκείνων που θα προωθήσουν τα δικαιώματα των χρηστών στη βάση αυτο-οργάνωσης που δεν περιμένει μόνο από το κράτος ή τα δικαστήρια να παρέμβουν για να προστατεύσουν τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η ίδια η φύση του Διαδικτύου επιτρέπει την δημιουργία συλλογικοτήτων, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές. Οι ήδη υφιστάμενες συλλογικότητες πρέπει επίσης να ενεργοποιηθούν, όπως είδαμε ότι έγινε αυτές τις ημέρες στην Αμερική. Η ελευθερία είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αγωνιζόμαστε και να αναλαμβάνουμε πρωτοβουλίες, όχι να περιμένουμε να αναγνωριστεί ή να παραχωρηθεί.



Κυριακή, Αυγούστου 07, 2011

Εφετείο Βαρκελόνης: τα links δεν παραβιάζουν πνευματική ιδιοκτησία

Σύμφωνα με την απόφαση 311/2011 της 7.7.2011, το Εφετείο της Βαρκελόνης έκρινε ότι η τοποθέτηση links από ένα site προς άλλα που περιείχαν έργα με ενδεχόμενα πνευματικά δικαιώματα δεν συνιστά παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας (βλ. την απόφαση εδώ).

Η υπόθεση ξεκίνησε από έναν Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης έργων συγγραφέων και εκδοτών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ιστοσελίδα δεν παραβίαζε τον νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία, αφού αποτελούσε απλώς έναν κατάλογο ιστοσελίδων που περιείχε μόνο links χωρίς να φιλοξενεί τα επίμαχα έργα. Ο Οργανισμός υπέβαλε έφεση και το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Το Εφετείο έκρινε ότι η υπόδικη ιστοσελίδα αποτελούσε έναν οδηγό για τους χρήστες, οι οποίοι μπορούσαν απλώς να εντοπίσουν ένα έργο και στην συνέχεια εάν θέλουν να το κατεβάσουν από τις παραπεμπόμενες ιστοσελίδες. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο έκρινε ότι η τοποθέτηση links δεν "καθιστά προσιτά στο κοινό" τα παραπεμπόμενα έργα, κατά την έννοια του ισπανικού νόμου για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. "Προσιτό στο κοινό", εξηγεί το Εφετείο, "καθίσταται το έργο εκεί όπου φιλοξενειται και από όπου μπορεί ο χρήστης να κατεβάσει το έργο".

Σύμφωνα με το σχολιασμό του EFF, η απόφαση χαιρετίζεται ως αντιλαμβανόμενη την αρχιτεκτονική του Διαδικτύου και ελπίζεται ότι και άλλα δικαστήρια Ευρωπαϊκών κρατών θα ακολουθήσουν το σκετικό του Εφετείου της Βαρκελόνης.


Παρασκευή, Απριλίου 15, 2011

Eλληνική δικαστική απόφαση για ιστότοπο - ευρετήριο με links

Η τοποθέτηση συνδέσμων (links) που οδηγούν τον χρήστη σε άλλες ιστοσελίδες αποτελεί μια έκφανση του συνταγματικού δικαιώματος για μετάδοση πληροφοριών στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Σύμφωνα με αυτό το δικαίωμα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 5Α του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρωπου, περιορισμοί στη μετάδοση πληροφοριών είναι επιτρεπτοί μόνο εφόσον βασίζονται στο νόμο και μόνον εφόσον αυτός ο νόμος είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εξυπηρέτηση έννομων συμφερόντων. Ο νόμος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας προβλέπει ότι οι δικαιούχοι των έργων έχουν δικαίωμα να απαγορεύουν την αναπαραγωγή ή δημόσια εκτέλεση ή διανομή των έργων τους στο κοινό από τρίτους που δεν έχουν την άδεια τους (άρθρο 3 σε συνδυασμό με άρθρο 66 Ν.2121/1993). Σε αυτή την έννοια, όμως, δεν περιλαμβάνεται η τοποθέτηση links προς ήδη δημοσιευμένα έργα που βρίσκονται αναρτημένα σε άλλες ιστοσελίδες. Αυτή η γενική αρχή, στην οποία βασίζεται η ίδια η έννοια της λειτουργίας του "Δια-δικτύου", δηλαδή η ελεύθερη και διαρκής διασύνδεση, είναι κεκτημένο κάθε μετέχοντα στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Είναι η αρχή επί της οποίας οικοδομήθηκε η λειτουργία των μηχανών αναζήτησης, η οποία έχει μεταβάλει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε και βρίσκουμε πληροφορίες στο σύγχρονο κόσμο, αλλά και η αρχή επί της οποιας οργανώθηκαν οι σύγχρονες υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Κατ' αυτή την έννοια, η τοποθέτηση link δεν αποτελεί ενέργεια που συνιστά "χρήση" ενός ήδη δημοσιευμένου έργου, αφού η ίδια η ανάρτηση του έργου στο Διαδίκτυο, εφόσον δεν έχουν ληφθεί τεχνολογικά μέτρα προστασίας ή μνεία περιοριστικής αδειοδότησης, κατατείνει ακριβώς στην ανεύρεση της ηλεκτρονικής διεύθυνσης (URL) στην οποία είναι ήδη αναρτημένο.

Οι παραπάνω γενικές αρχές έχουν επαληθευθεί αρκετές φορές στα τελευταία χρόνια, μέσα από αποφάσεις δικαστηρίων διαφόρων χωρών (ΗΠΑ, Γαλλίας, Γερμανίας, Δανίας, Ολλανδίας, Κίνας βλ. E-Lawyer: τα links δεν παραβιάζουν πνευματική ιδιοκτησία). Σε αυτή την πινακοθήκη δικαστικών αποφάσεων έρχεται να προστεθεί και η ελληνική δικαστική απόφαση υπ' αρ. 965/2010 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, με την οποία αθωώθηκε o διαχειριστής του γνωστού διαδικτυακού τόπου greek-movies.com, κατόπιν μηνύσεως που υπέβαλε εναντίον του ένας Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων. Με ένα ξεκάθαρο σκεπτικό, η απόφαση αναλύει όλες τις παραμέτρους του θέματος, απεμπλέκοντας με οριστικό τρόπο την τοποθέτηση links από τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Αλλά και πριν από την έκδοση αυτής της δικαστικής απόφασης, το σύνολο της ελληνικής νομικής βιβλιογραφίας συμφωνεί ότι η τοποθέτηση συνδέσμων υπερκειμένου είναι μια κατ' αρχήν αδιάφορη, από απόψεως πνευματικής ιδιοκτησίας, πράξη, η οποία εμπίπτει στην ελευθερία μεταδόσεως πληροφοριών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα, οι σημαντικές νομολογιακές οδοί για το Διαδίκτυο άνοιξαν μέσα από την ανεξάρτητη κρίση δικαστηρίων της περιφέρειας (Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου για την κακόπιστη χρήση domain names, Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης για την μη εφαρμογή του νόμου περί τύπου στα blogs κλπ).

Ακολουθεί το κρίσιμο απόσπασμα από την σημαντική αυτή απόφαση:

“ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΙΛΚΙΣ

Αριθ.: 965/2010


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΙΛΚΙΣ

Δημόσια συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2010

Δικαστές κλπ ***

Κατηγορούμενος *** ΠΑΡΩΝ

Πράξη: "Παράβαση άρθρ. 66 παρ 1 Ν.2121/1993 κατ' εξακολούθηση"

[...]


Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά την αποδεικτικά διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης και διαχειριστής της ιστοσελίδας με την ονομασία “greek-movies” που ανευρίσκεται στη διαδικτυακή διεύθυνση “greek-movies.com” και την οποία ο κατηγορούμενος λειτουργεί από το Φεβρουάριο του 2006. Αντικείμενο της ανωτέρω ιστοσελίδας είναι ο ευρετηριασμός και η κατηγοριοποίηση ελληνικών κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών βάσει διαφόρων κριτηρίων αναζήτησης ώστε να είναι ευχερής η ανεύρεσή τους από τον χρήστη των υπηρεσιών τηες ιστοσελίδας αλλά όχι και η αναπαραγωγή τους μέσω αυτής. Ειδικότερα, ο επισκέπτης ή χρήστης της πιο πάνω ιστοσελίδας μπορεί να εξεύρει εύκολα, μέσω του συστήματος αναζήτησης που διαθέτει η ιστοσελίδα, την ταινία ή την τηλεοπτική σειρά που τον ενδιαφέρει και στη συνέχεια, αφού προβεί στην παραπάνω ενέργεια, η ως άνω ιστοσελίδα του αναφέρει τον σύνδεσμο (link) τον οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιήσει προκειμένου να μεταβεί στην ιστοσελίδα στην οποία βρίσκεται αποθηκευμένη η επιλεγμένη ταινία ή τηλεοπτική σειρά και απ' όπου θα γίνει η αναπαραγωγή της κατ' επιλογή του χρήστη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ιστοσελίδα του κατηγορουμένου αποτελεί κατ' ουσίαν μια μηχανή αναζήτησης πληροφοριών όπως πολλές άλλες που λειτουργούν στο χώρο του διαδικτύου (π.χ. “google”) με τη διαφορά ότι το αντικείμενό της είναι εξειδικευμένο και αφορά μόνο σε ελληνικές ταινίες και ελληνικές τηλεοπτικές σειρές, η κατηγοριοποίηση και ο ευρετηριασμός των οποίων από την ως άνω ιστοσεοίδα είναι πληρέστερη και αναλυτικότερη από εκείνη που πραγματοποιούν άλλες ιστοσελίδες. Υπογραμμίζεται ότι οι ως άνω πληροφορίες που συλλέγει η ιστοσελίδα του κατηγορουμένου αναφορικά με την εξεύρεση ιστοσελίδων όπου ο χρήστης μπορεί να παρακολουθήσει ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές αποτελούν δημόσιες πληροφορίες, υπό την έννοια ότι ο χρήστης του διαδικτύου εφόσον γνωρίζει τη σχετική διαδικτυακή διεύθυνση, έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει αυτές άμεσα, χωρίς τη μεσολάβηση της ιστοσελίδας του κατηγορουμένου, με τη μετάβασή του στην ιστοσελίδα που κατέχει το αρχείο που περιέχει την ταινία που επιθυμεί να παρακολουθήσει και από την οποία (ιστοσελίδα) θα γίνει η αναπαραγωγή του αρχείου. Περαιτέρω, το οικονομικό όφελος που αποκομίζει ο κατηγορούμενος από τη λειτουργία της ιστοσελίδας του κατά τον προαναφερθέντα τρόπο συνίσταται στα έσοδα που έχει από τις διαφημισεις τρίτων που καταχωρούνται στην ανωτέρω ιστοσελίδα του και τις οποίες μπορούν να παρακολουθήσουν οι χρήστες της ιστοσελίδας κατά τη μετάβασή τους σε αυτή. Ενόχει των ανωτέρω, η προεκτεθείσα συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν συνιστά αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του Ν.2121/1993 αφού ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη και διαχειριστή της ως άνω ιστοσελίδας, δεν προβαίνει σε άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή και δημόσια εκτέλεση και πολύ περισσότερο σε διανομή και κατοχή με σκοπό διανομής των ταινιών και τηλεοπτικών σειρών που διαθέτει η ιστοσελίδα του αφού η τελευταία, όπως προεκτέθηκε, δεν διαθέτει τα σχετικά αρχεία στα οποία έχουν αποθηκευθεί οι συγκεκριμένες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, αλλά διευκολύνει, μέσω της αναφοράς της αντίστοιχης ηλεκτρονικής διεύθυνσης, την πρόσβαση στις ιστοσελίδες – κατόχους των σχετικών αρχείων από τις οποίες είναι εφικτή η αναπαραγωγή τους από το χρήστης του διαδικτύου και οι οποίες προφανώς οφείλουν να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Ν.2121/1993 κατά την εκ μέρους τους διάδοση των σχετικών πληροφοριών, γεγονός, όμως το οποίο δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί τόσο από τον κατηγορούμενο κατά τη λειτουργία της ως άνω ιστοσελίδας του, όσο και από οποιονδήποτε άλλο διαδικτυακό χρήστη των υπηρεσιών των εν λόγω ιστοσελίδων – κατόχων των αρχείων που επιθυμεί να απαραγάγει κάποιο αρχείο τους ατα πλαίσια της ταχύτητας και της ελευθερίας μετάδοσης των πληροφοριών που διακρίνει το διαδίκτυο. Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κατηγορείται εν προκειμένω ο κατηγορούμενος και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε τέλεση κακουργηματικής εκ μέρους του πράξης (ώστε να συντρέχει λόγος καθ' ύλην αναρμοδιότητας του δικαστηρίου τούτου για την εκδίκασή της) και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο *** του ***, κάτοικο Κιλκίς, ***.

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο του ότι "στο Κιλκίς κατά το χρονικό διάστημα Μάιος – Ιούλιος 2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση χωρίς την άδεια των παραγωγών οπτικοακουστικών έργων (παραγωγών υλικών φορέων ήχου και εικόνας), διέθετε στο κοινό ταινίες και προέβαινε στην διανομή μέσω διαδικτύου ταινιών, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στο πρωτότυπο και στα αντίτυπα ταινιών, όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως ιδιοκτήτης και διαχειριστής της ιστοσελίδας με την ονομασία “www.greek-movies.com”, χωρίς δικαίωμα και χωρίς προηγούμενη άδεια των νομίμων δικαιούχων, οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ***”, συγκέντρωνε αυθαίρετα διαδικτυακές διευθύνσεις (URLS) που παραπέμπουν στο σύνολο των ελληνικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών (ενδεικτικά ***), μεσολαβούσε ώστε να καθίστανται προσιτές στο ευρύ κοινό ελληνικές ταινίες και ελληνικές τηλεοπτικές σειρές και διευκόλυνε χωρίς την άδεια των νόμιμων δικαιούχων τη δημόσια προβολή των ανωτέρω ελληνικών ταινιών, κατά παράβαση της νομοθεσία για την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας." Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.


Κιλκίς, 19 Οκτωβρίου 2010. Ο Προεδρεύων Ο Γραμματέας”



Πέμπτη, Απριλίου 07, 2011

Tα links δεν παραβιάζουν πνευματική ιδιοκτησία

Σε μια από τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά ορισμένες πτυχές της πνευματικής ιδιοκτησίας στην κοινωνία της πληροφορίας (2001), ο ευρωπαίος νομοθέτης προβλέπει, ως μια από τις εξουσίες του δημιουργού, το δικαίωμα παρουσίασης του έργου στο κοινό. Επομένως, για κάθε "παρουσίαση ενός έργου στο κοινό" απαιτείται η άδεια του δημιουργού. Αυτή η αόριστη νομική έννοια οδήγησε σε διάφορες στρεβλές επικλήσεις του νόμου. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η απαίτηση προς τους χρήστες του Διαδικτύου να αναζητούν άδεια των δικαιούχων ή να καταβάλλουν αποζημίωση για την τοποθέτηση links προς τους ιστοτόπους στους οποίους είναι αναρτημένα τα έργα. Με την αιτιολογία ότι η τοποθέτηση τα links συνιστά "παρουσίαση στο κοινό".

Το θέμα αντιμετωπίστηκε από πολλά δικαστήρια, σε υποθέσεις εναντίον ιστοσελίδων που περιείχαν links προς τους διαδικτυακούς τόπους στους οποίους είχαν αναρτηθεί τα έργα. Τα δικαστήρια αποφάνθηκαν ότι η τοποθέτηση link δεν συνιστά παρουσίαση στο κοινό και δεν απαιτείται άδεια του δημιουργού ή άλλου φορέα, εφόσον ένα έργο είναι ήδη αναρτημένο. Η ίδια η ανάρτηση του έργου στο Διαδίκτυο, εφόσον δεν γίνεται σε "κλειδωμένο" ιστότοπο ή εφόσον δεν υπάρχουν τεχνολογικά μέτρα που να εμποδίζουν την τοποθέτηση link, δεν "αναπαράγεται" από το link της παραπομπής.

Αυτό έκριναν τα Γαλλικά δικαστήρια σε υπόθεση μήνυσης τηλεοπτικού καναλιού εναντίον ιστοσελίδας που περιείχε links προς αναρτημένες στο site του καναλιού εκπομπές (Πρωτοδικείο Παρισιού 18.6.2010). Όμοια έκρινε το Ομοσπονδιακό Γερμανικό Δικαστήριο στην υπόθεση της ιστοσελίδας που περιείχε links προς δημοσιευμένες εφημερίδες (υπόθεση Paperboy, 2003). Το ίδιο αποφάσισε το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ρότερνταμ για ιστοσελίδα - ευρετήριο της ειδησεογραφίας που παρέπεμπε σε επίσημες ιστοσελίδες εφημερίδων (υπόθεση Eureka, 22.8.2000), όπως και το Εμποροδικείο της Κοπεγχάγης για τις ιστοσελίδα αναζήτησης κτηματομεσιτικών υπηρεσιών (υπόθεση blog.ofir.dk, 2006). Πέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ίδια είναι και η νομολογία των Η.Π.Α., στην υπόθεση Ticketmaster, όπου μια ιστοσελίδα πώλησης εισιτηρίων όταν δεν διέθετε εισιτήρια για κάποια εκδήλωση παρέπεμπε με link σε ιστοσελίδα ανταγωνιστικής εταιρίας που διετίθεντο τα εισιτήρια (Ticketmaster vs. Tickets.com, 2003), αλλά και στην υπόθεση Perfect 10 κατά Google και Amazon όπου το Εφετείο των Η.Π.Α. έκρινε πως τα links σε φωτογραφίες δεν αντιβαίνουν στο δικαίωμα αναπαραγωγής. Τέλος, στην Κίνα, το 2008 η IFPI (Sony BMG, Universal, Warner) έχασε αντίστοιχη υπόθεση εναντίον μιας μεγάλης κινέζικης ιστοσελίδας μουσικής, της Baidu: το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο του Πεκίνο έκρινε ότι τα links προς νόμιμα αναρτημένα έργα δεν αποτελούν αναπαραγωγή και δεν απαιτούν άδειες και καταβολή ποσών. Μια αντίστοιχη αθωωτική απόφαση μαθαίνουμε ότι εκδόθηκε πρόσφατα από δικαστήριο της Βόρειας Ελλάδας σε υπόθεση φορέα συλλογικής διαχείρισης εναντίον ιστοσελίδας που περιείχε links προς νόμιμα αναρτημένο υλικό.

Όπως έχει γίνει γνωστό τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν κατατεθεί μηνύσεις εναντίον χρηστών του Διαδικτύου ακριβώς για τοποθέτηση links προς νόμιμα αναρτημένα έργα που προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία (βλ. εδώ). Η παραπάνω νομολογία αποτελεί εγγύηση της αθώωσης των αδίκως διωκόμενων χρηστών του Διαδικτύου, αλλά το ζητούμενο είναι να προστατευθούν οι χρήστες χωρίς να χρειαστεί να φτάσουν στο δικαστήριο, το οποίο συνεπάγεται κόστος, χρόνο και την αναπόφευκτη αβεβαιότητα για την έκβαση της υπόθεσης, ανάλογα με τις αντιληπτικές ικανότητες του εκάστοτε δικαστή. Το θέμα πρέπει να λυθεί κεντρικά από τον αρμόδιο κρατικό φορέα παροχής πληροφοριών για την πνευματική ιδιοκτησία: τον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Ο ΟΠΙ έχει ρητή αρμοδιότητα, σύμφωνα με το π.δ. 311/1994 να παρέχει πληροφορίες για θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Είναι μάλιστα το μοναδικό κρατικό όργανο που έχει αυτή την αρμοδιότητα ειδικά για τον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Στο πλαίσιο αυτής της αρμοδιότητάς του, ο ΟΠΙ αποφαίνεται και σε ερωτήματα που του τίθενται για την εφαρμογή του νόμου σε σχέση με έργα πνευματικής ιδιοκτησίας, εκδίδοντας και συνοπτικά κείμενα που ονομάζει "γνωμοδοτήσεις". Είναι κι αυτό μια έκφανση της αρμοδιότητας παροχής πληροφοριών.

Ο Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας πρόσφατα γνωμοδότησε ότι δεν είναι υποχρεωτική η πληρωμή χρημάτων στην ΑΕΠΙ, εάν οι καταστηματάρχες υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση ότι παίζουν μουσική καλλιτεχνών που δεν εκπροσωπούνται από τον συγκεκριμένο φορέα συλλογικής διαχείρισης (βλ. εδώ: Ελεύθερη μουσική δυνητικά σε χιλιάδες καταστήματα). Πρόκειται για μια εύλογη ερμηνεία του νόμου, με τη δημιουργική προσθήκη της μεθόδου της υπεύθυνης δήλωσης, η οποία συνιστά ισόρροπη στάθμιση ανάμεσα σε δύο έννομα αγαθά: αφενός το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας κι αφετέρου το δικαίωμα ελεύθερης μετάδοσης πληροφοριών (που εμπίπτει στην ελευθερία της έκφρασης). Αντίστοιχα λοιπόν, ο ΟΠΙ θα μπορούσε να εκδώσει και μια γνωμοδότηση ότι η τοποθέτηση συνδέσμων στο Διαδίκτυο που οδηγούν σε ιστοσελίδες όπου τα έργα είναι νομίμως αναρτημένα, δεν αποτελει παρουσίαση των έργων στο κοινό, για τα οποία οφείλει ο χρήστης να είναι εφοδιασμένος με άδεια ή να πληρώνει τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης.

Μάλιστα, o Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας είναι στελεχωμένος με ένα καταρτισμένο επιστημονικό προσωπικό, όπως η διευθύντριά του, η κ. Ειρήνη Σταματούδη, η οποία στο βιβλίο "Νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία" που συνυπογράφει μαζί με άλλους νομικούς, έχει υποστηρίξει ότι τα links δεν αποτελούν αναπαραγωγή έργου, παραπέμποντας και στην παραπάνω απόφαση του γερμαντικού δικαστηρίου (Paperboy, 2003). Τα ίδια υποστηρίζονται και σε όλα τα σχετικά συγγράμματα των ετών 2008-2010 για τις εφαρμογές της πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο.

Επιβεβλημένο είναι λοιπόν ο Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας να αντεπεξέλθει στην κοινωνική και νομική αποστολή του ως δημόσιο όργανο επιφορτισμένο με την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.), επιλύοντας κεντρικά αυτό το πρόβλημα με γνωμοδότησή του, ώστε να σταματήσουν να διώκονται αθώοι χρήστες του Διαδικτύου για μια νόμιμη ενέργεια η οποία ανάγεται στην ίδια τη φύση του νέου μέσου. Παράλληλα, ο Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας θα πρέπει να ασκήσει τις εποπτικές του αρμοδιότητες, ως ελεγκτής των φορέων συλλογικής διαχείρισης που καταστρατηγούν την νομοθεσία, ενημερώνοντας το Υπουργείο Πολιτισμού γι' αυτές τις διώξεις οι οποίες έχουν στο στόχαστρο την ίδια την ανάπτυξη της Κοινωνίας της Πληροφορίας.

Σημειωτέον, ότι η τελική ευθύνη ανήκει φυσικά στον Υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος είναι επιφορτισμένος από το νόμο να εποπτεύει τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, ακόμη κι επιβάλλοντας σημαντικά πρόστιμα.


Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2010

1st Greek Food Blogger Camp


Το επόμενο Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010 θα γίνει το 1ο Camp των Food Bloggers στην Αθήνα, στο ίδρυμα Κακογιάννη (βλ. εδώ).

Aν και δεν είμαι food blogger, έχω προσκληθεί να πάρω μέρος στο πρόγραμμα ως ομιλητής. Θα παρουσιάσω μερικές νομικές "συνταγές" για τα πνευματικά δικαιώματα των food bloggers. Στόχος της ομιλίας θα είναι να διευκρινιστεί με εύληπτο τρόπο το κατά πόσον υπάρχουν πνευματικά δικαιώματα σε συνταγές μαγειρικής, εάν μπορεί να "κατοχυρωθεί" ένα έδεσμα ή μια μέθοδος παρασκευής του και γενικά τι προβλέπει η νομοθεσία για αυτά τα ζητήματα.

Παράλληλα, με διάφορα παραδείγματα και με συζήτηση θα παρουσιάσουμε τις δυνατότητες για αυτο-προστασία των δικαιωμάτων, τους κινδύνους από την "αντιγραφή", τις δυνατότητες αποζημίωσης και δικαστικής προστασίας σε περίπτωση που κλοπής ή παραποίησης ενός προϊόντος που έχετε δημιουργήσει.

Επειδή μέχρι το επόμενο Σάββατο υπάρχει χρόνος μιας εβδομάδας, μπορείτε αν θέλετε να μου αφήσετε εδώ ως σχόλια ποιες απορίες ή ερωτήσεις έχετε (ή να στείλετε e-mail), ώστε να εστιάσουμε και σε ειδικότερα ζητήματα που θέλετε να συζητήσουμε στο Camp.

Θα χαρώ πολύ να σας δω και να μιλήσουμε κι από κοντά!




Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 09, 2010

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά διαφάνεια διαπραγματεύσεων για την ACTA

Το πέπλο αδιαφάνειας που καλύπτει εδώ και χρόνια τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για την θέσπιση μιας Συμφωνίας για την καταπολέμηση της πειρατείας και της παραποίησης προϊόντων επιδιώκει να διατρήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το μόνο θεσμικό όργανο της ΕΕ που διαθέτει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση υιοθέτησε Γραπτή Δήλωση, για την δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων και την διαφάνεια των διαπραγματεύσεων [Δελτίο Τύπου: Υπέρ της πλήρους διαφάνειας στις διαπραγματεύσεις για την ACTA το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υιοθετώντας τη γραπτή δήλωση του Σταύρου Λαμπρινίδη κι άλλων τριών ευρωβουλευτών.]

Η σχετική ανακοίνωση συνοδεύεται ωστόσο κι από ένα αισιόδοξο μήνυμα ως προς το περιεχόμενο της υπό διαμόρφωσης Διεθνούς Συμφωνίας: σύμφωνα με τελευταίες διαρροές, οι ύποπτες διατάξεις που θα νομιμοποιούσαν την παρακολούθηση των χρηστών ως υποχρέωση των παρόχων διαδικτύου, φαίνεται ότι έχουν απαλειφθεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα, διότι οι διαρροές δεν δεσμεύουν κανέναν και γι' αυτό η μόνη λύση είναι η πλήρης διαφάνεια των διαπραγματεύσεων. Η θεσμική διαφάνεια είναι μια προϋπόθεση δημοκρατικότητας που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την ύπαρξη διαρροών [πιο αναλυτικά επ' αυτού: E-Lawyer: οι ακτιβιστές της διαφάνειας].

Το oυσιώδες θα ήταν όμως αυτές οι ενέργειες να αποκτήσουν κι έναν δεσμευτικό χαρακτήρα. Η θέση του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου αποτελεί μια πολιτική άποψη, με ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά με χαλαρή δεσμευτικότητα: δεν μπορεί κανείς να ζητήσει από ένα Δικαστήριο να ακυρώσει την ACTA λόγω αδιαφανών διαπραγματεύσεων. Θα μπορούσε να ζητήσει την ακύρωση εφόσον ο όρος της διαφάνειας είχε περιληφθεί σε κάποιον νομικό κανόνα. Εάν δηλαδή το ευρωπαϊκό δίκαιο για την κύρωση των διεθνών συμφωνιών επέβαλε ένα βαθμό διαφάνειας στο προσυμβατικό στάδιο ως όρο του ενεργού της σύμβασης, τότε η μη τήρηση αυτού του κανόνα θα επέτρεπε στο Κοινοβούλιο να προσβάλλει την κυρωτική πράξη στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως είχε κάνει το 2004, βλ. Ε-Lawyer: Άκυρη η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων επιβατών πτήσεων).

Κανονικά μια τέτοια διάταξη θα έπρεπε να περιληφθεί στην Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών.

Δευτέρα, Απριλίου 26, 2010

Ιρλανδός δικαστής εγκρίνει three strikes και αναγνωρίζει την πνευματική ιδιοκτησία ως ανθρώπινο δικαίωμα

Σύμφωνα με αυτή την είδηση, ένας δικαστής στην Ιρλανδία έχει κρίνει ότι η πρόθεση παρόχου σύνδεσης στο Διαδίκτυο για εφαρμογή συστήματος "τριών χτυπημάτων", δεν παραβιάζει την νομοθεσία για την προστασία της ιδιωτικότητας (και το αντίστροφο). Ο πάροχος αποφάσισε να ακολουθήσει αυτό το σύστημα ύστερα από νομική ενέργεια συνδικαλιστικού συλλόγου της μουσικής βιομηχανίας που απαίτησε να σταματήσουν να υποστηρίζουν την ανταλλαγή αρχείων μεταξύ των χρηστών. Ο δικαστής σε αυτή την υπόθεση έκρινε ότι το copyright είναι θεμελιώδες δικαίωμα σύμφωνα με το Ιρλανδικό δίκαιο. Ο σχολιαστής της είδησης αναφέρει ότι αυτό "είναι ένα τεράστιο παραθυράκι για τις δισκογραφικές εταιρίες που θέλουν να περάσουν την δική τους ατζέντα: τώρα πια θα μάχονται για ανθρώπινα δικαιώματα, όπως οι άνθρωποι που προσπαθούν να σταματήσουν την γενοκτονία, την πείνα, τις αθέμιτες διακρίσεις και άλλες ευγενείς επιδιώξεις."

Θα πρέπει όμως να εξετάσουμε αυτό το δεδικασμένο στις πραγματικές του διαστάσεις, χωρίς να καλλιεργούμε υπέρμετρη ανησυχία για τους χρήστες ή υπερβολικές προσδοκίες για όσους ζητούν την εφαρμογή σχεδίων "τριών χτυπημάτων".

Πρωτ' απ' όλα, ελάχιστες αντιρρήσεις υπάρχουν πια στο κατά πόσον η πνευματική ιδιοκτησία είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα. Το έχει αναγνωρίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως περίπτωση του γενικότερου ανθρώπινου δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Η πνευματική ιδιοκτησία αναγνωρίζεται επίσης ως θεμελιώδες δικαίωμα στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος με τη Συνθήκη της Λισαβόνας αποκτά δεσμευτική νομική ισχύ (μέσα στο περίεργο πεδίο εφαρμογής του βέβαια, το οποίο αφορά τα όργανα της ΕΕ καθώς και τα κράτη - μέλη όταν αυτά καλούνται να εφαρμόσουν ή να ενσωματώσουν το ενωσιακό δίκαιο):

Άρθρο 17

Δικαίωμα ιδιοκτησίας

1. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να

τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.

2. Η διανοητική ιδιοκτησία προστατεύεται.


Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το γεγονός ότι ένα δικαίωμα αναγνωρίζεται ως "θεμελιώδες";

Πρώτον, ότι ο κοινός νόμος που κατοχυρώνει τα ειδικότερα δικαιώματα που απορρέουν από το "θεμελιώδες" δεν επιτρέπεται να καταργηθεί ή να αντικατασταθεί από άλλον νόμο, ο οποίος παρέχει κατώτερο επίπεδο προστασίας του "θεμελιώδους" δικαιώματος. Αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία, στο μέτρο που διασφαλίζουν την πρακτική ενάσκηση του "θεμελιώδους" δικαιώματος είναι αμετακίνητοι από τον κοινό νομοθέτη, δηλ. τα κοινοβούλια.


Δεύτερον, ότι οι περιορισμοί που επιτρέπεται να επιβληθούν στην πνευματική ιδιοκτησία είναι μόνο εκείνοι που επιτρέπεται να επιβάλλονται στο ανθρώπινο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δηλαδή βασικά λόγοι δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι όμως θα πρέπει να (α) προβλέπονται από το νόμο, (β) να μην προσβάλλουν το "βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος" και (γ) να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας. Οι αρχές αυτές για τους επιτρεπόμενους περιορισμούς θεμελιωδών δικαιωμάτων προβλέπονται από το άρθρο 52 παρ. 1 του Χάρτη: 


Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. 


Από την άλλη πλευρά όμως και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι ένα ανθρώπινο, θεμελιώδες δικαίωμα. Αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ενώ στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ έχουμε τόσο την ιδιωτικότητα όσο και την προστασία προσωπικών δεδομένων:


Άρθρο 7

Σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.


Άρθρο 8

Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο.

Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.

3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.


Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, προβλέπονται  οι επιτρεπτοί  περιορισμοί του δικαιώματος ιδιωτικότητας:


"Δεv επιτρέπεται vα υπάρξη επέµβασις δηµoσίας αρχής εv τη ασκήσει τoυ δικαιώµατoς τoύτoυ, εκτός εάv η επέµβασις αύτη πρoβλέπεται υπό τoυ vόµoυ και απoτελεί µέτρov τo oπoίov, εις µίαv δηµoκρατικήv κoιvωvίαv, είvαι αvαγκαίov δια τηv εθvικήv ασnάλειαv, τηv δηµoσίαv ασφάλειαv, τηv oικovoµικήv ευηµερίαv της χώρας, τηv πρoάσπισιv της τάξεως και τηv πρόληψιv πoιvικώv παραβάσεωv, τηv πρoστασίαv της υγείας ή της ηθικής, ή τηv πρoστασίαv τωv δικαιωµάτωv και ελευθεριώv άλλωv."


Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή ενός συστήματος "τριών χτυπημάτων" πρέπει να ελεγχθεί και ως προς τη συμβατότητά της με την παραπάνω παράγραφο: να θεσπιστεί με νόμο, ο οποίος να εισάγει έναν περιορισμό υπέρ των "δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων", ο οποίος όμως να είναι "αναγκαίος", "σε μια δημοκρατική κοινωνία". Πρέπει δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση να γίνει ένας έλεγχος αναλογικότητας. 


Εκεί ακριβώς κρίνεται όλο το ζήτημα της νομιμότητας ενός σχεδίου "τριών χτυπημάτων": είναι αναγκαίο να θεσπιστεί αυτό το σύστημα ή μήπως μια σχετική νομοθεσία μπορεί να αποφευχθεί με ηπιότερα μέσα ενόψει του σκοπού για τον οποίο θεσπίζεται; Ο Ιρλανδός δικαστής έκρινε ότι τα "τρία χτυπήματα" είναι σύμφωνα με τους νόμους της ιδιωτικότητας. Επειδή δεν έχουμε διαβάσει βέβαια το πλήρες κείμενο της απόφασης, δεν γνωρίζουμε εάν ο Ιρλανδός δικαστής υπέβαλε το μέτρο και σε έλεγχο σε σχέση με την ΕΣΔΑ και τον ΧΘΔΕΕ. Διότι ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει ήδη δημοσιεύσει τη δική του γνωμοδότηση (για την ACTA), στην οποία αποφαίνεται ότι αυτά τα συστήματα παρακολούθησης, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι είναι αντίθετα με το ευρωπαϊκό δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων.


Oπότε, η αναγνώριση της πνευματικής ιδιοκτησίας και του copyright ως θεμελιώδους δικαιώματος δεν "λύνει" το σχετικό νομικό πρόβλημα του three strikes ως δια μαγείας, αλλά το θέτει στο πλαίσιο εξέτασης που αναγκαστικά ακολουθεί τους κανόνες επίλυσης "συγκρούσεων" θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ένα πλαίσιο, το οποίο ούτως ή άλλως είχε ληφθεί υπόψη στη δημόσια αντιπαράθεση. 


Ευχαριστώ τον Αυγουστίνο Ζενάκο που μου επισήμανε την είδηση. 




Πέμπτη, Μαρτίου 11, 2010

Πνευματική ιδιοκτησία, Επικοινωνιακή πολιτική της Αστυνομίας και τεκμήριο της αθωότητας

Διαβάζουμε σε δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας ότι ύστερα από επιχείρηση έγιναν συλλήψεις και σχηματίστηκαν δικογραφίες για άτομα που φέρονται ότι εμπλέκονται σε υπόθεση διακίνησης έργων που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα. 

Στο δελτίο τύπου βλέπουμε τις εξής διατυπώσεις, οι οποίες δεν τηρούν καμία επιφύλαξη για την αθωότητα ή την ενοχή των προσώπων αυτών:

"το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Αθηνών προσήλθε εκπρόσωπος της εταιρίας προστασίας οπτικοακουστικών έργων «Ε.Π.Ο.E.» και υπέβαλλε μήνυση, κατά των διαχειριστών ιστοσελίδας οι οποίοι από κοινού εκτός των άλλων ανέβαζαν (upload) και στην συνέχεια διαμοίραζαν χωρίς την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων εταιρειών, παράνομο ψηφιακό υλικό (τραγούδια, ταινίες και παιχνίδια) στην ιστοσελίδα www.gamato.info την οποία και είχαν την δυνατότητα να τροποποιούν και να υποστηρίζουν τεχνικά.

Κατόπιν των ανωτέρω και μετά από ψηφιακή ανάλυση των καταγγελλομένων κλιμάκια Αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Αθηνών και Θεσ/νίκης την 9-3-2010 πραγματοποίησαν ταυτόχρονα με Εισαγγελικούς λειτουργούς κατ’ οίκον έρευνες όπου διαπιστώθηκε ότι οι συλληφθέντες συνδέονταν στην ιστοσελίδα www.gamato.info είτε ως διαχειριστές (MODERATOR) και προέβαιναν στον διαμοιρασμό ψηφιακών αρχείων (τραγούδια, ταινίες, παιχνίδια) είτε ως επίσημα μέλη (VIP member) και προέβαιναν εξίσου στο διαμοιρασμό ψηφιακών αρχείων (τραγούδια, ταινίες, παιχνίδια)."


Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, μέχρι την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη του από ποινικό δικαστήριο, κάθε άτομο τεκμαίρεται ότι είναι αθώο (τεκμήριο της αθωότητας) πράγμα που σημαίνει ότι οι δημόσιες αρχές (αλλά και όλοι οι υπόλοιποι) πρέπει να του συμπεριφέρονται χωρίς να προεξοφλούν την ενοχή του. Σε αυτό το δελτίο τύπου διαβάζουμε όμως ανεπιφύλακτες διατυπώσεις ("διαμοιραζαν", "διαπιστώθηκε" κλπ) , σαν να επρόκειτο για δικαστική απόφαση που αποφαίνεται περί της ενοχής των κατηγορουμένων, δηλαδή παρουσιάζονται σαν να έχουν τελέσει όντως άδικες πράξεις. Μπορεί να μην δόθηκαν στην δημοσιότητα τα ονόματά τους, αλλά η μεταχείριση που επιφυλάσσει η Αστυνομία σε αυτά τα πρόσωπα δεν προσιδιάζει στην μεταχείρισή τους ως αθώων. 


Το φαινόμενο αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, διότι τα Δελτία Τύπου που αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας ακολουθούν τις ίδιες ανεπιφύλακτες διατυπώσεις σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς την τήρηση αποστάσεων που επιβάλλει η ιδιότητα του κατηγορουμένου. Προκειμένου να παρουσιαστεί μια "επιτυχία" θα πρέπει άραγε να παραβλέπονται θεμελιώδεις αρχές και δεοντολογικές υποχρεώσεις για τις οποίες ελέγχεται ακόμη κι ο τελευταίος δημοσιογράφος; Επίσης, η ποινική προδικασία καλύπτεται από την αρχή της μυστικότητας. Μπορεί να μην δόθηκαν στη δημοσιότητα οι φάκελοι που σχηματίστηκαν, αλλά και μόνο η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων (και ιδίως της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της ιστοσελίδας), μάλλον θίγει σε κάποιο βαθμό την επιβαλλόμενη μυστικότητα. 


Χθες δόθηκε στη δημοσιότητα και Δελτίο Τύπου για την διαδικτυακή παρουσία της Ελληνικής Αστυνομίας. Σε αυτό δεν βλέπουμε καμία απολύτως αναφορά στις δεοντολογικές αρχές βάσει των οποίων θα δημοσιοποιούνται πληροφορίες για την ενημέρωση του κοινού. Πως είναι δυνατόν μια δημόσια υπηρεσία να δημοσιοποιεί κατά βούληση υλικό χωρίς προδιατυπωμένους κανόνες, οι οποίοι να χαρακτηρίζονται από προβλεψιμότητα και προσβασιμότητα (forseeability and accessibility), όπως επιβάλλει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Επί της ουσίας του θέματος, διαβάζουμε για παραβιάσεις του νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Η εν λόγω ιστοσελίδα έγινε γνωστό ότι αφορά torrents, οπότε εγείρεται ένα ζήτημα το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εμπίπτει στις παραβιάσεις της πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βεβαίως ένα σύνολο αλλοδαπής νομολογίας πάνω σε αυτό το θέμα, το οποίο εισάγει τον κανόνα της "παρακίνησης" (δηλαδή μπορεί εσύ να μην έχεις προβεί σε ανάρτηση και διάδοση του περιεχομένου, αλλά από όλη την δομή ενέχεσαι ως παρακινητής), αλλά αυτό αφενός δεν έχει κριθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια ακόμα κι αφετέρου δεν φαίνεται υπάρχει κάποια ειδική απαγορευτική διάταξη στο νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία ( άρθρο 66 N.2121/1993), η οποία να ποινικοποιεί ρητώς τέτοιες ενέργειες όπως η παρακίνηση, χωρίς άλλη μορφή συμμετοχής. 

Η παράνομη διακίνηση έργων πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί ένα μεγάλο ζήτημα και σε καμία περίπτωση δεν είμαι υπέρ αυτών των πρακτικών, οι οποίες καταστρατηγούν τα δικαιώματα των δημιουργών και των παραγωγών. Όμως εφόσον μιλάμε για νομικές διώξεις, ισχύει ο κανόνας "καμία ποινή δεν επιβάλλεται άνευ σαφούς νόμου" και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο σαφής νόμος που ποινικοποιεί την παρακίνηση δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου. 

Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της υπόθεσης. 

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...