Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2013

Κινηματογράφος: Lincoln



"Congress must never declare equal those who God created unequal".

Aυτή η φράση αποτελεί το βασικό επιχείρημα των βουλευτών του Κοινοβουλίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που αντιτάσσονταν στην προτεινόμενη τροπολογία του Συντάγματος για την κατάργηση της δουλειάς - μια αναθεώρηση που προώθησε και πέτυχε ο Α. Λίνκολν, σηματοδοτώντας το τέλος του εμφυλίου πολέμου των Βορείων και Νοτίων. Μια οικονομία που είχε βασιστεί στην σκλαβιά έδινε την τελευταία της μάχη για να αποτρέψει την απελευθέρωση των δούλων, επικαλούμενη το θείο. Ο Α.Λίνκολν έδωσε έναν αγώνα, όχι πάντα διαφανή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για την συνταγματική αναθεώρηση. Στο τέλος - κι ελπίζω να μην κατηγορηθώ για spoiler - ναι, η τροπολογία ψηφίζεται οριακά και η απαγόρευση της δουλείας κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα των Η.Π.Α.

Η ταινία είναι ασήμαντη κινηματογραφικά, καθώς εμμένει στον στείρο ακαδημαϊσμό, στον οποίο προσφεύγει ο Σπίλμπεργκ όταν "στρατεύεται" πολιτικά ή όταν βάζει στόχο να πάρει Όσκαρ. Δεν υπάρχει ούτε ένα εύρημα για τα προσχήματα, όπως ήταν λ.χ. το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό στην Λίστα του Σίντλερ. Το φωτοστέφανο ακολουθεί κυριολεκτικά τον Ντάνιελ Ντέι Λούις οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, ακόμη κι όταν λέει ένα σιχαμερό αστείο. Υπάρχει μια μπανάλ τελειότητα και μια εξόφθαλμη "επικαιροποίηση" του θέματος, χωρίς όμως να συνοδεύεται από μια σύγχρονη εμβάθυνση ή ματιά. Από την αρχή η ταινία θέλει να μιλήσει για το σήμερα, αλλά χρησιμοποιεί μόνο τα υλικά του χθες.

Παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν δύο σημαντικά θέματα για περισυλλογή, τα οποία αφορούν την ίδια την φύση της δημοκρατίας. Το πρώτο είναι ο πολιτικός τρόπος με τον οποίο συγκροτείται μια αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 ενός σώματος αντιπροσώπων και το δεύτερο είναι τί γίνεται όταν αυτό το σώμα καλείται να αποφασίσει για την τύχη ανθρώπων που δεν έχουν συμμετάσχει στην διαδικασία ανάδειξής του, δηλαδή στις εκλογές ή στον σχετικό δημόσιο διάλογο. 

Η απαίτηση για αυξημένη πλειοψηφία προβλέπεται από καταστατικούς χάρτες και κανονιστικά κείμενα όταν επίκειται η λήψη απόφασης για μια δομική αλλαγή που επιβάλλεται να αποτυπώνει μια ευρεία συναίνεση. Η συναίνεση αυτή εξασφαλίζεται όταν  το πλήθος των απαιτούμενων ψήφων διαπερνά τους αυτοματισμούς της κομματικής πειθαρχίας και τα στεγανά των πολιτικών παρατάξεων. Τέτοιες συναινέσεις αφορούν θεμελιώδη ζητήματα, τα οποία συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την ίδια την καταστατική εξέλιξη του πολιτεύματος. Η ταινία εστιάζει στο γεγονός ότι οι ευρείες πλειοψηφίες σε συγκρουσιακά περιβάλλοντα, όπως είναι το Κογκρέσσο, οικοδομούνται σε εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες και δεν προκύπτουν μόνο από τον δημόσιο διάλογο, αλλά προϋποθέτουν ζυμώσεις, συνεννοήσεις, ακόμη κι επιστράτευση αθέμιτων μεθόδων (λ.χ. ανταλλάγματα, εκβιασμοί ή "ρουσφέτια") για την εξυπηρέτηση ενός υπέρτερου καταστατικού στόχου. Μια άλλη παρατήρηση είναι ότι στα μεγάλα θεσμικά ζητήματα, στα οποία συνήθως απαιτείται ευρεία συναίνεση, η πρόσθετη δυσχέρεια είναι οι εσωτερικές αντιστάσεις των αντίπαλων παρατάξεων. Οι "τάσεις" εντός των παρατάξεων είναι εκείνες που θα αντισταθούν ή θα προωθήσουν την συμφωνία ή την διαφωνία, πολύ περισσότερο ίσως από την επίσημη έκφραση των παρατάξεων. Σε ένα σύστημα κάθετου διαχωρισμού των τριών κρατικών λειτουργιών, όπως αυτό που προβλέπει το Σύνταγμα των Η.Π.Α., η δημόσια ή  παρασκηνιακή επιρροή του Προέδρου -ο οποίος φυσικά δεν είναι μέλος του κοινοβουλίου και δεν μπορεί να πάρει μέρος στα σχετικά debates- είναι σημαντική, αλλά όχι και καθοριστική. Ο Πρόεδρος πρέπει να κινηθεί με όχι και τόσο διαφανείς ή δεοντολογικούς όρους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυξημένη πλειοψηφία, οπότε το ζήτημα που επανέρχεται είναι εάν ο υπέρτερος καταστατικός στόχος επιτρέπει τέτοιες παρεκβάσεις.

Όταν το ζήτημα είναι η απαγόρευση της δουλείας, αναρωτιέται κανείς αν επιτρέπονταν σε έναν πρόεδρο να έχει αναστολές για τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφάλιζε την πλειοψηφία. Αλλά το "αυτονόητο" της κατάργησης της σκλαβιάς αφορά το σήμερα, όχι το τότε. Μια Αμερική βαθύτατα συντηρητική, θρησκόληπτη, με την σκλαβιά να αποτελεί βασικό μοχλό της οικονομίας, με τις γυναίκες χωρίς πολιτικά (ή και ανθρώπινα) δικαιώματα, με εκατόμβες θυμάτων σε εμφύλιες συρράξεις, δεν είναι η Αμερική ή η Ευρώπη του σήμερα. Ταυτόχρονα όμως, εντυπωσιάζει η αντιστοιχία των επιχειρημάτων σε παρόμοια θεσμικά debates που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα: ενώ η επιστήμη έχει τοποθετηθεί, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης έχει εμπεδωθεί και οι πολεμικές συρράξεις δεν αποτελούν καθημερινότητα για τις δυτικές κοινωνίες, ευρείες κατηγορίες πληθυσμού στερούνται θεμελιώδη αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Προφανώς το ιστορικό context  δεν είναι το ίδιο, αλλά οι απαγορευτικές προκαταλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι μετανάστες είναι πολύ χρήσιμοι σε μια ανθούσα παραοικονομία, οι Ρομά είναι πολύ ενοχλητικοί για να τους ανεχομαστε στον αστικό ιστό,  οι lgbt είναι πολύ επικίνδυνα πρότυπα για τα παιδιά, οι θρησκείες απειλούν την συνοχή του έθνους και προκαλούν την οργή του Θεού, με τη βοήθεια του οποίου θα βγούμε από την Κρίση. Για όλα αυτά τα θέματα όμως  αποφασίζουν τα μέλη ενός κοινοβουλίου που δεν είναι ούτε μετανάστες, ούτε Ρομά, ούτε lgbt, ούτε "αλλόθρησκοι". Δηλαδή θα αποφασίσουν άλλοι για την ζωή των άλλων, τους οποίους δεν εκπροσωπούν, αλλά ούτε καν τους καλούν για να τους ακούσουν. Αυτό έγινε και στην ιστορία της ταινίας: αποφάσισαν ελεύθεροι πολίτες για το μέλλον των σκλάβων. Η ετερονομία αυτή δεν νομίζω ότι θεραπεύεται με την αυξημένη πλειοψηφία ή ακόμη και με την ομοφωνία. Όταν κρίνεται το μέλλον ενός ατόμου χωρίς το ίδιο το άτομο να  έχει λόγο στην συνδιαμόρφωση της απόφασης, δεν μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατική διαδικασία, τουλάχιστον ως προς την αντιπροσωπευτική πτυχή της. Γι' αυτό η πρόσκληση σε προηγούμενη ακρόαση αποτελεί ακρογωνιαία λίθο σε κάθε σύγχρονο πολίτευμα, αναπόσπαστο στοιχείο μιας γνήσια δημοκρατικής διαδικασίας, χωρις αποκλεισμούς. Αφού ο "άλλος" δεν εκπροσωπείται, πρέπει τουλάχιστον να ακουστεί.

Μια πολιτική ταινία συχνα θα είναι καλλιτεχνικά αδιάφορη ή απροκάλυπτα στρατευμένη, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να προκαλεί έναν ενδιαφέροντα διάλογο ή να συμβάλλει σε μια σχετική αναζήτηση. Αυτό δεν αποτελεί βέβαια κανένα ιδιαίτερο κατόρθωμα, αφού είναι  σχεδόν αναπόφευκτο όταν το ίδιο το έργο είναι "διδακτικό" και, τελικά, βαρετό.


Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2012

Μια συζήτηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

Στην σημερινή retrospectiva στο radiobubble μεταδόθηκε για πρώτη φορά ένα ηχητικό ντοκουμέντο: μια συνέντευξη που μου έδωσε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος το 1999, λίγους μήνες μετά την βράβευσή του με τον Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών.

Ο δημιουργός περιγράφει τις επεμβάσεις που έκανε εκ των υστέρων στις ταινίες του, είτε για λόγους συμβατικών υποχρεώσεων (Μελισσοκόμος) είτε για λόγους πραγματικών συνθηκών εμπορικής εκμετάλλευσης, καθώς και τη σχέση των εκτεταμένων σεναρίων με το τελικό φιλμικό αποτέλεσμα.

Μίλησε επίσης για το off space, μια βασική αισθητική επιλογή σε όλο το έργο του, το οποίο ενεργοποιεί τον θεατή, δίνοντάς του ένα ρόλο συνδημιουργού. Αναφέρεται στους δραματουργικούς λόγους που οδήγησαν την δράση εκτός πλάνου σε μια συγκεκριμένη σκηνή εκτέλεσης στο Βλέμμα του Οδυσσέα και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για την μεγάλη σκηνή του αγάλματος του Λένιν στο Δούναβη.

Τέλος, σχολιάζει τη διεθνή πορεία των ταινιών, αναφερόμενος στην αντίσταση που αντιμετώπισε από το επίσημο κράτος το 1975, όταν ο Θίασος δεν προτάθηκε επίσημα στις Κάννες, ερμηνεύει το νόημα των βραβείων και τοποθετείται για την γενικότερη υπαρξιακή του σύνδεση με την διαδικασία παραγωγής των κινηματογραφικών ονείρων.

Τετάρτη, Απριλίου 27, 2011

Κινηματογράφος: Μαύρη Αφροδίτη


Η ταινία βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία, των αρχών του 19ου αιώνα. Μια γυναίκα, η Σάρκι Μπάαρτμαν, από μια φυλή της Αφρικής, με ιδιαίτερα σωματικά χαρακτηριστικά (ευμεγέθεις γλουτοί και εξωτερικά μέρη των γεννητικών της οργάνων) παρουσιάζεται ως bizarre θέαμα "αγριανθρώπου" στο φιλοθεάμον κοινό του Λονδίνου του 1810. [Προσοχή: ακολουθεί spoiler] Ύστερα από επέμβαση μιας ΜΚΟ της εποχής (Ινστιτούτο Αφρικανικών Μελετών), ο υπεύθυνος του θεάματος θα δικαστεί, αλλά θα αθωωθεί επειδή η γυναίκα θα καταθέσει ότι το θέαμα είναι σκηνοθετημένο κι ότι η ίδια υποδύεται την "άγρια" ως ηθοποιός, εργασία για την οποία πληρώνεται. Ο εισαγγελέας, ο οποίος μέχρι τότε είναι λάβρος, θα προτείνει την απαλλαγή του υπεύθυνου, αφού θα αναγνωρίσει ότι η συναίνεση αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι το δικαστήριο θα κλείσει την υπόθεση, παρά τις κραυγές ενός ζωντανού ακροατηρίου που εντελώς υποκριτικά θέλει την καταδίκη του υπεύθυνου, ενώ το ίδιο σπεύδει το βράδυ να παρακολουθήσει το θέαμα.

Στη συνέχεια παρακολουθούμε τις περιπέτειες αυτής της γυναίκας στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όπου παρουσιάζεται ως αξιοπερίεργο και το ενδιαφέρον των ανθρωπολόγων της εποχής για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Προσπάθούν να αποδείξουν ότι το σώμα της είναι ένας χαμένος "κρίκος" στην εξέλιξη από τον ουρακοτάγκο μέχρι τον άνθρωπο. [Προσοχή: ακολουθεί spoiler] Ενώ οι εκμεταλλευτές της την έχουν "νοικιάσει" στους ανθρωπολόγους για να την μελετήσουν, εκείνη δέχεται υπάκουα την εξέτασή της, εκτός από το σημείο στο οποίο της ζητούν να αποκαλύψει τα γεννητικά της όργανα. Θα αντισταθεί σθεναρά σε αυτό, μολονότι θα της απέφερε αρκετά χρήματα, τελικά όμως ο εκμεταλλευτής της είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει και την προκαταβολή λόγω της άρνησής της. Μετά από αρκετή εξαθλίωση, θα αναγκαστεί τελικά να παραδώσει το σώμα της, όχι όμως στους επιστήμονες, αλλά οδηγούμενη στην πορνεία. Πέθανε από σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και το σώμα της πουλήθηκε (για μια ακόμη φορά) στους ανθρωπολόγους που ήθελαν διακαώς να την εξετάσουν. Η τελική σκηνή, κατά την οποία το σώμα της κόβεται σε κομμάτια από τους επιστήμονες, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα τέλειο γύψινο εκμαγείο της, προκειμένου να γίνει η σχετική επιστημονική ανακοίνωση, είναι ένα αριστούργημα του μοντάζ. Τα γεννητικά όργανα της Μπάαρτμαν ήταν έκθεμα σε βάζο μέχρι το 1976 σε μουσείο, οπότε ζητήθηκε η απομάκρυνσή τους ύστερα από αίτημα του Ν.Μαντέλα και η τελική ταφή της έγινε το 2002, ως ένα σύμβολο πια, της καταπίεσης. Μετά το τέλος της μυθοπλασίας, στα credits, προβάλλονται video από την κηδεία της Μπάαρτμαν στη σύγχρονη εποχή.

Ανεξάρτητα από την αισθητική αξία της ταινίας, τα μείζονα φιλοσοφικά και νομικά ερωτήματα που τίθενται με το έργο αυτό, αφορούν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων. Ένας πρώτος κύκλος είναι η έκταση της συναίνεσης στο πλαίσιο δημόσιου θεάματος: στους θεατές δημιουργείται η εντύπωση ότι όντως υπάρχει ένα στοιχείο συναίνεσης στην συμμετοχή της γυναίκας στο freak show, αλλά πρόκειται για μια εξωτερικής μορφής συναίνεση που δεν φαίνεται να αποτελεί ελεύθερη βούληση, αλλά αποτέλεσμα καταπίεσης κι έλλειψης άλλης επιλογής. Ένα δεύτερο θέμα είναι πόσο περιορισμένη ήταν (ή είναι) η προστασία που μπορεί να παρέχει η Δικαιοσύνη σε τέτοιες υποθέσεις: όταν το ίδιο το θύμα έχει δηλώσει ότι παρέσχε την συγκατάθεσή του, ο νόμος έχει φτάσει στο φορμαλιστικό όριό του και δεν μπορεί να υπερβεί αυτό το στοιχείο, εάν δεν υπάρχουν άλλες αποδείξεις που τεκμηριώνουν ότι η συγκατάθεση δεν είναι ελεύθερη. Έτσι, η ΜΚΟ που παρενέβη δικαίως οδήγησε την υπόθεση στο Δικαστήριο, αλλά και ο εισαγγελέας ορθώς πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορούμενου, αφού υπήρχε συμβόλαιο. Ορισμένα πράγματα που μπορεί να θεωρούμε δεδομένα στην καθημερινή ζωή (ίσως και λόγω αντίστροφης προκατάληψης) δεν είναι αυτονόητα για το δίκαιο - ακόμη και με τις σύγχρονες αντιστροφές του βάρους απόδειξης σε υποθέσεις φυλετικών διακρίσεων- και πρέπει να υποστηρίζονται με επαρκές αποδεικτικό υλικό. Το δίκαιο των συμβάσεων πάντως δεν είναι ένα επαρκές εργαλείο για να κριθούν με δίκαιο τρόπο υποθέσεις που αφορούν κάθε είδους άνιση μεταχείριση. Είναι προφανές ότι η υπόθεση αυτή στο σύγχρονο κόσμο θα έπρεπε να κριθεί με βάση το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων που συνεισφέρει πρόσθετα νομικά εργαλεία στην στάθμιση των αντικρουόμενων έννομων αγαθών.

Άλλος ένα κύκλος περίσκεψης στον οποίο μας βάζει η ταινία, είναι ο ρόλος της επιστήμης. Η ταινία ξεκινά και καταλήγει με τους ανθρωπολόγους που αντιμετωπίζουν την γυναίκα εξ ολοκλήρου ως αντικείμενο μελέτης, τόσο εν ζωή όσο και μετά το θάνατό της. Το μοναδικό όχι που λέει η γυναίκα σε όλη την ταινία είναι στους επιστήμονες που θέλουν να εξετάσουν τα γεννητικά της όργανα. Πρόκειται για τα γεννητικά όργανα που μετά το θάνατό της θα αφαιρεθούν και θα τοποθετηθούν στο βαζάκι που θα εκτίθενται σε μουσείο μέχρι το 1976. Η επιστήμη έχει τους δικούς της στόχους που είναι η μελέτη και η καταγραφή, αυτοσκοποί που προστατεύονται και από συνταγματικές διατάξεις. Ωστόσο, ακόμη κι αυτοί οι αυτοσκοποί δεν μπορούν να επιδιώκονται σε βάρος της ανθρώπινης αξίας. Η έκθεση των γεννητικών οργάνων αυτής της γυναίκας ως ανθρωπολογικού "αξιοπερίεργου" δεν μπορεί παρά να προσέβαλε την ανθρώπινη αξία της, μολονότι η ίδια δεν ήταν στη ζωή. Μπορεί να είναι πολύ αργά για την τύχη της ίδιας, αλλά μια τόσο αποτρόπαια πράξη δεν μπορεί να είναι κάτι που τιμά την επιστήμη ή που εξυπηρετεί κάτι πέρα από ένα νοσηρό ενδιαφέρον που συντηρεί την απόσταση από το διαφορετικό κι όχι βέβαια την προσέγγιση και την γεφύρωση. Ακόμη κι αν η ίδια δεν βρίσκεται στη ζωή, η αξιοπρέπειά της θίγεται βάναυσα με αυτόν τον τρόπο.

Η ιστορία της Μαύρης Αφροδίτης είναι στην ουσία μια παραδοχή αποτυχίας του δυτικού πολιτισμού και μάλιστα στις πιο προηγμένες και προβεβλημένες κατακτήσεις του: θέαμα, δικαιοσύνη, επιστήμη. Μια ιστορία στην οποία αποδεικνύεται ότι η ελευθερία βούλησης αφορά μόνο τους "κανονικούς" κι όχι τους "διαφορετικούς", οι οποίοι αναγκαστικά πρέπει να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης σε βαθμό εκμηδένισης της αξιοπρέπειας αλλά και φυσικής εξόντωσης.




Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...