Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προστασία προσωπικών δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προστασία προσωπικών δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Πρόστιμο για προσωπικά δεδομένα σε πολιτική αφίσα


Πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε πολιτικό φορέα για την χρήση προσωπικών δεδομένων σε  αφίσα (βλ. την απόφαση 117/2012 εδώ). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τη χρήση φωτογραφίας τριών προσώπων, τα οποία συμμετείχαν στην συνάντηση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα στις 25.5.2011, εικόνα που  χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε μεγάλου μεγέθους πολιτική αφίσα, η οποία τοποθετήθηκε σε κεντρικούς δρόμους διαφόρων πόλεων. 

Η απόφαση της Αρχής λαμβάνει υπόψη της ότι η πολιτική επικοινωνία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα άρθρα 5, 5Α και 14 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και ο σεβασμός στην ιδιωτική ζωή γνωρίζουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατ' αρχήν το δικαίωμα της πολιτικής πληροφόρησης αποτελεί υπέρτερο έννομο συμφέρον, το οποίο υπερέχει προφανώς του δικαιώματος του ατόμου για προστασία  των προσωπικών του δεδομένων. 

Ωστόσο, η χρήση της εικόνας του προσώπου των τριών συμμετεχόντων στην εκδήλωση των Αγανακτισμένων, κρίθηκε από την Αρχή ότι μπορούσε να δημιουργήσει στο μέσο πολίτη την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι εικονίζόμενοι ανήκουν πολιτικά στο χώρο του εν λόγω πολιτικού φορέα. Έτσι, η χρήση της φωτογραφίας αποτελούσε ένα ανακριβές προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ευαίσθητο, καθώς κρίθηκε ότι θα μπορούσε να αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις των εικονιζόμενων (τα ευαίσθητα δεδομένα είναι: φυλετική εθνική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις και καταδίκες και συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων). Η Αρχή έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ήταν στελέχη Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, με αυξημένη υποχρέωση για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας, λόγω της αποστολής τους. 

Eίναι η πρώτη φορά που η Αρχή ασκεί την κυρωτική της αρμοδιότητα για την χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Ως δικηγόρος των εικονιζόμενων στην αφίσα προσώπων, κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής αναφέρθηκα στη στάθμιση των δύο αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή αφενός του δικαιώματος πολιτικής πληροφόρησης κι αφετέρου του δικαιώματος της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που η συμμετοχή των ατόμων αφορούσε μια δημόσια εκδήλωση στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας, η Αρχή διασφάλισε τον δικαίωμά τους στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, που θέτει ως προϋπόθεση την συγκατάθεση για την χρήση της εικόνας τους στο context του κομματικού marketing. Γιατί η πολιτική επικοινωνία, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται να ασκείται με οποιοδήποτε τίμημα, αλλά πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2012

Αποζημίωση από τράπεζα και εισπρακτική εταιρία για προσωπικά δεδομένα

Σύμφωνα με απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πολίτης αποζημιώθηκε με το συνολικό ποσό των 6.869,40 ευρώ, επειδή Τράπεζα, προς την οποία είχε χρέη, διαβίβασε τα στοιχεία του σε "εισπρακτική" εταιρία, χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του κι επειδή η "εισπρακτική" δεν τον ενημέρωσε κατά την συλλογή των στοιχείων.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι βεβαίως υπήρχε δικαίωμα της Τράπεζας να διαβιβάσει τα στοιχεία του πολίτη, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεσή του, στην "εισπρακτική" εταιρία, αλλά αυτό θα έπρεπε να γίνει με τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Κεντρικό ρόλο στο συγκεκριμένο νομοθέτημα διαδραματίζει η υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων πριν τα δεδομένα διαβιβαστούν σε τρίτους. Ανεξάρτητα δηλαδή από το ότι δεν απαιτείτο η συγκατάθεση για την διαβίβαση αυτή, η Τράπεζα όφειλε να ενημερώσει τον πολίτη ότι επρόκειτο να διαβιβάσει τα δεδομένα. Από την άλλη πλευρά, η "εισπρακτική" εταιρία, κατά το στάδιο της συλλογής οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων ότι συλλέγει τα στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε η Τράπεζα ενημέρωσε το υποκείμενο πριν τα στείλει, ούτε η εισπρακτική ενημέρωσε το υποκείμενο κατά την συλλογή τους από την Τράπεζα.

Το Δικαστήριο υποχρέωσε την Τράπεζα και την "εισπρακτική" να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση στον πολίτη 2.934,70 ευρώ (νομιμοτόκως) καθεμιά, καθώς και από 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Σημειωτέον ότι η αγωγή του πολίτη είχε απορριφθεί στο Πρωτοδικείο, επειδή θεώρησε ότι δεν απαιτείτο ενημέρωση, μολονότι η υποχρέωση προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 11 του Ν.2472/1997. Αυτό ας κρατηθεί ως μια σοβαρή παρατήρηση για την εξοικείωση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων με το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

Καταδίκη Ελβετίας για εσφαλμένη εγγραφή σε αστυνομικά αρχεία

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελβετία λόγω της καταχώρησης μιας Γαλλίδας πολίτη ως "πόρνης" στην βάση δεδομένων της αστυνομίας της Γενεύης.

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια ενός αστυνομικού ελέγχου στην Γενεύη, η αστυνομία βρήκε ότι η προσφεύγουσα είχε μαζί τις κάρτες που ανέφεραν: "όμορφη, χαριτωμένη γυναίκα, προχωρημένα 30, θα ήθελε συνάντηση με άνδρα για ποτό ή γις εξόδους, αρ. τηλεφώνου ...". Ύστερα από αυτή την έρευνα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αστυνομία της Γενεύης καταχώρησε το όνομά της στο αρχείο ως πόρνη, παρά την επιμονή της ότι δεν πηταν. Η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι η πράξη βασιζόταν στον καντονικό νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων που επέτρεπε στην αστυνομία να κρατά αρχεία που θα μπορούσαν να περιέχουν προσωπικά δεδομένα για όσο χρόνο ήταν απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων της (δηλαδή για την τιμωρία αδικημάτων και την αποτροπή εγκλημάτων και πλημμελημάτων). Το Νοέμβριο του 1993, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Αλλοδαπών επέβαλε στην προσφεύγουσα διετή απαγόρευση παραμονής στην Ελβετία, ως προληπτικό μέτρο.

Το 2001 υποβλήθηκαν δύο μηνύσεις για απειλητική και προσβλητική συμπεριφορά εναντίον της προσφεύγουσας. Το 2003 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από μια επιστολή της αστυνομίας της Γενεύης ότι η λέξη "πόρνη" εξακολουθούσε να υπάρχει στα αστυνομικά αρχεία. Τον Μάη του 2005 επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα κράτηση 20 ημερών με αναστολή, κατόπιν δύο συμπληρωματικών μηνύσεων για προσβολή και κατάχρηση τηλεφωνικών υποδομών που υποβλήθηκαν εναντίον της το 2002 και το 2003.

Τον Ιούλιο του 2005 ο αρχηγός της αστυνομίας επιβεβίωσε ότι η λέξη που αναφερόταν στο επάγγελμά της στην βάση δεδομένων της αστυνομίας είχε αντικατασταθεί από το "μοδίστρα". Μετά από μια τηλεφωνική επικοινωνία το έτος 2006, η προσφεύγουσα έμαθε ότι η λέξη "πόρνη" παρέμενε στα ηλεκτρονικά αρχεία της αστυνομίας και γι' αυτό ζήτησε την διαγραφή της. Με επιστολή του, ο αρχηγός της αστυνομίας διαβεβαίωσε ότι αυτό είχε γίνει. Η προσφεύγουσα ζήτησε επίσης την διαγραφή δεδομένων της που αφορούσαν μηνύσεις για απειλή και προσβολή που είχαν υποβληθεί εναντίον της το 2001 και περιείχαν επίσης την λέξη "πόρνη". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την δικαιολογία ότι αυτές οι πληροφορίες έπρεπε να παραμείνουν στο αρχείο ως προληπτικό μέτρο, δεδομένων των προηγούμενων παραβιάσεων. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η διατήρηση αυτής της λέξης στα αρχεία θα δυσχέραινε την σημερινή της ζωή, καθώς αυτή η πληροφορία θα μπορούσε να διαβιβαστεί σε εν δυνάμει μελλοντικούς εργοδότες της.

Η προσφεύγουσα κατέθεσε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 5 Απριλίου 2007. Ισχυρίστηκε ότι από το 1993 στα αστυνομικά αρχεία αναφερόταν ως "πόρνη" και ότι αυτή η λέξη παρέμενε εκεί ως μέρος του φακέλου των δύο μηνύσεων που της είχαν υποβληθεί, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματά της κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση αυτή στα δικαιώματα της προσφεύγουσας βασιζόταν στο εσωτερικό δίκαιο. Αναγνώρισε επίσης ότι τα δεδομένα της είχαν διατηρηθεί για λόγους αποτροπής του εγκλήματος και για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων.

Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σημείωσε ότι ο όρος "πόρνη" ως επάγγελμα είχε διαγραφεί μεν από την βάση δεδομένων της αστυνομίας, αλλά δεν είχε διορθωθεί στους φακέλους των μηνύσεων εναντίον της προσφεύγουσας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω λέξη θα μπορούσε να θίξει την υπόληψη της προσφεύγουσας και να καταστήσει προβληματική την καθημερινή ζωή της, λόγω του ότι αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν στις αρχές. Το πιο σοβαρό είναι ότι τα προσωπικά δεδομένα επί του παρόντος υποβάλλονται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, επιτρέποντας έτσι την πρόσβαση σε αυτά και την διάδοσή τους. Γι' αυτό, η προσφεύγουσα είχε ένα εύλογο συμφέρον στην διαγραφή της λέξης "πόρνη" από τα αστυνομικά αρχεία.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πρώτον το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί παράνομης πορνείας ήταν πολύ ασαφής και γενικός και ότι η σύνδεσημε την καταδίκη της προσφεύγουσας για απειλή και προσβολή δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την διατήρηση της λέξης "πόρνης". Σημείωσε επίσης την αντιφατική συμπεριφορά των αρχών. Παρά το γεγονός ότι η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι ο όρος είχε διορθωθεί, η προσφεύγουσα έμαθε ότι η λέξη είχε παραμείνει στα αρχεία της αστυνομίας.

Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η αποθήκευση εσφαλμένων προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν την ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας παραβίασε το δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτιής της ζωής και ότι η διατήρηση του όρου "πόρνη" για χρόνια δεν ήταν ούτε δικαιολογημένη, αλλά ούτε και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελβετία να καταβάλλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.

Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση, γιατί με αυτήν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ξεπερνά τις υφιστάμενες διατάξεις του ισχύοντος εθνικού δικαίου στις οποίες βασίζεται μια καταγραφή σε ένα αστυνομικό αρχείο και κρίνει ότι παρ' όλο που η καταγραφή μπορεί να ήταν "νόμιμη", δεν ήταν δικαιολογημένη και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Βαρύνουσα σημασία όμως αποδίδεται στο γεγονός της αντιφατικής συμπεριφοράς της αστυνομικής αρχής, η οποία δήλωσε μεν ότι είχε αποκαταστήσει το θέμα, αλλά στην πραγματικότητα έπρεπε να είχε προχωρήσει και σε άλλες διορθώσεις.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

Η γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για την δημοσιοποίηση ονομάτων οφειλετών του Δημοσίου

Δημοσιεύθηκε σήμερα η γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 4/2011 όσον αφορά την δημοσίευση των ονομάτων οφειλετών του Δημοσίου που οφείλουν άνω των 150.000 ευρώ (βλ. εδώ).

Η Αρχή υπέβαλε το συγκεκριμένο νομοθετικό μέτρο σε έλεγχο συμβατότητας με το Σύνταγμα και με το Ευρωπαϊκό δίκαιο που αφορά την προστασία προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής και έκρινε ότι δεν προσκρούει στις σχετικές διατάξεις.

Στην ανάλυσή της, η Αρχή εξετάζει ειδικότερα την συμβατότητα του μέτρου με το Άρθρο 8 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αυτή η παράγραφος προβλέπει τους θεμιτούς περιορισμούς που μπορεί να επιβάλλει το κράτος στην ιδιωτική ζωή των πολιτών. Το συγκεκριμένο άρθρο περιλαμβάνει τρεις προϋποθέσεις για να είναι νόμιμος ο περιορισμός της ιδιωτικής ζωής: α) πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, β) ο νόμος να κατατείνει σε έναν νόμιμο στόχο (ανάμεσα στους οποίους και η οικονομική ευημερία της χώρας) και γ) να είναι ένα μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αν δεν συντρέχει μία από τις τρεις προϋποθέσεις, το επιβαλλόμενο μέτρο παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του ατόμου.

Κατά την ανάλυση αυτών των περιορισμών από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προστίθενται συγκεκριμένα κριτήρια. Ο "νόμος" πρέπει να είναι προσβάσιμος ("accessibility") και προβλέψιμων συνεπειών ("foreseeability") για τους αποδέκτες του, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να ρυθμίσουν την συμπεριφορά τους. Επιπλέον, ο έλεγχος για το κατά πόσον ένα μέτρο είναι "αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία" προϋποθέτει την ύπαρξη μιας "πιεστικής κοινωνικής ανάγκης", την οποία θα πρέπει να καλύπτει το εν λόγω μέτρο, το οποίο θα πρέπει να είναι το ηπιότερο σε σχέση με άλλα μέτρα που ενδεχομένως δεν θα περιορίζουν τόσο το ανθρώπινο δικαίωμα.

Η Αρχή, στην γνωμοδότησή της, ως προς την τήρηση του Άρθρου 8 παρ. 2 εξέτασε μόνον το κατά πόσον ο νόμος είναι προσβάσιμος και προβλέψιμων συνεπειών. Δεν προχώρησε τον έλεγχό της στο κατά πόσον το μέτρο είναι "αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία". Δεν εξέτασε επίσης το κατά πόσον υπάρχουν άλλα μέτρα, πιο ήπια, για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού, ο οποίος είναι η είσπραξη των οφειλών προς το Δημόσιο.

Σε κανένα σημείο της γνωμοδότησης η Αρχή δεν εξέτασε κατά πόσον υπάρχει προσφορότερο και ηπιότερο από την δημοσιοποίηση ονομάτων μέτρο για την είσπραξη των οφειλών προς το Δημόσιο. Και πράγματι υπάρχει: ο Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και όλο το νομικό οπλοστάσιο που παρέχει στο κράτος τα ένδικα μέσα για την είσπραξη των οφειλών του. Οι όροι της ισχύουσας νομοθεσία, με τις δικαστικές διαδικασίες που προβλέπονται για την είσπραξη των εσόδων είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από την απλή δημοσιοποίηση των ονομάτων των οφειλετών και σίγουρα πολύ πιο περιορισμένες ως προς την δημόσια διαπόμπευσή τους. Η Αρχή για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα, θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη της τυχόν στοιχεία, κατά τα οποία η εν λόγω νομοθεσία δεν επαρκούσε και γι' αυτό χρειάζονταν άλλα, πρόσθετα μέτρα. Δεν το έπραξε.

Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι η Αρχή δεν προέβη σε έναν ολοκληρωμένο έλεγχο της αναλογικότητας του μέτρου και ότι περιόρισε τον έλεγχό της στην "προσφορότητα" και την "αναγκαιότητα", χωρίς να λάβει υπόψη το τρίτο στάδιο που αφορά την "εν στενή εννοία αναλογικότητα", στάδιο κατά το οποίο πρέπει να γίνει η συγκεκριμένη στάθμιση και να ληφθούν υπόψη τυχόν άλλα, ηπιότερα για την ιδιωτικότητα, μέτρα είσπραξης των οφειλών στο Δημόσιο.

Aλλά και ως προς την ίδια την "προσφορότητα", η Αρχή συμπεραίνει ταυτολογικά ότι το μέτρο ανταποκρίνεται σε αυτές τις προϋποθέσεις, επειδή "η μη εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών της, σε όλες τις μορφές της, αποτελεί μια συμπεριφορά με ιδιαίτερη συνταγματική απαξία, καθόσον παραβιάζει πολλαπλώς το Σύνταγμα". Γι' αυτές τις παραβιάσεις, όμως, το νομικό σύστημα προβλέπει ήδη συγκεκριμένα νομικά μέσα στο κράτος, για την είσπραξη των απαιτήσεών του. Η δημόσια διαπόμπευση των ατόμων δεν μας εξηγεί η Αρχή με ποιό τρόπο θα συμβάλλει στην είσπραξη των εσόδων.

Σημειωτέον ότι μιλάμε για την Αρχή, η οποία το 2006-2007 είχε απορρίψει αντίστοιχο αίτημα του Υπουργείο Εθνικής Άμυνας που ήθελε να δημοσιεύσει λίστες με φυγόστρατους ή με απαλλαγέντες από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας. Η αρχική απόφασή της επικυρώθηκε μάλιστα από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ η Αρχή, μετά την επικύρωση αυτή εξέδωσε κι άλλη απόφαση κατά την οποία "το Δημόσιο, μέρος του οποίου αποτελεί και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, δεν είναι νοητό ως υπεύθυνος επεξεργασίας να συμμετέχει στην άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος"! (Απόφαση 6/2007). (Διαβάστε την ανάλυση για εκείνη την απόφαση στο περιοδικό Το Σύνταγμα 2/2007: Διαφάνεια και δημόσια διαπόμπευση: οριοθετήσεις με γνώμονα την προστασία προσωπικών δεδομένων).

Πρόκειται λοιπόν για μία νομικώς πλημμελή γνωμοδότηση. Τα άτομα που θα δουν τα ονόματά τους δημοσιευμένα, μπορούν να στραφούν εναντίον του Δημοσίου και να αξιώσουν αποζημιώσεις.




Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2011

Οι γερμανικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων κυνηγούν το Facebook

Σύμφωνα με αυτή την είδηση, οι γερμανικές Αρχές επέβαλαν πρόστιμο 300.000 ευρώ στο Facebook, επειδή οι όροι χρήσης του ως προς την αναγνώριση προσώπων βρίσκονταν σε αντίθεση με το γερμανικό δίκαιο προστασίας προσωπικών δεδομένων (βλ. εδώ).

Η είδηση υπενθυμίζει ότι, ανεξάρτητα από την έδρα της κάθε εταιρίας υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, οι εταιρίες αυτές οφείλουν να σέβονται και το δίκαιο των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνται. Η φερόμενη παραβίαση του γερμανικού δικαίου των προσωπικών δεδομένων εκ μέρους της Facebook ενδεχομένως να σημαίνει γενικότερα ασυμβατότητα με το ευρωπαϊκό δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων, το οποίο είναι εναρμονισμένο με την οδηγία 95/46.

Εφόσον σημειώνονται τέτοιου είδους ασυμβατότητες, του θέματος βέβαια θα πρέπει να επιληφθεί η ομάδα εργασίας των ευρωπαϊκών αρχών προστασίας δεδομένων του άρθρου 29.

Σαν συμπέρασμα, πάντως, θα πρέπει να κρατήσουμε ότι η εκάστοτε χώρα δεν είναι ανίσχυρη στην επιβολή της νομοθεσίας της όταν αυτή παραβιάζεται από πολυεθνικές που δεν συμμορφώνονται με το εσωτερικό δίκαιο της εκάστοτε χώρας στην οποία δραστηριοποιούνται.

Aπό την άλλη πλευρά, διαβάζουμε μια άλλη είδηση η οποία προκαλεί μάλλον το γέλιο: γερμανός επίτροπος προστασίας δεδομένων καλεί τις ιστοσελίδες υπηρεσιών του κρατιδίου του να αφαιρέσουν το "Like" κουμπί του facebook και άλλα plug-ins με το σκεπτικό ότι το facebook στέλνει τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών στις Η.Π.Α. (βλ. εδώ).

Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, μια σοβαρή και μια που ξεχνάει τους όρους λειτουργίας του διαδικτύου.




Τετάρτη, Ιουνίου 08, 2011

Παράνομη η δημοσίευση στο Διαδίκτυο φερόμενων φοροφυγάδων

Η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία αναγνωρίζεται ότι ήταν παράνομη η ανακοίνωση ονομάτων ιατρών που φέρονται ότι υπέπεσαν σε φορολογικές παραβάσεις είναι ορθή (βλ. εδώ απόφαση 54/2011). Αξίζει να σημειωθεί ότι το γεγονός επισημάνθηκε από τους προσφεύγοντες στην Αρχή πέρσι (καλοκαίρι 2010) ενώ η απόφασή της εκδόθηκε φέτος (Μάιος 2011).

Όσο και να μην αρέσει σε κάποιους, κάθε ενέργεια του Κράτους που αφορά τα προσωπικά στοιχεία των πολιτών, πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή νομοθετική διάταξη. Έπρεπε δηλαδή να υπάρχει τουλάχιστον ένας νόμος που να ορίζει τη δημοσίευση των στοιχείων των φερόμενων παραβατών. Διαφορετικά, η πολιτική απόφαση για ανάρτηση στο Διαδίκτυο τέτοιων στοιχείων, δεν βασίζεται στην αρχή της νομιμότητας που πρέπει να διέπει κάθε κρατική δράση. Δεν αρκεί η πολιτική βούληση, πρέπει ένα τέτοιο μέτρο να βασίζεται σε έναν γενικό κανόνα που να είναι προσβάσιμος αλλά και προβλέψιμων συνεπειών, όπως αναφέρει η Αρχή στην απόφασή της. Δεν είναι λοιπόν η Αρχή που απαγόρευσε την ανάρτηση των στοιχείων, είναι το ισχύον δίκαιο, το οποίο πρέπει να ισχύει ακόμα και για αντιδημοφιλείς περιπτώσεις.

Οι γιατροί που είδαν τα προσωπικά στοιχεία τους αναρτημένα στο Διαδίκτυο έχουν δικαίωμα τώρα να προσφύγουν στην δικαιοσύνη αξιώνοντας αποζημιώσεις από το Ελληνικό Δημόσιο. Σε μια πασίγνωστη υπόθεση προ ετών που η Αστυνομία είχε εκδώσει δελτίο τύπου με ονόματα συλληφθέντων, σε έναν εξ αυτών επιδικάσθηκε αποζημίωση 15.000 ευρώ (στο Διοκητικό Εφετείο).

Ας κάνουμε τώρα μια υπόθεση άμεσης δημοκρατίας. Ας υποθέσουμε ότι δεν είχαμε Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αλλά θέταμε υπόψη το ισχύον δίκαιο (που λέει ότι δεν επιτρέπεται στο Κράτος δημοσίευση προσωπικών δεδομένων χωρίς προϋπάρχοντα νόμο) σε μια λαϊκή συνέλευση. Για παράδειγμα στη συνέλευση που διεξάγεται στο Σύνταγμα. Και βάζαμε τον κόσμο να ψηφίσει: να δημοσιευθούν τα ονόματα των φερόμενων φοροφυγάδων ή να μην δημοσιευθούν; Νομίζω δεν χρειάζεται και πολύ για να σκεφθεί κανείς ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ψηφοφορίας. Να λοιπόν γιατί οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί δεν είναι για όλες τις αποφάσεις: χρειάζονται θεσμικά αντίβαρα, όπως οι ανεξάρτητες αρχές και η δικαιοσύνη για να διασφαλίζουν ότι το δίκαιο θα γίνεται σεβαστό ακόμα κι αν αυτό δεν είναι αρεστό στις πλειοψηφίες.


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων απορρίπτει ανάρτηση φορολογικών στοιχείων στο Διαδίκτυο

Mε την αναλυτική και τεκμηριωμένη Γνωμοδότηση 1/2011 (βλ. εδώ) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε αντισυνταγματικό το μέτρο της ανάρτησης φορολογικών στοιχείων στο Διαδίκτυο.

Την αντισυνταγματικότητα αυτή είχα υποστηρίξει σε δύο κείμενα τον Οκτώβρη:


Ενδιαμέσως είχε εκδοθεί και σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ για παρεμφερές θέμα (βλ. εδώ), η οποία όμως δεν μνημονεύθηκε στην Γνωμοδότηση της Αρχής.

Η Αρχή εντόπισε την αντισυνταγματικότητα στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και το κύριο σκεπτικό συνοψίζεται στο τέλος της παραγράφου 23 της Γνωμοδότησης:

" Ο κατά σύστηµα ανειλικρινής φορολογούµενος, που δεν υπολογίζει τις αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις, δεν αναµένεται µε τη δηµοσιοποίηση των ετήσιων φορολογικών καταλόγων ότι θα «αυτό-συµµορφωθεί» προς τη φορολογική του υποχρέωση υπό το βάρος της ενδεχόµενης προσωπικής ηθικής αποδοκιµασίας από τους συµπολίτες του. Αντίθετα, η σκοπούµενη δηµοσιοποίηση, και µάλιστα στο ∆ιαδίκτυο, καταλόγων φορολογουµένων, όπως προτείνεται από το Υπουργείο ΟικονοµικώνΓΓΠΣ, ως υπεύθυνο επεξεργασίας, δηλαδή ως µέτρο έκθεσης κάθε φορολογουµένου στην επιτήρηση οιουδήποτε τρίτου, στην κοινωνική αποδοκιµασία καθώς και στο ενδεχόµενο καταγγελίας, λειτουργεί µάλλον ως µέσο ενστάλαξης φόβου και ψυχολογικού καταναγκασµού των φορολογουµένων, το οποίο υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο µέτρο για τη συµµόρφωσή τους."


Τρίτη, Ιανουαρίου 18, 2011

Νόμος για διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και λειτουργία καμερών

Σημαντικές τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων εισάγονται με την ψήφιση του νέου νόμου που προέρχεται από το υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (βλ. εδώ το νομοσχέδιο). 

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο νόμος ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/24, με την οποία επιβάλλεται στους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών η υποχρεωτική διατήρηση όλων των δεδομένων κίνησης (ποιος πήρε τηλέφωνο ποιον, ποιες ιστοσελίδες επισκέφθηκε, που έστειλε e-mail), χωρίς όμως την καταγραφή του περιεχομένου των επικοινωνιών. Πρόκειται για το μεγαλύτερο φακέλωμα στην ιστορία της Ευρώπης (σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων), ενώ αντίστοιχη ρύθμιση είχε απορριφθεί από τις Η.Π.Α. Για το θέμα αυτό μπορείτε να διαβάσετε εδώ ένα αναλυτικό άρθρο που αφορά την ψήφιση της Οδηγίας στην ΕΕ.

Όλο το περιθώριο που έχουν τα κράτη κατά την ενσωμάτωση της Οδηγίας αφορά: ποια θα είναι τα χρονικά όρια διατήρησης των δεδομένων, για ποια εγκλήματα θα έχουν πρόσβαση οι διωκτικές αρχές και ποιες θα είναι οι αρμόδιες εποπτικές αρχές για την σωστή τήρηση των προσωπικών δεδομένων και την ενάσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Η ελληνική ρύθμιση των παραπάνω ζητημάτων, σύμφωνα με το νομοσχέδιο είναι η εξής:
- 12 μήνες υποχρεωτικής διατήρησης δεδομένων
- πρόσβαση των αρχών μόνο για τα εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται άρση του απορρήτου σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον ν.2225/1994
- αρμόδιες ελεγκτικές αρχές είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, κατά τους ιδρυτικούς τους νόμους που προβλέπουν αντίστοιχες αρμοδιότητες για τα προσωπικά δεδομένα και το απόρρητο. Ωστόσο, αν σε περίπτωση επιβολής προστίμου η ΑΔΑΕ κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί βαρύτερη κύρωση στέλνει τον φάκελο στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (η οποία μπορεί λ.χ. να ανακαλέσει άδειες παρόχων). Στην ΑΔΑΕ ανατίθεται επίσης η αρμοδιότητα αποστολής ετήσιων στατιστικών στοιχείων από τη λειτουργία του μέτρου στην Ε.Ε. 

Στο δεύτερο κεφάλαιο έχουμε ορισμένες πολύ πιο ενδιαφέρουσες ρυθμίσεις για τα προσωπικά δεδομένα, οι οποίες δεν δόθηκαν σε δημοσια διαβούλευση πριν την κατάθεσή τους στη Βουλή.

Συγκεκριμένα, με το άρθρο 14, ο νόμος έρχεται να καθορίσει το καθεστώς λειτουργίας των καμερών σε δημόσιους χώρους, καταργώντας την γνωστή αντισυνταγματική ρύθμιση που είχε περάσει η προηγούμενη κυβέρνηση, κατά την οποία δεν εφαρμοζόταν καν η νομοθεσία για την προστασία δεδομένων στις κάμερες δημοσίων αρχών.

Η διάταξη προβλέπει ότι η εγκατάσταση και λειτουργία καμερών σε δημόσιους χώρους γίνεται μόνο από κρατικές αρχές και μόνο για πέντε περιοριστικά απαριθμούμενους λόγους: α) εθνική άμυνα, β) προστασία πολιτεύματος και αποτροπή προδοσίας της χώρας, γ) αποτροπή - καταστολή εγκλήμάτων επιβουλής της δημόσιας τάξης, δ) αποτροπή εγκλημάτων βίας, εμπορίας ναρκωτικών, κοινώς επικίνδυνων εγκλημάτων, εγκλημάτων κατά της ασφάλειας συγκοινωνιών και κατά της ιδιοκτησίας, "όταν με βάση πραγματικά στοιχεία συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελέσθηκαν ή πρόκειται να τελεσθούν τέτοιες πράξεις" και ε) τη διαχείριση της κυκλοφορίας. 

Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της λειτουργίας θα προσδιοριστούν με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του υπουργού δικαιοσύνης ύστερα από σχετική γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. 

Με την τροποποίηση αυτή καταργείται η αντισυνταγματική νομοθεσία με την οποία επιτρέπεται η "απλή λειτουργία" καμερών κατά τη διάρκεια δημόσιων συναθροίσεων και αφαιρείται η σχετική αρμοδιότητα του εισαγγελέα, καθώς επαναφέρεται η αρμοδιότητα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Όμως, παραμένουν οι αντισυνταγματικές διατάξεις που εξαιρούν την εφαρμογή της προστασίας προσωπικών δεδομένων σε "δικαστικές - εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο κλπ". Δηλαδή σε όλες αυτές τις κρίσιμες για τα ανθρώπινα δικαιώματα περιστάσεις, η Κυβέρνηση επιμένει ότι ΔΕΝ πρέπει να εφαρμόζεται η προστασία προσωπικών δεδομένων και ΔΕΝ πρέπει να έχει αρμοδιότητα η Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Πρόκειται για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων και της σχετικής Σύστασης R (15) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Μια άλλη επικίνδυνη τροποποίηση που εισηγείται η Κυβέρνηση, χωρίς η διάταξη να έχει δοθεί σε δημόσια διαβούλευση, προβλέπει για την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ότι "η προτεραιότητα εξέτασης των αιτήσεων, παραπόνων και ερωτημάτων εκτιμάται από την Αρχή με κριτήριο την σπουδαιότητα και το γενικότερο ενδιαφέρον του θέματος". 

Με αυτήν την διάταξη η Αρχή επισήμως πια θα έχει την απόλυτη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει εάν θα ασχοληθεί με μια υπόθεση. Δηλαδή θα αναγνωριστεί επίσημα αυτό που κάνει τώρα, εγκαταλείποντας διάφορες αιτήσεις και καταγγελίες πολιτών και ασχολούμενη μόνο με τις υποθέσεις που κατά το δοκούν κρίνει "σπουδαίες" ή "γενικότερου ενδιαφέροντος". Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι σχετική διάταξη υπήρχε στον αρχικό νόμο του Συνηγόρου του Πολίτη, ως προς την αυτεπάγγελτη δράση του, για την οποία είχε προβλεφθεί ότι μπορεί να ασχολείται αυτεπαγγέλτως με υποθέσεις που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον. Η σχετική διάταξη αφαιρέθηκε στον ισχύοντα νόμο για το Συνήγορο του Πολίτη, έτσι ώστε η αυτεπάγγελτη δράση του να μην περιορίζεται στις υποθέσεις που παρουσιάζουν μια ευρύτερη δημοσιότητα. 

Συνολικά με το νόμο αυτό επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση. Είναι θετικό ότι καταργείται η αντισυνταγματική νομοθεσία για τις κάμερες, αλλά έπρεπε να γίνουν και τα υπόλοιπα βήματα για την βελτίωση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, η οποία χρήζει συνολικής επανεκτίμησης. 





Τετάρτη, Νοεμβρίου 17, 2010

Δικαστήριο ΕΕ: όχι στην γενική ανάρτηση δεδομένων πολιτών για δημοσιονομική διαφάνεια

Με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκλήθη να αποφανθεί κατά πόσον οι διατάξεις που επιβάλλουν την ανάρτηση στο Διαδίκτυο των δεδομένων όσων δικαιούνται κοινοτικά κονδύλια για την γεωργία είναι συμβατές με το θεμελιώδες ευρωπαϊκό δικαίωμα της προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Πρόκειται για την απόφαση στις υποθέσεις C-92/09, C-93/09 (βλ. εδώ πλήρες κείμενο και δελτίο τύπου εδώ).

Οι δύο προσφεύγοντες Γερμανοί δικαιούχοι κονδυλίων προσέφυγαν στα γερμανικά δικαστήρια, προσβάλλοντας τις σχετικές κανονιστικές πράξεις που επέβαλαν την ανάρτηση των προσωπικών τους δεδομένων στο Διαδίκτυο, για λόγους δημοσιονομικής διαφάνειας. Τα γερμανικά δικαστήρια απέστειλαν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο τελικά έκρινε ότι κακώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέβλεπαν την άνευ κριτηρίων δημοσιοποίηση των δεδομένων των δικαιούχων, διότι αυτό προσέβαλλε την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρες τις σχετικές κανονιστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβαίνοντας, για πρώτη φορά στην ιστορία του, σε εξέταση του παράγωγου κοινοτικού δικαίου προς το θεμελιώδες δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος κατέστη νομικά δεσμευτικό και αναπόσπαστο μέρος του πρωτογενούς Ενωσιακού δικαίου, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.

Σημειωτέον ότι στην δίκη πήρε μέρος και η Ελλάδα, καταθέτοντας υπέρ του μέτρου της δημοσιοποίησης των στοιχείων στο Διαδίκτυο.

Κατά την ερμηνεία της συμβατότητας προς το θεμελιώδες δικαίωμα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε εκτενώς υπόψη και τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως προς της ερμηνεία του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής).

Η απόφαση αυτή αποτελεί συνδυασμό δύο αποφάσεων της προηγούμενης δεκαετίας του ΔΕΚ: της Bodil Lindqvist, κατά την οποία η ανάρτηση προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο (δηλ. την Οδηγία 95/46) και της απόφασης Oesterreichischer Rundfunk, κατά την οποία η δημοσίευση ονομάτων υψηλόμισθων υπαλλήλων του δημοσίου επιτρέπεται μόνο ύστερα από εξαντλητικό έλεγχο της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας. Με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου (Volker und Markus Schecke Gbr) το ΔΕΕ πηγαίνει ακόμη παραπέρα, αποκλείοντας ουσιαστικά την δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων πολιτών για λόγους δημοσιονομικής πολιτικής. Ή έστω θέτοντας πολύ υψηλά τον όρο της αρχής της αναλογικότητας, ώστε πρακτικά να μην αφήνει περιθώριο εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου.

Ορισμένες επιλογές από το ίδιο το κείμενο της απόφασης, με πρόσθετες επισημάνσεις :

56 Το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να δημοσιοποιούν κάθε χρόνο εκ των υστέρων τα ονόματα των δικαιούχων ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ και τα αντίστοιχα ποσά που έλαβε κάθε δικαιούχος από καθένα από τα Ταμεία αυτά. Από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1437/2007, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό 1290/2005, προκύπτει ότι οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «γενικής δημοσιεύσεως».

57 Ο κανονισμός 259/2008 προσδιορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, το περιεχόμενο της δημοσιοποιήσεως και ορίζει ότι δημοσιοποιούνται, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και λοιπές πληροφορίες σχετικά με τις ληφθείσες ενισχύσεις, όπως ο «δήμο[ς] στον οποίο κατοικεί ή είναι εγγεγραμμένος ο δικαιούχος και, εφόσον υπάρχει, [ο] ταχυδρομικό[ς] κώδικα[ς] ή το μέρος του ταχυδρομικού κώδικα που προσδιορίζει το δήμο». Το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι τα στοιχεία διατίθενται σε ενιαίο δικτυακό τόπο ανά κράτος μέλος και ότι οι χρήστες μπορούν να λάβουν γνώση αυτών μέσω εργαλείου αναζητήσεως.

58 Δεν αμφισβητείται ότι τα ποσά τα οποία έλαβαν οι ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ αποτελούν, συχνά σημαντικό, μέρος των εσόδων τους. Η δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών πληροφοριών σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους και τα συγκεκριμένα ληφθέντα από αυτούς ποσά συνιστά κατ’ αυτόν τον τρόπο, λόγω του ότι οι πληροφορίες αυτές καθίστανται προσβάσιμες στους τρίτους, παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή κατά την έννοια του άρθρου 7 του Χάρτη (βλ., συναφώς, απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 73 και 74).

59 Δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες αφορούν επαγγελματικές δραστηριότητες (βλ. απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 73 και 74). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε συναφώς, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και ότι «δεν υφίσταται κανένας λόγος αρχής για τον αποκλεισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων [...] από την έννοια της “ιδιωτικής ζωής”» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσες αποφάσεις Amann κατά Ελβετίας, § 65, και Rotaru κατά Ρουμανίας, § 43).

[...]

63 Η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης, η οποία απλώς προβλέπει ότι οι δικαιούχοι ενισχύσεων ενημερώνονται εκ των προτέρων σχετικά με τη δημοσιοποίηση των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, δεν αποσκοπεί επομένως να βασίσει την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων που καθιερώνει στη συγκατάθεση των ενδιαφερόμενων δικαιούχων. Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι στις διαφορές της κύριας δίκης οι προσφεύγοντες με τα έντυπα αιτήσεως χρηματοδοτήσεως απλώς δήλωσαν ότι «[γνωρίζουν] ότι το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/205 απαιτεί τη δημοσιοποίηση των στοιχείων σχετικά με τους δικαιούχους [κονδυλίων του] ΕΓΤΕΕ και του ΕΓΤΑΑ».

64 Καθόσον, αφενός, η δημοσιοποίηση των ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους και των συγκεκριμένων ποσών που έλαβαν από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ συνιστά προσβολή, έναντι των δικαιούχων αυτών, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη και, αφετέρου, αυτού του είδους η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν στηρίζεται στη συγκατάθεση των εν λόγω δικαιούχων, πρέπει να ερευνηθεί αν η προσβολή αυτή είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

ii) Ως προς τον δικαιολογημένο χαρακτήρα της προσβολής των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη

65 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπει περιορισμούς στην άσκηση δικαιωμάτων όπως των άρθρων 7 και 8 αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.

66 Πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι η προσβολή από τη δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους πρέπει να νοηθεί ότι «προβλέπεται από τον νόμο» κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2 του κανονισμού 259/2008 προβλέπουν ρητώς αυτή τη δημοσιοποίηση.

67 Δεύτερον, ως προς το αν η εν λόγω προσβολή ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, από την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1437/2007, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός 1290/205, και από την αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 259/2008 προκύπτει ότι η δημοσιοποίηση των ονομάτων των δικαιούχων ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ και των ληφθέντων ποσών από τα Ταμεία αυτά αποσκοπεί να «[βελτιώσει] τη διαφάνεια όσον αφορά τη χρήση των κοινοτικών κονδυλίων στο πλαίσιο της [ΚΓΠ] και [να συμβάλει] στη χρηστή δημοσιονομική τους διαχείριση, μεταξύ άλλων ενισχύοντας το δημόσιο έλεγχο της χρήσης των κονδυλίων».

68 Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της διαφάνειας προβλέπεται στα άρθρα 1 ΣΕΕ και 10 ΣΕΕ, όπως επίσης και στο άρθρο 15 ΣΛΕΕ. Η διαφάνεια εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και, παράλληλα, εγγυάται μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοικήσεως έναντι του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σύστημα (βλ. αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2003, C‑41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 39, και της 29ης Ιουνίου 2010, C‑28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 54).

69 Επομένως, καθόσον ενισχύει τον δημόσιο έλεγχο της χρήσεως των κονδυλίων που καταβάλλονται από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, η δημοσιοποίηση την οποία επιβάλλουν οι διατάξεις το κύρος των οποίων αμφισβητείται συμβάλλει στη χρηστή διαχείριση των δημόσιων πόρων από τη διοίκηση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 81).

70 Εξάλλου, η εν λόγω δημοσιοποίηση σχετικά με τη διαχείριση των ποσών που καταβάλλονται από τα οικεία γεωργικά Ταμεία εξασφαλίζει στους πολίτες μεγαλύτερη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τον προσανατολισμό της ΚΓΠ.

71 Ως εκ τούτου, αποβλέποντας στην ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των κονδυλίων στο πλαίσιο της ΚΓΠ, το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/205 και ο κανονισμός 259/2008 εξυπηρετούν σκοπό γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση.

72 Τρίτον, επιβάλλεται, επίσης, να εξετασθεί αν ο περιορισμός στα κατά τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δικαιώματα είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, απόφαση Gillow κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 24ης Νοεμβρίου 1986, σειρά A αριθ. 109, § 55, καθώς και απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 83).

73 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη αναφέρουν συναφώς ότι τα δεδομένα των οποίων η δημοσιοποίηση προβλέπεται στο άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και στον κανονισμό 259/2008 επιτρέπει στους τρίτους να αντλούν συμπεράσματα ως προς τα εισοδήματά τους. Διευκρινίζουν ότι οι ενισχύσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεταξύ 30 % και 70 % των συνολικών εσόδων των ενδιαφερόμενων δικαιούχων. Το νόμιμο δημόσιο συμφέρον θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και από τη δημοσιοποίηση ανώνυμων στατιστικών στοιχείων.

74 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί να είναι τα προβλεπόμενα από διάταξη του δικαίου της Ένωσης μέσα πρόσφορα για την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οικεία διάταξη σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (απόφαση της 8ης Ιουνίου 2010, C‑58/08, Vodafone κ.λπ., που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

75 Δεν αμφισβητείται ότι η δημοσιοποίηση σε δικτυακό τόπο ονομαστικών πληροφοριών των ενδιαφερόμενων δικαιούχων, όπως επίσης και των ποσών που έλαβαν από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, είναι πρόσφορη για την ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των σχετικών γεωργικών ενισχύσεων. Τέτοιου είδους πληροφορίες τιθέμενες στη διάθεση των πολιτών ενισχύουν τον δημόσιο έλεγχο της χρήσεως των σχετικών κονδυλίων και συμβάλλουν στη χρηστή διαχείριση των δημόσιων πόρων.

76 Ως προς την αναγκαιότητα του μέτρου, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός της επίμαχης δημοσιοποιήσεως δεν μπορεί να επιδιώκεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι πρέπει να πραγματοποιείται συμβιβασμός μεταξύ αυτού και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑73/07, Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, Συλλογή 2008, σ. I‑9831, σκέψη 53).

77 Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή πραγματοποίησαν ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, του συμφέροντος της Ένωσης για εγγύηση διαφάνειας των ενεργειών της και για χρηστή διαχείριση των δημοσίων πόρων και, αφετέρου, της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερόμενων δικαιούχων στον σεβασμό της ιδιωτικής τους ζωής, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι αποκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, προπαρατεθείσα, σκέψη 56).

78 Τα κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διατείνονται ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός με την κατά το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και τον κανονισμό 259/2008 δημοσίευση δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων δικαιούχων στην προσωπική τους ζωή, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα. Πληροφορίες οι οποίες αφορούν μόνο τους δικαιούχους εκείνους των οποίων οι ενισχύσεις υπερβαίνουν ορισμένο όριο δεν αποδίδουν την πραγματική εικόνα της ΚΓΠ στους φορολογούμενους. Συγκεκριμένα, θα τους δημιουργείτο η εντύπωση ότι υπάρχουν μόνο δικαιούχοι «μεγάλων» ενισχύσεων από τα οικεία γεωργικά Ταμεία, καίτοι οι δικαιούχοι «μικρών» ενισχύσεων είναι πολυάριθμοι. Η αφορώσα μόνον τα νομικά πρόσωπα δημοσιοποίηση δεν θα ήταν, επίσης, επαρκής. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι μεταξύ των δικαιούχων των μεγαλύτερων γεωργικών ενισχύσεων συγκαταλέγονται φυσικά πρόσωπα.

79 Παρότι, βεβαίως, σε μία δημοκρατική κοινωνία, οι φορολογούμενοι δικαιούνται να ενημερώνονται σχετικά με τη διαχείριση των δημοσίων πόρων (απόφαση Österreichischer Rundfunk κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 85), γεγονός είναι ότι μία ισόρροπη στάθμιση των διαφόρων επίμαχων συμφερόντων απαιτεί, πριν από την έκδοση διατάξεων των οποίων το κύρος αμφισβητείται, τα οικεία όργανα να εξακριβώνουν αν η δημοσιοποίηση, σε ελευθέρως προσβάσιμο ενιαίο δικτυακό τόπο ανά κράτος μέλος, ονομαστικών πληροφοριών για όλους τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους και των συγκεκριμένων ποσών που έλαβε καθένας τους από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ –ανεξαρτήτως της διάρκειας, της συχνότητας ή του είδους και της σημασίας της ληφθείσας ενισχύσεως– υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των νομίμων επιδιωκόμενων σκοπών, ενόψει ειδικότερα της προκαλούμενης προσβολής με τη δημοσιοποίηση αυτή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη.

80 Ως προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ, δεν προκύπτει, όμως, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν τέτοια ισόρροπη στάθμιση μεταξύ του συμφέροντος της Ένωσης για διασφάλιση διαφάνειας των ενεργειών της όπως και για χρηστή διαχείριση των δημοσίων πόρων, αφενός, και των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, αφετέρου.

81 Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξέτασαν, κατά τη θέσπιση του άρθρου 44α του κανονισμού 1290/2005 και του κανονισμού 259/2008, λεπτομερείς κανόνες για τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους ενδιαφερόμενους δικαιούχους οι οποίοι θα ήταν συμβατοί με τον σκοπό τέτοιας δημοσιοποιήσεως, θίγοντες ταυτοχρόνως σε μικρότερο βαθμό το δικαίωμα των δικαιούχων αυτών στην ιδιωτική τους ζωή, εν γένει, και στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα, όπως, ειδικότερα, τον περιορισμό της δημοσιοποιήσεως ονοματικών δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους ανάλογα με τις περιόδους κατά τις οποίες έλαβαν ενισχύσεις, τη συχνότητα ή το είδος και τη σημασία αυτών.

82 Μία κατ’ αυτόν τον τρόπο περιορισμένη ονομαστική δημοσιοποίηση θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνοδεύεται από σχετικές επεξηγήσεις ως προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων από τα εν λόγω Ταμεία και ως προς τα αντιστοίχως ληφθέντα ποσά.

83 Τα θεσμικά όργανα όφειλαν, επομένως, να εξετάσουν, στο πλαίσιο ισόρροπης σταθμίσεως των διαφόρων επίμαχων συμφερόντων, αν η ονομαστική δημοσιοποίηση, περιορισμένη κατά τον τρόπο που εκτέθηκε στη σκέψη 81 της παρούσας αποφάσεως, θα ήταν επαρκής για την επίτευξη των σκοπών της επίμαχης στην κύρια δίκη ρυθμίσεως της Ένωσης. Ειδικότερα, δεν διαφαίνεται ότι τέτοιος περιορισμός, ο οποίος θα προστάτευε ορισμένους ενδιαφερόμενους δικαιούχους από προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής, θα προσέφερε στον πολίτη αρκούντως σαφή εικόνα των καταβαλλόμενων από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ ενισχύσεων, η οποία θα επέτρεπε την επίτευξη των σκοπών της εν λόγω ρυθμίσεως.

84 Τα κράτη μέλη που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως επίσης και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αναφέρουν, περαιτέρω, ότι η ΚΓΠ καλύπτει σημαντικό τμήμα του προϋπολογισμού της Ένωσης, προκειμένου να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της δημοσιοποιήσεως που επιβάλλουν το άρθρο 44α του κανονισμού 1290/2005 και ο κανονισμός 259/2008.

85 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Υπενθυμίζεται ότι τα θεσμικά όργανα οφείλουν να σταθμίζουν, προ της δημοσιοποιήσεως πληροφοριών που αφορούν φυσικά πρόσωπα, το συμφέρον της Ένωσης για διασφάλιση διαφάνειας των ενεργειών της και την προσβολή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Δεν αναγνωρίζεται, όμως, αυτομάτως, υπεροχή του σκοπού της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, προπαρατεθείσα, σκέψεις 75 έως 79), ακόμη και σε περίπτωση διακυβεύσεως σημαντικών οικονομικών συμφερόντων.

86 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα θεσμικά όργανα δεν προέβησαν σε ισόρροπη στάθμιση μεταξύ, αφενός, των σκοπών του άρθρου 44α του κανονισμού 1290/2005, όπως και του κανονισμού 259/2008, και, αφετέρου, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζουν τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη στα φυσικά πρόσωπα. Δεδομένου ότι οι αποκλίσεις και οι περιορισμοί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου (απόφαση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia, προπαρατεθείσα, σκέψη 56) και ότι είναι δυνατόν να προβλεφθούν μέτρα που θίγουν σε μικρότερο βαθμό, έναντι των φυσικών προσώπων, το εν λόγω θεμελιώδες δικαίωμα, συμβάλλοντας ταυτοχρόνως κατά τρόπο αποτελεσματικό στους σκοπούς της επίμαχης ρυθμίσεως της Ένωσης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή, επιβάλλοντας τη δημοσιοποίηση των ονομάτων όλων των φυσικών προσώπων που είναι δικαιούχοι ενισχύσεων από το ΕΓΤΕ και το ΕΓΤΑΑ, όπως επίσης και των αντιστοίχως ληφθέντων ποσών, υπερέβησαν τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.


Οι κρίσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πολύ σημαντικές γιατί υπενθυμίζουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υποκύπτουν ενόψει των γενικών οικονομικών διακυβευμάτων. Η σημαντική αυτή απόφαση υπενθυμίζει ότι ακόμα και σε περιόδους γενικευμένης κρίσης, υπάρχουν ορισμένα θεσμικά όργανα, τα οποία αντιστέκονται και επιβάλλουν το σεβασμό στις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες έχει βασιστεί η Ενωμένη Ευρώπη. Αρχές οι οποίες δεν περιορίζονται σε οικονομικές επιδιώξεις, αλλά έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο. Αυτή είναι μια ουσιώδης πτυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένει ζωντανή, έστω και σε δικαστικές αποφάσεις.



Κυριακή, Οκτωβρίου 24, 2010

H δημοσιοποίηση φορολογικών στοιχείων στο Διαδίκτυο

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,

"Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, µε βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουµένων, ο οποίος περιέχει το ονοµατεπώνυµο ή την επωνυµία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδηµα απο τις κατηγορίες ∆ και Ζ, το συνολικό καθαρό εισόδηµα το οποίο υπόκειται σε φορολογία. καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται µέσα σε έξι (6) µήνες από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής των δηλώσεων και συµπληρώνεται µε τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υποχρέου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστηµα της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και των δήµων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, ώστε να µπορεί να λαµβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουµένων όλης της χώρας, καθώς και η δηµοσιευσή τους στις εφηµερίδες."

Σε αυτή τη διάταξη προστέθηκε με τον Ν.3842/2010 ("Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής", βλ. εδώ) και η εξής προσθήκη:

"Ο κατάλογος είναι διαθέσιµος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται µε βάση συγκεκριµένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτοµέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν.»


Σύμφωνα με την ΠΟΛ 1135/4 Οκτωβρίου 2010 του Υπουργού Οικονομικών (βλ. εδώ),


"Με την τροποποιημένη διάταξη το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο κατάλογο φορολογουμένων που αποτελεί δημόσια πληροφορία περιλαμβάνει και τη χρήση του διαδικτύου. Η δημοσιότητα των φορολογικών δεδομένων συγκεκριμένων κατηγοριών φορολογουμένων, που- σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία- αποφεύγουν να δηλώνουν τα πραγματικά τους εισοδήματα, αποτελεί ένα εύλογο μέτρο αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής. Η ταυτοποίηση του χρήστη που έχει πρόσβαση στον συγκεκριμένο κατάλογο επιτρέπει τη θέσπιση ποσοτικών κριτηρίων ως προς τον αριθμό των δεδομένων που θα εξαχθούν. Αυτό το μέτρο δυσχεραίνει τη μαζική εξαγωγή δεδομένων προστατεύοντάς τα έτσι από επεξεργασία που δε δικαιολογείται από το σκοπό της διάταξης αυτής, όπως π.χ. την εμπορική εκμετάλλευση των οικονομικών στοιχείων. Έτσι, επειδή η πρόσβαση στον κατάλογο δεν θα είναι ανοικτή αλλά ελέγξιμη και θα γίνεται με βάση συγκεκριμένες διαδικασίες και ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που θα καθοριστούν από Υπουργική Απόφαση, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής."


Επομένως εκκρεμεί η έκδοση της Υπουργικής Απόφασης που θα υλοποιεί την εν λόγω νομοθετική διάταξη και η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα έχει υποβληθεί στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για γνωμοδότηση.


Σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ" (βλ εδώ), με την εν λόγω Υπουργική Απόφαση


"κάθε πολίτης που είναι πιστοποιημένος χρήστης της υπηρεσίας Τaxisnet, με το πάτημα ενός κουμπιού θα μπορεί να βλέπει στην οθόνη του υπολογιστή του όχι μόνο πόσα εισοδήματα δήλωσε στην εφορία και τι φόρο πλήρωσε ο οποιοσδήποτε φορολογούμενος αλλά και πού κατοικεί καθώς και την αρμόδια εφορία. Για τους επιχειρηματίες, η ηλεκτρονική «ακτινογραφία» της δήλωσής τους θα είναι ακόμα πιο πλήρης. Ονομα, επώνυμο και πατρώνυμο ή επωνυμία και τίτλος της επιχείρησης, ΑΦΜ διεύθυνση έδρας και ταχυδρομικός κώδικας, κύρια δραστηριότητα, αρμόδια εφορία, ημερομηνία έναρξης ή διακοπής, καθαρό εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα ή επιχειρηματικές δραστηριότητες, συνολικό καθαρό εισόδημα και φόρος που αναλογεί. Η περιέργεια θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό πλημμυρίδας αναζητήσεων στο Διαδίκτυο για τα εισοδήματα που δηλώνουν και τους φόρους που πληρώνουν επώνυμοι καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, πολιτικοί και οποιοσδήποτε άλλος φορολογούμενος. Η δυνατότητα αυτή σύμφωνα με ορισμένα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών που θεωρούν το εγχείρημα «κακή ιδέα» δίνει ενδεχόμενη τροφή ακόμα και για κλοπές ενώ οι υπέρμαχοι αναδεικνύουν την άλλη όψη: η κοινωνική πίεση που θα ασκείται εξαιτίας της δημοσιοποίησης των εισοδημάτων που δηλώνουν και των φόρων που πληρώνουν φορολογούμενοι που διάγουν βίο δυσανάλογο με τα δηλωθέντα εισοδήματα θα οδηγήσει σε πάταξη της φοροδιαφυγής."


Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι η απλή δημοσιοποίηση των καταλόγων αυτών σε εφημερίδες ή στους πίνακες ανακοινώσεων της κάθε Δ.Ο.Υ. αποτελεί ένα θεμιτό μέτρο, η ίδια η ανάρτηση τους στο Διαδίκτυο σημαίνει αλλαγή κλίμακας της δημοσιότητας. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την απόφαση 61/2004 (βλ. εδώ) έκρινε ότι οι πίνακες βαθμολογίας του ΑΣΕΠ μπορούν να δημοσιοποιούνται με ανάρτηση στα κτίρια του ΑΣΕΠ και στις Νομαρχίες, όχι όμως και στο Διαδίκτυο:


"1. Ο Ε. Μ. διαμαρτύρεται στην Αρχή (αριθμ. πρωτ. ***), γιατί το Α.Σ.Ε.Π. δημοσιεύει πίνακες βαθμολογίας, καθώς και πίνακες διοριστέων και μη διοριστέων στο δικτυακό του τόπο (www.asep.gr). Η δημοσίευση περιλαμβάνει επώνυμο, κύριο όνομα, πατρώνυμο, μητρώνυμο, κωδικό αριθμό, αριθμό δελτίου ταυτότητας, καθώς και τους βαθμούς.

2. Όλα τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα, χωρίς ευαίσθητο χαρακτήρα. Η επεξεργασία τους υπόκειται στο άρθρο 5 του Ν.2472/1997. Η αρχή της διαφάνειας επιβάλλει τη δημοσίευση των δεδομένων αυτών και χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων. Κατά συνέπεια, η ανάρτηση όλων των πινάκων διοριστέων και μη διοριστέων, επιτυχόντων και μη επιτυχόντων στα κτίρια του Α.Σ.Ε.Π., καθώς και στις κατά τόπο Νομαρχίες όλης της επικράτειας επιβάλλεται για λόγους διαφάνειας και επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων (άρθρο 5 § 2 περ. δ΄ και περ. ε΄ του Ν. 2472/1997). Η αρχή της διαφάνειας των διαγωνισμών εξυπηρετείται πλήρως από τη δημόσια ανάρτηση με τον τρόπο αυτό των αποτελεσμάτων. Ακόμα και η δια του τύπου δημοσιοποίηση, που είναι επιτρεπτή, δεν μπορεί να συγκριθεί με την καταχώριση στο διαδίκτυο. Η δημοσίευση, αντίθετα, στο διαδίκτυο των δεδομένων αυτών δύναται να υπερβαίνει τον επιδιωκόμενο σκοπό της διαφάνειας, αφού επιτρέπει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά σε απεριόριστο αριθμό ενδιαφερομένων ή μη προσώπων. Συγκεκριμένα, τον επιδιωκόμενο σκοπό της διαφάνειας υπερβαίνει η ανακοίνωση των δεδομένων αποτυχίας στο διαδίκτυο και η δυνατότητα γνώσης τους, ακόμη και τυχαία, από τρίτα πρόσωπα (βλ. και την 38/2001 Απόφαση της Αρχής).

3. Mε βάση, επομένως, την αρχή της αναλογικότητας, η δημοσίευση των αποτελεσμάτων στο δικτυακό τόπο του Α.Σ.Ε.Π. (www.asep.gr) θα πρέπει να περιορίζεται στους πίνακες επιτυχόντων και διοριστέων."


Πέρα όμως από τη διαδικτυακή ανάρτηση, η ίδια η δημοσιοποίηση των καταλόγων φορολογουμένων αποτελεί ένα μέτρο αμφισβητούμενο ως προς την συμβατότητά του σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων.


Μια υπόθεση που παρουσιάζει ομοιότητες με την δημοσιοποίηση αυτή χειριστηκε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο κλήθηκε να κρίνει κατά πόσον η δημοσιοποίηση ονομάτων και μισθών υπαλλήλων της κρατικής ραδιοφωνίας, για λόγους διαφάνειας, ήταν συμβατό μέτρο με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Το ΔΕΚ, στην υπόθεση Osterreichischer Rundfunk (βλ. εδώ) έθεσε τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο νομοθέτης όταν καταφεύγει σε τέτοιου είδους μέτρα (δημοσιοποίηση στοιχείων εισοδήματος) για λόγους "κοινωνικής πίεσης":


"64.
Επιβάλλεται η διαπίστωση, εκ προοιμίου, ότι τα επίμαχα δεδομένα στις υποθέσεις των κυρίων δικών, που αφορούν τόσο τις αποδοχές που χορηγούν ορισμένοι φορείς όσο και τους δικαιούχους τους, συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α´, της οδηγίας 95/46, καθόσον πρόκειται για «πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί». Η καταχώριση και η χρησιμοποίησή τους εκ μέρους του ενδιαφερόμενου φορέα, καθώς και η διαβίβασή τους στο Rechnungshof και η εκ μέρους του τελευταίου μνεία τους σε έκθεση που προορίζεται να γνωστοποιηθεί σε διάφορα πολιτικά σώματα και να τύχει ευρείας δημοσιότητας, έχουν τον χαρακτήρα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο β´, της οδηγίας αυτής.

65.
.μως, κατά τους ορισμούς της οδηγίας 95/46, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που δέχεται το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύμφωνη, αφενός, προς τις «αρχές που πρέπει να τηρούνται ως προς την ποιότητα των δεδομένων», τις οποίες θέτει το άρθρο 6 της ως άνω οδηγίας, και, αφετέρου, προς τις «βασικές αρχές της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων» που απαριθμεί το άρθρο 7 της οδηγίας.

66.
Ειδικότερα, τα δεδομένα πρέπει «να συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς» (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 95/46), καθώς και να είναι «κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά» σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ´). Επιπλέον, κατά το άρθρο 7, στοιχεία γ´ και ε´, της ίδιας οδηγίας, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμιτή, αντιστοίχως, αν «είναι απαραίτητη για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας» ή αν «είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση έργου δημοσίου συμφέροντος ή εμπίπτοντος στην άσκηση δημοσίας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας [...] στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα».

67.
Εντούτοις, κατά το άρθρο 13, στοιχεία ε´ και στ´, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν ιδίως από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας όταν τούτο είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη «σημαντικού οικονομικού ή χρηματοοικοκονομικού συμφέροντος κράτους μέλους ή της Ευρωπαϊκής .νωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών θεμάτων» ή «αποστολής ελέγχου, επιθεώρησης ή ρυθμιστικών καθηκόντων που συνδέονται, έστω και ευκαιριακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας» στις ειδικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στο προαναφερθέν στοιχείο ε´.

68.
Πρέπει να προστεθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας 95/46, καθόσον διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών και, ειδικότερα, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύονται ενόψει των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά πάγια νομολογία, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση του οποίου διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99P, Connolly κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1611, σκέψη 37).

69.
Οι εν λόγω αρχές επανελήφθησαν στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ, κατά το οποίο «η .νωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση [...] και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου».

70.
Η ίδια η οδηγία 95/46 έχει μεν ως κύριο σκοπό την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προβλέπει όμως παράλληλα, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Επίσης, την ίδια επιταγή εκφράζουν πολλές αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, ιδίως η δέκατη και η ενδέκατη.

71.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως προβλέπει μεν, στην παράγραφο 1, την αρχή της μη αναμίξεως των δημοσίων αρχών στην άσκηση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, παραδέχεται όμως παράλληλα, στην παράγραφο 2, ότι μια τέτοια παρέμβαση είναι δυνατή εφόσον «προβλέπεται από τον νόμο και αποτελεί μέτρον το οποίο, σε μια δημοκρατική κοινωνία, είναι αναγκαίο για την εθνική ασφάλεια, τη δημοσία ασφάλεια, την οικονομική ευημερία της χώρας, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».

72.
'Ετσι, για τις ανάγκες εφαρμογής της οδηγίας 95/46 και, ειδικότερα, των άρθρων 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ´, 7, στοιχεία γ´ και ε´, και 13, έχει σημασία να εξακριβώνεται, καταρχάς, αν μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κυρίων δικών προβλέπει παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και, ενδεχομένως, αν η παρέμβαση αυτή δικαιολογείται έναντι του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.

Επί της υπάρξεως παρεμβάσεως στην ιδιωτική ζωή

73.
Επιβάλλεται να γίνει εκ προοιμίου δεκτό ότι η συλλογή ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τα επαγγελματικά εισοδήματα ατόμου, με σκοπό τη γνωστοποίησή τους σε τρίτους, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει, επ' αυτού, ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά και ότι «δεν υφίσταται κανένας λόγος αρχής για τον αποκλεισμό των επαγγελματικών δραστηριοτήτων [...] από την έννοια της ”ιδιωτικής ζωής”» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Amann κατά Ελβετίας της 16ης Φεβρουαρίου 2000, Recueil des arrêts et décisions 2000-ΙΙ, § 65, και Rotaru κατά Ρουμανίας της 4ης Μα.ου 2000, Recueil des arrêts et décisions 2000-V, § 43).

74.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ναι μεν η απλή απομνημόνευση εκ μέρους του εργοδότη των ονομαστικών δεδομένων σχετικά με τις καταβαλλόμενες στο προσωπικό του αποδοχές δεν μπορεί να αποτελεί αυτή καθαυτή παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή, αλλά η ανακοίνωση των εν λόγω δεδομένων σε τρίτον, εν προκειμένω σε δημόσια αρχή, συνιστά προσβολή του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερομένων, όποια και αν είναι η μεταγενέστερη χρησιμοποίηση των γνωστοποιούμενων με τον τρόπο αυτό πληροφοριών, και έχει τον χαρακτήρα παρεμβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.

75.
Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί μια τέτοια παρέμβαση, ελάχιστη σημασία έχει αν οι γνωστοποιούμενες πληροφορίες είναι ή όχι ευαίσθητου χαρακτήρα ή αν οι ενδιαφερόμενοι υπέστησαν ή όχι ενδεχόμενες δυσμενείς συνέπειες λόγω της παρεμβάσεως αυτής (βλ. επ' αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Amann κατά Ελβετίας, § 70). Αρκεί η διαπίστωση ότι τα στοιχεία σχετικά με τα εισοδήματα εργαζομένου ή συνταξιούχου κοινοποιούνται εκ μέρους του εργοδότη σε τρίτον.

Επί της δικαιολογήσεως της παρεμβάσεως

76.
Μια παρέμβαση όπως η παρατιθέμενη στη σκέψη 74 της παρούσας αποφάσεως αντιβαίνει προς το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκτός αν, «προβλεπόμενη από τον νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους θεμιτούς σκοπούς που απαριθμεί η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής και«είναι αναγκαία, σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη των σκοπών αυτών.

77.
Δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω παρέμβαση στις υποθέσεις των κυρίων δικών προβλέπεται από το άρθρο 8 του συνταγματικού νόμου. Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο αυτό είναι επαρκώς σαφές ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στους αποδέκτες του νόμου να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους, ανταποκρινόμενο με τον τρόπο αυτό στην επιταγή που συνάγεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την υποχρέωση να είναι προβλέψιμες οι ενέργειες των δημοσίων αρχών (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Rekvényi κατά Ουγγαρίας της 20ής Μα.ου 1999, Recueil des arrêts et décisions 1999-III, § 34).

78.
Συναφώς, το άρθρο 8, παράγραφος 3, του συνταγματικού νόμου προβλέπει ότι η έκθεση που συντάσσει το Rechnungshof «πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα άτομα των οποίων οι ετήσιοι μισθοί και οι συντάξεις που παρέχουν οι φορείς και οργανισμοί [...] υπερβαίνουν το συνολικό ποσό που παρατίθεται στην παράγραφο 1», χωρίς να επιτάσσουν ρητώς την ανακοίνωση του ονόματος των ενδιαφερομένων ατόμων σε σχέση με τα εισοδήματα που έχουν. Κατά τις διατάξεις των αιτούντων δικαστηρίων, η θεωρία είναι εκείνη η οποία ερμηνεύει υπό την έννοια αυτή τον συνταγματικό νόμο, στηριζόμενη στις προπαρασκευαστικές του εργασίες.

79.
Εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η ερμηνεία κατά την οποία το άρθρο 8, παράγραφος 3, του συνταγματικού νόμου επιβάλλει την ανακοίνωση του ονόματος των ενδιαφερόμενων σε σχέση με τα εισπραττόμενα εισοδήματα ικανοποιεί την επιταγή σχετικά με τη δυνατότητα προβλέψεως των ενεργειών των δημοσίων αρχών, η οποία υπενθυμίζεται στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως.

80.
Εντούτοις, το ερώτημα αυτό θα τεθεί ενδεχομένως μόνον αφού εξεταστεί αν μια τέτοια ερμηνεία της επίμαχης εθνικής διατάξεως είναι σύμφωνη προς το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, έναντι της αρχής της αναλογικότητας, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Το τελευταίο αυτό ζήτημα εξετάζεται στις ακόλουθες σκέψεις.

81.
Από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C-465/00 προκύπτει συναφώς ότι σκοπός του άρθρου 8 του συνταγματικού νόμου είναι η άσκηση πιέσεως στους δημόσιους φορείς να διατηρούν τους μισθούς τους εντός ευλόγων ορίων. Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί γενικότερα ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή παρέμβαση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ορθής και πρόσφορης χρησιμοποιήσεως των δημοσίων πόρων εκ μέρους της δημοσίας διοικήσεως. Τούτο συνιστά νόμιμο σκοπό τόσο υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που αφορά «την ευημερία της χώρας», όσο και του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β´, της οδηγίας 95/46, που αναφέρεται σε «καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς».

82.
Πρέπει να εξακριβωθεί ακόμη αν η εν λόγω παρέμβαση είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία προς επίτευξη του νομίμως επιδιωκόμενου σκοπού.

83.
Κατά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το επίθετο «αναγκαίος», υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕυρωπαϊκήςΣυμβάσεως, συνεπάγεται την ύπαρξη μιας «επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης» και ότι το λαμβανόμενο μέτρο είναι «ανάλογο προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό» (βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Gillow κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 24ης Νοεμβρίου 1986, σειρά Α αριθ. 109, § 55). Επιπλέον, οι εθνικές αρχές έχουν διακριτική ευχέρεια «η έκταση της οποίας εξαρτάται όχι μόνον από τον σκοπό αλλά και από τον ίδιο τον χαρακτήρα της παρεμβάσεως» (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Leander κατά Σουηδίας της 26ης Μαρτίου 1987, σειρά Α αριθ. 116, § 59).

84.
Συναφώς, πρέπει να σταθμιστεί το συμφέρον της Δημοκρατίας της Αυστρίας να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίηση των δημοσίων πόρων και, ειδικότερα, τη διατήρηση των μισθών σε εύλογα όρια έναντι της βαρύτητας της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερομένων ατόμων σχετικά με τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής τους.

85.
Συναφώς, αφενός, προκειμένου για τον έλεγχο της ορθής χρησιμοποιήσεως των δημοσίων πόρων, το Rechnungshof και τα νομοθετικά σώματα έχουν αναμφισβήτητα ανάγκη να γνωρίζουν το ύψος των δαπανών που αφορούν το προσωπικό, στους διάφορους δημόσιους φορείς και οργανισμούς. Σ' αυτό προστίθεται το δικαίωμα των φορολογουμένων και της κοινής γνώμης γενικά να πληροφορούνται στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση των δημοσίων εσόδων, ιδίως όσον αφορά τις δαπάνες για το προσωπικό. Τέτοιες πληροφορίες, που συλλέγονται στο πλαίσιο της σχετικής εκθέσεως, είναι ικανές να συμβάλουν στον δημόσιο διάλογο σχετικά με ένα ζήτημα γενικού συμφέροντος, οπότε είναι προς το δημόσιο συμφέρον.

86.
Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν η μνεία του ονόματος των εμπλεκομένων προσώπων όσον αφορά τα αποκτούμενα εισοδήματα είναι ανάλογη προς τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό και αν οι αιτιολογίες των οποίων έγινε επίκληση ενώπιον του Δικαστηρίου προς δικαιολόγηση της σχετικής δημοσιότητας είναι ουσιώδεις και επαρκείς.

87.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά την ερμηνεία που δέχονται τα αιτούντα δικαστήρια, το άρθρο 8 του συνταγματικού νόμου επιβάλλει τη δημοσιότητα των ονομάτων των εμπλεκομένων ατόμων σε σχέση με τα εισοδήματα εκείνα που υπερβαίνουν ένα ορισμένο ανώτατο όριο όχι για τα άτομα που απασχολούνται σε υπηρεσία για την οποία προβλέπεται η δημοσίευση του σχετικού μισθολογικού πίνακα αλλά για όλα τα άτομα που αμείβονται από φορέα ή οργανισμό ο οποίος υπόκειται στον έλεγχο του Rechnungshof. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται όχι μόνο στο Rechnungshof και, μέσω αυτού, στα διάφορα νομοθετικά σώματα, αλλά τυγχάνουν επίσης ευρείας δημοσιότητας.

88.
Εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξακριβώσουν αν μια τέτοια δημοσιότητα είναι τόσον αναγκαία όσο και ανάλογη προς τον σκοπό της διατηρήσεως των μισθών εντός ευλόγων ορίων και, ειδικότερα, να εξετάσουν αν ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο με τη διαβίβαση ονομαστικών πληροφοριών μόνο στα όργανα ελέγχου. Ομοίως, τίθεται το ζήτημα αν θα αρκούσε να ενημερωθεί το ευρύ κοινό μόνο σχετικά με τις αμοιβές και τα άλλα οικονομικά πλεονεκτήματα των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι των δημοσίων φορέων και οργανισμών βάσει συλλογικής συμβάσεως ή διατάξεως νόμου, όχι όμως του ποσού που εισπράττει συγκεκριμένα κάθε άτομο κατά τη διάρκεια του κάθεέτους, ένα ποσοστό του οποίου μπορεί να εξαρτάται από την οικογενειακή και προσωπική του κατάσταση.

89.
Αφετέρου, όσον αφορά τη βαρύτητα της προσβολής του δικαιώματος των ενδιαφερομένων ατόμων έναντι του σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής, δεν αποκλείεται τα άτομα αυτά να θίγονται λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της δημοσιότητας των επαγγελματικών τους εισοδημάτων, ιδίως σε σχέση με τις προοπτικές τους να προσληφθούν σε άλλες επιχειρήσεις, ευρισκόμενες στην Αυστρία ή αλλού, μη υποκείμενες στον έλεγχο του Rechnungshof.

90.
Επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η παρέμβαση που απορρέει από την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί έναντι του άρθρου 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως παρά μόνον εφόσον η ευρεία δημοσιότητα όχι μόνον του ύψους των ετησίων εισοδημάτων, όταν αυτά υπερβαίνουν ένα ορισμένο ανώτατο όριο, των εργαζομένων σε φορείς και οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο του Rechnungshof, αλλά και των ονομάτων των εργαζομένων αυτών, είναι τόσον αναγκαία όσο και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού της διατηρήσεως των μισθών σε εύλογα όρια, πράγμα το οποίο εναπόκειται στα αιτούντα δικαστήρια να εξετάσουν."

Δηλαδή ο έλεγχος νομιμότητας του μέτρου καταλήγει να είναι έλεγχος άκρων ορίων ως προς την αποτελεσματικότητά του: η δημοσιοποίηση των στοιχείων θα είναι νόμιμη μόνον εάν δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Επομένως, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στη γνωμοδότησή της θα πρέπει να επισημάνει στο υπουργείο ότι εφόσον υπάρχουν ηπιότερα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, δεν θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν οι κατάλογοι των φορολογούμενων.

Eπιπλέον, κατά τη γνώμη μου το μέτρο είναι αντισυνταγματικό, λόγω παραβίασης της αρχής του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού, η οποία αρχή αποτελεί μέρος του άρθρου 9Α του Συντάγματος (βλ. σχετική ανάλυση εδώ).






Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...