Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνταγματικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνταγματικό δίκαιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 31, 2011

Συμβουλευτικό ή δεσμευτικό δημοψήφισμα;

Η πρόταση της κυβέρνησης για ένα συμβουλευτικού χαρακτήρα δημοψήφισμα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, θεωρώντας ότι κατ΄αυτόν τον τρόπο μια προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία θα είχε τα χαλαρά αποτελέσματα μιας επίσημης δημοσκόπησης. Δηλαδή ότι θα συνιστούσε περιφρόνηση προς την ίδια την λαϊκή κυριαρχία.

Ωστόσο, η πρόταση της κυβέρνησης δεν είναι πρωτότυπη, όχι μόνο γιατί συμβουλευτικά δημοψηφίσματα υπάρχουν και στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά κυρίως επειδή από την θέσπιση του Συντάγματος το 1975 (και την αναθεώρηση του περί δημοψηφίσματος άρθρου το 1986) υποστηρίζεται ότι η μία από τις δύο μορφές του θεσμού που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα είναι συμβουλευτικού χαρακτήρα.

Αν διαβάσουμε το άρθρο 44 θα δούμε ότι σε αυτό προβλέπονται δύο περιπτώσεις δημοψηφισμάτων: η πρώτη περίπτωση αφορά δημοψήφισμα για "κρίσιμο εθνικό θέμα" και η δεύτερη αφορά δημοψήφισμα για "ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα" (πλην των δημοσιονομικών).

Το 1975, το Σύνταγμα προέβλεπε μόνο την πρώτη μορφή, δημοψήφισμα για "κρίσιμο εθνικό θέμα" που αποτελούσε μάλιστα και μια από τις αποκλειστικές αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Σ' εκείνη τη φάση άρχισε ήδη να αναπτύσσεται η θεωρία ότι το δημοψήφισμα αυτό δεν είναι δεσμευτικό. Το ίδιο το κείμενο του Συντάγματος δεν ξεκαθάριζε (ούτε ξεκαθαρίζει) αν είναι δεσμευτικό το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ωστόσο, κάποιοι θεωρητικοί του συνταγματικού δικαίου υποστήριξαν ότι δεν μπορεί σε ένα σύστημα αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ο λαός να νομοθετεί ευθέως, γιατί έτσι θα παραβιαζόταν και το άρθρο 26 του Συντάγματος που αναφέρει ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (κι όχι και από το λαό). Θεωρήθηκε λοιπόν από αυτούς τους θεωρητικούς ότι η σύμφωνη με το άρθρο 26 ερμηνεία της έννοιας "δημοψήφισμα" δεν θα επέτρεπε να αποδεχθούμε ότι ο θεσμός προβλέπει άμεση νομοθεσία από το λαό. Υπήρξε βέβαια και η άλλη άποψη που έλεγε ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν μπορεί παρά να είναι νομικά δεσμευτικό όταν αποφαίνεται ο λαός, αφού κατά το άρθρο 1 "θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία" και "όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα".

Από τα πρακτικά της θέσπισης του Συντάγματος το 1975 δεν προκύπτει με σαφήνεια αν οι συντάκτες του ήθελαν να εισάγουν ένα συμβουλευτική ή ένα δεσμευτικό δημοψήφισμα. Ωστόσο, κάποιες αγορεύσεις βουλευτών που μιλούν για "απόφαση του λαού", σε συνδυασμό με την νωπή εμπειρία από το πρόσφατο τότε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος συμβάλλουν στην διαμόρφωση της εντύπωσης ότι ανεξάρτητα από την τυπική νομική δύναμη του αποτελέσματος, οι βουλευτές θεωρούσαν τουλάχιστον πολιτικά "αποφασιστική" τη λαϊκή ετυμηγορία.

Έπειτα, όλη η ερμηνεία της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης από τους συνταγματολόγους της εποχής ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη από την πολιτική τους στάση όσον αφορά τις "υπερεξουσίες" του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ως προεδρική αρμοδιότητα, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, έδινε εξ αυτού του λόγου συγκεκριμένες ερμηνευτικές τάσεις στους συνταγματολόγους εκείνους που θα ήθελαν να περιορίσουν το εύρος της εξουσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, θεωρώντας το δημοψήφισμα "του" συμβουλευτικό. Αντίστροφα, οι συνταγματολόγοι που έβλεπαν πιο ευνοϊκά αυτές τις προεδρικές αρμοδιότητες, θεωρούσαν οτι το δημοψήφισμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι δεσμευτικό.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986, με γενικότερο στόχο την αποψίλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας από τις "υπερεξουσίες" του έθεσε στο στόχαστρο και το άρθρο 44. Μετριάζοντας την πρωτοβουλία του Προέδρου για την κήρυξη δημοψηφίσματος, πρόκρινε την έγκριση του εγχειρήματος από τη Βουλή. Παράλληλα, προσέθεσε τη δεύτερη μορφή δημοψηφίσματος, η οποία αφορά την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία για ένα ήδη ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Ψηφισμένο είναι το νομοσχέδιο το οποίο έχει ήδη μεν θεσπιστεί από τη Βουλή, αλλά δεν έχει ακόμη εκδοθεί και δημοσιευθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μεταξύ δηλαδή αυτών των δύο πράξεων (ψήφιση από τη Βουλή, έκδοση από τον ΠτΔ) παρεμβάλλεται το δημοψήφισμα, με το οποίο ο λαός θα εγκρίνει ή θα απορρίψει το συγκεκριμένο νομοθέτημα. Το Σύνταγμα αναφέρει όταν εάν το νομοσχέδιο υπερψηφισθεί, τότε ο μήνας εντός του οποίου ο ΠτΔ πρέπει να εκδώσει και να δημοσιεύσει το νόμο εκκινεί από την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος (κι όχι από την ψήφισή του από τη Βουλή).

Αυτή η τελευταία παράγραφος αναγνωρίζεται από τους συνταγματολόγους ως καθοριστική για την φύση αυτής της δεύτερης μορφής δημοψηφίσματος: αφού το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει στον πρόεδρο την έκδοση και δημοσίευση του εγκριθέντος από το λαό νομοσχεδίου, το δημοψήφισμα δεν μπορεί παρά να είναι δεσμευτικό. Έτσι, οι συνταγματολόγοι που δεν θεωρούσαν δεσμευτική την πρώτη μορφή δημοψηφίσματος, βρήκαν ένα a contrario επιχείρημα: αφού το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει ως δεσμευτική την δεύτερη μορφή δημοψηφίσματος, εκ του αντιστρόφου η πρώτη μορφή δημοψηφίσματος (για κρίσιμο εθνικό θέμα) είναι συμβουλευτική. Η άλλη μερίδα συνταγματολόγων όμως, που θεωρούσε δεσμευτικό και το δημοψήφισμα για εθνικό θέμα, εξέλαβε την συνταγματική αναθεώρηση ως επιβεβαιωτική της δικής της θέσης κι όχι ως a contrario εσφαλμένη: αφού το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει την δεσμευτικότητα έστω και της δεύτερης μορφής δημοψηφίσματος, ενισχύεται η άποψή τους ότι ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος δεν είναι αμιγής αλλά μικτός κι ως εκ τούτου και το πρώτο δημοψήφισμα ήταν και είναι δεσμευτικό.

Και οι δύο απόψεις έχουν τα υπέρ και τα κατά τους. Η πρώτη άποψη, που υποστηρίζει ότι το δημοψήφισμα για εθνικό θέμα είναι συμβουλευτικό, αντλεί ένα a contrario επιχείρημα από τη δεύτερη περίπτωση που όμως δεν είναι η ακριβώς αντίστροφη από την πρώτη. Όταν έχουμε ένα νομοσχέδιο υπάρχει ήδη έτοιμη μια νομοθετική ύλη, επί της οποίας απολύτως συγκεκριμένα αποφαίνεται ο λαός. Άρα η δεσμευτικότητα της δεν μπορεί παρά να διατυπώνεται ως συνέχιση της κλασικής νομοθετικής διαδικασίας με την δημοσίευση από τον ΠτΔ. Ένα ερώτημα όμως για κρίσιμο εθνικό θέμα δεν είναι αυτονόητο ότι θα αποτυπώνεται σε ένα συγκεκριμένο νομοθέτημα, γιατί η φύση αυτού του ερωτήματος δεν είναι εξ ορισμού και άρρηκτα συνδεδεμένη με την νομοθετική διαδικασία. Για παράδειγμα, όταν ο λαός αποφάσισε την αβασίλευτη δημοκρατία, εάν θεωρήσουμε ότι το αποτέλεσμα ήταν δεσμευτικό, έθεσε πρωτογενώς έναν συνταγματικό κανόνα, ο οποίος μπορεί να αποτυπώθηκε μετά στο Σύνταγμα του 1975, αλλά θα εξακολουθούσε να υπάρχει στο νομικό κόσμο και χωρίς την "ρητή" αντανάκλασή του στον συνταγματικό χάρτη. Πουθενά στο Σύνταγμα αναγράφεται ότι "καταργείται η βασιλευομένη δημοκρατία" ή "θεσπίζεται η αβασίλευτη δημοκρατία", για να χρησιμοποιήσουμε τους συγκεκριμένους όρους εκείνου του δημοψηφίσματος (το οποίο δεν ανέφερε κάτι για "προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία"). Υπ' αυτή την έννοια, ο κανόνας που θέτει ένα δεσμευτικό δημοψήφισμα δεν χρειάζεται τυπικά ένα νομοθέτημα για την εφαρμογή του, γιατί υφίσταται ως πρωτογενής κανονας δικαίου. Η δεσμευτικότητα του δημοψηφισματικού αποτελέσματος σε τέτοιες περιπτώσεις δεν εξαρτάται από την θέσπιση ενός εφαρμοστικού νομοθετήματος: απλώς υπάρχει. Αντίθετα, σε ένα δημοψήφισμα για την έγκριση ενός νομοσχεδίου, η λαϊκή ετυμηγορία δεν είναι αυτοτελής και δεν υλοποιείται εάν το εν λόγω νομοσχέδιο δεν είχε ψηφιστεί πρώτα από τη Βουλή και τελικά δεν περάσει κι από την δημοσίευση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε αυτή την δεύτερη περίπτωση ο λαός με το δημοψήφισμα έχει την ευχέρεια να ασκήσει ένα δικαίωμα νομοθετικής αρνησικυρίας (veto) επί ήδη υφιστάμενου και ψηφισμένου νομοσχεδίου, χωρίς να θεσπίζει έναν πρωτογενή κανόνα, όπως στην πρώτη περίπτωση. Πρακτικά, απαγορεύει στον Πρόεδρο την δημοσίευση ενός ψηφισμένου νομοσχεδίου. Εξάλλου και τεχνικά αν το δει κανείς, η απάντηση του λαού ένα κρίσιμο εθνικό θέμα μπορεί να υλοποιηθεί από την εξουσία με μια σειρά μέτρων εφαρμογής, ακόμη και μη νομικών (λ.χ. εάν το ερώτημα αφορά την "στήριξη" μιας άλλης χώρας στην ενταξιακή της διαδικασία για την ΕΕ ή το ΝΑΤΟ). Οπότε η δεσμευτικότητα ή μη αυτού του αποτελέσματος δεν μπορεί να εξαρτηθεί από το αν θα δημοσιευθεί στο ΦΕΚ κάποιο νομοσχέδιο, αφού μπορεί να αφορά μια εθνική πολιτική σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα πέραν της νομοθεσίας. Γι' αυτό δεν θεωρώ ότι το γεγονός πως η δεύτερη περίπτωση προβλέπει ένα δεσμευτικό δημοψήφισμα μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα πειστικό επιχείρημα ώστε η πρώτη περίπτωση να θεωρηθεί συμβουλευτικό δημοψήφισμα. Το επιχείρημα "όταν το Σύνταγμα θέλει δεσμευτικότητα, το λέει ρητά" δεν μπορεί να λειτουργήσει σε αυτήν την περίπτωση εκ μόνης της μνείας της συνέχισης της νομοθετικής διαδικασίας για την περίπτωση των ψηφισμένων νομοσχεδίων.

Η άλλη πλευρά συνταγματολόγων (ανάμεσα στους οποίους και ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Ευάγγελος Βενιζέλος) υποστηρίζουν ότι το δημοψήφισμα για εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό. Μετά την αναθεώρηση του 1986 θεώρησαν ότι αφού αναγνωρίζεται ρητά η δεσμευτικότητα για την δεύτερη μορφή δημοψηφίσματος, ήταν ορθή η θέση τους ότι και η πρώτη μορφή δημοψηφίσματος είναι δεσμευτική, αφού τελικά το ίδιο το Σύνταγμα δεν προβλέπει ένα αμιγώς αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, αλλά μία μικτή μορφή του που προβλέπει και εξαιρέσεις ως προς την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Ωστόσο, δεν μπορούν να ξεπεράσουν το επιχείρημα ότι στην δεύτερη περίπτωση η δεσμευτικότητα προβλέπεται με ρητό τρόπο. Ακόμη δηλαδή κι αν δεν γίνει δεκτό το επιχείρημα ως a contrario, υπάρχει μια περίπτωση που το Σύνταγμα προβλέπει τη διαδικασία για την υλοποίηση της δεσμευτικότητας του δημοψηφισματικού αποτελέσματος. Οι εξαιρέσεις από έναν κανόνα πρέπει να προβλέπονται με ρητό τρόπο. Εκτός βέβαια, αν δεν είναι εξαιρέσεις, αλλά η ίδια η γενική μορφολογία του πολιτεύματος τέτοια που επιτρέπει κι άλλες -ίσως μη εξαντλητικά απαριθμούμενες- μήτρες νομοθέτησης (όπως γίνεται και με τις κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, ίσως και με τις ανεξάρτητες αρχές).

Το βέβαιο είναι ότι η λαϊκή ετυμηγορία για ένα κρίσιμο εθνικό θέμα βρίσκεται εξ ορισμού στο σημείο συνάντησης της νομικής με την πολιτική. Το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος για εθνικό θέμα δεν μπορεί να είναι a priori ούτε αμιγώς νομικός κανόνας, ούτε βέβαια μόνο πολιτική τοποθέτηση. Στα νομικά λέμε ότι ένας κανόνας είναι "ατελής" όταν η παράβασή του δεν προβλέπει κάποια μορφής κύρωση. Στην περίπτωση της "παράβασης" ενός δημοψηφισματικά θεσπισθέντος κανόνα, η κύρωση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική: το πολιτικό κόστος της εξουσίας που θα παραβιάσει τη λαϊκή βούληση (στην περίπτωση βέβαια που έχουμε έγκριση ή απόρριψη νομοσχεδίου και ο ΠτΔ δεν πράξει τα δέοντα θα έχουμε και άλλες κυρώσεις, αλλά εδώ εξετάζουμε το αμφισβητούμενο θέμα του δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα). Είναι δεδομένο ότι συμβουλευτικό ή μη, το δημοψήφισμα έχει αυξημένη πολιτική βαρύτητα. Το πολιτικό κόστος για την περιφρόνηση της λαϊκής βούλησης που εκφράζεται για ένα θέμα με τον πιο πανηγυρικό, δημόσιο, επίσημο και θεσμικό τρόπο, θα είναι τεράστιο και αναπόφευκτο. Στη Σουηδία, το Σύνταγμα της οποίας κατοχυρώνει με ρητό τρόπο τον συμβουλευτικό χαρακτήρα του δημοψηφίσματος, μια λαϊκή γνώμη για ένα έλασσον ζήτημα (λωρίδες κυκλοφορίας) ανατράπηκε μόνο αφού παρήλθαν δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα.

Tα όρια της δεσμευτικότητας ελέγχονται βέβαια δικαστικά, από φορείς που δεν υπόκεινται σε πολιτικό κόστος: τους θεσμούς του κράτους δικαίου. Ένα δικαστήριο έχει κάθε νομιμοποίηση να ελέγξει την νομιμότητα ενός δημοψηφίσματος όταν με αυτό καταργούνται θεμελιώδεις κανόνες όπως η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Το δημοψήφισμα του 2008 στην Καλιφόρνια για την απαγόρευση των γάμων ομοφύλων ανατράπηκε δικαστικά, επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι παραβίαζε την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Αλλά μέχρι την ακύρωσή του, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν τυπικά νομικά δεσμευτικό.

Η τελική απάντηση στο ερώτημα περί του αν το δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι τελικά δεσμευτικό ή συμβουλευτικό θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξαρτάται από το ίδιο το ερώτημα που τίθεται κάθε φορά και κατά πόσον η απάντηση του εκλογικού σώματος θεσπίζει ή όχι έναν κανόνα δικαίου. Το Σύνταγμα σιωπά, επιτρέποντας τα πάντα. Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν "λήψη του ζητουμένου", στην πραγματικότητα όμως δεν είναι και έχει περισσότερο σχέση με την ίδια την φύση των κανόνων ως νομικά δεσμευτικών ή μη. Εάν το ερώτημα λοιπόν για το κρίσιμο εθνικό θέμα επιδέχεται απάντησης με τη θέσπιση ενός κανόνα δικαίου (όπως λ.χ. θα ήταν η καταγγελία της Σύμβασης για την Ευρωπαϊκή Ένωση) το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι νομικά δεσμευτικό και η απάντηση του λαού παράγει το συγκεκριμένο κανόνα που δεσμεύει τα κρατικά όργανα να τον υλοποιήσουν, χωρίς περιθώρια απόκλισης. Εάν όμως τίθεται ένα επί της αρχής ερώτημα για εθνικό θέμα (όπως λ.χ. η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου στο Αιγαίο), η υλοποίηση του οποίου εξαρτάται από μία δέσμη πολιτικών που θα πρέπει να τεθούν ως προτεραιότητες, η ίδια η απάντηση δεν μπορεί να έχει τη φύση ενός δεσμευτικού κανόνα δικαίου, αφού δεν παράγει δέσμια αρμοδιότητα ως προς την επιλογή των μέσων υλοποίησης, όπως στο προηγούμενο παράδειγμα. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν μπορεί παρά να είναι μια γενική κατευθυντήρια γραμμή, μια πολιτική απόφαση μη επιδεχόμενη νομικής δεσμευτικότητας.

Γι' αυτό θεωρώ ότι ο υπερτονισμός του δίπολου "συμβουλευτικό - δεσμευτικό" έχει μικρή πρακτική σημασία όσον αφορά την πολιτική εφαρμογή του όποιου δημοψηφισματικού αποτελέσματος. Το κέντρο βάρους θα έπρεπε να πέσει στο φορέα διαμόρφωσης του ερωτήματος και στο αν θα επιλεγεί η πρώτη ή η δευτερη μορφή δημοψηφίσματος, πράγμα που μάλλον θα αποτελέσει όντως και το κεντρικό ερώτημα εάν πράγματι δρομολογηθούν οι εξελίξεις προς αυτή την κατεύθυνση.



Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

Βιβλίο: Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το Ζήτημα της "Υπεροχής"


ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΛΙΝΑ
Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της "Υπεροχής"
θέμα: Δημόσιο Δίκαιο
Σειρά: ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥ
ημ/νία κυκλοφορίας: 09/06/2009
Εκδόσεις: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα
ISBN: 978-960-15-2233-3
γλώσσα: Ελληνικά
σελίδες: 736

Το πιο σημαντικό νομικό ερώτημα στην εποχή μας φαίνεται ότι είναι κατά πόσον το κοινοτικό (ή γενικότερα το ευρωπαϊκό ή διεθνές) δίκαιο κατισχύει του Συντάγματος. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν δίνεται με ένα "ναι" ή ένα "όχι", διότι η απάντηση δεν γίνεται να είναι "νομική", με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Όσο πιο "νομικά" προσπαθήσει να απαντήσει κάποιος, τόσο μεγαλύτερο λάθος θα κάνει. Το ερώτημα όμως είναι νομικό. Και η απάντηση δεν γίνεται να έρθει από μη νομικούς και μάλιστα κορυφαίους.

Η Λίνα Παπαδοπούλου έχει αποδείξει με την επιστημονική της παραγωγή ότι δεν φοβάται την επίπονη και εξαντλητική έρευνα, τόσο οριζόντια (πηγές) όσο και σε βάθος (μεθοδική μεταχείριση του υλικού). Το έργο αυτό ενσωματώνει ατέλειωτες ώρες εργασίας υψηλής ποιότητας, τόσο από πλευράς περιεχόμενης πληροφορίας, όσο και από πλευράς δημιουργικής σκέψης. Είναι ένα έργο επιστημονικής ωριμότητας, πράγμα που φαίνεται ιδίως από την επίμονη ανάλυση με όρους μεθοδολογίας δικαίου.

Το έργο αυτό παρουσιάζει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγήσει ο "συνταγματικός πατριωτισμός" των ελληνικών δικαστηρίων και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου που φέρει την φήμη του πιο προοδευτικού δικαστηρίου της Χώρας. Αυτό το Δικαστήριο έχει πει πολλές φορές και σε διάφορες παραλλαγές ότι "το Κοινοτικόν Δίκαιον δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπερισχύει και των διατάξεων του Ελληνικού Συντάγματος", με τη λογική ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να αυτοκαταργείται. Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη προσέγγιση, την οποία αποκαλύπτει η συγγραφέας μέσα από την ενδελεχή της ανάλυση τόσο υπό την οπτική του θετικισμού που επικαλείται το ΣτΕ, όσο και υπό μια νέα προσέγγιση που, ουσιαστικά, επαναπροσδιορίζει το ερώτημα: την πλουραλιστική θεώρηση των πηγών του δικαίου.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, η Λίνα Παπαδοπούλου φωτίζει ένα τεράστιο ζήτημα, στο οποίο, αν το δούμε στην πλήρη έκτασή του (πέρα δηλ. από το θέμα του κοινοτικού δικαίου) οφείλεται κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο ουσιαστικό πρόβλημα των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων σήμερα: η μυωπική ανάγνωση του δικαίου μέσα από τη αναγνώριση της κανονιστικής αποκλειστικότητας των νόμων και την άρνηση κάθε άλλης κανονιστικής μήτρας. Ενώ η λειτουργία των δικαστηρίων πρέπει να είναι συνθετική των πηγών του δικαίου, στις αποφάσεις διαβάζουμε μόνο στερεοτυπικές και αξιωματικές διατυπώσεις που βασίζονται σε δεδομένα νομοθετήματα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη (ακόμη κι όταν προσκομίζονται) λ.χ. δικαιοσυγκριτικά δεδομένα ή και δεσμευτικές πράξεις ανεξάρτητων οργάνων αλλά και οι εκθέσεις και τα ψηφίσματα των διεθνών οργανισμών. Ακόμη και οι διεθνείς συμβάσεις πετιούνται συχνά ως κουρελόχαρτα, έναντι της "υπεροχής" λ.χ. μιας διάταξης του Ποινικού Κώδικα.

Το 80% της ισχύουσας νομοθεσίας αποτελεί ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου, συχνά μάλιστα εσφαλμένη. Άλλες φορές το κοινοτικό δίκαιο δεν ενσωματώνεται εμπρόθεσμα στην Ελληνική έννομη τάξη. Και άλλες φορές έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Σε αυτές τις τρεις περιπτώσεις, ενεργοποιείται ο ρόλος του Δικαστή, ο οποίος πρέπει να δώσει τις κατάλληλες λύσεις. Αυτό δεν γίνεται, όταν ο Δικαστής εμμένει ότι η εξουσία του σε μεθοδολογικά ζητήματα εξαντλείται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και ότι η προάσπιση του Συντάγματος αποτελεί υποχρέωσή του ως πολίτη για επίδειξη πατριωτισμού, διότι τι να τον κάνω τον "πατριωτισμό" όταν η πατρίδα έρχεται μετά να πληρώσει πρόστιμα ή εκτίθεται διεθνώς, επειδή οι δικαστές δεν εφαρμόζουν σωστά (ή καθόλου) το ευρωπαϊκό δίκαιο. Αν δεν θέλουμε να είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουμε το δικαίωμα να φύγουμε. Αφού όμως επιλέξαμε να μείνουμε, στοιχειώδης πατριωτική σοβαρότητα επιβάλλει να εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας.

Το βιβλίο της Λίνας Παπαδοπούλου είναι από εκείνα που θα 'θελε να είχε γράψει κάθε νομικός συγγραφέας. Δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτε άλλο γι' αυτό πέρα από την άκρως τιμητική επισήμανση του Δ. Τσάτσου, στον Πρόλογο, ότι η συγγραφέας έχει υποχρέωση να το μεταφράσει και σε άλλες γλώσσες, επειδή το περιεχόμενό του έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για το ελληνόφωνο κοινό. Καθώς όμως σήμερα είναι και τα γενέθλια της Λίνας Παπαδοπούλου, αξίζει να της ευχηθούμε να διατηρεί πάντα αυτή την απίστευτη διανοητική φρεσκάδα και να απολαύσει την αναγνώριση που θα πρέπει και η νομολογία των Δικαστηρίων να επιφυλάξει στο έργο της αυτό.


Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Οι Έλληνες bloggers κατά των διακρίσεων ανατρέπουν τις κατηγορίες του υπουργού περί ανωριμότητας

Αθήνα, 16.5.2008
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Της Πρωτοβουλίας των Ελλήνων Bloggers Εναντίον των Διακρίσεων

_____________
1. Εισαγωγή
Στις 17.3.2008 περίπου 260 bloggers από την Ελλάδα και το εξωτερικό υιοθέτησαν το σύνθημα "Συμβόλαιο συμβίωσης μόνο για κάποιους; Όχι ευχαριστώ / A domestic partnership that discriminates? No Thanks!" που ακολουθείται από σχετικό κείμενο και λογότυπο [βλ. Παράρτημα]
Η κίνηση αυτή ήταν μια αντίδραση σε δημοσιεύματα σχετικά με το προετοιμαζόμενο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για την καθιέρωση ενός συμφώνου συμβίωσης που αφορούσε αποκλειστικά τα ετερόφυλα ζευγάρια.
Στις 14.4.2008 η Πρωτοβουλία απέστειλε στην ΕΕΔΑ ένα αίτημα ακρόασης, προκειμένου να ανταλλαχθούν πληροφορίες και να υποβληθούν ορισμένα αιτήματα που θεωρείται ότι η ΕΕΔΑ μπορεί να προωθήσει επισήμως και αρμοδίως.
Σε απάντηση προς αυτή την επικοινωνία, η ΕΕΔΑ ζήτησε , με το υπ' αρ. πρωτ. 175/12.5.2008 έγγραφο του Προέδρου της, να κατατεθούν εγγράφως οι παρατηρήσεις της Πρωτοβουλίας, ενόψει της συζήτησης του θέματος στην Ολομέλεια της ΕΕΔΑ.
Η Πρωτοβουλία απάντησε αυθημερόν ότι θα επανέλθει με σχετικό Υπόμνημα.
2. Η θέση της Πρωτοβουλιας
Όπως προεκτέθηκε, η Πρωτοβουλία υποστηρίζει ότι ένα σύμφωνο συμβίωσης που αφορά αποκλειστικά τα ετερόφυλα ζευγάρια εισάγει μια αθέμιτη διάκριση με κριτήριο το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Η διάκριση αυτή εισάγεται με ρητό τρόπο σε νομοθέτημα του οικογενειακού δικαίου και, εξ αυτού του λόγου, τίθενται ζητήματα ασυμβατότητας προς την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ.), αλλά και προς το ανθρώπινο δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής σε συνδυασμό με την απαγόρευση των διακρίσεων (άρθρο 8 και 14 ΕΣΔΑ).
3. Οι εξελίξεις έως σήμερα
Ύστερα από την κατακραυγή που προκάλεσε η εξαγγελόμενη ρύθμιση ως προς το θέμα της διάκρισης, επενέβη η ΕΕΔΑ και, με τo από 26.3.2008 δελτίο τύπου, γνωστοποίησε την επιστολή που έστειλε ο Πρόεδρός της προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας τα ως άνω ζητήματα που συνδέονται με την ίση μεταχείριση, ως προς την ενάσκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων και ζητώντας τη σύσταση μιας ομάδας εργασίας για την μελέτη της επέκτασης εφαρμογής του σχεδιαζόμενου νομοθετήματος και στα ομόφυλα ζευγάρια.
Επίσης, ο Συνήγορος του Πολίτη σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου δήλωσε ότι η χώρα μας θα πρέπει να εξαλείψει τις αθέμιτες διακρίσεις με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Με δελτίο τύπου, το υπουργείο Δικαιοσύνης αποδέχθηκε την πρόταση της ΕΕΔΑ ανακοινώνοντας ότι θα προβεί στην σύσταση της εν λόγω ομάδας εργασίας.
Στη συνέχεια, η ΕΕΔΑ, με δελτίο τύπου της 3.4.2008, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την άμεση αντίδραση και την αποδοχή της πρότασής της από το υπουργείο, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη προσδιορισμού των χρονικών ορίων μέσα στα οποία η ομάδα εργασίας θα πρέπει να καταθέσει τις προτάσεις της. Επεσήμανε επίσης την ανάγκη συμμετοχής στην διαδικασία των ατόμων που αφορούν οι νέες ρυθμίσεις, προκειμένου να ληφθούν υπ' όψιν οι θέσεις και οι προτάσεις τους.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει απαντήσει στις ανωτέρω επισημάνσεις έως σήμερα, ενώ επίκειται, όπως έχει ανακοινωθεί, η κατάθεση του νομοσχεδίου ως μέτρο του "κοινωνικού πακέτου" νομοθεσίας που προωθεί η Κυβέρνηση (ως προς το οικογενειακό δίκαιο).
4. Οι παρατηρήσεις και τα αιτήματα της Πρωτοβουλίας
4.1 Η ομάδα εργασίας
Παρατηρήσεις
Σχετικά με τη συγκρότηση της εν λόγω ομάδας εργασίας, δεν έχει ανακοινωθεί κανένα απολύτως στοιχείο, γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς:
(α) το χρόνο έναρξης των εργασιών της,
(β) τα κριτήρια επιλογής των ατόμων που θα την αποτελέσουν,
(γ) τη διαδικασία με την οποία θα εξετάσει τα ζητήματα, αν λ.χ. θα ενεργοποιήσει τη δυνατότητα μιας ευρύτερης δημόσιας διαβούλευσης,
(δ) το βαθμό δέσμευσης του υπουργείου από την εισήγηση της ομάδας.
Όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει η ΕΕΔΑ, πρέπει να προσδιοριστεί ένας χρονικός ορίζοντας για την υποβολή της εισήγησης της ομάδας εργασίας.
Προτάσεις της Πρωτοβουλίας
(α) H ομάδα εργασίας πρέπει να συγκροτηθεί άμεσα και η έναρξη των εργασιών της να συνοδευθεί από συγκεκριμένο κείμενο που θα δεσμεύει το υπουργείο για την λήψη υπόψη της εισήγησής της.
(β) Tα κριτήρια επιλογής των ατόμων που θα αποτελέσουν την ομάδα εργασίας θα πρέπει να είναι η αντιπροσωπευτικότητα (λ.χ. μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων αλλά και ενώσεων πολιτών για τα ατομικά δικαιώματα), η θεσμικότητα (λ.χ. μέλη της ΕΕΔΑ, εκπρόσωποι του Συνηγόρου του πολίτη), η επιστημονική επάρκεια (λ.χ. καθηγητές οικογενειακού δικαίου και κοινωνιολογίας), τα πρόσωπα που καλούνται να εφαρμόσουν το μέτρο στην πράξη (λ.χ. εκπρόσωπος Συμβολαιογραφικού Συλλόγου) και όχι μόνον η "αναγνωρισιμότητα".
(γ) H ομάδα εργασίας θα πρέπει να λειτουργήσει ουσιαστικά ως το επιτελικό σχήμα μιας ευρείας δημόσιας διαβούλευσης για το ζήτημα, διοργανώνοντας έναν ευρύ δημόσιο διάλογο για το θέμα με την αξιοποίηση των μέσων ενημέρωσης.
Αίτημα
Η ομάδα εργασίας δεν πρέπει να λειτουργήσει ως προπέτασμα καπνού για την παραπομπή της υπόθεσης στις καλένδες. Γι' αυτό, το αίτημα είναι συγκεκριμένο:
- για το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσουν οι εργασίες της ομάδας εργασίας, αναστέλλεται η κατάθεση του νομοσχεδίου, όπως έχει σήμερα, στην Βουλή και
- οι προτάσεις της ομάδας θα πρέπει να ενσωματωθούν στο ίδιο νομοσχέδιο πριν υποβληθεί στη Βουλή.
Διεκδικούμε την ταυτόχρονη εφαρμογή του δικαιώματος στο σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης για όλους τους πολίτες.
4.2. Άρση του αποκλεισμού των ομόφυλων ζευγαριών
Παρατηρήσεις
Η Πρωτοβουλία υποστηρίζει ότι η άρση της διάκρισης θα προκύψει με την ρητή αναφορά στο νόμο ότι δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης έχουν και τα ομόφυλα ζευγάρια.
Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν αδικαιολόγητα διαφοροποιημένες ρυθμίσεις, με μόνο κριτήριο το αν ένα ζεύγος είναι ομόφυλο ή ετερόφυλο, ως προς το πεδίο εφαρμογής, τις προϋποθέσεις σύναψης καθώς και τις έννομες συνέπειες θα έχουν ως αποτέλεσμα την εμβάθυνση της αθέμιτης διάκρισης.
Μια τέτοια ανησυχία προκύπτει απο την αναφορά του δελτίου τύπου του υπουργείου Δικαιοσύνης σε "υγειονομικές" πτυχές της υπόθεσης, γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά ως προς το ποια θα είναι άραγε τα "υγειονομικά" δεδομένα που θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τον νομοθέτη για τη συμβίωση ανάμεσα σε δύο συναινούντες ενήλικους ανθρώπους.
Προτάσεις
Η άρση της διάκρισης θα επέλθει μόνο με ενοποιημένες νομοθετικές ρυθμίσεις τόσο για τα ομόφυλα όσο και για τα ετερόφυλα ζευγάρια.
Αίτημα
Ενιαία νομοθετική αντιμετώπιση και αποφυγή θεσμοθέτησης συμφώνων συμβίωσης "δύο ταχυτήτων"
4.3. Τεκνοθεσία
Παρατηρήσεις
Στο αρχικό σχέδιο νόμου που εκπονήθηκε επί κ. Παπαληγούρα στο υπουργείο Δικαιοσύνης, προβλέπεται η δυνατότητα από κοινού υιοθεσίας για άτομα τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Υπάρχει επίσης διάταξη για την γονική μέριμνα, για την τύχη των παιδιών που θα προκύψουν στο πλαίσιο της συμβίωσης (βιολογικών ή θετών), εφόσον λυθεί το σύμφωνο.
Ωστόσο, σύμφωνα με δηλώσεις του νυν υπουργού, δεν θα προβλεφθεί η δυνατότητα υιοθεσίας με το νομοσχέδιο που πρόκειται να εισαχθεί. Ο υπουργός σε συνέντευξή του δικαιολόγησε αυτήν την απόφαση αναφέροντας την ευκολία με την οποία λύεται το σύμφωνο συμβίωσης και την ανησυχία για το μέλλον των παιδιών.
Η δικαιολογία δεν είναι πειστική, εφόσον υπάρχει η διάταξη για τη γονική μέριμνα που λυνει το "πρόβλημα" του μέλλοντος των παιδιών, όχι μόνο των θετών αλλά και των βιολογικών.
Συνεπώς, ο αποκλεισμός υποκρύπτει μια ακόμη περίπτωση διάκρισης εις βάρος των ζευγαριών που δεν θέλουν να αποκτήσουν φυσικά τέκνα και που δεν επιθυμούν να τελέσουν γάμο.
Yπενθυμίζεται ότι με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου E.B. κατά Γαλλίας (22.1.2008) ο αποκλεισμός της αιτούσας από την δυνατότητα να υιοθετήσει, για το λόγο ότι ήταν ομοφυλόφιλη θεωρήθηκε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής σε συνδυασμό με την απαγόρευση διακρίσεων. Αυτή η απόφαση θα πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με την απόφαση ΕΔΔΑ Karner κατά Αυστρίας (24.10.2003) για την παραβίαση των ίδιων δικαιωμάτων λόγω της μη επέκτασης του δικαιώματος παραμονής ομόφυλου στο σπίτι που εκμίσθωνε ο αποθανών σύντροφός του, καθώς και με την απόφαση ΔΕΚ C-267/06 (Γερμανία) για την επέκταση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που ισχύουν σε ετερόφυλα ζευγάρια που συμβιώνουν στα ομόφυλα ζευγάρια.
Εξάλλου, όσον αφορά την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, επισημαίνουμε την διακριτική μεταχείριση που ήδη περιλαμβάνεται στο άρθρο 1456 του Αστικού Κώδικα: "Αν η υποβοήθηση αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης, του άνδρα με τον οποίο συζεί παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο." Η διάταξη αυτή εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η άγαμη γυναίκα θα συζεί, σε περίπτωση ελεύθερης ένωσης, με έναν άνδρα. Επίσης ο Αστικός Κώδικας δεν αναφέρεται στους άγαμους άνδρες που συμβιώνουν με άλλους άνδρες, αποκλείοντας έτσι αυτές τις κατηγορίες από τα δικαιώματα της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, αλλά και από την υποχρέωση συμβολαιογραφικής συναίνεσης.
Τα τελευταία αυτά ζητήματα (της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και της υιοθεσίας από ομοφυλόφιλους γονείς) δεν έχουν απασχολήσει στην Ελλάδα καθόλου το δημόσιο διάλογο σχετικά με το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, μολονότι και σε αυτές τις περιπτώσεις εισάγονται αθέμιτες διακρίσεις. Η δυνατότητα προσφυγής στη λύση της παρένθετης μητρότητας θα πρέπει να επιτρέπεται σε κάθε ζευγάρι, ανεξάρτητα από το αν είναι ομόφυλο ή ετερόφυλο.
Προτάσεις
Η δυνατότητα υιοθεσίας θα πρέπει να προβλέπεται και για την περίπτωση ζευγαριών που συμβιώνουν στο πλαίσιο του συμφώνου.
Αίτημα
Διατήρηση της διάταξης για την υιοθεσία που υπάρχει στο αρχικό νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης (2006), χωρίς ρήτρες που διακρίνουν τα ζευγάρια σε κατηγορίες με κριτήριο το φύλο.
Διόρθωση των διατάξεων για την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ώστε να λαμβάνει υπόψιν της και τις περιπτώσεις των ομόφυλων ζευγαριών.
4.4. Ενίσχυση της αξιοπιστίας του θεσμού
Παρατηρήσεις
Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης δεν έρχεται να υποκαταστήσει το γάμο, αλλά να παράσχει εναλλακτική λύση σε περιπτώσεις που οι ενδιαφερόμενοι δεν επιθυμούν να τελέσουν γάμο και να λύσει ορισμένες ανισότητες που σημειώνονται στην πράξη, από τα ζευγάρια που συμβιώνουν και ζητούν από το κράτος να σεβαστεί την επιλογή τους, αναγνωρίζοντας και τις έννομες συνέπειές της.
Ωστόσο, η απροϋπόθετη δυνατότητα μονομερούς λύσης του μπορεί να οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις που θα απαξιώσουν τον νέο θεσμό εξ αρχής. Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι το δικαίωμα για την μονομερή λύση του συμφώνου μπορεί να ασκηθεί αφότου παρέλθει ένα μικρό χρονικό διάστημα. Έτσι θα αποφευχθεί η χρήση του συμφώνου για την "επίλυση" προβλημάτων ασχέτων με την απόφαση της συμβίωσης.
Προτάσεις
Προτείνουμε το δικαίωμα μονομερούς λύσης να μπορεί να ασκηθεί μετά την παρέλευση έξι μηνών από την υπογραφή του συμφώνου. Η από κοινού λύση δικαιολογημένα μπορεί να παραμείνει απροϋπόθετη, αφού ο σκοπός του νομοθετήματος δεν είναι να περιοριστεί η ελεύθερη βούληση και των δύο μερών, αλλά, μεταξύ άλλων, η προστασία του τυχόν πιο "αδύναμου" μέρους που επιθυμεί και την δέσμευση με το σύμφωνο.
Αίτημα
Να συμπληρωθεί η διάταξη για τη μονομερή λύση του συμφώνου με την προϋπόθεση της παρέλευσης ενός χρονικού διαστήματος από την υπογραφή του.
4.5. Αλλοδαποί και δικαιώματα πολιτογράφησης
Παρατηρήσεις
Η εισαγωγή ενός νέου θεσμού οικογενειακού δικαίου θα πρέπει να προβλέπει και σχετικές διατάξεις για την εφαρμογή του ως προς το δίκαιο των αλλοδαπών. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ποια αποτελέσματα θα έχει η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης ως προς τη σχέση του προσώπου που συμβιώνει σε αυτό το πλαίσιο, με έλληνα σύντροφο.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 5 Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας του 2004, για την πολιτογράφηση αλλοδαπού, η, κατ' αρχήν, χρονική προϋπόθεση της δεκαετούς διαμονής "δεν απαιτείται γι' αυτόν που είναι σύζυγος Έλληνα ή Ελληνίδας, διαμένει τουλάχιστον επί μία τριετία στην Ελλάδα και έχει αποκτήσει τέκνο".
Συνεπώς, αντίστοιχη ρύθμιση θα πρέπει να ισχύσει και για τους αλλοδαπούς που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες.
Παρατηρείται επίσης ότι κριτήριο είναι η τεκνοθεσία, γεγονός που αποτελεί ένα επιπλέον επιχείρημα υπέρ της δυνατότητας υιοθεσίας με το σύμφωνο συμβίωσης, ώστε να αποφευχθεί άλλη μια διάκριση εις βάρος των ομόφυλων ζευγαριών.
Εξυπακούεται ότι η υπογραφή συμφώνου συμβίωσης θα πρέπει να σημαίνει και εύκολη λήψη άδειας παραμονής.
Προτάσεις
Κατ' αναλογία προς τα ισχύοντα στο θεσμό του γάμου θα πρέπει να αναγνωριστούν σχετικά δικαιώματα για την πολιτογράφηση των αλλοδαπών που θα συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να προβλέπεται με σαφήνεια και όχι με παραπεμπτικές διατάξεις και αναφορά στην "ανάλογη εφαρμογή" που μπορεί να δημιουργήσει συγχύσεις ως προς το πεδίο εφαρμογής, όπως αυτή που λύθηκε με την παραπάνω απόφαση ΔΕΚ C-267/06.
Προκειμένου να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις, θα μπορούσε να εισαχθεί διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών παραμονής, σε κάθε περίπτωση, όμως, όχι πέραν της εξαετίας.
Επίσης, προκειμένου να ενταχθεί η σύναψη του συμφώνου συμβίωσης στο άρθρο 5 του Κώδικα Ιθαγένειας επιβάλλεται η αναγνώριση της δυνατότητας υιοθέτησης, γιατί διαφορετικά θα εισαχθεί άλλη μια μορφή διάκρισης ανάμεσα σε ομόφυλα ή και ετερόφυλα ζευγάρια.
Αίτημα
Να περιληφθεί ρητή και συγκεκριμένη διάταξη για τις προϋποθέσεις πολιτογράφησης των αλλοδαπών που θα υπογράψουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες, λαμβάνοντας υπόψιν τις παραπάνω παρατηρήσεις.
Επίσης να προβλεφθεί εύκολη διαδικασία για τη λήψη άδειας παραμονής, όταν υπάρχουν σχετικά προβλήματα.
5. Αίτημα ακρόασης από την Επιτροπή Σας
Παρακαλούμε, ενόψει της συνεδρίασης της Ολομέλειας, να καλέσετε εκπροσώπους της Πρωτοβουλίας προκειμένου να αναπτύξουν και προφορικά τις θέσεις μας.
Εναλλακτικά κι εφόσον δεν προβλέπεται διαδικασία ακρόασης για την υποστήριξη των εγγράφων παρατηρήσεων, θα σας παρακαλούσαμε να παραστούμε ως ακροατές κατά τη συνεδρίαση.
.
6. Σύνοψη αιτημάτων
(α) Διαφάνεια, ίση μεταχείριση, χρονοδιάγραμμα και δημόσια διαβούλευση για την Ομάδα Εργασίας – αναστολή ψήφισης έως την υποβολή των πορισμάτων της – ενσωμάτωση των πορισμάτων σε ενιαίο νομοθέτημα που διέπει συνολικά το θεσμό του συμφώνου συμβίωσης,
(β) Ένταξη των ομόφυλων ζευγαριών στο πεδίο εφαρμογής του νομοθετήματος για το σύμφωνο συμβίωσης,
(γ) Αναγνώριση του δικαιώματος τεκνοθεσίας και ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου,
(δ) Χρονικός περιορισμός της ευχέρειας μονομερούς λύσης του συμφώνου,
(ε) Δικαιώματα πολιτογράφησης των αλλοδαπών που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με Έλληνες,
(στ) Παρουσία μας ενώπιον της Ολομέλειας της Επιτροπής Σας.

Τετάρτη, Ιουνίου 04, 2008

Στη Δημοκρατία, ό,τι δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται

Ένα δομικό χαρακτηριστικό των πολιτευμάτων των σοβιετικών δημοκρατιών αποτελούσε το αξίωμα ότι  το σύνταγμα και ο νόμος προβλέπουν εξαντλητικά, αλλά και περιοριστικά, όλες τις ελευθερίες, τα δικαιώματα και τις δυνατότητες των πολιτών. Πέραν των όσων αναγράφονταν στην νομοθεσία και τις συνταγματικές διατάξεις, τίποτε άλλο δεν ήταν επιτρεπτό. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, στα καθεστώτα αυτά, ό,τι δεν προβλέπεται ρητά, κατηγορηματικά και νομοθετικά, απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνον ό,τι προβλέπει ο νόμος και τίποτε άλλο.

Αυτή είναι και η πιο θεμελιώδης πολιτειολογική διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα καθεστώτα και τις "δυτικού τύπου" δημοκρατίες. Στην δεύτερη δηλαδή περίπτωση, η αρχή αναστρέφεται: ο νόμος θέτει ένα περίγραμμα, ένα πλαίσιο όχι εξαντλητικό, μέσα στο οποίο μπορεί να κινείται ο πολίτης αξιοποιώντας διάφορες δυνατότητες, εφόσον φυσικά δεν φτάνει, τα άκρα τα οποία σε κάθε περίπτωση καθορίζονται ρητά και κατηγορηματικά. Στο φιλελεύθερο κράτος δικαίου, ο περιορισμός του δικαιώματος είναι αυτός ο οποίος πρέπει να προσδιορίζεται εξαντλητικά, με σαφή, ρητό και κατηγορηματικό τρόπο. Ό,τι δεν απαγορεύεται από το νόμο με σαφή, ρητό και κατηγορηματικό τρόπο, επιτρέπεται.

Η επιλογή αυτή είναι ανάγλυφα κατοχυρωμένη στο ελληνικό Σύνταγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός "όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιση και αποτελεσματιή άσκηση" των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αφετέρου "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". 

Εφόσον  δηλαδή ένας περιορισμός δεν προβλέπεται απευθείας από το Σύνταγμα πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Ο νόμος αυτός που προβλέπει περιορισμό σε συνταγματικό δικαίωμα  δεν μπορεί να είναι ένα "σιωπηρό έθιμο", μία "ερμηνεία" ή μια "πάγια πρακτική" της διοίκησης. 

Το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 72 ότι νομοσχέδια για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων καθώς και για την αυθεντική ερμηνεία των νόμων συζητούνται και ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής. Δηλαδή τα περιγράμματα των ελευθεριών, οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, πρέπει να προβλέπονται ρητά, περιοριστικά, εξαντλητικά, με σαφήνεια και καθαρότητα από νόμους που ψηφίζει η Βουλή και μάλιστα σε Ολομέλεια (όχι τμήματα). 

Σε αυτό το συνταγματικό καθεστώς και με δεδομένη την δομική πολιτειακή επιλογή του κράτους δικαίου, δεν υπάρχουν νόμοι που "ούτε απαγορεύουν, ούτε επιτρέπουν" την ενάσκηση αστικών δικαιωμάτων. Αν δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη που ψηφίστηκε από την Ολομέλεια της Βουλής που ρητά να απαγορεύει, αλλά και να "σέβεται την αρχή της αναλογικότητας", τότε απαγόρευση και περιορισμός ενάσκησης ατομικού δικαιώματος δεν νοείται στην Ελληνική Δημοκρατία. 

Συνεπώς, η προσπάθεια να εντοπιστεί η απαγόρευση συνταγματικού δικαιώματος στην "πρακτική, τη νομολογία, τις απόψεις επιφανών Συνταγματολόγων και άλλων νομικών", αλλά ακόμα και από τα "πρακτικά των συζητήσεων της Βουλής", καταρρέει ενόψει της απαίτησης του ίδιου του Συντάγματος για θέσπιση περιορισμού με νόμο, ψηφισμένο από την Ολομέλεια της Βουλής, που να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.  

Εξάλλου, όπως είδαμε παραπάνω, όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική ενάσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Αν αυτοί οι περιορισμοί δεν υπάρχουν σε νόμο που ψήφισε η Ολομέλεια της Βουλής, τότε δεν μπορούν να περιορίσουν ατομικό δικαίωμα. Αν ο δήμαρχος, ως κρατικό όργανο δεν διασφαλίσει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική ενάσκηση των δικαιωμάτων, παραβιάζει την συνταγματική του υποχρέωση. 


Για την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού βλ. επίσης  τις Αρχές της Yogyakarta.


Επίσης σχετική ομάδα στο facebook

Δευτέρα, Ιουνίου 02, 2008

Δημοσίευση της ελληνικής έκδοσης των Αρχών της Yogyakarta κατά των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού


To 2006, σε συνέχεια μιας καλά τεμηριωμένης καταγραφής των συμπεριφορών παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων, μία ομάδα ειδικών συναντήθηκε στην Yogyakarta της Ινδονησίας προκειμένου να σχεδιάσει ένα σύνολο αρχών που σχετίζονται με τον  σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Αρχές της  Yogyakarta: ένας οικουμενικός οδηγός για τα ανθρώπινα δικαιώματα που συγκεφαλαιώνει τις διεθνείς νομικές δεσμεύσεις που πρέπει να τηρούν όλα τα Κράτη. Η τήρηση των Αρχών υπόσχεται ένα διαφορετικό μέλλον, στο οποίο όλοι οι άνθρωποι γενιούνται ελεύθεροι και ίσοι, με αξιοπρέπεια και δικαιώματα.

 

Στις 14.5.2008, ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Ανθρώπουαπευθύνει σύσταση στα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, να ενσωματώσουν τις Αρχές στις πολιτικές τους.

 

Στις 17.5.2008, διεθνή ημέρα κατά της ομοφοβίας, πέντε bloggers συγκροτούν μια ομάδα εργασίας για την μετάφραση των Αρχών στα ελληνικά, προκειμένου να εφαρμοστούν και στην Ελλάδα (erva cidreira, gay super hero, tifoeus, Thomas Xomeritis, elawyer)

 

Σήμερα το κείμενο αυτό δίνεται στη δημοσιότητα. Kάνοντας κλικ, μπορείτε να κατεβάσετε το



Πλήρες κείμενο των Αρχών της Yogyakarta (μετάφραση από bloggers)

 



 


Το κείμενο δίνεται στη δημοσιότητα σε εξαιρετικά εύθετο χρόνο, κατά τον οποίο οι επιθέσεις εναντίον των ανθρώπινων δικαιωμάτων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού προέρχονται σήμερα από κορυφαίους θεσμικούς παράγοντες, οι οποίοι ακριβώς λόγω της αποστολής τους θα έπρεπε, πριν απ’ όλους, να τηρούν τις Αρχές της Yogyakarta.

 

Παράλληλα προς τη δημοσίευση, το κείμενο των Αρχών αποστέλλεται και σε δημόσιους φορείς, ζητώντας την ρητή δέσμευσή τους ότι θα λάβουν όλα τα μέτρα προκειμένου να εφαρμοστούν οι σχετικές συστάσεις.

 

Ταυτόχρονα, σήμερα εκκινεί τη λειτουργία του το ιστολόγιο www.arxesyogyakarta.wordpress.com προκειμένου να δοθεί ένα βήμα εντοπισμού των παραβιάσεων των Αρχών της Yogyakarta σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου της Χώρας. Ο διάλογος αυτός θα ακολουθήσει τη δομή των Αρχών, εξετάζοντας κάθε θεματική ενότητα και καλώντας τους χρήστες του Διαδικτύου να καταθέσουν τις δικές τους εμπειρίες και την κριτική τους.

 

Eπίσης, έχει ήδη δημιουργηθεί σχετικό Group στο facebook, στο οποίο οι χρήστες καλούνται να εκδηλώσουν την υποστήριξή τους για την εφαρμογή των Αρχών της Yogyakarta από την Ελληνική Δημοκρατία.  

 

Στην επίσημη σελιδα των Αρχών της Yogyakarta διατίθενται επίσης εκδόσεις του κειμένου στα αγγλικά, τα ισπανικά, τα  γαλλικά, τα ρωσικά , τα αραβικά και τα  κινέζικα.


Κυριακή, Ιουνίου 01, 2008

H απάντηση στον Αντίδικο του Πολίτη

Η εφαρμογή των Αρχών της Yogyakarta σε όλες τις κρατικές πολιτικές - δίνουμε ένα τέλος στις διακρίσεις που βασίζονται στο σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.



Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι εδώ και πολλές δεκαετίες κατοχυρωμένα με διεθνείς συνθήκες και αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του διεθνούς δικαίου που οφείλουν να τηρούν τα κράτη. Το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν γνωρίζει διακρίσεις ως προς την απόλαυση αυτών των δικαιωμάτων με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Αντίθετα μάλιστα, απαγορεύει αυτές τις διακρίσεις, ως παράνομη προσβολη.


Το 2006, συναντήθηκαν στην Yogyakarta της Ινδονησίας 29 διακεκριμένοι ειδικοί από διάφορες χώρες και διευκρίνισαν τι ακριβώς σημαίνει “ενιαία εφαρμογή” των δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου που έχει κάθε άτομο. Αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν η θέσπιση των Αρχών της Yogyakarta για την εφαρμογή των δικαιωμάτων σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου, ενός κειμένου το οποίο βασίζεται αποκλειστικά στο ισχύον διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το οποίο καλεί τα κράτη να λάβουν συγκεκριμένα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα (όπως λ.χ. προγράμματα εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης) προκειμένου να αρθούν οι ανισότητες της κοινης νομοθεσίας και να ενημερωθεί κάθε κρατικό όργανο για τις υποχρεώσεις του για σεβασμό του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού.


Το Μάιο του 2008  ο Ευρωπαίος Επίτροπος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απευθύνει σύσταση στα κράτη να ενσωματώσουν τις Αρχές στις πολιτικές τους


Τον ίδιο μήνα, μια ομάδα από bloggers μεταφράζει τις Αρχές στα ελληνικά, προκειμένου να εφαρμοστούν και στην Ελλάδα. To ελληνικό κείμενο θα δοθεί εντός των ημερών στη δημοσιότητα.



The Yogyakarta Principles

Οι Αρχές αυτες προβλέπουν μεταξύ άλλων:


  • ότι τα θετικά μέτρα υπέρ των ομάδων διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού δεν θεωρούνται μεροληπτικά (Αρχή 2, Δ),


  • την λήψη μέτρων για την κατάργηση της ιδέας της ανωτερότητας ή κατωτερότητας οποιουδήποτε σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου ή έκφρασης  φύλου (Αρχή 2, ΣΤ),


  • την θέσπιση δίκαιης διαδικασίας για αναγνώριση από όλα τα δημόσια έγγραφα του φύλου που το άτομο αποδίδει στον εαυτό του (Αρχή 3, Γ)

  • την κατάργηση της θανατικής ποινής, την απαγόρευση  σύλληψης και άσκησης της ποινικής δίωξης και καταδίκης για λόγους που αφορούν  τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλο (Αρχές 4,6,7,8)

  •   την αναγνώριση δικαιώματος συζυγικών επισκέψεων, ιατρικής φροντίδας και προστασίας ευάλωτων φυλακισθέντων χωρίς διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού (Αρχή 9),

  • την με λήψη κάθε διοικητικού μέτρου εξασφάλιση του δικαιώματος της δημοσιας συνάθροισης (Αρχή 20),

  • την απαγόρευση επίκλησης θρησκευτικών πεποιθήσεων, εκ μέρους της Πολιτείας,  για τη δικαιολόγηση μέτρων που αρνούνται την ίση προστασία από τον νόμο ή επιβάλλουν διακρίσεις με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου (Αρχη 21)

  •   την αναγνώριση του δικαιώματος ίδρυσης οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας για υιοθεσία καθώς και για ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την αναγνώριση της ύπαρξης διαφορετικών μορφών οικογένειας, της αναγνώρισης ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν κρίνεται ασυμβίβαστος με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (Αρχή 24)




    Η σύσταση του  Ευρωπαίου Επίτροπου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφέρει: 


    Συνιστώ σε όλες τις κυβερνήσεις των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να μελετήσουν το κείμενο και να εφαρμόσουν τις Αρχές  με συγκεκριμένες ενέργειες. Μερικά κράτη μέλη έχουν πράγματι ενσωματώσει κι όλας τις αρχές ως αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής τους στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όσον αφορά εμένα, τηρώ πλήρως τις Αρχές.”


    Η Ελλάδα οφείλει να συμμορφωθεί προς τις παραπάνω υποδείξεις της διεθνούς κοινότητας:


    (α) καταργώντας κάθε αντίθετη διάταξη νόμου,


    (β) εισάγοντας νομοθεσία που εξαλείφει τις διακρίσεις, εισάγοντας λ.χ. την εφαρμογή του συμφώνου συμβίωσης, του θεσμού του πολιτικού γάμου, της δυνατότητας για υιοθέτηση και ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και για τα ομόφυλα ζευγάρια, 


    (γ) λαμβάνοντας θετικά μέτρα, λ.χ. με τη  δημοτική συνδρομή σε  εκδηλώσεις, όπως το Athens Pride


    (δ) παρέχοντας άσυλο σε κάθε  πρόσφυγα του οποίο η ζωή ή η ελευθερια απειλείται λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου


    (δ) ενημερώνοντας την κοινή γνώμη και επιμορφώνοντας τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς, ακόμα και τους δικαστικούς λειτουργούς και τους εισαγγελείς,  ότι τα ατομικά δικαιώματα ισχύουν για όλους και ότι δεν υφίσταται υπεροχή του ενός σεξουαλικού προσανατολισμού έναντι άλλου


    Ιδιαίτερα χρήσιμο θα ήταν ένα σεμινάριο σχεδιασμένο ειδικά για τις ανάγκες του υπουργού Δικαιοσύνης καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι οποίοι παρουσιάζουν και τα σοβαρότερα κενά στο συνταγματικό δίκαιο, αναπτύσσοντας δράσεις  πο θα μπορούσαν να αποδοθουν σε μια υποτιθεμενη "αρχή" με τον τίτλο του Αντίδικου του Πολίτη


    - νομιμοποιήση καμερών,

    - δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων ποινικώς διωκόμενων,

    - περιφρόνηση ανεξάρτητων αρχών, 

    - διωγμός συνδικαλιστή εισαγγελέα, 

    - νομοθεσία που προωθεί τη διακριτική μεταχείριση (σύμφωνο συμβίωσης) και 

    - εκφοβισμός λειτουργών που εφαρμόζουν ενιαία τα ατομικά δικαιώματα.


    Αποτέλεσμα: η παραβίαση των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, η παρεμπόδιση στην ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα. 


    Αυτή η βαρβαρότητα πρέπει να τελειώσει και όλοι οι αρμόδιοι φορείς, αλλά και οι πολίτες ατομικά οφείλουν να αναλαβουν τις ευθύνες τους, τουλάχιστον για να στηλιτευτούν αυτά τα φαινόμενα. Οι Αρχές της Yogyakarta δίνουν μια ευκαιρία να αρθούν θεμελιώδεις αποκλίσεις από το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ο Αντίδικος του Πολίτη πρέπει να κληθεί σε δημόσια λογοδοσία για την καταπάτηση των δικαιωμάτων. 


    Οι δημοκρατικοί πολίτες συσπειρώνονται γύρω από το κείμενο των Αρχών της Yogyakarta και απαιτούν την εφαρμογή του σε όλες τις κρατικές πολιτικές, τη νομοθεσία και τον ιδιωτικό τομέα.


    Η  Ελλάδα  σέβεται όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα. 


    Καιρός είναι να σεβαστεί και τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων



    Για την υποστήριξη της εφαρμογής των Αρχών της Yogyakarta θα χρησμοποιηθούν εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης και θα οργανωθούν σχετικές ομάδες σε πλατφόρμες όπως το facebook.com κ.α.




Πέμπτη, Μαΐου 15, 2008

Διορισμός Βοηθού Συνηγόρου για την ίση μεταχείριση

Ανακοινώθηκαν οι διορισμοί νέων Βοηθών Συνηγόρων του Πολίτη, ανάμεσα στους οποίους και ένας νέος Βοηθός Συνήγορος, για την ίση μεταχείριση.

Η νεά αυτή θέση ιδρύθηκε με το Ν.  3488/2006, αλλά μέχρι προχτές δεν είχε διοριστεί το πρόσωπο αυτό. Σύμφωνα με το παραπάνω δελτίο τύπου, η κ. Γιαννακούρου είναι η Βοηθός Συνήγορος για θέματα Ισότητας των δύο φύλων.

Για την ακρίβεια, με το Ν.3488/2006 ο Συνήγορος του Πολίτη ορίστηκε φορέας παρακολούθησης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, αναθέτοντας αυτήν την αρμοδιότητα σε Βοηθό Συνήγορο. 


Δευτέρα, Μαρτίου 03, 2008

Αντισυνταγματικό το σχέδιο νόμου για το Σύμφωνο Συμβίωσης

Η κυβέρνηση συνεχίζει, αντί να καλεί σε διαβούλευση τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, να αφήνει να διαρρεύσουν νομοσχέδια στον τύπο, με τη λογική που περιγράφεται κατά κυριολεξία με τον όρο "κόβω αντιδράσεις να δω τι παίζει". Έμμεσα, λάθρα, χωρίς πολύ αυτοπεποίθηση (αν "στραβώσει" κάτι, τα μαζεύει ο Πρωθυπουργός από βήματος της Βουλής, όπως έγινε με τον μπλογκονόμο).

Έτσι, λοιπόν, και με το Σύμφωνο Συμβίωσης, το οποίο σύμφωνα με πληροφορίες του Έθνους της Κυριακής, αλλά χωρίς να υπάρχει επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, προετοιμάζεται.

Το δημοσίευμα αναφέρει τα εξής:

1 . Σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης προσώπων, διαφορετικού φύλου, καθιερώνεται και στην Ελλάδα με τη μορφή συμβολαιογραφικής πράξης για τα ζευγάρια που επιθυμούν να ζουν μαζί, αλλά δεν θέλουν να παντρευτούν.
2. Με το συμβόλαιο συμβίωσης οι σχέσεις δύο ανθρώπων που επιλέγουν να συζήσουν θα εξασφαλίζονται, από πλευράς νομικών δικαιωμάτων, όπως και οι σχέσεις των συζύγων από γάμο.
3. Εξετάζεται εάν το Σύμφωνο θα μπορεί να αφορά και το δικαίωμα πάνω στη σύνταξη, σε περίπτωση θανάτου του ενός από τους δύο συμβαλλόμενους. Μελετάται επίσης η εφαρμογή διατάξεων εργατικού, ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
4. Μέσα από την τροποποίηση του Αστικού Κώδικα, προτείνεται η μείωση του χρόνου της 4ετούς διάστασης για την έκδοση του διαζυγίου στα δύο χρόνια. Συνολικά η έκδοση του «αυτόματου διαζυγίου» δεν θα ξεπερνά τα τέσσερα έτη.

Ήδη, υπό τον παραπλανητικό τίτλο "Αντιδράσεις" έχει καταγραφεί μια και μόνη αρνητική δήλωση από έναν μητροπολίτη, ο οποίος έκανε λόγο για επισημοποίηση της πορνείας και της ανηθικότητας. Σωστό: η επισημοποίηση είναι υποδεέστερη -επικοινωνιακά- της αγιοποίησης της πορνείας και της ανηθικότητας. Εδώ θα ενώσουμε τη φωνή μας με τον Άνθιμο, αντιδρώντας, όμως, με νομικά και όχι επικοινωνιακά επιχειρήματα.

Το 1983, μετά από μια ερύτατη τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου, το οποίο αποτελεί ως κορμό το Τέταρτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα, καταργήθηκαν όλες οι διατάξεις που εισάγουν διαφορετική μεταχείριση με βάση το φύλο (πριν το 1983 λ.χ. ο πατέρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας και φορέας της "πατρικής εξουσίας" - μία διάταξη έμεινε μόνο στο κληρονομικό δίκαιο: οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να ειναι μάρτυρες σε διαθήκη! Διάταξη η οποία καταργήθηκε στην πράξη ως αντισυνταγματική γιατί εισήγαγε προσβλητικό περιορισμό με διάκριση λόγω φύλου).

Κανένας θεσμός του οικογενειακού δικαίου δεν προβλέπει, δηλαδή, διαφορετικές ρυθμίσεις για τους άντρες και τις γυναίκες, με την εξαίρεση βέβαια του τεκμηρίου πατρότητας για τον σύζυγο όταν ένα παιδί γεννηθεί εντός γάμου - για τη μητέρα δεν χρειάζεται τεκμήριο, αρκεί ο τοκετός.

Αυτή η ισότητα των φύλων έχει και συνταγματική βάση: αφενός οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και οι έλληνες και ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις (άρθρο 4§§1 και 2 Σ.) και αφετέρου "η οικογένεια, ως θεμέλιο συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του κράτους" (άρθρο 21 Σ.).

O όρος "οικογένεια" στο Σύνταγμα, σαφώς διακρινόμενη από την έννοια του "γάμου" και την έννοια της "μητρότητας" (αφού το συνταγματικό κείμενο τις μνημονεύει χωριστά) περιλαμβάνει όλους τους θεσμούς του οικογενειακού δικαίου που ιδρύουν συγγενικούς και προσωπικούς δεσμούς, όπως λ.χ. η υιοθεσία.
Τα δικαιώματα που προβλέπονται από το οικογενειακό δίκαιο, υπάγονται στους ίδιους περιορισμούς που προβλέπονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρωπου. Ο αποκλεισμός ενός προσώπου από οικογενειακό δικαίωμα, αποκλειστικά και μόνο λόγω του φύλου του, είναι ανεπίτρεπτος. Γι' αυτό λ.χ. δικαίωμα υιοθεσίας έχουν τόσο οι άντρες, όσο και οι γυναίκες - μεμονωμένα. Γι' αυτό δεν απαγορεύεται, μετά το διαζύγιο, την επιμέλεια των παιδιών να αναλάβει και ο πατέρας - αν κριθεί ότι για το συμφέρον του παιδιού αυτός είναι ο καταλληλότερος. Δεν επιτρέπονται, δηλαδή, μονοσήμαντοι αποκλεισμοί από τη νομοθεσία, γιατί διαφορετικά θα υπήρχε προσβολή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και των οικογενειακών θεσμών.
Πρόσφατα μάλιστα, σε αυτές τις αθέμιτες διακρίσεις προστέθηκε και ο σεξουαλικός προσανατολισμός: δεν επιτρέπεται ο αποκλεισμός ενός ατόμου από ένα δικαίωμα οικογενειακού δικαίου με μόνο κριτήριο τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. Με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κρίθηκε ότι η απόρριψη της αίτησης για υιοθεσία, που υπέβαλε μία γυναίκα η οποία συζούσε με μια άλλη γυναίκα, ήταν αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έκρινε, λοιπόν, το ΕΔΔΑ ότι αποκλείοντας ως κράτος μία λεσβία από το δικαίωμα υιοθεσίας, παραβιάζεις το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής της ζωής (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ), αφού εισάγεις έναν περιορισμό με βάση αθέμιτη διάκριση (άρθρο 14 ΕΣΔΑ).
Ο αποκλεισμός από έναν θεσμό οικογενειακού δικαίου με μόνο κριτήριο το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό αποτελεί αθέμιτη διάκριση, η οποία προσκρούει στα άρθρα 8 και 14 της ΕΣΔΑ, αλλά και στα άρθρα 4, 9, 21 του ελληνικού Συντάγματος.
Γι' αυτό και η προϋπόθεση να είναι διαφορετικού φύλου τα ζευγάρια που συνάπτουν το Σύμφωνο Συμβίωσης [προϋπόθεση που δεν προβλέπεται καν για το γάμο], παραβιάζει τα παραπάνω συνταγματικα και ευρωπαϊκού δικαίου δικαιώματα.
Επομένως, η σχετική διάταξη του νομοσχεδίου που ετοιμάζει το υπουργείο είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ καθώς αποκλείει κατηγορίες του πληθυσμού από την άσκηση οικογενειακών δικαιωμάτων με μόνο κριτήριο το φύλο.
Για να δούμε τώρα, ποιος θα τα "μαζέψει". Θα πρότεινα Άνθιμο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

Υπέρ της ψευδωνυμίας

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όποιος μεταδίδει μια είδηση, δηλαδή ένα γεγονός που το παρουσιάζει ως συμβάν της αντικειμενικής πραγματικότητας που αφορά την κοινή γνώμη, διαχειρίζεται ένα δημόσιο αγαθό. Συνεπώς, θα πρέπει να το κάνει με αίσθημα ευθύνης, προκειμένου να μην προκαλέσει σύγχυση, πανικό, να μην διαδώσει ψεύδη, να μην καταστρέψει υπολήψεις, να μη θέσει σε κίνδυνο τις εξωτερικές σχέσεις και την ασφάλεια της χώρας κλπ.

Από την άλλη πλευρά, εφόσον τηρεί αυτούς τους βασικούς κανόνες, κανείς δεν μπορεί να τον θεωρήσει a priori ύποπτο, όσο κι αν διαχειρίζεται μια "πηγή κινδύνου" όπως λέμε στα νομικά. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά υποχρεούνται από το νόμο να δηλώνουν την ιδιοκτησία τους, προκειμένου οι πολίτες να μπορούν να αξιώσουν αποτελεσματικά δικαστική προστασία, αν θεωρήσουν ότι θίγονται από τα δημοσιεύματα, ακόμη και ανυπόγραφα.

Το να υποχρεώσεις όμως όσους συμμετέχουν στην Κοινωνία της Πληροφορίας, προκειμένου να διαδώσουν, να αντλήσουν και να ανταλλάξουν πληροφορίες σε δημόσια προσβάσιμο χώρο, να το κάνουν αποκλειστικά και μόνο επωνύμως, θεωρώ ότι συνιστά έναν υπέρμετρο περιορισμό, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατός με την ελευθερία της έκφρασης, αλλά και το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού.

Αν εγώ θέλω να αυτοαποκαλούμαι e-lawyer ή Ρίτα Χέηγουορθ στο διαδίκτυο, κανείς δεν μπορεί να μου επιβάλλει να υπογράφω με το όνομα που γράφει το δελτίο της αστυνομικής μου ταυτότητας, γιατί διαφορετικά μου περιορίζει υπέρμετρα την ελευθερία της έκφρασης, η οποία μου επιτρέπει λ.χ. να ντύνομαι όπως θέλω και να βγαίνω στα κανάλια με ψευδώνυμο, όπως άλλωστε ήδη κάνουν εδώ και χρόνια πολλοί γνωστοί άνθρωποι του θεάματος και των μέσων ενημέρωσης. Τα κείμενα που γράφουμε στα blogs δεν είναι δηλώσεις που απευθύνονται σε δημόσιες αρχές, όπως λ.χ. οι καταγγελίες που πρέπει να είναι ενυπόγραφες και να έχουν ακριβή στοιχεία!

Όπως το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών επιτρέπει στους συνδρομητές τηλεφώνου να ζητούν απόκρυψη του αριθμού τους και να μην μπαίνει το όνομά τους στους τηλεφωνικούς καταλόγους που διατίθενται δημόσια στο κοινό (και μάλιστα βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας - Οδηγία 2002/58), έτσι δεν μπορεί κανείς να με υποχρεώσει να βάλω το ονοματεπώνυμό μου στο ιστολόγιό μου.

ΑΝ παρανομήσω, ας διασφαλιστεί με κάποιο τρόπο ότι ο θιγόμενος μπορεί να ζητήσει αποτελεσματικά την δικαστική του προστασία - εδώ ανοίγει το μεγάλο ερώτημα αν θέλουμε η συκοφαντική δυσφήμηση να επιτρέπει ή όχι την άρση του απορρήτου. Και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, γιατί μαζί με την συκοφαντική, υπάρχει και η απλή δυσφήμηση (που μπορεί επίσης να καταστρέψει υπολήψεις, λέγοντας όμως αλήθειες!) αλλά και η κοινή εξύβριση. Άρση απορρήτου και για απλή εξύβριση; Το Σύνταγμα λέει μόνο για τα ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα. Αυτά τα όρια πρέπει να αναζητήσουμε και να τα εξηγήσουμε στον νομοθέτη.

Αλλά όχι a priori όλοι ύποπτοι.

Αυτή η θέση υποστηρίζω ότι βασίζεται απολύτως στα άρθρα 5, 5Α,9, 9Α, 14 και 19 του Συντάγματος.

Η νομοθετική επιβολή γνωστοποίησης ταυτότητας του ιδιοκτήτη μέσου ενημέρωσης που προβλέπεται από το Ν.1178/1981 εφόσον επεκταθεί και στα ιστολόγια, υποστηρίζω ότι θίγει όλα τα παραπάνω συνταγματικά άρθρα και καταργεί στην πράξη το τεκμήριο της αθωότητας των bloggers.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

Περί απορρήτου και ποινικού δικαίου στο διαδίκτυο

Το θέμα μας έχει απασχολήσει και στο παρελθόν, αλλά ορισμένες συζητήσεις τις τελευταίες μέρες το φέρνουν στην επικαιρότητα.

Αρχικά, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι άλλο είναι ο εντοπισμός ενός υπόπτου με τη διαδικασία της άρσης του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου και άλλο είναι ο εντοπισμός ενός υπόπτου εναντίον του οποίου υπάρχουν καταθέσεις από πρόσωπα που δίνουν την πληροφορία ότι πρόκειται για το τάδε πρόσωπο. Στη δεύτερη περίπτωση, δεν έχουμε άρση του απορρήτου, ανεξάρτητα από το αν έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα, δηλ. τον εντοπισμό ενός ατόμου.

Το νομοθετικό πλαίσιο εκκινεί από το άρθρο 19 του Συντάγματος.

1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.

2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1.

3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α.
Ελεύθερη ανταπόκριση και επικοινωνία, λοιπόν, είναι το έννομο αγαθό που προστατεύει το Σύνταγμα και μάλιστα επικοινωνία "με οποιονδήποτε τρόπο". Άρα και μέσω διαδικτύου. Ένα πρώτο ερώτημα είναι αν το να έχει κανείς ένα μπλογκ αποτελεί τρόπο ενάσκησης αυτού του συνταγματικού δικαιώματος, το οποίο καλύπτεται από το απόρρητο. Και συνεπώς, εάν η ανωνυμία που μπορεί να επιλέγει (ή να μην επιλέγει) κάποιος εντάσσεται στην προστασία του εν λόγω απορρήτου.

Την απάντηση δίνει με γενικούς όρους το ίδιο το Σύνταγμα και με ειδικότερους όρους η ειδική νομοθεσία. Το άρθρο 5Α του Συντάγματος:

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.

2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19.


Άρα "συμμετοχή στην Κοινωνία της Πληροφορίας", τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων και του άρθρου 19 περί απορρήτου. Το άρθρο 9 προστατεύει το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, θέτοντας όρους για τις έρευνες σε κατοικίες και το άρθρο 9Α καθιερώνει σε συνταγματικό επίπεδο την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Το κοινοτικό δίκαιο και η ειδική ελληνική νομοθεσία καθιστούν τα πράγματα ακόμη πιο σαφή: στην έννοια του όρου "επικοινωνία" περιλαμβάνεται και η ίδια η πλοήγηση στο διαδίκτυο, το κοινό surfing - πέραν δηλαδή της αποστολής e-mail:

"Επικοινωνία": κάθε πληροφορία που ανταλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών, μέσω μιας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Δεν περιλαμβάνονται πληροφορίες που διαβιβάζονται ως τμήμα ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών στο κοινό μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες μπορούν να αφορούν αναγνωρίσιμο συνδρομητή ή χρήστη που τις λαμβάνει.
(Άρθρο 2§5 Ν.3471/2006, προστασία προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, Οδηγία ΕΚ 2002/58).

Ως γνωστόν και με το απλό σερφάρισμα έχουμε ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα σε χρήστη-πάροχο-σέρβερ κλπ. Πόσω μάλλον όταν έχουμε μπλογκ.

Ας έρθουμε τώρα στο θέμα της άρσης του απορρήτου αυτών των πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν στον εντοπισμό του τερματικού, άρα -ενδεχομένως- και του ίδιου του χρήστη.

Κατά το Ν.2225/1994, άλλες είναι οι προϋποθέσεις άρσης του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας και άλλες για τη "διακρίβωση εγκλημάτων", δηλ. ποινικών αδικημάτων. Όπως είδαμε, το άρθρο 19 του Συντάγματος ορίζει ότι οι δικαστικές αρχές [και ΜΟΝΟΝ αυτές] δεν δεσμεύονται από το απόρρητο, όταν πρόκειται για "ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα". Αυτά τα "ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα", έρχεται να τα καθορίσει ο νομοθέτης με τον Ν.2225/1994, δίνοντας μια περιοριστική λίστα, στο άρθρο 4, η οποία αφορά κακουργήματα.

Έτσι, η άρση του απορρήτου επιτρέπεται για τα εξής αδικήματα του Ποινικού Κώδικα:

- εσχάτη προδοσία (άρθρο 134 Π.Κ.)
-
διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων ή συνωμοσία με σκοπό την εσχάτη προδοσία (άρθρο 135§§1-2 Π.Κ.)
- απόπειρα δολοφονίας πρωθυπουργού, προέδρου της βουλής, αναπληρωτών τους, προέδρου κοινοβουλευτικού κόμματος (άρθρο 134Α Π.Κ.)
- βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθρα 137Α Π.Κ., 137Β Π.Κ.)
- επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας (άρθρο 138 Π.Κ.)
- προσβολή εναντίον της διεθνούς ειρήνης της χώρας (άρθρο 139 Π.Κ.)
- προδοσία της χώρας (άρθρο 140 Π.Κ.)
- στρατιωτική υπηρεσία στον εχθρό (άρθρο 143 Π.Κ.), υποστήριξη πολεμικής δύναμης του εχθρού (άρθρο 144 Π.Κ.)
- παραβίαση μυστικών της πολιτείας (άρθρο 146 Π.Κ.)
- κατασκοπεία που θέτει σε κίνδυνο τη χώρα ή σύμμαχο (άρθρο 148§2 Π.Κ.)
- νόθευση ή καταστροφή εγγράφων του κράτους (άρθρο 150 Π.Κ.)
- κατάχρηση πληρεξουσιότητας του κράτους (άρθρο 151 Π.Κ.)
- βία κατά πολιτικών σωμάτων και της κυβέρνησης (άρθρο 157 Π.Κ.)
- προσβολές κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 168 Π.Κ.)
- εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187§§1-2 Π.Κ.)
- πρόσκληση σε συνεισφορά για χρηματικές ποινές (άρθρο 207 Π.Κ.)
- κατάρτηση ένοπλης ομάδας (άρθρο 208 Π.Κ.)
- εμπρησμός που μπορεί να οδηγήσει σε ή είχε αποτέλεσμα το θάνατο (άρθρο 264 περ. β΄ - γ΄ Π.Κ.)
- έκρηξη (άρθρο 270 Π.Κ.)
- παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες (άρθρο 272 Π.Κ.)
- καταστροφή προστατευτικών εγκαταστάσεων που μπορεί να οδηγήσει σε ή είχε αποτέλεσμα θάνατο (άρθρο 275 β΄-γ΄ Π.Κ.)
- διατάραξη μετακίνσης με τρένο, πλοίο, αεροσκάφος που μπορεί να οδηγήσει σε ή είχε αποτέλεσμα θάνατο (άρθρο 291 Π.Κ.)
- ανθρωποκτονία με πρόθεση (άρθρο 299 Π.Κ.)
- αρπαγή (άρθρο 322 Π.Κ.)
- αρπαγή ανηλίκων (άρθρο 324 Π.Κ.)
- διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής (άρθρο 374 Π.Κ.)
- ληστεία (άρθρο 380 Π.Κ.)
- εκβίαση (άρθρο 385 Π.Κ.)


Επίσης, υπάρχει μια λίστα για ορισμένα αδικήματα του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα για τους οποίους επιτρέπεται η άρση, καθώς και για τις προπαρασκευαστικές πράξεις της παραχάραξης νομίσματος, καθώς και τα κακουργήματα σχετικά με το εμπόριο όπλων, τα ναρκωτικά, τα τελωνεία, τις πληροφορίες κεφαλαιαγοράς.


Ο ίδιος νόμος ορίζει ότι η άρση
στις περιπτώσεις αυτές είναι επιτρεπτή μόνο αν:

αιτιολογημένα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διαπιστώσει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής του κατηγορουμένου είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτήν.
Αυτό σημαίνει ότι αν με άλλους τρόπους είναι δυνατός ο εντοπισμός των φερόμενων ως δραστών, τότε δεν επιτρέπεται η άρση του απορρήτου.

Τέλος, η άρση διατάσσεται μόνον από Δικαστικό Συμβούλιο ή σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις από τον εισαγγελέα, ή τον ανακριτή. Η διάταξη της άρσης απευθύνεται στην εταιρία τηλεπικοινωνιών με αυστηρούς όρους μυστικότητας.

Όσον αφορά τα ζητήματα του εδαφικού πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, είναι γνωστό ότι δεν παίζει ρόλο η χώρα στην οποία βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του server, αλλά η χώρα στην οποία τελείται το αδίκημα, όπως και το αν οι φερόμενοι δράστες είναι έλληνες πολίτες.

Ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα:

Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε όλες τις πράξεις που τελέστηκαν στο έδαφος της επικράτειας, ακόμη και από αλλοδαπούς. [άρθρο 5§1 Π.Κ.]

Άρθρο 6

1. Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα.

2. Η ποινική δίωξη ασκείται και εναντίον αλλοδαπού ο οποίος κατά την τέλεση της πράξης ήταν ημεδαπός. Επίσης ασκείται και εναντίον εκείνου που απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια μετά την τέλεση της πράξης.

3. Στα πλημμελήματα, για να εφαρμοστούν οι διατάξεις των παρ. 1 και 2, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα.

4. Τα πταίσματα που διαπράττονται στην αλλοδαπή τιμωρούνται μόνο στις περιπτώσεις που ειδικά ορίζει ο νόμος.


Άρθρο 8

Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου της τέλεσης, για τις εξής πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή:

α) εσχάτη προδοσία, προδοσία της χώρας που στρέφεται κατά του Ελληνικού Κράτους και τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187Α)"

β) εγκλήματα που αφορούν την στρατιωτική υπηρεσία και την υποχρέωση στράτευσης (ειδικό μέρος, Κεφ. Η'),

γ) αξιόποινη πράξη που τέλεσαν ως υπάλληλοι του ελληνικού κράτους,

δ) πράξη εναντίον Ελληνα υπαλλήλου κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή σχετικά με την υπηρεσία του,

ε) ψευδορκία σε διαδικασία που εκκρεμεί στις ελληνικές αρχές,

στ) πειρατεία,

ζ) εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα (ειδικό μέρος, Κεφ. Θ'),

η) πράξη δουλεμπορίου, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας ή ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, διενέργειας ταξιδιών με σκοπό την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου ή πορνογραφίας ανηλίκου,

θ) παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων,

ι) παράνομη κυκλοφορία και εμπόριο άσεμνων δημοσιευμάτων,

ια) κάθε άλλο έγκλημα, για το οποίο ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις υπογραμμένες και επικυρωμένες από το ελληνικό κράτος προβλέπουν την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων.


Άρθρο 9


1. Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται:

α) αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του,

β) αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί ή η ποινή που επιβλήθηκε έχει παραγραφεί ή έχει χαριστεί,

γ) αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, χρειάζεται έγκληση για τη δίωξη της πράξης και τέτοια έγκληση είτε δεν υποβλήθηκε είτε ανακλήθηκε.

2. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8.



Νομίζω ότι με αυτές τις διατάξεις κλείνει ο κύκλος αμφισβητήσεων για το πεδίο εφαρμογής του ελληνικού ποινικού δικαίου στο διαδίκτυο με βάση κατασκευές όπως "ο blogger διέπεται από την αμερικανική νομοθεσία".

Μια άλλη συζήτηση βέβαια είναι η εφαρμογή διεθνών συνθηκών για το κυβερνοέγκλημα και για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στο πεδίο της ΕΕ.





Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...