Η έννοια της συγκατάθεσης, όπως διαπλάσθηκε από τα νομοθετικά συστήματα προστασίας δεδομένων, αποτελείται από προϋποθέσεις που εγγυώνται την πλήρη επίγνωση και άρα την πλήρη ελευθερία, βάσει της οποίας το άτομο προβαίνει στην συγκεκριμένη επιλογή. Οι εγγυήσεις επίγνωσης, ειδικότητας, πανηγυρικότητας που περιβάλλουν την συγκατάθεση εξασφαλίζουν για το άτομο ένα πραγματικό δικαίωμα επιλογής: η επεξεργασία των δεδομένων βασίζεται στην ελεύθερη βούλησή του και δεν είναι αποτέλεσμα άγνοιας ή πίεσης. Από την άλλη πλευρά, το σύστημα αυτό αφαιρεί από το υποκείμενο το δικαίωμα συνειδητής και επιθυμητής άγνοιας ή το «δικαίωμα» υπόκυψης σε πίεση.
Ορισμός συγκατάθεσης από το ελληνικό και το κοινοτικό δίκαιο:
«Κάθε δήλωση βούλησης, ελεύθερης, ρητής και εν πλήρει επίγνωση, με την οποία το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν»
(άρθρο 2, στ. η΄ Οδηγία 95/46/ΕΚ για την προστασία προσωπικών δεδομένων).
«Κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή, και εν πλήρει επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα.»
(άρθρο 2 στ. ια΄ Ν.2472/1997 για την προστασία προσωπικών δεδομένων).
«Κάθε ελεύθερη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει δήλωση βουλήσεως, με την οποία το υποκείμενο δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.»
(Άρθρο 2 στ η΄ Κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 για την προστασία προσωπικών δεδομένων).
Η συγκατάθεση που δεν δόθηκε κατόπιν πλήρους ενημέρωσης για την τύχη των προσωπικών δεδομένων ή που δόθηκε ενόψει της στέρησης ενός προνομίου δεν θεμελιώνει τη νομιμότητα της επεξεργασίας, ακόμη κι αν το ίδιο το υποκείμενο το επιθυμεί. Η νόμιμη συγκατάθεση δεν μπορεί επίσης να καταστήσει νόμιμη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων όταν με αυτή θίγεται κάποια από τις αρχές των ποιοτικών χαρακτηριστικών των δεδομένων (π.χ. συγκατάθεση για την επεξεργασία ανακριβούς δεδομένου), ακριβώς επειδή οι αρχές αυτές απηχούν αναγκαστικό δίκαιο, από τις οποίες η ιδιωτική βούληση δεν επιτρέπεται να παρεκκλίνει. Επιπρόσθετα, κατά το εσωτερικό δίκαιο, η συγκατάθεση, ακόμη κι αν δόθηκε σύμφωνα με τους όρους αυτούς δεν νομιμοποιεί την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, αν δεν είναι έγγραφη και αν δεν υπάρχει άδεια της Αρχής (άρθρο 7§2 στ. α΄ ν.2472/1997).
H συγκατάθεση ως νομιμοποιητικός λόγος της επεξεργασίας εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος προστασίας δεδομένων, ενώ προβλέπεται και ρητά από το άρθρο 8§2 εδ. α΄ του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Άρθρο 8 Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από τον νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Η λήψη συγκατάθεσης αποτελεί τον κανόνα-προϋπόθεση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
«Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του» (άρθρο 5§1 Ν.2472/1997).
Κατ’ εξαίρεση, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και για άλλους 5 λόγους:
- Όταν είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης στην οποία συμβαλλόμενο είναι το υποκείμενο.
- Όταν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας.
- Όταν είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, όταν δεν τελεί σε νομική ή φυσική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του.
- Όταν είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος.
- Όταν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του υποκειμένου και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες του
(άρθρο 5§2 Ν.2472/1997).
Αυτοί οι 5 νόμιμοι λόγοι που επιτρέπουν επίσης την συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι οι μόνες περιπτώσεις σύννομης συμπεριφοράς, σύμφωνα με το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ισχύουν και στα 25 κράτη μέλη της ΕΕ, έχουν αναγνωριστεί ως οι μόνοι έγκυροι από το Συμβούλιο της Ευρώπης (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία προσωπικών δεδομένων), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τις 25 ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων των κρατών μελών.
Επειδή ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ειδικά σε χώρες που δεν είχαν παράδοση στην προστασία προσωπικών δεδομένων πριν το 1995 που εκδόθηκε η σχετική Οδηγία, διαμαρτυρήθηκαν για περιορισμό της ελευθερίας της πληροφόρησης, λόγω του ειδικού καθεστώτος των προσωπικών πληροφοριών, η Οδηγία και οι Νόμοι Προστασίας Δεδομένων, περιλαμβάνουν ορισμένες προνομιακές ρυθμίσεις για το δημοσιογραφικό επάγγελμα:
- Δεν είναι υποχρεωτική η προηγούμενη ενημέρωση των υποκειμένων όταν η συλλογή και η επεξεργασία αφορά δημόσια πρόσωπα και γίνεται αποκλειστικά για δημοσιογραφικούς σκοπούς.
- Επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η επεξεργασία ακόμη και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (υγεία, ερωτική ζωή, φυλετική καταγωγή, ποινικές καταδίκες, θρησκευτικές πεποιθήσεις), αλλά μόνο για δημόσια πρόσωπα, μόνο για λόγους ενημέρωσης του κοινού, εφόσον δεν θίγεται ο πυρήνας των ατομικών τους δικαιωμάτων.
Η αφαίρεση της υποχρέωσης ενημέρωσης δημόσιων προσώπων συνεπάγεται και αφαίρεση της υποχρέωσης λήψης συγκατάθεσης για την μετάδοση των δεδομένων τους (αφού η κατά νόμο συγκατάθεση προϋποθέτει ενημέρωση). Έτσι, όμως, πάμε στην εξαίρεση νο 5, κατά την οποία η επεξεργασία των δεδομένων δεν είναι απλώς αναγκαία αλλά «απολύτως αναγκαία» και το έννομο συμφέρον που επιδιώκουν τα μ.μ.ε. «υπερέχει προφανώς» των δικαιωμάτων των δημόσιων προσώπων. Κατ’ αντιδιαστολή, οτιδήποτε άλλο (π.χ. αν δεν είναι και τόσο "προφανές" ότι υπερέχει το έννομο συμφέρον πληροφόρησης του κοινού): απαγορεύεται.
Σχετική σύσταση για τις σταθμίσεις ανάμεσα σε προστασία προσωπικών δεδομένων και στην ελευθερία έκφρασης έχει εκδοθεί από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 (την μόνιμη πλατφόρμα συνάντησης και γνωμοδότησης των ευρωπαϊκών Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) από το 1997 (επί προεδρίας P.Hustinx), που αναγνωρίζει τις επιτρεπτές αποκλίσεις υπέρ των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Recommendation 1/97, Data protection law and the media
Adopted by the Working Party on 25 February 1997
http://europa.eu.int/comm/justice_home/fsj/privacy/docs/wpdocs/1997/wp1_en.pdf
Στο έγγραφο αυτό διακηρύσσεται ξεκάθαρα ότι οι νόμοι προστασίας δεδομένων εφαρμόζονται στα μ.μ.ε., για τα οποία ισχύουν οι ειδικές εξαιρέσεις που κατοχυρώνουν. Η στάθμιση μάλιστα γίνεται σε διαρκή αντιπαραβολή προς το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), η οποία όπως παντού κατοχυρώνεται με την επιφύλαξη της προστασίας όλων των άλλων ατομικών δικαιωμάτων.