Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεκμήριο αθωότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τεκμήριο αθωότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2011

Τεκμήριο αθωότητας, ΜΜΕ και δημόσιος διάλογος

Από τη μια πλευρά, υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας, ένας κανόνας που ισχύει σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα και, κατά τον οποίο, ουδείς επιτρέπεται να θεωρείται ένοχος, εάν δεν αποφανθεί σε αμετάκλητο βαθμό το αρμόδιο δικαστήριο. Ο κανόνας πρέπει να είναι σεβαστός από όλους: από τις δημόσιες αρχές, από τα πολιτικά πρόσωπα, από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και από τους πολίτες.

Από την άλλη, υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης που επικαλούνται όσοι θέλουν να σχολιάσουν μια νομική υπόθεση που μπορεί να παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Η ελευθερία της έκφρασης έχει ένα ευρύτατο περιεχόμενο και σαφώς περιλαμβάνει τόσο την ενημέρωση για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, όσο και τον σχολιασμό τους. Δεν κατισχύει όμως του τεκμηρίου της αθωότητας: η ενημέρωση και ο σχολιασμός μπορεί να γίνει και χωρίς ανεπιφύλακτες κρίσεις περί ενοχής ή αθωότητας του ατόμου που έχει εμπλακεί στην υπόθεση. Πολύ πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, επειδή στελέχη της πολιτικής ηγεσίας έκαναν δηλώσεις στα μέσα ενημέρωσης περί της καταδίκης του πρώην (βλ. εδώ απόφαση Kώνστας κατά Ελλάδος).

Ένας άλλος θεμιτός περιορισμός, όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης, είναι αυτός της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο και η ένδικη υπόθεση δεν αφορά τις δημόσιες δραστηριότητές του, η δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων ή του ονόματος ή της εικόνας κάποιου φερόμενου ως δράστη δεν επιτρέπεται. Στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας: κατά το άρθρο 2 (α) του Ν.2472/1997 για σοβαρά αδικήματα επιτρέπεται με διάταξη του εισαγγελέα η δημοσιοποίηση του ονόματος. Αυτή η ρύθμιση έχει δεχθεί σοβαρή κριτική, ενόψει ακριβώς του τεκμηρίου της αθωότητας. Αλλά είναι μια διάταξη του ελληνικού δικαίου και όταν λείπει και η εισαγγελική άδεια, τότε ονόματα και φωτογραφίες είναι απαράδεκτο, παράνομο, αντισυνταγματικό και αντίθετο στο ευρωπαϊκό δίκαιο να μεταδίδονται στα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, οι απαγορεύσεις των προσωπικών δεδεομένων δεν εμποδίζει την κοινή γνώμη να ενημερώνεται για τα θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος, αφού ακόμη κι αν δεν πρόκειται για κάποιο δημόσιο πρόσωπο, οι ανάγκες για ενημέρωση προφανώς αφορούν το ίδιο το περιστατικό που απασχολεί τη Δικαιοσύνη κι όχι το ονοματεπώνυμο ή την φωτογραφία του δράστη. Τέτοια στοιχεία είναι απολύτως περιττά και δεν συμβάλλουν στο διάλογο για ένα θέμα ευρύτερου ενδιαφέροντος, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Sciacca κατά Ιταλίας, καταδίκασε την δημοσιοποίηση στον Τύπο της φωτογραφίας μιας δασκάλας που της είχε επιβληθεί ένα μικρό πρόστιμο για φορολογική παράβαση. Εφόσον δεν υπήρχαν νομοθετικές ρυθμίσεις που προβλέπουν μια τέτοια δημοσιοποίηση, η Ιταλία είχε παραβιάσει το δικαίωμα της δασκάλας για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής (βλ. εδώ). Στην υπόθεση Gurguenidze κατα Ιταλίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσιοποίηση φωτογραφίας του προσφεύγοντος, που κατηγορήθηκε για την κλοπή ενός χειρογράφου, συνιστούσε παραβίαση της ιδιωτικότητάς του (βλ. εδώ). Από την άλλη πλευρά βέβαια, η δικαστική απαγόρευση δημοσιοποίησης της φωτογραφίας ενός μεγαλοεπιχειρηματία σχετικά με τις έρευνες για πιθανές φορολογικές παραβάσεις κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης ενός αυστριακού περιοδικού, στην υπόθεση Verlagsrupenews GmbH κατά Αυστρίας αρ. 2 (βλ. εδώ). Αντίστοιχα, στην Tønsbergs Blad AS and Haukom κατά Νορβγίας (βλ. εδώ).

Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας αφορά τα μέσα ενημέρωσης ως δεοντολογικός κανόνας, ο οποίος θεσπίζεται σε κάθε κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Επιπλέον, όμως είναι κι ένας νομικά δεσμευτικός κανόνας, αφού εάν ο δημοσιογράφος, εν γνώσει του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει κριθεί αμετάκλητα ένοχος, παίρνει θέση ανεπιφύλακτα περί ενοχής, τότε υπάρχει προσβολή προσωπικότητας. Όσον αφορά μάλιστα τις ραδιοτηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές, το τεκμήριο της αθωότητας κατοχυρώνεται και ως δεσμευτικός κανόνας που προβλέπεται από την ειδική ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία (βλ. άρθρο 11 π.δ. 77/2003 εδώ). Είναι όμως εντελώς διαφορετική η περίπτωση, κατά την οποία κάποιος απλώς λέει τη γνώμη του για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ή για την ιδιότυπη ασυλία των επωνύμων προσώπων γενικά, χωρίς ανεπιφύλακτες κρίσεις για συγκεκριμένα άτομα. Είναι επιτρεπτή η επιστημονική κριτική για την νομική ορθότητα μιας δικαστικής απόφασης. Είναι επίσης εντελώς διαφορετικό όταν ο ερευνητής δημοσιογράφος ή blogger παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως να έχουν νομικές επιπτώσεις για το δημόσιο πρόσωπο: η τήρηση αποστάσεων από το ρόλο του εισαγγελέα και του δικαστή δεν είναι ασύμβατη με την ερευνητική και αποκαλυπτική δημοσιογραφία. Η διατύπωση ανεπιφύλακτων ετυμηγοριών (λ.χ. "κλέφτης ο τάδε", "βιαστής ο δείνα", "δολοφόνος ο Χ", "λογοκλόπος ο Δ") δεν συμβάλουν στον ανοιχτό διάλογο σχετικά με ένα θέμα δημόσιου ενδιαφέρονος, αλλ΄απλώς υποκαθιστούν το έργο των αρχών. Bεβαίως, ένας ζωντανός διάλογος επιτρέπει ακόμη και ακραίους χαρακτηρισμούς, εφόσον αυτοί συνοδεύονται από σχετικά στοιχεία. Στην υπόθεση Κατράμη κατά Ελλάδας, η δημοσιογράφος καταδικάστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια επειδή απεκάλεσε έναν εισαγγελέα επίορκο και καραγκιόζη, αλλά αυτό κρίθηκε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, επειδή τα δικαστήρια δεν είχαν διακρίνει ανάμεσα σε ισχυρισμό για πραγματικά περιστατικά και σε αξιολογική κρίση, βλ. εδώ).

Ακόμη κι αν ένας φερόμενος δράστης αναφέρεται ότι "ομολόγησε", δεν σημαίνει ότι έχει αυτομάτως παραιτηθεί από το τεκμήριο της αθωότητάς του. Διαφορετικά, η ομολογία θα οδηγούσε καθέναν στη φυλακή (παλαιότερα στο απόσπασμα) χωρίς καν δίκη. Πρέπει να υπάρχει ένα ανεξάρτητο δικαστήριο που θα εξετάσει την "ομολογία", υπό το φως όλων των υπόλοιπων στοιχείων. Δεν είναι λίγες οι "ομολογίες" που εκμαιεύονται ύστερα από βασανιστήρια ή κάθε είδους άλλες πιέσεις (λ.χ. πατέρας που θέλει να καλύψει το φόνο που έκανε άλλο μέλος της οικογένειας και ισχυρίζεται ότι τον έκανε ο ίδιος για να μην τιμωρηθεί το παιδί του) και οι οποίες πολύ απέχουν από την απονομή δικαιοσύνης και την εξεύρεση του δράστη.

Τα ίδια ισχύουν όμως και για τους ίδιους τους πολίτες στο δημόσιο ή και τον ημι-δημόσιο λόγο τους. Αν πεις ότι ο γείτονάς σου είναι κλέφτης, χωρίς να έχει καταδικαστεί, ενώ το ξέρεις, μπορεί πολύ εύκολα να βρεθείς κατηγορούμενος για συκοφαντική του δυσφήμηση. Είναι συχνό βέβαια - και το βλέπουμε συνέχεια στα social media- πολίτες να εκτονώνονται ψυχολογικά περιλούζοντας δημόσια πρόσωπα που αντιπαθούν, με διάφορους ισχυρισμούς, άλλοτε σατιρικούς και περιπαικτικούς, άλλοτε υβριστικούς ή συκοφαντικούς. Οι χαρακτηρισμοί περί ενοχής, λόγω της βαρύτητας που ενέχει η αντικειμενική γλώσσα του νόμου,χρησιμοποιούνται επίσης αφειδώς και υποστηρίζεται μάλιστα ότι εμπίπτουν στην ελευθερία της έκφρασης του ατόμου, ακόμη κι αν θα συνιστούσαν παραβιάσεις του τεκμηρίου της αθωότητας εάν εκφέρονταν από πολιτικούς, κρατικούς λειτουργούς ή ακόμη και δημοσιογράφους. Δεν είναι έτσι όμως. Η πρόσφατη υπόθεση με τον επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου είναι χαρακτηριστική: οι πολιτικοί/ταξικοί του αντίπαλοι βρήκαν έναν ιδανικό συμβολισμό στον φερόμενο ως σεξουαλικά παρενοχλούντα μια εργαζόμενη καμαριέρα που κανένα τεκμήριο αθωότητας και κανένα ανθρώπινο δικαίωμα θα τους σταματούσε να καννιβαλίσουν ανεξέλεγκτα. Δεν πρόκειται να τους σταματήσει επίσης καμία αθωωτική απόφαση: εφόσον ο Στρος Καν ως ένοχος βιασμού εξυπηρετεί τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του "αγανακτισμένου" πολίτη, κανένα δικαίωμά του δεν πρόκειται να γίνει σεβαστό. "Ποιο ανθρώπινο δικαίωμα, αφού έχει σοδομίσει ολόκληρα έθνη", θα έλεγαν οι ιδεολογικά αγκυλωμένοι.

Οι προκαταλήψεις καθενός όμως δεν κατισχύουν του τεκμηρίου της αθωότητας. Όσο πιο ειδεχθές είναι ένα αδίκημα, τόσο ακέραια πρέπει να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, όπως το τεκμήριο της αθωότητας. Εάν ο κατηγορούμενος δεν έχει μια δίκαιη δίκη, ακόμη κι αν είναι όντως ο δράστης, τότε αδίκως θα βρεθεί στη φυλακή. Εάν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό απ' όλους, όσο κι αν δεν εξυπηρετεί τις ιδεοληψίες κάθε ευαισθησίας (βλ. αθώωση μαθητών Αμαρύνθου κατηγορούμενων για ομαδικό βιασμό αλλοδαπής συμμαθήτριάς τους). Εάν ο κατηγορούμενος δεν είναι δημόσιο πρόσωπο και η υπόθεσή του δεν αφορά τη διαχείριση των δημοσίων θεμάτων, το όνομά του και η φωτογραφία του (έστω και με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά) δεν έχουν καμία δουλειά να βρεθούν στη δημοσιότητα. Η περίφημη δημοσιότητα της δίκης και η δημόσια απαγγελία της απόφασης, επιταγές που επιβάλλει το Σύνταγμα για λόγους διαφάνειας της δικαιοσύνης, αφορούν μόνο την ίδια τη δίκη και την ίδια την απόφαση, επομένως, όσον αφορά ιδιώτες που κατηγορούνται για ιδιωτικές υποθέσεις, γνώση μπορούν να έχουν μόνο όσοι παρευρίσκονται στο ακροατήριο και κανείς άλλος. Στην υπόθεση Egeland και Hanseid κατά Νορβηγίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημοσιογράφοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να δημοσιεύσουν φωτογραφίες της κατηγορούμενης ενώ πήγαινε στο δικαστήριο να καταδικαστεί για το φόνο των πεθερικών της και της κουνιάδας της, ούτε καν τη φωτογραφία της ενώ έβγαινε από την αίθουσα έχοντας ήδη καταδικαστεί σε 21 χρόνια κάθειρξης. Σημειωτέον ότι επρόκειτο για την δίκη με τη μεγαλύτερη δημοσιότητα στη Νορβηγία κατά τα τελευταία έτη (βλ. εδώ). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η εν λόγω απαγόρευση δημοσίευσης φωτογραφιών δεν παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης των δημοσιογράφων.

Εξαίρεση αναγνωρίζεται από ορισμένες δικαιοδοσίες για εγκλήματα που μπορεί να τελούνται κατ΄εξακολούθηση, όπως τα σεξουαλικά αδικήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντως, η δημοσίευση ενός ονόματος και μιας φωτογραφίας σε μια εφημερίδα ή και στο διαδίκτυο δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει το στόχο της προστασίας των εν δυνάμει θυμάτων: αύριο το όνομα και η φωτογραφία θε ξεχαστούν. Πιο ορθή είναι η καταχώριση των στοιχείων σε απόρρητο αρχείο, στο οποίο πρόσβαση έχουν μόνο κατηγορίες θυμάτων και οι παραστάτες τους (λ.χ. οι γονείς παιδιών έχουν πρόσβαση σε αρχεία καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα εις βάρος ανηλίκων στις Η.Π.Α.). Πάντως και σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να γίνουν ολέθρια λάθη που στιγματίζουν αθώους πολίτες. Μια τέτοια ήταν η περίπτωση του Dimitrov-Kozakov που οδήγησε σε καταδίκη την Βουλγαρία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου που ήταν εσφαλμένα καταχωρημένος στο μητρώο ως βιαστής (βλ. εδώ).

Τρίτη, Απριλίου 06, 2010

Μια απάντηση στον Σταύρο Τσακυράκη




[Μια εξαιρετική οπτικοποίηση για το τεκμήριο της αθωότητας, το βρήκα στο πολύ ωραίο ιστολόγιο Hellenic Action for Human Rights]


Ένα άρθρο της "Ε" με τον -ανατριχιαστικό- τίτλο "Συλλογική συνενοχή" ασχολείται με την υπόθεση της αθώωσης ορισμένων παιδιών που φέρονταν ότι βίασαν μια συμμαθήτριά τους, παρουσία δύο συμμαθητριών που βιντεοσκοπούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα. Όταν το διάβασα, αρνήθηκα να πιστέψω ότι το υπογράφει ο κ. Σταύρος Τσακυράκης, του οποίου το μάθημα (συνταγματικό δίκαιο) παρακολουθούσα με πολύ ενδιαφέρον ως πρωτοετής φοιτητής την προ-προηγούμενη δεκαετία.

Οι καλές μαθήτριες δεν κάνουν παρτούζες στις τουαλέτες του σχολείου

Συνοπτικά, ο καθηγητής, αν και παραδέχεται ότι δεν έχει υπόψη του τη δικογραφία και στοιχεία της υπόθεσης, μας λέει -χωρίς καμία επιφύλαξη- ότι διαφωνεί με την αθώωση των αγοριών, επειδή παραδοσιακά τα θύματα βιασμού σε μια φαλλοκρατική κοινωνία αντιμετωπίζονται με το επιχείρημα "τα θελε και τα 'παθε".

Αυτή η γενίκευση είναι όντως μία από τις πιο απάνθρωπες πάγιες πρακτικές που έχουν παρατηρηθεί σε περιπτώσεις αθώωσης των θυμάτων και αποτελεί μια κλασική υπερασπιστική γραμμή των δικηγόρων φερόμενων βιαστών. Είναι όμως μια γενίκευση και δεν μπορείς να λες ανεπιφύλακτα "εγώ πιστεύω το κορίτσι", χωρίς να ξέρεις τα ειδικά χαρακτηριστικά της εν λόγω υπόθεσης. Μπορείς φυσικά να κάνεις κριτική στην απόφαση -αν την έχεις διαβάσει- όπως μπορείς να επισημάνεις και αυτά τα γενικά στοιχεία από παλαιότερες αθωώσεις επειδή δήθεν το θύμα "τα ΄θελε". Δεν έχεις όμως δικαίωμα να λες για τη συγκεκριμένη περίπτωση "εγώ πιστεύω το κορίτσι". Που το άκουσες το κορίτσι για να το πιστέψεις; Που άκουσες τι είπαν τα αγόρια για να μην τα πιστεύεις; Οι υπόλοιποι μάρτυρες; Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις; Όλα στα σκουπίδια, επειδή οι φερόμενοι δράστες αθωόνται επειδή τα θύματα "τα θελαν";

Πιο εξοργιστικό όμως από αυτά είναι το επιχείρημα που φέρνει ο καθηγητής για να ενισχύσει την δυσπιστία του απέναντι στην αθώωση των αγοριών:

"Δυσκολεύομαι, όμως, να πιστέψω ότι ένα νέο κορίτσι με άριστη συμπεριφορά στο σχολείο και στη κοινωνία, αποφάσισε μια μέρα να διασκεδάσει με τέσσερις συμμαθητές της στην τουαλέτα του σχολείου, κάλεσε και δύο συμμαθήτριές της να κοιτάζουν (ή να βιντεοσκοπούν) και, μετά το γλέντι, είτε επειδή μετάνιωσε είτε επειδή φοβήθηκε τι θα πουν γι' αυτήν η μητέρα της ή οι άλλοι, είχε τη φαεινή ιδέα να επινοήσει την καταγγελία για βιασμό." [υπογράμμιση δική μου].

Οι καλές μαθήτριες δηλαδή δεν κάνουν παρτούζες. Δεν πειραματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους, επειδή είναι καλές μαθήτριες. Δεν έχουν συμμαθήτριες με κινητά τηλέφωνα. Οι συμμαθήτριες των άριστων μαθητριών δεν έχουν περιέργεια για τις ερωτικές περιπέτειες των φίλων τους. Αλλά, ακόμα κι αν οι άριστες μαθήτριες κάνουν μια παρτούζα, θα τρέξουν αμέσως και ευθαρσώς να την ομολογήσουν στη μητέρα τους, ιδίως όταν τα κουτσομπολιά και τα τεκμήρια αρχίσουν να διαδίδονται από κινητό σε κινητό. Δεν θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν όπως - όπως την αλήθεια. Όπως και μια λεσβία ή ένας ομοφυλόφιλος μαθητής σε μια επαρχιακή πόλη, θα σπεύσει να μιλήσει για τις ερωτικές εμπειρίες του - που αλλού;- στους γονείς του. Διότι η ελληνική επαρχία είναι τόσο απελευθερωμένη που τα παιδιά μιλάνε ανοιχτά στους γονείς τους, αφού ποτέ δεν θα υποστούν κάποια συνέπεια για τους ερωτικούς πειραματισμούς τους.

Σε ποια χώρα ζείτε κύριε Τσακυράκη; Μήπως στις Η.Π.Α.;


Οι καταγγελλόμενοι ως βιαστες "πρέπει" να αποδείξουν την αθωότητά τους

Ο κ. Τσακυράκης παραπέμπει για άλλη μια φορά στην αγαπημένη του αμερικάνικη νομοθεσία που - όπως λέει- έχει αναστρέψει ουσιαστικά το τεκμήριο της αθωότητας και το "εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου" σε περιπτώσεις βιασμού: ο φερόμενος ως βιαστής καλείται να αποδείξει την αθωότητά του και όχι το αντίστροφο όπως ισχύει εδώ. Θα έπρεπε δηλαδή να θεωρούνται εξ αρχής περίπου ένοχοι οι καταγγελλόμενοι και μόνο αν καταφέρουν να ανατρέψουν όλες τις κατηγορίες να αθωόνται. Ενώ το συνταγματικό δίκαιο και το ποινικό μας σύστημα προβλέπει τα απολύτως αντίθετα.

Δεν χρειάζεται όμως να αναζητήσει την νομοθεσία των Η.Π.Α. για να βρει τέτοιες αντιστροφές. Σύμφωνα με το Ν.3304/2005 για την ίση μεταχείριση χωρίς διακρίσεις σε ορισμένους τομείς του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, ισχύει ακριβώς αυτή η αναστροφή του βάρους απόδειξης. Ο φερόμενος ως θύτης καλείται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε αθέμιτη διάκριση κι όχι το αντίστροφο. Με μια μικρή λεπτομέρεια: η αναστροφή αυτή φυσικά και δεν ισχύει στο ποινικό δίκαιο (άρθρο 14 παρ. 2 Ν.3304/2005). Η προστασία κατά των διακρίσεων δεν μπορεί να ανατρέψει θεμελιώδεις αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως το τεκμήριο της αθωότητας.

Δεν μπορείς να εντάσσεις κάθε ειδική περίπτωση στο γενικό συμπέρασμα που έχεις υπόψη σου

Ο Σταύρος Τσακυράκης σε αυτό το άρθρο θέλει - οπωσδήποτε καλοπροαίρετα- να επισημάνει το γενικότερο πρόβλημα: την κοινωνική δυσπιστία απέναντι στα φερόμενα θύματα βιασμού, η οποία είναι μια ζοφερή πραγματικότητα. Από την γενική αλήθεια, όμως, μέχρι την εξατομίκευση και την "καταδίκη" των συγκεκριμένων παιδιών υπάρχει μια τεράστια απόσταση παράβλεψης πολλών κατηγοριών νομοθεσιών και τομέων του δικαίου, πέραν του κλασικού τεκμηρίου της αθωότητας. Και γιατί να μην καταργήσουμε τελείως τις δίκες και να αρκούμαστε μόνο στην καταγγελία και κατευθείαν στην φυλακή; Το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ ως κουρελόχαρτα.

Ο κ. Τσακυράκης ξεκινάει και μένει σε ένα παραδοσιακό συμπέρασμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν μιλάμε για μια συνήθη περίπτωση φερόμενου ομαδικού βιασμού. Πρόκειται για μια άκρως ειδική υπόθεση που εγείρει μια σειρά ζητημάτων από μόνο το γεγονός ότι όλοι οι μετέχοντες στην υπόθεση ήταν ανήλικοι, οπότε υπεισέρχονται οι ειδικοί κανόνες και αρχές των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Δεν είναι λοιπόν η ιστορία μιας γυναίκας που καταγγέλλει ότι την βίασαν τέσσερις άντρες. Είναι μια υπόθεση που αφορά τα εξαιρετικά σύνθετα ζητήματα της σεξουαλικότητας των εφήβων. Μια υπόθεση λοιπόν που δεν προσφέρεται για υπαγωγή σε υπερ-γενικεύσεις και ασκήσεις επίδειξης (παλαιο)φεμινιστικών προσεγγίσεων. Και μια υπόθεση στην οποία οι βεβαιότητες δεν έχουν καμία, μα καμία θέση.

Έπειτα, ένας ακόμη παράγοντας που επηρέασε καθοριστικά την υπόθεση από την αρχή ήταν η εμπλοκή των μέσων ενημέρωσης και το τεράστιο ζήτημα της διάδοσης προσωπικών δεδομένων όλων των εμπλεκόμενων, τόσο μέσω του βίντεο που φέρονται ότι γύρισαν οι συμμαθήτριες όσο και μέσω της ενασχόλησης των μεγάλων παραδοσιακών ΜΜΕ. Η υπερέκθεση των ανηλίκων στα μέσα ενημέρωσης, με εκτενείς περιγραφές ακόμα και από την ιατροδικαστική έκθεση που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα - η οποία αθωώθηκε από την Ελληνική Δικαιοσύνη για αυτή την πράξη!- τοποθετεί την ιστορία αυτή σε ένα πλαίσιο που επιβάλλει απολύτως συγκεκριμένους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς και τακτικές. Αλλά και απολύτως προσεκτικό χειρισμό εκ μέρους της Δικαιοσύνης, η οποία οφείλει να μην ενδώσει στον μιντιακό καννιβαλισμό που ασκήθηκε, ακόμα και με πρωτοσέλιδους τίτλους του στυλ "Όλοι οι βιαστές μιας Βουλγάρας". Προκαλεί εντύπωση πως ένας έμπειρος δικηγόρος - με μεγάλες επιτυχίες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο- όπως είναι ο κ. Τσακυράκης, παραβλέπει αυτούς τους παραμορφωτικούς καθρέφτες, μεγεθυντικούς και σμικρυντικούς φακούς, που αναγκαστικά δεν μας επιτρέπουν να έχουμε τη δυνατότηα να γενικολογούμε όταν έχουμε μπροστά μας τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν προσφέρεται αυτή η υπόθεση ως παράδειγμα για το γενικό πρόβλημα που θέλει να θίξει ο καθηγητής.

Αυτοί οι πολλαπλά επάλληλοι άξονες δεν απασχόλησαν καθόλου τον κ. Τσακυράκη στο άρθρο του. Ο κ. Τσακυράκης υποστηρίζει απλώς μια ανάστροφα στερεοτυπική προκατάληψη: επειδή οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με δυσπιστία, "πρέπει" οι άντρες να θεωρούνται κατά τεκμήριο όντως βιαστές.

Εξόχως προβληματικό, ιδίως όταν προσπαθείς με το ζόρι να "χωρέσεις" πραγματικά περιστατικά που ακροθιγώς γνωρίζεις (όπως εδώ) στα γενικά διδάγματα της κοινωνικής σου πείρας. Επίσης, θεωρώ ότι είναι εξόχως προσβλητικό για τις ίδιες τις γυναίκες.


Ένα άρθρο που δεν περίμενα ποτέ ότι θα είχε την υπογραφή του κ. Τσακυράκη.






Πέμπτη, Μαρτίου 11, 2010

Πνευματική ιδιοκτησία, Επικοινωνιακή πολιτική της Αστυνομίας και τεκμήριο της αθωότητας

Διαβάζουμε σε δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας ότι ύστερα από επιχείρηση έγιναν συλλήψεις και σχηματίστηκαν δικογραφίες για άτομα που φέρονται ότι εμπλέκονται σε υπόθεση διακίνησης έργων που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα. 

Στο δελτίο τύπου βλέπουμε τις εξής διατυπώσεις, οι οποίες δεν τηρούν καμία επιφύλαξη για την αθωότητα ή την ενοχή των προσώπων αυτών:

"το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Αθηνών προσήλθε εκπρόσωπος της εταιρίας προστασίας οπτικοακουστικών έργων «Ε.Π.Ο.E.» και υπέβαλλε μήνυση, κατά των διαχειριστών ιστοσελίδας οι οποίοι από κοινού εκτός των άλλων ανέβαζαν (upload) και στην συνέχεια διαμοίραζαν χωρίς την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων εταιρειών, παράνομο ψηφιακό υλικό (τραγούδια, ταινίες και παιχνίδια) στην ιστοσελίδα www.gamato.info την οποία και είχαν την δυνατότητα να τροποποιούν και να υποστηρίζουν τεχνικά.

Κατόπιν των ανωτέρω και μετά από ψηφιακή ανάλυση των καταγγελλομένων κλιμάκια Αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Αθηνών και Θεσ/νίκης την 9-3-2010 πραγματοποίησαν ταυτόχρονα με Εισαγγελικούς λειτουργούς κατ’ οίκον έρευνες όπου διαπιστώθηκε ότι οι συλληφθέντες συνδέονταν στην ιστοσελίδα www.gamato.info είτε ως διαχειριστές (MODERATOR) και προέβαιναν στον διαμοιρασμό ψηφιακών αρχείων (τραγούδια, ταινίες, παιχνίδια) είτε ως επίσημα μέλη (VIP member) και προέβαιναν εξίσου στο διαμοιρασμό ψηφιακών αρχείων (τραγούδια, ταινίες, παιχνίδια)."


Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, μέχρι την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη του από ποινικό δικαστήριο, κάθε άτομο τεκμαίρεται ότι είναι αθώο (τεκμήριο της αθωότητας) πράγμα που σημαίνει ότι οι δημόσιες αρχές (αλλά και όλοι οι υπόλοιποι) πρέπει να του συμπεριφέρονται χωρίς να προεξοφλούν την ενοχή του. Σε αυτό το δελτίο τύπου διαβάζουμε όμως ανεπιφύλακτες διατυπώσεις ("διαμοιραζαν", "διαπιστώθηκε" κλπ) , σαν να επρόκειτο για δικαστική απόφαση που αποφαίνεται περί της ενοχής των κατηγορουμένων, δηλαδή παρουσιάζονται σαν να έχουν τελέσει όντως άδικες πράξεις. Μπορεί να μην δόθηκαν στην δημοσιότητα τα ονόματά τους, αλλά η μεταχείριση που επιφυλάσσει η Αστυνομία σε αυτά τα πρόσωπα δεν προσιδιάζει στην μεταχείρισή τους ως αθώων. 


Το φαινόμενο αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό, διότι τα Δελτία Τύπου που αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας ακολουθούν τις ίδιες ανεπιφύλακτες διατυπώσεις σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς την τήρηση αποστάσεων που επιβάλλει η ιδιότητα του κατηγορουμένου. Προκειμένου να παρουσιαστεί μια "επιτυχία" θα πρέπει άραγε να παραβλέπονται θεμελιώδεις αρχές και δεοντολογικές υποχρεώσεις για τις οποίες ελέγχεται ακόμη κι ο τελευταίος δημοσιογράφος; Επίσης, η ποινική προδικασία καλύπτεται από την αρχή της μυστικότητας. Μπορεί να μην δόθηκαν στη δημοσιότητα οι φάκελοι που σχηματίστηκαν, αλλά και μόνο η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων (και ιδίως της ηλεκτρονικής διεύθυνσης της ιστοσελίδας), μάλλον θίγει σε κάποιο βαθμό την επιβαλλόμενη μυστικότητα. 


Χθες δόθηκε στη δημοσιότητα και Δελτίο Τύπου για την διαδικτυακή παρουσία της Ελληνικής Αστυνομίας. Σε αυτό δεν βλέπουμε καμία απολύτως αναφορά στις δεοντολογικές αρχές βάσει των οποίων θα δημοσιοποιούνται πληροφορίες για την ενημέρωση του κοινού. Πως είναι δυνατόν μια δημόσια υπηρεσία να δημοσιοποιεί κατά βούληση υλικό χωρίς προδιατυπωμένους κανόνες, οι οποίοι να χαρακτηρίζονται από προβλεψιμότητα και προσβασιμότητα (forseeability and accessibility), όπως επιβάλλει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Επί της ουσίας του θέματος, διαβάζουμε για παραβιάσεις του νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Η εν λόγω ιστοσελίδα έγινε γνωστό ότι αφορά torrents, οπότε εγείρεται ένα ζήτημα το οποίο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εμπίπτει στις παραβιάσεις της πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βεβαίως ένα σύνολο αλλοδαπής νομολογίας πάνω σε αυτό το θέμα, το οποίο εισάγει τον κανόνα της "παρακίνησης" (δηλαδή μπορεί εσύ να μην έχεις προβεί σε ανάρτηση και διάδοση του περιεχομένου, αλλά από όλη την δομή ενέχεσαι ως παρακινητής), αλλά αυτό αφενός δεν έχει κριθεί από τα Ελληνικά Δικαστήρια ακόμα κι αφετέρου δεν φαίνεται υπάρχει κάποια ειδική απαγορευτική διάταξη στο νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία ( άρθρο 66 N.2121/1993), η οποία να ποινικοποιεί ρητώς τέτοιες ενέργειες όπως η παρακίνηση, χωρίς άλλη μορφή συμμετοχής. 

Η παράνομη διακίνηση έργων πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί ένα μεγάλο ζήτημα και σε καμία περίπτωση δεν είμαι υπέρ αυτών των πρακτικών, οι οποίες καταστρατηγούν τα δικαιώματα των δημιουργών και των παραγωγών. Όμως εφόσον μιλάμε για νομικές διώξεις, ισχύει ο κανόνας "καμία ποινή δεν επιβάλλεται άνευ σαφούς νόμου" και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο σαφής νόμος που ποινικοποιεί την παρακίνηση δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου. 

Θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της υπόθεσης. 

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

Υπέρ της ψευδωνυμίας

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όποιος μεταδίδει μια είδηση, δηλαδή ένα γεγονός που το παρουσιάζει ως συμβάν της αντικειμενικής πραγματικότητας που αφορά την κοινή γνώμη, διαχειρίζεται ένα δημόσιο αγαθό. Συνεπώς, θα πρέπει να το κάνει με αίσθημα ευθύνης, προκειμένου να μην προκαλέσει σύγχυση, πανικό, να μην διαδώσει ψεύδη, να μην καταστρέψει υπολήψεις, να μη θέσει σε κίνδυνο τις εξωτερικές σχέσεις και την ασφάλεια της χώρας κλπ.

Από την άλλη πλευρά, εφόσον τηρεί αυτούς τους βασικούς κανόνες, κανείς δεν μπορεί να τον θεωρήσει a priori ύποπτο, όσο κι αν διαχειρίζεται μια "πηγή κινδύνου" όπως λέμε στα νομικά. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά υποχρεούνται από το νόμο να δηλώνουν την ιδιοκτησία τους, προκειμένου οι πολίτες να μπορούν να αξιώσουν αποτελεσματικά δικαστική προστασία, αν θεωρήσουν ότι θίγονται από τα δημοσιεύματα, ακόμη και ανυπόγραφα.

Το να υποχρεώσεις όμως όσους συμμετέχουν στην Κοινωνία της Πληροφορίας, προκειμένου να διαδώσουν, να αντλήσουν και να ανταλλάξουν πληροφορίες σε δημόσια προσβάσιμο χώρο, να το κάνουν αποκλειστικά και μόνο επωνύμως, θεωρώ ότι συνιστά έναν υπέρμετρο περιορισμό, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατός με την ελευθερία της έκφρασης, αλλά και το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού.

Αν εγώ θέλω να αυτοαποκαλούμαι e-lawyer ή Ρίτα Χέηγουορθ στο διαδίκτυο, κανείς δεν μπορεί να μου επιβάλλει να υπογράφω με το όνομα που γράφει το δελτίο της αστυνομικής μου ταυτότητας, γιατί διαφορετικά μου περιορίζει υπέρμετρα την ελευθερία της έκφρασης, η οποία μου επιτρέπει λ.χ. να ντύνομαι όπως θέλω και να βγαίνω στα κανάλια με ψευδώνυμο, όπως άλλωστε ήδη κάνουν εδώ και χρόνια πολλοί γνωστοί άνθρωποι του θεάματος και των μέσων ενημέρωσης. Τα κείμενα που γράφουμε στα blogs δεν είναι δηλώσεις που απευθύνονται σε δημόσιες αρχές, όπως λ.χ. οι καταγγελίες που πρέπει να είναι ενυπόγραφες και να έχουν ακριβή στοιχεία!

Όπως το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών επιτρέπει στους συνδρομητές τηλεφώνου να ζητούν απόκρυψη του αριθμού τους και να μην μπαίνει το όνομά τους στους τηλεφωνικούς καταλόγους που διατίθενται δημόσια στο κοινό (και μάλιστα βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας - Οδηγία 2002/58), έτσι δεν μπορεί κανείς να με υποχρεώσει να βάλω το ονοματεπώνυμό μου στο ιστολόγιό μου.

ΑΝ παρανομήσω, ας διασφαλιστεί με κάποιο τρόπο ότι ο θιγόμενος μπορεί να ζητήσει αποτελεσματικά την δικαστική του προστασία - εδώ ανοίγει το μεγάλο ερώτημα αν θέλουμε η συκοφαντική δυσφήμηση να επιτρέπει ή όχι την άρση του απορρήτου. Και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, γιατί μαζί με την συκοφαντική, υπάρχει και η απλή δυσφήμηση (που μπορεί επίσης να καταστρέψει υπολήψεις, λέγοντας όμως αλήθειες!) αλλά και η κοινή εξύβριση. Άρση απορρήτου και για απλή εξύβριση; Το Σύνταγμα λέει μόνο για τα ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα. Αυτά τα όρια πρέπει να αναζητήσουμε και να τα εξηγήσουμε στον νομοθέτη.

Αλλά όχι a priori όλοι ύποπτοι.

Αυτή η θέση υποστηρίζω ότι βασίζεται απολύτως στα άρθρα 5, 5Α,9, 9Α, 14 και 19 του Συντάγματος.

Η νομοθετική επιβολή γνωστοποίησης ταυτότητας του ιδιοκτήτη μέσου ενημέρωσης που προβλέπεται από το Ν.1178/1981 εφόσον επεκταθεί και στα ιστολόγια, υποστηρίζω ότι θίγει όλα τα παραπάνω συνταγματικά άρθρα και καταργεί στην πράξη το τεκμήριο της αθωότητας των bloggers.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...