Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Πρόστιμο για προσωπικά δεδομένα σε πολιτική αφίσα


Πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε πολιτικό φορέα για την χρήση προσωπικών δεδομένων σε  αφίσα (βλ. την απόφαση 117/2012 εδώ). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τη χρήση φωτογραφίας τριών προσώπων, τα οποία συμμετείχαν στην συνάντηση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα στις 25.5.2011, εικόνα που  χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε μεγάλου μεγέθους πολιτική αφίσα, η οποία τοποθετήθηκε σε κεντρικούς δρόμους διαφόρων πόλεων. 

Η απόφαση της Αρχής λαμβάνει υπόψη της ότι η πολιτική επικοινωνία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα άρθρα 5, 5Α και 14 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και ο σεβασμός στην ιδιωτική ζωή γνωρίζουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατ' αρχήν το δικαίωμα της πολιτικής πληροφόρησης αποτελεί υπέρτερο έννομο συμφέρον, το οποίο υπερέχει προφανώς του δικαιώματος του ατόμου για προστασία  των προσωπικών του δεδομένων. 

Ωστόσο, η χρήση της εικόνας του προσώπου των τριών συμμετεχόντων στην εκδήλωση των Αγανακτισμένων, κρίθηκε από την Αρχή ότι μπορούσε να δημιουργήσει στο μέσο πολίτη την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι εικονίζόμενοι ανήκουν πολιτικά στο χώρο του εν λόγω πολιτικού φορέα. Έτσι, η χρήση της φωτογραφίας αποτελούσε ένα ανακριβές προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ευαίσθητο, καθώς κρίθηκε ότι θα μπορούσε να αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις των εικονιζόμενων (τα ευαίσθητα δεδομένα είναι: φυλετική εθνική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις και καταδίκες και συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων). Η Αρχή έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ήταν στελέχη Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, με αυξημένη υποχρέωση για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας, λόγω της αποστολής τους. 

Eίναι η πρώτη φορά που η Αρχή ασκεί την κυρωτική της αρμοδιότητα για την χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Ως δικηγόρος των εικονιζόμενων στην αφίσα προσώπων, κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής αναφέρθηκα στη στάθμιση των δύο αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή αφενός του δικαιώματος πολιτικής πληροφόρησης κι αφετέρου του δικαιώματος της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που η συμμετοχή των ατόμων αφορούσε μια δημόσια εκδήλωση στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας, η Αρχή διασφάλισε τον δικαίωμά τους στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, που θέτει ως προϋπόθεση την συγκατάθεση για την χρήση της εικόνας τους στο context του κομματικού marketing. Γιατί η πολιτική επικοινωνία, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται να ασκείται με οποιοδήποτε τίμημα, αλλά πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2011

Επίσημα ακέφαλη η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων


Παρήλθε χθες το τρίμηνο από την παραίτηση του προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κ. Χρίστου Γεραρή, ο οποίος αποχαιρέτησε οριστικά την Αρχή με ένα κείμενο που δημοσιεύεται σήμερα στην ιστοσελίδα του φορέα (βλ. εδώ).

Ο Πρόεδρος εκλέχθηκε από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής το 2008 για τετραετή θητεία. Στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του τονίζει ότι το ιδρυτικό νομοθέτημα της Αρχής (δηλ. ο Ν.2472/1997) ήταν υπερφιλόδοξο και υιοθέτησε τις πιο αυστηρές εκδοχές εφαρμογής της Οδηγίας 95/46, με αποτέλεσμα να αποδειχθεί μάλλον δύσκαμπτο στην πράξη και να υπερφορτώσει την Αρχή με γραφειοκρατικές υποχρεώσεις. Ένα άλλο πρόβλημα που επισημάνθηκε είναι η υποστελέχωση της Αρχής και η αδυναμία πρόσληψης νέου προσωπικού λόγω της γνωστής δημοσιονομικής κατάστασης. Ο Πρόεδρος αναφέρεται επίσης στο έργο της Αρχής για την προληπτική προστασία των προσωπικών δεδομένων, για τις νέες διατάξεις που ισχύουν (σχετικά με την δυνατότητα να δίνεται προτεραιότητα σε εκκρεμείς υποθέσεις, για αποσπάσεις προσωπικού και για την υποχρέωση των παρόχων τηλεπικοινωνιών από 1ης Σεπτεμβρίου για υποβολή καταλόγων συνδρομητών opt-out. Επίσης παρουσίασε συνοπτικά ορισμένες προετοιμαζόμενες νομοθετικές τροποποιήσεις που εξετάζονται από νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Τέλος, ο Πρόεδρος αναφέρει ότι τα τρία χρόνια που πέρασε στην Αρχή "δεν θα ήταν ειλικρινής αν έλεγε ότι ήταν τα καλλίτερα του δημόσιου βίου του".

Το πρόσωπο που θα ηγηθεί της Αρχής θα πρέπει να επιλεγεί από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 101Α του Συντάγματος, με ομοφωνία ή πλειοψηφία 4/5. Σύμφωνα με μια θεσμικά απαράδεκτη φήμη που δεν έχει διαψευσθεί, θα προέρχεται από τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας, ενώ ο νέος Συνήγορος του Πολίτη από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ (βλ. εδώ).

Ο κ. Γεραρής ήταν ο τρίτος πρόεδρος της ΑΠΔΠΧ, με πρώτο τον κ. Δαφέρμο (1997-2003) και δεύτερο τον κ. Γουργουράκη (2003-2008).




Τρίτη, Δεκεμβρίου 14, 2010

Aρχή Προστασίας Δεδομένων: η φορο-κάρτα πρέπει να εισαχθεί με νόμο

Κατόπιν σχετικού αιτήματος της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέδωσε την γνωμοδότηση 4/2010 (βλ. εδώ), με την οποία αξιολογεί από νομικής απόψεως το σχεδιαζόμενο σύστημα συλλογής αποδείξεων για την εφορία μέσω κάρτας που θα μπορούν να έχουν οι πολίτες.

Η Αρχή υποστηρίζει ότι αυτή η προαιρετική εφαρμογή που παρέχεται στους πολίτες (για να μην προσκομίζουν μία-μία τις αποδείξεις) θα πρέπει να εισαχθεί με νομοθετική διάταξη κι όχι με μια υπουργική απόφαση. Δηλαδή η Αρχή εισηγείται τη θέσπιση άλλου ενός νομοθετήματος, ειδικά για το θέμα της "φορο-κάρτας". Ας δούμε την θεμελίωση αυτής της θέσης, με βάση το κείμενο της γνωμοδότησης:

"Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των φορολογουμένων από δημόσια αρχή λειτουργεί και αναπτύσσει τις συνέπειές της στο πλαίσιο του κράτους δικαίου και της αρχής της νομιμότητας. Όπως παγίως γίνεται δεκτό, η αρχή της νομιμότητας λειτουργεί ως περιοριστικό όριο της διοικητικής δράσης, ή, με αντίστροφο συλλογισμό, η διοικητική ενέργεια πρέπει να είναι σύμφωνη προς τον κανόνα δικαίου που διέπει τη δράση της διοίκησης. Στην προκειμένη περίπτωση, το ισχύον άρθρο 9 του ν. 2238/1994, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3842/2010, το οποίο ορίζει ότι «…Το αφορολόγητο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ ισχύει, εφόσον ο φορολογούμενος προσκομίσει αποδείξεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιεί ο ίδιος, η σύζυγός του και τα τέκνα που τους βαρύνουν…» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής νομική βάση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων μέσω της κάρτας αποδείξεων, όπως αυτή περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσας γνωμοδότησης, καθώς πρόκειται για μία διαφορετικής «έντασης» επεξεργασία από αυτήν που συνεπάγεται η προσκόμιση των αποδείξεων στην αρμόδια φορολογική αρχή (δημιουργία κεντρικής βάσης δεδομένων, μεγαλύτερος χρόνος τήρησης των δεδομένων, διαμεσολάβηση τρίτων μερών – των τραπεζών).

Νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος απαιτείται και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, σύμφωνα με τις προτάσεις της Γενικής Γραμματείας, πρόκειται για εναλλακτικό και προαιρετικό σύστημα καταγραφής αποδείξεων, υπό την έννοια ότι η μη χρήση του δεν συνεπάγεται δυσμενείς έννομες συνέπειες. Ως εκ τούτου, προκειμένου οι φορολογούμενοι να παρέχουν την ελεύθερη, ρητή και ειδική συγκατάθεσή τους (άρθρο 2 στοιχ. ια΄ του ν. 2472/1997) για τη συγκεκριμένη επεξεργασία, απαιτείται να έχουν προηγουμένως ενημερωθεί για τα βασικά στοιχεία αυτής.

Κατά συνέπεια είναι απαραίτητο η σκοπούμενη επεξεργασία να προβλεφθεί σε νομοθετική διάταξη, η οποία θα αναφέρει τα βασικά χαρακτηριστικά της επεξεργασίας, δηλαδή τον υπεύθυνο επεξεργασίας, το σκοπό αυτής, τα δεδομένα τα οποία θα τύχουν επεξεργασίας καθώς και τους αποδέκτες αυτών. Με νομοθετική εξουσιοδότηση επιτρέπεται να ανατεθεί στον κανονιστικό νομοθέτη η ρύθμιση ειδικότερων, τεχνικών ή λεπτομερειακών θεμάτων, όπως ο σχεδιασμός του συγκεκριμένου συστήματος (δηλαδή οι τεχνικές προδιαγραφές των απαιτούμενων για τη λειτουργία του εναλλακτικού τρόπου καταγραφής στοιχείων αποδείξεων εφαρμογών, τα εν γένει οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια της επεξεργασίας των δεδομένων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια)."


Δεν είναι τυχαίο ότι η Αρχή αποφεύγει να μνημονεύσει την συγκεκριμένη νομοθετική ή συνταγματική διάταξη που θα επέβαλε την νομοθετική εισαγωγή της "φορο-κάρτας", αλλά επικαλείται αόριστα την γενική αρχή της νομιμότητας που διέπει το διοικητικό δίκαιο. Ιδίως η Αρχή παραλείπει κάθε αναφορά στο άρθρο 5 του Ν.2472/1997, που προβλέπει έξι εναλλακτικές νομικές βάσεις στις οποίες θα μπορεί να θεμελιωθεί η νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων:


(α) συγκατάθεση του υποκειμένου

(β) εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης

(γ) εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης

(δ) ζωτικό συμφέρον του υποκειμένου που δεν μπορεί να συγκατατεθεί

(ε) εκτέλεση έργου δημόσιας αρχής

(στ) έννομο συμφέρον που υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων του υποκειμένου.


Από όλες αυτές τις εναλλακτικές νομικές βάσεις, μόνο το (γ) απαιτεί την ύπαρξη νόμου που προβλέπει την επεξεργασία. Μια προαιρετική εφαρμογή όπως η δυνατότητα του πολίτη να λάβει τη φορο-κάρτα, μπορεί να βασιστεί με 100% νομιμότητα στην συγκατάθεση του υποκειμένου, δηλαδή στο (α).


Όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις ενημέρωσης που αναφέρει η Αρχή στην παραπάνω γνωμοδότηση, μπορούν να εκπληρωθούν στο ακέραιο με αναλυτικότερες διατάξεις της υπουργικής απόφασης που προβλέπει την φορο-κάρτα: το άρθρο 11 του Ν.2472/1997 προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να ενημερώσει τα υποκείμενα των δεδομένων "με τρόπο πρόσφορο και σαφή", χωρίς βέβαια να επιβάλλεται η ... νομοθέτηση ως ο μόνος πρόσφορος και σαφής τροπος ενημέρωσης. Η διαφάνεια των επεξεργασιών μπορεί να τηρηθεί και με ευρύτατες καταχωρήσεις στον Τύπο, αλλά και με απλή αναφορά όλων των παραπάνω στοιχείων στο κείμενο της υπουργικής απόφασης.


Συνεπώς, η Αρχή δεν έχει θεμελιώσει νομικά την αναγκαιότητα της εισαγωγής της "κάρτας" μενομοθετική διάταξη και γι' αυτό η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και το Υπουργείο δεν έχουν κανέναν λόγο να ακολουθήσουν αυτήν την επιβαρυντική, χρονοβόρα, περιττή και δαπανηρή διαδικασία της κοινοβουλευτικής οδού που θα διατάρασσε και τον σχετικό νομοθετικό προγραμματισμό. Η γνωμοδότηση της Αρχής ούτως ή άλλως δεν είναι τυπικά δεσμευτική, αλλά και επί της ουσίας δεν περιέχει απολύτως κανένα επιστημονικό ή κανονιστικό επιχείρημα που θα επέβαλε την νομοθετική εισαγωγή της κάρτας. Απλώς η Αρχή θεωρεί ότι αυτό θα ήταν "σωστό", χωρίς να μπορεί να πείσει ότι είναι και "επιβεβλημένο". Κάπως έτσι λοιπόν η γνωμοδότηση απεκδύεται και της όποιας ουσιαστικής/εσωτερικής δεσμευτικότητας θα έπρεπε θα ενέχει η ειδική γνώμη μιας ανεξάρτητης Αρχής. Και κάπως έτσι οι ανεξάρτητες αρχές χάνουν τελικά την ουσιαστική νομιμοποίησή τους: δεν θεσπίστηκαν για να λένε την προσωπική τους γνώμη, αλλά για να αξιολογούν τις επερχόμενες ρυθμίσεις με γνώμονα το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Διότι, στην δημοκρατία η αυθεντία ερείδεται στην τεκμηρίωση κι όχι στην επιβολή.


Ως προς τις υπόλοιπες όμως παρατηρήσεις, η Γνωμοδότηση είναι εύστοχη, ιδίως ως προς τον τεχνικό περιορισμό κινδύνων διαρροής των στοιχείων: η λύση της έξυπνης κάρτας είναι σίγουρα πιο ακριβή, αλλά σχεδόν εκμηδενίζει τον κίνδυνο, τουλάχιστον ως προς τα αρχεία του δημοσίου.



Πέμπτη, Δεκεμβρίου 02, 2010

Νομιμότητα τήρησης "αιτήσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού" από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ

Σύμφωνα με πολλές σημερινές καταχωρήσεις στον Τύπο, ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή ζήτησε από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να διερευνήσει αν είναι νόμιμη η τήρηση των αιτήσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού που υποβάλλουν καταναλωτές κατά το Ν.3869/2010, από τα αρχεία της εταιρίας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. (βλ. ενδεικτικά, σχετικό άρθρο στο ΒΗΜΑ εδώ).

Η τήρηση των διαφόρων κατηγοριών αρχείων προσωπικών δεδομένων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. πρέπει να περάσει από τη διαδικασία:
(α) Γνωστοποίησης αρχείου στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (άρθρο 6 ν.2472)
(β) Προηγούμενης ενημέρωσης των υποκειμένων των δεδομένων για την συλλογή κι επεξεργασία των συγκεκριμένων κατηγοριών δεδομένων που περιέχει κάθε κατηγορία αρχείου (άρθρο 11 ν.2472).

Η γνωστοποίηση αρχείου είναι μια μονομερής ενέργεια, η οποία δεν εξαρτάται από κάποιας μορφής έγκριση από την Αρχή. Η έλλειψη γνωστοποίησης ωστόσο συνιστά ποινικό αδίκημα, το οποίο περιγράφεται στο άρθρο 22 του ν.2472/1997 (βλ. εδώ) .

Η προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων μπορεί να γίνεται και με "ενημέρωση δια του τύπου", εφόσον αφορά άνω των 1.000 ατόμων κι εφόσον έχει εκδοθεί ειδική άδεια της Αρχής.

Η Αρχή όμως έχει αρμοδιότητα να ελέγξει και κατ' ουσίαν την νομιμότητα της εν λόγω συλλογής κι επεξεργασίας δεδομένων από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ. Στο πλαίσιο αυτής της αξιολόγησης, η Αρχή μπορεί να κρίνει και ότι δεν επιτρέπεται καν η τήρηση τέτοιου αρχείου, όπως είχε πράξει με παλαιότερες αποφάσεις της για την τήρηση "white list", δηλαδή όχι ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, αλλά απλώς "πηγών κινδύνου" (βλ. ΑΠΔΠΧ 86/2002 εδώ, ΑΠΔΠΧ 63/2007 εδώ) .

Από τον διαδικτυακό τόπο του ΤΕΙΡΕΣΙΑ αυτή την στιγμή δεν προκύπτει ενημέρωση του κοινού για τήρηση των δεδομένων "αιτήσεις εξωδικαστικού συμβιβασμού" (βλ. εδώ κατηγορίες αρχείων και κατηγορίες δεδομένων που τηρεί ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ). Δηλαδή διαδικτυακά ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ δεν έχει ενημερώσει από την επίσημη ιστοσελίδα του ότι τηρεί τέτοια δεδομένα.

Το κρίσιμο όμως για την ουσιαστική νομιμότητα της τήρησης αυτού του αρχείου είναι το κατά πόσον οι εν λόγω αιτήσεις θα θεωρηθούν "δυσμενή" δεδομένα ή "ευμενή" δεδομένα. Σύμφωνα με τη γενική προσέγγιση που τηρεί η Αρχή, η τήρηση "ευμενών" δεδομένων επιτρέπεται μόνο με τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. Επειδή όμως η συγκατάθεση έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο στο δίκαιο των προσωπικών δεδομένων (βλ. εδώ ορισμό άρθρου 2 (στ) ν.2472), έχει κριθεί ότι τέτοια συγκατάθεση δεν υπάρχει όταν το υποκείμενο εξαναγκάζεται από τις περιστάσεις να την παράσχει.

Αν όμως θεωρηθεί ότι αυτές οι αιτήσεις αποτελούν δυσμενή δεδομένα, τότε η έρευνα της Αρχής θα αφορά λοιπόν το κατά πόσον η τήρηση ενός αρχείου "αιτήσεων εξωδικαστικού συμβιβασμού" είναι συμβατή με τους σκοπούς για τους οποίους ιδρύθηκε και λειτουργεί ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, δηλαδή την σταθερότητα του πιστωτικού συστήματος που εγγυάται η πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν την οικονομική φερεγγυότητα των ατόμων.

Στο "Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων", ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ τηρεί αιτήσεις πτωχεύσεων και αιτήσεις/συμφωνίες συνδιαλλαγής (του πτωχευτικού κώδικα). Οι αιτήσεις πτωχεύσεων διαγράφονται με την κήρυξη της πτώχευσης από το δικαστήριο, αλλά σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, η σχετική πληροφορία διατηρείται για 15 χρόνια στο αρχείο. Οι αιτήσεις συνδιαλλαγής διατηρούνται στο αρχείο για 5 χρόνια από την κατάθεσή τους στο δικαστήριο, ενώ οι συμφωνίες συνδιαλλαγής διατηρούνται στο αρχείο για 5 χρόνια από την λήξη της διάρκειας ισχύος της συμφωνίας. Αν απορριφθεί η επικύρωση ή λήξει η συμφωνία, τα σχετικά δεδομένα διατηρούνται στο αρχείο για 5 χρόνια από την δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η ομοιότητα που παρουσιάζει η διαδικασία υποβολής αίτησης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τις παραπάνω αιτήσεις για πτωχευτικές διαδικασίες/συμφωνίες συνδιαλλαγής δημιουργεί την ανησυχία ότι η τήρηση αυτών των δεδομένων θα ενταχθεί στο Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων και τα δεδομένα θα διατηρούνται εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Εάν αυτή η ανησυχία επιβεβαιωθεί, αυτό σημαίνει ότι θα πρόκειται για "δυσμενή" δεδομένα, τα οποία θα "ακολουθούν" τους πολίτες για χρόνια μετά την αίτηση του εξωδικαστικού συμβιβασμού και θα συντελούν αρνητικά στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής τους ικανότητας.

Σε αυτή την προσέγγιση συνηγορεί όμως και το άρθρο 16 του Ν.3869/2010 (εδώ), κατά το οποίο η διατήρηση των δεδομένων που αφορούν αυτές τις διαδικασίες συμβιβασμού τηρούνται από πιστωτικά ιδρύματα "ή τρίτους χάριν αυτών" (όπως ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη. Ο νόμος έχει προβλέψει δηλαδή ως ενδεχόμενο την τήρηση αυτών των στοιχείων από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Γενικός Γραμματέας Καταναλωτή στην επιστολή του προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, άλλο η αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού (που απευθύνεται στους πιστωτές) κι άλλο η -τυχόν μετέπειτα- αίτηση στο Ειρηνοδικείο για ρύθμιση των χρεών που τηρείται και στο Αρχείο Αιτήσεων, στο οποίο, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν.3869/2010 έχει πρόσβαση "κάθε ενδιαφερόμενος". Περαιτέρω, όμως, κι αυτή η διάταξη περί πρόσβασης "κάθε ενδιαφερόμενου" σε αυτό το Αρχείο Αιτήσεων είναι αμφισβητήσιμης συνταγματικότητας, αφού οι αιτήσεις αυτές περιέχουν σαφέστατα προσωπικά δεδομένα που ανάγονται στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και πιθανότατα να περιέχουν και ευαίσθητα δεδομένα "κοινωνικής πρόνοιας" (λ.χ. οικογενειακά επιδόματα, αφού κατά το άρθρο 4 του νόμου η αίτηση αυτή περιέχει τα πάσης φύσεως επιδόματα του αιτούντος αλλά και του συζύγου του!). Έτσι η τήρηση των αιτήσεων αυτών από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ θα ανατρέψει την βασική και διακηρυγμένη αρχή της εν λόγω εταιρίας ότι δεν τηρεί ευαίσθητα, αλλά μόνο απλά δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς. Μια τέτοια συλλογή κι επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να είναι επιτρεπτή για σκοπούς διαπίστωσης οικονομικής φερεγγυότητας, αφού δεν εμπίπτει σε καμία εξαίρεση του άρθρου 7 παρ. 2 ν.2472/1997 που επιτρέπει (με άδεια της Αρχής) την τήρηση ευαίσθητων δεδομένων!

Η ουσιαστική απάντηση για το κατά πόσον θα πρέπει να τηρούνται αυτά τα δεδομένα προϋποθέτει έρευνα του σκοπού του Ν.3869/2010, που είναι η διευκόλυνση των υπερχρεωμένων καταναλωτών και νοικοκυριών με την τακτοποίηση των χρεών τους. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου (βλ. εδώ):

"Η εν λόγω διαδικασία διαφέρει από την πτώχευση των εµπόρων όσον αφορά τον επιδιωκόµενο σκοπό. Ενώ στην τελευταία προτάσσεται κατά βάση η ικανοποίηση των πιστωτών, µε µοιραίες συχνά συνέπειες για την επιχείρηση, στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωµένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονοµικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών αποβλέπει εν προκειµένω στη δυνατότητα µίας δεύτερης ευκαιρίας στο υπερχρεωµένο φυσικό πρόσωπο για ένα νέο οικονοµικό ξεκίνηµα, χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος, µε τη δυνατότητα απαλλαγής από υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, εφόσον για ένα ορισµένο χρονικό διάστηµα εξαντλήσει τις δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών του. Η (µερική έστω) ικανοποίηση των πιστωτών από το εισόδηµα του οφειλέτη για µία συγκεκριµένη χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιµασία και επίδοση του οφειλέτη προκειµένου να επιτύχει µε το πέρας αυτής το ευεργετικό αποτέλεσµα της απαλλαγής των χρεών."

Είναι δηλαδή μια θετική ρύθμιση υπέρ του καταναλωτή, η οποία δεν θα πρέπει να οδηγήσει όμως σε περαιτέρω επιβαρύνσεις του, όπως η διατήρηση ενός δυσμενούς στοιχείου στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ που θα τον παρεμποδίσει από την μετέπειτα εξυπηρέτησή του από το πιστωτικό σύστημα για χρονικό ορίζοντα 3 ετών. Μια τέτοια συνέπεια στην πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή είναι αντίθετη στην συνταγματική έδραση του τελολογικού στόχου του νομοθέτη, στο άρθρο 5 παρ. 1, αλλά και του 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Γι' αυτό η τήρηση των εν λόγω στοιχείων από τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ προσκρούει, κατά τη γνώμη μου στον σκοπό του Ν.3869/2010, κατά το μέτρο που ο σκοπός αυτός βασίζεται στην εγγύηση περί κοινωνικού κράτους δικαίου, και θα πρέπει να απορριφθεί ως δυνατότητα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.



Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2010

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν αρκεί να "ανησυχεί" για την Κάρτα του Πολίτη

Διαβάζω ότι ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δήλωσε ότι φυσικά και ανησυχεί για την Κάρτα του Πολίτη, "αλλά δεν μπορούμε να επιλαμβανόμεθα με βάση δημοσιεύματα" (βλ. εδώ).

Δυστυχώς η Αρχή έχει συμπληρώσει πάνω από δέκα χρόνια λειτουργίας και ο κ. Γεραρής βρίσκεται 2,5 χρόνια στη θέση του Προέδρου της κι ακόμη δεν έχει γίνει αντιληπτός ο προληπτικός ρόλος επέμβασης που επιφυλάσσεται σε αυτόν τον θεσμό από τη νομοθεσία. Η Αρχή φυσικά και οφείλει να επιλαμβάνεται με βάση δημοσιεύματα, αυτεπαγγέλτως, πριν να είναι ήδη πολύ αργά!

Αν οι υπεύθυνοι της Αρχής είχαν παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις, θα γνώριζαν ότι ο ρόλος της ανεξάρτητης αρχής είναι να προλαμβάνει κι όχι να θεραπεύει. Ο ομόλογος θεσμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων τοποθετείται δημόσια με αναλυτικές Γνωμοδοτήσεις ακόμη κι όταν οι φημολογούμενες ρυθμίσεις βασίζονται σε διαρροές ή σε δηλώσεις αξιωματούχων. Μια επίσκεψη στην ιστοσελίδα του (εδώ) αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι φυσικά και δεν περιμένει η Ανεξάρτητη Αρχή να τεθεί σε "διαβούλευση" ένα κείμενο, το οποίο πολύ συχνά "τσιμπάει" ως διαρροή από διάφορα ειδησεογραφικά site. Για παράδειγμα, η Γνωμοδότηση του ΕΕΠΔ για την ACTA (βλ. εδώ) περιέχει μια πλήρη αξιολόγηση της εν λόγω προετοιμαζόμενης διεθνούς συμφωνίας, χωρίς καν να έχει δοθεί στη δημοσιότητα ένα επίσημο προσχέδιό της! Αυτό θα πει προληπτική παρέμβαση που θέτει τους συνταγματικούς φραγμούς στον νομοθέτη, εκ των προτέρων.

Δυστυχώς η Ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων μας έχει συνηθίσει στις εκ των υστέρων επεμβάσεις της: η γνωμοδότηση για τις κάμερες και το dna το καλοκαίρι του 2009 δημοσιεύθηκε 15 μέρες μετά την ψήφιση του αντισυνταγματικού νομοσχεδίου. Η επέμβαση της Αρχής για το θέμα της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων επίσης ήρθε αφού ήδη είχε εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση - σε αυτό βέβαια υπάρχει και ευθύνη της κυβέρνησης που δεν ζήτησε εγκαίρως την γνωμοδότηση της Αρχής.

Η Αρχή οφείλει όχι απλώς να υπενθυμίζει την ύπαρξή της με συναισθηματικές δηλώσεις περί "ανησυχίας", αλλά να προλαμβάνει τις εξελίξεις θέτοντας εξ αρχής το πλαίσιο ανθρώπινων δικαιωμάτων που οφείλει να σεβαστεί η νομοθεσία. Στην περίπτωση της Κάρτας του Πολίτη, έπρεπε ήδη η Αρχή να είχε δημοσιοποιήσει ένα Position Paper για την υπερσυγκέντρωση πληροφοριών σε "έξυπνες κάρτες", βάσει της δικής της νομολογίας, αλλά και σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Έτσι η Αρχή θα έθετε εκ των προτέρων στο νομοθέτη τα όρια εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί η διαχείριση της σχετικής ύλης. Εξάλλου, δεν πρόκειται απλώς για "δημοσιεύματα" όπως λέει ο κ. Γεραρής, αλλά για επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις που σκιαγραφούν ορισμένα δομικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας που θα έχει αυτή η Κάρτα, τα οποία σαφώς και μπορούν να σχολιαστούν από την Αρχή και να τεθούν τα πλαίσια συνταγματικότητας βάσει των οποίων θα ήταν ανεκτές σχετικές λειτουργίες έξυπνης κάρτας.

Η Αρχή μας απογοητεύει για άλλη μια φορά κι αυτό αυτό θα πρέπει να ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη από την Κυβέρνηση, γιατί όπως φαίνεται πρόκειται για ένα δημόσιο όργανο το οποίο αδυνατεί εδώ και χρόνια πια να ασκήσει τις συνταγματικές του αρμοδιότητες. Χρειάζεται μια εκτεταμένη αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της Αρχής και μια καλή εκκαθάριση στη στελέχωσή της, όταν θα λήξουν οι τρέχουσες θητείες.




Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010

H διαδικτυακή ανάρτηση του "πόθεν έσχες" και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα της "Ε", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων τοποθετήθηκε αρνητικά για την διαδικτυακή ανάρτηση του "πόθεν έσχες" των βουλευτών, επικαλούμενη την αντίθεση της σχετικής ρύθμισης στο κοινοτικό δίκαιο (βλ. εδώ).

Φυσικά δεν υπάρχει καμία διάταξη του "κοινοτικού δικαίου" (πλέον "ενωσιακό δίκαιο") που να απαγορεύει συγκεκριμένα την διαδικτυακή ανάρτηση της περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών. Η Αρχή είναι πολύ πιθανό να επικαλεστεί όμως την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην "Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων") στην υπόθεση της δημοσιοποίησης των μισθών των υπαλλήλων της Αυστριακής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης (βλ. εδώ). Σε εκείνη την απόφαση το Δικαστήριο απεφάνθη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζεται η κοινοτική Οδηγία 95/46 για την προστασία προσωπικών δεδομένων, αλλά αυτό δεν απαγόρευε στην Αυστρία την ίδια τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, αρκεί τα εθνικά δικαστήρια να έκριναν ότι αυτή είναι αναγκαία για λόγους διαφάνειας (ήταν προδικαστική απόφαση του ΔΕΚ). Οπότε, η κοινοτική νομολογία δεν είναι απαγορευτική κατ' αρχήν για μια τέτοια δημοσιοποίηση.

Επιπλέον, oι ανώτατοι λειτουργοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιοποιούν μια κατάσταση οικονομικών συμφερόντων στις ιστοσελίδες του θεσμικού οργάνου στις οποίες υπηρετούν. Για παράδειγμα ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει αναρτήσει στην ιστοσελίδα του σχετικές δηλώσεις για κάθε έτος (βλ. εδώ). Την αντίστοιχη δήλωση που υποβάλουν και οι Ευρωβουλευτές βρίσκουμε αναρτημένη στα βιογραφικά τους στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (βλ. εδώ). Επομένως, η ίδια η ΕΕ έχει αποδεχθεί το μέτρο της διαδικτυακής ανάρτησης των οικονομικών προσωπικών δεδομένων για κρατικούς λειτουργούς.

Στο μέτρο λοιπόν που το ρεπορτάζ της "Ε" είναι ακριβές, δυστυχώς αποκαλύπτεται για μία ακόμη φορά ότι αφενός η Αρχή Προστασίας Δεδομένων δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στην διττή αποστολή της, καθώς κατά την Οδηγία 95/46 πρέπει να διασφαλίζει -εκτός από την προστασία- και την "ελεύθερη κυκλοφορία" των προσωπικών δεδομένων. Αφετέρου, η Κυβέρνηση δεν είναι έτοιμη να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη εικόνα ρύθμισης στην Αρχή, όπως συνέβη και με την περίπτωση της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων, με αποτέλεσμα να εκτίθεται στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και να δείχνει ότι σαστίζει όταν η Αρχή επικαλείται ανύπαρκτες απαγορεύσεις.

Χρειάζεται λοιπόν αφενός η Αρχή να αναβαθμιστεί σε Information Commissioner για να συνειδητοποιήσει το ρόλο της ως θεσμού υπέρ της διαφάνειας κι αφετέρου η Κυβέρνηση να είναι καλύτερα προετοιμασμένη όταν παραδίδει νομοσχέδια που περιέχουν και πτυχές προστασίας προσωπικών δεδομένων.


Παρασκευή, Οκτωβρίου 09, 2009

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: απολυμένος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε πρακτικά με λόγους απόλυσης


Απολυθείς από δημοτική επιχείρηση υπέβαλε προσφυγή στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επειδή δεν του χορηγούσαν αντίγραφα από τα πρακτικά ΔΣ και την αλληλογραφία του προέδρου που περιείχαν στοιχεία για τους λόγους απόλυσής του. 


Η Αρχή, ύστερα από αλλεπάλληλες προσπάθειες επικοινωνίας προκειμένου να πείσει την δημοτική επιχείρηση να χορηγήσει αντίγραφα των εγγράφων στον απολυθέντα, εξέδωσε την απόφαση 28/2009 , στις 16.3.2009, για να αποφασίσει επί της αίτησης που είχε ασκηθεί στις 7.11.2007. Για να αξιολογηθεί κατά πόσον η Αρχή τήρησε την προθεσμία της 50ήμερης διεκπεραίωσης της υπόθεσης, δεδομένου ότι πρόκειται για μια διαμεσολαβητική εργασία, θα πρέπει να εξεταστεί: (α) εάν η πρώτη αντίδρασή της στην αίτηση του πολίτη έλαβε χώρα εντός 50 ημερών, (β) αν οι επόμενες ενέργειές της σε νεότερες εξελίξεις (απάντηση της διοίκησης ή νέα στοιχεία εκ μέρους του αιτούντος) έλαβαν χώρα εντός 50 ημερών από την περιέλευση των πληροφοριών στην σφαίρα ευθύνης της Αρχής.  Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πρώτη αντίδραση της Αρχής ήταν η αποστολή εγγράφου στην δημοτική επιχείρηση στις 13.5.2008 για να ικανοποιήσει "αμέσως" το δικαίωμα πρόσβασης. Το "αμέσως" ακούγεται τουλάχιστον κωμικοτραγικό, όταν η ίδια η Αρχή χρειάζεται 7 μήνες για να στείλει ένα χαρτί στη Διοίκηση. Άρα η Αρχή δεν έδρασε εντός 50 ημερών από τη λήψη της αίτησης. Σε επόμενο στάδιο, ο αιτών ενημέρωσε την Αρχή με έγγραφό του στις 30.7.2008 ότι η Διοίκηση εξακολουθεί να μην ικανοποιεί το δικαίωμα πρόσβασής του. Στη συνέχεια η απόφαση αναφέρεται σε "αλλεπάλληλες κλήσεις" της Αρχής χωρίς να αναφέρονται ημερομηνίες. Σε κάθε περίπτωση, η Αρχή έχει υπερβεί προ πολλού τις 50 ημέρες, ήδη από την πρώτη της ενέργεια. Η σοβαρή καθυστέρηση αποδυναμώνει τελικά και το δικαίωμα του πολίτη για πρόσβαση στα δεδομένα του: όταν η ίδια η Αρχή καθυστερεί τόσο πολύ να επεξεργαστεί μια τόσο απλή αίτηση, διαβιβάζοντάς την άμεσα στον ελεγχόμενο υπεύθυνο επεξεργασίας, είναι λογικό ότι ο τελευταίος δεν πρόκειται να πάρει και πολύ στα σοβαρά το αίτημα του πολίτη. 

Mε την απόφαση η Αρχή δέχθηκε το αίτημα, επέβαλε πρόστιμο 5.000 ευρώ  στη δημοτική επιχείρηση για μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης και την διέταξε να χορηγήσει στον απολυθέντα αντίγραφα του Δ.Σ., των σχετικών επιστολών του προέδρου καθώς και της καταγγελίας τρίτου που σχετίζονται με την απόλυσή του. 


Αρχή Προστασίας Δεδομένων: απόρριψη αίτησης θεραπείας λόγω έλλειψης "νέων στοιχείων"


Ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση θεραπείας  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την επανεξέταση προηγούμενης προσφυγής του, ισχυριζόμενος ότι δεν ικανοποιήθηκε πλήρως το δικαίωμα πρόσβασής του. 

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 26/2009 , στις 13.3.2009, για να αποφασίσει επί της αίτησης που είχε ασκηθεί στις 29.2.2008. Σίγουρα έπρεπε να είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη προθεσμία 50 ημερών διεκπεραίωσης υποθέσεων πολιτών από τη Διοίκηση, καθώς η υπόθεση δεν παρουσίαζε ιδιαίτερη δυσκολία.

Mε την απόφαση η Αρχή απέρριψε την αίτηση θεραπείας επειδή, μεταξύ άλλων, "ούτε επικαλείται, ούτε προσκομίζει νέα στοιχεία για την επανεξέταση της υπόθεσής του".
Εδώ υπάρχει μια σοβαρή παρανόηση από την πλευρά της Αρχής: όταν κάποιος υποβάλλει αίτηση θεραπείας σε ένα διοικητικό όργανο έχει το δικαίωμα να επανεξεταστεί το σύνολο της υπόθεσης του, χωρίς να τίθεται από το νόμο ως λόγος βασιμότητας ή παραδεκτού της προσφυγής η "επίκληση ή προσκόμιση νέων στοιχείων". Ο πολίτης κάνει χρήση του άρθρου 10 του Συντάγματος (αναφέρεσθαι στις αρχές) και του άρθρου 24 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, άρθρα που φαίνεται ότι δεν έλαβε υπόψη της η Αρχή, καθόσον δεν τα μνημονεύει στο κείμενο της απόφασης αυτής. 

Έτσι η απόφαση της Αρχής εμπεριέχει σημαντικό νομικό σφάλμα που περιορίζει υπέρμετρα το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις Αρχές και την ειδικότερη έκφανσή του για υποβολή αίτησης θεραπείας στο όργανο που εξέδωσε την απόφαση. Η Αρχή, προκειμένου να αποφύγει στο μέλλον τέτοια σημαντικά σφάλματα που θίγουν συνταγματικής θεμελίωσης δικαιώματα, θα πρέπει να προβλέψει στον Κανονισμό Λειτουργίας της (ο οποίος κατά τον Ν.3051/2002 πρέπει να είναι σύμφωνος προς τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, άρα και προς το άρθρο 24 Ν.2690 περί αίτησης θεραπείας) την διαδικασία υποβολής αίτησης θεραπείας, ώστε να καταστεί σαφές ότι δεν απαιτείται προσκόμιση κι επίκληση νέων στοιχείων προκειμένου να επανεξετασθεί μια υπόθεση κατά το νομικό ή και το πραγματικό μέρος της. 





Αρχή Προστασίας Δεδομένων: χορήγηση ιατρικών στοιχείων για δίκη διαζυγίου


Νοσοκομείο και ενδιαφερόμενος σύζυγος υπέβαλαν ερώτημα - αίτημα  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την χορήγηση ιατρικού φακέλου της συζύγου του σχετικά με το ιστορικό της κύησης. Ο σκοπός για τον οποίο ζητήθηκε ο φάκελος ήταν να αντικρουσθούν ισχυρισμοί της αγωγής διαζυγίου, ενώπιον του Δικαστηρίου. 

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 23/2009 , στις 10.3.2009, για να αποφασίσει επί αιτήσεων που είχαν υποβληθεί στις 12.12.2008 και τις 21.1.2009, ενώ το Δικαστήριο του διαζυγίου είχε προσδιοριστεί για τις  27.3.2009. Σε αυτή την περίπτωση η Αρχή λειτούργησε δηλαδή με πραγματικά σημαντική ταχύτητα.

Mε την απόφαση η Αρχή επέβαλε αποφάσισε να μη χορηγήσει στο νοσοκομείο την άδεια για παράδοση αντιγράφων του συνόλου του φακέλου, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν περιττό, αλλά αποφασίζει ότι μπορεί να χορηγηθεί μια βεβαίωση με τις κρίσιμες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών των αντιδίκων. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ότι στο κείμενο της απόφασης ενσωματώνονται αποσπάσματα από τα δικόγραφα των αντιδίκων, στα οποία βασίστηκε η Αρχή για να κρίνει κατά πόσον τα προσωπικά δεδομένα είναι συναφή με το σκοπό της απόδειξης και ανταπόδειξης. 


Αρχή Προστασίας Δεδομένων: άρνηση διαβίβασης δεδομένων υγείας σε δικαστήριο


Νοσοκομείο υπέβαλε αίτημα  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την χορήγηση άδειας προκειμένου να παραδώσει σε ιατρό ορισμένα προσωπικά δεδομένα ασθενούς για δικαστική χρήση. 

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 21/2009 , στις 23.2.2009, για να αποφασίσει επί της αίτησης που είχε ασκηθεί στις 22.12.2008. Σε αυτή την περίπτωση η Αρχή λειτούργησε δηλαδή με πραγματικά σημαντική ταχύτητα που προσεγγίζει τις 50 ημέρες που ορίζει ο νόμος για την διεκπεραίωση υποθέσεων πολιτών από τη διοίκηση. 

Mε την απόφαση η Αρχή επέβαλε αποφάσισε να μη χορηγήσει στο νοσοκομείο την άδεια για παράδοση αντιγράφων προσωπικών δεδομένων του ασθενούς, επειδή θεώρησε ότι για τις ανάγκες της δίκης επαρκούν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε έγγραφο που είχε ήδη περιληφθεί στη δικογραφία. Πάντως η Αρχή οριοθετεί την αρμοδιότητά της ξεκαθαρίζοντας σε αυτή την απόφαση : "Σε κάθε περίπτωση, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσκομιδή οποιουδήποτε στοιχείου κρίνεται αναγκαίο κατά τις ειδικότερες δικονομικές διατάξεις χωρίς ανάγκη λήψης άδειας από την Αρχή". 

Η αναφορά στην αρχή των "ειδικότερων διατάξεων" μάλλον αποτελεί μια ερμηνεία της Αρχής όχι τόσο προς την κατεύθυνση της ρητής εξαίρεσης της εφαρμογής του ν.2472 από τις δικαστικές αρχές, αλλά προς την πάγια θεώρηση ότι οι δικονομικές διατάξεις είναι ειδικότερες των διατάξεων της προστασίας προσωπικών δεδομένων και κατισχύουν αυτών.

Πάντως αυτό ακριβώς το θέμα πρέπει να λυθεί κάποια στιγμή και νομοθετικά, δεδομένης της σχετικής αμφισβήτησης της συνταγματικότητας μιας τέτοιας εξαίρεσης, καθώς πρόκειται για αποκλεισμό της προστασίας δεδομένων από ένα ολόκληρο πεδίο κρατικής δράσης, όπως είναι η Δικαιοσύνη. 


Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: επιβολή της αυτοδίκαιης διαγραφής αλλοδαπού από Σένγκεν και ΕΚΑΝΑ


Υπήκοος Αλβανίας προσέφυγε  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την διαγραφή του από το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών που είχε καταχωρηθεί, ενώ είχε κάνει χρήση των διατάξεων του Ν.3386/2005 περί αυτοδίκαιης διαγραφής αλλοδαπών, εφόσον η εγγραφή βασίστηκε στην παράνομη είσοδο, διαμονή, εργασία και παραμονή στη Χώρα. 

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 18/2009 , στις 24.2.2009, για να αποφασίσει,ενώ η προσφυγή είχε ασκηθεί στις 2.4.2007. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Αρχή υπερέβη τις προβλεπόμενες από το Ν.2690/1999 πενήντα ημέρες για την διεκπεραίωση του αιτήματος, καθώς η απόφαση εκδόθηκε δύο χρόνια μετά. Κανονικά οι υποθέσεις αλλοδαπών, έχοντας ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, θα πρέπει να διεκπεραιώνονται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. 

Mε την απόφαση η Αρχή επέβαλε αποφάσισε την διαγραφή του προσφεύγοντος και από τα δύο αρχεία προσωπικών δεδομένων και κάλεσε τον υπεύθυνο να ενημερώσει την Αρχή και τον προσφεύγοντα για την εν λόγω διαγραφή εντός 10 ημερών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η Αρχή ακολουθεί την ερμηνεία που έχει δώσει και σε παραπλήσιες αποφάσεις της, ερμηνεύοντας την διάταξη του Ν.3386/2005 ως απηχούσα τη βούληση του νομοθέτη για νομιμοποίηση και αυτοδίκαιη διαγραφή, ανεξάρτητα από το αν οι απελάσεις ορίστηκαν με διοικητική ή με δικαστική απόφαση.

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: Διαγραφή από αρχείο Σένγκεν λόγω μη επικινδυνότητας


Υπήκοος Γεωργίας προσέφυγε  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την διαγραφή της από το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών που είχε καταχωρηθεί μετά την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, λόγω μεταγενέστερου ελέγχου βάσει του οποίου κρίθηκε ότι τα χαρτά που είχε προσκομίσει ήταν πλαστά.


Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 17/2009, στις 18.2.2009, για να αποφασίσει,ενώ η προσφυγή είχε ασκηθεί στις 22.3.2005. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Αρχή υπερέβη τις προβλεπόμενες από το Ν.2690/1999 πενήντα ημέρες για την διεκπεραίωση του αιτήματος, καθώς η απόφαση εκδόθηκε πέντε χρόνια μετά. Κανονικά οι υποθέσεις αλλοδαπών, έχοντας ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, θα πρέπει να διεκπεραιώνονται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. 

Mε την απόφαση η Αρχή επέβαλε αποφάσισε την διαγραφή της προσφεύγουσας και από τα δύο αρχεία προσωπικών δεδομένων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η Αρχή προβαίνει έκρινε ότι δεν συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις επικινδυνότητας για την καταγραφή της αλλοδαπής στα αρχεία, βασίζοντας την απόφασή της και στην αρχή της αναλογικότητας, όπως εξειδικεύεται με το άρθρο 4 του Ν.2472/1997, αλλά κατοχυρώνεται ρητώς και στο άρθρο 25 του Συντάγματος. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η αρχή της αναλογικότητας στο Σύνταγμα προβλέπεται όχι σε όλη της την ευρύτητα, αλλά ως "περιορισμός των περιορισμών" των ατομικών δικαιωμάτων. Δηλαδή όταν επιβάλλεται ένας περιορισμός, αυτός θα πρέπει να είναι (εκτός των άλλων) και σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάθεση πλαστών δικαιολογητικών, καθώς δεν υπήρχε και καταδίκη για ποινικό αδίκημα, προφανώς δεν κρίθηκε από την Αρχή δικαιολογημένος λόγος διατήρησης της αλλοδαπής στα δύο αρχεία. 

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: δεδομένα συνεργαζόμενων δικηγόρων με τράπεζα


Δικηγόρος που συνεργαζόταν με Τράπεζα προσέφυγε στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εναντίον επειδή δεν ικανοποιήθηκε προσηκόντως το δικαίωμά της να γνωρίζει ποια προσωπικά δεδομένα της τηρούσε η Τράπεζα στο αρχείο.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 16/2009 , στις 13.2.2009, για να αποφασίσει, χωρίς η απόφαση να αναφέρει πότε υποβλήθηκε η προσφυγή. 

Mε την απόφαση η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 10.000 σε Τράπεζα για άρνηση έγκαιρης ικανοποίησης του δικαιώματος για πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν δικηγόρο συνεργαζόμενη και απηύθυνε στην Τράπεζα σύσταση για  να τηρεί την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου για τα στοιχεία που τηρούν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η Αρχή προβαίνει διαχωρίζει με σαφήνεια το δικαίωμα δικαστικής αξίωσης για επίδειξη εγγράφου από το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα που αφορούν το υποκείμενο, το οποίο ασκείται εξωδικαστικά. Το συγκεκριμένο απόσπασμα της απόφασης αναφέρει: "Το αίτημα για επίδειξη εγγράφου, το οποίο υπεβλήθη στο Δικαστήριο από την προσφεύγουσα, στηρίχθηκε αποκλειστικά στα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ και 902-903 ΑΚ. Η προσφυγή της προς την Αρχή στηρίζεται στο άρθρο 12 του Ν. 2472/1997, δηλαδή σε διαφορετική νομική βάση. Συνεπώς, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να κρίνει την υπόθεση παρά την ύπαρξη της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς η προσφυγή της Α προς την Αρχή στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση, ήτοι στο άρθρο 12 του Ν. 2472/1997, το οποίο παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων διαφορετική νομική προστασία από ότι τα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ και 902-903 ΑΚ (βλ. Αποφάσεις 57/2004 και 54/2007 της Αρχής)." Οπότε, η Αρχή κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που βασίζεται στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσον αφορά την δική της αρμοδιότητα για διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου  στα δεδομένα που το αφορούν. 




Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: απαγόρευση διαβίβασης δεδομένων παιδιών μεταναστών


H διεύθυνση πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Μεσσηνίας υπέβαλε ερώτημα  στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για το κατά πόσον οφείλει να εκτελέσει αίτημα του Δήμου Καλαμάτας για συλλογή των στοιχείων των παιδιών των μεταναστών, προκειμένου να διοργανωθεί μια γιορτή μεταναστών.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 15/2009 , στις 19.2.2009, για να αποφασίσει επί του ερωτήματος που είχε ασκηθεί στις 23.10.2008. Δεν επρόκειτο για αίτημα πολιτών, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της προθεσμίας των 50 ημερών, τις οποίες πάντως η Αρχή στην προκειμένη περίπτωση δεν υπερέβη κατά πάρα πολύ. 


Mε την απόφαση η Αρχή έκρινε ορθά  ότι η πληροφορία για  την εθνική καταγωγή του ατόμου εμπίπτει στην έννοια των ευαίσθητων δεδομένων. Σύμφωνα με τους κανόνες για τα ευαίσθητα δεδομένα, μία τέτοιου είδους συλλογή, για τη δημιουργία μιας γιορτής από τον Δήμο, δεν έχει νόμιμη βάση και γι' αυτό η Αρχή απαγόρευσε την διαβίβαση των δεδομένων. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η Αρχή απεφάνθη ότι δεν χρειάζεται καν συλλογή δεδομένων για να διοργανώσει ένας Δήμος γιορτή μεταναστών: "Πράγματι, ο Δήμος Καλαμάτας δύναται να διοργανώσει την εν λόγω γιορτή και να ενημερώσει το ευρύ κοινό, απευθύνοντας σχετική πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο, με περισσότερους τρόπους, οι οποίοι δεν συνεπάγονται την παραμικρή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (π.χ. με την ανάρτηση ανακοινώσεων στις υπηρεσίες του Δήμου και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή, ευρύτερα, σε δημόσιους χώρους, την ενημέρωση δια του τοπικού τύπου, κλπ.). Επίσης, δύναται να προωθήσει τη σχετική ανακοίνωση στα σχολεία της Καλαμάτας, προκειμένου να ενημερωθούν οι ενδιαφερόμενοι μαθητές και οι οικογένειές τους. Επομένως, δεν υφίσταται αναλογικότητα ανάμεσα στη ζητηθείσα από το Δήμο Καλαμάτας επεξεργασία των επίμαχων δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων υποκειμένων και στον προβαλλόμενο από το δήμο αυτό σκοπό επεξεργασίας."


Αρχή Προστασίας Δεδομένων: αναστολή καταστροφής γραπτών πανελληνίων εξετάσεων


Πέντε άτομα που μετείχαν στις πανελλήνιες εξετάσεις του 2008  προσέφυγαν στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εναντίον του Υπουργείου Παιδείας, για να μην καταστραφούν τα γραπτά τους πριν ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης επ' αυτών.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 14/2009 , στις 20.2.2009, για να αποφασίσει επί των προσφυγών που είχαν ασκηθεί από το καλοκαίρι μέχρι και τον Νοέμβριο του 2008. 


Mε την απόφαση η Αρχή εξέδωσε προσωρινή διαταγή για την αναστολή της καταστροφής των γραπτών  όσων έχουν υποβάλλει αίτημα πρόσβασης, μέχρι η Αρχή να εκδώσει την οριστική της απόφαση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η Αρχή προβαίνει σε σταθμίσεις συνταγματικότητας και συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο, κρίνοντας και πάλι ότι οι αποκλεισμοί από το δικαίωμα πρόσβασης επί των γραπτών των πανελλήνιων εξετάσεων είναι αντίθετοι στο δικαίωμα πρόσβασης το οποίο γνωρίζει συνταγματική και κοινοτικού δικαίου αναγνώρισης. 


Αρχή Προστασίας Δεδομένων: υποχρέωση Δήμου για χορήγηση προσωπικών δεδομένων σε δημότη


Ένας δημότης προσέφυγε στην  Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εναντίον ενός Δήμου, ο οποίος δεν χορηγούσε αντίγραφα εγγράφων που τηρούσε στο αρχείο του, με την δικαιολογία ότι τα έγγραφα περιείχανδεδομένα τρίτων.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 13/2009, στις 15.4.2009, για να αποφασίσει επί της προσφυγής που είχε ασκηθεί στις 20.2.2008 και συμπληρώθηκε στις 23.6.2008. Υπενθυμίζεται ότι η Αρχή υποχρεούται να τηρεί την προθεσμία της διεκπεραίωσης αιτήσεων εντός 50 ημερών, όπως επισήμανε πρόσφατα και ο Συνήγορος του Πολίτη. 


Mε την απόφαση η Αρχή αποφάσισε ότι ο Δήμος οφείλει να χορηγήσει τα εκζητούμενα αναγκαία στοιχεία για τους σκοπούς της χρησιμοποίησής τους από τον αιτούντα ενόψει δικαστηρίου, αφου βεβαίως τους ενημερώσει προηγουμένως κι αφού απαλείψει τα περιττά στοιχεία (λ.χ. ΑΦΜ, αριθμοί δελτίου ταυτότητας, τραπεζικοί λογαριασμοί κλπ). 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο προσφεύγων δεν ζητά από το Δήμο να του χορηγηθούν δεδομένα που αφορούν τον ίδιο (οπότε η Αρχή έχει ρητή σχετική αρμοδιότητα κατ' άρθρο 12 Ν.2472/1997), αλλά να του δοθούν δεδομένα τρίτων, επί των οποίων η Αρχή μπορεί να διαγνώσει απλώς ότι δεν συντρέχει απαγόρευση για την χορήγησή τους σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων.  Άλλο όμως "δεν συντρέχει απαγόρευση για την χορήγηση" (όπως έχει πει η Αρχή σε παλαιότερες αποφάσεις) κι άλλο "ο Δήμος οφείλει να χορηγήσει τα δεδομένα". 

Η Αρχή σε αυτή την απόφαση πέρασε από το "δεν συντρέχει απαγόρευση χορήγησης" στο "ο Δήμος οφείλει να χορηγήσει τα δεδομένα" και γι' αυτό θα έπρεπε να είχε επικαλεστεί τις σχετικές διατάξεις για την πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα που εισάγουν αυτή την υποχρέωση του Δήμου. Με αυτήν την απόφαση, η Αρχή ξεπερνάει τα όρια μιας υπηρεσίας προστασίας δεδομένων και εισέρχεται στην περιοχή ενός Information Commissioner, δηλ. μιας ανεξάρτητης αρχής που μπορεί και να διατάξει την χορήγηση εγγράφων. Το ερώτημα είναι εάν διαθέτει μια τέτοια αρμοδιότητα, πέραν από τις περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι επεξεργασίας ΔΕΝ παραβιάζουν το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα δικά τους δεδομένα, αλλά το γενικότερο δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα (δημόσια δεδομένα). 

"Όλα τα κρατικά όργανα έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση" των ατομικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 Συντάγματος), ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα (άρθρο 10 παρ. 3). Έτσι και η Αρχή, όπως και κάθε κρατικό όργανο, έχει την σχετική υποχρέωση, μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της - δηλ. εφόσον τα έγγραφα περιέχουν και προσωπικά δεδομένα να διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών στην πληροφόρηση. 

Θα άξιζε λοιπόν να επεκταθεί και νομοθετικά αυτή η αρμοδιότητά της, δεδομένου ότι η αρχή της ασφάλειας δικαιου επιβάλλει αυτό που σήμερα φαίνεται περισσότερο ως "πολιτική διαφάνειας" να καταστεί και νομική δέσμευση.

Aρχή Προστασίας Δεδομένων: διαγραφή Τούρκου από το Schengen και τον Κατάλογο Ανεπιθύμητων


Ένας Τούρκος υπήκοος με προσφυγή του στην γαλλική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, ζήτησε από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να διαγραφεί από το Σύστημα Σένγκεν και από τον Εθνικό κατάλογο ανεπιθύμητων.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 11/2009 , στις 17.2.2009, για να αποφασίσει επί του αιτήματος που είχε υποβληθεί από το 2007, ενώ από την απόφαση δεν προκύπτει πότε η γαλλική Αρχή διαβίβασε το αίτημα στην ελληνική Αρχή. 

Mε την απόφαση η Αρχή αποφάσισε τη διαγραφή του αιτούντος από τα εν λόγω αρχεία, επειδή είχε παρέλθει τριετία από την εγγραφή του προσώπου σε αυτά χωρίς να επανεξεταστεί με αιτιολογημένη απόφαση ο λόγος διατήρησης των δεδομένων του στο αρχείο. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο προσφεύγων είχε απευθυνθεί στο Προξενείο της Ελλάδας στην Σμύρνη προκειμένου να εξασφαλίσει προξενική θεώρηση, η οποία όμως δεν του χορηγήθηκε, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του Προξενείου, τα πιστοποιητικά του ήταν πλαστά και γι' αυτό του επιβλήθηκε από το 2004 απαγόρευση εισόδου στην Ελλάδα.  

Αρχή Προστασίας Δεδομένων: Ποια στοιχεία χορηγούν ασφαλιστικά ταμεία σε εργοδότη ενόψει δίκης κατά εργαζομένων


Μια εταιρία ζήτησε από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να χορηγηθεί άδεια στο ΙΚΑ για να κοινοποιήσει στοιχεία των εργαζομένων, ώστε να χρησιμοποιηθούν σε δίκη εναντίον τους.

Η Αρχή εξέδωσε την απόφαση 10/2009 , στις 17.2.2009, για να αποφασίσει επί του αιτήματος που είχε υποβληθεί από το 2006. Υπενθυμίζεται ότι η Αρχή υποχρεούται να τηρεί την προθεσμία της διεκπεραίωσης αιτήσεων εντός 50 ημερών, όπως επισήμανε πρόσφατα και ο Συνήγορος του Πολίτη. 

Mε την απόφαση η Αρχή επισήμανε τα περιορισμένα δεδομένα (μόνο απλά, όχι ευαίσθητα) που επιτρέπεται να χορηγήσει το ΙΚΑ στον εργοδότη, κάνοντας τον σχετικό διαχωρισμό. Επίσης επέβαλε πρόστιμο (5.000 ευρώ) στο ΙΚΑ επειδή κοινοποίησε στην εταιρία βεβαιώσεις που περιείχαν δεδομένα υγείας των εργαζομένων, χωρίς άδεια της Αρχής και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ένσταση των εργαζομένων ότι η εταιρία θα μπορούσε να ζητήσει πρόσβαση στα στοιχεία με την δικαστική διαδικασία προσκόμισης εγγράφων, την οποία απέρριψε η Αρχή ως αβάσιμη, αναφέροντας ότι η δυνατότητα δικαστικής ικανοποίησης του αιτήματος "δεν παρακωλύει την άσκηση των αρμοδιοτήτων της συνταγματικά (άρθρο 9Α) κατοχυρωμένης ανεξάρτητης Αρχής για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Συνεπώς, η Αρχή θεωρεί ότι η παράλληλη δική της αρμοδιότητα δεν επηρεάζεται από την τυχόν δικαστική διεκδίκηση του ίδιου επίδικου αντικειμένου.

Τέλος, η Αρχή επέβαλε στην εταιρία την κύρωση της καταστροφής των δεδομένων των εργαζομένων που είχαν συλλεχθεί με παράνομη κοινοποίηση από το ΙΚΑ.






Τρίτη, Σεπτεμβρίου 01, 2009

Ο Συνήγορος του Πολίτη κυνηγάει την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων


Όπως έχει διαπιστωθεί από τις αρχές του έτους, ουσιαστικά η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει αυτοκαταργηθεί, πράγμα που διαπιστώσαμε όλοι και από την κατόπιν εορτής δημοσίευση των γνωμοδοτήσεών της για κάμερες και DNA. Μία εβδομάδα μετά την ψήφιση των νομοσχεδίων η Αρχή εξέδωσε τις βαρύνουσας σημασίας γνωμοδοτήσεις της για την αντισυνταγματικότητα, ενώ  είχε λάβει αρκετό καιρό πριν τα σχέδια νόμου και όφειλε να είχε δράσει.

Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπιστώνει με τη σειρά του ότι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων δεν λειτουργεί. Με έγγραφό του στις 4.8.2009 υπενθυμίζει σχετική εκκρεμότητα της Αρχής για απάντηση σε καταγγελία πολίτη. Η Αρχή φυσικά δεν έχει απαντήσει ακόμη - κι ούτε πρόκειται μάλλον. 

Το εν λόγω έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, με δικές μας υπογραμμίσεις, έχει ως εξής:

"Αξιότιμοι κύριοι, 

Με αναφορά του ο κ. *** έχει ζητήσει την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη να τύχει απαντήσεως από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η υπ' αριθμό ***/2008 αίτησή του, συμπληρωματική παλαιότερων με αρ. πρωτ. ***/2004 και ***/2006 σχετικά με καταστροφή προσωπικών του δεδομένων τα οποία φέρονται να τηρούνται στο Γενικό Αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο Συνήγορος του Πολίτη δεν αντιτίθεται στην άποψη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (γνωμοδότηση 591/2000), ότι και οι συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές "ανεξαρτήτως της φύσεώς ... και του ειδικού καθεστώτος" τους εντάσσονται "στη διοίκηση και στο νομικό πρόσωπο του ελληνικού δημοσίου" και συνεπώς εμπίπτουν στο "πεδίο εφαρμογής" του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ή τουλάχιστον "στο άρθρο 10 του Συντάγματος" που καθιερώνει υποχρέωση απάντησης. Ξεχωριστά, βέβαια θα πρέπει να κριθεί το κατά πόσον η μια ή η άλλη αρμοδιότητα ανεξάρτητης αρχής, ως εκ της φύσεως και λειτουργίας της, παρίσταται καν δεκτική προθεσμιών, ιδιαίτερα σε σχέση με τις κατ' εξοχήν ελεγκτικές πράξεις, των οποίων η λυσιτελής ολοκλήρωση εξ ορισμού προϋποθέτει σύνθετες ενέργειες και συνεργασία των ελεγχομένων.

Ωστόσο, στην αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη "δεν υπάγονται ... οι ανεξάρτητες αρχές ως προς την κύρια λειτουργία τους" (άρθρο 3 παρ. 2 ν.3094/2003). Ο ίδιος ο Συνήγορος του Πολίτη παγίως κάνει δεκτό ότι το εν λόγω πεδίο αναρμοδιότητάς του καταλαμβάνει και διαδικαστικά ζητήματα που άπτονται της "κύριας λειτουργίας", όπως, λόγου χάριν, η τήρηση τυχόν προθεσμιών για διεκπεραίωση αιτημάτων αναγομένων σε αυτήν. Με την έννοια αυτή, το παρόν έγγραφο αποσκοπεί αμιγώς στην ενημέρωσή σας για την συγκεκριμένη εκκρεμότητα και δεν προσλαμβάνει χαρακτήρα ελέγχου, κατέστη δε αναγκαίο μόνο μετά από πολύμηνες μάταιες προσπάθειες για απ' ευθείας επικοινωνία μας με τους οικείους χειριστές."

_____________________________

Παρατηρούμε λοιπόν ότι ακόμα και παρ' όλο που τυπικά είναι πέραν των αρμοδιοτήτων του , ο Συνήγορος παρεμβαίνει διαπίστωσε την ματαιότητα των πολύμηνων προσπαθειών του για "απ' ευθείας επικοινωνία" με τους χειριστές. Εάν ο Συνήγορος του Πολίτη δεν μπορεί καν να επικοινωνήσει με τους συναδέλφους του σε μια άλλη ανεξάρτητη αρχή, γίνεται αντιληπτο ότι το θέμα της λειτουργίας της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, όπως υποστηρίζουμε κι εμείς εδώ και πολλούς μήνες, είναι ιδιαιτέρως σοβαρό.

Η στοιχειώδης σοβαρότητα εκ μέρους της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επιβάλλει όχι μόνο  την απάντηση στον Συνήγορο του Πολίτη ως θεσμικού συνομιλητή, αλλά και την λήψη συγκεκριμένων νέων μέτρων για την διασφάλιση ότι η Αρχή θα απαντά τουλάχιστον σε εύλογη προθεσμία (η οποία δεν είναι δυνατόν να ξεπερνά τους 3 μήνες) στους πολίτες. 

Προτεινόμενο μέτρο για την επιτάχυνση της διαδικασίας: 

Σε περίπτωση που τα έγγραφα προς την Αρχή υποβάλλονται με την επιμέλεια δικηγόρων, θα μπορούσε η Αρχή να ενθαρρύνει  την σύνταξη σχεδίου απαντήσεως της υπηρεσίας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, (όπως συμβαίνει και στην προετοιμασία σχεδίων διαταγής πληρωμής ή σχεδίων διαταγής αποδόσεως μισθίου) ώστε η εργασία της Αρχής να περιορίζεται στην έγκριση ή την απόρριψη του σχεδίου. Σε υποθέσεις άρνησης πρόσβασης στα έγγραφα, δικαιώματος αντίρρησης του υποκειμένου ή αδειοδότησης για επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, η διαδικα΄σια της έγκρισης ή απόρριψης ενός σχεδίου απάντησης μπορεί να γίνει με τήρηση της 50ήμερης συμφωνίας - πέρα από κάθε αμφιβολία. 


Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ίδιοι δικηγόροι μπορούν εμμέσως να διευκολύνουν το έργο της Αρχής. Χρειάζεται όμως και η δημιουργική προσέγγιση εκ μέρους της ίδιας της Αρχής, ώστε να μην αντιμετωπιστεί η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ως δήθεν αθέμιτη "υπόδειξη", αφού ο σκοπός δεν είναι η υποκατάσταση της υπηρεσίας, αλλά η αντιμετώπιση ενός υπαρκτού προβλήματος, δηλαδή της ουσιαστικής απενεργοποίησης της προστασίας προσωπικών δεδομένων στην Ελλάδα. 


 

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...