Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρωπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρωπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2012

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: η Ελλάδα δεν παραβιάζει το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού

Με τη σημερινή απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στις υποθέσεις Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας, η οποία είναι τελική, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ομόφωνα ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η υπόθεση αφορούσε Έλληνες που ζουν στη Γαλλία, οι οποίοι προσέφυγαν για την έλλειψη διαδικασίας συμμετοχής τους στις εθνικές εκλογές από την χώρα στην οποία κατοικούν.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το σχετικό διεθνές και περιφερειακο δίκαιο, ούτε οι διάφορες πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με αυτό το θέμα, περιείχαν κάποια υποχρέωση ή απηχούσαν μια ομοφωνία που να επέβαλε στα Κράτη να λαμβάνουν μέτρα για την ενάσκηση των δικαιωμάτων ψήφου των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό.

Οι προσφεύγοντες, ο Νικόλαος Σιταρόπουλος και ο Χρίστος Γιακουμόπουλος είναι Έλληνες πολίτες που γεννήθηκαν το 1967 και το 1958 αντίστοιχα και ζουν στο Στρασβούργο (Γαλλία). Είναι Ευρωπαίοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2007 οι προσφεύγοντες εξέφρασαν την επιθυμία τους να ψηφίσουν από την χώρα της κατοικίας τους για τις κοινοβουλευτικές εκλογές της Ελλάδας που θα γίνονταν στις 16 Σεπτεμβρίου 2007. Η αίτησή τους απορρίφθηκε από τον Έλληνα Πρέσβη στη Γαλλία, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχαν κανόνες που να ορίζουν τις πρακτικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από Έλληνες ψηφοφόρους οι οποιοι ζούσαν στο εξωτερικό.

Επικαλούμενοι το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η έλλειψη δυνατότητας για τους Έλληνες του εξωτερικού να ψηφίσουν από τα μέρη της κατοικίας τους συνιστούσε δυσανάλογη παρέμβαση στην ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου.

Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 20 Σεπτεμβρίου 2007.

Στις 8 Ιουλίου 2010, το Δικαστήριο, σε σχηματισμό Τμήματος, έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1, λαμβάνοντας υπόψη ότι η απουσία μέτρων για την πρακτική διασφάλιση των δικαιωμάτων ψήφου στους κατοίκους εξωτερικού αποτελούσε μάλλον άδικη μεταχείριση των Ελλήνων του εξωτερικού.

Στις 5 Οκτωβρίου 2010, η Κυβέρνηση της Ελλάδας ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσης από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, σύμφωνα με το Άρθρο 43 (παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης). Στις 22 Νοεμβρίου 2010, μια επιτροπή του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης έκανε δεκτή την αίτηση. Στις 4 Μάη 2011 διεξήχθη δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Κτίριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο (δείτε εδώ το σχετικό video της δίκης).

Η απόφαση εκδόθηκε από το 17μελές Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (με τη συμμετοχή του Σπυρίδωνος Φλογαϊτη, ως ad hoc δικαστή. Ο κ. Φλογαϊτης είχε μειοψηφίσει στην αρχική απόφαση).

Με την αρχική απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μη λήψη μέτρων για την ψήφο των κατοίκων εξωτερικού, παρόλο που το Σύνταγμα της Ελλάδας εδώ και 35 χρόνια προβλέπει αυτό το δικαίωμα, συνιστούσε μάλλον άδικη μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών που ζούσαν στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 δεν επιβάλλει μόνο μια υποχρέωση για τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη να διενεργούν εκλογές υπό όρους που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση και γνώμη του λαού, αλλά επίσης επέβαλε ατομικά δικαιώματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα ψήφου.

Έργο του Δικαστηρίου είναι να ελέγξει κατά πόσον οι προϋποθέσεις που ισχύουν για το δικαίωμα ψήφου δεν περιορίζουν το δικαίωμα αυτό σε τέτοια έκταση ώστε να θίγουν την ουσία του και να ακυρώνουν την πρακτική ενάσκησή του.

Η υπόθεση αφορούσε το παράπονο των προσφευγόντων ότι η Ελληνική νομοθεσία δεν περιείχε τις αναγκαίες προβλέψεις που θα επέτρεπαν στους Έλληνες πολίτες που ζουν στο εξωτερικό να ψηφίζουν στις κοινβοουλευτικές εκλογές από τα μέρη της κατοικίας τους. Έτσι, η προσφυγή δεν σχετίζεται με την αναγνώριση δικαιώματος ψήφου στους κατοίκους εξωτερικού, ως τέτοιο, αλλά περισσότερο στις προϋποθέσεις που διέπουν την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος. Το ζήτημα ήταν εάν το Άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου 1 επιβάλλει στα Κράτη μια υποχρέωση να εισάγουν ένα σύστημα που να επιτρέπει στους πολίτες που ζουν στο εξωτερικό να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα από το εξωτερικό.

Προκειμένου να εξετάσει αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο ερμήνευσε τις διατάξεις του Άρθρου 3 του πρωτοκόλλου 1 υπό το φως των σχετικών διεθνών νομοθετικών κειμένων, των πρακτικών των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και των διατάξεων του Ελληνικού εσωτερικού δικαίου. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ούτε το σχετικό διεθνές και περιφερειακό δίκαιο, ούτε οι ποικίλες πρακτικές των κρατών μελών σχετικά με αυτό το θέμα περιέχουν κάποια υποχρέωση ή ομοφωνία που θα επέβαλε στα κράτη να διασφαλίζουν τα εκλογικά δικαιώματα των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό. Ενώ το Συμβούλιο της Ευρωπης είχε καλέσει τα κράτη μέλη να διευκολύνουν τους κατοίκους τους στο εξωτερικό να συμμετέχουν με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο στην εκλογική διαδικασία,η Επιτροπή της Βενετίας ήταν της άποψης ότι η διευκόλυνση της ενάσκης του εν λόγω δικαιώματος ήταν επιθυμητή, αλλά όχι υποχρεωτική για τα Κράτη.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης επιτρέπει στους πολίτες τους να ψηφίζουν από το εξωτερικό, κάποια κράτη δεν το προβλέπουν. Περαιτέρω σε αυτά τα κράτη που επιτρέπεται η ψήφος από το εξωτερικό, τα πρακτικά μέτρα ποικίλουν.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι αν και το Σύνταγμα της Ελλάδας περιλαμβάνει μια διάταξη που ενθαρρύνει τον νομοθέτη να οργανώσει την ενάσκηση των εκλογικών δικαιωμάτων των κατοίκων του εξωτερικού, δεν του επέβαλε να το πράξει. Παρατηρώντας ότι διάφορες προσπάθειες για ψήφιση νομοθεσίας σχετικά με την ενάσκηση του δικαιώματος ψήφου των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό απέτυχαν να συγκεντρώσουν πολιτική συμφωνία, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν δική του δουλειά να υποδείξει στις εθνικές αρχές πότε και πώς θα ενεργοποιήσει αυτή τη διάταξη.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατάραξη της οικονομικής, οικογενειακής κι εργασιακής ζωής των προσφευγόντων που θα προκαλείτο επειδή θα έπρεπε να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα για να ψηφίσουν, δεν ήταν τόσο δυσανάλογη ώστε να θεωρηθεί ότι παραβίαζε το δικαίωμά τους. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου αρ. 1.

____________


Σχόλιο:

Προσωπικά διαφωνώ με αυτήν την απόφαση του Δικαστηρίου και συμφωνώ με την πρωτόδικη απόφασή του. Από την στιγμή που το δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές έχει αναγνωριστεί ως ανθρώπινο δικαίωμα, αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη άσκησή του. Παρατηρείται για άλλη μια φορά ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε επίπεδο "Τμήματος" λειτουργεί με πιο νομικούς και ξεκάθαρους όρους. Ενώ στο "Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης", ως συνήθως, όταν διαπιστώνει κάποια έλλειψη γενικής "ομοφωνίας" στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (47 κράτη!), τότε θεωρεί ότι δεν παραβιάζεται η Σύμβαση. Έτσι όμως η απονομή δικαιοσύνης γίνεται τελικά θέμα "πλειοψηφικό". Τι να την κάνουμε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση αν οι αποφάσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου λαμβάνονται με βάση την πλειοψηφία των εσωτερικών νομοθεσιών των κρατών μελών; Γι' αυτό τελικά οι αποφάσεις της Ευρείας Σύνθεσης έχουν ένα χαρακτήρα τήρησης πολιτικών ισορροπιών, χαμηλώνοντας το επίπεδο της απονομής δικαιοσύνης στο στάδιο της δημοσκοπικής καταγραφής.

Μια δεύτερη παρατήρησή μου είναι η ντροπή του να αναγνωρίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι το Σύνταγμά μας επί 35 χρόνια αναφέρει το δικαίωμα ψήφου των κατοίκων του εξωτερικού, ενώ δεν υπάρχει πολιτική συμφωνία για την νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος. Και θεωρώ πραγματικά αποτυχία του συνταγματικού νομοθέτη, να αναγνωρίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι οι διατάξεις του είναι ευχολόγια, χωρίς νομική δεσμευτικότητα, αλλά ως παροχή "ευχέρειας" στον κοινό νομοθέτη να διευκολύνει την ψήφο των πολιτών που ζουν στο εξωτερικό. Ή είναι νομικά δεσμευτικό το Σύνταγμα ή ας αναγνωρίσουμε ότι εντάσσεται στις εικαστικές τέχνες.

Η Ελλάδα δεν θα πρέπει να επαναπαυθεί με αυτήν την απόφαση. Αντίθετα, θα πρέπει να λάβει μέτρα για να υλοποιήσει την συνταγματική επιταγή και να δώσει την δυνατότητα στους Έλληνες κι Ελληνίδες πολίτες του εξωτερικού να ασκούν τα εκλογικά δικαιώματά τους στις πρεσβείες των χωρών που κατοικούν, όπως κάθε πολιτισμένο και δημοκρατικό κράτος.


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2011

Ελευθερία έκφρασης δικηγόρου και επαγγελματική εχεμύθεια

Σε σημερινή απόφασή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων ου Ανθρώπου αποφάσισε ομόφωνα ότι η Γαλλία παραβίασε το Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης), λόγω καταδίκης δικηγόρου για παραβίαση επαγγελματικού απορρήτου, επειδή έδωσε μια συνέντευξη που αφορούσε μια γνωμοδότηση σχετικά με θανάτους από εμβολιασμό για ηπατίτιδα Β. Η αιτιολογία της απόφασης μοιάζει με την καταδίκη της Ελλάδας στην υπόθεση Αλφαντάκη.

Η προσφεύγουσα, κ. Gisèle Mor, είναι γαλλίδα πολίτης, γεννηθείσα το 1953 και ζεί στην Saint-Ouen-l’Aumône της Γαλλίας. Ως δικηγόρος ανήκει στον Δικηγορικό Σύλλογο του Val-d’Oise Bar. Τον Νοέμβριο 1998 υπέβαλε μήνυση για ανθρωποκτονία και αίτηση παράστασης πολιτικής αγωγής, για λογαριασμό των γονιών ενός 12χρονου παιδιού που είχε πεθάνει από μια ασθένεια που μετά από εμβολιασμό του εναντίον της ηπατίτιδας Β. Μετά από αυτό, ξεκίνησε δικαστική έρευνα.

Τον Νοέμβριο 2002, ένας ιατρός με ειδίκευση στην ασφάλεια φαρμάκων και στην φαρμακοεπιδημειολογία υπέβαλε μια γνωμοδότηση 450 σελίδων στον ανακριτή δικαστή. Η προσφεύγουσα, κατ΄αίτηση των πελατών της, ήρθε σε επικοινωνία με δημοσιογράφους.

Στις 14 Νοεμβρίου 2002, η καθημερινή εφημερίδα Le Parisien δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο "Εμβόλιο ηπατίτιδας Β: η γνωμοδότηση που θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων", συνοδευόμενο από ένα απόσπασμα, το οποποίο ανέφερε: "η γνωμοδότηση που αφορά τους θανάτους κατόπιν εμβολιασμού από ηπατίτιδα Β' είναι ανάθεμα, ιδίως για τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την υγεία...". Σε ένα άλλο άρθρο του ίδιου φύλλου, η κ. Mor, σε ερώτηση των δημοσιογράφων περί του εάν θεωρούσε ότι η γνωμοδότηση είναι αδικαιολόγητα καυστική, είπε: "όχι, δείχνει ότι το κράτος ουδέποτε αφιέρωσε επαρκείς πόρους για να αξιολογηθεί κατάλληλα η κλίμακα των παρενεργειών του εμβολίου, παρόλο που εκατομμύρια Γάλλοι έχουν εμβολιαστεί.
Στις 4 Δεκεμβρίου 2002, η φαρμακευτική εταιρία που διένειμε το εμμβόλιο υπέβαλε μήνυση ισχυριζόμενη παραβίαση της μυστικότητας της δικαστικής έρευνας και παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής.
Τον Φεβρουάριο του 2003, η κ. Μορ που είχε κληθεί ως "μάρτυρας συνεπικουρούμενος από δικηγόρο", υπέβαλε την ένσταση απαραδέκτου κατά της μηνύσεως, διότι η φαρμακευτική εταιρία δεν ειχε αναφερθει στην έρευνα. Παραδέχθηκε στον ανακρίνοντα δικαστή ότι είχε κάνει σχόλια στον τύπο, κατ' αίτηση των πελατών της και υπέρ των συμφερόντων τους, απαντώντας σε δημοσιογράφους, οι οποίοι είχαν ήδη δει την γνωμοδότηση.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2003, η κ. Μορ κατηγορήθηκε για παραβίαση μυστικότητας δικαστικής έρευνας και παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας. Με μια διάταξη της 31ης Μάρτη 2006, ο ανακρίνων δικαστής την παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου του Παρισιού για αποκάλυψη της ύπαρξης και του περιεχομένου εγγράφων που περιέχονταν σε έρευνα και συγκεκριμένα για την γνωμοδότηση που είχε κατατεθεί στον ανακρίνοντα δικαστή που ήταν αρμόδιος για την υπόθεση. Οι παραβάσεις ήταν κολάσιμες κατά τα άρθρα 226-13 και 226-31 του Ποινικού Κ΄δικα.

Με απόφαση της 11 Μάη 2007, το Ποινικό Δικαστήριο έκρινε ένοχη της κ. Μορ για παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας. Η προσφεύγουσα αθωώθηκε όμως λόγω του ότι η διατάραξη της δημόσιας τάξης κρίθηκε μικρή και οτι άλλοι είχαν κατ΄ επανάληψη παραβιάσει την εμπιστευτικότητα της έρευνας χωρίς να έχουν διωχθεί. Το δικαστήριο την διέταξε να πληρώσει ένα ευρώ για βλάβη της μηνύτριας. Η κ. Μορ και ο εισαγγελέας έκαναν έφεση.

Με απόφασή του στις 10 Ιανουαρίου 2008, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση. Έκρινε ότι το αδίκημα είχε στοιχειοθετηθεί και ότι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τα σχόλια της κ. Μορ απηχούσαν τα ευρήματα της γνωμοδότησης. Το γεγονός ότι άλλοι ενδιαφερόμενοι είχαν γνώση των πληροφοριών που καλύπτονται από κανόνες επαγγελματικής εχεμύθειας δεν σήμαινε ότι οι πληροφορίες δεν ήταν εμπιστευτικές και απόρρητες. Τέλος, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η αποκάλυψη του περιεχομένου του φακέλου ήταν αναγκαια προκειμένου τα θύματα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

Στις 11 Ιανουαρίου 2008, η κ. Μορ άσκησε αναίρεση ισχυριζόμενη ότι παραβιάστηκε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεσή της με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2008. Επικαλούμενη το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, η κ. Μορ προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ισχυριζόμενη ότι η καταδίκη της για παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας από τα γαλλικά δικαστήρια παραβίαζε το δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τα Κράτη που έχουν κυρώσει την ΕΣΔΑ έχουν ένα συγκεκριμένο πεδίο εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση του εάν κάποια επεμβαση τα δικαιώματα είναι αναγκαία, αλλά ότι αυτό συνυπάρχει με την Ευρωπαϊκή εποπτεία που αφορά τόσο τον νόμο όσο και τις αποφάσεις που βασίζονται στην εφαρμογή του. Το Δικαστήριο αναφέρει ότι το ειδικό καθεστώς των δικηγόρων τους παρέχει μια κενρική θέση στην διοίκηση της Δικαιοσύνης, ως διαμεσολαβητών μεταξύ του κοινού και των δικαστηρίων. Διαδραματίζουν έναν κεντρικό ρόλο, ως εκπρόσωποι της Δικαιοσύνης κατά την διατήρηση της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης στα δικαστήρια.
Προκειμένου να έχει εμπιστοσύνη στην ορθή διοίκηση της Δικαιοσύνης, το κοινό πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητα των δικηγόρων να εκπροσωπούν αποτελεσματικά τα μέλη του κοινού. Έτσι, οι δικηγόροι έχουν δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και στο δημόσιο σχολιασμό της διοίκησης της Δικαιοσύνης, εφόσον δεν ξεπερνούν ορισμένα συγκεκριμένα όρια. Η έννοια της "δικαστικής αυθεντίας" ενισχύεται από την εμπιστοσύνη, την οποία τα δικαστήρια πρέπει να εμπνέουν στο κοινό. Η παρέμβαση στο δικαίωμα του δικηγόρου για ελεύθερη έκφραση μπορεί να κριθεί αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κ. Μορ είχε κριθεί ένοχη για παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας, επειδή αποκάλυψε στον Τύπο το περιεχόμενο μιας γνωμοδότησης που υποβλήθηκε σε έναν δικαστή στο πλαίσιο δικαστικής διερεύνησης που αφορούσε ανθρωποκτονία. Τα δικαστήρια την απάλλαξαν γι' αυτό. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εν λόγω παρέμβαση ήταν περιγραφόμενη στο νόμο, σύμφωνα με τον οποίο οι δικηγόροι δεν πρέπει να προβαίνουν σε κοινοποιήσεις κατά παράβαση επαγγελματικού απορρήτου και πρέπει να σέβονται την μυστικότητα των δικαστικών ερευνών. Πρέπει να απέχουν από κοινοποιήσεις κάθε πληροφορίας από το αρχείο σε πρόσωπα πέραν των πελατών τους για τους σκοπούς της υπεράσπισής τους και από δημοσίευση επιστολών ή άλλων εγγράφων που αφορούν μια τρέχουσα έρευνα.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η κ. Μορ δεν είχε τιμωρηθεί για κοινοποίηση της γνωμοδότησης στα μέσα ενημέρωσης, αλλά επειδή δημοσιοποίησε πληροφορίες που περιέχονταν σε αυτήν. Σημείωσε ότι ο Τύπος είχε ήδη στην κατοχή του όλη τη γνωμοδότηση ή μέρος αυτής, όταν οι δημοσιογράφοι πήραν συνέντευξη από την προσφεύγουσα. Η εφημερίδα Le Parisien είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο πριν την συνέντευξη, στο οποίο είχαν παρατεθεί τα πορίσματα της γνωμοδότησης όσον αφορά τις παρενέργειες του εμβολίου, τον αριθμό των θυμάτων και την συμπεριφορά των αρχών, των κατασκευαστών του εμβολίυ και της Φαρμακευτικής Υπηρεσίες. Περαιτέρω, άλλα μέσα ενημέρωσης είχαν καλύψει το θέμα και είχαν δημοσιεύει αποσπάσματα από την γνωμοδότηση.
Το Δικαστήριο θεώρησε οτι οι δηλώσεις της κ. Μορ στον Τύπο αποτελούσαν μέρος μιας αντιπαράθεσης με δημόσιο ενδιαφέρον και ότι τα πραγματικά περιστατικά είχαν άμεση σχέση με ένα ζήτημα δημόσιας υγείας και ως εκ τούτου αφορούσαν μεγάλο μέρος του κοινού. Επανέλαβε ότι υπάρχει μικρό πεδίο εφαρμογής για περιορισμούς στον πολιτικό λόγοο ή στις αντιπαραθέσεις για ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Στο πλαίσιο λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης, η πληροφορία που ανακοινώθηκε σχετιζόταν με το δικαίωμα του κοινού για ενημέρωση περί των δραστηριοτήτων των δικαστικών αρχών.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η κ. Μορ είχε σχολιάσει πληροφορίες που ήδη είχαν διαρρεύσει μέσω του άρθρου του Le Parisien. Ωστόσο, το γεγονός ότι το κοινό γώριζε τις πληροφορίες που καλύπτονταν από τους κανόνες της επαγγελματικής εχεμύθειας κι ότι η μυστικότητά τους εθίγη, δεν αφαιρεί από τους δικηγόρους την υποχρέωσή τους να καταβάλλουν προσοχή όσον αφορά το απόρρητο των τρεχουσών ερευνών. Υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών δεν παρείχε επαρκή λόγο για να κριθεί η κ. Μορ ένοχη για παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας. Ιδίως έλαβε τη θέση ότι η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης των δικηγόρων θα έπρεπε να λαμβάνιε υπόψη τις εξαιρετικές υποθέσεις στις οποίες η άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης, θα μπορούσε να συνιστά αναγκαία την παραβίαση της επαγγελματικής εχεμύθειας.

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό για την πίεση που είχε ασκηθεί στον γνωματεύσαντα, οι οποίες δεν αναφέρθηκαν στο άρθρο της εφημερίδας αλλά ανέφερε η κ. Μορ στους δημοσιογράφους, το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα θύματα είχαν ένα σαφές συμφερον να δημοσιοποιηθούν στο κοινό αυτοί οι ισχυρισμοί, καθώς αυτή η πίεση, εφόσον αποδεικνυόταν ότι πράγματι υπήρξε, ήταν απαράδεκτη και θα μπορούσε να παρακωλύσει την πρόοδο των ερευνών. Το Δικαστήριο περαιτέρω σημείωσε ότι η κ. Μορ είχε απαλαγεί και ότι ούτε ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους ούτε ο Δικηγορικός Σύλλογος στον οποίο ανήκει είχαν κρίνει αναγκαίο να λάβουν πειθαρχικά μέτρα εναντίον της λόγω των δηλώσεών της στον Τύπο.

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η καταδίκη της προσφεύγουσας, η οποία είχε μιλήσει υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα των πελατών της, συνιστούσε δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης. Γι' αυτό κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης.Το Δικαστήριο καταδίκασε τη Γαλλία να πληρώσει 5.000 ευρώ στην προσφεύγουσα για ηθική βλάβη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

Καταδίκη Ελβετίας για εσφαλμένη εγγραφή σε αστυνομικά αρχεία

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελβετία λόγω της καταχώρησης μιας Γαλλίδας πολίτη ως "πόρνης" στην βάση δεδομένων της αστυνομίας της Γενεύης.

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια ενός αστυνομικού ελέγχου στην Γενεύη, η αστυνομία βρήκε ότι η προσφεύγουσα είχε μαζί τις κάρτες που ανέφεραν: "όμορφη, χαριτωμένη γυναίκα, προχωρημένα 30, θα ήθελε συνάντηση με άνδρα για ποτό ή γις εξόδους, αρ. τηλεφώνου ...". Ύστερα από αυτή την έρευνα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αστυνομία της Γενεύης καταχώρησε το όνομά της στο αρχείο ως πόρνη, παρά την επιμονή της ότι δεν πηταν. Η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι η πράξη βασιζόταν στον καντονικό νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων που επέτρεπε στην αστυνομία να κρατά αρχεία που θα μπορούσαν να περιέχουν προσωπικά δεδομένα για όσο χρόνο ήταν απαραίτητα για την εκπλήρωση των καθηκόντων της (δηλαδή για την τιμωρία αδικημάτων και την αποτροπή εγκλημάτων και πλημμελημάτων). Το Νοέμβριο του 1993, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Αλλοδαπών επέβαλε στην προσφεύγουσα διετή απαγόρευση παραμονής στην Ελβετία, ως προληπτικό μέτρο.

Το 2001 υποβλήθηκαν δύο μηνύσεις για απειλητική και προσβλητική συμπεριφορά εναντίον της προσφεύγουσας. Το 2003 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από μια επιστολή της αστυνομίας της Γενεύης ότι η λέξη "πόρνη" εξακολουθούσε να υπάρχει στα αστυνομικά αρχεία. Τον Μάη του 2005 επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα κράτηση 20 ημερών με αναστολή, κατόπιν δύο συμπληρωματικών μηνύσεων για προσβολή και κατάχρηση τηλεφωνικών υποδομών που υποβλήθηκαν εναντίον της το 2002 και το 2003.

Τον Ιούλιο του 2005 ο αρχηγός της αστυνομίας επιβεβίωσε ότι η λέξη που αναφερόταν στο επάγγελμά της στην βάση δεδομένων της αστυνομίας είχε αντικατασταθεί από το "μοδίστρα". Μετά από μια τηλεφωνική επικοινωνία το έτος 2006, η προσφεύγουσα έμαθε ότι η λέξη "πόρνη" παρέμενε στα ηλεκτρονικά αρχεία της αστυνομίας και γι' αυτό ζήτησε την διαγραφή της. Με επιστολή του, ο αρχηγός της αστυνομίας διαβεβαίωσε ότι αυτό είχε γίνει. Η προσφεύγουσα ζήτησε επίσης την διαγραφή δεδομένων της που αφορούσαν μηνύσεις για απειλή και προσβολή που είχαν υποβληθεί εναντίον της το 2001 και περιείχαν επίσης την λέξη "πόρνη". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την δικαιολογία ότι αυτές οι πληροφορίες έπρεπε να παραμείνουν στο αρχείο ως προληπτικό μέτρο, δεδομένων των προηγούμενων παραβιάσεων. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η διατήρηση αυτής της λέξης στα αρχεία θα δυσχέραινε την σημερινή της ζωή, καθώς αυτή η πληροφορία θα μπορούσε να διαβιβαστεί σε εν δυνάμει μελλοντικούς εργοδότες της.

Η προσφεύγουσα κατέθεσε προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 5 Απριλίου 2007. Ισχυρίστηκε ότι από το 1993 στα αστυνομικά αρχεία αναφερόταν ως "πόρνη" και ότι αυτή η λέξη παρέμενε εκεί ως μέρος του φακέλου των δύο μηνύσεων που της είχαν υποβληθεί, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματά της κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση αυτή στα δικαιώματα της προσφεύγουσας βασιζόταν στο εσωτερικό δίκαιο. Αναγνώρισε επίσης ότι τα δεδομένα της είχαν διατηρηθεί για λόγους αποτροπής του εγκλήματος και για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων.

Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σημείωσε ότι ο όρος "πόρνη" ως επάγγελμα είχε διαγραφεί μεν από την βάση δεδομένων της αστυνομίας, αλλά δεν είχε διορθωθεί στους φακέλους των μηνύσεων εναντίον της προσφεύγουσας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω λέξη θα μπορούσε να θίξει την υπόληψη της προσφεύγουσας και να καταστήσει προβληματική την καθημερινή ζωή της, λόγω του ότι αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να κοινοποιηθούν στις αρχές. Το πιο σοβαρό είναι ότι τα προσωπικά δεδομένα επί του παρόντος υποβάλλονται σε αυτοματοποιημένη επεξεργασία, επιτρέποντας έτσι την πρόσβαση σε αυτά και την διάδοσή τους. Γι' αυτό, η προσφεύγουσα είχε ένα εύλογο συμφέρον στην διαγραφή της λέξης "πόρνη" από τα αστυνομικά αρχεία.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πρώτον το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί παράνομης πορνείας ήταν πολύ ασαφής και γενικός και ότι η σύνδεσημε την καταδίκη της προσφεύγουσας για απειλή και προσβολή δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την διατήρηση της λέξης "πόρνης". Σημείωσε επίσης την αντιφατική συμπεριφορά των αρχών. Παρά το γεγονός ότι η αστυνομία επιβεβαίωσε ότι ο όρος είχε διορθωθεί, η προσφεύγουσα έμαθε ότι η λέξη είχε παραμείνει στα αρχεία της αστυνομίας.

Έτσι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η αποθήκευση εσφαλμένων προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν την ιδιωτική ζωή της προσφεύγουσας παραβίασε το δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτιής της ζωής και ότι η διατήρηση του όρου "πόρνη" για χρόνια δεν ήταν ούτε δικαιολογημένη, αλλά ούτε και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελβετία να καταβάλλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.

Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση, γιατί με αυτήν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ξεπερνά τις υφιστάμενες διατάξεις του ισχύοντος εθνικού δικαίου στις οποίες βασίζεται μια καταγραφή σε ένα αστυνομικό αρχείο και κρίνει ότι παρ' όλο που η καταγραφή μπορεί να ήταν "νόμιμη", δεν ήταν δικαιολογημένη και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Βαρύνουσα σημασία όμως αποδίδεται στο γεγονός της αντιφατικής συμπεριφοράς της αστυνομικής αρχής, η οποία δήλωσε μεν ότι είχε αποκαταστήσει το θέμα, αλλά στην πραγματικότητα έπρεπε να είχε προχωρήσει και σε άλλες διορθώσεις.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2011

Η πρώτη υπόθεση blogger στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα εξετάσει αυτό το μήνα την υπόθεση των "Donkey bloggers" εναντίον του Αζερμπαϊτζάν (βλ. εδώ κι εδώ). Πρόκειται για δύο ακτιβιστές που χρησιμοποιούσαν εκτενώς τις πλατφόρμες των social media, όπως το twitter, το youtube κλπ, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν την νεολαία εναντίον της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν. Από ένα βίντεο στο οποίο ένα άτομο εμφανιζόταν να δίνει συνέντευξη τύπου ντυμένο με στολή γαϊδάρου, πήραν το όνομα Donkey bloggers, δηλαδή γαϊδουροιστολόγοι.

Οι δύο bloggers φυλακίστηκαν για "χουλιγκανισμό" και υπό τη γενική κατακραυγή των διεθνών οργανισμών και οργανώσεων υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων απελευθερώθηκαν. Προσέβαλαν όμως τις εναντίον τους πράξεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για σωρεία παραβιάσεων, όπως η αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 ΕΣΔΑ), η παραβίαση της ιδιωτικότητας (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και η παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ).

Από τα στοιχεία που μπορεί κανείς να διαβάσει στο Διαδίκτυο, είναι αμφίβολο εάν μετά την αποφυλάκισή τους, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα εντοπίσει παραβιάσεις. Ωστόσο, ακόμα και μετά την αποφυλάκιση, υπάρχει ένα στοιχείο παράβασης της ΕΣΔΑ που παραμένει: το αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect) που παράγεται εις βάρος της ελευθερίας της έκφρασης, όταν το άτομο διώκεται για τις απόψεις του. Πρόκειται για μια έννοια που έχει αναπτυχθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όταν μια φαινομενικά νομότυπη δίωξη και κύρωση υπερβαίνει τα όρια που είναι ανεκτά σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ειδικά σε υποθέσεις ελευθερίας της έκφρασης, στις οποίες αναγνωρίζεται ο ρόλος του τύπου ως ένας φρουρός της δημόσιας ζωής (public watchdog), το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει ότι οι υπερβολικές κυρώσεις που προκαλούν αποτρεπτικό αποτέλεσμα είναι αντίθετες στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.Ένα σκεπτικό που θα πρέπει να υιοθετηθεί κι από δικαστικές αποφάσεις Ελληνικών δικαστηρίων.

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2011

Ασφαλιστικά μέτρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Μια διαδικασία που δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστή είναι τα ασφαλιστικά μέτρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για την προάσπιση ανθρώπινου δικαιώματος που βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο και δεν υπάρχουν επαρκή εσωτερικά ένδικα μέσα για να το διασφαλίσουν.

Σύμφωνα με στατιστική που δημοσίευσε πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι περισσότερες αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων αφορούν την Ελλάδα και σχετίζονται με υποθέσεις αιτούντων άσυλο (βλ. εδώ). Ο πίνακας δείχνει ότι από την 1.1.2011 έως τις 30.6.2011 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εκδώσει 44 αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων εις βάρος της Ελλάδας.

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου εξέδωσε και μια πρακτική οδηγία για την κατάθεση ασφαλιστικών μέτρων (βλ. εδώ).

Σύμφωνα με αυτήν, όλες οι πληροφορίες πρέπει να αποστέλλονται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μαζί με την υποβολή της αίτησης, ενώ, σε υποθέσεις απέλασης πρέπει να αναφέρεται η αναμενόμενη ημερομηνία της και η αίτηση ασφαλιστικών να έχει ληφθεί από το ΕΔΔΑ τουλάχιστον μία εργάσιμη πριν την απέλαση. Εάν η έκδοση της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου αναμένεται ότι θα έχει άμεσα αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και πριν από την έκδοση της.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα δίνει εφεξής ανά εξάμηνο στατιστικά όσον αφορά τα ασφαλιστικά μέτρα.


Τετάρτη, Απριλίου 13, 2011

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και σεξουαλικός προσανατολισμός

Επ' αφορμή της συνεδρίασης για την υπόθεση Gas και Dobois κατά Γαλλίας (υιοθεσία από ομόφυλο ζευγάρι), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δημοσίευσε μία σύνοψη με τις αποφάσεις του επί υποθέσεων που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό (βλ. εδώ). Ας δούμε τις υποθέσεις και στα ελληνικά.

Γάμος

Schalk και Kopf κατά Αυστρίας (βλ. εδώ)
24.6.2010
Οι προσφεύγοντες είναι ομόφυλο ζευγάρι με σταθερή σχέση. Ζήτησαν άδεια από τις αυστριακές αρχές για σύναψη γάμου. Η αίτησή τους απορρίφθηκε λόγω προϋπόθεσης ετερότητας φύλου των προσώπων που συνάπτουν γάμο. Η θέση αυτή επικυρώθηκε από τα δικαστήρια.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πρώτα επικύρωσε ότι η σχέση των προσφευγόντων εμπίπτει στην έννοια της "ιδιωτικής ζωής", ακριβώς όπως η σχέση ενός ετερόφυλου ζευγαριού στην ίδια κατάσταση. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν επιβάλλει σε ένα κράτος να προβλέψει δικαίωμα σύναψης γάμου για ομόφυλους. Οι εθνικές Αρχές έχουν καλύτερη θέση για να κρίνουν και να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας κοινωνίας σε αυτόν τον τομέα, δεδομένου ότι ο γάμος έχει βαθειές κοινωνικές και πολιτισμικές συμπαραδηλώσεις που διαφοροποιούνται ουσιωδώς από την μία κοινωνία στην άλλη. Δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 12 (δικαίωμα στο γάμο), ούτε του άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Εκκρεμής υπόθεση

Chapin και Charpentier κατά Γαλλίας - κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (βλ. εδώ).

Υιοθεσία


Fretté κατά Γαλλίας (βλ. εδώ)
26.2.2002
Απόρριψη άδειας σε ομοφυλόφιλο για υιοθεσία παιδιού.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές Αρχές νόμιμα και εύλογα είχαν αρμοδιότητα να κρίνουν ότι το δικαίωμα για υιοθεσία, το οποίο επικαλέστηκε ο προσφεύγων, περιορίζεται από τα συμφέροντα του παιδιού, παρά τις νόμιμες προσδοκίες του προσφεύγοντος και χωρίς να εγείρουν ζήτημα για τις προσωπικές του επιλογές. Δεν παραβιάστηκε το άρθρο 14 (παραβίαση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής). Επιπλέον, παραβιάσθηκε το Άρθρο 6 - δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Ε.Β. κατά Γαλλίας (βλ. εδώ)
22.01.2008
Απόρριψη αίτησης μεμονωμένης γυναίκας σε σταθερή σχέση με άλλη γυναίκα για έγκριση υιοθεσίας παιδιού.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο παρατήρησε ότι η ομοφυλοφιλία της προσφεύγουσας αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την απόρριψη της αιτήσεως, ενώ το Γαλλικό δίκαιο επιτρέπει σε μεμονωμένα άτομα να υιοθετήσουν παιδί, επιτρέποντας έτσι και τη δυνατότητα υιοθεσίας από μεμονωμένο ομοφυλόφιλο. Παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με το Άρθρο 8. Μέτρα που ελήφθησαν μετά την έκδοση της απόφασης (εδώ).

Εκκρεμείς υποθέσεις

Gas and Dubois κατά Γαλλίας – κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (εδώ) – παραδεκτή προσφυγή (εδώ) - ακροαματική διαδικασία στις 12.04.2011 ώρα 9.00 (εδώ).
Απόρριψη αίτησης του πρώτου προσφεύγοντος για υιοθεσία του παιδιού του συντρόφου του.

X και άλλοι κατά Αυστρίας - κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (εδώ).
Άρνηση αίτησης της πρώτης προσφεύγουσας για υιοθεσία του παιδιού της συντρόφου της.

Γονεϊκά δικαιώματα

Salgueiro da Silva Mouta κατά Πορτογαλίας (βλ. εδώ)
21.12.1999
Αφαίρεση κοινής γονικής μέριμνας από πατέρα λόγω ομοφυλοφιλίας του.
Η απόφαση των δικαστηρίων της Πορτογαλίας βασίστηκε κυρίως στο γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν ομοφυλόφιλος λκαι ότι "το παιδί πρέπει να ζήσει σε μια παραδοσιακή πορτογαλική οικογένεια". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η διάκριση που βασίζεται σε κριτήρια σεξουαλικού προσανατολισμοπύ δεν είναι αποδεκτή σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Παραβιάστηκε το Άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής)
Μέτρα που λήφθηκαν ύστερα από την απόφαση (βλ. εδώ)

J.M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. εδώ)
28.09.2010, μη τελική

Κατόπιν διαζυγίου, ο πρώην σύζυγος της προσφεύγουσας απέκτησε τη γονική μέριμνα των παιδιοών τους ενώ η ίδια έπρεπε να συμβάλλει οικονομικά στην ανάπτυξή τους. το 1998 ξεκίνησε να συγκατοικεί με μια άλλη γυναίκα, με την οποία ήταν σε προσωπική σχέση. Σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις - πριν την θέσπιση Νόμου Συμφώνου Συμβίωσης - πρόβλεπε την μείωση της διατροφής όταν ο απών γονέας είχε ήδη μια νέα σχέση, έγγαμη ή άγαμη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ομόφυλες σχέσεις.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις για την διατροφή του παιδιού πριν την θέσπιση του Νομου Συμφώνου Συμβίωσης περιείχαν αθέμιτη διάκριση εις βάρος των ομόφυλων σχέσεων. Παραβίαση του Άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 (προστασία της ιδιοκτησίας).

Εργασία


Lustig-Prean και Beckett κατά Ηνωμένου Βασιλείου
Smith και Grady κατά Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. εδώ)
27.9.1999

Perkins και R. v. κατά Ηνωμένου Βασιλείου
Beck, Copp και Bazeley κατά Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. εδώ)
22.10.2002
Οι προσφεύγοντες αποτάχθηκαν από τις ένοπλες δυνάμεις λόγω της ομοφυλοφιλίας τους, κατόπιν ερευνών για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα που ελήφθησαν εναντίον των προσφευγόντων αποτελούσαν εξαιρετικά σοβαρές παραβίασεις της ιδιωτικής τους ζωής και δεν ήταν δικαιολογημένα βάσει "πειστικών και ισόρροπων αιτιολογιών". Παραβιάσεις του Άρθρου 8 (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής ζωής). Σε ορισμένες περιπτώσεις, παραβιάσεις Άρθρου 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή). Στην Beck, Copp και Bazeley: δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης).
Μέτρα που ελήφθησαν μετά την έκδοση των αποφάσεων (αλλαγή νομοθεσίας) βλ. εδώ.

Κοινωνικά δικαιώματα

Mata Estevez κατά Ισπανίας
10.05.2001 (απόφαση επί του παραδεκτού βλ. εδώ)
Επιζήσας ομόφυλος σύντροφος δεν έχει δικαίωμα σε σύνταξη του αποβιώσαντος.

Η ισπανική νομοθεσία που σχετίζεται με το δικαίωμα του επιαζήσαντος σε επιδόματα που επιδιώκουν νόμιμο στόχο (προστασία της οικογένειας που βασίζεται στους δεσμούς του γάμου) και η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πλαίσιο εκτίμησης του Κράτους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.

P.B. and J.S. κατά Αυστρίας (βλ. εδώ)
22.07.2010

Απόρριψη της επέκτασης ασφάλισης για ασθένεια στον ομόφυλο σύντροφο σύντροφο του ασφαλισμένου. Πριν την νομοθετική τροποποίηση του Ιουλίου 2007, ο Αυστριακός νόμος κάλυπτε μόνο έναν στενό συγγενή του ασφαλισμένου ή ένα συγκάτοικο διαφορετικού φύλου.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι πριν τον Ιούλιο 2007 είχε παραβιαστεί το Άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού σε ιδιωτική και οικογενειακή ζωή). Κατ' αποτέλεσμα της τροποποίησης της νομοθεσίας τον Ιούλιο του 2007, ο εν λόγω νόμος τώρα είναι ουδέτερος όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό των συγκατοίκων, ο οποίος νόμος, κατά την άποψη του Δικαστηρίου τερματίζει την παραβίαση.

Δικαιώματα στο μίσθιο

Karner κατά Aυστρίας (βλ. εδώ)
24.07.2003
Άρνηση στον επιζήσαντα ομόφυλο σύντροφο να διατηρήσει το μίσθιο μετά το θάνατο του συντρόφου του.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι ο γενικός αποκλεισμός των επιζησάντων μιας ομόφυλης σχέσης από την διαδοχή στην μισθωτική σχέση είναι αναγκαίος για την προστασία της οικογένειας. Παραβίαση του Άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας).
Μέτρα που ελήφθησαν μετά την έκδοση της απόφασης (βλ. εδώ).

Kozak κατά Πολωνίας (βλ. εδώ)
02.03.2010

Άρνηση στον επιζήσαντα ομόφυλο σύντροφο να διατηρήση το μίσθιο μετά το θάνατο του συντρόφου του.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι ο γενικός αποκλεισμός των επιζησάντων μιας ομόφυλης σχέσης από την διαδοχή στην μισθωτική σχέση είναι αναγκαίος για την προστασία της οικογένειας. Παραβίαση του Άρθρου 14 (απαγόρευση διακρίσεων) σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας).
Εκκρεμεί η εκτέλεση της απόφασης

Ελευθερία συνάθροισης και συνεταιρισμού

Bączkowski και άλλοι κατά Πολωνίας (βλ. εδώ)
03.05.2007
Η εκστρατεία των προσφευγόντων για τα ομόφυλα δικαιώματα. Το 2005, οι δημοτικές αρχές απέρριψαν την αίτηση για διοργάνωση παρέλασης στους δρόμους της Βαρσοβίας για την δημόσια συνειδητοποίηση των διακρίσεων εις βάρος μειονοτήτων, γυναικών και ατόμων με αναπηρία. Η παρέλαση τελικά έγινε. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι ενώ η παρέλαση έγινε τελικά, οι προσφεύγοντες είχαν βρεθεί σε κίνδυνο γιατί δεν τους είχε επιτραπεί επίσημα κατά τον κρίσιμο χρόνο. Είχαν μόνον εκ των υστέρων ένδικα μέσα διαθέσιμα όσον αφορά τις αποφάσεις που αρνούνταν την αδειοδότηση για το συμβάν. Ευλόγως συνάγεται ότι ο πραγματικός λόγος για την άρνηση ήταν η αντίθεση των τοπικών αρχών στην ομοφυλοφιλία. Παραβίαση των Άρθρων 11 (δικαίωμα στην συνάθροιση και συνεταιρισμό), 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων).
Εκκρεμεί η εκτέλεση της υπόθεσης.

Alekseyev κατά Ρωσίας (βλ. εδώ)
21.10.2010, μη τελική

Η υπόθεση αφορά τις προσφυγές ενός Ρώσου γκέι ακτιβιστή για τις επαναλαμβανόμενες απορρίψεις (2006, 2007, 2008) των δημοτικών αρχών της Μόσχας, στα αιτήματά του για την διοργάνωση παρελάσεων ομοφυλόφιλης υπερηφάνειας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι απαγορεύσεις δεν ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία. Περαιτέρω έκρινε ότι ο κ. Alekseyev δεν είχε διαθέσιμ0 ένδικο μέσο για να προσβάλλει αυτές τις απαγορεύσεις και ότι ήταν θέμα διάκρισης λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Παραβιάσεις Άρθρων 11 (ελευθερία συνάθροισης και συνεταιρισμού), 12 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων).

Εκκρεμείς υποθέσεις
Genderdoc-M κατά Μολδαβίας - κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (βλ. εδώ).
Άρνηση αδειοδότησης για παρέλαση στο Τσισινάου.

Zhdanov και Rainbow House κατά Ρωσίας (βλ. εδώ)
Άρνηση καταχώρησης σωματείου για Λεσβίες, Ομοφυλόφιλους, Αμφισεξουαλικούς και Διαφυλικούς.

Ομοφοβία και κακομεταχείριση στις φυλακές

Εκκρεμής υπόθεση
Vincent Stasi κατά Γαλλίας - κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (βλ. εδώ)

Καταγγελλόμενη ομοφοβία και κακομεταχείριση στη φυλακή


X. κατά Τουρκίας – κοινοποίηση πραγματικών περιστατικών (βλ. εδώ)
Ο προσφεύγων παραπονείται μεταξύ άλλων, για διακριτική μεταχείριση όσον αφορά την ομοφυλοφιλια του, στο πλαίσιο της κράτησής του σε απομόνωση σε ένα κελλί 5 τετραγωνικών, χωρίς καμία επικοινωνία με άλλους κρατούμενους ή πρόσβαση σε περιπάτους στον ανοικτό αέρα.

Κίνδυνοι από την επιστροφή ομοφυλόφιλων στις πατρίδες τους

Εκκρεμείς υποθέσεις

D.B.N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. εδώ)
Καταγγελλόμενοι κίνδυνοι θανάτου, κακομεταχείρισης και παραβίασης του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής για μια λεσβία, στην περίπτωση που θα επιστραφεί στην Ζιμπάμπουε.

K.N. κατά Γαλλίας (βλ. εδώ)
Καταγγελλόμενοι κίνδυνοι θανάτου και κακομεταχείρισης για ομοφυλόφιλο, στην περίπτωση που θα επιστραφεί στο Ιράν.

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιώνει εν μέρει την Naomi Campbell

To Φεβρουάριο του 2001, η εφημερίδα Daily Mirror κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο το γνωστό μοντέλο και τίτλο "Naomi: είμαι εξαρτημένη από ναρκωτικά". Στο εσωτερικό της εφημερίδας υπήρχαν άρθρα που συνοδεύονταν από φωτογραφίες που ελήφθησαν κρυφά, ενώ το μοντέλο βρισκόταν στο δρόμο, κοντά στο κέντρο των Ανώνυμων Ναρκωμανών (βλ. εδώ δελτίο τύπου ΕΔΔΑ).

Ο δικηγόρος της Naomi Campbell έγραψε στην εφημερίδα ότι αυτό το δημοσίευμα παραβίαζε την ιδιωτικότητα του μοντέλου, ζητώντας από την εφημερίδα να δεσμευθεί ότι δεν θα δημοσιεύσει άλλο σχετικό υλικό. Όμως, η εφημερίδα αντί να συμμορφωθεί, απάντησε με τη δημοσίευση κι άλλων φωτογραφιών και με τη δημοσίευση ειρωνικών άρθρων εις βάρος της, βγαίνοντας με τίτλο "Αξιολύπητη" ("Pathetic"), με φράσεις όπως "μετά από χρόνια αυτοπροβολής και παράνομης χρήσης ναρκωτικών η Naomi Campbell κλαίγεται για ιδιωτικότητα" και "εαν η Νaomi Campbell θέλει να ζήσει σαν καλόγρια, αφήστε την να πάει σε μοναστήρι. Εάν θέλει τον ενθουσιασμό της show business, πρέπει να αποδεχθεί όσα την συνοδεύουν". Σημειωτέον, ότι το μοντέλο σε προηγούμενο στάδιο, κατά το οποίο είχε νοσηλευθεί και είχε υποβληθεί σε πλύση στομάχου, είχε αρνηθεί ότι έκανε χρήση ναρκωτικών.

Το γνωστό μοντέλο προσέφυγε φυσικά στην Δικαιοσύνη για να αντιμετωπίσει την αισχρή αυτή επίθεση στην ιδιωτική της ζωή. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Μεγάλης Βρετανίας έκρινε ότι αφού η Naomi είχε αρνηθεί δημόσια ότι έκανε τη χρήση ναρκωτικών, αυτομάτως το θέμα ήταν δημόσιου ενδιαφέροντος, αλλά αυτό δεν επέτρεπε την δημοσίευση των φωτογραφιών της και όλων των ανωτέρω προσβλητικών σχολίων από την Mirror. Με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταδικάσει την εφημερίδα σε αποζημίωση 3.500 λιρών Μ.Βρετανίας και 1.000.000 λιρών Μ.Βρετανίας σε δικαστικά έξοδα, λόγω της σχετικής συμφωνίας της Naomi με τον δικηγόρο της.

Η Mirror προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επικαλούμενο παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, λέγοντας ότι δεν παραβίασε την ιδιωτικότητα και ότι δεν έπρεπε να πληρώσει ένα τόσο μεγάλο ποσό για δικαστικά έξοδα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογράμμισε φυσικά τον σοβαρό ρόλο του Τύπου σε ένα κράτος δικαίου, αλλά έκρινε ότι αφού ο μόνος σκοπός του δημοσιεύματος ήταν να ικανοποιηθεί η περιέργεια ενός "ειδικού κοινού" γα τις πληροφορίες της ιδιωτικής ζωής ενός δημόσιου προσώπου, τα δημοσιεύματα αυτά δεν συνέβαλαν σε μια δημόσια αντιπαράθεση γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ελευθερία της έκφρασης γνωρίζει κατώτερο επίπεδο προστασίας, καθώς υπερέχει η προστασία της ιδιωτικότητας του προσώπου. Η δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών είχε ζημιώσει την κ. Campbell και δεν ήταν απαραίτητη για την τεκμηρίωση των πληροφοριών περί εξάρτησης από τα ναρκωτικά: το δημόσιο ενδιαφέρων μπορούσε να έχει ικανοποιηθεί από την δημοσίευση των άρθρων για τα ίδια τα περιστατικά όσον αφορά την εξάρτησή της και την θεραπεία της, οπότε η δημοσίευση των φωτογραφιών ήταν λοιπόν μια δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της κ. Campbell για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής. Επομένως η καταδίκη της εφημερίδας για παραβίαση ιδιωτικότητας δεν παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης (ένας δικαστής μειοψήφισε ως προς αυτό).

Ωστόσο, όσον αφορά τη συμφωνία της Campbell με τον δικηγόρο της για καταβολή ποσού 1.000.000 σε περίπτωση επιτυχίας ("success fee"), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε διαφορετική προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Μ.Β. Αναγνώρισε ότι το μοντέλο ήταν πλούσιο και γι' αυτό δεν ήταν κάποιος που κινδύνευε για οικονομικούς λόγους να μην έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, περίπτωση για την οποία έχει κυρίως θεσπιστεί η δυνατότητα του success fee. Ως προς αυτό το κεφάλαιο λοιπόν το Ευρωδικαστήριο διέγνωσε ότι όντως παραβιάστηκε το άρθρο 10 περί ελευθερίας της έκφρασης της εφημερίδας που υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό από τα εθνικά δικαστήρια.



Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2010

Καταδίκες της Ελλάδας για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης

Σύμφωνα με τον κατάλογο για την ελευθερία του Τύπου για το 2010 που δημοσίευσαν οι Ρεπόρτερς Χωρίς Σύνορα, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τη συγκεκριμένη συνταγματική ελευθερία (βλ. εδώ).

Ας δούμε λοιπόν πιο συγκεκριμένα τις διαπιστωμένες παραβιάσεις της ελευθερίας της έκφρασης από την Ελλάδα, μέσα από τις σχετικές καταδίκες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις οποίες κρίθηκε ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. εδώ).

Στην υπόθεση Γρηγοριάδης κατά Ελλάδας (1997), ένας νέος που υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στα τέλη της δεκαετίας του 80, μετά από δύο χρόνια υπηρεσίας αποφάσισε να καταγγείλει με μια τεκμηριωμένη επιστολή τον Στρατό ως έναν "εγκληματικό και τρομοκρατικό μηχανισμό" και αρνήθηκε να εκτίσει την ποινή της πρόσθετης υπηρεσίας που του είχε επιβληθεί. Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη του από την Ελληνική Δικαιοσύνη για "περιύβριση του στρατεύματος", κατά τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα. To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε όμως ότι "το περιεχόμενο της επιστολής περιλάμβανε ορισμένες σκληρές κι αμετροεπείς παρατηρήσεις αναφορικά με τις ένοπλες δυνάμεις στην Ελλάδα. Όμως, το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτές έγιναν μέσα στο πλαίσιο μιας μακράς συζητήσεως επικριτικής για τη στρατιωτική ζωή και το στράτευμα ως θεσμό" και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης του Γρηγοριάδη και πληρωμή 2.000.000 δρχ. για δικαστικά έξοδα (βλ. εδώ την απόφαση).

Στην υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδας (2004), στον "Αδέσμευτο Τύπο" δημοσιεύθηκε ένα άρθρο που αναφερόταν σε εισαγγελείς μπλεγμένους σε σκάνδαλα κι έμεναν ατιμώρητοι, πράγμα που αποδιδόταν στη φιλική τους σχέση με τον πρόεδρο ενός δικηγορικού συλλόγου. Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη των Ρίζου και Ντάσκα για αποζημίωση 10.000.000 δρχ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι "οι επίδικες φράσεις δεν υπερέβαιναν τα όρια του αποδεκτού σχολίου σε μια υπόθεση επικαιρότητας" και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης των Ρίζου και Ντάσκα και πληρωμή 31.172 ευρώ, δηλ. την αποζημίωση που είχαν καταβάλει στον αντίδικό τους (βλ. εδώ την απόφαση).

Στην υπόθεση Κανελλοπούλου κατά Ελλάδας (2007), στην "Espresso" και στην "Traffic news" δημοσιεύθηκε η διαμαρτυρία μιας γυναίκας που έκανε αποτυχημένη αισθητική επέμβαση στο στήθος, που οδήγησε σε μαστεκτομή και των δύο, καθώς αποδείχθηκε ότι είχε καρκίνο, αλλά μόνο στον ένα μαστό και σε αρχικό στάδιο. Στα επίδικα άρθρα η γυναίκα φερόταν να αναφέρει ότι ο γιατρός την "έσφαξε σαν αρνί", την "κατακρεούργησε", την "κατέστρεψε". Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη της γυναίκας για προσβολή της φήμης του γιατρού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι "ακόμα κι αν η προσφεύγουσα εκφράστηκε με όρους ωμούς και βίαιους, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις αντανακλούσαν τον τρόπο με τον οποίο εισέπραττε η ίδια την σοβαρότητα της κατάστασής της. Εξάλλου, οι δηλώσεις της δεν περιελάμβαναν οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί κακοπιστία από την πλευρά της" και καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και σε πληρωμή 8.000 ευρώ για ηθική βλάβη (βλ. εδώ την απόφαση).

Στην υπόθεση Κατράμη κατά Ελλάδας (2007), μια δημοσιογράφος χαρακτήρισε "επίορκο" και "καραγκιόζη" έναν ανακριτή που υπέπεσε σε δικονομικές παρατυπίες σε υπόθεση τροχαίου, στην οποία εμπλεκόταν η αδελφή της "ως πρόβατο επί σφαγή". Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη της δημοσιογράφου για εξύβριση του ανακριτή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι "δεν δύναται να δεχθεί ότι το προφανές συμφέρον να προστατευθεί η υπόληψη του Λ.Π. και να διασφαλισθεί η απρόσκοπτη λειτουργία της δικαιοσύνης, συμφέρον που αφορά η υπόθεση αυτή, επαρκούσε για να δικαιολογηθεί η ποινική καταδίκη της προσφευγούσης. (...) Κατά το Δικαστήριο, η επιβολή στην προσφεύγουσα μιας στερητικής της ελευθερίας ποινής, έστω και με αναστολή, λειτουργεί στο πλαίσιο του άρθρου 10, κύρωση δυσανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού. (...) Τέλος το Δικαστήριο φρονεί ότι οι εκφράσεις "επίορκος" και "καραγκιόζης" είναι μάλλον, αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται απόδειξη και δεν εμπίπτουν στην κατηγορία γεγονότων δυνάμενων να αποδειχθούν. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν στον διαχωρισμό μεταξύ "πραγματικών γεγονότων" και "αξιολογικών κρίσεων" αλλά εξήτασαν μόνο εάν οι χρησιμοποιηθείσες από την προσφεύγουσα εκφράσεις ήταν ικανές να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή." Έτσι, η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης της δημοσιογράφου και υποχρεώθηκε να της καταβάλει 7.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. (βλ. εδώ την απόφαση).

Στην υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδας (2007) ο παρουσιαστής ζωντανής εκπομπής καταδικάστηκε επειδή δεν διέκοψε τον καλεσμένο του ο οποίος αποκάλεσε "παρακρατικό" έναν εμπλεκόμενο στην υπόθεση Οτσαλάν κι ότι "η Ελλάδα δεν είναι οι φωνασκούντες κακούργοι του Τύπου" και οι "νευροπαθείς ψευδοπατριώτες". Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη του παρουσιαστή σε καταβολή αποζημίωσης, η οποία κατόπιν συμφωνίας με τον αντίδικο ορίστηκε στα 41.000 ευρώ και 1.170 ευρώ δικαστικά έξοδα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι οι παραπάνω λέξεις ήταν "αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται απόδειξη και δεν εµπίπτουν στην κατηγορία γεγονότων δυναµένων να αποδειχθούν. (... Αλλά) , οι επίδικες εκφράσεις δεν στερούνταν παντελώς πραγµατικής βάσεως. Αντιθέτως µάλιστα, ο Φ.Κ. είχε συναντήσει τον κ. Οτσαλάν κατά την παραµονή του στην Κένυα, για να του παραδώσει µηνύµατα και έγγραφα και, µετά τη σύλληψη του κ. Οτσαλάν από τις τουρκικές δυνάµεις, είχε παραχωρήσει πολλές συνεντεύξεις για το θέµα αυτό στα ελληνικά µέσα ενηµερώσεως. Τέλος, το ∆ικαστήριο δεν λησµονεί ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν στον διαχωρισµό µεταξύ «πραγµατικών γεγονότων» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά εξήτασαν µόνον εάν οι χρησιµοποιηθείσες από τον Ε.Β. εκφράσεις ήταν ικανές να προσβάλουν την προσωπικότητα και την υπόληψη του µηνυτή. (... Εξάλλου)Το κόνσεπτ της εκποµπής αυτής αφορούσε την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Επίσης, οι επίµαχες εκφράσεις ήταν προφορικές δηλώσεις τρίτου κατά τη διάρκεια ζωντανής εκποµπής, γεγονός το οποίο στέρησεαπό τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να τις αφαιρέσει «στο αέρα». (...) Στο σηµείο αυτό, το ∆ικαστήριο εκτιµά ότι η ευθύνη του δηµοσιογράφου-συντονιστή δεν συµπίπτει µε την ευθύνη του προσώπου το οποίο χρησιµοποίησε φράσεις διατυπωµένες ενδεχοµένως υπό µορφή οξείας λεκτικής επιθέσεως, εξυβριστικές ή συκοφαντικές. Πράγµατι, το να απαιτείται εν γένει από τους δηµοσιογράφους να λαµβάνουν συστηµατικώς και σαφώς αποστάσεις από το περιεχόµενο µιας εκφράσεως η οποία θα ήταν δυνατό να προσβάλει τρίτους, να τους προκαλέσει ή να προσβάλει την υπόληψή τους, δεν συµβιβάζεται µε τον ρόλο του Τύπου να πληροφορεί επί των γεγονότων, των απόψεων ή των ιδεών που λαµβάνουν χώρα και ισχύουν σε µία δεδοµένη στιγµή. Μία τέτοια απαίτηση θα επέβαλε δυσβάστακτο φορτίο στον δηµοσιογράφο-συντονιστή µιας εκποµπής, ο οποίος θα απέφευγε ενδεχοµένως να συνοµιλήσει µε πρόσωπα τα οποία θα ήταν δυνατό να εκφράσουν τις ιδέες τους υπό µορφή πολεµικής και σε τόνο υπερβολικό, φοβούµενος ότι θα του αποδοθούν προβλεπόµενες από τον νόµο ευθύνες. Ωστόσο, µία τέτοια κατάσταση θα µπορούσε να αποστερήσει από την κοινωνία τη µετάδοση µέσω των µέσων ενηµερώσεως ζωντανών και ζωηρών πολιτικών συζητήσεων, από τις οποίες θρέφεται η δηµοκρατία." Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον προσφεύγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 42.238 ευρώ και των 7.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα (βλ. εδώ την απόφαση).

Στην υπόθεση Βασιλάκης κατά Ελλάδας (2007) ο δημοσιογράφος είχε συντάξει μια σειρά άρθρων εναντίον του Δικτύου '21, με αποτέλεσμα να υποστεί αλλεπάλληλες δικαστικές διώξεις, γεγονός που τον οδήγησε στην σύνταξη μιας επιστολής στον πρόεδρο του ΔΣΑ με αίτημα τον πειθαρχικό έλεγχο των δικηγόρων διωκτών του. Στην επιστολή του χρησιμοποιούσε της εκφράσεις: «τροµοκρατία που ασκούν στους δηµοσιογράφους και τα µέσα ενηµέρωσης», «νέα πρακτική φίµωσης και κατάργησης της ελευθερίας της έκφρασης», «µε απίστευτο φανατισµό, ο οποίος καταντά ιδεοληψία», «δηλώσεις µετάνοιας», «θέλησή τους να εξοντώσουν µέσω αυτής της πρωτότυπης µεθόδευσης", «οργάνωσαν την εξόντωση προς παραδειγµατισµό δηµοσιογράφων-θυµάτων µέσω αυτής της καταχρηστικής διαδικασίας» και «ανθρωποκυνηγητό». Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη του για προσβολή προσωπικότητας και καταβολή αποζημίωσης 3.000 ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι "τα εθνικά δικαστήρια ουδόλως διέκριναν µεταξύ «πραγµατικών περιστατικών» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά διερεύνησαν µόνον αν οι εκφράσεις που χρησιµοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα ήταν ικανές να θίξουν την προσωπικότητα και την επαγγελµατική και προσωπική υπόληψη του ενάγοντος. Στην πράξη, προκειµένου να αξιολογήσουν την πρόθεση του προσφεύγοντος, δεν τοποθέτησαν τις επίδικες εκφράσεις µέσα στο πλαίσιο της υπόθεσης. Το ∆ικαστήριο εκτιµά από την πλευρά του ότι η εκ µέρους του προσφεύγοντος διατύπωση των απόψεών του υπό την µορφή µιας επιστολής απευθυνόµενης προσωπικά στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου της Αθήνας, παρά µέσω της δηµοσίευσης στον τύπο ενός άρθρου µε το ίδιο περιεχόµενο, έδειχνε µάλλον µία πρόθεση να τεθεί ζήτηµα δεοντολογικών ευθυνών των ∆.Κ. και Φ.Κ. ενώπιον της αρµόδιαςπειθαρχικής αρχής, παρά πρόθεση να εξυβριστούν ή να δυσφηµηστούν ανοικτά οι ενδιαφερόµενοι." Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και υποχρεώθηκε να καταβάλλει 6.000 ευρώ έξοδα στον προσφεύγοντα (εδώ η απόφαση).

Στην υπόθεση Αυγή και Κάρης κατά Ελλάδας (2008), το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε συγκεντρώσεις του 2000 στη Θεσσαλονίκη για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος των ταυτοτήτων και ο διοργανωτής μιας από αυτές (μετέπειτα βουλευτής του ΛΑΟΣ) χαρακτηρίσθηκε "γνωστός εθνικοπαράφρων". Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη της Αυγής και του δημοσιογράφου για καταβολή αποζημίωσης 58.000 ευρώ και δικαστικών εξόδων στον διοργανωτή. Όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι "η επίδικη έκφραση ήταν η µόνη από ολόκληρο το επίδικο άρθρο στην οποία εστίασαν τα εθνικά δικαστήρια προκειµένου να συµπεράνουν την πρόθεση του συντάκτη του να δυσφηµίσει τον Κ.Β. Επιπλέον, η προσωπική αναφορά στον Κ.Β. δε στερείτο νοήµατος, καθώς αυτός ήταν ένας εκ των οργανωτών της δεύτερης συγκέντρωσης. Συνεπώς, τοποθετηµένη µέσα στα πλαίσια του άρθρου, η επίδικη έκφραση αποσκοπούσε στην άσκηση οξείας κριτικής σε βάρος ενός εκ των οργανωτών µίας πολιτικής συγκέντρωσης στην οποία αντιτίθετο η εν λόγω ηµερήσια εφηµερίδα, παρά είχε πρόθεση να προσβάλει ή δυσφηµίσει χωρίς λόγο τον ενάγοντα. Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια δεν έκαναν διάκριση µεταξύ «γεγονότων» και «αξιολογικών κρίσεων» αλλά µοναχά ερεύνησαν αν η διατυπωθείσα στο επίδικο άρθρο έκφραση µπορούσε να βλάψει την προσωπικότητα και την υπόληψη του ενάγοντα. Πράγµατι, κατά την αξιολόγηση της πρόθεσης του προσφεύγοντα, δεν µετέφεραν τις επίδικες φράσεις µέσα στο γενικό πλαίσιο της υπόθεσης. Αντιθέτως µάλιστα, το Εφετείο και ο Άρειος Πάγος εξέτασαν την επίδικη έκφραση αποκοµµένη από τα συµφραζόµενατου άρθρου για να καταλήξουν ότι οι εκφράσεις «ακροδέξιος» και «εθνικιστής» αρκούσαν από µόνες τους προκειµένου ο δηµοσιογράφος να εξωτερικεύσει το περιεχόµενο των σκέψεών του. Ωστόσο, ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων σε µία δίκη περί δυσφήµισης δε συνίσταται στο να υποδείξουν στο δηµοσιογράφο το αυστηρό ελάχιστο των εκφράσεων και χαρακτηρισµών που µπορεί να χρησιµοποιεί όταν ασκεί, µέσα στα πλαίσια του επαγγέλµατός του, το δικαίωµα του για κριτική, ακόµα και µε δριµύ τρόπο. Τα εθνικά δικαστήρια καλούνται αντιθέτως ναεξετάσουν αν το πλαίσιο της υπόθεσης, το δηµόσιο ενδιαφέρον και η πρόθεση τουδηµοσιογράφου δικαιολογούσαν την πιθανή χρήση µίας δόσης πρόκλησης ή υπερβολής." Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και καταβολή 60.000 ευρώ στους προσφεύγοντες (εδώ η απόφαση).

Στην υπόθεση Κυδώνης κατά Ελλάδας (2009) το επίδικο δημοσίευμα ήταν ένα ανυπόγραφο άρθρο της εφημερίδας "Χιώτικη Διαφάνεια" στην οποία υπήρχαν αναφορές για καταπατήσεις εκτάσεων και άλλες παρανομίες πολιτευτή της Ν.Δ. Ο εκδότης της εφημερίδας (δημοσιογράφος) καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης, ενώ υπήρχαν τέσσερις δικαστικές αποφάσεις ότι τα γεγονότα που ανέφερε το άρθρο δεν ήταν ψευδή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι "οι καταγγελλόμενες εκφράσεις δεν περιείχαν καμία προσωπική προσβολή και εντάσσονταν στο πλαίσιο μίας διαμάχης μείζονος ενδιαφέροντος για την τοπική κοινωνία της Χίου. Επιπλέον, αντίθετα με τα επιληφθέντα δικαστήρια, που δεν έδωσαν καμία σαφή απάντηση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το επιχείρημα που ο προσφεύγων είχε προβάλει ενώπιόν τους, ήτοι την αθώωση σε τέσσερις περιπτώσεις ενός ατόμου που είχε και εκείνο καταγγείλει δημοσίως τον ίδιο πολιτικό για γεγονότα κατ’ουσίαν όμοια και του οποίου η αθώωση είχε στηριχθεί στην αποδεδειγμένη αλήθεια των εν λόγω εκφράσεων. Ως εκ τούτου, αν και δεν είναι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αξιολογήσει την αλήθεια των επίδικων εκφράσεων, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι αυτές δεν στερούνταν πραγματικής βάσης. Ενόψει των ανωτέρω, ακόμα κι αν οι καταγγελλόμενες εκφράσεις είχαν δίχως αμφιβολία αρνητικές συνέπειες στη δημόσια εικόνα του Γ.Ε., το Δικαστήριο δεν μπορεί ωστόσο να δεχθεί ότι το προφανές ενδιαφέρον για την προστασία της υπόληψης αυτού ήταν αρκετό για να αιτιολογήσει
την ποινική καταδίκη του προσφεύγοντος." Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης καθώς και σε καταβολή αποζημίωσης 1.746 ευρώ και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα. ( Η απόφαση εδώ).

Στην απόφαση Αλφαντάκης κατά Ελλάδας (2010), το επίδικο ήταν η τηλεοπτική εμφάνιση του δικηγόρου του Τόλη Βοσκόπουλου στον ΣΚΑΪ, όπου ειρωνεύτηκε την έκθεση του εισαγγελέα Δ.Μ. για απαλλαγή της συζύγου του τραγουδιστή, λέγοντας τα εξής: "Ειλικρινά γέλασα όταν τη διάβασα (την έκθεση), διότι αντιλήφθηκα ότι το έγγραφο αυτό δεν αποτελούσε πρόταση. Το θεώρησα ως μία πρόταση με την οποία ο συντάκτης της στόχευε στο να μειώσει τον (Βοσκόπουλο) σαν να υπήρχε μεταξύ τους καλλιτεχνικός ανταγωνισμός. Βέβαια, ο Δ.Μ. γράφει κι αυτός ποιήματα και μπορεί να αισθάνεται καλλιτέχνης. Είναι μία φιλολογική άποψη η οποία εκδηλώνει αντιπάθεια προς τον (Βοσκόπουλο). Δε λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία». Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη του δικηγόρου για καταβολή αποζημίωσης 11.738,81 ευρώ στον εισαγγελέα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όμως έκρινε ότι "η ελευθερία έκφρασης ισχύει και για τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται δημοσίως επί της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αλλά των οποίων η κριτική δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένα όρια (...). Το εφετείο δεν προέβη εν προκειμένω σε κανένα διαχωρισμό μεταξύ «πραγματικών περιστατικών» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά
ερεύνησε μόνο τον αντίκτυπο των φράσεων «όταν τη διάβασα, γέλασα» και «λογοτεχνική άποψη». Ερεύνησε άμεσα αν οι επίδικες φράσεις και ο αντίκτυπος που αυτές προκαλούσαν, μπορούσαν να προσβάλουν την αξιοπρέπεια και την τιμή του μηνυτή. Ως εκ τούτου, το εφετείο στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να αποδείξει ότι οι εν λόγω φράσεις δεν προσφέρονταν για απόδειξη της ακρίβειάς τους. Πράγματι, η πρώτη περιέγραφε, υιοθετώντας έναν μάλλον ειρωνικό τόνο, τη δική του αντίδραση κατά την ανάγνωση της επίμαχης έκθεσης και η δεύτερη συνιστούσε μία αμιγώς αξιολογική κρίση. (...) Ειδικότερα, τα εθνικά δικαστήρια ουδόλως έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι η ποινική υπόθεση στην οποία ο Α.Β., πελάτης του προσφεύγοντος, και η Σ.Π. εμπλέκονταν, είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης λόγω της φήμης του Α.Β. Επιπλέον, η Σ.Π., σύζυγος του Α.Β. κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών, είχε ήδη την ευκαιρία να συμμετάσχει σε τηλεοπτικές συζητήσεις και να κάνει σχόλια επί του περιεχομένου της έκθεσης του εισαγγελέα, που είχε δημοσιοποιηθεί εν τω μεταξύ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τοποθετημένη σε αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση του προσφεύγοντος στο τηλεοπτικό
δελτίο μοιάζει κυρίως να απορρέει από την πρόθεσή του να υπερασπιστεί δημοσίως τις θέσεις του πελάτη του, σε μία υπόθεση που είχε προσελκύσει το δημόσιο ενδιαφέρον, και δεν στόχευε άμεσα στο να προσβάλει την προσωπικότητα του Δ.Μ." Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και υποχρεώθηκε να καταβάλει στον δικηγόρο 12.939 ευρώ αποζημίωση. (Η απόφαση εδώ).

Ευχόμαστε το 2011 η Ελλάδα να βρεθεί πιο ψηλά στην σχετική αξιολόγηση υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης.




Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ελέγχει Κύπρο για μη ενημέρωση συγγενών νεκρών Ελλήνων στρατιωτών


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου εξετάζει την υπόθεση Μαρίας Τζιλιβάκη και άλλων κατά της Κύπρου (προσφυγή 23.5.2007). 

Ακολουθεί μετάφραση του σχετικού statement of facts


ΓΕΓΟΝΟΤΑ 
Oι προσφεύγοντες [ονόματα] είναι Έλληνες πολίτες και γεννήθηκαν το 1969, 1939 και 1970 αντίστοιχα και ζουν στα Χανιά, στην Ελλάδα. Εκπροσωπούνται στο Δικαστήριο από τον κ. {όνομα}, Δικηγόρο Αθηνών. 
Τα περιστατικά της υπόθεσης, όπως εκτίθενται από τους προσφεύοντες, έχουν εν συντομία ως εξής.

Α. Τα αρχικά γεγόντα 

Στις 22 Ιουλίου 1974, κατά τη διάρκεια της Τουρκικής εισβολής, ένα στρατιωτικό αεροσκάφος Nortalas που μετέφερε ένα τάγμα καταδρομέων αποό τα Χανιά, εστάλη ως ενίσχυση από την Ελλάδα και κατερρίφθη από φίλια πυρά στην περιοχή του Τύμβου (Μακεδονίτισσα). Από τους 32 καταδρομείς του πληρώματος επιβίωσε μόνο ένας. Ανάμεσα στα θύματα περιλαμβανόταν και ο αδελφός της πρώτης  προσφεύγουσας, Στέφανος Τζιλιβάκης και ο γιος και αδελφός του δεύτερου και τρίτου προσφεύγοντος αντίστοιχα, Κοσμάς Γιανακάκης. 

Σε κάποια αδιευκρίνιστη ημερομηνία, ο πατέρας της πρώτης  προσφεύγουσας μαζί με μέλη της οικογένειας του δεύτερου και τρίτου προσφεύγοντος μαζί με οικογένειες άλλων θυμάτων, πήγαν στην Κύπρο για να παραλάβουν τις σωρούς των συγγενών τους. Όμως, αυτοί απομακρύνθηκαν από τις αρχές. 

Κατά τις αρχές του 1975, το Αρχηγείο της Κυπριακής Εθνοφρουράς διέταξε έρευνα για τις αιτίες του ατυχήματος. Στην πορισματική έκθεση αναφερόταν ότι κάποια από τα θύματα είχαν ταφεί στο κοιμητήριο της Λακαταμιάς και τα υπόλοπα στο σημείο κατάρριψης του αεροσκάφους.

Από τα έγγραφα του φακέλλου προέκυπτε ότι είχαν γίνει συγκεκριμένες εκταφές πτωμάτων από το 1979 έως το 1981. Το 1979 η οικογένεια της πρώτης προσφεύγουσας έλαβε τα υποτιθέμενα λείψανα του Στέφανου Τζιλιβάκη.

Το 2001, τις οικογένειες των θυμάτων επισκέφθηκαν ειδικοί που ασχολούνταν με τις εκταφές των λειψάνων των θυμάτων και τους ζητήθηκε να δώσουν αίμα. 

Τον Ιούνιο του 2003, στην οικογένεια της πρώτης προσφεύγουσας παραδόθηκαν τα λείψανα που είχαν δοθεί το 1979 στις κυπριακές αρχές για τεστ DNA. Μετά τις εξετάσεις, η πρώτη προσφεύγουσα και η οικογένειά της ενημερώθηκε ότι τα λείψανα που έλαβαν το 1979 δεν ανήκαν στον Στέφανο Τζιλιβάκη. 

Έως σήμερα τα πτώματα των συγγενών των προσφευγόντων δεν έχουν εκταφεί. 

Β. Ενέργειες των προσφευγόντων

Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν επικοινωνήσει με τις κυπριακές αρχές πολλές φορές, άμεσα αλλά και μέσω των ελληνικών Αρχών, ζητώντας την  ανασκαφή της περιοχής και την εκταφή των λειψάνων προκειμένου να ταυτοποιηθούν και να ταφούν, αλλά εις μάτην. Επικοινώνησαν επίσης με το Διπλωματικό Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας. 

Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αρκετά έγγραφα στο Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων αντιγράφων επιστολών που έστειλαν και έλαβαν πρός / από τις αρχές τα έτη 2003-2005.

Το περιεχόμενο των πιο σχετικών επιστολών παρατίθεται κατωτέρω.

Με επιστολή της 18 Φεβρουαρίου 2004,  ο Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του Προέδρου ενημέρωσε την πρώτη προσφεύγουσα ότι έδωσε ήδη οδηγίες για τον σχεδιασμό των ανασκαφών. Η επιστολή ανέφερε τα παρακάτω σχετικά:

"...

Πριν λάβουμε την επιστολή σας, είχαν δοθεί οδηγίες για τον σχεδιασμό της ανασκαφής του Τύμβου.

Έχουμε συζητήσει το θέμα με τον Έλληνα πρόξενο και σύμφωνα με τις οδηγίες του Προέδρου της Δημοκρατίας λαμβάνουμε τα αναγκαία μέτρα για την ανασκαφή της περιοχής που βρίσκονται τα κομμάτια του αεροσκάφους και για την εκταφή λειψάνων που μπορεί να έχουν ταφεί εκεί.

Όπως σας είπα προφορικά, αναγνωρίζουμε την υποχρέωση για πλήρη εξέταση της πιθανότητας να έχουν ταφεί ανθρώπινα λείψανα μαζί με τα τεμάχια του αεροσκάφους. Σε περίπτωση σχετικού πορίσματος περί τέτοιων λειψάνων και της ιατροδικαστικής τους ταυτοποίησης, θα απαντήσουμε στις ενδιαφερόμενες οικογένειες όσον αφορά την τύχη των αγαπημένων τους που έπεσαν κατά το καθήκον τους για την χώρα τους.

Επίσης σε τέτοια περίπτωση έχουμε την υποχρέωση να παραδώσουμε τα λείψανα στις οικογένειες ώστε να ταφούν με τις κατάλληλες τιμές και σύμφωνα με τα θρησκευτικά ήθη και έθιμα. 

Αντιλαμβάνεστε ότι αυτή η αποστολή θα πάρει χρόνο και γι' αυτό ζητάμε την υπομονή σας."

Με μια επιστολή της 25 Φεβρουαρίου 2004, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εξωτερικών πληροφόρησε την πρώτη προσφεύγουσα ότι οι αρχές έκαναν οτιδήποτε δυνατό για να εντοπίσουν τα λείψανα του νεκρού αδελφού της και προκειμένου να δώσουν ένα τέλος στην αγωνία και την αβεβαιότητα της οικογένειά της και τις οικογένειες των άλλων θυμάτων.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2003 η πρώτη προσφεύγουσα υπέβαλε προσφυγή στην Επίτροπο Διοικήσεως (δηλ. τη Συνήγορο του Πολίτη) κατά του Υπουργείου Εξωτερικών (αρ. προσφυγής ....).

ΠΡΟΣΦΥΓΗ 

1. Οι προσφεύγοντες επικαλούνται το άρθρο 2 της Σύμβασης ως προς τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προβλέψεις της εν λόγω διάταξης. Συγκεκριμένα οι προσφεύγοντες καταγγέλλουν την κωλυσιεργεία των αρχών για την ανασκαφή της περιοχής της πτώσης και την εκταφή των λειψάνων των συγγενών τους, προκειμένου αυτά να αναγνωρισθούν και να ταφούν από τις οικογένειές τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. 

2. Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επικαλούνται τα άρθρα 2 και 8 της Σύμβασης για την άρνηση των αρχών να τους παράσχουν πληροφορίες, όλα αυτά τα χρόνια, περί της ανασκαφής και εκταφής των λειψάνων των συγγενών τους.

3. Οι προσφεύγοντες διαμαρτύρονται επίσης κατά το άρθρο 8 της Σύμβασης για την ταλαιπωρία που έχουν υποστεί από την αδράνεια των αρχών όλα αυτά τα χρόνια. 

4. Τέλος, οι προσφεύγοντες επικαλούνται επίσης το άρθρο 6 παρ. 1 και 13 της Σύμβασης για έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής. 


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΜΕΡΗ  


1. Οι προσφεύγοντες τηρούν την εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 35 παρ. 1 της Συνθήκης; [σ.τ.μ. παραδεκτή είναι η προσφυγή εφόσον ασκείται εντός 6 μηνών από την παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος].

2. Παραβιάστηκε το δικαίωμα των προσφευγόντων για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής όσον αφορά:

α) την καθυστέρηση της ανασκαφής της περιοχής της πτώσης και της εκταφής των λειψάνων των συγγενών τους προκειμένου να αναγνωριστούν και να ταφούν από τις οικογένειές τους και όσον αφορά την έλλειψη πληροφόρησης;

β) η συνακόλουθη ταλαιπωρία των προσφευγόντων έχει κρατήσει για μεγάλη χρονική περίοδο;

3. Είχαν οι προσφεύγοντες στη διάθεσή τους ένα αποτελεσματικό εσωτερικού δικαίου ένδικο μέσο για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά τη Σύμβαση, όπως απαιτείται από το άρθρο 13 της Σύμβασης;


Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...