Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαιώματα εργαζομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαιώματα εργαζομένων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

Τετάρτη, Οκτωβρίου 26, 2011

H απεργία των δικαστών

Η απεργία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Ανήκει στα "κοινωνικά δικαιώματα" που προβλέπονται από το δεύτερο μέρος του Συντάγματος. Τις τελευταίες ημέρες έχει προκύψει ένας έντονος νομικός διάλογος σχετικά με το δικαίωμα ή μη των δικαστών στην απεργία.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει ανακοινώσει ότι τα μέλη της θα ακολουθήσουν διακοπή των δικαστικών συνεδριάσεων σε καθημερινή βάση, για συγκεκριμένες ώρες. Υπήρξαν δικαστές που διαφώνησαν με το επιτακτικό ύφος διατύπωσης της συγκεκριμένης απόφασης του παραπάνω σωματείου, επικαλούμενοι το άρθρο 23 του Συντάγματος, το οποίο απερίφραστα, ξεκάθαρα και απόλυτα αναφέρει ότι "απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σε αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας". Η απαγορευτική διατύπωση υπάρχει και στον Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και των Δικαστικών Λειτουργών. Την απόλυτη συνταγματική απαγόρευση ζητά και η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου να τηρήσουν οι δικαστές, επισημαίνοντας το ζήτημα των πειθαρχικών διώξεων προς όσους δεν εκπληρώνουν τις συνταγματικές υποχρεώσεις τους.

Για έναν μη νομικό, δεν υπάρχει θέμα: το Σύνταγμα απαγορεύει την απεργία στους δικαστές, οπότε τελείωσε. Για εμάς τους νομικούς, όμως, δεν υπάρχουν τέτοιου είδους αυτονόητα, κάθως κάθε νομοθετική διάταξη πρέπει να υποβάλλεται σε ανάλυση, η οποία, αφού φωτίσει τις διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, θα υποδείξει την ορθότερη, με γνώμονα τα γνωστικά εργαλεία της επιστήμης του δικαίου.

Το Σύνταγμα περιλαμβάνει λοιπόν αυτή την απόλυτη διατύπωση, περί απαγόρευσης της απεργίας, με οποιαδήποτε μάλιστα μορφή, στους δικαστικούς λειτουργούς. Η απαγορευτική διάταξη εντάσσεται όμως, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, δηλαδή στο context των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα. Στο ίδιο κεφάλαιο του Συντάγματος, υπάρχει και το άρθρο 25 παρ. 1, κατά το οποίο κάθε είδους περιορισμοί σε συνταγματικά δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται (α) από το Σύνταγμα ή από το νόμο και (β) να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, για να είναι θεμιτός ένας περιορισμός συνταγματικού δικαιώματος (όπως η απεργία), δεν αρκεί να προβλέπεται από το γράμμα του Συντάγματος, όπως ο συγκεκριμένος αποκλεισμός των δικαστών από το δικαίωμα της απεργίας. Πρέπει η συγκεκριμένη, κάθε φορά, εφαρμογή του περιορισμού να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει ότι ακόμη και οι περιορισμοί που το ίδιο προβλέπει, θα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί εξάλλου ένα θεμελιώδες δικαιϊκό πρόταγμα, ακόμη κι όταν δεν μνημονευόταν πανηγυρικά από το κείμενο του Συντάγματος.

Δεν μπορούμε λοιπόν να δεχθούμε ότι ο (φραστικά) απόλυτος και ανεξαίρετος περιορισμός στο δικαίωμα των δικαστών για απεργία που προβλέπεται από το άρθρο 23 εδ. β΄του Συντάγματος εκφεύγει της υποχρέωσης να υποβληθεί - σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση απεργίας- σε έλεγχο ως προς το σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας. Διότι δεν είναι "αυτονόητο" ότι απαγορεύεται κάθετα και οριζόντια στους δικαστές να απεργούν, πρέπει κάθε φορά η απαγόρευση να αιτιολογείται. Η προσέγγιση αυτή της "σχετικοποίησης" απόλυτων διατυπώσεων του Συντάγματος δεν πρέπει να μας ξενίζει. Και στο άρθρο 19 το Σύνταγμα αναφέρει ότι το απόρρητο των επικοινωνιών είναι "απόλυτα απαραβίαστο". Προφανώς καθ' υπερβολήν: δεν υπάρχουν απόλυτα δικαιώματα, επομένως ούτε και απόλυτες απαγορεύσεις. Μόνη ίσως εξαίρεση, η απαγόρευση των βασανιστηρίων, για την οποία ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνωρίζει θεμιτούς περιορισμούς.

Έτσι, θα πρέπει να εξεταστεί εάν η απαγόρευση της συγκεκριμένης απεργίας των δικαστών, στην μορφή που έχει εξαγγελθει, αντέχει τον έλεγχο της ως μέτρο κατάλληλο, αναγκαίο και εν στενή εννοία αναλογικό σε μια στάθμιση κόστους - οφέλους (ενόψει ίσως ηπιότερων περιορισμών). Αυτόν τον έλεγχο θα πρέπει να διεξάγουν τα όργανα που ενδεχομένως θα προχωρήσουν σε πειθαρχικές διαδικασίες για τους δικαστές που απεργούν. Μόνον εφόσον η απαγόρευση αντέξει σε αυτόν τον έλεγχο αναλογικότητας, θα επιβληθεί νομίμως οποιοδήποτε μέτρο διασφαλίζει την ισχύ της προβλεπόμενης απαγόρευσης του ΚΟΔΚΔΛ και του άρθρου 23 εδ. β΄του Συντάγματος.

Ωστόσο, το άρθρο 25 δεν προβλέπει μόνο την αρχή της αναλογικότητας. Προβλέπει κι ότι η προστασία των δικαιωμάτων "αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη". Προβλέπει ότι "η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται". Προβλέπει ότι "το κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Αυτά τα συνταγματικά προτάγματα συνισχύουν με την αρχή της αναλογικότητας, παρ' όλο που δεν έχουν γνωρίσει αντίστοιχης εμβάθυνσης νομολογιακή ανάλυση και κατηγοριοποίηση.

Το Σύνταγμα μας δίνει λοιπόν τα κριτήρια για να εξετάσουμε κατά πόσον η συγκεκριμένη απεργία των δικαστών είναι ή όχι απολύτως απαγορευμένη, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνει μια τελική ετυμηγορία γενικής εφαρμογής.


Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2011

To άρθρο 37 του πολυνομοσχεδίου

Το άρθρο 37 του πολυνομοσχεδίου που ψηφίστηκε απόψε κατ' άρθρο από τη Βουλή, έχει 8 παραγράφους. Έχει τίτλο "Ρυθμίσεις Συλλογικών Διαπραγματεύσεων".

Με την πρώτη παράγραφο εισάγεται διάταξη κατά την οποία επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να συνάψουν και οι προβλεπόμενες ενώσεις προσώπων, εφόσον σε αυτές συμμετέχουν τα 3/5 των συμμετεχόντων στην επιχείρηση (ενώ πριν δεν υπήρχε τέτοιος περιορισμός), χωρίς χρονικούς περιορισμούς ως προς τη διάρκειά της, και με τις παραγράφους 3 και 4, εκτός των άλλων, αίρεται ο περιορισμός μεμονωμένου εργοδότη να προβαίνει σε σύναψη επιχειρησιακής σύμβασης.

Με την παράγραφο 5 του άρθρου αίρεται η ιδιότητα που είχε η συλλογική σύμβαση εργασίας ώστε να υπερισχύει σε περίπτωση σύγκρουσης με την επιχειρησιακή. Πρόκειται για κατάργηση της λεγόμενης αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποτελούν προϊόν επίπονων διαπραγματεύσεων με τους ηγετικούς φορείς κάθε κλάδου και συνήθως θα περιλαμβάνουν ευνοϊκότερες διατάξεις απ' ό,τι οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας. Γι' αυτό ο νομοθέτης είχε θεσπίσει την φιλεργατική αρχή του να υπερισχύουν οι συλλογικές έναντι των επιχειρησιακών, σε σημεία σύγκρουσης. Αυτή η αρχή καταργείται τώρα, γεγονός που αποτέλεσε και λόγο για καταψήφιση του άρθρου από την βουλευτή κ. Λούκα Κατσέλη. Ωστόσο, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει την δικλείδα ότι οι επιχειρησιακές δεν επιτρέπεται να περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους από τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Κατά το μέχρι σήμερα ισχύον συλλογικό εργατικό δίκαιο, οι κλαδικές και οι οµοιοεπαγγελµατικές συλλογικές συµβάσεις δέσμευαν µόνο τα µέλη των συµβαλλόµενων εργοδοτικών και εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Προβλέπόταν όμως, όµως, υπό προϋποθέσεις, η σηµαντικότερη των οποίων ήταν να δεσµεύεται ήδη το 50 % των εργαζοµένων του αντίστοιχου κλάδου ή επαγγέλµατος, η επέκταση των αποτελεσµάτων των συλλογικών συµβάσεων, εφόσον εκδιδόταν σχετική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην περίπτωση αυτή, η συλλογική σύµβαση εφαρμοζόταν σε όλους τους εργαζοµένους και εργοδότες που ανήκουν στον αντίστοιχο κλάδο ή επάγγελµα. Σύμφωνα με την Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, η ρύθµιση αυτή, δηλαδή η κήρυξη συλλογικής συµβάσεως ως υποχρεωτικής, εφόσον συντρέχουν ορισµένοι όροι, υπαγορεύεται, κατά τη νοµολογία (ΣτΕ Ολ 4555/1996, ΔΕΝ 53, 441), από το δηµόσιο συµφέρον, ήτοι την εφαρµογή οµοιοµόρφων όρων εργασίας σε συγκεκριµένο επαγγελµατικό τοµέα και την προστασία της συλλογικής ρύθµισης από ανεπιθύµητο ανταγωνισµό εκ µέρους µη δεσµευόµενων αµέσως από τη σύµβαση εργοδοτών και µισθωτών (βλ., σχετικώς, Ι. Κουκιάδη, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, τ. 2, 1999, σελ. 292 και Γ. Λεβέντη, Συλλογική Εργατικό Δίκαιο, σελ. 467, κατά τον οποίο, ο ανταγωνισµός των µη συνδικαλισµένων απειλεί την αποτελεσµατικότητα της συλλογικής σύµβασης και τα συµφέροντα των συνδικαλισµένων).

Με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 37, αναστέλλεται η παραπάνω δυνατότητα του Υπουργού Εργασίας, επί όσο διάστηµα ισχύει το Μεσοπρόθεσµο Πλαίσιο Δηµοσιονοµικής Στρατηγικής. Ορίζεται επίσης ότι η επέκταση συλλογικής σύµβασης θα ισχύει από την ηµεροµηνία της δηµοσίευσης της απόφασης του Υπουργού στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, αντί της ηµεροµηνίας υποβολής της σχετικής αίτησης από συνδικαλιστική οργάνωση εργοδοτών ή εργαζοµένων, όπως προβλεπόταν μέχρι σήμερα.

Mε την παράγραφο 8 του άρθρου 37 επιταχύνεται η δυνατότητα σύστασης σωματείου, με σχετική τροποποίηση του άρθρου 787 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα προστίθεται σχετική διάταξη κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται εντός δέκα ημερών από την υποβολή της αίτησης και η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται αμέσως ή το αργότερο εντός 48 ωρών. Φυσικά πρόκειται για ευχολόγιο, αφού και σε άλλα σημεία ο Κώδικας προβλέπει τέτοιες αισιόδοξες προθεσμίες, αλλά θεωρούνται όλες "ενδεικτικές" και δικαίως, δεδομένων των δομικών προβλημάτων που ταλαιπωρούν την Δικαιοσύνη ως προς το ζήτημα της ταχύτητας εκδίκασης υποθέσεων.


Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

Αξιολόγηση εργαζομένων από "πελάτες" - μυστικούς πράκτορες του εργοδότη

Μια νέα πρακτική που ακολουθούν ορισμένες επιχειρήσεις για να αξιολογήσουν την αποδοτικότητα των εργαζομένων είναι η πρόσληψη πρακτόρων, οι οποίοι υποδύονται τους πελάτες. Ο "πελάτης" - πράκτορας προσεγγίζει τον εργαζόμενο δείχοντας ενδιαφέρον να εξυπηρετηθεί και στη συνέχεια αξιολογεί κρυφά την απόδοσή του. Πρόκειται δηλαδή για ένα μέτρο παραπλήσιο με την κρυφή κάμερα: ο εργαζόμενος δεν γνωρίζει πότε και από ποιον αξιολογείται, οπότε δεν μπορεί να φέρει και αντίρρηση στις τυχόν εσφαλμένες βαθμολογίες που μπορεί να οφείλονται σε λανθασμένη πρόσληψη του "πελάτη" - πράκτορα. Θα εξετάσω την νομιμότητα αυτού του μέτρου από απόψεως προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Η αξιολόγηση της αποδοτικότητας του εργαζόμενου αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, ο οποίος πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει την καλή εκτέλεση της αποστολής που έχει αναθέσει στον μισθωτό, αλλά το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργαζόμενου. Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να θεσπίσει ένα σύστημα αξιολόγησης των εργαζομένων, ακόμα και με βαθμολόγησή του σε συγκεκριμένες κατηγορίες (όπως λ.χ. η ταχύτητα, η ευγένεια κλπ), αλλά η βαθμολόγηση αυτή θα πρέπει να γίνεται με διαφανείς και θεμιτούς τρόπους. Η ίδια η πληροφορία της αξιολόγησης αποτελεί "πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί", δηλαδή η βαθμολόγηση αυτή αποτελεί "προσωπικά δεδομένα", κατά την έννοια του άρθρο 1 (α) του Ν.2472/1997.

Για να διαπιστωθεί το κατά πόσον η συγκεκριμένη πρακτική της βαθμολόγησης από μυστικούς πράκτορες που παριστάνουν τους πελάτες είναι σύμφωνη με τον Ν.2472/1997 θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τηρουνται τα δικαιώματα του εργαζόμενου, δηλαδή του "υποκειμένου των δεδομένων".

Μια βασική αρχή που διέπει το δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι η διαφάνεια της συλλογής τους: το άτομο πρέπει να ενημερώνεται κατά το στάδιο της συλλογής των στοιχείων του. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν.2472/1997, κατά το στάδιο της συλλογής των προσωπικών δεδομένων, το άτομο πρέπει να ενημερώνεται για: (α) την ταυτότητα του ατόμου που συλλέγει τα στοιχεία, (β) τον σκοπό της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, (γ) τους αποδέκτες των προσωπικών δεδομένων, (δ) το δικαίωμα του εργαζόμενου για πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν, δηλ. την αξιολόγηση.

Αυτό πρακτικά όμως σημαίνει ότι κατά το στάδιο της συλλογής των δεδομένων, δηλαδή όταν ο "πελάτης" - πράκτορας προσεγγίζει τον εργαζόμενο ή όταν παραδίδει την αξιολόγησή του στον εργοδότη, θα πρέπει να ενημερώνεται ο εργαζόμενος για όλα τα παραπάνω. Όπως είναι αυτονόητο, η τήρηση των υποχρεώσεων του άρθρου 11 απλώς θα ακύρωνε όλη τη διαδικασία της "διεισδυτικής" αξιολόγησης με κρυφούς πράκτορες, γιατί πολύ απλά θα έπρεπε να αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους. Επιπλέον θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άρση της υποχρέωσης ενημέρωσης επιτρέπεται απο το άρθρο 11 μόνο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για λόγους διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διακυβεύονται αγαθά που αφορούν το δημόσιο συμφέρον για να επιτραπούν εξαιρέσεις από την αρχή της διαφάνειας - όχι απλώς να εξυπηρετούνται ιδιωτικά εργοδοτικά συμφέροντα. Σε αυτό το σημείο, ο νομοθέτης εξειδικεύει συνταγματικές επιταγές: η κάμψη μιας σφαίρας ιδιωτικότητας επιτρέπεται μόνο για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι σκοποί, ένας εκ των οποίων είναι να προστατεύονται "τα δικαιώματα των άλλων". Από την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων, μέχρι την ενισχυμένη εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους όμως υπάρχει μια μεγάλη απόσταση, η οποία δεν δικαιολογεί την συλλογή προσωπικών δεδομένων χωρίς ταυτόχρονη ενημέρωση του εργαζόμενου.

Έτσι λοιπόν, η πρακτική αυτή των μυστικών πρακτόρων της εργοδοσίας που εμφανίζονται ως πελάτες, δανεισμένη από τις αστυνομικές διαδικασίες της ανακριτικής διείσδυσης, προσκρούει στις διατάξεις για προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως εξάλλου και η διαδικασία της παρακολούθησης των εργαζομένων μέσω κρυφής κάμερας, η οποία προσκρούει επίσης στην έλλειψη προηγούμενης ενημέρωσης. Η τυχόν γενική γνώση του εργαζόμενου ότι η επιχείρηση ακολουθεί αυτή την πρακτική δεν καλύπτει την νομοθετική υποχρέωση της "κατά το στάδιο της συλλογής" ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, διότι "κατά το στάδιο της συλλογής" σημαίνει ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά την συλλογή των προσωπκών δεδομένων. Εξάλλου, ακόμα και η παροχή γενικής συγκατάθεσης ότι ενδέχεται να ακολουθηθεί η πρακτική προσκρούει στην υποχρέωση λήψης "ειδικής" συγκατάθεσης για κάθε επιμέρους συλλογή, αλλά και στην απόρριψη της συγκατάθεσης ως νομιμοποιητικής λύσης για την συλλογή προσωπικών δεδομένων των εργαζόμενων, σύμφωνα με την Οδηγία 115/2001 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (βλ. εδώ) . Δηλαδή ακόμα και να πει εργαζόμενος "συναινώ στην μυστική αξιολόγηση με πράκτορα", νομικά ο εργοδότης δεν είναι καλυμμένος.

Και εξυπακούεται ότι ο εργαζόμενος έχει κάθε δικαίωμα να αποκτήσει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία αξιολόγησης που τον αφορούν και που τηρούνται στους υπολογιστές της επιχείρησης (άρθρο 12 Ν. 2472/1997) καθώς και να προβάλλει αντιρρήσεις για την διόρθωση τυχόν εσφαλμένης βαθμολόγησης (άρθρο 13 Ν.2472/1997).

Συνεπώς πρόκειται για μία παράνομη πρακτική και κάθε συνέπεια που μπορεί να επέλθει λόγω αυτής σε μια εργασιακή σχέση είναι άκυρη λόγω αντίθεσης στο νόμο.


Πέμπτη, Οκτωβρίου 06, 2005

Πρόταση περιορισμού των θερινών διακοπών

Η Επίτροπος για τον Ανταγωνισμό κ. Νέλι Κρόες πρότεινε οι διακοπές των ευρωπαίων πολιτών να μην διεξάγονται αποκλειστικά στους θερινούς μήνες, αλλά να "απλωθούν" σε όλους τους μήνες του χρόνου.

(πηγή: http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=655012&lngDtrID=245 )

Με δεδομένες όμως τις κλιματολογικές συνθήκες στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα στη Μεσογειο, θα δημιουργηθούν σημαντικές ανισότητες. Κάποιοι θα παίρνουν τις διακοπές τους τον Αύγουστο, ενώ άλλοι τον Νοέμβριο, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Σχέδιο του Ευρωσυντάγματος κατοχύρωνε τις διακοπές ως συνταγματικό δικαίωμα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2005

Το ΑΣΕΠ καταργεί τη "συνέντευξη Παυλόπουλου"

Το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού είναι μια --συνταγματικά κατοχυρωμένη- ανεξάρτητη αρχή με αποστολή την διασφάλιση του αδιάβλητου στις εξετάσεις πρόσληψης προσωπικού στο Δημόσιο. Γι' αυτό, προσλήψεις στο Δημόσιο κατά παράκαμψη του ΑΣΕΠ, αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Εμπειρογνώμονες του ΑΣΕΠ, που πάντοτε εξέφραζαν σοβαρές επιφυλάξεις για την καθιέρωση της προφορικής συνέντευξης, ετοιμάζονται να «παγώσουν» την όλη διαδικασία, αξιοποιώντας δεδομένα που τους παρέχει ο Ν. 3320/2005: Το πρώτο είναι ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο καθορίζει ότι η συνέντευξη είναι προαιρετική και διενεργείται από το ΑΣΕΠ. Το δεύτερο είναι η διάταξη που επαναδιατυπώθηκε, μετά από επιμονή του προέδρου του ΑΣΕΠ Γ.Βέη, στον Ν. 3320/2005 και εισάγει το γραπτό τεστ δεξιοτήτων, το οποίο το ΑΣΕΠ εκτιμά ότι μπορεί να μειώσει, αν όχι να εξαλείψει, τις παρενέργειες της προφορικής συνέντευξης .
Η είδηση υπενθυμίζει τον ειδικό ρόλο των ανεξάρτητων αρχών, ως εγγυητών της αρχής της "καλής νομοθεσίας". Συμμετέχοντας στην παραγωγή του δικαίου είτε συμβουλευτικά είτε ασκώντας τις κανονιστικές τους αρμοδιότητες (είτε ακόμα και με την παραγωγή soft law ή "νομολογίας"), οι ανεξάρτητες αρχές, εφόσον λειτουργούν ομαλά, έχουν τη δυνατότητα να συμβάλλουν στην βελτίωση των νομοθετικών ατελειών και να εγγυώνται την συμβατότητα των νομοσχεδίων με το Σύνταγμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρέμβαση του ΑΣΕΠ στο νόμο Παυλόπουλου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί προσαρμογή του νόμου προς την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διαφάνειας της κρατικής δράσης.
Απαλλαγμένες από την εμπλοκή τους στο πολιτικό παιχνίδι, αλλά και από τον ιεραρχικό έλεγχο από την εκτελεστική εξουσία, οι ανεξάρτητες αρχές έχουν τη θεσμική δυνατότητα να προβαίνουν σε τέτοιες παρεμβάσεις. Το θέμα είναι βέβαια η αποτελεσματικότητα, καθώς γι αυτήν ποτέ δεν αρκεί ένας καλός νόμος, αλλά απαιτείται και η βούληση (και η ικανότητα) εφαρμογής του.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 02, 2005

Μονιμοποίηση στον ΟΤΕ με δικαστική απόφαση

Σύμφωνα με νέα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι πέντε συμβασιούχοι του ΟΤΕ που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, δικαιώθηκαν στον ισχυρισμό τους ότι είναι εικονική η μετάθεσή τους σε θυγατρική εταιρία με σκοπό να εμποδιστεί η μονιμοποίησή τους. Πρόκειται για τη δεύτερη σχετική απόφαση που δικαιώνει συμβασιούχους μέσω παρένθετων προσώπων και θυγατρικών εταιριών (πηγή: in.gr)

To Δικαστήριο διέγνωσε, δηλαδή, ότι η μετάθεση αυτών των υπαλλήλων σε μία θυγατρική του ΟΤΕ (HellasCom AE) ήταν εικονική και αποσκοπούσε στο να αποφύγει ο Οργανισμός να τους μονιμοποιήσει, μολονότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης είναι ότι ο ΟΤΕ υποχρεούται να απασχολεί ως εργοδότης αυτούς τους συμβασιούχους και μετά την λήξη των συμβάσεών τους (14.09.2005). Συνεπώς, οι πέντε αιτούντες κατάφεραν να πετύχουν δικαστηριακά την μονιμοποίησή τους. Σύμφωνα με την πηγή της πληροφορίας, μόνο στον ΟΤΕ υπάρχουν 500 συμβασιούχοι αυτής της κατηγορίας. Το ερώτημα είναι αν ο ΟΤΕ θα επεκτείνει το δεδικασμένο και στους υπόλοιπους, ή αν θα περιμένει δικαστικές αποφάσεις.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...