Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2012

Καταδίκη Ελλάδας επειδή Λιμενικός βίασε μετανάστη

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε σήμερα την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Πρόκειται για την υπόθεση Zontul κατά Ελλάδας (βλ. εδώ δελτίο τύπου του ΕΔΔΑ).

Η υπόθεση αφορά έναν παράνομο μετανάστη, ο οποίος κατήγγειλε ότι ένας υπάλληλος του Λιμενικού τον βίασε με ένα γκλομπ κι ότι οι Αρχές δεν του επέτρεψαν να εξεταστεί από τον γιατρό που βρισκόταν στις εγκαταστάσεις. Περαιτέρω, ο προσφεύγων ανέφερε ότι οι όροι κράτησης για τους αιτούντες άσυλο δεν ήταν ικανοποιητικοί και ότι οι Αρχές είχαν αποφύγει να διεξάγουν μια πλήρη, δίκαια και αμερόληπτη έρευνα, καθώς κι ότι οι υπεύθυνοι δεν είχαν τιμωρηθεί επαρκώς, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε θεωρήσει τον βιασμό με το γκλομπ ως διακεκριμένη περίπτωση βασανιστηρίου.

Ο μετανάστης είχε επιβιβαστεί σ΄ ένα πλοίο από την Κωνσταντινούπολη μαζί με άλλους 164. Το πλοίο κατελήφθη από το Λιμενικό Σώμα και οδηγήθηκε στο λιμάνι των Χανιών. Ο προσφεύγων ανέφερε ότι δύο λιμενικοί τον υποχρέωσαν να ξεντυθεί όσο ήταν στο μπάνιο κι ότι ένας από αυτούς τον απείλησε και τελικά τον βίασε με ένα γκλομπ. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το συμβάν, οι κρατούμενοι προχώρησαν σε απεργία πείνας. Κάποιοι από τους λιμενικούς στη συνέχεια τους χτύπησαν, τους κατέβρεξαν με νερό κι ένα άλλο χημικό, ενώ έναν κρατούμενο τον έβαλαν να πηδάει σαν λαγός. Ο προϊστάμενος της λιμενικής υπηρεσίας - που δεν ήταν παρών στα περιστατικά - διέταξε έρευνα. Ο προσφεύγων ζήτησε να υποδείξει τον υπάλληλο που τον βίασε, αλλά το αίτημά του να εξεταστεί από τον γιατρό της υπηρεσίας απορρίφθηκε. Ωστόσο, ο γιατρός εξέτασε τους κρατούμενους που ισχυρίστηκαν ότι χτυπήθηκαν και κατέγραψε ότι 16 από αυτούς είχαν σωματικές βλάβες. Πέντε από αυτούς οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο. Στις 8 Ιουνίου 2001, ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας επιβεβαίωσε ότι είχε ξεκινήσει εσωτερική διοικητική έρευνα. Στις 10 Ιουνίου οι μετανάστες μεταφέρθηκαν στο παλαιό αεροδρόμιο των Χανίων όπου τους επισκέφθηκαν εκπρόσωποι των Γιατρών του Κόσμου. Τον Ιούλιο οι μετανάστες έλαβαν έγγραφα ως αιτούντες άσυλο, καθώς και εισιτήρια για να ταξιδεύσουν ως την Αθήνα και 5 δραχμές καθένας. Ο προσφεύγων δραπέτευσε από το λεωφορείο και πήγε μόνος του στην Αθήνα.

Στις 14 Αυγούστου 2001 ένας ανώτερος λιμενικός υπέβαλε την έκθεση του σχετικά με την διοικητική εξέταση της υπόθεσης. Η έκθεση βασίστηκε στα στοιχεία που κατέθεσε ο υπάλληλος, ο οποίος είχε πει ότι χτύπησε ελαφρά στα οπίσθια τον προσφεύγοντα με το γκλομπ του. Η έκθεση αποδεχόταν αυτή την κατάθεση ως πειστική, δεδομένου ότι δεν είχε καταγραφή κάποια σωματική βλάβη του προσφεύγοντος στα σχετικά αρχεία.

Ο φάκελος διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, ο οποίος κίνησε ποινική δίωξη στις 3 Οκτώβρη εναντίον πέντε λιμενικών. Όσον αφορά τον υπάλληλο που κατηγορεί ο προσφεύγων για το βιασμό, παραπέμφθηκε για βίαιη επίθεση εναντίον της ανθρώπινης και σεξουαλικής αξιοπρέπειας. Η δίκη αναβλήθηκε δύο φορές.

Ένα χρόνο μετά, ο προσφεύγων διαπίστωσε ότι η κατάθεσή του για τον βιασμό είχε καταγραφεί με ανακρίβειες, ότι ο βιασμός είχε αποδοθεί ως "ράπισμα" και "χρήση ψυχολογικής βίας".

Στις 15 Νοεμβρίου 2003, ο προσφεύγων επικοινώνησε με τον Συνήγορο του Πολίτη. Ο τελευταίος έστειλε μια επιστολή στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, ζητώντας του να διαταχθεί νέα πειθαρχική έρευνα, καθώς η πρώτη διοικητική εξέταση δεν είχε λάβει υπόψη τον βιασμό του προσφεύγοντος από τον λιμενικό. Ο Συνήγορος του Πολίτη ανέφερε ότι η υπόθεση έθιγε την εικόνα και την τιμή της Λιμενικής Υπηρεσίας και έθετε σε αμφιβολία την ικανότητα της Χώρας να διασφαλίσει τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τον Φεβρουάριο του 2004 ο προσφεύγων έφυγε από την Ελλάδα και πήγε αρχικά στην Τουρκία και στη συνέχεια στο Λονδίνο με τον σύντροφό του. Ζήτησε ενημέρωση για την υπόθεσή του μέσω της Ελληνικής πρεσβείας.

Στις 15 Οκτώβρη 2004, το Ναυτοδικείο επέβαλε ποινές φυλάκισης - ορισμένες με αναστολή - σε πέντε λιμενικούς. Ο λιμενικός που κατηγορήθηκε από τον προσφεύγοντα καταδικάστηκε αρχικά σε 30 μήνες φυλάκιση για προσβολή σεξουαλικής αξιοπρέπειας. Στην εκδίκαση της έφεσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μείωσε την ποινή του υπαλλήλου σε 6 μήνες φυλάκιση, η οποία τράπησε σε πρόστιμο 792 ευρώ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι μια τόσο σοβαρή πράξη διείσδυσης στο σώμα του θύματος αποτελεί βασανιστήριο, όπως έχει εξάλλου κριθεί κι από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Ρουάντα και το Παναμερικάνικο Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διεξήχθη επαρκής και αποτελεσματική έρευνα, αφού είχε απορριφθεί το αίτημα του προσφεύγοντος να εξεταστεί από γιατρό μετά τον βιασμό του, καθώς και ότι το περιστατικό είχε καταγραφεί ανακριβώς ως "ράπισμα" και "άσκηση ψυχολογικής βίας". Έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι με αυτά τα στοιχεία η έρευνα δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον λιμενικό ήταν ανεπαρκής, δεδομένου ότι είχε παραβιαστεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Μια τόσο ελαφρά ποινή δεν μπορεί να εκληφθεί εξάλλου ως δίκαια από το θύμα. Η ποινή θεωρήθηκε ξεκάθαρα δυσανάλογη σε σχέση με την σοβαρότητα της συμπεριφοράς. Γι' αυτό κρίθηκε ότι το Ελληνικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, όπως έδρασε σε αυτή την υπόθεση, δεν λειτουργεί επαρκώς αποτρεπτικά ώστε να παράσχει προστασία έναντι των βασανιστηρίων, ούτε του παρείχε επαρκή αποκατάσταση.

Επιπλέον, οι Ελληνικές αρχές δεν ενημέρωσαν τον προσφεύγοντα κατά τρόπον ώστε να του επιτραπεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολιτικώς ενάγων και να ζητήσει αποζημίωση. Έτσι, οι Ελληνικές αρχές παρέβησαν την υποχρέωσή τους για παροχή ενημέρωσης. Ο προσφεύγων ενημερώθηκε μόνο εκ των υστέρων, όταν είχε ήδη γίνει η δίκη και είχε εκδοθεί η απόφαση. Έτσι, δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται για τον πολιτικώς ενάγοντα από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Γι' αυτούς τους λόγους, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ από την Ελλάδα, λόγω των πράξεων που τελέσθηκαν εις βάρος του κ. Zontul, καθώς και επειδή δεν του δόθηκε η δυνατότητα να πάρει μέρος στη δίκη ως πολιτικώς ενάγων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε να καταβάλει 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον προσφεύγοντα, καθώς και 3.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Η υπόθεση αυτή είναι ενδεικτική της παθογένειας ενός ολόκληρου συστήματος δημόσιας διοίκησης: όχι μόνο ένας λιμενικός διέπραξε μια απάνθρωπη πράξη εναντίον ενός ομοερωτικού μετανάστη, εκφράζοντας όλη την συσσωρευμένη ομοφοβία και τον ρατσισμό που διακατέχει την δημόσια διοίκηση και το επίσημο Ελληνικό Κράτος. Αλλά επιπλέον, η Δικαιοσύνη δεν είναι πάντοτε σε θέση να αντιληφθεί την βαρύτητα που ενέχει η παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όταν εμείς οι δικηγόροι επισημαίνουμε στους Δικαστές ότι πρέπει να λάβουν υπόψη τους το διεθνές δίκαιο, το οποίο δεσμεύει την Ελλάδα άρα και την Ελληνική Δικαιοσύνη, ορισμένες φορές αντιμετωπιζόμαστε ως υπερβολικοί ή θεωρητικοί. Να, όμως, που η Ελληνική Δικαιοσύνη κατάντησε να τιμωρεί με πρόστιμο 792 ευρώ έναν βιασμό, γεγονός που θα το πληρώσουμε όλοι μας, κι όχι μόνο ο δράστης της πράξης, αφού τελικά η Ελλάδα, δηλαδή το δημόσιο ταμείο καλείται να καταβάλει 53.500 ευρώ στον προσφεύγοντα. Να, λοιπόν, που πληρώνουμε όλοι την ομοφοβία και τον ρατσισμό 5-10 κρατικών υπαλλήλων. Αυτά τα 53.500 ευρώ προέρχονται από τους φόρους που πληρώνουμε όλοι μας και οφείλονται όχι μόνο στο ότι ο λιμενικός βίασε τον μετανάστη, αλλά και στο ότι η πράξη του επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί στο στάδιο της ΕΔΕ, καθώς και στο ότι οι δικαστές δεν εφάρμοσαν ορθά το δίκαιο.

Κανονικά λοιπόν, θα πρέπει να αναζητηθούν όλοι αυτοί οι κρατικοί υπάλληλοι που ζημίωσαν το Ελληνικό Δημόσιο με το παραπάνω ποσό και να τους καταλογιστεί, κατά το μέρος της ευθύνης ενός εκάστου.


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2011

Aπόλυση συνδικαλιστών λόγω προσβλητικού δημοσιεύματος δεν παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης

Το θέμα αυτό κρίθηκε απο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση Palomo Sanchez κ.α. κατά Ισπανίας. Η απόφαση της 12.9.2011 εκδόθηκε από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ (βλ. εδώ), ενώ είχε προηγηθεί και απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο από 3ο Τμήμα του Δικαστηρίου (βλ. εδώ).

Η υπόθεση αφορά τέσσερις εργαζόμενους από τη Βαρκελόνη, οι οποίοι ύστερα από διάφορες δικαστικές διαμάχες με την εργοδότρια εταιρία, συνέστησαν το 2001 ένα συνδικαλιστικό σωματείο, του οποίου αποτέλεσαν την εκτελεστική επιτροπή. Το επίδικο αντικείμενο αφορούσε ένα μηνιαίο newsletter, στο εξώφυλο του οποίου υπήρχε μια γελοιογραφία που απεικόνιζε δύο εργαζόμενους της εταιρίας που έκαναν σεξουαλικά χατίρια στον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού. Με δύο άρθρα, διατυπωμένα σε χυδαία γλώσσα, επέκριναν στην ουσία αυτά τα δύο άτομα, τα οποία είχαν καταθέσει σε δίκη υπέρ της εταιρίας. Το newsletter είχε διανεμηθεί μεταξύ των εργαζομένων και είχε τοποθετηθεί στον πίνακα ανακοινώσεων του σωματείου, στις εγκαταστάσεις της εταιρίας. Το 2002 οι τέσσερις συνδικαλιστές απολύθηκαν για προσβολή προσωπικότητας των δύο εργαζομένων και του διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού. Οι τέσσερις προσέφυγαν στα δικαστήρια για την ακύρωση της απόλυσής τους, αλλά οι σχετικές προσφυγές απορρίφθηκαν από την Ισπανική Δικαιοσύνη. Γι' αυτό προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ισχυριζόμενοι ότι με αυτόν τον τρόπο παραβιάσθηκε το δικαίωμά τους σε ελευθερία της έκφρασης, αλλά και του δικαίωμα τους στο συνδικαλίζεσθαι.

Η πρώτη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου απέρριψε τις προσφυγές με πλειοψηφία 6 ψήφων, έναντι ενός δικαστή που διαφώνησε. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου βασίστηκε στο γεγονός ότι το newsletter δεν ασκούσε ευθέως κριτική στην εταιρία, αλλά αντιθέτως, στους δύο άλλους εργαζόμενους και στον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι οι επικρίσεις εις βάρος ιδιωτών επιτρέπονται σε στενότερο βαθμό, εν σχέση προς τις επικρίσεις εις βάρος πολιτικών ή δημοσίων υπαλλήλων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαφώνησε ωστόσο με τις θέσεις της Ισπανικής Κυβέρνησης ότι το περιεχόμενο των άρθρων δεν είχε δήθεν δημόσιο ενδιαφέρον. Καθώς αφορούσε μια δίκη εργατικού δικαίου, τα δημοσιεύματα είχαν ενταχθεί στο σχετικό context, το οποίο δεν αφορούσε μια αποκλειστικά ιδιωτική διαφορά. Ωστόσο, το πλαίσιο αυτό, της εργατικής διαφοράς, δεν δικαιολογούσε την προσβλητική γελοιογραφία και τις προσβλητικές εκφράσεις. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι οι σχέσεις εργατών - εργοδοσίας, προκειμένου να είναι καρποφόρες, πρέπει να βασίζονται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ενώ αυτό δεν επιβάλλει ένα απόλυτο καθήκον πίστης απέναντι στον εργοδότη ή μια υποχρέωση υποταγής του εργαζόμενου στα συμφέροντα του εργοδότη, αλλά υπάρχουν ορισμένες εκδηλώσεις του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, οι οποίες ενώ σε άλλα πλαίσια θα ήταν νόμιμες, δεν δικαιολογούνται στο επίπεδο των σχέσεων εργασίας.

Πέντε δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου διαφώνησαν και θεώρησαν ότι η συγκεκριμένη κύρωση της απόλυσης για το εν λόγω παράπτωμα δεν ήταν ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Εάν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ότι η απόλυση για όσα είπε δημόσια ένας εργαζόμενος είναι δικαιολογημένη, σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Μέχρι τώρα, όλες οι απολύσεις που έγιναν λόγω των απόψεων των εργαζομένων έβρισκαν μπροστά τους το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο καταδίκαζε τις χώρες για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (βλ. εδώ). Δεν διαφωνώ ότι οι συνδικαλιστές έπρεπε να τιμωρηθούν που παρουσίασαν τους συναδέλφους τους να υποκύπτουν σεξουαλικά στον διευθυντή τους. Η συνδικαλιστική τους ιδιότητα σαφώς τους παρέχει ένα ευρύτερο πεδίο πολιτικού λόγου και οξύτατης κριτικής, αλλά αυτά αφορούν την εργοδοσία, όχι τους συναδέλφους τους που είναι ιδιώτες. Ωστόσο, η απόλυση είναι η τελική κύρωση που μπορεί να επιβληθεί σε έναν εργαζόμενο και αυτό δεν θα έπρεπε να αφορά επ' ουδενί τις απόψεις του, όσο χυδαίες ή υβριστικές κι αν είναι. Όποιος ιδιώτης θίγεται εξάλλου μπορεί να αναζητήσει το δίκιο του στα Δικαστήρια, διαθέτει ένα άλλο μέσο λοιπόν. Αλλά η απόλυση είναι η υπέρτατη κύρωση που δεν μπορεί να θεωρηθεί αναλογική για οτιδήποτε είπε κάποιος για άλλον, εφόσον δεν ήταν απειλητικό ή δεν υποκινούσε τέλεση άλλων παρανομιών εναντίον του.

Αυτή η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν θέτει επίσης ως κριτήριο την "πιεστική κοινωνική ανάγκη" που θα δικαιολογούσε αυτό το μέτρο της απόλυσης "σε μια δημοκρατική κοινωνία". Αναλύει τις υποχρεώσεις εκατέρωθεν σεβασμού ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδότη, αλλά δεν μας λέει ποια ήταν η πιεστική κοινωνική ανάγκη που θα δικαιολογούσε ακόμα και την απόλυση. Δηλαδή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν εξέτασε εάν υπήρχαν άλλα ηπιότερα μέτρα. Όπως ορθά επισημαίνουν οι 5 μειοψηφούντες δικαστές, οι συνδικαλιστικές δραστηριότητες αναπτύσσουν μια αναλογία προς τον κριτικό ρόλο των μ.μ.ε. ως public watchdog, στοιχείο που θα έπρεπε να είχε αναγνωριστεί σε αυτήν την υπόθεση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Επιπλέον, μια γελοιογραφία, όσο χυδαία κι αν είναι, δεν μπορεί να εκληφθεί ως το αντίστοιχο μιας σοβαρής δημόσιας δήλωσης, αφού πάντοτε θα εντάσσεται στο επίπεδο της σατιρικής έκφρασης. Αυτές είναι σοβαρές ελλείψεις της απόφασης που εάν είχαν ληφθεί υπόψη θα ανέτρεπαν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Θεωρώ δηλαδή ότι το ΕΔΔΑ κινήθηκε μονοσήμαντα προς την κατεύθυνση του να μην αναγνωριστεί κάποια "ασυλία" στους συνδικαλιστές, χαλαρώνοντας όμως έτσι τον αυστηρό έλεγχο αναλογικότητας που θα επιφύλασσε σε άλλους εργαζόμενους όπως έπραξε στο παρελθόν.


Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2011

Υποθέσεις δημοσιογραφικής ελευθερίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εκδώσει το τελευταίο διάστημα ορισμένες ενδιαφέρουσες υποθέσεις που διευρύνουν κατά πολύ τις δημοσιογραφικές ελευθερίες επιβάλλοντας στα εθνικά δικαστήρια να είναι πολύ προσεκτικά όταν δικάζουν δημοσιογράφους και να λαμβάνουν υπόψη κριτήρια πέραν των τυπικών νομικών κανόνων που καλούνται να εφαρμόσουν.



Στην υπόθεση Ringier Axel Springer Slovakia κατά Σλοβακίας (βλ. εδώ), ένας δημοσιογράφος ειδοποιήθηκε ότι ο δήμαρχος υποβασταζόμενος από τον υπαρχηγό της αστυνομίας ούρησε στο πεζοδρόμιο από την ταράτσα ενός ξενοδοχείου. Όταν ο δημοσιογράφος έφτασε στο σημείο που βρίσκονταν οι δύο αξιωματούχοι, διαπίστωσε ότι ήταν μεθυσμένοι και ρώτησε το προσωπικό σχετικά με το συμβάν. Στα άρθρα που δημοσίευσε αναφερόταν ότι και ο αστυνομικός είχε βρέξει το παντελόνι του στο ίδιο εστιατόριο. Ύστερα από αγωγή του υπαρχηγού, η εφημερίδα καταδικάστηκε να καταβάλει 12.250 ευρώ, καθώς δεν είχε αποδειχθεί το γεγονός ότι ο υπαρχηγός είχε ουρήσει στο στο παντελόνι του ή ότι είχε βοηθήσει τον δήμαρχο να ουρήσει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε όμως ότι παραβιάστηκε η ελευθερία της έκφρασης, επειδή τα εθνικά δικαστήρια, μολονότι αναφέρθηκαν στην καλή πίστη του δημοσιογράφου και την ύπαρξη δημόσιου ενδιαφέροντος για το θέμα, δεν είχαν εξετάσει εάν ο δημοσιογράφος λειτούργησε σύμφωνα με την δημοσιογραφική δεοντολογία, ούτε είχαν αξιολογήσει το βαθμό δημόσιου ενδιαφέροντος έναντι των ιδιωτικών συμφερόντων των προσώπων που αφορούσε η είδηση. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαμηνύει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν κάθε υπόθεση που αφορά δημοσιογράφους και υπό το πρίσμα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, πέραν των κλασικών νομικών κανόνων!


Στην υπόθεση Wizerkaniuk κατά Πολωνίας (βλ. εδώ), οι δημοσιογράφοι είχαν πάρει μια συνέντευξη από έναν βουλευτή. Όταν του έδωσαν να τη διαβάσει πριν δημοσιευθεί, εκείνος τους απαγόρευσε την δημοσίευση. Δύο μήνες μετά, η εφημερίδα τους δημοσίευσε απομαγνητοφωνημένα αυτολεξεί αποσπάσματα από τη συνέντευξη επισημαίνοντας ότι ο βουλευτής είχε απαγορεύσει τη δημοσίευση. Ο βουλευτής υπέβαλε μήνυση και ο εκδότης της εφημερίδας καταδικάστηκε, βάσει ενός νόμου του 1984 που απαγόρευε την δημοσίευση συνέντευξης χωρίς την άδεια του συνεντευξιαζόμενου. Ο εκδότης προσέβαλε την συνταγματικότητα του νόμου στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο όμως απέρριψε την προσφυγή του. Ο αυτοματισμός με τον οποίο τα πολωνικά δικαστήρια εφάρμοσαν ένα νόμο που θεσπίστηκε από το πρώην κομμουνιστικό καθεστώς, χωρίς να εξετάσουν το περιεχόμενο της ίδιας της συνέντευξης και το δημόσιο ενδιαφέρον που αυτή είχε, οδήγησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε καταδίκη της Πολωνίας για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης κι επιδίκασε στον εκδότη 8.356 ευρώ. Δύο δικαστές εξέφρασαν μειοψηφούσες γνώμες και δύο δικαστές εξέφρασαν αποκλίνουσες γνώμες.

Στην υπόθεση Pinto Coelho κατά Πορτογαλίας (βλ. εδώ), η δημοσιογράφος πρόβαλε τηλεοπτικά δύο έγγραφα με τα οποίο ο υποδιευθυντής ποινικών ερευνών κατηγορείτο για παραβίαση δικαστικού απορρήτου. Η δημοσιογράφος καταδικάστηκε σε πρόστιμο και οι εφέσεις της απορρίφθηκαν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διέγνωσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, επειδή τα εθνικά δικαστήρια επέβαλαν αυτοματοποιημένα την κύρωση, χωρίς να σταθμίσουν εάν το υλικό που προβλήθηκε αποτελούσε αντικείμενο δημόσιου ενδιαφέροντος ή όχι και επιδίκασε στη δημοσιογράφο 4.040,32 ευρώ για περιουσιακή βλάβη.


Στην υπόθεση Kania και Kittel κατά Πολωνίας, οι δύο δημοσιογράφοι δημοσίευσαν μια σειρά άρθρων για έναν υπουργό, για τον οποίο έγραψαν ότι είχε δεχθεί ως δώρο ένα ακριβό αυτοκίνητο από έναν πλούσιο επιχειρηματία. Στην πραγματικότητα ο επιχειρηματίας είχε δανείσει στον πολιτικό το αυτοκίνητό του για να συναντηθούν στην Αυστρία για διακοπές. Οι δημοσιογράφοι καταδικάστηκαν να δημοσιεύσουν μια επίσημη συγγνώμη και να καταβάλουν αποζημίωση από κοινού με τον εκδότη και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασής τους.

Στην υπόθεση Aquilina κ.α. κατά Μάλτας (βλ. εδώ), η ρεπόρτερ παρακολούθησε μια υπόθεση στην οποία ο συνήγορος υπεράσπισης δεν εμφανίστηκε και λόγω της χαοτικής κατάστασης στο ακροατήριο ακροατήριο και θεώρησε ότι καταδικάστηκε για την απουσία του. Ένας συνάδελφός της επιβεβαίωσε ότι όντως ο συνήγορος είχε καταδικαστεί, αλλά οι δικαστές και οι γραμματείς είχαν ήδη φύγει από το κτίριο όταν αναζήτησε κι αυτούς. Την επόμενη μέρα στους Times της Μάλτας δημοσιεύθηκε ότι ο συνήγορος είχε καταδικαστεί, γεγονός το οποίο όμως δεν είχε συμβεί. Ο συνήγορος επικοινώνησε άμεσα με τη συντάκτη για να διαμαρτυρηθει και η εφημερίδα δημοσίευσε μια συγγνώμη. Ο συνήγορος όμως στράφηκε δικαστικά εναντίον της εφημερίδας και οι υπεύθυνοι καταδικάστηκαν σε αποζημίωση 720 ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε τη Μάλτα για παραβίαση της ελευθερίας της εκφρασης, επιδικάζοντάς τους συνολικά 8000 ευρώ, καθώς οι δημοσιογράφοι είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν, εντός του σύντομου χρόνου που πρέπει να ενεργήσουν ενόψει της έκδοσης της εφημερίδας, προκειμένου να διαπιστώσουν την αλήθεια. Ακόμη κι ο εισαγγελέας της έδρας είχε θεωρήσει ότι ο συνήγορος είχε καταδικαστεί!

Στην υπόθεση Sabanovic κατά Μαυροβουνίου και Σερβίας (βλ. εδώ), μια μαυροβούνικη εφημεριδα έγραψε ότι το νερό μιας περιοχής ήταν γεμάτο βακτήρια. Ο ισχυρισμός βασιζόταν σε μια έκθεση που είχε συνταχθεί κατ' αίτηση του κρατικού Επιθεωρητή Υδάτων. Ο κ. Sabanovic, πρόεδρος της δημόσιας επιχείρησης υδάτων και μέλος του αντίπαλου πολιτικού κόμματος, έδωσε άμεσα μια συνέντευξη τύπου στην οποία αρνήθηκε τις κατηγορίες και ειπε ότι το νερό είναι ασφαλές για κατανάλωση και φιλτράρεται. Είπε επίσης ότι ο Επιθεωρητής προωθούσε δύο ιδιωτικές επιχειρήσεις στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν πρόσθετους αγωγούς υδάτων και οτι εκτελούσε εντολές του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο αποτελούσε το μεγαλύτερο πολιτικό φορέα του κυβερνητικού συνασπισμού της εποχής. Ο Επιθεωρητής κινήθηκε νομικά εναντίον του Sabanovic, ο οποίος καταδικάστηκε για δυσφήμηση και τα δικαστήρια δεν του είχαν επιτρέψει να διαβαστεί στη διαδικασία του επίμαχο άρθρο της εφημερίδας με τις κατηγορίες για μολυσμένο νερό, θεωρώντας ότι ήταν άσχετο και ότι θα καθυστερούσε τη διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε το Μαυροβούνιο, επειδή τα δικαστήρια δεν ενέταξαν την υπόθεση στο γενικότερο context της υποχρέωσης του Sabanovic να ενημερώσει το κοινό για ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος κι εστίασαν μόνο στους ισχυρισμούς του για τον Επιθεωρητή.

Στις υποθέσεις Kashabova και Bozhkov κατά Βουλγαρίας (βλ. εδώ), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διέγνωσε ότι η επιβληθείσα αποζημίωση για δυσφήμηση που ανερχόταν σε 70 και 57 φορές αντίστοιχα του κατώτερου μισθού τους αποτελούσε εναν ανασταλτικό παράγοντα (chilling effect) για την συνέχιση της δημοσιογραφικής δραστηριότητας.

Στην υπόθεση Fatih Tas κατά Τουρκίας (βλ. εδώ), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσίευση πληροφοριών για ένα πρόσωπο που ανήκαν ήδη στον "δημόσιο τομέα" (δηλ. σε μια έκθεση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης) είχε ελαττώσει την ανάγκη προστασίας της τιμής ενός ατόμου και στο μέτρο που συνέβαλαν σε έναν δημόσιο διάλογο, η σχετική καταδίκη αποτελούσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.








Τρίτη, Απριλίου 26, 2011

Σημερινές αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Αποφάσεις που αφορούν την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελβετια και την Τουρκία (δελτίο τύπου 370/26.4.2011).


To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων Ανθρώπου εξέδωσε σήμερα τις παρακάτω πέντε αποφάσεις. Στο τέλος του δελτίου τύπου υπάρχει μια απόφαση για επαναλαμβανόμενο θέμα. Οι αποφάσεις που σημειώνονται με αστερίσκο είναι διαθέσιμες μόνο στα αγγλικά.


di Marco κ. Ιταλίας (προσφυγή αρ. 32521/05)*


O προσφεύγων ήταν ενοικιαστής οικοπέδου που ανήκε σε δημοτικό συμβούλιο, στο οποίο λειτουργούσε μια παιδική χαρά. Επικαλούμενος το Άρθρο του Πρωτοκόλλου 1 (προστασία ιδιοκτησίας), προσέφυγε για την έξωσή του από το οικόπεδο υπέρ της δημιουργίας ενός δρόμου, μολονότι το μισθωτήριο ίσχυε για μερικά χρόνια ακόμα, χωρίς να αποζημιωθεί για τα διαφυγόντα κέρδη.


Παραβίαση Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1

Δίκαιη ικανοποίηση: το Δικαστήριο επιφυλάσσεται να αποφασίσει αργότερα.


Αntunes Rodriguez κατά Πορτογαλίας (αρ. 18070/08)*


Ο προσφεύγων επικαλείται το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 (προστασία της ιδιοκτησίας) της Σύμβασης για την μείωση της αξίας ενος κτιρίου του, λόγω της ολοκλήρωσης έργων οδοποιϊας.


Δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1


Steulet κατά Ελβετίας (αρ. 31351/06)*


Ο προσφεύγων ήταν διάδικος σε διάφορες δίκες που έγιναν λόγω κατηγοριών παράνομων πράξεων που διενεργήθηκαν κατά την διοίκηση του Δήμου στον οποίο ζούσε. Επικαλούμενος το Άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα θεμιτής ακρόασης), ισχυρίζεται ότι το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο σε μια από αυτές τις διαδικασίες, επειδή ένας από τους δικαστές του τμήματος που δίκασε την υπόθεσή του, είχε αποτελέσει μέρος της σύνθεσης άλλους τμήματος, σε άλλη υπόθεση, κατά την οποία μια προσφυγή που είχε καταθέσει ο προσφεύγων είχε χαρακτηρισθεί "υπεκφυγή".


Δεν παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1


Anat και άλλοι κατά Τουρκίας (αρ. 37899/04)*


Oι προσφεύγοντες επικαλούμενοι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλου 1 (προστασία της ιδιοκτησίας) προσέφυγαν κυρίως για την άρνηση των εθνικών δικαστηρίων να καταγραφεί ακίνητη περιουσία στα σχετικά μητρώα και για την κατεδάφιση του σπιτιού τους που είχε χτιστεί σε αυτήν. Ένας από αυτούς, επικαλούμενος το άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου), διαμαρτυρήθηκε επίσης για την χρονική έκταση των σχετικών δικαστικών διαδικασιών.


Παραβίαση άρθρου 6 παρ. 1 (χρονική έκταση, για τον πρώτο προσφεύγοντα).

Δίκαιη ικανοποίηση: 12.000 ευρώ (μη περιουσιακή ζημία) και 1.000 ευρώ (έξοδα και δαπάνες).



Υπόθεση σε θέμα που έχει ξανατεθεί στο Δικαστήριο:


Abdullah Yildiz κατά Τουρκίας (αρ. 35164/05)


Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται επειδή η γραπτή γνώμη του αρχιεισαγγελέα υποβλήθηκε στο Ανώτατο Στρατιωτικό Διοικητικό Δικαστήριο αλλά δεν κοινοποιήθηκε σε αυτόν. Επικαλείται το Άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη).

Παραβίαση του Άρθρου 6 παρ. 1

Τρίτη, Απριλίου 19, 2011

Σημερινές αποφάσεις τμημάτων Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων Ανθρώπου

Αποφάσεις που αφορούν την Ελλάδα, την Λετονία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, την Ρουμανία, την Ρωσία, την Σερβία την "πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" και την Τουρκία


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κοινοποίησε σήμερα τις ακόλουθες δεκαεπτά αποφάσεις (δελτίο τύπου αρ. 353/19.04.2011).


Gasiņš κατά Λετονίας (προσφυγή αρ. 69458/01)

Ο προσφεύγων είναι φυλακισμένος. Συνελήφθη το 2000 και κατηγορήθηκε για φόνο. Καταδικάστηκε στον πρώτο βαθμό το 2003, αλλά η διαδικασία της έφεσης εκκρεμεί ακόμη. Επικαλούμενος το Άρθρο 5 (δικαίωμα στην ελευθερία και της ασφάλεια) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέρβαλε τέσσερις χωριστές προσφυγές όσον αφορά την νομιμότητα της κράτησής του. Επικαλούμενος το Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε θεμιτή ακρόαση εντός εύλογου χρόνου) της Σύμβασης διαμαρτυρήθηκε περαιτέρω ότι η έκταση των εις βάρος του ποινικών διαδικασιών ήταν υπερβολικές. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι δεν έχει λάβει επαρκή πληροφόρηση για τις λεπτομέρειες της φύσης και του λόγους της κατηγορίας εναντίον του και ότι δεν του αποδόθηκε δωρεάν νομική βοήθεια.

Παραβίαση Άρθρου 5 § 1 (κράτηση από την 1η έως την 25η Μαρτίου 2001)

Μη παραβίαση Άρθρου 5 § 2

Παραβίαση Άρθρου 5 §§ 3 και 4

Μη παραβίαση Άρθρου 6 §§ 1 και 3 (a)

Δίκαιη ικανοποίηση: δεν προβλήθηκε αίτημα από τον προσφεύγοντα εντός της προθεσμίας



Elcomp sp. z o.o. κατά Πολωνίας (αρ. 37492/05)

Η προσφεύγουσα Elcomp sp. z o.o., είναι μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Βαρσοβία. Επικαλούμενη το Άρθρο 6 § 1 (πρόσβαση σε δικαστήριο), η προσφεύγουσα εταιρία διαμαρτύρεται για τα υπερβολικά δικαστικά έξοδα που καταδικάστηκε να καταβάλει προκειμένου να εγείρει την αξίωσή της για καταβολή 38,500 ευρώ.

Μη παραβίαση Άρθρου 6 § 1


Moczulski κατά Πολωνίας (αρ. 49974/08)

Tomasz Kwiatkowski κατά Πολωνίας (αρ. 24254/05)

Και οι δύο αποθέσεις αφορούν τις λεγόμενες "εκκαθαριστικές διαδικασίες", οι οποίες κινήθηκαν εις βάρος των αιτούντων στην Πολωνία, τον Απρίλιο του 1997 και αποσκοπούσαν τον αποκλεισμό όσων είχαν εργαστεί ή συνεργαστεί με τις κρατικές υπηρεσίες ασφάλειας κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής περιόδου. Ο κ. Moczulski έχασε την έδρα του στο Κοινοβούλιο και ο κ. Kwiatkowski, δικηγόρος, διεγράφη από τον Δικηγορικο Σύλλογο. Επικαλούμενοι τα Άρθρα 6 §§ 1 και 3 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), ισχυρίστηκαν ότι η εκκαθαριστική διαδικασία εις βάορς τους ήταν αθέμιτη λόγω της εμπιστευτικότητας των εγγράφων και των περιορισμών πρόσβασής τους στις δικογραφίες.

(Και για τις δυο υποθέσεις) Παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 σε συνδυασμό με το Άρθρο 6 § 3 (θεμιτό)

Δίκαιη ικανοποίηση:

- μη περιουσιακή ζημία: για τον κ. Moczulski, η κρίση περί παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση. Για τον κ. Kwiatkowski, απορρίπτεται

- έξοδα και δαπάνες: για τον κ. Moczulski, 1.500 ευρώ. Ο κ. Kwiatkowski δεν πρόβαλε αίτημα.



Pastor και Ţiclete κατά Ρουμανίας (αρ 30911/06 και 40967/06)

Η υπόθεση αφορά την βίαιη διακοπή αντι-κομμουνιστικής διαδήλωσης που έγινε στην Cluj-Napoca (Ρουμανίας) τον Δεκέμβριο του 1989. Ο σύζυγος της κ. Ţiclete, μαζί με άλλα 25 άτομα, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης. Ο κ. Pastor και άλλα 52 άτομα τραυματίστηκαν από πυροβολισμούς. Επικαλούμενοι ιδίως το Άρθρο 2 (δικαίωμα στην ζωή), οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η διάρκεια των ποινικών διαδικασιών - που ολοκληρώθηκαν το Μάρτιο 2006 - εναντίον των υπεύθυνων για βία, ήταν υπερβιολική και ως εκ τούτου είχε καταστήσει όλη την έρευνα αναποτελεσματική.

Παραβίαση του Άρθρου 2 (έλλειψη αποτελεσματικής έρευνας)

Δίκαιη ικανοποίηση:

- μη περιουσιακή βλάβη: 10.0000 ευρώ σε καθέναν

- έξοδα και δαπάντες: 751 για τον κ. Pastor



Baturlova κατά Ρωσίας (αρ. 33188/08)

Khrykin κατά Ρωσίας (αρ. 33186/08)

Οι υποθέσεις αφορούν τις καταγγελίες των προσφευγουσών περι ανατροπής δύο τελικών υπέρ τους αποφάσεων - για την αύξηση των συντάξεών τους - λόγω νεότερων στοιχείων. Επικαλούνται τα Άρθρα 6 § 1 (δικαίωμα σε θεμιτή ακρόαση ) και το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (προστασία ιδιοκτησίας)

(Για τις δυο υποθέσεις) Δύο παραβιάσεις του Άρθρου 6 § 1 (θεμιτό)

(Για τις δυο υποθέσεις) Παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1

Δίκαιη ικανοποίηση:

- μη περιουσιακή ζημία: 7.000 ευρώ σε καθεμιά

- έξοδα και δαπάνες: 6 ευρώ στην κ. Baturlova και 10 ευρώ στον κ. Khrykin


Veljkov κατά Σεβρίας (αρ. 23087/07)

Η υπόθεση αφορά την διαδικασία γονικής μέριμνας/επιμέλειας της κόρης της που γεννήθηκε το 2002, η οποία εκκρεμεί από το 2006, όταν η προσφεύγουσα χώρισε με τον σύντροφό της. Ισχυρίζεται ιδίως ότι δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει μια σχέση με την κόρη της, που εξακολουθεί να μένει με τον πατέρα της, λόγω της διάρκειας αυτών των διαδικασιών και λόγω του ότι οι προσωρινές διαταγές που εκδόθηκαν τον Ιούνιο 2006 και Δεκέμβριο 2006 δεν έχουν εκτελεστεί. Επικαλείται ιδιίως το Άρθρο 6§ 1 (δικαίωμα σε θεμιτή ακρόαση εντός εύλογου χρόνου).

Παραβίαση Άρθρου 6 § 1 (διάρκεια)

Δίκαιη ικανοποίηση:

2.600 ευρώ (μη περιουσιακή βλάβη) και 1.300 ευρώ (δαπάνες και έξοδα)



Atanasov κατά της “πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας” (Αρ. 2)

(αρ. 41188/06)

Η υπόθεση αφορά την καταδίκη του προσφεύγοντος σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή, για δυσφήμηση λόγω δημοσίευσης μιας επιστολής στην οποία επέκρινε τον πρώην εργοδότη του - μια εταιρία παραγωγής καλωδίων - για την μεταχείριση των εργαζομένων και των μετόχων της. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η επιστολή είχε δημοσιευθεί χωρίς την άδειά του. Επικαλούμενος τα Άρθρα 6 §§ 1 και 3 (δ) (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), διαμαρτύρεται επειδή στις ποινικές διαδικασίες εναντίον του δεν του είχε επιτραπεί να εξετάσει τον μοναδικό μάρτυρα εναντίον του, δηλαδή το πρόσωπο που είχε επιβεβαιώσει ότι ήταν ο συντάκτης της επιστολής.

Παραβίαση Άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) (θεμιτό)

Δίκαιη ικανοποίηση: 3.200 ευρώ (μη περιουσιακή ζημία).




Erkol κατά Τουρκίας (αρ. 50172/06)

Ένας πρώην οδηγός φορτηγού ασφαλείας μιας ιδιωτικής τράπεζας στην Τουρκία στράφηκε ποινικά εναντίον του προσφεύγοντος το 1998 για παραβίαση εμπιστοσύνης όταν εξαφανίστηκαν 20.000 τούρκικες λίρες (περίπου 10.000 ευρώ) σε μια αποστολή μεταξύ δύο υποκαταστημάτων της τράπεζας. Η ποινική διαδικασία εναντίον του αναβλήθηκε στη συνέχεια, καθώς ψηφίστηκε ένας νόμος που ανέστειλε τις ποινικές υποθέσεις για συγκεκριμένα αδικήματα που τελέστηκαν πριν τον Απρίλη του 1999. Επικαλούμενος ιδίως το Άρθρο 6 § 2 (τεκμήριο της αθωότητας), ο προσφεύγων διαμαρτύρεται ότι τόσο με τις ποινικές διαδικασίες όσο και με την αγωγή εναντίον του, τα εθνικά δικαστήρια είχαν κρίνει ότι τέλεσε το αδίκημα, θέτοντας σε αμφιβολία την αθωότητά του.

Παραβίαση του Άρθρου 6 § 2 (θεμιτό)

Δίκαιη ικανοποίηση: 7.200 (μη περιουσιακή βλάβη) και 431 ευρώ (έξοδα και δαπάνες)


Επαναλαμβανόμενες υποθέσεις


Στις ακόλουθες υποθέσεις εγείρονται ζητήματα που έχουν ήδη υποβληθεί στο Δικαστήριο.


Δίκαιη ικανοποίηση


Μonteiro de Barros de Mattos e Silva Adegas Coelhio και άλλοι κατά Πορτογαλίας

(αρ. 25038/06)

Με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2010, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (προστασία ιδιοκτησίας) λόγω της καθυστέρησης υπολογισμού και καταβοής της αποζημίωσης που επιδικάστηκε στους προσφεύγοντες για απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας του κατά τον αναδασμό στην Πορτογαλία. Με την σημερινή απόφαση το Δικαστήριο επιδίκασε στους προσφεύγοντες το συνολικό ποσό των 255.800 ευρώ (σύνολο που για κάθε προσφεύγοντα κυμαίνεται από 10.800 ευρώ έως 56.400 ευρώ) για περιουσιακή ζημία και 1.000 ευρώ, συνολικά, για μη περιουσιακή ζημία.

Rykachev και άλλοι κατά Ρωσίας (αρ. 52283/07, 27824/09, 27834/09, 27843/09,

27847/09, 27907/09, 27911/09, 27918/09, 27923/09, 28034/09 και 28039/09)

Η υπόθεση αφορά την καθυστέρηση εκτέλεσης αποφάσεων που επιδικάζουν στους προσφεύγοντες επίδομα στέγασης. Επικαλέστηκαν το Άρθρο

6 § 1 (δικαίωμα σε θεμιτή ακρόαση), το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 και το Άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή).

Παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 (θεμιτό)

Παραβίαση του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1



Επανεξέταση

Veli Yalçın κατά Τουρκίας (αρ. 29459/05)

Με την απόφαση της 2ης Μαρτίου 2010 το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το Άρθρο

6 § 1 όσον αφορά την διάρκεια της δίκης για αποζημίωση και την παράλειψη παροχής στον προσφεύγοντα αντίγραφο της γνώμης που υποβλήθηκε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο από τον Αρχιεισαγγελέα. Ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος ζήτησε επανεξέταση της απόφασης, επειδή θα ήταν αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης, λόγω του ότι ο προσφεύγων πέθανε πριν την έκδοσή της. Το Δικαστήριο με τη σημερινή απόφασή του επιδίκασε στους κληρονόμους του προσφεύγοντος, συνολικά, το ποσό των 3.600 ευρώ για μη περιουσιακή ζημιά.


Υποθέσεις μακράς διάρκειας διαδικασιών


Στις ακόλουθες υποθέσεις, οι προσφευγοντες διαμαρτυρήθηκαν ιδίως για την υπερβολική διάρκεια των νομικών διαδικασιών


Ποινικές


Χρυσανθακόπουλος και Χρυσανθακοπούλου κατά Ελλάδας (αρ. 6530/09)

Πατρίκης κατά Ελλάδας (αρ. 5856/09)

Oι υποθέσεις αφορούν τις προσφυγές για υπερβολική διάρκεια ποινικών διαδικασιών εναντίον των προσφευγόντων.


Παραβίαση Άρθρου 6 § 1 – και στις δύο υποθέσεις

Παραβίαση Άρθρου 13 – στην πρώτη υπόθεση



Μη ποινικές


Κωνσταντίνος Χίτζος Σωληνουργία ΑΒΕΕ κατά Ελλάδας

(αρ. 56814/08)

Volodina κατά Ρωσίας (αρ. 24411/05)

Παραβίαση Άρθρου 6 § 1 – και στις δύο υποθέσεις

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2011

ΕΔΔΑ: Παραβίαση ελευθερίας έκφρασης δημοσιογράφου για κριτική σε πολιτικό

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δελτίο τύπου 324, 12.04.2011)


Στην απόφαση Τμήματος του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Conceição Letria κατά Πορτογαλίας (η οποία δεν είναι τελική), κρίθηκε ομόφωνα ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.


Η υπόθεση αφορά την καταδίκη του Joaquim Letria, ενός γνωστού Πορτογάλου δηοσιογράφου, για δυσφήμηση ενός τοπικού πολιτικού σχετικά με την πτώση μιας γέφυρας στο Castelo de Paiva το 2001, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 59 ατόμων.




Κύρια περιστατικά


Ο προσφεύγων είναι πορτογάλος υπήκοος. Στις 6 Μαρτίου 2001 η πτώση μιας γέφυγας στο Castelo de Paiva στην Πορτογαλια είχε αποτέλεσμα το θάνατο 59 ατόμων. Το πορτογαλικό κοινοβούλιο όρισε μια εξεταστική επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτίων του ατυχήματος. Η επιτροπή εξέτασε τον κ. Antero Gaspar, κυβερνήτη της περιοχής του Aveiro και πρώην δήμαρχο του Castelo de Paiva, σχετικά με τις άδειες που δόθηκαν σε εταιρίες για την εξαγωγή άμμου, η οποία μπορεί να είχε οδηγήσει στην αποδυνάμωση της γέφυγρας. Ο κ. Gaspar είπε ότι δεν θυμόταν για σχετικές άδειες. Στη συνέχεια του επιδείχθησαν έγγραφα που είχαν υπογραφεί από τον ίδιο, θέτοντας σε αμφιβολία την αλήθεια της κατάθεσής του στην επιτροπή.


Κατά τον επίμαχο χρόνο, ο δημοσιογράφος, ο οποίος είναι πολύ γνωστός στην Πορτογαλία, ήταν ρεπορτερ στην 24 Horas, μια εφημερίδα εθνικής κυκλοφορίας που δεν εκδίδεται πλέον. Στο φύλλο της 25 Σεπτεμβρίου 2001 δημοσιευσε ένα άρθρο με τίτλο "Κίνδυνοι και σκιώδεις χαρακτήρας" στο οποίο ισχυριζόταν ότι ο κ. Gaspar εψεύδετο στην κοινοβουλευτική επιτροπή. Χρησιμοποίησε τον όρο aldrabão (σκιώδης χαρακτήρας) για να περιγράψει τον πολιτικό.


Ύστερα από μια μήνυση που κατέθεσε ο κ. Gaspar κατά του Joaquim Letria, ο τελευταίος καταδικάστηκε για βαριά δυσφήμηση, με απόφαση του Δικαστηρίου του Castelo de Paiva που εκδόθηκε στις 24 Δεκέμβρη 2005, μεταξύ άλλων για τη χρήση του όρου aldrabão. Ο δημοσιογράφος υπέβαλε έφεση ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με το άρθρο 180 παρ. 2 (β) του Ποινικού Κώδικα μπορούσε να αποδείξει τα περιστατικά που θεωρήθηκαν δυσφημηστικά. Στις 28 Ιουνίου 2006, το Εφετείο απέρριψε την έφεση, θεωρώντας ότι είχε εκφράσει έναν πραγματικό ισχυρισμό, η αλήθεια του οποίου εν μπορούσε να αποδειχθεί. Κρίνοντας ότι η ερμηνεία του άρθρου 180 παρ. 2 (β) του Ποινικού Κώδικα από το Εφετείο ήταν αντισυνταγματική, ο δημοσιογράφος άσκησε συνταγματική προσφυγή. Με απόφαση της 11.7.2007, η οποία κοινοποιήθηκε στις 16.7.2007 στον προσφεύγοντα, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η ερμηνεία του άρθρου δεν παραβίασε καμία διάταξη του συντάγματος. Στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ισχυριζόμενος παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης).


Η προσφυγή υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 15 Ιανουαρίου 2008 και κηρύχθηκε παραδεκτή στις 22 Μαρτίου 2011.


Η απόφαση του ΕΔΔΑ


Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η καταδίκη του δημοσιογράφου είχε νόμιμη βάση στο πορτογαλικό δίκαιο και επιδίωκε το νόμιμο στόχο της προστασίας της τιμης ή τα δικαιώματα των άλλων. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ έπρεπε να εξετάσει εάν η καταδίκη ήταν επίσης "αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία".


Το Δικαστήριο παρατήρησε πρώτα ότι τα πορτογαλκά δικαστήρια είχαν επικρίνει τον δημοσιογράφο κυρίως για την χρήση του όρου aldrabão (σκιώδης χαρακτήρας) στο επίμαχο άρθρο, με τον οποίο όρο περιγραφόταν ο πρώην δήμαρχος του Castelo de Paiva και κυβερνήτης του Aveiro κατά τον τρέχοντα χρόνο.


Ωστόσο, το ΕΔΔΑ εμμένει στη νομολογία του, ότι τα όρια της επιτρεπτής επίκρισης είναι ευρύτερη όσον αφορά πολιτικούς που λειτουργούν κατά την επίσημη ιδιότητά τους, παρά όσον αφορά ιδιώτες. Ακόμη κι αν δεν λειτουργεί υπό την ιδιότητά του ως ιδιώτης, ο πολιτικός έχει δικαίωμα προστασίας της υπόληψής του, αλλά οι προϋποθέσεις αυτής της προστασίας πρέπει να σταθμίζονται έναντι των δικαιωμάτων ενός ανοιχτού διαλόγου για πολιτικά θέματα, καθώς οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται στενά.




Στην υπόθεση του Joaquim Letria, η χρήση του επίμαχου όρου δεν αποτελεί μια απρόκλητη προσωπική επίθεση. Ήταν η προσωπική του επιλογή να τονιστεί αυτό που έκρινε ότι αποτελούσε αντίφαση ανάμεσα στις απαντήσεις του κ. Gaspar στις ερωτήσεις της κοινοβουλευτικής επιτροπής κατά την εξέταση ενός δυστυχήματος που είχε πολλά θύματα.


Καθώς ήταν σαφέστατα μια αξιολογική κρίση, η αλήθεια της επίμαχης έκφρασης δεν θα μπορούσε να επαληθευθεί. Πάντως, η κρίση του δημοσιογράφου δεν ήταν υπερβολική, δεδομένου ότι βασιζόταν σε εκθέσεις που αποκάλυπταν τις αντιφάσεις του κ. Gaspar και συνιστούσαν έτσι μια επαρκή πραγματική βάση.


Επιπρόσθετα, το άρθρο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό για τον κ. Gaspar ως πολιτικό, ενώ ο τελευταίος έπρεπε να επιδεικνύει μεγαλύτερο βαθμό ανοχής προκειμένου να συμβάλει σε έναν ανοιχτό διάλογο για ένα θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε δημοκρατική κοινωνία.


Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η βαρύτητα των ποινών που επιβλήθηκαν στον δημοσιογράφο λόγω της καταδίκης του θα αποθάρρυναν τους δημοσιογράφους που την προώθηση της δημόσιας συζήτησης για τέτοια θέματα. Έτσι όμως βλάπτεται ο Τύπος ως προς τη μετάδοση πληροφοριών και την ιδιότητα του παρατηρητηρίου της δημόσιας ζωής.


Το Δικαστήριο συμπέρανε ότι δεν είχε επιτευχθεί μια δίκαιη στάθμιση ανάμεσα στην ανάγκη για διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης του δημοσιογράφου και την ανάγκη της προστασίας των δικαιωμάτων και της υπόληψης του κ. Gaspar. Ο περιορισμός που τέθηκε στην ελευθερία της έκφρασης του δημοσιογράφου δεν ήταν αναλογικός σε σχέση με τον νόμιμο επιδιωκόμενο στόχο.


Γι' αυτό παραβιάσθηκε το Άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και επιβλήθηκε στην Πορτογαλία να καταβάλει στον δημοσιογράφο το ποσό των 5.000 ευρώ για μη περιουσιακή βλάβη.








Τρίτη, Σεπτεμβρίου 07, 2010

Οι τρεις υποψήφιοι Ευρωδικαστές

Αυτές τις μέρες μπορεί όλοι να ασχολούνται με τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης και τις αυτοδιοικητικές εκλογές, αλλά υπάρχει μια σημαντική ψηφοφορία η οποία θα δεσμεύσει την Ελλάδα για τα επόμενα 9 χρόνια. Στο Στρασβούργο, η Κοινοβουλευτική Διάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα επιλέξει έναν από τους τρεις υποψηφίους που έχει προτείνει η Ελλάδα, για τη θέση ενός από τους Δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο οποίο καταλήγουν οι υποθέσεις εναντίον των ευρωπαϊκών κρατών όταν έχουν πια αποφανθεί τα εθνικά δικαστήρια.

Το θέμα δεν έχει απασχολήσει καθόλου τα μέσα ενημέρωσης. Οι τρεις υποψήφιοι για τη θέση του Ευρωδικαστή είναι: οι κ.κ. Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος, Πέτρος Στάγκος και Μαρία Τσίρλη. Την ερχόμενη Παρασκευή, η σχετική υπο-Επιτροπή θα εξετάσει με συνεντεύξεις τους τρεις υποψηφίους (βλ. εδώ σχετική ανακοίνωση).

Κανονικά, όταν επιλέγονται πρόσωπα στη θέση διακρατικών δικαστηρίων θα έπρεπε να δίνεται η μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα στις απόψεις τους. Στην αντίστοιχη περίπτωση της κατάληψης της θέσης του δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α., πριν από την εκλογή του προσώπου διεξάγεται μια ευρύτατη συζήτηση για την προσωπικότητά του, ενώ κοινοβουλευτικές επιτροπές εξετάζουν εξαντλητικά τον προταθέντα από τον Πρόεδρο υποψήφιο, πριν δώσουν την ψήφο τους. Στην πιο πρόσφατη περίπτωση, της προταθείσας από τον Obama κ. Helena Kagan ακολούθησε μια πολύμηνη διαδικασία συνεντεύξεων στη Γερουσία των ΗΠΑ, αποσπάσματα της οποίας είναι αναρτημένα στο Youtube (βλ. εδώ ένα παράδειγμα), με πάρα πολλά σχόλια.

Πρόσφατα αναθεωρήθηκε στην Ελλάδα και η διαδικασία ανάδειξης των προσώπων για τα ανώτατα δικαστήρια, με την προσθήκη ακρόασης των υποψηφίων από επιτροπή της Βουλής που θα γνωμοδοτούσε προς το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο συνταγματικά είναι αρμόδιο για τον διορισμό τους. Ωστόσο, οι ακροάσεις αυτές έμειναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, όπως είχα σχολιάσει σχετικά (E-Lawyer: η αδιαφανής επιλογή των ανώτατων δικαστών).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κάνει σημαντικά βήματα προς τη διαφάνεια, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Διαδικτύου: αναρτά όλες τις αποφάσεις του και μεταδίδει video με την ακροαματική διαδικασία σε σημαντικές υποθέσεις. Υπάρχει όμως ένα σημαντικό κενό όσον αφορά τη διαφάνεια της επιλογής των Ευρωπαίων Δικαστών. Εδώ υπεισέρχεται βέβαια και ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης, τα οποία θα έπρεπε να ασχοληθούν κάποτε και με τους "τελικούς κριτές" της νομιμότητας, δηλαδή με την εκλογή των ευρωπαίων Δικαστών.

Προ εβδομάδων διαπίστωσα αυτό το κενό διαφάνειας και δημοσίευσα έναν κατάλογο με ερωτήσεις σε μεγάλα νομικά θέματα, προς τους τρεις υποψήφιους για τη θέση του Έλληνα Δικαστή του ΕΔΔΑ (Ε-Lawyer: Ερωτήσεις για τους 3 υποψήφιους Ευρωδικαστές). Ήταν ευχάριστη η έκπληξη όταν, χωρίς να έχω κάνει κάποια ατομική κρούση, είχα μια πλήρη απάντηση στις ερωτήσεις από τον υποψήφιο κ. Στάγκο (E-Lawyer: Απαντήσεις υποψήφιου Ευρωδικαστή κ. Στάγκου για θεμελιώδη δικαιώματα). Επειδή θα ήταν άνισο να μείνουμε με τις απαντήσεις ενός υποψηφίου, απευθύνθηκα ατομικά και στους άλλους δύο, οι οποίοι απέφυγαν να τοποθετηθούν στο ερωτηματολόγιο (E-Lawyer: Aνταπόκριση υποψήφιας Ευρωδικαστή κ. Τσίρλη, Ε-Lawyer: Ανταπόκριση υποψήφιου Ευρωδικαστή κ. Σισιλιάνου), επικαλούμενοι μια διάταξη του Κανονισμού του Δικαστηρίου για την υποχρέωση των Δικαστών να απέχουν από τα καθήκοντά τους εφόσον έχουν τοποθετηθεί δημόσια για το εριζόμενο θέμα κατά τρόπον που θίγεται η αμεροληψία τους.

Αξίζει να σταθούμε στο άρθρο 28 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, διότι θεωρώ ότι δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο σε μια διαφανή διαδικασία επιλογής Ευρωπαίου Δικαστή. Το άρθρο 28 προβλέπει τις περιπτώσεις για τις οποίες ένας Δικαστής είναι εξαιρετέος από τη σύνθεση του δικάζοντος Τμήματος του Δικαστηρίου. Στην (α) περίπτωση, ο Δικαστής είναι εξαιρετέος όταν έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης. Στην (β) περίπτωση ο Δικαστής είναι εξαιρετέος όταν προηγουμένως ("previously"), δηλαδή πριν λάβει την δικαστική ιδιότητα, είχε κάποιο ρόλο συμμετοχής στην υπόθεση, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα. Στην (γ) περίπτωση ο ad hoc Δικαστής είναι εξαιρετέος αν είχε οποιαδήποτε πολιτική συμμετοχή στην υπόθεση, που να θέτει σε αμφιβολία την αμεροληψία του. Στην (δ) περίπτωση ο Δικαστής είναι εξαιρετέος όταν έχει δημοσιοποιήσει απόψεις οι οποίες αντικειμενικώς τον καθιστούν μεροληπτικό. Στην (ε) περίπτωση ο Δικαστής είναι εξαιρετέος για κάθε λόγο που θέτει νόμιμα σε αμφιβολία την αμεροληψία του.

Αυτό δεν σημαίνει λοιπόν ότι ο υποψήφιος Δικαστής έχει υποχρέωση να απέχει από κάθε συζήτηση ή τοποθέτηση για θέματα που ενδεχομένως θα κληθεί να κρίνει, γιατί τότε η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης θα έπρεπε να επιλέγει άτομα που δεν έχουν κάνει ούτε μία επιστημονική δημοσίευση για ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και, τέλος πάντων, άτομα για τα οποία δεν γνωρίζει τίποτα για την προσωπικότητά τους πέρα από τις σπουδές και τις εργασίες τους. Το άρθρο 28 του Κανονισμού αφορά την αμεροληψία του Δικαστή ενόψει συγκεκριμένων υποθέσεων και για τις προ της ανάληψης των καθηκόντων του σχέσεις επιλαμβάνεται η (β) περίπτωση που αναφέρεται ρητώς σε αυτό το χρονικό στάδιο (previously). Γι' αυτούς τους λόγους δεν συμμερίζομαι την στάση των υποψηφίων που απέφυγαν τις απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως λ.χ. θεωρείται ότι υπάρχει ιδιωτικότητα στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Διότι πέρα από το ότι είναι αβάσιμη νομικά, υποδεικνύει και μια έλλειψη πίστης στις αρχές της διαφάνειας και μειωμένη παρακολούθηση των εξελίξεων και των σύγχρονων απαιτήσεων για τους υποψηφίους ανώτατους δικαστικούς. Και αν για την κ. Τσίρλη υπάρχει το δεοντολογικό ζήτημα του ότι είναι εν ενεργεία εισηγήτρια και προϊσταμένη Τμήματος της Γραμματείας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, για τον κ. Σισιλιάνο θεωρώ ότι η στάση του είναι κάπως αντιφατική σε σχέση με την ιδιότητά του ως καθηγητή του διεθνούς δικαίου στην Νομική Αθήνας, όπου εάν κάποιος από τους φοιτητές του έθετε μία από αυτές τις ερωτήσεις, θα είχε την υποχρέωση να απαντήσει σε ένα γεμάτο πανεπιστημιακό ακροατήριο, δηλαδή δημόσια.

Πέρα όμως από το θέμα της ανταπόκρισης των υποψηφίων στο e-lawyer, σήμερα θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε και τα ίδια τα βιογραφικά τους, όπως έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο section των υποψηφιοτήτων (Parlamentary Assembly: Elections of the Judges to the European Court of Human Rights, Doc. 12346).

Πρώτ' απ' όλα κανείς από τους υποψήφιους δεν έχει επί του παρόντος την ιδιότητα του δικαστή. Σύμφωνα με το άρθρο 21 της ΕΣΔΑ, στη θέση του Ευρωπαίου Δικαστή επιλέγονται άτομα που "πρέπει να χαίρουν υψηλότερης ηθικής εκτίμησης και να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα για την άσκηση υψηλών δικαστικών καθηκόντων ή να είναι νομομαθείς αναγνωρισμένης αυθεντίας". Άρα η δικαστική προϋπηρεσία δεν είναι τυπικό προσόν. Ας δούμε τώρα πιο αναλυτικά τα βιογραφικά τους.

Ο κ. Σισιλιάνος είναι αναπληρωτής καθηγητής του διεθνούς δικαίου στη Νομική Αθήνας, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (της Ε.Ε.), μέλος ομάδας εργασίας του Συμβουλίου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (του Ο.Η.Ε.) για τα άτομα αφρικανικής καταγωγής, μέλος και πρώην πρόεδρος της Επιτροπής για τη Βελτίωση Διαδικασιών Προστασίας Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (του Συμβουλίου της Ευρώπης), αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Πέρα από τις πολλές συμμετοχές σε επιτροπές διεθνούς κύρους, προσπαθώ να εντοπίσω κάποια ιδιαίτερη ευαισθησία σε σχέση με συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπινων δικαιωμάτων. Από την αρθρογραφία του προκύπτει κυρίως το ενδιαφέρον για τις ίδιες της δομές της προστασίας (λ.χ. η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ), τους πρόσφυγες, τις φυλετικές διακρίσεις και, σε μια μεμονωμένη περίπτωση, την θρησκευτική ελευθερία. Πρόκειται για το προφίλ ενός πανεπιστημιακού δασκάλου που έχει θητεύσει επί αρκετά χρόνια σε διάφορες επιτροπές της διεθνούς γραφειοκρατίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ο κ. Στάγκος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (Συμβούλιο της Ευρώπης), η οποία έχει οιονεί δικαστικές αρμοδιότητες και εξετάζει παράπονα παραβιάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Επίσης έχει θητεύσει ως μέλος του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος, δικαστής του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας του άρθρου 99 του Συντάγματος και Καθηγητής ευρωπαϊκού δικαίου στην Εθνική Σχολή Δικαστών.
Αναζητώντας ειδικά θέματα ανθρώπινων δικαιωμάτων με τα οποία έχει ασχοληθεί στο βιογραφικό του, βρήκα τις μελέτες που έχει εκπονήσει ως σύμβουλος του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και αφορούν ζητήματα: ομοφοβίας και διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού, προστασίας προσωπικών δεδομένων, εμπορίας παιδιών, ψυχικής υγείας και ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το προφίλ ενός υποψηφίου με εμπειρία σε ανώτατο δικαστήριο και ειδικά ενδιαφέροντα όσον αφορά νέα ζητήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η κ. Τσίρλη είναι από το 1994 εργαζόμενη ως νομικός στην Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ από το 2004 είναι Διευθύντρια Τμήματος. Αναζητώντας ειδικές νομικές ευαισθησίες, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το θέμα του διδακτορικού της, το οποίο αφορά τις τηλεφωνικές υποκλοπές, από πλευράς συγκριτικού δικαίου. Στη νομική της αρθρογραφία έχει ασχοληθεί κυρίως με δικονομικά ζητήματα που αφορούν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ενώ το θέμα του απορρήτου την έχει απασχολήσει επίσης και σε μια μελέτη. Το προφίλ μιας υποψήφιας με επί πολλά χρόνια επαφή με την "καθημερινότητα" του Δικαστηρίου και των διαδικασιών του.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 01, 2010

Ανταπόκριση του υποψήφιου Ευρωδικαστή κ. Σισιλιάνου στις ερωτήσεις e-lawyer

Ενόψει της επιλογής ενός από τους τρεις Έλληνες υποψήφιους για τη θέση του δικαστή του Ευρωπαικού Δικαστηρίου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων αναρτήθηκαν στο e-lawyer μια σειρά ερωτήσεις που αφορούν το Διαδίκτυο, τις διακρίσεις, το δικαίωμα ψήφου ομογενών, τη θρησκευτική ελευθερία, το δικαίωμα στέγασης των Ρομά και το γάμο ομόφυλων προσώπων. (βλ τις ερωτήσεις εδώ .)

Αρχικά ανταποκρίθηκε ο υποψήφιος Δικαστης κ. Πέτρος Στάγκος. Μπορείτε να διαβάσετε τις απαντήσεις του εδώ.

Προχθές ανταποκρίθηκε η υποψήφια Δικαστής κ. Μαρια Τσίρλη. Μπορείτε να διαβάσετε το μήνυμά της εδώ.

Σήμερα ελήφθη και η τρίτη και τελευταία ανταπόκριση υποψηφίου Δικαστή, του κ. Λίνου- Αλέξανδρου Σισιλιάνου, η οποία δημοσιεύεται αυτούσια παρακάτω. Ευχαριστούμε και τους τρεις υποψήφιους ευρωδικαστές για την ανταπόκρισή τους και ευχόμαστε να επιλεγεί ο/η καλύτερος/η.



Αξιότιμε κύριε Σωτηρόπουλε



Έλαβα το μήνυμα σας της 29.8 2010 και σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας το οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα.



Πιστεύω, πράγματι, ότι τα σημαντικά και επίκαιρα ζητήματα που θέτετε είναι σκόπιμο να γίνονται αντικείμενο ευρύτερου διαλόγου. Σέβομαι απόλυτα τη στάση και τις απόψεις των εκλεκτών συνυποψηφίων μου. Ωστόσο, σε ό,τι με αφορά και ενόψει της διαδικασίας εκλογής που εκκρεμεί ενώπιον των αρμοδίων θεσμικών οργάνων, καθώς και των διατάξεων του Κανονισμού του Δικαστηρίου που αφορούν την αμεροληψία των Δικαστών, δεν θεωρώ πρέπον να δεσμεύσω την κρίση μου ως προς ζητήματα με τα οποία να έρθω ενδεχομένως αντιμέτωπος στο μέλλον υπό άλλη ιδιότητα.



Ευχαριστώ για την κατανόησή σας



Με εκτίμηση



Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος


Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

Ανταπόκριση της υποψήφιας Ευρωδικαστή κ. Τσίρλη στις ερωτήσεις e-lawyer



Ενόψει της επιλογής ενός από τους τρεις Έλληνες υποψήφιους για τη θέση του δικαστή του Ευρωπαικού Δικαστηρίου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων αναρτήθηκαν στο e-lawyer μια σειρά ερωτήσεις που αφορούν το Διαδίκτυο, τις διακρίσεις, το δικαίωμα ψήφου ομογενών, τη θρησκευτική ελευθερία, το δικαίωμα στέγασης των Ρομά και το γάμο ομόφυλων προσώπων. (βλ τις ερωτήσεις εδώ δείτε τις ερωτήσεις εδώ.)


Αρχικά ανταποκρίθηκε ο υποψήφιος Δικαστης κ. Πέτρος Στάγκος. Μπορείτε να διαβάσετε τις απαντήσεις του εδώ .

Σήμερα έλαβα την ανταπόκριση της κ. Τσίρλη, η οποία δημοσιεύεται αυτούσια παρακάτω, κατανοώντας τη στάση της, αν και θεωρώ υπέρμετρα δεσμευτικούς τους κανόνες που επικαλείται σε σχέση με την ανάγκη για περισσότερη διαφάνεια στην επιλογή προσώπων που θητεύουν σε ανώτατες δικαστικές θέσεις, όπως παρακολουθήσαμε και πρόσφατα στο πλαίσιο του debate για την εκλογή της κ. Kagan στο US Supreme Court.


Αγαπητέ κύριε Σωτηρόπουλε,

Σας ευχαριστώ για το μήνυμά σας. Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον τις ερωτήσεις σας καθώς και τις απαντήσεις του κυρίου Στάγκου.

Θα μου επιτρέψετε όμως να μην πάρω θέση, κι αυτό για δύο λόγους :

1) Όπως γνωρίζετε, εργάζομαι ήδη στην Γραμματεία του Δικαστηρίου ως référendaire και προΐσταμαι του τμήματος που χειρίζεται τις υποθέσεις κατά της Ελλάδας και άλλων τριών χωρών (Κύπρου, Ελβετίας και Λουξεμβούργου). Για λόγους επαγγελματικής πρακτικής και δεοντολογίας μου είναι συνεπώς αδύνατο να σχολιάσω δημόσια αποφάσεις που έχει ήδη πάρει το Δικαστήριο.

2) Σε ό,τι αφορά θέματα που θα κληθεί να κρίνει μελλοντικά το Δικαστήριο, θα ήταν πιστεύω κρίμα οποιοσδήποτε εκ των τριών υποψηφίων να εκφράσει τώρα απόψεις που θα του στερήσουν στο μέλλον την δυνατότητα να λάβει μέρος στην εξέταση των σχετικών υποθέσεων. Σύμφωνα με τον Κανονισμό του Δικαστηρίου, σε οποιεσδήποτε περιπτώσεις δικαστής έχει εκφράσει δημόσια απόψεις για ζητήματα που έχουν σχέση με εκκρεμείς ή μελλοντικές υποθέσεις, είναι υποχρεωμένος να απέχει από την εξέτασή τους όταν αυτές παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου.

Τέλος, θα ήθελα να σας συγχαρώ για το blog σας το οποίο συμβάλλει σε ένα γόνιμο διάλογο γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα και προβάλλει επιτυχώς το έργο του Δικαστηρίου στο ελληνικό κοινό.

Με εκτίμηση,

Μαρία Τσίρλη

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

Καταδίκη για αποστέρηση δικαιώματος ψήφου Ελλήνων του εξωτερικού

Δύο Έλληνες που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό, ενόψει των εκλογών του 2007, ζήτησαν να ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου τους στην ελληνική πρεσβεία. Η απάντηση που έλαβαν ήταν αρνητική, για "αντικειμενικούς λόγους" που οφείλονταν στην έλλειψη ρυθμιστικού θεσμικού πλαισίου (νομοθεσίας), παρ' όλο που το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 51 την δυνατότητα ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού. Έτσι, οι δύο Έλληνες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επικαλούμενοι παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος για συμμετοχή σε ελεύθερες εκλογές (άρθρο 3 Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε δεκτή την προσφυγή τους, καταδικάζοντας την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος ψήφου (απόφαση Σιταρόπουλος και Γιακουμόπουλος εναντίον Ελλάδας, βλ. και δελτίο τύπου). Παρ' όλο που συμφωνώ ότι η Ελλάδα παραβίασε το δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές, διαφωνώ κάθετα με την αιτιολόγηση της απόφασης.

Το άρθρο 3 ("Δικαίωμα συμμετοχής σε ελεύθερες εκλογές") ορίζει ότι τα κράτη "αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διενεργούν κατά λογικά διαστήματα ελεύθερες μυστικές εκλογές, υπό συνθήκες που επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος". Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το άρθρο δεν εμπεριέχει την νομική υποχρέωση των Κρατών να διασφαλίζουν και το δικαίωμα ψήφου των εκλογέων που ζουν στο εξωτερικό. Οπότε, κανονικά θα έπρεπε να είχε αθωώσει την Ελλάδα. Όμως, επειδή το Ελληνικό Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 51 το δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού κι επειδή το Κράτος δεν έχει λάβει νομοθετιά και οργανωτικά μέτρα για την ενάσκηση του συνταγματικού δικαιώματος, η Ελλάδα καταδικάζεται για παραβίαση του άρθρου 3. Δηλαδή εάν το Σύνταγμα μας δεν το έλεγε, η Ελλάδα δεν θα είχε παραβιάσει την ΕΣΔΑ. Δηλαδή ερμηνεύουμε την ΕΣΔΑ σύμφωνα με το εκάστοτε εθνικό Σύνταγμα, ανατρέποντας την σχέση άμεσης εφαρμογής και υπεροχής του διεθνούς δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ευρωπαίοι αλλά και οι εθνικοί δικαστές έχουν την υποχρέωση της "συναρμογής", κατά την έκφραση του αείμνηστου καθ. Γ. Παπαδημητρίου, των αυξημένης τυπικής ισχύος κειμένων που κατοχυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δηλαδή να μην αναζητούμε ιεραρχήσεις ανάμεσα σε Σύνταγμα, ΕΣΔΑ, ΔΣΑΠΔ, Χάρτη ΕΕ κλπ, αλλά να τα προσεγγίζουμε όλα ως αλληλοσυμπληρούμενα και ουσιαστικά ως ένα ενιαίο νομικό σώμα, χάριν της καθολικής υπεροχής των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι άλλο όμως αυτό κι άλλο να λες ότι η Ελλάδα παραβιάζει την ΕΣΔΑ λόγω της πληρότητας του Συντάγματός της, ενώ η άλλη χώρα που επίσης δεν έχει ψήφο για κατοίκους εξωτερικού δεν παραβιάζει την ΕΣΔΑ, λόγω κενού του Συντάγματός της. Το λάθος σε αυτήν την απόφαση είναι δηλαδή ότι εξάγει την κρίση της από ένα σωρό μη νομικά δεσμευτικά για το ΕΔΔΑ κείμενα (Σύνταγμα, ψηφίσματα, διακηρύξεις, συγκριτικό δίκαιο), εκτός από το ίδιο το άρθρο 3 που καλείται να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει. Το ΕΔΔΑ λειτούργησε σαν ένα απλό εθνικό δικαστήριο: οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να είχαν προσφύγει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την αποζημίωση των 10.000 για προσβολή της προσωπικότητάς τους, επειδή δεν μπόρεσαν να ασκήσουν το συνταγματικό δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 51 του Συντάγματος. Με την αιτιολογία του ΕΔΔΑ, η επίκληση της ΕΣΔΑ είναι απλώς περιττή, όπως και η εμπλοκή του ίδιου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Απλώς θα είχαμε την απόφαση σε 5 χρόνια αντί για τρία.

Γι' αυτό η σωστή απόφαση θα έπρεπε να ξεκινάει από το άρθρο 1 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο τα κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης οφείλουν να διασφαλίζουν τα προβλεπόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για κάθε πρόσωπο επί του οποίου έχουν δικαιοδοσία. Οι Έλληνες πολίτες που ζουν στο εξωτερικό εμπίπτουν ως προς το δικαίωμα ψήφου στην δικαιοδοσία της Ελλάδας, άρα η χώρα πρέπει να διασφαλίζει την ενάσκηση των δικαιωμάτων. Έπειτα, κατά το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, η ενάσκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διακρίσεις λόγω διαφορετικής κατάστασης ("other status"/"autre situation"), όπως η κατοικία στο εξωτερικό. Κατά το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, οι εκλογές πρέπει να απηχούν την λαϊκή θέληση για το νομοθετικό σώμα. Σε αυτό το σημείο, η συμβολή του Στρασβούργου θα έπρεπε να αφορά την κομβική έννοια της "λαϊκής θέλησης", διακρίνοντας ανάμεσα (α) στο νομοθετικά προβλεπόμενο εκλογικό σώμα (που εξαιρούσε τους Έλληνες πολίτες του εξωτερικού) και (β) στο ευρύτερο συνταγματικό εκλογικό σώμα (πολίτες με δικαίωμα ψήφου) που απηχεί όντως την "θέληση του λαού". Διότι ο πολίτης δεν επιτρέπεται να χάνει το δικαίωμα ψήφου ανάλογα με το αν κατοικεί στο εσωτερικό ή το εξωτερικο της χώρας, καθώς τότε ο αποκλεισμός του δικαιώματος που οφείλεται στον τόπο κατοικίας του γίνεται κατά αθέμιτη διάκριση κι επιπρόσθετα περιορίζει κατά πολύ την έκταση της λαϊκής συμμετοχής στις εκλογές.

Κατά τη γνώμη μου το ΕΔΔΑ έπρεπε να διαγνώσει παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ανεξάρτητα δηλαδή από το αν το Σύνταγμα προέβλεπε ή όχι την ψήφο στο εξωτερικό. Επίσης οι πολλές αναφορές στο συγκριτικό δίκαιο έχουν γίνει επικίνδυνες, γιατί σταδιακά αρχίζουν διάφορα μη δεσμευτικά (για το ΕΔΔΑ) κείμενα να αντιμετωπίζονται ως νοηματοδοτούντα την ΕΣΔΑ, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Τρανταχτό παράδειγμα, η υπόθεση με τους γάμους των ομόφυλων ζευγαριών, όπου ξαφνικά το εθνικό δίκαιο έγινε πιο σημαντικό από το άρθρο 12.

Άλλη μια απόφαση του Στρασβούργου που απογοητεύει, λόγω σύγχυσης κατά την εφαρμογή της νομικής μεθοδολογίας: οι δικαιοσυγκριτικές μελέτες δεν έχουν κανονιστικό περιεχόμενο όσο κι αν βοηθούν στην αντίληψη των εθνικών θέσεων για τα μεγάλα θεσμικά θέματα. Αν ήταν έτσι όμως δεν θα χρειαζόμασταν Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θα αρκούσαν τα πανεπιστήμια και οι εργασίες των φοιτητών στις νομικές σχολές.


Σάββατο, Ιουνίου 12, 2010

Tα Ελληνικά Δικαστήρια παραβιάζουν την θρησκευτική ελευθερία

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε προφυγή για το θέμα του όρκου ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων. Στην απόφαση Δημητράς και άλλοι κατά Ελλάδας, κρίθηκε ότι η υποχρέωση των μαρτύρων να ορκίζονται, με τον τρόπο που εκπληρώνεται στα Ελληνικά Δικαστήρια  παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα για ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Οι προσφεύγοντες  προκειμένου να δώσουν πολιτικό όρκο στα Ελληνικά Δικαστήρια, αναγκάστηκαν να δηλώσουν ότι δεν είσαι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, γεγονός που καταγράφηκε ("άθεος", "Εβραία" κλπ), ως αιτιολόγηση για το μη θρησκευτικό όρκο. Δηλαδή η Ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει κατ' αρχάς τους προσερχόμενους σε αυτήν ως Χριστιανούς Ορθόδοξους (by default) και μόνο αν δεν είναι (και το δηλώσουν) ενεργοποιεί τις εναλλακτικές δυνατότητες, σαν να πρόκειται για σύστημα opt - out.  Το "κανονικό" είναι να είσαι Χ.Ο. και τα υπόλοιπα είναι εξαιρέσεις. Ενώ η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, όπως και κάθε συνταγματική ελευθερία, δεν θα έπρεπε να αποτελεί εξαίρεση, αλλά τον κανόνα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπέβαλε σε έλεγχο τα σχετικά άρθρα 218 και 220 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι μάρτυρες αντιμετωπίζονται κατ' αρχάς ως Χ.Ο. και σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται να αποδείξουν ότι δεν είναι, προκειμένου να δώσουν τον πολιτικό όρκο. Αυτό κρίθηκε ότι συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στην θρησκευτική ελευθερία των μαρτύρων. Η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση αυτού του δικαιώματος (άρθρο 9 ΕΣΔΑ) καθώς και για παραβίαση του δικαιώματος για αποτελεσματικό ένδικο μέσο (άρθρο 13 ΕΣΔΑ), επειδή δεν υπήρχε Ελληνική νομολογία για αποζημίωση ή για παράκαμψη των κανόνων του ΚΠΔ ως αντίθετων στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Την προσφυγή κατέθεσε το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι, στελέχη του οποίου είναι και οι τέσσερις προσφεύγοντες (βλ. Δελτίο Τύπου). Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του ΕΔΔΑ στα γαλλικά (βλ. εδώ).

Αυτή η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι ορισμένες "βεβαιότητες" που έχουμε για τους συνανθρώπους μας βασίζονται στην προκατάληψη και στην άρνηση της διαφορετικότητας. Επισημαίνει όμως και ένα άλλο πολύ κρίσιμο κατά τη γνώμη μου θέμα: έχουμε στα χέρια μας τα νομικά εργαλεία για την άρση των παραβιάσεων, χωρίς να χρειάζεται να έρθει το Στρασβούργο να μας πει ότι κάνουμε λάθος. Το άρθρο 13 του Ελληνικού Συντάγματος αναφέρει ξεκάθαρα ότι η ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών. Aντί λοιπόν, οι ίδιοι οι εθνικοί Δικαστές να διαβάσουν το άρθρο αυτό και να διαπιστώσουν ότι η θρησκευτική ελευθερία είναι αντίθετη με αυτά που αναφέρει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και με τη φόρμα των Πρακτικών που θεωρεί εξ αρχής όλους Χ.Ο., συνέχιζαν και συνεχίζουν να παραβιάζουν οι ίδιοι το Σύνταγμα, καθημερινά, στα Δικαστήρια. Μολονότι το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρει στο άρθρο 93 παρ. 4 ότι "τα Δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα". Δηλαδή οι Έλληνες Δικαστές είχαν την συνταγματική υποχρέωση να μην ακολουθούν αυτές τις διατάξεις που εξαρτούσαν την απόλαυση ατομικού δικιαιώματος από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των εν λόγω μαρτύρων. Αντί όμως να εκπληρώσουν αυτό το καθήκον, οι Δικαστές συνέχιζαν να παραβιάζουν το Σύνταγμα: η Ελλάδα στη συγκεκριμένη δίκη δεν βρήκε να φέρει ούτε μια (1) δικαστική απόφαση που οι Δικαστές να απείχαν από την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ως αντισυνταγματικών ή ως αντίθετων στην ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για άλλη μια φορά μας επισημαίνει ότι δεν εφαρμόζουμε όχι μόνο την ΕΣΔΑ, αλλά ούτε το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδας. Είναι απαράδεκτο να εκτίθεται διεθνώς η Χώρα και κυρίως ο νομικός της κόσμος, αλλά και ο συνταγματικός μας πολιτισμός, επειδή ορισμένοι δεν είναι σε θέση να ασκήσουν την επιστήμη που σπούδασαν, ενώ συνεχίζουν να πληρώνονται κανονικότατα από το δημόσιο ταμείο. Κάποτε θα πρέπει να υφίστανται κυρώσεις και οι δικαστές που οδηγούν την Ελλάδα σε καταδίκες, επειδή δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. 








Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: κριτική στην εκπαίδευση χωρίς δημοσίευση ανώνυμων καταγγελιών

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην πρόσφατη απόφαση Flux κατά Μολδαβίας (αρ. 6) επιβεβαίωσε ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν περιλαμβάνει την δυνατότητα δημοσίευσης ανώνυμων καταγγελιών που στρέφονται εναντίον προσώπων, χωρίς να έχει προηγουμένως ζητηθεί η δική τους τοποθέτηση και χωρίς να έχει διενεργηθεί ανεξάρτητη έρευνα που να τεκμηριώνει τα στοιχεία της δημοσίευσης. 

Στην υπόθεση εκείνη, ο διευθυντής ενός σχολείου που καταγγέλθηκε για δωροδοκία, δικαιώθηκε σε όλους τους βαθμούς της εθνικής δικαιοσύνης, κατά την εκδίκαση αγωγής του εναντίον της εφημερίδας που δημοσίευσε την ανώνυμη καταγγελία. Παρ' όλο που η εφημερίδα κάλεσε μάρτυρες στη δίκη, οι οποίοι επιβεβαίωσαν περιστατικά δωροδοκίας, τα εθνικά δικαστήρια, όπως και το Ευρωπαϊκό, έκριναν ότι ήταν ήδη πολύ αργά κι ότι τέτοιου είδους τεκμηριώσεις έπρεπε να είχαν προηγηθεί του δημοσιεύματος. 

Ο ευρωπαίος δικαστής που μειοψήφησε θεωρεί άσκοπη την αναζήτηση της αντίθετης άποψης πριν την δημοσίευση και αναφέρει ότι η εφημερίδα δεν έπρεπε να καταδικαστεί, αφού προσκόμισε μαρτυρίες που τεκμηρίωναν την κατηγορία. Με αυτή την επιχειρηματολογία όμως η μειοψηφούσα γνώμη αφενός παρακάμπτει την θεμελιώδη υποχρέωση προηγούμενης τεκμηρίωσης του δημόσιου λόγου, ενώ αφετέρου εξομοιώνει την δίκη για τη συκοφαντική δυσφήμηση με τη δίκη για την δωροδοκία. Όσοι μάρτυρες κι αν κατέθεταν ότι ο γυμνασιάρχης δωροδοκήθηκε, φυσικά και δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αθώωση της εφημερίδας, αφού αντικείμενο αυτής της δίκης δεν είναι αν ο γυμνασιάρχης όντως δωροδοκήθηκε, αλλά εάν η εφημερίδα είχε παρακάμψει υπαιτίως τα στάδια δημοσιογραφικής έρευνας που όφειλε να είχε ακολουθήσει. Επομένως η μειοψηφούσα άποψη δεν έχει έρεισμα στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (αλλά και στις παγκοσμίως ισχύουσες αρχές δημοσιογραφικής δεοντολογίας), αφού αν όντως συνέχιζε μια τέτοια παράδοση θα περιλάμβανε και τις αναγκαίες παραπομπές σε προηγούμενες αποφάσεις, τις οποίες παρακάμπτει με μία ρήση ενός συγγραφέα (κι όχι δημοσιογράφου), του Ρουσντί, με την οποία ουδείς θα διαφωνούσε, αλλά και δεν σχετίζεται με τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η αποκαλυπτική δημοσιογραφία. Το δίλημμα "αλήθεια ή δεοντολογία" είναι ψευδές: η αλήθεια που διερευνάται με την δίκη για τη συκοφαντική δυσφήμηση είναι εάν τηρήθηκε η δεοντολογία. 

Αντίστοιχη είναι και η νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων:

Ακολουθεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε ελληνική μετάφραση:



TETAΡΤΟ ΤΜΗΜΑ

ΥΠΟΘΕΣΗ  FLUX κατά ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ  (Αρ. 6)

(Προσφυγή αρ. 22824/04)

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ

29 Ιουλίου 2008

ΤΕΛΙΚΟ

29/10/2008

Η απόφαση μπορεί να υποβληθεί σε εκδοτική επιμέλεια

 


Στην υπόθεση Flux κατά Μολδαβίας (Αρ. 6),

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα), σε σχηματισμό Τμήματος που αποτελείται από τους:

Lech Garlicki, Πρόεδρο, 
 Giovanni Bonello, 
 Ljiljana Mijović, 
 David Thór Björgvinsson, 
 Ján Šikuta, 
 Päivi Hirvelä, 
 Mihai Poalelungi, δικαστές, 
και
Lawrence Early, Γραμματέας Τμήματος,

Έχοντας διασκεφθεί μυστικά στις 8 Ιουλίου 2008, 

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, την οποία εξέδωσε αυθημερόν:


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ


1.  Η υπόθεση εισήχθη με μια προσφυγή (αρ. 22824/04) κατά της Δημοκρατίας της Μολδαβίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (“η Σύμβαση”) από την  Flux (“η προσφεύγουσα εφημερίδα”), μια εφημερίδα της Chişinău, στις 13 Μάη 2004.

2.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα εκροσωπείται από τον κ.  V. Gribincea, δικηγόρο που δικηγορεί στην Chişinău και μέλος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Δικηγόροι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η Κυβέρνηση της Μολδαβίας  (“η Κυβέρνηση”) εκπροσωπήθηκε από τον υπάλληλό της κ.  Mr V. Grosu.

3.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα επικαλέστηκε, ιδίως, την προσβολή του δικαιώματός της στην ελευθερία της έκφρασης, επειδή κρίθηκε υπεύθυνη από αστικό δικαστήριο για δυσφήμηση εις βάρος ενός γυμνασιάρχη. 

4.  Στις 14 Σεπτεμβριου 2006, ο Πρόεδρος του Τέταρτου Τμήματος του Δικαστηρίου αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Κατά τις διατάξεις του Άρθρου  29 § 3 της Σύμβασης, αποφασίστηκε η εξέταση της ουσίας της προσφυγής ταυτόχρονα με το παραδεκτό της.


ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ 

5.  Στις 4 Φεβρουαρίου 2003 η προσφεύγουσα εφημερίδα δημοσίευσε ένα άρθρο για τον γυμνάσιο  Spiru Haret. Το άρθρο δεν βασιζόταν σε έρευνα των συντακτών της εφημερίδας, αλλά απλώς αναπαρήγαγε μια ανώνυμη επιστολή που εφέρετο ότι εστάλη από μία ομάδα γονέων των μαθητών. Η επιστολή επέκρινε την κατάσταση που επικρατούσε στο σχολείο, ιδίως τον μεγάλο αριθμό μαθητών και τις ακατάλληλες εγκαταστάσεις για τα παιδιά. Υποστήριζε ότι ο διευθυντής του σχολείου χρησιμοποιούσε τους πόρους του σχολείου κατά απαράδεκτο τρόπο, δαπανώντας χρήματα για την διακόσμηση του γραφείου του και για την κατασκευή ενός ιδιωτικου μπάνιου για τον ίδιο καθώς και για την δημιουργία μιας σχολικής εφημερίδας που δημοσίευε άρθρα σχετικά μόνο με τις σχέσεις και το σεξ. Ισχυριζόταν επίσης οτι είχε δωροδοκηθεί με 200-500 δολλάρια ΗΠΑ για την εγγραφή παιδιών στο σχολείο και ότι οι συγγραφείς της επιστολής φοβούνταν να την υπογράψουν για το φόβο αντιποίνων στα παιδιά τους. 

6.  Σε μια αδιευκρίνιστη ημερομηνία, ο διευθυντής και το εκδοτικό περιοδικό της σχολικής εφημερίδας ζήτησε από την Flux να δημοσιεύσει μια απάντηση στο άρθρο της 4ης Φεβρουαρίου 2003. Το αίτημά τους όμως απορρίφθηκε. Τελικά κατάφεραν να δημοσιευθεί η απάντησή τους σε μια άλλη εφημερίδα που λέγεται  Jurnal de Chisinău.

7.  Στην απάντησή τους εξέφραζαν την δυσαρέσκειά τους με το γεγονός ότι η Flux δεν ζήτησε την δική τους άποψη για τα γεγονότα πριν να δημοσιεύσει την ανώνυμη επιστολή και είπαν ότι ο τρόπος με τον οποίο η Flux είχε ενεργήσει ήταν αντίθετος στην δημοσιογραφική δεοντολογία. Κατά τη γνώμη τους, το γεγονός ότι η Flux είχε δημοσεύσει μια ανώνυμη επιστολή, χωρίς καν να επισκεφθούν το σχολείο ή να διεξάγουν κάποιο είδος έρευνας, έδειχνε ότι ο σκοπός της ήταν μόνο η σκανδαλολογία. Είναι αλήθεια ότι το σχολείο είχε πάρα πολλούς μαθητές, αλλά αυτό ήταν αποτέλεσμα της δημοφιλίας του. Εάν η δημοσιογράφος της Flux είχε επισκεφθεί το σχολείο, θα είχε παρατηρήσει ότι δεν είχε ανακαινιστεί μόνο το γραφείο του διευθυντή, αλλά και πολλά άλλα μέρη του σχολείου. Όσον αφορά το ζήτημα της δωροδοκίας, αυτό αποτελούσε μια πάρα πολύ σοβαρή κατηγορία για να δημοσιεύεται χωρίς την υποστήριξη με στοιχεία. Το εκδοτικό προσωπικό της σχολικής εφημερίδας επισήμανε ότι η ανώνυμη επιστολή είχε παραπληροφορήσει τους αναγνώστες με την παραπομπή σε συγκεκριμένα άρθρα και παραβλέποντας πολλά άλλα που αφορούν θέματα όπως τα αθλήματα, πολιτιστικά γεγονότα και σχολικές εκδηλώσεις. 

8.  Στις 14 Φεβρουαρίου 2003, η προσφεύγουσα εφημερίδα αντέδρασε στην απάντηση που δημοσιεύθηκε στην  Jurnal de Chisinău με την δημοσίευση ενός νέου άρθρου που ανέφερε, μεταξύ άλλων: 

Ο πρώτος άνθρωπος που μας επισκέφθηκε, προς έκπληξή μας, δεν ήταν ο διευθυντής, αλλά η συντακτική ομάδα της σχολικής εφημερίδας, με επικεφαλής την δασκάλα M.C. Είχαν ετοιμάσει μια υποτιθέμενη “απάντηση” στο άρθρο [της 4ης Φεβρουαρίου 2003]. Στην πραγματικότητα ήταν ένα μπακαλόχαρτο που στρεφόταν εναντίον της συντακτικής μας ομάδας, γεμάτο ειρωνικά σχόλια όπως “Flux, η εφημερίδα που υποκρίνεται ότι γράφει την αλήθεια”. Δεν έχουμε τίποτα εναντίον της σχολικής εφημερίδας, που μας έδωσε δείγμα συμπεριφοράς. Προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε στους νεότατους συναδέλφους μας, με φιλικό τρόπο, φυσικά, ότι από τη στιγμή που  η Flux αποφάσισε να δημοσιεύσει την πλήρη [ανώνυμη] επιστολή, δεν θα μπορούσε να αλλάξει το περιεχόμενό της. Εμείς απλώς αναδημοσιεύσαμε μια άποψη που έχει δικαίωμα να υπάχει. Δεν μας ενδιαφέρουν άλλες λεπτομέρειες, όπως η ποιότητα της σχολικής εφημερίδας ή το IQ των συντακτών της. 


Μπορεί η απάντηση από τους συντάκτες της εφημερίδας του  Spiru Haret να δημοσιευόταν στην Flux, εάν ο τόνος της είχε μετριαστεί και είχε επιδείξει τουλάχιστον λίγο σεβασμό για μια εφημερίδα [την Flux] από την οποία η σχολική τους εφημερίδα έχει ακόμη πολλά να διδαχθεί. Για να μην επισημάνουμε ότι οι “συντάκτες” που ήρθαν στο γραφείο μας ήταν αλαζόνες και μας μιλούσαν αφ' υψηλού. Έδωσαν την εντύπωση ότι ήταν “συντάκτες” των New York Times ή τουλάχιστον της  Le Monde. Τυχαία ανακαλύψαμε μετά ότι η αρχηγός των “συντακτών”, M.C. είναι σύντροφος του διευθυντή του σχολείου, αλλά αμέσως παραβλέψαμε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια. 

...

Όταν συμφωνήσαμε να δημοσιεύσουμε την επιστολή της ομάδας των γονέων, δεν είχαμε σκοπό την σκανδαλολογία, όπως υπονόησε ο διευθυντής στην απάντησή του. Καθένας γνωρίζει ότι η κατάσταση στα σχολεία μας απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητική. Κανείς δεν εκπλήσσεται πλέον από αυτό. Το  Spiru Haret δεν είναι το πρώτο σχολείο για το οποίο γράψαμε, ούτε θα είναι το τελευταίο ....

Δημοσιοποιήσαμε την επιστολή με την ελπίδα ο διευθυντής θα έβγαινε από το πολυτελές καβούκι του και θα καταλάβαινε ότι υπάρχουν και δυσαρεστημένοι γονείς. Πολλοί άνθρωποι μας παραπονέθηκαν ότι ο διευθυντής είναι κακεντρεχές άτομο. Προς απόδειξη τούτου, μετά την δημοσίευση του άρθρου μας, κάλεσε το σύλλογο γονέων σε μια συνάντηση όπου απαίτησε να μάθει τα ονόματα των προσώπων που είχαν γράψει την επιστολή. Απαίτησε επίσης να γράψει ο σύλλογος μια επιστολή που να κατακρίνει την εφημερίδα μας...

Προφανώς, το πιο σημαντικό πρόβλημα είναι αυτό των δωροδοκιών, το οποίο, κατά τους πιο κυνικούς από εμάς, δεν προκαλεί αϋπνίες στον διευθυντή. Έχουμε κατηγορηθεί ότι τον συκοφαντούμε χωρίς αποδείξεις. Ωστόσο, δεν τον κατηγορούμε εμείς, αλλά οι γονείς. Και είμαστε σίγουροι ότι θα μπορέσουμε να φέρουμε μάρτυρες στο δικαστήριο. Θα βρούμε ανθρώπους που θέλουν να ξεπεράσουν το φόβο τους...

Τώρα θα αναφερθούμε σε ένα πρόσωπο που μας κάλεσε [μετά την δημοσίευση του άρθρου της 4ης Φεβρουαρίου 2003]. Το όνομά του είναι V.L. και ήταν πρώην συνάδελφος του διευθυντή του Spiru Haret στο πανεπιστήμιο. Πριν να μετακομίσει στην  Chişinău, ζούσε στο  Ungheni. Όταν ήρθε στην Chişinău, έπρεπε να βρει σχολείο για την κόρη του. Προσέγγισε τον παλιό συνάδελφό του, ο οποίος υπονόησε ότι δεν του αρκούσαν οι αναμνήσεις από τα φοιτητικά χρόνια, αλλά ήθελε και λεφτά. Ο  V.L. αρνήθηκε να τον πληρωσει και είπε στον διεθυντή ότι δεν είχε λεφτά. Μετά από μια μαρκά περίοδο, κατά την οποία χόρτασε υποσχέσεις, ο  V.L. παραιτήθηκε από την ιδέα να γράψει την κόρη του στο  Spiru Haret.

‘Η επίσημη απάντηση που δόθηκε από τον διευθυντή ήταν ότι μέναμε σε άλλο σημείο της πόλης. Εντυπωσιάστηκα όταν έμαθα ότι μια φίλη της κόρης μου, που ζούσε στην ίδια γειτονιά, είπε στην κόρη μου ότι ο πατέρας της πλήρωσε τριακόσια δολάρια στον διευθυντή. Τώρα είναι μαθήτρια του  Spiru Haret ενώ η κόρη μου είναι σε άλλο σχολείο, το οποίο δεν θέλει λεφτά’, είπε ο  V.L....

9.  Σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία, ο διευθυντής κίνησε αστική διαδικασία για δυσφήμηση εναντίον της προσφεύγουσας εφημερίδας, λέγοντας ότι πολλοί ισχυρισμοί του παραπάνω άρθρου τον δυσφημούσαν. 

10.  Κατά τη διαδικασία, η προσφεύγουσα εφημερίδα κάλεσε τρεις μάρτυρες, ανάμεσα στους οποίους και τον  V.L., οι οποίοι κατέθεσαν ότι γίνονταν δωροδοκίες για την εγγραφή παιδιών στο  Spiru Haret.

11.  Στις 18 Σεπτεμβρίου 2003, το Πρωτοδικείο του Buiucani εξέδωσε απόφαση υπέρ του διεθυντή, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί περί δωροδοκίας ήταν ανακριβείς και δυσφημηστικοί. Συμπέρανε ότι οι καταθέσεις των τριών μαρτύρων που κάλεσε η προσφεύγουσα εφημερίδα δεν ήταν επαρκείς για να ανατρέψουν το τεκμήριο της αθωότητας του διευθυντή. Διέταξε την εφημερίδα να δημοσιεύσει μια συγγνώμη εντός δεκαπέντε ημερών και να πληρώσει στον διευθυντή  1,350 Μολδαβικά Λέι (το ισόποσο των 88 ευρώ εκείνη την περίοδο). Όσο για τους μάρτυρες που κάλεσε η εφημερίδα, αναφέρει:


“Το δικαστήριο δεν έχει λόγο να μην πιστέψει τους μάρτυρες  V.L., C.G. και M.N. Ωστόσο, η δημόσια διάδοση του ισχυρισμού  ότι κάποιος δωροδοκήθηκε, προϋποθέτει απόφαση ποινικού δικαστηρίου που να κηρύσσει το άτομο ένοχο για δωροδοκία. Αφού δεν υπάρχει τέτοια απόδειξη εναντίον του [διευθυντή], δεν μπορεί να κατηγορείται για δωροδοκία.”


12.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα και ο διευθυντής υπέβαλαν έφεση εναντίον της απόφασης. Η προσφεύγουσα εφημερίδα προσέβαλε την κρίση της απόφασης ότι ο ισχυρισμός περί δωροδοκίας ήταν δυσφημηστικός, αναφέροντας ότι δεν είχε κατηγορήσει ευθέως τον διευθυντή για παθητική δωροδοκία, αλλά ότι είχε επιστήσει την προσοχή του κοινού στο πασίγνωστο φαινόμενο της δωροδοκίας στα σχολεία. Ο διευθυντής προσέβαλε την απόφαση λέγοντας ότι ο ισχυρισμός περί δωροδοκίας δεν ήταν ο μοναδικός δυσφημηστικός ισχυρισμός του άρθρου. Στις 23 Δεκεμβρίου 2003 και οι δύο εφέσεις απορρίφθηκαν από το Εφετείο  Chişinău, το οποίο έκρινε αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εφημερίδας. Όσον αφορά την έφεση του διευθυντή, έκρινε ότι λόγω του ότι ήταν δημόσιο πρόσωπο, θα έπρεπε να είναι πιο ανεκτικό στις επικρίσεις. 

13.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα άσκησε αναίρεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, ισχυριζόμενο και πάλι, μεταξύ άλλων, ότι ο σκοπός του άρθρου δεν ήταν να κατηγορήσει τον διευθυντή ότι δωροδοκείται αλλά απλώς να δημοσιοποιήσει τις σχετικές φήμες. Ισχυρίστηκε ότι η κυκλοφορία αυτών των φημών είχε αποδειχθεί με μάρτυρες. Η τιμωρία της εφημερίδας για έλλειψη ύπαρξης καταδικαστικής απόφασης του διευθυντή ήταν δυσανάλογη και μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επιπλέον, η εφημερίδα είχε απλώς διαδώσει ισχυρισμούς που έγιναν από τρίτους. 


14.  Στις 31 Μαρτίου 2004 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση της εφημερίδας. 


II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ 

15.  Οι σχετικές ισχύουσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα κατά τον κρίσιμο χρόνο ανέφεραν:


Άρθρο 7. Προστασία τιμής και υπόληψης 


“(1)  Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ζητήσει από δικαστήριο να επιβάλλει την αποκατάσταση ισχυρισμών που είναι προσβλητικοί για την τιμή και την υπόληψη του/της εάν το πρόσωπο που πρόβαλε τον ισχυρισμό δεν μπορεί να τον αποδειξει. 

(2)  Όταν τέτοιες πληροφορίες δημοσιοποιούνται από μέσο ενημέρωσης, το δικαστήριο διατάζει το υπεύθυνο γραφείο του μέσου ενημέρωσης να δημοσιεύσει, όχι μετά από 15 ημέρες από την έκδοση της απόφασης, την αποκατάσταση των ισχυρισμών στην ίδια στήλη ή στην ίδια σελίδα ή στο ίδιο πρόγραμμα ή σειρά εκπομπών.”


Άρθρο  7/1. Αποζημίωση για μη περιουσιακή βλάβη

“(1)  Η βλάβη που προκαλείται σε ένα πρόσωπο λόγω διάδοσης ισχυρισμών που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και είναι προσβλητικοί για την τιμή ή την υπόληψή του/της πρέπει να αποζημιώνεται από το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. 

(2)  Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από το δικαστήριο κατά περίπτωση ως ισόποσο των ελάχιστων μισθών από 75 έως 200 μηνών εάν η πληροφορία διαδόθηκε από νομικό πρόσωπο και των ελάχιστων μισθών από 10 έως 100 μηνών εάν διαδόθηκε από φυσικό πρόσωπο.”

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

16.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα, επικαλούμενη το Άρθρο 10 της Σύμβασης, παραπονείται ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων αποτέλεσαν παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης η οποία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνά. Το Άρθρο 10 αναφέρει: 


“1.  Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία του να έχει κανείς απόψεις και να λαμβάνει και μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή και ανεξαρτήτως συνόρων. Το παρόν Άρθρο δεν απαγορεύει στα Κράτη να υποβάλλουν σε διαδικασίες αδειοδότησεις της επιχειρήσεις μετάδοσης εκπομπών, τηλεόρασης ή κινηματογράφου.


2.  Η άσκηση αυτών των ελευθεριών, καθώς συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υποβάλλονται σε διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινές που προβλέπονται από το νόμο και είναι αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία, για λόγους της εθνικής ασφάλειας,  εδαφικής ακεραιότητας ή  δημόσιας ασφάλειας, για την προάσπιση της τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλων, για την αποτροπή της κοινοποίησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διατήρηση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.”


I.ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ


17.  Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η προσφυγή δεν είναι προφανώς αβάσιμη κατά την έννοια του Άρθρου 35 παρ. 3 της Σύμβασης. Περαιτέρω σημειώνει ότι δεν είναι απαράδεκτη για άλλους λόγους. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί παραδεκτή. Σύμφωνα με την απόφασή του για εφαρμογή του Άρθρου 29 παρ. 3 της Σύμβασης (βλ. παράγραφος 4 ανωτέρω) το Δικαστήριο θα εξετάσει ταυτόχρονα και την ουσία της προσφυγής. 



II.  ΟΥΣΙΑ

18.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα ισχυριστηκε ότι τήρησε τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν κρίνει αντίθετα. Είχε διεξάγει επαρκή έρευνα πριν να δημοσιεύσει το άρθρο. Η εν λόγω δημοσιογράφος είχε πιστοποιήσει την αυθεντικότητα της ανώνυμης επιστολής και παρακολούθησε τα γεγονότα στο Γυμνάσιο  Spiru Haret μετά την δημοσίευση. Η δημοσιογράφος γνώριζε τα στοιχεία των συγγραφέων του άρθρου, αλλά δεν τα αποκάλυψε για να προστατέψει τα παιδιά τους. Η δημοσιογράφος είχε συναντήσει τον V.L. και άλλα πρόσωπα για να συλλέξει πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά τους ισχυρισμούς για διαφθορά που περιέχονταν στο ανώνυμο γράμμα. 

19.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα πρόσθεσε ότι το άρθρο της 14ης Φεβρουαρίου 2003 έπρεπε να γίνει αντιληπτό ως συνέχεια εκείνου της 4ης Φεβρουαρίου 2003, το οποίο είχε εγείρει θέματα καθαρά δημόσιου ενδιαφέροντος, δηλαδή τις συνθήκες μελέτης σε ένα φημισμένο γυμνάσιο του  Chişinău και την φερόμενη διαφθορά σε αυτό το ίδρυμα. 

20.  Η άρνηση της προσφεύγουσας εφημερίδας να δημοσιεύσει την απάντηση του διευθυντή στο πρώτο άρθρο δεν ήταν κακόπιστη. Βασιζόταν στην προσβλητική φύση της απάντησης. Ζήτησε από τον διευθυντή να τροποποιήσει την απάντηση, αλλά ενόψει της άρνησής του, η απάντηση δεν δημοσιεύθηκε. 

21.  Το άρθρο της 14ης Φεβρουαρίου ήταν απάντηση στο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στην  Jurnal de Chişinău και αποσκοπούσε στο να υπερασπιστεί τη φήμη της εφημερίδας. Επιπλέον, ο διευθυντής ήταν δημόσιο πρόσωπο, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από τα δικαστήρια και η προφεύγουσα εφημερίδα ασκούσε το καθήκον της λειτουργώντας ως “σκύλος-φύλακας της δημόσιας ζωής” (Σ.τ.Μ.: “public watchdog”).

22.  H Kυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η προσφεύγουσα εφημερίδα είχε αποτύχει να ασκήσει τα καθήκοντα και τις ευθύνες που επιβάλλονται κατά την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης. Ιδιαίτερα απέτυχε να επιβεβαιώσει τις πληροφορίες πριν τις δημοσιεύσει και το  άρθρο ήταν γραμμένο με τρόπο ασύμβατο προς το ρόλο του Τύπου ως σκύλου-φύλακα της δημόσιας ζωής. 

23.  Περαιτέρω, επισημαίνουν το πεδίο εκτίμησης των εθνικών αρχών κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για παρέμβαση και αναφέρουν ότι όπου η Σύμβαση αναφέρεται στο εθνικό δίκαιο, υπάρχει προτεραιότητα των εθνικών αρχών να εφαρμόσουν και να ερμηνεύσουν το εθνικό δίκαιο. Αρνήθηκαν ότι στην προκειμένη περίπτωση οι εθνικές αρχές υπερέβησαν το πεδίο εκτίμησης και ισχυρίστηκαν ότι στην παρούσα υπόθεση αξιοποίησαν το πεδίο εκτίμησης καλόπιστα, προσεκτικά και λογικά.

24.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα ουσιώδη θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και οι εγγυήσεις που αναγνωρίζονται για τον Τύπο είναι ιδιαίτερης σημασίας. Δεν είναι μόνο η αποστολή του Τύπου να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες, αλλά είναι και το δικαίωμα του κοινού να τις λαμβάνει. Διαφορετικά, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να παίξει τον ζωτικό ρόλο ενός “σκύλου-φύλακα της δημόσιας ζωής” (βλ. ανάμεσα σε άλλες σχετικές αποφάσεις της πάγιας νομολογίας  Observer και  Guardian κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της  26 Νοεμβρίου 1991, Συλλογή A αρ. 216, σελ. 29-30, § 59).

25.  Όμως, το Άρθρο 10 της Σύμβασης δεν εγγυάται μια πλήρως ανεπιφύλακτη ελευθερία της έκφρασης ακόμη κι όταν ο Τύπος καλύπτει ζητήματα σοβαρού δημόσιου ενδιαφέροντος. Όταν, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει ένα ζήτημα επίθεσης στην υπόληψη των ατόμων κι έτσι θίγει τα δικαιώματα που εγγυάται το άρθρο 8 της Σύμβασης (βλ, μεταξύ άλλων, Pfeifer κατά Αυστρίας, αρ. 12556/03, § 35, ΕΔΔΑ 2007-...), πρέπει να επιδιώκεται η δίκαιη στάθμιση ανάμεσα στα αντικρουόμενα συμφέροντα. Επίσης, σχετικό με την στάθμιση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση είναι ότι σύμφωνα με το Άρθρο  6 § 2 της Σύμβασης, καθένας έχει το δικαίωμα να θεωρείται αθώος για κάθε ποινικό αδίκημα μέχρι να αποδειχθεί ένοχος.

26.  Σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2 του Άρθρου 10, η ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης προϋποθέτει “καθήκοντα και ευθύνες” που εφαρμόζονται επόσης στον Τύπο. Λόγω αυτών των “καθηκόντων και ευθυνών”, οι οποίες επιβάλλονται από την ενάσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, η εγγύηση που περιέχει το Άρθρο 10 για τους δημοσιογράφους κατά την μετάδοση θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος, τελεί υπό την αίρεση ότι λειτουργούν με καλή πίστη και προκειμένου να παρέχουν έγκυρες και αξιόπιστες πληροφορίες σύμφωνα με την δημοσιογραφική δεοντολογία (βλ. Bladet Tromsø και Stensaas κατά Νορβηγίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 21980/93, § 65, EΔΔΑ 1999-III). Το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η δημοσιογράφος που έγραψε το επίμαχο άρθρο λειτούργησε καλόπιστα και σύμφωνα με την δεοντολογία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτό εξαρτάται ιδίως από τη φύση και τον βαθμό της προκειμένης δυσφήμησης, τον τρόπο με τον οποίο έχει γραφτεί το επίμαχο άρθρο και την έκταση κατά την οποία η προσφεύγουσα εφημερίδα μπορύσε να θεωρήσει τις πηγές της ως αξιόπιστες, όσον αφορά τους επίμαχους ισχυρισμούς. Το τελευταίο θέμα θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των περιστάσεων όπως παρουσιάστηκαν στην δημοσιογράφο κατά τον κρίσιμο χρόνο, κι όχι με το προνόμιο της εκ των υστέρων γνώσης (βλ. Bladet  Tromsø και Stensaas, ό.π., § 66).

27.  Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα εφημερίδα προσπάθησε να αποδείξει στις εθνικές δίκες ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν αποδίδουν ως άμεση κατηγορία την δωροδοκία του διευθυντή του  Spiru Haret, αλλά επιχειρούν να φέρουν στην προσοχή του κοινού το φαινόμενο της δωροδοκίας στα σχολεία (βλ. ανωτ. παράγραφος 12). Το Δικαστήριο δεν κρίνει πειστικό αυτό το επιχείρημα και θεωρεί ότι τόσο στο πρώτο, όσο και στο δεύτερο άρθρο, οι ισχυρισμοί ήταν επαρκώς ρητοί ώστε να θεωρήσουν οι αναγνώστες ότι ο διευθυντής ήταν ένοχος για το ποινικό αδίκημα της δωροδοκίας. 

28.  Το Δικαστήριο συμφωνεί με τον εκπρόσωπο τη προσφεύγουσας ότι τα άρθρα της 4ης και 14ης Φεβρουαρίου 2003 δεν μπορούν να αποσυσχετισθούν μεταξύ τους (βλ. παράγραφο 19 παραπάνω) και γι΄αυτό το θεωρεί σημαντικό να εξετάσει την επαγγελματική συμπεριφορά της προσφεύγουσας εφημερίδας στο πλαίσιο και των δύο άρθρων. 

29.  Σημειώνει ότι παρά την σοβαρότητα των ισχυρισμών που έγιναν κατά του διευθυντή στην ανώνυμη επιστολή που δημοσιεύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2003, οι δημοσιογράφοι δεν προσπάθησαν να τον προσεγγίσουν και να ζητήσουν τη γνώμη του για το θέμα. Ούτε προκύπτει από το κείμενο του άρθρου ότι η δημοσιογράφος διεξήγαγε κάποιο είδος έρευνας για τα θέματα που επισημαίνονται στην ανώνυμη επιστολή. Επιπλέον, όταν ο διευθυντής και το συντακτικό προσωπικό της σχολικής εφημερίδας  ζήτησαν να δημοσιευθεί η απάντησή τους, αυτό απορρίφθηκε επειδή η απάντησή τους κρίθηκε προσβλητική. Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση που δημοσιεύθηκε στην  Jurnal de Chişinău, το Δικαστήριο δεν θεωρεί την απάντηση προσβλητική. Ο διευθυντής κατηγορούσε την προσφευγουσα εφημερίδα για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά, αλλά αυτή η αντίδραση ήταν κανονική και αναλογική ενόψει του περιεχομένου του πρώτου άρθρου. 

30.  Ως αντίδραση στην απάντηση του διευθυντή, η προσφεύγουσα εφημερίδα δημοσίευσε ένα ακόμη άρθρο στις 14 Φεβρουαρίου 2003. Ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι σκοπός αυτού του άρθρου ήταν να συζητηθούν ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος (βλ. ανωτέρω παράγραφο 19). Πάντως, δεδομένης της επανάληψης ορισμένων κατηγοριών που έγιναν εναντίον του διευθυντή και ελήφθησαν από το άρθρο της 4ης Φεβρουαρίου 2003 και λαμβανομένης υπόψη της γλώσσας που χρησιμοποιείται, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό το άρθρο είναι περισσότερο ένα είδος αντεκδίκησης κατά των προσώπων που αμφισβήτησαν τον επαγγελματισμό της εφημερίδας. Πράγματι, ο τόνος του άρθρου υποδηλώνει ένα βαθμό χλεύης και το άρθρο περιέχει υπαινιγμούς για την φερόμενη προσωπική σχέση ανάμεσα στον διευθυντή και σε μια δασκάλα, χωρίς καμία απόδειξη περί αυτού και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την υπόληψη και το κύρος που πρέπει να εμπνέουν οι δάσκαλοι των σχολείων στα μάτια των μαθητών τους.  

31.  Η προσφεύγουσα εφημερίδα επιχείρησε να καλύψει τα κενά που άφησε με το πρώτο άρθρο, παραπέμποντας σε φήμες για να καλύψει τις κατηγορίες περί δωροδοκίας. Μόνο όταν αντιμετώπισε τον κίνδυνο της αστικής δίκης κάλεσε δύο πρόσθετους μάρτυρες, σε μια προσπάθεια να αποκτήσουν βάση οι κατηγορίες περί δωροδοκίας. Στο πλαίσιο της κατ΄αντιπαράσταση διαδικασίας, το Πρωτοδικείο Buiucani δεν αποδέχθηκε τα επιχειρήματα της εφημερίδας και τις αποδείξεις και έκρινε ότι οι ισχυρισμοί ήταν αναληθείς και δυσφημηστικοί. Το Δικαστήριο θα υπογράμμιζε ότι δεν αποδέχεται την αιτιολογία του πρωτόδικου δικαστηρίου, δηλαδή ότι οι ισχυρισμοί για σοβαρές παραβάσεις που καταλογίζονται κατά του ενάγοντος θα έπρεπε πρώτα να έχουν αποδειχθεί σε ποινικό δικαστήριο. Παρ' όλ' αυτά θα πρέπει να επισημανθεί ότι το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναγνωρίζει στις εφημερίδες ένα απόλυτο δικαίωμα να δρουν ανεύθυνα κατηγορώντας άτομα για ποινικές παραβάσεις χωρις βάσιμα πραγματικά περιστατικά κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ.  Bladet Tromsø και Stensaas, ό.π., § 66) και χωρίς να τους προσφέρουν την δυνατόητα να αντικρούσουν τις κατηγορίες. Υπάρχουν όρια στο δικαίωμά τους να διαδίδουν πληροφορίες και χρειάζεται η εύρεση μιας ισορροπίας ανάμεσα σε αυτό το δικαίωμα και στο δικαίωμα όσων θίγονται. 

32.  Το Δικαστήριο επιπλέον έλαβε υπόψη την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της προσφεύγουσας εφημερίδας και την σχετικά μικρή επιδίκαση αποζημίωσης που ζητήθηκε να πληρώσει στο πλαίσιο της πολιτικής διαδικασίας. 

33.  Ενόψει των συνολικών περιστάσεων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η λύση των εθνικών δικαστηρίων πέτυχε μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντίθετα συμφέροντα του ενάγοντος και αυτά της προσφεύγουσας εφημερίδας. 

34.  Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η προσφεύγουσα εφημερίδα ενέργησε με κατάφωρη παραβίαση των καθηκόντων της υπεύθυνης δημοσιογραφίας παραβιάζοντας έτσι τα δικαιώματα των άλλων που προβλέπονται από τη Σύμβαση, η παρέμβαση στην ενάσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης ήταν δικαιολογημένη. Συνακόλουθα, δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 10 της Σύμβασης. 



ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ


1.  Κηρύσσε ομόφωνα παραδεκτή την προσφυγή.

2.  Κρίνει  με τέσσερις ψήφους έναντι τριών ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 10 της Σύμβασης.


Συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 29 Ιουλίου 2008, σύμφωνα με τον Κανόνα  77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


Lawrence Early Lech Garlicki 
 



Γραμματέας  Πρόεδρος









Σύμφωνα με το άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και τους Κανόνες   74 § 2 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, στην απόφαση επισυνάπτεται η ακόλουθη μειοψηφούσα άποψη του Δικαστή  Bonello, στην οποία προσχωρούν και οι Δικαστές  David Thór Björgvinsson και Šikuta.


L.G. 
.L.E. 


ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ BONELLO, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΟΥΝ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ DAVÍD THÓR BJÖRGVINSSON ΚΑΙ ŠIKUTA

1.  Η απόφαση των εθνικών δικαστηρίων προς την προσφεύγουσα εφημερίδα να πληρώσει αποζημίωση και να δημοσιεύσει μια συγγνώμη αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, παραβίαση της ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνει το Άρθρο 10 της Σύμβασης και ψήφισα χωρίς δισταγμό υπέρ αυτού. 

2.  Η απόφαση εκθέτει τα βασικά περιστατικά της υπόθεσης στις παραγράφους από 5 έως 14. θα μπορούσα να υπογραμμίσω τα παρακάτω ως ιδιαίτερα ουσιαστικά. Η προσφεύγουσα εφημερίδα, στα δύο επίμαχα άρθρα απέδωσε έναν αριθμό κατηγοριών κατά ου διευθυντή του κρατικού Γυμνασίου  Spiru Haret. Κάποιες κατηγορίες βρίσκονται στο χαμηλότερο βαθμό μιας αρνητικής κλίμακας. Μία από αυτές όμως, εκείνη περί δωροδοκίας και διαφθοράς του διευθυντή του σχολείου, βρίσκεται στο ανώτατο σημείο. 

3.  Από τις τέσσερις λιγότερο βαριές κατηγορίες, οι πρώτες δύο φαίνονται να μην έχουν αντικρουσθεί: ότι το σχολείο είχε πρόβλημα υπερπληθισμού και περιορισμένες εγκαταστάσεις. Το τρίτο, ότι ο διευθυντής ξόδεψε χρήματα για την διακόσμηση του γραφείου του, επίσης είναι αλήθεια. Όπως είναι αλήθεια η περίσταση στην οποία ο διευθυντής χρησιμοποίησε κρατικούς πόρους για να βελτιώσει κάποια άλλα μέρη του σχολείου. Δεν υπάρχει τίποτε ανάρμοστο, κατά τη γνώμη μου, στο να αναφέρεται ότι ενώ υπάρχουν ανεπαρκείς πόροι για να καλυφθούν όλες οι ανάγκες του σχολείου, το να ξοδεύονται λεφτά για την διακόσμηση του γραφείου του διευθυντή δεν αποτελεί προτεραιότητα. Αυτό σίγουρα αποτελεί αξιολογική κρίση, αποδεκτή είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, προστατευόμενη από το Άρθρο 10. 

4.  Η τέταρτη κατηγορία ήταν ότι το σχολικό περιοδικό “ασχολείται μόνο με τις σχέσεις και το σεξ” κι αυτό δεν είναι δυσφημιστικό. Οι ικανότητες στις σχέσεις και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι ουσιώδεις στόχοι σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα που σέβεται τον εαυτό του. Εάν οι επικρίσεις είναι ικανοποιητικές ή ανοικτές σε αμφισβήτηση, πάντως εξακολουθούν να είναι αξιολογική κρίση, καλοδεχούμενη ή μη, αλλά προστατευόμενη. 

5.  Η πέμπτη κατηγορία στρεφόταν από την εφημερίδα κατά του διευθυντή – ότι είχε λάβει 200 – 500 δολάρια ΗΠΑ για να γράψει παιδιά στο σχολείο- υπάγεται σε άλλη κατηγορία και θα πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν από καιρό θεμελιωθεί με την νομολογία του Δικαστηρίου, προεχόντως σχετικά με την ελευθερία του δημοκρατικού διαλόγου για θέματα σοβαρού δημόσιου ενδιαφέροντος – κι αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει κατά τη γνώμη μου, την έρευνα για την διάβρωση από την διαφθορά ή το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Μια άλλη συζήτηση είναι εάν προκειμένου να προκαλέσουν την προστασία από το Άρθρο 10, οι ισχυρισμοί που δημοσιεύονται από εφημερίδες στο πλαίσιο ενός ανοικτού διαλόγου για θέματα σοβαρού δημόσιου ενδιαφέροντος πρέπει να αποδεικνύονται “αληθείς” ή αν αρκεί να θεμελιώνονται σε επαρκή ελέγξιμα στοιχεία (η θεωρία της “υποστηρικτικής βάσης πραγματικών περιστατικών”). 

6.  Στις δίκες των εθνικών δικαστηρίων, η εφημερίδα προκάλεσε τρεις ανεξάρτητες μαρτυρίες που όλες επιβεβαίωναν ότι ο διευθυντής έπαιρνε χρήματα για να γράψει παιδιά στο σχολείο. Το δικαστήριο που εξέτασε τους μάρτυρες είπε ότι “δεν έχει λόγους να μην πιστέψει τους μάρτυρες LV, CG και MN”. Αλλά αυτό το δικαστήριο απέρριψε την -αξιόπιστη- μαρτυρία τους, με μια δικαιολογία που θεωρώ επιεικώς περίεργη. Αν και το δικαστήριο δέχεται την αξιοπιστία των τριών μαρτύρων, συμπληρώνει ότι “η δημόσια διάδοση του ισχυρισμού  ότι κάποιος δωροδοκήθηκε, προϋποθέτει απόφαση ποινικού δικαστηρίου που να κηρύσσει το άτομο ένοχο για δωροδοκία. Αφού δεν υπάρχει τέτοια απόδειξη εναντίον του [διευθυντή], δεν μπορεί να κατηγορείται για δωροδοκία.” Τέλεια. Τώρα ξέρουμε ότι η αριστοκρατική λειτουργία ενός ελεύθερου Τύπου “σκύλου-φύλακα” είναι να δημοσιοποιεί αντίγραφα των ποινικών αποφάσεων.

7.  Αυτό σημαίνει επίσης ότι, κατά την άποψη του εθνικού δικαστηρίου, ακόμη κι αν χίλιοι αξιόπιστοι μάρτυρες ορκίζονταν ότι ο διευθυντής δωροδοκείται, το δικαστήριο θα έκρινε την εφημεριδα ένοχη για συκοφαντία – επειδή η εφημερίδα δεν πέταξε στους αναγνώστες της την απόφαση ενός ποινικού δικαστηρίου που να κηρύσσει ένοχο τον διευθυντή, αλλά , παρά τις σοβαρές κατηγορίες που επιβεβαιώθηκαν από αξιόπιστους μάρτυρες, η εφημερίδα θα έπρε να περιμένει πολύ, λίγο-πολύ μιαν αιωνιότητα, για μια απόφαση που να επιβεβαιώνει ή να απορρίπτει την υπαιτιότητά του. Η τελευταία λέξη της δημοκρατίας απαιτεί να διώκεται όποιος διατυπώνει αξιόπιστες κατηγορίες, όχι αυτόν στον οποίο αποδίδονται. Και ο σκύλος-φύλακας της δημόσιας ζωής δεν θα πρέπει να γαβγίσει καθόλου, ακόμη κι αν διαθέτει αξιόπιστες αποδείξεις στην κατοχή του. Πριν από αυτή την παραδοχή δεν ήξερα ότι η δουλειά του ελεύθερου Τύπου είναι να σέβεται την αιώνια σιωπή, περιμένοντας μια απόφαση ποινικού δικαστηρίου που δεν θα ερχόταν ποτέ. 

8.  Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει αποστασιοποιηθεί – ορθά- από το περίεργο δόγμα του εθνικού δικαστηρίου, αλλά καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα κατά της εφημερίδας για δημόσια καταδίκη περί ανάρμοστης συμπεριφοράς από διοικητικό υπάλληλο που αποδείχθηκε με μάρτυρες, οι οποίοι κρίθηκαν αξιόπιστοι από τα εθνικά δικαστήρια. 

9.  Η ελευθερία της έκφρασης θα ήταν πολύ ρηχή εάν οι εφημερίδες τιμωρούνται, με την έγκριση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συμβολή τους στο δημίοσιο διάλογο για θέματα σοβαρού δημόσιου ενδιαφέροντος με την αποκάλυψη αξιόπιστων πληροφοριών – οι οποίες επιβεβαιώθιηκαν ως ακριβείς από τα εθνικά δικαστήρια. Η άποψή μου για την ευθύνη των υγειών, ενεργών μέσων ενημέρωσης - “σημαντικοί σκύλοι-φύλακες της δημόσιας ζωής” τους ονόμασε κάποιος με μια υπερβολική δόση αισιοδοξίας – πρέπει να πηγαίνουν παραπέρα από την έκδοση στρογγυλοποιημένων δελτίων τύπου που εκδίδονται από τις αρχές. Τώρα μου λένε ότι έκανα λάθος. 

10.  Αντίθετα από το Δικαστήριο, δεν θα υιοθετούσα το επιχείρημα της “αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς” των προσφευγόντων ή ότι η δημοσιογραφία πρέπει να ασκείται υπεύθυνα σύμφωνα με την επαγγελματική δεοντολογία. Προσωπικά δεν θεωρώ την συμπεριφορά της προσφεύγουσας εφημερίδας ιδιαίτερα αρνητική, αλλά στο πλαίσιο της παρούσας γνώμης θα συμφωνήσω με την πλειοψηφία και θα δεχθώ ότι ήταν. Που οδηγεί αυτό; Η ορθή διοίκηση και η καλή επαγγελματική συμπεριφορά πάνε χέρι με χέρι, αλλά αν λείπει το δεύτερο και πάλι θα προτιμούσα την ορθή διοίκηση από τον επαγγελματισμό των μέσων ενημέρωσης. Η αλήθεια είναι ότι σε αυτή την υπόθεση το Δικαστήριο έδωσε περισσότερη αξία στην επαγγελματική συμπεριφορά παρά στην αποκάλυψη της διαφθοράς. 

11.  Τα δεδομένα δείχνουν ότι η εφημερίδα έκανε έρευνες για επίμονες φήμες, βρήκε τρεις μάρτυρες των οποίων η ακεραιότητα δεν έχει αμφισβητηθεί και οι οποίοι υποστήριξαν ενόρκως τους ισχυρισμούς για διαδφθορά, επιβεβαιώνοντας τις βαριές ευθύνες για δωροδοκία και τις βαρύτερες για θυματοποίηση. Το Δικαστήριο τιμώρησε την εφημερίδα όχι επειδή δεν δημοσίευσε τις αναληθειες (διότι σε αυτή την περίπτωση, θα έσπευδα να συμφωνήσω) αλλά για “αντιεπαγγελματική συμπεριφορά” πράγμα που σε κάθε περίπτωση δεν ήταν το καθοριστικό. Θα εξηγήσω αργότερα γιατί αυτό διαστρέφει ολοκληρωτικά τον έλεγχο αναλογικότητας.

12.  Η καλούμενη “αντιεπαγγελματική συμπεριφορά” που τιμωρήθηκε από το Δικαστήριο φαίνεται να συνίσταται στο γεγονός ότι η εφημερίδα βρήκε τον πρώτο από τους – αξιόπιστους- μάρτυρές της πριν την δημοσίευση των άρθρων, αλλά τον δεύτερο και τον τρίτο -αξιόπιστο- μάρτυρα μετά την δημοσίευση. Αυτό φαίνεται να παρουσιάζεται πιο σημαντικό από την αλήθεια, πιο σημαντική η χρονολογική σειρά παρά η αποκάλυψη της διαφθοράς. 

13.  Ένα άλλο σφάλμα της εφημερίδας, κατά το Δικαστήριο, ήταν η παράλειψη να ζητήσει από τον διευθυντή να δώσει την άποψή του. Και που θα οδηγούσε αυτό; Ας υποθέσουμε ότι η εφημερίδα, πάσχοντας από δημοσιογραφική κομψότητα, είχε ρωτήσει τον διευθυντή πριν την δημοσίευση: είναι αλήθεια ότι έχετε δωροδοκηθεί; Η απάντηση θα ήταν ένα ναι ή ένα όχι και καταβάλλω κόπο να υποθέσω ποια από τις δύο θα ήταν η πιο πιθανή. Εάν (τι έκπληξη!) είχε αρνηθεί τη διαφθορά, θα έπρεπε η εφημερίδα να φημωθεί για πάντα ή θα έπρεπε να είχε δημοσιεύσει τις – αξιόπιστες- κρίσεις τις; Τα εθνικά δικαστήρια και το Δικαστήριο του Στρασβούργου απάντησαν διαφορετικά σε αυτήν την ερώτηση. Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι η εφημερίδα δεν μπορούσε να δημοσιευθεί τίποτε απολύτως εφόσον δεν υπήρχε δεδικασμένη καταδίκη του διευθυντή του σχολείου από ποινικό δικαστήριο. Mιαα ισχυρή υποστήριξη στο δημοκρατικό διάλογο και την ελευθερία της έκφρασης.

14.  Δυστυχώς, το Δικαστήριο του Στρασβούργου πάει παραπέρα: η εφημερίδα παρανομεί επειδή δεν υπέβαλε μια ερώτηση στην οποία η απάντηση ήταν απολύτως αναμενόμενη και σε κάθε περίπτωση χωρίς σημασία. Οι εφημερίδες (και οι αναγνώστες τους) χάνουν την ελευθερία της έκφρασής τους εαν ο δημοσιογράφος παραλείπει να ρωτήσει ένα πρόσωπο που θεωρείται ή είναι αποδεδειγμένα εμπλεκόμενο στην τέλεση ενός αδικήματος, είτε η ερώτηση είναι καταφανώς ανόητη, είτε αυτός επιλέγει να μην απαντήση. Μην κάνετε μια χαζή ερώτηση κι έχετε προβλήματα στο Στρασβούργο. Σε αυτό το θέμα διαφωνώ με το Δικαστήριο. 

15.  Το Δικαστήριο καταδικάζει επίσης την εφημερίδα επειδή δεν δημοσίευσε την πλήρη απάντηση από τον διευθυντή του σχολείου. Σίγουρα αυτό προκαλεί σύγχυση σε δύο επίπεδα. Εάν η εφημερίδα απέφυγε αναιτιολόγητα να δημοσιεύσει την απάντηση, θα έπρεπε να είχε καταδικαστεί – και ορθά- από τα αρμόδια εποπτικά όργανα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας για μη συμμόρφωση προς τα δημοσιογραφικά καθήκοντα. Αλλά η παράβαση ενός δεοντολογικού καθήκοντος που αναγνωρίζεται μετά την δημοσίευση δυσφημιστικών ισχυρισμών δεν καθιστά μια εφημερίδα αναδρομικώς ένοχη για δυσφήμηση – ο εκδότης μπορεί να κατηγορηθεί για παράβαση δεοντολογικού κανόνα, όχι για συκοφαντία. Το Δικαστήριο δεν διακρίνει ότι αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά θέματα,τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Αντί αυτού, ενθαρρύνει την καταδίκη για δυσφήμηση, όταν όλα αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε επαγγελματική αρτιότητα. 

16.   Στην κρίση του ότι τα εθνικά δικαστήρια σεβάστηκαν την ελευθερία της έκφρασης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας “την σχετικά χαμηλή αποζημίωση”. Κατά την γνώμη μου δεν πιστεύω ότι είναι υπέρ της Κυβέρνησης ότι το έκαναν, αλλά δεν το παράκαναν. 

17.  Φοβάμαι ότι αυτή η απόφαση πηγαίνει  την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης όσο πιο πίσω μπορούσε. Οι δημοσιογράφοι μαθαίνουν τι τους περιμένει εάν δημοσιεύσουν κάτι ενοχλητικό για τις αρχές, όσο πιεστική κοινωνική ανάγκη κι αν υπάρχει κι όσα επαρκή στοιχεία κι αν υπάρχουν εάν η επαγγελματική συμπεριφορά τους έχει κενά. Ακόμη κι αν προκύπτουν πραγματικά περιστατικά τα οποία καλούν σε επαγρύπνιση, κατά τη στάθμιση της αρχής της αναλογικότητας, για το Στρασβούργο φαίνονται πιο σημαντικοί οι επαγγελματικοί κανόνες παρά ο δημοκρατικός διάλογος για την διαφθορά στο δημόσιο. Για να το πω αλλιώς, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η κοινωνική ανάγκη για μάχη κατά της κακής δημοσιογραφίας είναι πιο πιεστική από τη μάχη κατά της ανθούσας διαφθοράς. Το “ανατριχιαστικό αποτέλεσμα” των ποινών εναντίον της ελευθερίας του τύπου, το οποίο υποστηρίχθιηκε από την παλιά νομολογία του Δικαστηρίου έχει αποδομηθεί από την πρόσφατη νομολογία του. 

18.   Ο Salman Rushdie, ένα θύμα της  fatwa, σημειώνει: τι είναι ελευθερία της έκφρασης; Χωρίς την ελευθερία του να προσβάλλεις, δεν υφίσταται. Μπορεί η ελευθερία της έκφρασης να παύει να υπάρχει όταν προσβάλλει κι αυτό θα με εξόργιζε. Το σοβαρό λάθος της απόφασης είναι ότι η ελευθερία της γνώμης παύει να υπάρχει όταν τιμωρείται για την προώθηση στο δημόσιο διάλογο ισχυρισμών για την εγκληματικότητα στο δημόσιο που αποδεικνύεται με μάρτυρες, αλλά με τρόπο ο οποίος κρίνεται αντιεπαγγελματικός. Όταν η υπηρέτηση των επαγγελματικών καλών πρακτικών γίνεται πιο σημαντική από την αναζήτηση της ίδιας της αλήθειας, ξημερώνει μια κακή μέρα για την ελευθερία της έκφρασης. 






Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...