Σχέδιο νόμου για την ανωτατοποίηση των τεσσάρων εκκλησιαστικών σχολών παρουσίασε η υπουργός Παιδείας. Οι σχολές μετονομάζονται σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, οι απόφοιτοι των οποίων προορίζονται για θέσεις εκκλησιαστικής διοίκησης ή ανώτατοι κληρικοί ή εφημέριοι Α' βαθμού. Θα φοιτούν μόνο άνδρες, ενώ σε ορισμένα τμήματα θα μπορούν να φοιτήσουν και γυναίκες, οι οποίες θα απασχοληθούν σε διοικητικές θέσεις.
Η εισαγωγή θα γίνεται μέσα από τη διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων (οι σχολές θα συμπεριληφθούν στο μηχανογραφικό), ενώ προηγουμένως ο υποψήφιος για τις σχολές αυτές θα πρέπει να περάσει από συνέντευξη ενώπιον μεικτής επιτροπή Εκκλησίας - Πολιτείας και στη συνέχεια θα παίρνει μέρος στις εξετάσεις.Συστήνεται επίσης Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο, που θα έχει υπό την εποπτεία του τη λειτουργία των σχολών, με πρόεδρο που θα είναι είτε ιεράρχης είτε καθηγητής είτε οποιαδήποτε εξέχουσα προσωπικότητα, η οποία πάντως θα ορίζεται από τον εκάστοτε υπουργό Παιδείας.
Η ανωτατοποίηση αυτών των σχολών αποτελεί ένα ακόμη βήμα εναγκαλισμού της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Μάλιστα, η προηγούμενη συνέντευξη από κοινή επιτροπή πολιτείας-εκκλησίας δημιουργεί βασιμότατες αμφιβολίες για την εγγύηση του δικαιώματος πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Είναι σημαντικό λάθος να καθιερωθεί πανεπιστημιακή σχολή για την εκπαίδευση όσων προορίζονται για ιεράρχες και αυτό γιατί ο αποκλεισμός των γυναικών -που εκ των πραγμάτων είναι επιβεβλημένη σύμφωνα με τους κανόνες της Εκκλησίας- ισοδυναμεί με αποκλεισμό τους από σχολή Ανώτατης Εκπαίδευσης, γεγονός το οποίο συνιστά παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους άρθρου 16 και διάκριση με κριτήριο το φύλο. Έτσι ή θα πρέπει η Εκκλησία και η Πολιτεία να δεχτούν ότι και οι γυναίκες θα μπορούν να τύχουν της εκπαίδευσης των κληρικών και ιεραρχών ή να μην ανωτατοποιηθούν οι εκκλησιαστικές σχολές. Διαφορετικά η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος στην εκπαίδευση είναι θέμα χρόνου και θα είναι ίσως η πιο εξευτελιστική καταδίκη.
Τα πρώτα "επιχειρήματα" αντισυνταγματικότητας ακούστηκαν από τον βουλευτή του ΠαΣοΚ κ. Λοβέρδο (πρώην καθηγητή συνταγματικού δικαίου), ο οποίος φέρεται να είπε ότι με τη ρύθμιση παραβιάζεται το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος: «και αυτό γιατί, η ανωτατοποίηση των εκκλησιαστικών αυτών σχολών σημαίνει παραβίαση της ίδιας της έννοιας της επιστήμης, του πανεπιστημίου, της διδασκαλίας, της έρευνας, σε τελευταία ανάλυση του ορθού λόγου. Το υπουργείο Παιδείας βρίσκεται σε μία διαρκή άγρα πολιτικής πελατείας».
Όμως, το άρθρο 16§5 δεν λέει τίποτε από όλα αυτά που αναφέρει ο συνταγματολόγος. Παρατίθεται ακριβώς το κείμενο του άρθρου για του λόγου το αληθές: "Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. Ειδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σ' αυτούς."
Ενδεχομένως ο κ. Λοβέρδος ήθελε να αναφερθεί στην 1η παράγραφο, κατά την οποία "
η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα". Αν υποθέσουμε ότι αυτή η παράγραφος δίνει ένα πάτημα στη δήλωση του κ. Λοβέρδου (όπως μαρτυρά και η μερική φραστική αναπαραγωγή των όρων "έρευνα", "επιστήμη" και "διδασκαλία" στη δήλωσή του) και πάλι ο πρώην καθηγητής "ξέχασε" την δεύτερη παράγραφο σύμφωνα με την οποία "η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και
έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάτυξη της εθνικής και
θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες".
Καθένας μπορεί να έχει τις ενστάσεις του για αυτές τις αξιολογήσεις του Συντάγματος (αυτά τα εδάφια ειναι απαράλλαχτα από το 1975), είναι κρίμα, όμως, να χρησιμοποιείται η επιστημονική επικάλυψη για την άσκηση αντιπολίτευσης και μάλιστα από λειτουργούς της γνώσης, όταν είναι τόσο εύκολο να αποκαλυφθεί η αβασιμότητα των ισχυρισμών τους.