Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνές Δικαστήριο Χάγης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνές Δικαστήριο Χάγης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

Αφιέρωμα στην υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων στο Διεθνές Δικαστήριο

Μια ανάλυση της υπόθεσης Γερμανία κατά Ιταλίας (παρέμβαση: Ελλάδα) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σχετικά με την ετεροδικία κράτους στην εκδίκαση αποζημιώσεων από παραβάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Από την retrospectiva στο radiobubble.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2012

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης (Γερμανία κατά Ιταλίας, παρέμβαση Ελλάδας)

Εκδόθηκε σήμερα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης η απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε η Γερμανία κατά της Ιταλίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου λόγω της εκδίκασης από τα ιταλικά δικαστήρια υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για αδικοπραξίες του Τρίτου Ράιχ. Η Ελλάδα είχε ασκήσει το ένδικο βοήθημα της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Δελτίο τύπου και πλήρες κείμενο απόφασης).

Το Δικαστήριο με την Απόφασή του - η οποία είναι τελική- έκρινε

1) με 12 ψήφους έναντι τριών ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωσή της για σεβασμό της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το διεθνές δίκαιο, διότι δέχθηκε αστικές αξιώσεις που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου τις οποίες διέπραξε το Γερμανικό Ράιχ μεταξύ των ετών 1943 και 1945,

2) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβίαση την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το διεθνές δίκαιο, επειδή έλαβε εκτελεστικά μέτρα στο ακίνητο της Villa Vigoni,

3) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα από το Γερμανικό Ράιχ,

4) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της και άλλων δικαστικών αρχών που παραβίασαν την ετεροδικία που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παύουν να ισχύουν, θεσπίζοντας κατάλληλα νομοθετικά ή άλλα μέτρα της δικής της επιλογής (της Ιταλίας).

(5) απορρίπτει, ομόφωνα, όλες τις άλλες προτάσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

1. Αντικείμενο της διαφοράς και δικαιοδοσια του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις 23 Δεκεμβρίου 2008 η Γερμανία κίνησε διαδικασίες με προσφυγή εναντίον της Ιταλίας. Στην προσφυγή της, η Γερμανία ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Ιταλία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της δικαιοδοτικής ασυλίας την οποία απολαμβάνει κατά το διεθνές δίκαιο, λόγω του ότι η Ιταλία δέχθηκε αστικές αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων με αίτημα την αποκατάσταση ζημιών που προκλήθηκαν από παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η Ιταλία επίσης παραβίασε την ετεροδικία της Γερμανίας λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Villa Vigoni, ακίνητο γερμανικής ιδιοκτησίας στην Ιταλική επικράτεια. Και ότι έχει περαιτέρω παραβιάσει την Γερμανική ετεροδικία κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία αποφάσεις των Ελληνικών αστικών δικαστηρίων που καταδίκασαν την Γερμανία επί τη βάση όμοιων πράξεων με αυτές που καταγγέλθηκαν στα Ιταλικά δικαστήρια.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στο Άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών και ότι η Ιταλία δεν έχει ασκήσει ένσταση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή το παραδεκτό της προσφυγής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος του Άρθρου 27 της εν λόγω Σύμβασης που θέτει έναν χρονικό περιορισμό, δηλαδή ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε διαφορές που σχετίζονται με γεγονότα ή καταστάσεις πριν την θέση σε ισχύ της Σύμβασης μεταξύ των διαδίκων" δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις της Γερμανίας. Κατ' αποτέλεσμα τα "γεγονότα ή καταστάσεις" που αφορούν την παρούσα διαφορά βασίζονται στις Ιταλικές δικαστικές αποφάσεις που αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας και με μέτρα εκτέλεσης που εφαρμόστηκαν σε ιδιοκτησία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα ελήφθησαν μεταξύ του 2004 και του 2011, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα έχει δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώ δεν καλείται να δικάσει το εάν η Γερμανία έχει καθήκον αποκατάστασης έναντι των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ, πρέπει πάντως να αποφασίσει εάν η παραβίαση υποχρέωσης κράτους να εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση αποκατάστασης έχει έννομες συνέπειες ως προς την ύπαρξη και το πεδίο της ετεροδικίας του κράτους σε αλλοδαπά δικαστήρια.

2. Οι φερόμενες παραβιάσεις της Γερμανικής δικαιοδοτικής ασυλιας στις διαδικασίες που κίνησαν Ιταλοί αιτούντες

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούν πράξεις που τέλεσαν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και τα όργανα του Γερμανικού Ράιχ. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα που καλείται να εκδικάσει δεν είναι το εάν αυτές οι πράξεις ήταν παράνομες - ένα θέμα που δεν αμφισβητείται- αλλά εάν, τα Δικαστήρια είχαν υποχρέωση να σεβαστούν την γερμανική ετεροδικία στις αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν ενώπιόν τους.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, μεταξύ των Διαδίκων, τυχόν δικαίωμα ετεροδικίας απορρέει μόνον από το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το Δικαστήριο κρίνει ότο πρέπει να εξετάσει και να εφαρμόσει το δίκαιο περί της κρατικής ετεροδικίας που ίσχυε κατά το χρόνο που τα Ιταλικά δικαστήρια απέρριψαν την ετεροδικία και άσκησαν την δικαιοδοσία τους και όχι το δίκαιο που ίσχυε μεταξύ των ετών 1943-1945.

Α. Το πρώτο επιχείρημα της Ιταλίας: η αρχή της εδαφικής αρμοδιότητας επί αδικοπραξιών

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η καρδιά του πρώτου ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί έως του σημείουκατά το οποίο ένα Κράτος δεν έχει δικαίωμα ετεροδικίας όσον αφορά πράξεις που προκάλεσαν θάνατο, προσωπικές βλάβες ή ζημιές στην περιουσία επί του εδάφους του κράτους της δωσιδικίας, ακόμη κι αν οι εν λόγω πράξεις τελέστηκαν βάσει του εξουσιαστικού δικαίου (jure imperii). Πρόκειται για την "εξαίρεση της αδικοπραξίας" στην κρατική ετεροδικία. Μετά από μια εις βάθος ανάλυση της σχετικής εθνικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνεχίζει να επιβάλλει το σεβασμό της κρατικής ετεροδικίας σε διαδικασίες που αφορούν αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους από τις ένοπλες δυνάμεις και άλλα όργανά του στο πλαίσιο της διεξαγωγής μιας ένοπλης σύγκρουσης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα συμπεραίνει ότι η απόφαση των ιταλικών δικαστηρίων να αρνηθούν την ετεροδικία της Γερμανίας δεν δικαιολογείται επί τη βάση της αρχής της εδαφικής αδικοπραξίας.

Β. Το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας: το θέμα και οι περιστάσεις των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας ήταν ότι η άρνηση ετεροδικίας ήταν δικαιολογημένη λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πράξεων που αποτελούσαν το θέμα των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εγέρθησαν αυτές οι αξιώσεις.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το πρώτο σκέλος αυτού του επιχειρήματος βασίζεται στην πρόταση ότι το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει ετεροδικία σε ένα κράτος ή τουλάχιστον περιορίζει το δικαίωμα αυτό όταν ένα κράτος έχει τελέσει σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ένοπλων συρράξεων. Καθώς οι πράξεις των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων οργάνων του Γερμανικού Ράιχ που αποτέλεσαν τη βάση για τις αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων ήταν σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, η Γερμανία έπρεπε να στερηθεί του δικαιώματος ετεροδικίας. Μετά την εξέταση της σχετικής κρατικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο έκρινε οτι, σύμφωνα με το διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, το Κράτος δεν στερείται της ετεροδικίας του λόγω του ότι κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων.

Έπειτα, το Δικαστήριο ασχολείται με το δεύτερο σκέλος του Ιταλικού επιχειρήματος, δηλαδή ότι οι κανόνες που παραβίσε η Γερμανία κατά την περίοδο 1943 - 1945 είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτό το σκέλος του επιχειρήματος βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του αναγκαστικού δικαίου περί ενόπλων συρράξεων και του δικαιώματος ετεροδικίας της Γερμανίας. Σημειώνει ότι το επιχείρημα της Ιταλίας ότι το αναγκαστικό δίκαιο υπερέχει έναντι κάθε αντίθετου κανόνα διεθνούς δικαίου και ότι, κατ΄αποτέλεσμα, καθώς ο κανόνας που αναγνωρίζει στο Κράτος την ετεροδικία ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, εκτοπίζεται ο κανόνας περί ετεροδικίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι κανόνες του δικαίου των ένοπλων συρράξεων που απαγορεύουν το φόνο, την εκτόπιση και την καταναγκαστική εργασία είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών και των κανόνων της κρατικής ετεροδικίας. Κρίνει ότι τα δύο κανονιστικά σύνολα ρυθμίζουν διαφορετικό θέμα: οι κανόνες της κρατικής ετεροδικίας αφορούν το εάν τα δικαστήρια ενός Κράτους μπορούν ή όχι να ασκήσουν δικαιοδοσία όσον αφορά υπόθεση άλλου κράτους. Δεν απαντούν στο ερώτημα εάν μια συμπεριφορά είναι νόμιμη ή παράνομη. Το Δικαστήριο περαιτέρω σημειώνει ότι το επιχείρημα που βασίζεται στην υπεροχή του jus cogens επί του δικαίου της κρατικής ετεροδικίας έχει απορριφθεί από εθνικά δικαστήρια και ότι δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που περιορίζει την ετεροδικία σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις του jus cogens. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ακομη κι αν οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούσαν παραβιάσεις του jus cogens, η εφαρμογή του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν επηρεάζεται.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας, καθώς όλες οι άλλες προσπάθειες για εξασφάλιση αποζημίωσης από διάφορες ομάδες θυμάτων είχαν αποτύχει.

Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποια βάση στη σχετική εθνική και διεθνή πρακτική ότι το διεθνες δίκαιο που αναγνωρίζει την κρατική ετεροδικία εξαρτάται από την ύπαρξη αποτελεσματικής εναλλακτικής για την διασφάλιση των αποκαταστάσεων. Το Δικαστήριο απορρίπτει γι' αυτό τα επιχειρήματα της Ιταλίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στο πλαίσιο των προφορικών διαδικασιών, ο δικηγόρος της Ιταλίας επέμεινε ότι τα τρία σκέλη του δεύτερου ιταλικού επιχειρήματος πρέπει να εξεταστούν μαζί. Με άλλες λέξεις, η σοβαρότητα των παραβιάσεων, το θέμα των κανόνων που παραβιάστηκαν και η έλλειψη εναλλακτικών μέσων αποκατάστασης ήταν οι λόγοι για τους οποίους τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως απέρριψαν την ετεροδικία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι τα τρία σκέλη του επιχειρήματος έπρεπε να εξεταστούν μαζί.

Γ. Συμπεράσματα

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση των Ιταλικών δικαστηρίων να αναγνωρίσουν την ετεροδικία της Γερμανίας, η οποία βασίζεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων του Ιταλικού κράτους έναντι της Γερμανίας.

3. Τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της ιδιοκτησίας που ανήκει στη Γερμανία επί Ιταλικού εδάφους

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα του εάν τα νομικά μέτρα που εληφθησαν όσον αφορά την Villa Vigoni, κατόπιν ιταλικών δικαστικών αποφάσεων εκτέλεσης στην Ιταλία των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στην Γερμανία την καταβολή αποζημιώσεων αποτελούν παραβίαση της ετεροδικίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συντρέχει τουλάχιστον ένας όρος προκειμένου να ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον περιουσίας που ανήκει σε αλλοδαπό κράτος: η εν λόγω περιουσία πρέπει να είναι προορισμένη για δραστηριότητα που δεν αφορά κυβερνητικούς, μη εμπορικούς, σκοπούς ή ότι το Κράτος - ιδιοκτήτης να έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή του για την λήψη των μέτρων ή το Κράτος έχει υποδείξει την εν λόγω ιδιοκτησία για ικανοποίηση δικαστικής αξίωσης. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Villa Vigoni χρησιμοποιείται για κυβερνητικούς σκοπούς, εξ ολοκλήρου μη εμπορικούς. Επίσης η Γερμανία δεν έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή της για τη λήψη σχετικών μέτρων, ούτε υπέδειξε το ακίνητο για τις αξιώσεις εναντίον της. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εγγραφή νομικού βάρος συνιστά παραβίαση της Γερμανικής ετεροδικίας.

4. Οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κηρύσσουν εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημιώσεις κατά της Γερμανίας

Το Δικαστήριο σημείωνει ότι, στην τρίτη πρότασή της, η Γερμανία διαμαρτύρεται για παραβίαση της δικαιοδοτικής ασυλίας της, λόγω των αποφάσεων των Ιταλικών δικαστηρίων οπου κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστιές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας σε διαδικασίες που αφορούσαν τη σφαγή στο Δίστομο που τελέστηκε από ένοπλες δυνάμεις του Γερμανικού Ράιχ το 1944.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το σχετικό ζήτημα είναι εάν τα Ιταλικά δικαστήρια σεβάστηκαν την γερμανική ετεροδικία επιτρέποντας την εκτέλεση και όχι εάν τα Ελληνικά δικαστήρια είχαν σεβαστεί την ετεροδικία. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ένα δικαστήριο που εξετάζει αίτηση εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εναντίον τρίτου κράτους πρέπει να αναζητήσει εάν, στην περίπτωση που το ίδιο έκρινε την ουσία μιας όμοιας διαφοράς, θα ήταν υποχρεωμένο ή όχι να σεβαστεί την ετεροδικία του τρίτου κράτους. Καταλήγει ότι οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστικές αποφάσεις που εξέδωσαν τα Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας για τη σφαγή στο Δίστομο συνιστούσαν παραβίαση της υποχρέωσης της Ιταλίας για σεβασμό της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας.

Σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο είχε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov,
Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Xue, Donoghue. Δικαστής ad hocv Gaja. Γραμματέας Couvreur.

Οι δικαστές Koroma, Keith και Bennouna συνάπτουν την χωριστή άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Οι δικαστές Cançado Trindade και Yusuf συνάπτουν την μειοψηφούσα άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Ο ad hoc δικαστής Gaja συνάπτει την μειοψηφούσα άποψή του επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

Το χρονικό της δίκης στη Χάγη για τις γερμανικές αποζημιώσεις

Σήμερα στις 11.00 ώρα Ελλάδος, ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κ. Hisashi Owada θα αναγνώσει την απόφαση στην υπόθεση Γερμανίας κατά Ιταλίας (δικαιοδοτική ασυλία των κρατών) με παρέμβαση της Ελλάδας υπέρ της Ιταλίας. Η συνεδρίαση θα μεταδοθεί ζωντανά στο διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου. Ας δούμε βήμα προς βήμα το χρονικό αυτής της δίκης.

Η προσφυγή

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 23.12.2008, με την προσφυγή που άσκησε η Γερμανία εναντίον της Ιταλίας (βλ. εδώ το πλήρες κείμενο, σε Αγγλικά/Γαλλικά), την οποία κατέθεσε ο πρέσβης της Γερμανίας, κατ΄εντολή της κυβέρνησής του, όπως αναφέρει στην επιστολή του. Κατά την προσφυγή, η Ιταλία τα τελευταία χρόνια είχε παραβιάσει την δικαιοδοτική ασυλία της Γερμανίας, διότι ιταλικά δικαστήρια εκδίκασαν υποθέσεις εναντίον του γερμανικού δημοσίου, όσον αφορά αιτήσεις αποζημιώσεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήδη από το αρχικό δελτίο τύπου του Διεθνούς Δικαστηρίου, η υπόθεση αναφέρεται ότι αφορά την διερεύνηση παραβίασης της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας, ως κυρίαρχου κράτους. Αφορά λοιπόν ένα ζήτημα που συνέχεται με την εθνική κυριαρχία.

Ο Ιταλικός Άρειος Πάγος εξέδωσε μια απόφαση το 2004, στην υπόθεση Ferrini, κατά την οποία τα Ιταλικά δικαστήρια μπορούν να εκδικάσουν την αγωγή αποζημίωσης ατόμου το οποίο εκτοπίστηκε στην Γερμανία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία. Αυτή η πρώτη δικαστική απόφαση είχε αποτέλεσμα να ασκηθούν κι άλλες τέτοιες προσφυγές εναντίον της Γερμανίας σε ιταλικό έδαφος, ενώ ο Ιταλικός Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε το νομικό σκεπτικό του 2004, περί ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ιταλικών δικαστηρίων, με άλλες δύο αποφάσεις το 2008. Έτσι η Γερμανία θεώρησε ότι θα στηθεί μια βιομηχανία αγωγών εναντίον της στα Ιταλικά δικαστήρια κι γι' αυτό άσκησε αυτή την προσφυγή, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις αυτές προσβάλλουν την δικαιοδοτική ασυλία που απολαμβάνει αλλοδαπό Δημόσιο σε μια τρίτη χώρα.

Τρεις είναι οι ομάδες εναγόντων που στρέφονται εναντίον της Γερμανίας στα Ιταλικά δικαστήρια: α) Ιταλοί που είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί για καταναγκαστικά έργα στην Γερμανία, β) μέλη του Ιταλικού στρατού οι οποίοι αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ναζί προκειμένου -μετά την εγκατάλειψη του Άξονα από την Ιταλία - να χρησιμοποιηθούν σε καταναγκαστικά έργα και γ) θύματα των φρικαλεοτήτων των Ναζί. Ως τέταρτη, χωριστή περίπτωση, αναφέρει η προσφυγή την υπόθεση της σφαγής του Διστόμου: αφορούσε την αναγκαστική εκτέλεση μιας απόφασης που είχε ήδη εκδοθεί από τα Ελληνικά δικαστήρια, αλλά η εκτέλεσή της ζητήθηκε επί ιταλικού εδάφους, αξιοποιώντας την παραπάνω νομολογία Ferrini.

Η προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών, του 1957, κείμενο που η Ιταλία κύρωσε το 1960 ενώ η Γερμανία το 1961.

Προθεσμίες για υπομνήματα

Με Διάταξή του το Διεθνές Δικαστήριο στις 29.4.2009 όρισε προθεσμία για την Γερμανία, να καταθέσει το Υπόμνημά της ως τις 23.6.2009 και για την Ιταλία να καταθέσει το Αντίθετο Υπόμνημά της ως τις 23.12.2009.

Το Υπόμνημα της Γερμανίας

Στις 12.6.2009 η Γερμανία κατέθεσε το Υπόμνημά της. Σε αυτό, η Γερμανία παραθέτει τις συμφωνίες που συνήψε σχετικά με τις αποζημιώσεις για όσα είχε προκαλέσει το Τρίτο Ράιχ. Στη Συνθήκη Ειρήνης που υπέγραψε η Ιταλία το 1947 με τους νικητές συμμάχους, υπήρχε μια ρήτρα παραίτησης όλων των αξιώσεών της έναντι της Γερμανίας που υπήρχαν ως τις 8.5.1945. Μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανέκυψαν διαφωνίες ως προς το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξαίρεσης. Το 1961 οι δύο χώρες συνήψαν μια συμφωνία, για την επίλυση των διαφωνιών και η Γερμανία πλήρωσε αποζημίωση στην Ιταλία (40 εκ. μάρκα). Με μια δεύτερη σύμβαση, η Γερμανία πλήρωσε άλλα 40 εκ. μάρκα σε Ιταλούς πολίτες που ήταν θύματα του ναζιστικού καθεστώτος. Η Ιταλία παραιτήθηκε από άλλες αξιώσεις.

Στο Υπόμνημα η Γερμανία αναφέρεται στις πρόσφατες δικαστικές υποθέσεις σε Ιταλικά δικαστήρια μετά την απόφαση Ferrini. Στη σελίδα 23, υπάρχει αναφορά στην υπόθεση του Διστόμου. Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, στο Δίστομο οργανώθηκε μια επιχείρηση αντεκδίκησης από τους Γερμανούς, καθώς 18 στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από αντιστεκόμενους Έλληνες. Στη σφαγή του Δίστομου χάθηκαν 200 Έλληνες, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ενώ όλο το χωριό κάηκε και ισοπεδώθηκε. Το 1997, το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης 250 διαδόχων των θυμάτων του Διστόμου και καταδίκασε το Γερμανικό Δημόσιο σε αποζημίωση συνολικά 27.000.000 ευρώ. Η Γερμανία προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγω της ασυλίας της ως αλλοδαπού δημοσίου. Το 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της Γερμανίας. Όμως, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για να εκτελεστεί απόφαση εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου απαιτείται η συναίνεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν υπέγραψε. Οι δικαιούχοι προχώρησαν παρ' όλ' αυτά σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (στο κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, στην οδό Ομήρου), αλλά το Γερμανικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή και την κέρδισε, ακριβώς λόγω της έλλειψης υπογραφής του Υπουργού Δικαιοσύνης. Οι δικαιούχοι έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς την έγκριση του Υπουργού. Eπίσης προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους, στη βάση της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Τότε, οι δικαιούχοι, γνωρίζοντας την απόφαση Ferrini, προσέφυγαν στα Ιταλικά δικαστήρια. Το Εφετείο της Φλωρεντίας με απόφαση του 2005 αναγνώρισε ότι διαθέτει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης και απέρριψε το 2007 την ένσταση της Γερμανίας σχετικά με αυτό, όπως και ο Ιταλικός Άρειος Πάγος. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές αφορούν μόνο το ποσό των δικαστικών εξόδων (δηλ. 2.934,70 ευρώ), το οποίο έχει κηρυχθεί εκτελεστό εναντίον της Γερμανίας στην Ιταλία. Οι δικαιούχοι αναζήτησαν ακίνητη περιουσία της Γερμανίας στην Ιταλία και εντόπισαν την Villa Vigoni, η οποια βάσει ιταλογερμανικών συμφωνιών θα αξιοποιείτο ως πολιτισμικό κέντρο για τις ιταλογερμανικές σχέσεις. Πέτυχαν την εγγραφη υποθήκης εις βάρος του ακινήτου, για 25.000 ευρώ, αλλά στη συνέχεια η Γερμανία υπέβαλε έφεση και μέχρι την υποβολή του Υπομνήματος η υπόθεση εκκρεμούσε. Οι δικαιούχοι επιδίωξαν επίσης να δεσμεύσουν δικαστικά τις μετοχές σε σιδηροδρομική εταιρία της Γερμανίας, οι οποίες εκτιμώνται στα 50 εκ. ευρώ, αλλά η υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί ακόμη κατά την υποβολή του Υπομνήματος.

Στο Υπόμνημά της η Γερμανία αναφέρει ότι η απόφαση του Ελληνικού Άρειου Πάγου του έτους 2000 στην υπόθεση του Δίστομου ήταν εκείνη που πρώτη παραβίασε τον κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Η Γερμανία αναφέρει όμως ότι η κάπως συνοπτική αιτιολογία της απόφασης του Αρείου Πάγου ήταν ελάχιστα πειστική κι ότι υπήρξε μεταγενέστερη απόφαση του ιεραρχικά ανώτερου Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία ανέτρεψε πλήρως το σκεπτικό του Διστόμου.

Το Αντίθετο Υπόμνημα της Ιταλίας

Στο 136 σελίδων Αντίθετο Υπόμνημα της, η Ιταλία αφιερώνει σημαντική έκταση στην εξιστόρηση των περιστατικών που αφορούσαν οι αποζημιώσεις και στους μηχανισμούς που ακολουθήθηκαν για την καταβολή τους. Η Ιταλία επιχειρεί την ένταξη του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας ξένου κράτους στο γενικότερο νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων πολέμου και της υποχρέωσης αποκατάστασής τους. Επιχειρεί δηλαδή τη σχετικοποίηση του κανόνα και την στάθμισή του με το αντίρροπο έννομο αγαθό που είναι η υποχρέωση αποκατάστασης. Έτσι, ισχυρίζεται ότι δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο, με την αναγνώριση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των υποθέσεων των γερμανικών αποζημιώσεων.

Η Ιταλία υποστηρίζει σθεναρά ότι η "ετεροδικία" δεν σημαίνει "ατιμωρησία". Σκοπός της ετεροδικίας είναι να βρεθούν οι εναλλακτικοί μηχανισμοί επανόρθωσης. Στην περίπτωση της Γερμανίας όμως, τα θύματα προσέφυγαν και σε γερμανικά δικαστήρια και αντιμετώπισαν την απόρριψη. Έτσι η ετεροδικία για την Γερμανία λειτούργησε όντως ως μια περίπτωση ατιμωρησίας.

Στο υπόμνημά της η Ιταλία έκανε χρήση της δυνατότητας να ασκήσει αντίθετη αίτηση. Υπέβαλε έτσι το αίτημα στο Διεθνές Δικαστήριο να καταδικαστεί η Γερμανία για παραβίαση των διεθνούς δικαίου υποχρεώσεών της έναντι των θυμάτων που δεν αποζημίωσε. Η νομική βάση αυτού του αιτήματος ήταν το άρθρο 80 του καταστατικού, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση Διαφορών.

Στις 6.7.2010, το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του αποφάσισε να απορρίψει αυτή την αντίθετη αίτηση της Ιταλίας, λόγω του ότι αναφερόταν σε περιστατικά τα οποία δεν καλύπτονταν από το χρονικό πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Μειοψήφισε ένας δικαστής, με μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη μειοψηφική γνώμη 50 σελίδων, ενώ ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία απλώς δήλωσε ότι θα έπρεπε τα επιχειρήματα των διαδίκων σε αυτό το θέμα να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ακροαματικής διαδικασίας. Υπήρξε επίσης μια κοινή δήλωση των δικαστών Keith και Greenwood.

Η Απάντηση της Γερμανίας

Στις 5.10.2010, η Γερμανία αντέκρουσε σε αυτά τα επιχειρήματα με το δικόγραφο Απάντησης. Θεωρεί "αναχρονιστικές" τις απόψεις της Ιταλίας και ανέφερε ότι οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν εγείρουν ατομικές αξιώσεις. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει ατιμωρησία, αφού τα θύματα είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη Γερμανική δικαιοσύνη, αλλά βέβαια οι αγωγές τους προφανώς θα απορρίπτονταν αφού δεν αναγνωρίζεται από το γερμανικό δίκαιο ατομική προσφυγή για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το επιχείρημα της Γερμανίας είναι ότι εάν αναγνωρίζονταν ατομικές προσφυγές, οι πόλεμοι δεν θα τελείωναν ποτέ.

Η ανταπάντηση της Ιταλίας


Στις 10.1.2011 η Ιταλία κατέθεσε το δικόγραφο της Ανταπάντησής της. Eξηγώντας ότι οι δίκες στην Ιταλία ήταν η τελευταία λύση για να αποκατασταθούν τα θύματα.

Η παρέμβαση της Ελλάδας

Στις 13.1.2011 η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση στο Διεθνές Δικαστήριο, ζητώντας να της επιτραπεί η άσκηση παρέμβασης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το έγγραφο υπογράφει ο πρέσβης της Ελλάδας στις Κάτω Χώρες, κ. Οικονομίδης.

Στις 23.3.2011 η Γερμανία υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με το αίτημα της Ελλάδας.
Στις 28.3.2011 υπέβαλε τις παρατηρήσεις της και η Ιταλία όσον αφορά το αίτημα.
Στις 6.5.2011 η Ελλάδα απάντησε στις παρατηρήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας.
Στις 26.5.2011 η Γερμανία υπέβαλε πρόσθετες παρατηρήσεις επί του θέματος.
Στις 27.5.2011 η Ιταλία υπέβαλε κι αυτή πρόσθετες παρατηρήσεις.

Στις 4.7.2011 το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του έδωσε την άδεια στην Ελλάδα να ασκήσει παρέμβαση στην υπόθεση. Μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη χωριστή άποψη υπήρξε και πάλι από τον δικαστή Τrindade. Την διαφωνία του εξέφρασε σε μια δήλωση και ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία.

Στις 3.8.2011 κατατέθηκε στο Δικαστήριο η Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την υπόθεση. Σε αυτήν παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν οι υποθέσεις στο Δίστομο και το Λιδωρίκι.

Στις 26.8.2011 ήρθε η απάντηση της Γερμανία στην Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Ιταλία σε μια επιστολή της δήλωσε ότι δεν θα σχολιάσει την Ελληνική Δήλωση.

Η προφορική διαδικασία

Από τις 12 έως τις 16 Σεπτεμβρίου, στο Διεθνές Δικαστήριο διεξήχθη η προφορική διαδικασία, με ανάπτυξη των επιχειρημάτων κάθε πλευράς.




Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2011

Περίληψη της Απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου

Στο διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου έχει αναρτηθεί μια Περίληψη της απόφασης

Μετάφραση στα Ελληνικά:

Περίληψη 2011/6
5 Δεκεμβρίου 2011

Εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 (η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας εναντίον της Ελλάδας)


Περίληψη της Απόφασης της 5ης Δεκεμβρίου 2011


I. Υπόβαθρο πραγματικών περιστατικών στην υπόθεση (παρ. 15-22)

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι την 17η Νοεμρβίου 2008, η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (εφεξής: η "Προσφεύγουσα") υπέβαλε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου μια Προσφυγή για την έναρξη διαδικασιών εναντίον της Ελληνικής Δημοκρατίας (εφεξής: "η καθ ης η προσφυγή") αναφορικά με την διαφορά που αφορούσε την ερμηνεία και εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13ης Σεπτέμβρη 1995 (εφεξής: η "Ενδιάμεση Συμφωνία"). Ιδίως, η Προσφεύγουσα επιχειρείνα αποδείξει ότι η Καθ ης η προσφυγή, υποβάλλοντας ένσταση για την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, παραβίασε το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της εν λόγω Συμφωνίας, το οποίο προβλέπει τα εξής:
"Με τη θέση σε ισχύ της παρούσας Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος συμφωνεί να μην αντιταχθεί στην αίτηση εισδοχής ή στη συμμετοχή του Δευτέρου Συμβαλλόμενου Μέρους ως μέλους σε διεθνείς, πολυημερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς στους οποίους το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος είναι μέλος. Το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος, εν τούτοις, διατηρεί το δικαίωμα να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε συμμετοχή από τις προαναφερθείσες εάν, και στο μέτρο που, το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος πρόκειται να αναφέρεται σε τέτοιους οργανισμούς ή θεσμούς διαφορετικά από ό,τι στην παράγραφο 2 της αποφάσεως 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών"

Στην παράγραφο 2 του ψηφίσματος 817, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνέστησε στην προσφεύγουσα κατά την συμμετοχή της ως μέλος στα Ηνωμένα Έθνη να "αναφέρεται προσωρινώς για όλους τους λόγους στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών ως "η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την διαφορά που έχει ανακύψει σχετικά με το όνομα".

Κατά την περίοδο που ακολούθησε την θέσπιση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Προσφεύγουσα απέκτησε την ιδιότητα μέλους σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η Καθ' ης ήταν ήδη μέλος. Με πρόσκληση του Οργανισμού Βορειατλαντικής Συνθήκης, η Προσφεύγουσα συμμετείχε το 1995 στην Συνεργασία του οργανισμού για την Ειρήνη (ένα πρόγραμμα που προωθεί την συνεργασία ανάμεσα στις χώρες μέλη του ΝΑΤΟ) και, το 1999, στο Σχέδιο Δράσης Συμμετοχής (το οποίο επιβοηθά τα επίδοξα μέλη του ΝΑΤΟ). Η υποψηφιότητα της Προσφεύγουσας για το ΝΑΤΟ εξετάστηκε σε μια συνάντηση των κρατών μελών του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι (εφεξής: η "Σύνοδος του Βουκουρεστίου") στις 2 και 3 Απριλίου 2008, αλλά η Προσφεύγουσα δεν έλαβε πρόσκληση για την έναρξη των συνομιλιών για την εισδοχή στον οργανισμό. Το δελτίο τύπου που εκδόθηκε στο τέλος της Συνόδου ανέφερε ότι η πρόσκληση θα περιλάβει την Προσφεύγουσα "όταν βρεθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση στο θέμα του ονόματος".

II. Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και παραδεκτό της Προσφυγής (παρ. 23-61)

Το Διαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφεύγουσα επικαλείται ως βάση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου το Άρθρο 21 παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, σύμφωνα με το οποίο κάθε "διαφορά ή διένεξη" για την "ερμηνεία ή εφαρμογή" της Διεθνούς Συμφωνίας ενοπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με την εξαίρεση της "διαφοράς" που αναφέρεται στο Άρθρο 5 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το οποίο έχει ως εξής:

"Τα μέρη συμφωνούν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ σε εφαρμογή της απόφασης 845 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας με στόχο να καταλήξουν σε συμφωνία επί της διαφοράς, η οποία περιγράφεται στην απ΄φοαση αυτή καθώς και στην απόφαση 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας"

Η Καθ' ης ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και ότι η Προσφυγή είναι απαράδεκτη, για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτον, η Καθ' ης ισχυρίζεται ότι η υπόθεση αφορά την διαφορά για το όνομα της Προσφεύγουσας. Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η υπόθεση αφορά μια συμπεριφορά η οποία αφορά το ΝΑΤΟ και τα κράτη μέλη του, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τρίτον, ισχυρίζεται ότι η Απόφαση του Δικαστηρίου σε αυτή την υπόθεση θα είναι αδύνατο να έχει αποτελεσματική εφαρμογή γιατί δεν μπορεί να επιφέρει την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Τέταρτον, ισχυρίζεται ότι η ενάσκηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο θα συνιστούσε παρέμβαση στις διπλωματικές διαπραγματεύσες που είναι σε εξέλιξη, όσον αφορά την διαφορά που σχετίζεται με το όνομα και γι' αυτό θα ήταν ασύμβατο με τη δικαιοδοτική λειτουργία του Δικαστηρίου.

Όσον αφορά την πρώτη ένσταση που εγείρεται από την Καθ' ης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι σαφές από το Άρθρο 5 παράγραφος 1 και από το Άρθρο 21 παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ότι η "διαφορά" που αναφέρεται εκεί είναι η διαφορά για τον καθορισμό του ονόματος της Προσφεύγουσας και όχι οι διενέξεις που αφορούν τις υποχρεώσεις της Καθ' ης να μην αντιταχθεί στην εισδοχή της Προσφεύγουσας σε διεθνείς οργανισμούς, εκτός εάν η Προσφεύγουσα αναφέρεται σε αυτούς με τρόπο διαφορετικό από το ψήφισμα 817 (1993). Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει να απορρίψει αυτή την ένσταση.

Όσον αφορά την δεύτερη ένσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμπεριφορά που αποτελεί το αντικείμενο της Προσφυγής είναι η φερόμενη ένσταση της Καθ' ης στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ και ότ, όσον αφορά την ουσία, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να ορίσει έαν αυτή η συμπεριφορά αποδεικνύει ότι η Καθ' ης αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με την Ενδιάμεσης Συμφωνία ή όχι, ανεξάρτητα από την τελική απόφαση του ΝΑΤΟ για την αίτηση της Προσφεύγουσας περί συμμετοχής της ως μέλους. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει να απορρίψει την ένσταση.

Όσον αφορά την τρίτη ένσταση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Προσφεύγουσα δεν ζητά να ανατρέψει την απόφαση του ΝΑΤΟ στην Σύνοδο του Βουκουρεστίου, αλλά να ορίσει εάν η Καθ' ης παραβίασε τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία, ως αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφορας. Επάγεται ότι μια Απόφαση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, καθώς θα αφορούσε τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις των Διαδίκτων κατά την Ενδιάμεση Συμφωνία. Το Δικαστήριο αποφασίζει να απορρίψει την ένσταση.

Όσον αφορά την τέταρτη ένσταση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι Διάδικοι περιέλαβαν μια διάταξη με την οποία ανατίθεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο (άρθ. 21) σε μια συμφωνία που επίσης τους επιβάλλει να συνεχίσουν τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις όσον αφορά το όνομα της Προσφεύγουσας (Άρθρο 5 παρ. 1). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι εάν οι Διάδικοι θεωρούσαν ότι μια μελλοντική απόφαση του Δικαστηρίου θα παρενέβαινε στις διπλωματικές διαπραγματεύσεις που ανατέθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας, δεν θα είχαν συμφωνήσει να παραπέμψουν τις διαφορές τους όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σε αυτό. Γι' αυτό απορρίπτει και αυτή την ένσταση.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία επί της διαφοράς και ότι η Προσφυγή είναι παραδεκτή.


ΙΙΙ. Περί του εάν η Καθ' ης αθέτησε την υποχρέωσή της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (παρ. 62-113).


Το Δικαστήριο εξέτασε εάν η Καθ' ης υπέβαλε ένσταση για την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, κατά την έννοια της πρώτης ρήτρας του Άρθρου 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Ξεκινάει με την εξέταση του νοήματος αυτής της ρήτρας και κρίνει ότι σε σχέση με την Καθ' ης υπάρχει η υποχρέωση να μην αντιταχθεί σε "αίτηση ή ιδιότητα μέλους" της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Σημειώνει ότι τα μέρη συμφωνούν ότι η υποχρέωση "να μην αντιταχθεί", η οποία αφορά μια υποχρεωτική συμπεριφορά κι όχι ένα αποτέλεσμα, δεν επιβάλλει στην Καθ' ης να υποστηρίξει ενεργά την εισδοχή της Προσφεύγουσας σε διεθνείς οργανισμούς. Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τίποτα στο κείμενο αυτής της ρήτρας δεν περιορίζει την υποχρέωση της Καθ' ης να μην αντιταχθεί σε οργανισμούς που ακολουθούν μια διαδικασία ψηφοφορίας για να αποφασίζουν την εισδοχή νέων μελών. Κρίνει ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι Διάδικοι ήθελαν να εξαιρέσουν από το Άρθρο 11 παράγραφος 1 οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ που ακολουθούν διαδικασίες οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ψήφο. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το επίδικο θέμα δεν είναι εάν η απόφαση του ΝΑΤΟ στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου όσον αφορά την υποψηφιότητα της Προσφεύγουσας βασίστηκε αποκλειστικά, κατά κύριο λόγο ή μόνο περιθωριακά στην αντίταξη της Καθ' ης, αλλά εάν η Καθ' ης, με την δική της συμπεριφορά, παρέβη την υποχρέωσή της να μην αντιταχθεί κατά το Άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο επίσης παρατηρεί ότι η Καθ' ης δεν διαφωνεί ότι κάθε ένστασή της στη Σύνοδο του Βουκουρεστίου αφορούσε την διαφορά του ονόαμτος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να αποφασίσει εάν η Καθ' ης έχει δικαίωμα να υποβάλλει ένσταση για την εισδοχή της Προσφεύγουσας σε διεθνείς οργανισμούς για τέτοιους άλλους λόγους.

Το Δικαστήριο έπειτε εξέτασε εάν η Καθ' ης "αντιτάχθηκε" στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Γι' αυτό εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν από τους Διαδίκους, προκειμένου να αποφασίσει εάν το γραπτό υλικό υποστηρίζει την κατηγορία της Προσφεύγουσας ότι η Καθ' ης αντιτάχθηκε στην συμμετοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, προς υποστήριξη της θέσης της, η Προσφεύγουσα αναφέρεται στην διπλωματική επικοινωνία της Καθ' ης πριν και μετά της Συνόδου του Βουκουρεστίου και σε δηλώσεις από ανώτατους αξιωματούχους της Καθ' ης κατά την ίδια περίοδο. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Καθ' ης δεν αμφισβητεί την αυθεντικότητα αυτών των δηλώσεων και τις εξετάζει ως απόδειξη της συμπεριφοράς της Καθ' ης όσον αφορά την Σύνοδο του Βουκουρεστίου, υπό το φως της υποχρέωσής της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του αποδεικνύουν ότι μέσω της επίσημης διπλωματικής επικοινωνίας και με δηλώσεις ανώτατων αξιωματούχων, η Καθ' ης κατέστησε σαφές πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου ότι η επίλυση της διαφοράς επί του ονόματος ήταν το "αποφασιστικό κριτήριο" για την Καθ' ης ώστε να αποδεχθεί την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Καθ' ης διακήρυξε την ένστασή της για την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ κατά την Σύνοδο του Βουκουρεστίου, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η διαφορά που αφορά το όνομα της Προσφεύγουσας παρέμενε άλυτη. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Καθ' ης αντιτάχθηκε στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, κατά την έννοια της πρώτης ρήτρας του Άρθρου 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξετάζει το ερώτημα εάν η ένσταση της Καθ' ης στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου ενέπιπτε στην εξαίρεση που περιλαμβάνεται στην δεύτερη ρήτρα του Άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Έκρινε ότι, σε αυτή τη ρήτρα, τα Μέρη συμφώνησαν ότι η Καθ' ης "διατηρεί το δικαίωμα μα αντιταχθεί σε κάθε συμμετοχή "της Προσφεύγουσας σε διεθνή, πολυμελρή ή περιφερειακό οργανισμό ή θεσμό στον οποίο είναι μέλος η Καθ' ής "εάν και στην έκταση που [η Προσφεύγουσα] θα αναφέρεται σε αυτόν τον οργανισμό ή θεσμό διαδορετικά από ό,τι στην παράγραφο 2 του ψηφίσματος 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών". Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η παράγραφος 2 του ψηφίσματος 817 συστήνει στην Προσφεύγουσα στο πλαίσιο της συμμετοχής της στα Ηνωμένα Έθνη να "αναφέρεται προσωρινά για όλους τους σκοπούς στα Ηνωμένα Έθνη ως η "πρώτην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" ενόσω διαρκεί η διαπραγμάτευση της διαφοράς που έχει εγερθεί σχετικά με το όνομα του Κράτους".

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι Διάδικοι συμφωνούν ότι η Προσφεύγουσα σκόπευε να αναφέρεται στο ΝΑΤΟ, εφόσον γινόταν δεκτή, με το συνταγματικό της όνομα, όχι με την προσωρινή υπόδειξη που αναφέρεται στο άρθρο 817. Έτσι, εξετάζει έαν η δεύτερη ρήτρα του Άρθρου 11 παράγραφος 1 επιτρέπει στην Καθ' ης να αντιταχθεί σε αυτές τις περιστάσεις. Η ερμηνεία της ρήτρας σύμφωνα με τα Άρθρα 31 και 32 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών οδηγεί το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η Καθ' ης δεν είχε το δικαίωμα να αντιταχθεί στην εισδοχή της προσφεύγουσας σε έναν οργανισμό βασιζόμενη στην προοπτική ότι η Προσφεύγουσα θα αυτοαποκαλείται σε αυτόν τον οργανισμό με το συνταγματικό της όνομα. Κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, ότι η πρόθεση της Προσφεύγουσας να αυτοαποκαλείται σε έναν διεθνή οργανισμό με το συνταγματικό της όνομα δεν σημαίνει ότι θα "αναφέρεται" στον οργανισμό "διαφορετικά από ότι" προβλέπει η παράγραφος 2 του ψηφίσματος 817.

Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θέση της Καθ' ης ότι, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αντιτάχθηκε στην εισδοχή της Καθ' ης στο ΝΑΤΟ, κατά παράβαση του Άρθρου 11 παρ. 1, αυτή η αντίταξη δεν συνιστά παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεδομένης της ισχύος του Άρθρου 22. Το Άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας προβλέπει:

"Η παρούσα Ενδιάμεση Συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε άλλου Κράτους ή οντότηας και δεν παραβιάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ήδη ισχύουσες διμερείς και πολυμερείς συμωνίες, τις οποίες τα Μέρη έχουν συνάψει με άλλα Κράτη ή διεθνείς οργανισμούς"

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αρχική ερμηνεία του Άρθρου 22 της Καθ' ης, ότι τα "δικαιώματά" της που απορρέουν από προηγούμενη συμφωνία (όπως και τα "καθήκοντά" της) προέχουν έναντι της υποχρέωσής της να μην αντιταχθεί στην εισδοχή της Προσφεύγουσας σε οργανισμό κατά την έννιοια του Άρθρου 11, παράγραφος 1, θα παραβίαζε αυτή την υποχρέωση, καθόσον η Καθ' ης κανονικά θα αναμένετο ότι είχε ένα "δικαίωμα" σύμφωνα με προηγούμενες συμφωνίες με τρίτα Κράτη να εκφράζει την άποψή της σε αποφάσεις που αφορούν την είσοδο μελών. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι Διάδικοι δεν σκόπευαν με το Άρθρο 22 να καταστήσουν άνευ νοήματος την πρώτη ρήτρα του Άρθρου 11 παράγραφος 1, δεν αποδέχεται την ερμηνεία που υποστηρίζει η Καθ' ης. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η στενή ερμηνεία του Άρθρου 22 από την Καθ' ης, την οποία επικαλέστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι δηλαδή τα "καθήκοντα" που απορρέουν από προηγούμενη συνθήκη υπερέχουν από τις υποχρέωσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το υποχρεώνουν να εξετάσει εάν η Καθ' ης απέδειξε ότι η Συνθήκη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας της επέβαλε καθήκον να αντιταχθεί στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Καθ' ης δεν έχει επικαλεστεί ένα πειστικό επιχείρημα ότι διάταξη της Συνθήκης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας της επέβαλε να αντιταχθεί στην συμμετοχή της Προσφεύγουσας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίκληση του Άρθρου 22 από την Καθ' ης πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, δεν αποφαίνεται ως προς το ποια από τα δύο Διάδικα μέρη υποστηρίζει την ορθή ερμηνεία.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Καθ' ης παρέβη την υποχρέωσή της σύμφωνα με το Άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, αντιτασσόμενη στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, κατά την Σύνοδο του Βουκουρεστίου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η προοπτική ότι η Προσφεύγουσα θα αυτοαποκαλείτο στο ΝΑΤΟ με χρήση του συνταγματικού της ονόματος δεν νομιμοποιεί αυτή την αντίταξη σύμφωνα με την εξαίρεση που περιλαμβάνεται στην δεύτερη ρήτρα του Άρθρου 11 της παραγράφου 1. Προσθέτει ότι στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Άρθρο 22 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν παρέχει επαρκή βάση για αντίταξη στην Καθ' ης κατά τρόπο ασύμβατο με το Άρθρο 11 παράγραφος 1.

IV. Πρόσθετες δικαιολογήσεις επικαλούμενες από την Καθ' ης (παρ. 114-165)


Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, επικουρικά προς το κύριο επιχείρημα περί συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις της κατά την Ενδιάμεση Συμφωνία, η Καθ' ης ισχυρίζεται ότι η αντίταξη στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ προβλέπεται από το δόγμα exceptio non adimpleti contractus (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης). Η Καθ' ης ισχυρίζεται ότι κάθε παράβαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας μπορεί να δικαιολογηθεί ως απάντηση σε μια πραγματική παραβίαση της συνθήκης και ως αντίθετο μέτρο σύμφωνα με το δίκαιο περί ευθύνης του Κράτους. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ενώ η Καθ' ης παρουσιάζει διαφορετικά επιχειρήματα για την exeptio, μερική αναστολή της κατά το Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 και αντίθετα μέτρα, επικαλείται συγκεκριμένους ελάχιστους όρους που είναι κοινοί και στα τρία επιχειρήματα,δηλαδή ότι η Προσφεύγουσα παραβίασε συγκεκριμένες διατάξεις από την Ενδιάμεση Συμφωνία και ότι η αντλιταξη της Καθ΄ης στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ έγινε σε απάντηση σε αυτές τις παραβιάσεις.

Α. Φερόμενη παραβίαση της δεύτερης ρήτρας του Άρθρου 11, παράγραφος 1, από την Προσφεύγουσα.

Το Δικαστήριο πατατηρεί ότι το κείμενο της δεύτερης ρήτρας του Άρθρου 11 παράγραφος 1 δεν επιβάλλει μια υποχρέωση στην Προσφεύγουσα να μην αποκαλείται σε έναν διεθνή οργανισμό με ονομασία άλλη από την προσωρινή (ως η "πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας"). Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι όπως άλλες διατάξεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας επιβάλλει υποχρεώσεις μόνο στην Προσφεύγουσα, το Άρρο 11 παράγραφος 1, επιβάλλει υποχρεώσεις μόνο στην Καθ' ης. Η δεύτερη ρήτρα περιλαμβάνει μια σημαντική εξαίρεση σε αυτή την υποχρέωση, αλλά αυτή δεν μεταβάλλεται σε υποχρέωση για την Προσφεύγουσα. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει παραβίαση αυτής της διάταξης από την Προσφεύγουσα.

Β. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 5 παράγραφος 1 της Προσφεύγουσας

Τέλος, το Δικαστήριο σημειώνει ότι μολονότι το Άρθρο 5 παράγραφος 1 δεν περιλαμβάνει ρητή εντολή ότι τα Μέρη θα διαπραγματευθούν καλόπιστα, αυτή η υποχρέωση περιέχεται σε αυτή την διάταξη. Παρατηρεί ότι η αδυναμία των Διαδίκων να καταλήξουν σε συμφωνία, 16 χρόνια μετά την σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δεν τεκμηριώνει από μόνη της ότι κάθε Διάδικος παραβίασς την υποχρέωση να διαπραγματευθεί καλόπιστα. Γι' αυτό θα εξετάσει εάν οι Διάδικοι συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπον ώστε οι διαπραγματεύσεις να έχουν νόημα. Σημειώνει ότι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων σύμφωνα με το Άρθρο 5 παράγραφος 1, η Προσφεύγουσα είχε αρνηθεί τις προτάσεις που αφίσταντο από την συνταγματική της ονομασία και ότι η Καθ' ης είχε εναντιωθεί στην χρήση του "Μακεδονία" στο όνομα της Προσφεύγουσας.
Περαιτέρω σημειώνει ότι οι πολιτικοί ηγέτες και των δύο Διαδίκων κατά καιρούς έκαναν δημόσιες δηλώσεις που παρουσίαζαν μια ανελαστική θέση για το θέμα του ονόματος, ακόμη και τους μήνες που προηγήθηκαν της Συνόδου στο Βουκουρέστι. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι έχει αποδειχθεί πως ο διαμεσολάβητής των Ηνωμένων Εθνών παρουσίασε στα Μέρη μια σειρά προτάσεων μέσα στα χρόνια και, ιδίως, εξέφρασε την άποψη ότι κατά την χρονική περίοδο πριν την σύνοδο του Βουκουρεστίου, τα Μέρη διαπραγματεύονταν σοβαρότατα. Συνολικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αποδείξεις από εκείνη την περίοδο δείχνουν ότι η Προσφεύγουσα επέδειξε ένα βαθμό ανοικτότητας στην προτάσεις που διέφεραν από την μεμονωμένη χρήση του συνταγματικού της ονόματος ή της "διπλής φόρμουλας", ενώ η Καθ' ης, κατά το δικό της μέρος, μετέβαλε βέβαια την αρχική της θέση και τον Σεπτέμβριο του 2007 διακήρυξε ότι θα συμφωνούσε να περιληφθεί η λέξη "Μακεδονία" στην ονομασία της Προσφεύγουσας, ως μέρος μια σύνθετης διατύπωσης. Το Δικαστήριο σημειώνει ιδίως, ότι τον Μάρτιο του 2008, ο μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών πρότεινε την αποδοχή του ονόματος "Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια)" για όλες τις χρήσεις. Σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Προσφεύγουσα εξέφρασε την πρόθεση να προχωρήσει σε δημοψήφισμα για αυτό το όνομα. Τα έγγραφα επίσης δείχνουν ότι το όνομα αυτό απορρίφθηκε από την Καθ' ης. Έτσι το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Καθ' ης δεν έχει αποδείξει ότι η Προσφεύγουσα παραβίασε την υποχρέωση καλόπιστης διαπραγμάτευσης.

Γ. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 6 παρ. 2 από την Προσφεύγουσα

Το Άρθρο 6 παράγραφος 2 αναφέρει:

"Το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος δια της παρούσης δηλώνει επίσημα ότι τίποτα στο Σύνταγμά του, και ιδιαίτερα στο άρθρο 49, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορεί ή δεν θα έπρεπε να ερμηνευθεί ότι αποτελεί ή θα αποτελέσει ποτέ τη βάση για επέμβαση του Δεύτερου Συμβαλλομένου Μέρους στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου Κράτους, προκειμένου να προστατεύσει το καθεστώς και τα δικαιώματα οποιωνδήποτε προσώπων σε άλλα κράτη που δεν είναι πολίτες του Δεύτερου Συμβαλλόμενου Μέρους".

Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Καθ' ης δεν έχει παρουσιάσει πειστικές αποδείξεις που τεκμηριώνουν ότι η Προσφεύγουσα έχει ερμηνεύσει το Σύνταγμά της ως παρέχον ένα δικαίωμα να παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Καθ' ης όσον αφορά πρόσωπα που δεν είναι πολίτες της Προσφεύγουσας. Γι' αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι η Προσφεύγουσα δεν έχει παραβιάσει το Άρθρο 6 παράγραφος 2 πριν την Σύνοδο στο Βουκουρέστι.

D. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 7 παράγραφος 1 από την Προσφεύγουσα

Το Άρθρο 7 παράγραφος 1 αναφέρει:

"Κάθε μέρος θα λάβει ταχέως αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να απαγορεύσει εχθρικές δραστηριότητες ή προπαγάνδα από υπηρεσίες ελεγχόμενες από το Κράτος και να αποθαρρύνει πράξεις από ιδιωτικούς φορείς οι οποίες ενδέχεται να παρακινούν σε βία, μίσος ή εχθρότητα μεταξύ τους."

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με την Καθ' ης, η Προσφεύγουσα παραβίασε αυτή την διάταξη λόγω της μη λήψης αποτελεσματικών μέτρων για να απαγορευθούν εχθρικές πράξεις από κρατικά ελεγχόμενες υπηρεσίες, αναφέροντας για παράδειγμα, ισχυρισμούς όσον αφορά το περιεχόμενο σχολιών βιβλίων καθώς και την μη αποθάρρυνση πράξεων ιδιωτικών φορέων κατά την πρόκληση βίας, μίσους και εχθρότητας εναντίον της Καθ' ης, αναφέροντας ιδίως, ένα περιστατικό της 29ης Μαρτίου 2008 (κατά τις μέρες πριν την Σύνοδο του Βουκουρεστίου), κατά το οποίο σε πολλές υπαίθριες πινακίδες στα Σκόπια εμφανίστηκε μια παραλλαγμένη εικόνα της σημαίας της Καθ' ης. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Καθ' ης ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρξε μια διαρκής παραβίαση προστασίας των εγκαταστάσεων και του προσωπικού του Γραφείου Διπλωματικών Σχέσεων της Καθ' ης στα Σκόπια. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύουν ότι η Προσφεύγουσα διέπραξε παραβίαση του Άρθρου 7 παράγραφος 1, πριν την Σύνοδο του Βουκουρεστίου. Κρίνει ότι το περιεχόμενο των σχολιών βιβλίων δεν αποτελεί επαρκή βάση για να κριθεί ότι η Προσφεύγουσα δεν απαγόρευσε "εχρθικές δραστηριότητες ή προπαγάνδα". Περαιτέρω, η Καθ' ης δεν παρουσίασε πειστικά ότι η Καθ' ης είχε δεν είχε "αποθαρρύνει" πράξεις από διώτες που θα μπορούσαν να παρακινήσουν σε βία, μίσος ή εχθρότητα εναντίον της Καθ' ης. Αφού υπενθύμισε την υποχρέωση για προστασία των κτιρίων της διπλωματικής αποστολής και την προστασία από κάθε ενόχληση της ειρήνης ή της ακεραιότητα της αξιοπρέπειας που προβλέπεται από το Άρθρο 22 της Σύμβασης της Βιέννης για τις Διπλωματιές Σχέσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Προσφεύγουσα παρείχε αποδείξεις που απέδειξαν την προσπάθεια να παράσχει επαρκή προστασία στο διπλωματικό προσωπικό και τις εγκαταστάσεις της Καθ' ης.

Ε. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 7 παράγραφος 2 της Προσφεύγουσας

Το Άρθρο 7 παράγραφος 2 προβλέπει:

"Με τη θέση σε ισχύ της παρούσας Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το Δεύτερο Συμβαλλόμενο Μέρος θα πάψει να χρησιμοποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το σύμβολο σε όλες του τις μορφές που απεικονίζετο στην εθνική του σημαία πριν τη θέση σε ισχύ της παρούσας."

Το Δικαστήριο κρίνει ότι από τα έγγραφα προκύπτει ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση ο στρατός της Προσφευγουσας χρησιμοποίησε το σύμβολο που απαφορεύεται από το Άρθρο 7 παράγραφος 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

F. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 7 παράγραφος 3 από την Προσφεύγουσα

Το Άρθρο 7 παράγραφος 3 αναφέρει:

"Εάν ένα από τα δύο Μέρη πιστεύει ότι ένα ή περισσότερα σύμβολα τα οποία συνιστούν μέρος της ιστορικής ή πολιτιστικής του κληρονομιάς χρησιμοποιείται από το άλλο Μέρος, θα θέσει υπ' όψιν του άλλου Μέτους την υποτιθέμενη αυτή χρήση και το άλλο Μέρος θα προβεί στις δέουσες διορθωτικές ενέργειες ή θα δηλώσεις γιατί δεν θεωρεί αναγκαίο να το πράξει".

Το Δικαστήριο σημαιώνει ότι, αντίθετα από το Άρθρο 7 παράγραφο 2, το Άρθρο 7 παράγραφος 3 δεν απαγορεύει ρητά την χρήση των συμβόλων που περιγράφει από την Προσφεύγουσα. Μάλλον εισάγει μια διαδικασία για περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα Μέρος πιστεύει ότι το άλλο Μέρος χρησιμοποιεί ιστορικά ή πολιτισμικά σύμβολά του. Γι' αυτό, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το ζήτημα περί του εάν η Καθ' ης έθεσε "υπ' όψιν" της Προσφεύγουσας πριν από την Σύνοδο του Βουκουρεστίου το όνομα του αεροδρομίου της πρωτεύουσας. Γι' αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι μολονότι η Καθ' ης δεν φαίνεται να το έκανε, η Προσφεήυγουσα ήταν σε γνώση της ανησυχίας της Καθ' ης και ο Υπουργός Εξωτερικών της Προσφεύγουσας εξήγησε το λόγο για την αλλαγή του ονόματος του αεροδρομίου σε μια συνέντευξη σε Ελληνική εφημερίδα τον Ιανουάριο του 2007. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η Καθ' ης δεν ανέστρεψε το βάρος της απόδειξης της παραβίασης του Άρθρου 7 παράγραφος 3 εις βάρος της Προσφεύγουσας.

*


Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης των ισχυρισμών της Καθ' ης, ότι η Προσφεύγουσα παραβίασε πολλές από τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Καθ' ης έχει αποδείξει μόνο μία τέτοια παραβίαση. Δηλαδή η Καθ' ης απέδειξε ότι η Προσφεύγουσα χρησιμοποίησε το σύμβολο που απαγορεύεται από την παράγραφο 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, το 2004. Από τη στιγμή που η Καθ' ης έθεσε το θέμα στην Προσφεύγουσα το 2004, η χρήση του συμβόλου έληξε τον ίδιο χρόνο.

G. Συμπεράσματα όσον αφορά τις πρόσθετες δικαιολογήσεις της Καθ' ης

1. Συμπεράσματα σχετικά με την exceptio non adimpleti contractus

Έχοντας εξετάσει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης για τις παραβιάσεις της Προσφεύγουσας, το Δικαστήριο επανέρχεται στον ισχυρισμό της Καθ' ης ότι η exceptio, όπως καθορίζεται από την Καθ΄ ης, αποκλείει το Δικαστήριο από το συμπέρασμα ότι η Καθ' ης παραβίασε τις υποχρεώσεις της κατά το Άρθρο 11, παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο υπενθυμιζει ότι σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από μία (την χρήση του συμβόλου που απαγορεύει το Άρθρο 7 παράγραφος 2), η Καθ' ης δεν απέδειξε παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Προσφεύγουσα. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης δεν απέδειξε σύνδεση μεταξύ της χρήσης του συμβόλου το 2004 και την αντίταξη της Καθ' ης το 2008 - δηλαδή απόδειξη ότι όταν η Καθ' ης αντιτάχθηκε στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ το έπραξε σε απάντηση προς την προφανή παραβίαση του Άρθρου 7 παρ. 2, ή γενικότερα, επί της βάση κάποιας πεποίθησης ότι η exceptio απέκλειε το εσφαλμένο της αντίταξης. Η Καθ' ης απέδειξε έτσι να αποδείξει ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες η ίδια συνομολογεί θα ήταν αναγκαίες για την εφαρμογή της exceptio σε αυτή την υπόθεση. Γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν αυτό το δόγμα αποτελεί μέρος του σύγχρονου διεθνούς δικαίου.

2. Συμπέρασμα σχετικά με την απάντηση στην εν τοις πράγμασι παραβίαση


Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Καθ' ης επικαλείται επίσης ότι η ένστασή της στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να εκληφθεί ως απάντηση, κατά την έννοια του Άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969, για τις εν τοις πράγμασι παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που φέρεται ότι διέπραξε η Προσφεύγουσα. Το Άρθρο 60 παράγραφος 3 (β) της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 προβλέπει ότι η εν τοις πράγμασι παραβίαση συνίσταται στην "παραβίαση μιας διάταξης ουσιώδους για την εκπλήρωση του στόχου ή του σκοπού της σύμβασης". Το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης το συμπέρασμα ότι η μόνη παραβίαση που έχει αποδειχθεί είναι η χρήση ενός συμβόλου, κατά παράβαση του Άρθρου 7 παρ. 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, μια κατάσταση που έληξε το 2004. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό το περιστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εν τοις πράγμασι παραβίαση κατά την έννοια του Άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969. Επιπλέον, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Καθ΄ης απέτυχε να αποδείξει ότι η δράση που έλαβε το 2008 όσον αφορά την αίτηση της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ ήταν απάντηση στην παραβίαση του Άρθρου 7 παρ. 2, σχεδόν τέσσερα χρόνια πριν. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η δράση της Καθ' ης εμπίπτει στο πλαίσιο του Άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969.

3. Συμπέρασμα όσον αφορά τα αντίθετα μέτρα

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Καθ' ης επίσης ισχυρίζεται ότι η αντίταξή της για την εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως αναλογικά αντίθετα μέτρα, αντίδρασης στις παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Προσφεύγουσα. Όπως ήδη κατέστησε σαφές το Δικαστήριο, η μόνη παραβίαση που αποδείχθηκε από την Καθ΄ης ήταν η χρήση από την Προσφεύγουσα το 2004 του συμβόλου που απαγορεύεται από το Άρθρο 7 παρ. 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το συμπέρασμα και υπό το φως της ανάλυσης που αφορά τις εξηγήσεις που δόθηκαν από την Καθ' ης για την αντίταξή της στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι η αντίταξη της Καθ' ης στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ ελήφθη για τους σκοπούς της ακύρωσης της χρήσης του συμβόλου που απαγορεύεται από το Άρθρο 7 παρ. 2 από την Προσφεύγουσα. Όπως σημείωσε το Δικαστήριο, η χρήση του συμβόλου που τεκμηριώνει την παραβίαση του Άρθρο 7 παρ. 2 από την Προσφεύγουσα έχει λήξει από το 2004.

Γι' αυτό το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό της Καθ' ης ότι η αντίταξή της μπορεί να δικαιολογηθεί ως αντίθετο μέτρο που αποκλείει την ευθύνη της Καθ' ης για την αντίταξή της στην εισδοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος ώστε να εξετάσει το Δικαστήριο κάποιο από τα πρόσθετα επιχειρήματα που επικαλέστηκαν οι Διάδικοι όσον αφορά το δίκαιο που διέπει τα αντίθετα μέτρα.

Γι' αυτούς τους λόγους, το Δικαστήριο κρίνει απορριπτέες τις πρόσθετες δικαιολογήσεις που επικαλέσθκε η Καθ' ης.

*

Τέλος, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 επιβάλλει στα μέρη το καθήκον να διαπραγματεύονται καλόπιστα υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τα ισχύοντα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά το θέμα που περιγράφεται σε αυτά τα ψηφίσματα.

V. Μέτρα (paras. 167-169)

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις τελικές προτάσεις που αφορούν την ουσία της παρούσας υπόθεσης η Προσφεύγουσα επιδιώκει δύο μέτρα που θεώρησε επαρκή για τις επικαλούμενες παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Καθ' ης. Πρώτον, η Προσφεύγουσα ζητά αποκατάσταση, υπό τον τύπο μιας αναγνώρισης από το Δικαστήριο ότι η Καθ' ης έδρασε παράνομα και, δεύτερο, ζητά αποκατάσταση υπό τον τύπο μιας διάταξης του Δικαστηρίου προς την Καθ' ης ωστε εφεξής να απέχει από κάθε ενέργεια που παραβιάζει τις διατάξεις κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Στο τέλος της αιτιολογίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη μιας παραβίασης από την Καθ' ης για την υποχρέωσή της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Όσο για τα εν δυνάμει μέτρα λόγω αυτής της παραβίασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι κηρύσσεται η αναγνώριση της παραβίασης τήρησης της υποχρέωσης από την Καθ' ης ότι δεν έπρπεε να αντιταχθεί στην εισδοχή ή στην ιδιότητα της Προσφεύγουσας ως μέλους του ΝΑΤΟ. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να διατάξει την Καθ' ης, κατά την αίτηση της Προσφεύγουσας, να απέχει από κάθε μελλοντική συμπεριφορά που συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεών της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Όπως εξήγησε πιο πριν το Δικαστήριο "ως γενικός κανόνας, δεν υπάρχει λόγος για να υποθέσουμε ότι ένα Κράτος του οποίου η πράξη ή η συμπεριφορά έχει κηρυχθεί παράνομη από το Δικαστήριο θα επαναλάβει αυτή την πράξη ή συμπεριφορά στο μέλλον, καθώς η καλή πίστη του τεκμαίρεται" (Δικαιώματα πλοήγησης και συγγενή (Κόστα Ρίκα κατά Νικαράγουας), Απόφαση, Δ.Δ., Συλλογή 2008, σελ. 268, παρ. 150).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κηρύσσει ότι η κρίση ότι η Καθ' ης παραβίασε την υποχρέωσή της έναντι της Προσφεύγουσας κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, συνιστά επαρκή ικανοποίηση.

VI. Εκτελεστική ρήτρα (para. 170)

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(1) Με δεκατέσσερις ψήφους έναντι δύο

Κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί με την Προσφυγή που κατέθεσε η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στις 17 Νοεμβρίου 2008 και ότι η Προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή.

ΥΠΕΡ: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov, Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Donoghue. Ad hoc Δικαστής Vukas
ΚΑΤΑ: Δικαστής Xue. Αd hoc Δικαστής Ρούκουνας

(2) Με δεκαπέντε ψήφους έναντι μιας,

Κρίνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, αντιτασσόμενη στην εισδοχή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, παραβίασε τις υποχρεώσεις της κατά το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας της 13 Σεπτεμβρίου 1995.

ΥΠΕΡ: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov, Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Donoghue, Xue. Ad hoc Δικαστής Vukas.
KATA: Αd hoc Δικαστής Ρούκουνας

(3) Με δεκαπέντε ψήφους έναντι μιας,

Απορρίπτει τις άλλες προτάσεις της πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
ΥΠΕΡ: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov, Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Donoghue. Ad hoc Δικαστής Ρούκουνας
ΚΑΤΑ: Ad hoc δικαστής Vukas.


Ο δικαστής Simma συνάπτει χωριστή γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο δικαστής Bennouna συνάπτει μια δήλωση για την Απόφαση του Δικαστηρίου.
Η δικαστής Xue συνάπτει αποκλίνουσα γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου
Ο ad hoc δικαστής Ρούκουνας συνάπτει μια αποκλίνουσα γνώμη στην Απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο ad hoc δικαστής Vukas επισυνάπτει μια δήλωση στην Απόφαση του Δικαστηρίου.

Παράρτημα στην Περίληψη 2011/6

Χωριστή γνώμη του Δικαστή Simma

Ο Δικαστής Simma συμφωνεί με τις κρίσεις του Διαστηρίου, τόσο σχετικά με την δικαιοδοσία όσο και σχετικά με την ουσία της υπόθεσης. Η ανησυχία του συνδέεται μόνο με τον τρόπο που η Απόφαση χειρίζεται την εγόμενη exceptio non adimpleti contractus. Εκκινεί την ανάλυσή του περιγράφοντας ότι σύμφωνα με την Καθ' ης, εάν το Δικαστήριο έκρινε - όπως πράγματι έκρινε- ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 αντιτασσόμενη στην εισδοχή της FYROM στο ΝΑΤΟ το 2008, η ευθύνη της Ελάδας θα παρέμενε. Και οι τρείς "ενστάσεις" της βασίζονται στον ισχυρισμό προηγούμενων παραβιάσων της Συμφωνίας από την FYROM: αρχικά η Ελλάδα παρουσίαζει το δόγμα της exceptio non adimpleti contractus, μετά η ένσταση της Ελλάδας εξηγείται ως απάντηση στην εν τοις πράγμασι παραβίαση της Συμφωνίας από την FYROM επί τη βάσει του δικαίου των συνθηκών. Τρίτον, η Ελλάδα παρουσιάζει την συμπεριφορά της ως αντίθετο μέτρο στις προηγούμενες παραβιάσεις της FYROM ως δικαιολογημένο βάσει του δικαίου της ευθύνης του Κράτους.
Η Απόφαση απορρίπτει τις τρεις ενστάσεις, και σύμφωνα με τον Δικαστή Simma ορθώς, αν και κατά την άποψή του το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το θέμα εξαιρετικά συνοπτικά. Ο Δικαστής Simma ασχολείται με τον χειρισμό της exceptio non adimpleti contractus από την πλευρά του Δικαστηρίου, διαχωρίζοντάς την από τις δύο προπαρατεθείσες "ενστάσεις". Σχετικά με αυτό το θέμα, οι Διάδικοι τοποθετήθηκαν διαφορετικά. Ενόψει αυτών των συγκρουόμενων δηλώσεων σχετικά με το νομικό θέμα, θα ήταν χρήσιμη μια διευκρίνιση από το Δικαστήριο για την νομική θέση και την αλληλεπίδραση της exceptio με το Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών ("Τερματισμός ή αναστολή λειτουργίας μια συνθήκης ως συνέπεια της παραβίασής της") και το νομικό καθεστώς των αντίθετων μέτρων όπως αναπτύχθηκε από την Επιτροή Διεθνούς Δικαίου.
Η γνώμη του Δικαστή Simma συμβάλει σε μια τέτοια διευκρίνιση. Αναζητά την έννοια της exceptio στην ιδέα της αμοιβαίας ανταλλαγής, η οποία στα πλήρως ανεπτυγμένα νομικά συστήματα έχει σχεδόν πλήρως ρευστοποιηθεί και υποκατασταθεί από ειδικούς κανόνες και θεσμούς. Στο διεθνές δίκαιο, η αμοιβαία ανταλλαγή βρίσκεται ακόμα κοντα στην επιφάνεια, στην ρίζα των ποικίλων μεθόδων της αυτοσυντήρησης με την οποία τα Κράτη διασφαλίζουν τα δικαιώματά τους. Εντοπίζεται σε κυρωτικούς μηχανισμούς του διεθνούς δικαίου, μεταξύ των οποίων τα αντίθετα μέτρα και η μη εκτέλεση μιας συμφωνίας της οποίας το αντικείμενο εμπίπτει στο δίκαιο των συνθηκών.
O Δικαστής Simma αναφέρει σαφώς ότι η exceptio non adimpleti contractus ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Έδωσε νομική έκφραση και συνδέθηκε με τον συναλλαγματικό χαρακτήρα των περισσότερων διεθνών συμφωνιών - ενώ ο κανόνας pacta sunt servanda συνδέεται με τον κανόνα του δούναι και λαβείν. Η ευρεία αναγνώριση αυτού του λειτουργικού συναλλάγματος στο δίκαιο των συνθηκών στα μεγαλύτερα νομικά συστήματα επιτρέπει να γίνει αποδεκτή ως γενική αρχή κατά την έννοια του Άρθρου 38 του Καταστατικού του Δικαστηρίου κι ετσι να εφαρμοστεί και στις διεθνείς νομικές σχέεις. Το ζήτημα είναι λοιπόν ποιες τροποποιήσεις πρέπει να αναπτυχθούν σε μια τέτοια έννοια σε επίπεδο ημεδαπού δικαίου στο επίπεδο της κατάχρησης αν απουσία διαθέσιμου νομικού ελέγχου της κανονικής εφαρμογής της στο εσωτερικό δίκαιο. Στο πλαίσιο των απαντήσεων στην παραβίαση της συνθήκης, η αμφιμερής επίκληση από το ένα μέρος και της άρνησης δικαιολόγησης από το άλλο μέρος είναι ο κανόνας στο μέτρο που είναι δύσκολο να δοθεί στην exceptio η βάση στο εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Η γνώμη του Δικαστή Simma υπογραμμίζει ότι ακριβώς σε τέτοιες περιστάσεις είναι που η κωδικοποίηση αυτής της αρχής στο Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών είναι τόσο σημαντική. Η διάταξη προσθέτει ανταλλακτική αμοιβαιότητα στις συμβατικές σχέσεις - ιδίως επιτρέποντας την αναστολή ή τη λήξη μιας σύμβασης μόνο στην περίπτωση μιας εν τοις πράγμασι παραβίασης από άλλο μέρος και προβλέποντας έναν αριθμό διαδικαστικών όρων. Περαιτέρω, όπως επιβεβαιώθηκε από το Άρθρο 42 παρ. 2 της Σύμβασης της Βιέννης, το Άρθρο 60 διέπει τις νομικές συνέπειες της παραβίασης της συνθήκης εξαντλητικά. Δεν υπάρχει γι' αυτό περιθώριο για την εφαρμογή της exceptio έξω από το πεδίο του Άρθρου 60 και χωρίς διαδικαστικές προϋποθέσεις, όπως θα ήθελε η Ελλάδα να πιστέψει το Δικαστήριο. Ο Δικαστής Simma αναγνωρίζει ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 73 της Συμβασης, οι διατάξεις της δεν θίγουν ζητήματα ευθύνης του Κράτους που εγείρονται από την παραβίαση της σύμβασης. Η αναστοή διατάξεων της σύμβασης ως αντίθετο μέτρο που ελήφθη εναντίον προηγούμενων παραβιάσεων από άλλο μέρος παραμένει άθικτη από το Άρθρο 60 και επιτρέπεται υπό τους όρους του μάλλον αυστηρού καθεστώτος που ορίζεται από τον κώδικα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου επ' αυτού. Ωστόσο, ο Δικαστής Simma συμπεραίνει ότι αφού η Καθ' ης προέβη στην αναγκαία διάκριση σχετικά και η Απόφαση χειρίζεται τις "ενστάσεις" της Ελλάδας ικανοποιητικά, πέραν της exceptio, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να ειπωθεί σχετικά με το θέμα.

Δήλωση του Δικαστή Bennouna
Ο Δικαστής Bennouna διαφωνεί με τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην προκειμένη υπόθεση, παρατηρώντας ότι επέλεξε να αποφύγει συγκεκριμένα κρίσιμα νομικά ερωτήματα που εγέρθησαν και συζητήθηκαν επί μακρών από τους Διαδίκους, κυρίως την exceptio non adimpleti contractus και τα αντίθετα μέτρα, καλυπτόμενο πίσω από την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκαν οι διάδικοι για την υποστήριξη των επιχειρημάτων τους. Σύμφωνα με τον Δικαστή Bennouna, το Δικαστήριο έπρεπε να είχε αναλύσει αυτά τα ερωτήματα ενόψει της έγερσής τους.

Μειοψηφούσα άποψη της Δικαστή Xue
Η Δικαστής Xue διαφωνεί με την απόφαση του Δικαστηρίου να ασκήσει δικαιοδοσία στην υπό κρίση περίπτωση. Υποστηρίζει ότι η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 5 παρ. 1 κι όχι σε αυτό του Άρθρου 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και ότι η Προσφυγή δεν είναι παραδεκτή ως μη επιδεχόμενη δικαστικής κρίσεως.
Η Δικαστής Xue θεωρεί ότι το κρίσιμο στοιχείο για το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του είναι εάν η επίμαχη αντίταξη της Καθ' ης στην συμμετοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ σχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή του Άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ή εάν είναι ένα θέμα που εμπίπτει στο Άρθρο 5 παρ. 1 που εξαιρείται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά το Άρθρο 21 παρ. 2 της σύμβασης. Κατά τη γνώμη της, κάθε ερμηνεία των διατάξεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που αφορά το θέμα του ονόματος θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη περίσκεψη ενόψει του προσωρινού χαρακτήρα της Συμφωνίας και τις εξέλιξης των διαπραγματεύσεων μεταξύ των Διαδίκων για την διευθέτηση της διαφοράς του ονόματος.
Η Δικαστής Xue έχει τη γνώμη ότι κατά τον καθορισμό της αρμοδιότητάς του, το Δικαστήριο ακολουθεί μια μάλλον στενή ερμηνεία του όρου "διαφορά" κατά το Άρθρο 5 παρ. 1. Με αυτή την ερμηνεία η "διαφορά" κατ' αυτό το άρθρο περιορίζεται στην λύση περί του τελικού ονόματος που θα συμφωνηθεί από τους Διαδίκους κατά την διαπραγμάτευση και το Άρθρο 11 παρ. 1 και το Άρθρο 5 παρ 1 τυγχάνουν μεταχείρισης ως εντελώς διαφορετικά θέματα χωρίς ουσιαστική σύνδεση του ενός με το άλλο κατά την εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Διατυπώνει τις αμφιβολίες της για μια τέτοια ερμηνεία της Σύμβασης.
Κατά τη γνώμη της Δικαστού Xue, δεδομένης της φύσης της διαφοράς μεταξύ των Διαδίκων για το θέμα του ονόματος και για την αντίταξη και ενόψει του σκοπού της Ενδιοάμεσης Συμφωνίας, τα Άρθρα 11 παρ. 1 και 5 παρ. 1 συνιστούν δύο κεντρικές διατάξεις της συμφωνίας. Από το αποδεικτικό υλικό που προσκομίστηκε είναι σαφές ότι το κεντρικό ζήτημα της διαφοράς μεταξύ των Διαδίκων που αφορά το Άρθρο 11 παρ. 1 βρίσκεται στην λεγόμενη "διπλή φόρμουλα", όπως είπε η Προσφεύγουσα. Οι ρήτρες του άρθρου 11 παρ. 1 τυγχάνουν διαφορετικής ερμηνείας από τους Διαδίκους. Διαφωνούν ιδίως ως προς το εάν η προσφεύγουσα μπορεί να χρησιμοποιήσει το συνταγματικό όνομά της όταν αναφέρεται στον εαυτό της ή όταν συνεννοείται με τρίτα κράτη σε διεθνείς οργανισμούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν την σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Προσφεύγουσα έχει επιμείνει στην χρήση της συνταγματικής της ονομασίας όταν αναφέρεται στον εαυτό της και απευθύνεται σε τρίτα Κράτη, ενώ η Καθ' ης διαμαρτύρεται σταθερά λόγω αυτής της χρήσης, ισχυριζόμενη ότι συνιστά παραβίαση του ψηφίσματος 817 και της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Η σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας μαζί με τα ψηφίσματα 817 και 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας αναγνωρίζουν το έννομο συμφέρον και των δύο μερών όσον αφορά το θέμα του ονόματος. Ο προσωρινός διακανονισμός του ονόματος κατά το Άρθρο 11 παρ. 1 προβλέπει ένα μέτρο επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των μερών για το θέμα της συμμετοχής της Προσφεύγουσας σε διεθνείς οργανισμούς. Η αμφιβολία για τις ρήτρες του Άρθρου 11 παρ. 1 όσον αφορά το εάν ή σε ποια έκταση μπορεί να χρησιμοποιείται το συνταγματικό όνομα δείχνει ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία, ως ένα προσωρινό μέτρο για την διατήρηση της ειρήνης και των σχέσεων καλής γειτονίας τοσο στην περιοχή όσο και μεταξύ των Μερών, απαιτεί πολλή καλή πίστη και αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στα Μέρη για την εφαρμογή της. Αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να ερμηνευθεί και να δικαιολογηθεί από την προσωρινή φύση της συνθήκης και την εκκρεμότητα του διακανονισμού του θέματος του ονόματος. Γι' αυτό το Άρθρο 11 παρ. 1 είναι αναπόσπαστα συνδεδεμέο με το καθήκον των δύο Μερών να επιλύσουν την διαφορά του ονόματος με διαπραγματεύσεις.Κάθε θέμα που συνδέεται με την διαδικασία των διαπραγματεύσεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 5 παράγραφος1.
Η λεγόμενη "διπλή φόρμουλα" αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο, όπως προέκυψε και από τις διαδικασίες, το προσωρινό όνομα θα χρησιμοποιείται μόνο μεταξύ της Καθ' ης και της Προσφεύγουσας, ενώ το συνταγματικό όνομα της προσφεύγουσας θα χρησιμοποιείται με όλα τα άλλα Κράτη. Η Δικαστής Xue σημειώνει ότι στην παρύσα υπόθεση, αν δεν εξεταστεί η λεγόμενη "διπλή φόρμουλα" θα είναι αδύνατο να κριθούν πλήρως οι πράξεις της Καθ' ης στην Σύνοδο του Βουκουρεστίου σχετικά με την αντίταξη και τον σκοπό της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Κατά τη διεξαγωγή μιας τέτοιας έρευνας πάντως, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την "διαφορά" του Άρθρου 5 παράγραφος 1, κι έτσι να βρεθούμε πέραν της αρμοδιότητας του ΔΙκαστηρίου.
Κατά τη γνώμη της Δικαστή Xue, η από το Δικαστήριο εξέταση της μεμονωμένης πράξης της Καθ' ης να αντιταχθεί στην συμμετοχή της Προσφεύγουσας στο ΝΑΤΟ απομονώνει το Άρθρο 11 παράγραφος 1 από το πλαίσιο της συνολικής σύμβασης και αό το αντικείμενο και τον στόχο της. Το Άρθρο 11 παρ.1 δεν μπορεί να χωριστεί από το Άρθρο 5 παρ. 1 στο μέτρο που αφορά τον διακανονισμό του τελικού ονόματος.
Όσον αφορά το εύρος της δικαστικής εξέτασης, η Δικαστής Xue θεωρεί ότι ακόμη και με μια αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 21 παρ. 2, το Δικαστήριο εάν κρινοντας ότι έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την υπόθεση, εξακολουθούν να υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να απέχει από αυτή την εξέταση, καθώς προσκρούει στο ζήτημα της δικαστικής αυτοσυγκράτησης.
Όπως σημείωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση του Βόρειου Καμερούν, ακόμη κι αν το Δικαστήριο "κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία, το Δικαστηριο δεν είναι υποχρεωμένο σε κάθε υπόθεση να ασκήσει αυτή την δικαιοδοσία του. Υπάρχουν εσωτερικά όρια στην ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Δικαστηρίου, ως δικαιοδοτικού οργάνου, τα οποία δεν πρέπει να αγνοούντα." (Υποθεση που αφορά τα Βόρεια Καμερούν (Καμερούν κατά Ηνωμένου Βασιλείου), Αρχικές Ενστάσεις, Απόφαση, Δ.Δ., Εκθέσεις1963, σελ. 29.)
Συμφωνεί με την θέση του Δικστηρίου ότι το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι το αν η απόφαση του ΝΑΤΟ μπορεί να αποδοδθεί στην Καθ' ης αλλά το εάν η Καθ' ης παραβίασε την υποχρέωσή της που απορρέει από την Ενδιάμεση Συμφωνία κατ' αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της. Η απόφαση του Δικαστηρίου να τοποθετηθεί μόνον επί της νομιμότητας της μεμονωμένης πράξης της Καθ' ης και να απορρίψει όλες τις άλλες αιτήσεις της Προσφεύγουσας δείχνει ότι η Απόφαση απέφυγε να έχει κάποιο αποτέλεσμα στην απόφαση του ΝΑΤΟ να αρνηθεί την πρόσκληση προς το ΝΑΤΟ για να καταστεί η Προσφεύγουσα μέλος του.
Στο μέτρο που η απόφαση του ΝΑΤΟ παραμένει εν ισχύ, η Απόφαση του Δικαστηρίου δεν θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα στη μελλοντική συμπεριφορά των Διαδίκων όσον αφορά την συμμετοχή της Προσφεύγουσας στον οργανισμό. Στην υπόθεση των Βόρειων Καμερούν, το Δικαστήριο ανέφερε ότι η απόφασή του "πρέπει να έχει κάποιες πρακτικές συνέπειες καά την έννοια ότι μπορει να επηρεάσει υφιστάμενα έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, αίροντας την αβεβαιότητα από τις έννομες σχέσεις τους" (απόφαση που αφορά τα Βόρεια Καμερούν (Καμερούν κατά Ηνωμένου Βασιλείου), Αρχικές Ενστάσεις, Απόφαση, Δ.Δ., Εκθέσεις 1963, σελ. 34). κατά τη γνώμη της Δικαστού Xue, αυτή η ρήτρα δεν φαίνεται να έχει εφαρμοστεί στη παρούα υπόθεση.

Επιπλέον, η Δικαστής Xue εκφράζει την ανησυχία της για το δυνητικό αποτέλεσμα της Απόφασης στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων, καθώς η απόφαση του Δικαστηρίου ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί από τους Διαδίκους για να σκληρύνουν την στάση τους στην διαπραγμάτευση, κι έτσι δεν θα συμβάλλει στην ταχεία επίλυση του θέματος του ονόματος.

Μειοψηφούσα άποψη του ad hoc Δικαστή Ρούκουνα

Μετά από μια εισαγωγή κι ένα σύντομο ιστορικό, ο Δικαστής Ρούκουνας παρουσιάζει το πλαίσιο εντός του οποίου τα δύο Μέρη συνήψαν την Ενδιάμεση Συμφωνία της 13 Σεπτεμβρίου 1995, η οποία περιλαμβάνει έναν αριθμό σημαντικών "ασυνήθιστων χαρακτηριστικών", ιδίως το γεγονός ότι τα Μέρη δεν αναφέρονται με τις επωνυμίες τους, λόγω της "διαφοράς" για το όνομα του "Δεύτερου Συμβαλλόμενου Μέρους". Αυτή η διαφορά υπάρχει σε αυτή την υπόθεση και όλες οι αιτήσεις της Προσφεύγουσας και οι αντιδράσεις της Καθ' ης στρέφονται γύρω από αυτήν. Ο Δικαστής Ρούκουνας σημειώνει ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία έχει συναφθεί μέσα στον απόηχο των Βαλκανικών κρίσεων της δεκαετίας του 1990 και περιγράφει τις προσπάθειες των Ευρωπαϊκών θεσμών κατά τα έτη 1992 έως 1994, τις πολιτικές των Ηνωμένων Εθνών και την διαμεσολάβηση αμερικάνων εντεταλμένων που οδήγησαν στην θέσπιση των ψηφισμάτων 817 και 845 και στην Ενδιάμεση Συμφωνία.
Ο δικαστής διαφωνεί με την ερμηνεία του Δικαστηρίου ότι η Προσφεύγουσα δεν έχει η ίδια την υποχρέωση να χρησιμοποιεί το προσωρινό της όνομα στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Αναφέρει ότι αυτή η ερμηνεία δεν είναι συμβατή με την φράση "[πρόκειται να] αναφέρεται για όλες τις χρήσεις", η οποία περιέχεται στα ψηφίσματα 817 και 845 και ενσωματώθηκε στο κείμενο της Συμφωνίας. Περαιτέρω, η φράση "για όλες τις χρήσεις" υπογραμμίζει το αντικείμενο των διαπραγματευσεων, οι οποίες αποσκοπούν στην επίτευξη συμφωνίας για ένα όνομα (και μόνο για ένα όνομα). Ο Δικαστής Ρούκονας παρατηρεί ότι η "διπλή φόρμουλα" προωθήθηκε από την Προσφεύγουσα, η οποία ισχυρίζεται ότι ο σκοπός των διμερών διαπραγματεύσεων που διεξάγονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών είναι μόνο για να επιτευχθεί συμφωνία για το όνομα που θα αντικαταστήσει την προσωρινή επωνυμία FYROM, και η οποία προοριζόταν μόνο για χρήση από την Καθ΄ης, ενώ η Προσφεύγουσα, θα συνεχίσει να αυτοαποκαλείται και να την αποκαλούν ως "Μακεδονία", κατά παράβαση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τη συνθήκη.
Ο δικαστής σημειώνει ότι κατά την περίοδο από το 1993 έως το 2008, η Ελλάδα κατ' επανάληψη εξέφρασε την αντίθεσή της, γραπτώς και προφορικώς, στην στρατηγική της FYROM για χρήση του συνταγματικού της ονόματος σε διεθνείς οργανισμούς και η Καθ' ης κατέστησε απόλυτα σαφή την θέση της ενώπιον της πρότασης της Προσφευγουσας για "διπλή φόρμουλα". Επιπλέον, δεν είναι αναγκαιο από νομική άποψη, για όσους έχουν ενστάσεις να τις διατυπώνουν κάθε φορά και σε κάθε περίσταση.
Ο δικαστής προχωράει λέγοντας ότι η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι συναλλαγματική σύμβαση, κατά την έννοια ότι βασίζεται στην αμοιβαία ανταλλαγή. Οι διατάξεις της είναι στενά διασυνδεδεμένες και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο μερών εξαρτώνται νομικά το ένα από το άλλο. Εκθέτει ότι είναι δύσκολο να δει ποια προνόμια απορρέουν για την Καθ' ης απο την Ενδιάμεση Συμφωνία, πέραν από την κανονικοποίηση των σχέσεών της με το βόρειο γείτονά της, με κοινή αποδοχή ενός ονόματος το οποίο μπορεί να διακρίνει το ένα μέρος από το άλλο. Γι' αυτό πιστεύει ότι το Δικαστήριο έπρεπε να επιδιώξει να καταστήσει κατανοητό το περιεχόμενο και τον σκοπό της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις στο πλαισιο της καλής πίστης και να φροντίσει να μην παρέμβει σε αυτές τις διαπραγματεύσεις άμεσα ή έμμεσα.
Η μειοψηφούσα αποψη αμφισβητεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να δικάσει την διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του. Ο δικαστής είναι της γνώμης ότι το Άρθρο 21 παράγραφος 2 εξαιρεί από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όχι μόνο το ζήτημα που αφορά το όνομα της Προσφεύγουσας, αλά επίσης "την διαφορά που αναφέρεται στο Άρθρο 5 παράγραφος 1, δηλαδή απαγορεύει στο Δικαστήριο να παρέμβει σε κάθε θέμα, το οποίο, σύμφωνα με την Προσφεύγουσα, σχετίζεται "άμεσα ή έμμεσα" με το ζήτημα του ονόματος. Προσθέτει ότι αυτή η εξαίρεση του άρθρου 21 συνδέεται επίσης με το Άρθρο 22, το οποίο απηχεί το Άρθρο 8 και 10 της Συνθήκης της Βορειοατλαντικης Συμμαχίας, ενώ το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ερμηνεύσει αυτό το νομικό κείμενο.
Το θεωρεί λυπηρεό ότι το Δικαστήριο ακολούθησε μια συσταλτική ερμηνεία του Άρθρου 5 και, ταυτόχρονα, μια ευρεία ερμηνεία του πρώτου μέρους του Άρθρου 11 και μια συσταλτική ερμηνεία του δεύτερου μέρους του ίδιου Άρθρου. Πιστεύει ότι το Δικαστήριο έχει πάρει μια θέση που μπορεί να ερμηνευθεί ως συμβάλλουσα σε ένα "τετελεσμένο" ή που μπορεί να οδηγήσει σε νέα δχέρανση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο Κρατών. Προσθέτει ότι η έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι η απόφαση της 3ης Απριλίου 2008 του ΝΑΤΟ είναι μια πράξη διεθνούς οργανισμού και η Ελλάδα δεν ειναι υπόλογη για πράξεις των οργανισμών στις οποίες είναι μέλος.
Ο Δικαστής Ρούκουνας αναφέρει ότι η συμπεριφορά της Προσφεύγουσας είναι ασύμβατη με το Άρθρο 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η οποία προβλέπει την υποχρέωση των Μερών να διεξάγουν καλόπιστες διαπραγματεύσεις. Πιστεύει ότι το ψήφισμα 817 ενσωματώθηκε στο Άρθρο 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας κυρίως επειδή αναφέρεται στην "διαφορά για το όνομα". Το Άρθρο 5 ιδρύει δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των Μερών. Στην πρώτη παράγραφό του επιβάλλει τις διαπραγματεύσεις "με στόχο να καταλήξουν σε συμφωνία επί της διαφοράς", πρώτον για το τι νοείται ως "όνομα" και δεύτερον για το ποιος θα το χρησιμοποιεί. Η δεύτερη παράγραφος του Άρθρου 5 ακολουθεί την πρώτη, "με την επιφύλαξη" της διαφοράς επί του ονόματος, αναφέροντας ότι τα Μέρη οφείλουν να διευκολύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις, ιδίως τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις και ότι "θα λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα" για αυτό. Πιστεύει ότι η εμμονή της Προσφεύγουσας όσον αφορά την "διπλή φόρμουλα" περιόριε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Μερών, πράγμα που θεωρεί ότι αποδείχθηκε πλήρως από τις δηλωσεις του Προέδρου και του Πρωθυπουργού της FYROM τις οποίες παραθέτει κατά λέξη και οι οποίες κατά τη γνώμη του είχαν εν δυνάμει αποδομητικό χαρακτήρα, αλλά επ' αυτών η Απόφαση σιωπά. Υπενθυμίζει ότι η Ελάδα μετέβαλε την θέση της και κατέστηε σαφές ότι θα αποδεχόταν ένα όνομα που θα περιλάμβανε τον όρο "Μακεδονία", υπό την όρο ότι θα συνοδευόταν από ένα προσδιοριστικό και ότι το όνομα θα πρέπει να χρησιμοποιείται έναντι όλων. Η FYROM από την άλλη πλευρά, διακήρυξε ότι η διεθνής χρήση ενος ονόματος διαφορετικού από την συνταγματική της ονομασία ήταν απαράδεκτη. Προσέθη ότι ήταν ένα ζήτημα εάν οι πράξεις της Προσφεύγουσας ήταν συμβατές με τους γενικά αναγνωρισμένους όρους για μια ορθή συμπεριφορά "σοβαρών" διαπραγματεύσεων και καλής πίστης σεμια διαδικασία η οποία είναι σ' εξέλιξη για 16 έτη χωρίς επιτυχία.
Ο δικαστής εξετάζει το ερώτημα της εισδοχής σε "κλειστούς" ή "περιφερειακούς" οργανιμούς, αφού το ΝΑΤΟ διαφέρει απο τους άλλους οργανισμούς λόγω της στρατιωτικής φύσεώς του και της σχέσης του με θέματα άμυνας. Ισχυρίζεται ότι το αρμόδιο όργανο του οργανισμού μπορεί να προβλέψει πρόσθετους όρους για την εισδοχή νέου μέλους. Πολιτικοί παράγοντες που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά του υποψήφιου Κράτους ως προς τις σχέσεις του με τα κράτη μέλη μπορεί επίσης να ληφθούν υπόψη κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας εισδοχής και κάθε κράτος μέλος μπορεί να καθορίσει υποκειμενικά εάν όλα τα απαραίτητα κριτήρια τηρούνται πριν τοποθετηθεί. Για να δεχθούν ένα νέο μέλος του ΝΑΤΟ, τα κράτη Μέλη, αφού αποφασίσουν εάν το υποψήφιο κράτος της Ευρώπης είναι σε θέση να διευρύνει τις αρχές της Συνθήκης και να συμβάλλει στην ασφάλεια της περιοχής του Βόρειου Ατλαντικού, αποφασίζουν με ομόφωνη συμφωνία να καλέσουν αυτό το Κράτος να προσχωρήσει στον οργανισμο (Άρθρο 10 της Συνθήκης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας). Έπεται ότι όλα τα Κράτη μέλη χωρίς εξαίρεση έχουν το δικαίωμα, ή ακόμη και την υποχρέωση, να αποφασίσουν εάν το υποψήφιο Κράτος πληροί όλους τους αναγκαίους όρους για την εισδοχή του στον οργανισμό. Και κάθε Κράτος μέλος του οποίου οι σχέσεις με το υποψήφιο Κράτος αποτελούν πηγή ανησυχίας δεν πρέπει να αποκλείεται από την έκφραση μιας γνώμης για την πραγματική κατάσταση αυτών των σχέσεων. Η αποτροπή ενός Κράτους από αυτό σημαίνει στέρηση από τα δικαιώματά του. Η απόφαση του ΝΑΤΟ ακολουθήθηκε από απεύθυνση του οργανισμού προς την Προσφεύουσα για "αμοιβαία αποδεκτές λύσεις σε εκκρεμή ζητήματα".
Η μειοψηφούσα γνώμη διαφωνεί με την ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο στο Άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η οποία όχι μόνο ενισχύει το πρώτο μέρος της της πρώτης παραγράφου του άρθρου έναντι του δεύτερου μέρους της δεύτερης παραγράφου, αλλά επίσης θίγει και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Καθ' ης απέναντι σε τρίτα μέρη. Έτσι, δίνεται ιδιαίτερο βάρος από το Δικαστήριο στο πρώτο μέρος τυ Άρθρου 11 παράγραφος 1 - το οποίο περιέχει άλλο ένα "ασυνήθιστο στοιχείο" στην φράση "το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος συμφωνεί να μην αντιταχθεί" - σε βαθμό να την καθιστά ακατανόητη. Χωρίς ένα επαρκές επιχείρημα, το Δικαστήριο ελαχιστοποιεί το πεδίο εφαρμογής του δεύτερου μέρους της παραγράφου 1, το οποίο εκθέτει ους όρους για την χρήση του ονόματος FYROM. Σύμφωνα με τον δικαστή, η ιδέα ότι το δεύτερο μέρος του Άρθρου 11 παράγραφος 1, θα μπορούσε να εφαρμόζεται μόνο όταν ο οργανισμός απευθύνεται στην Προσφεύγουσα με όνομα πέραν του FYROM είναι εντελώς εσφαλμένη και η διάκριση ανάμεσα στο τι συμβαίνει πριν και τι συμβαίνει μετά την εισδοχή στον διεθνή οργανισμό δεν είναι νομικά ορθή, ενόψει της σύμβασης και της ειδικής φύσης του ΝΑΤΟ. Όσον αφορά την διαδικασία εισδοχής, ο Δικαστής Ρούκουνας σημειώνει ότι η απόφαση της Συμμαχίας ελήφθη σύμφωνα με την συνήθη πρακτική, ύστερα από διαβούλευση εντός κι εκτός του οργανισμού. Καθώς οι ατομικές απόψεις ενσωματώνονται στην απόφαση του οργανισμού είναι αδύνατο να διαχωριστεί η θέση της Ελλάδας από αυτή του οργανισμού. Το ΝΑΤΟ έχει τις δικές του διαδικασίες που βασίζονται στην ομοφωνία των κρατών Μελών. Ο Δικαστής προσθέτει ότι η ανάγνωση του Δικαστηρίου της φράσης "το Πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος συμφωνείν να μην αντιταχθεί" (στην εισδοχή σε διεθνείς οργανισμούς) έχει ως αποτελέσμα τον αποκλεισμό της Καθ' ης από κατοχυρωνένες διεθνείς αρμοδιότητες. Αντιθέτως, μια ισορροπημένη ανάγνωση του Άρθρου 11 θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η Καθ' ης δεν απαγορεύεται, νομικά ή πολιτικά, να δημοσιοποιήσει τους λόγους, για τους οποίους, κατά την γνώμη της, η δόλια συμπεριφορά της Προσφεύγουσας συνιστούσε παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και δεν πληρούσε τα κριτήρια του Άρθρου 10 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των οργάνων της Συμμαχίας προς τα Μέρη να διευθετήσουν την διαφορά τους για το όνομα.
Όσον αφορά την διεθνή διαμαρτυρία, υπερνθυμίζει ότι αυτό αποτελεί μια νομική έννοια του εθιμικού δικαίου, κατά την οποία ένα υποκείμενο του διεθνούς δικαίου ενίσταται σε μια επίσημη πράξη ή συμπεριφορά άλλου υποκείμενου, την οποία θεωρεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η διαμαρτυρία αποκτά πρόσθετη βαρύτητα όταν αντιτίθεται σε μια πράξη ή συμπεριφορά η οποία είναι ασύμβατη με τις διεθνείς υποχρεώσεις του άλλου υποκειμένου του διεθνου΄ς δικαίου. Έχει το αποτέλεσμα της προστασίας των δικαιωμάτων του διαμαρτυρόμενου υποκειμένου και να επισημάνει την παράνομη φύση της επίμαχης επίσημης πράξης ή συμπεριφοράς. Περαιτέρω ενισχύεται και καθίσταται αδιαμφισβήτητη μέσω της επανάληψής της. Ο Δικαστής Ρούκουνας παρατηρεί ότι το Δικαστήριο ουδέποτε βασίστηκε στον αριθμό των διαμαρτυριών για να αποφασίσει την νομική ισχύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η Απόφαση κρίνει τις οκτώ διαμαρτυρίες της ΕΛλάδας κατά την περίοδο μεταξύ της θέσπισης του ψηφίσματος 817 και της σύναψης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ως ανεπαρκείς και αμφισβητεί πολλές άλλες (περίπου 85) που εκφράστηκαν από την Ελλάδα από την σύναψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας κατά της χρήσεως του συνταγματικού ονόματος της FYROM στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών. Ο Δικαστής Ρούκουνας εκφράζει την ανησυχία του ότι με την χρήση ποσοτικών κριτηρίων για τον καθορισμό της νομικής ισχύος μιας διεθνούς πράξης, το Δικαστήριο υποβαθμιζει την ίδια την έννοια της διεθνούς διαμαρτυρίας. Ο Δικαστής Ρούκουνας θέτει την έννοια της καλής γειτονίας. Το δικαίωμα της γιετονιας και το δικαίωμα καλής γειτονίας είναι αναπτυσσόμενες έννοιες. Όταν η καλή γειτονια ενσωματώνεται σε διεθνή συνθήκη καθίσταται νομική αρχή, η οποία πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με τις θεμελιώδεις έννοιες που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, για τον οποίο οι σχολιαστές γενικώς αναφέρουν ότι κατοχυρώνει νομικά το αμοιβαίο δικαίωμα των γειτονικών κρατών στη προστασία των εννόμων συμφερόντων τους. Προσθέτει ότι η αρχή της καλής γειτονίας δεν είναι δεσμευτική μόνο για τα κράτη, αλλά στο μέτρο που η παραβίασή της μπορεί να αφορά πράξεις οργάνων της διεθνούς κοινότητας, είναι επίσης μια υποχρέωση που επιβάλλεται και για διεθνείς οργανισμούς, οι οποίοι πρέπιε να διασφαλίζουν ότι τηρείται. Ο Δικαστής Ρούκουνας υπενθυμίζει ότι η καλή γειτονία αναφέρεται ειδικώς στα ψηφίσματα 817 και 845 και στα δελτία τύπου του ΝΑΤΟ και ότι η Ενδιάμεση Συμφωνια περιορίζει την ελευθερία των Μερών σε επτά σημεία, ενώ το αντικείμενό της είναι κυρίως να ρυθμίσει τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των κρατών. Γι' αυτό η Συμφωνία περιέχει την διάταξη για την Προσφεύγουσα να αναφέρεται προσωρινά και για κάθε χρήση ως FYROM στους διεθνείς οργανισμου΄ς, ενώ εκκρεμεί ο διακανονισμός της διαφοράς με διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με τον Δικαστή Ρούκουνα, οι προκλητικές ενέργειες της Προσφεύγουσας, οι οποίες παραβιάζουν αυτές τις υποχρεώσεις, συνεχίζονται με διάφορες μορφές: αλυτρωτικά αιτήματα σχετικά με γεωγραφικά και εθνοτικά μέτωπα της FYROM, τα οποία εκτείνονται πέραν των πολιτικών συνόρων, σχολικά βιβλία, χάρτες, επίσημες εγκυκλοπαίδειες και διεγερτικές ομιλίες.
Το Άρθρο 22 είναι μια απάντηση στην ανησυχία που εξέφρασαν όσοι μελετησαν το δίκαιο των συνθηκών, όσον αφορά το πρόβλημα της ερμηνείας και των ασαφειών που προκαλούνται από την σιωπή των διεθνών συμφωνιών για την σχέση μεταξύ αυτών των συμφωνιών και άλλων προγενέστερων ή μεταγενέστερων συνθηκών. Δεν είναι απλώς μια προδιατυπωμένη ρήτρα και σκοπός του είναι να αποτρέψει κάθε εν δυνάμει αμφιβολία όσον αφορά την ερμηνεια του Άρθρου 30 παρ. 2 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Το Άρθρο 22 εφαρμόζεται σε όλη την Ενδιάμεση Συμφωνία και πρέπει να διαβαστεί σε συνδυασμό με το Άρθρο 8 της Συνθήκης για την Βορειοατλαντική Συμμαχία, η οποία προστατεύει ένα κράτος Μέλος από την αποποίηση των δικαιωμάτων και των καθηκόντων του ενώπιον της Συμμαχίας. Επιπλέον,κατά την ενσωμάτωση του Άρθρου 22 στην Ενδιάμεση Συμφωνία, και τα δύο Μέρη ήταν εν γνώσει του πεδίο εφαρμογής της, ενόψει του ειδικού στρατιωτικού και αμυντικού χαρακτήρα της καταστατικής συνθήκης του ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά την ένσταση της Καθ' ης, σε επικουρικό σημείο, όσον αφορά την αρχή της exceptio non adimpleti contractus, ο Δικαστής Ρούκουνας κρίνει ότι η exceptio εκφράζει μια αρχή τόσο δίκαιη και τόσο δίκαιη που μπορεί να βρεθεί με τη μία ή την άλλη διατύπωση σε κάθε νομικό σύστημα. Είναι παρακολούθημα της αμοιβαιότητας και των συναλλαγματικών συμφωνιών και μια γενική αρχή του δικαίου ανεξάρτητη από το Άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δικαιο των Συνθηκών. Όπως κατέστησε σαφές το Δικαστήριο στην υπόθεση που αφορά τις Στρατιωτιές και Παραστρατιωτικές Δραστηριότητες στην και εναντίον της Νικαράγουα, το γενικό διεθνές δίκαιο και το δίκαιο των συνθηκών αλλεπικαλύπτονται σταθερά. Το Άρθρο 60 δεν αποκλείει το θιγόμενο μέρος από το δικαίωμα να επικαλεστεί την exceptiο. H Eλλάδα απάντησε ήπια στις πρακτικές της Προσφεύγουσας. Στην περίπτωση της αίτησης της τελευταιας για να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ δεν αξίωσε την αναστολή ή την λήξη της Συμφωνίας ως τέτοιας. Κατέστησε τη θέση της ευρέως γνωστή, αλλά χωρίς να εφαρμόσει τα ειδικά άρθρα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Είναι σημαντικό όμως να δοθεί έμφαση στη διατύπωση του Άρθρου 66 παρ. 5 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο τωνΣυνθηκών, η οποία προβλέπει ότι "με επιφύλαξη του άρθρου 45, το γεγονός ότι το Κράτος δεν έχει προηγούμενως προβεί στην κοινοποίηση που περιγράφεται στην παράγραφο 1 δεν το αποκλείει απο το να προχρήσει σε αυτή την κοινοποίηση εις απάντησιν έναντι ετέρου μέρους επικαλούμενο την εφαρμογή της συνθήκης και της παραβίασής της". Η Ελλάδα έχει ακολουθήσει τους ουσιαστικούς όρους της αναλογικότητας και της ανατρεψιμότητας. Όσον αφορά τους διαδικαστικούς όρους, επιτρέπεται η ελαστικότητα, καθώς τα υπό σχέδιο άρθρα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου είναι ένα μείγμα κωδικοποίησης και δημιουργικής ανάπτυξης.
Ο Δικαστής Ρούκουνας στην συνέχεια εξετάζει τηνπροσέγγιση του Δικαστηρίου επί των αντίθετων μέτρων. Κρίνει ότι λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη έκταση της βλάβης που υπέστη από την παραβίαση των άρθρων 5,6,7 και 11 της Ενδιάμεσης Συμωνίας και ανεξάρτητα απο την τρέχουσα εξέλιξη του διεθνούς δικαίου όσον αφορά τα αντίθετα μέτρα,το μέτρο που ακολούθησε η Καθ' ης ικανοποιεί τον όρο της αναλογικότητας. Πιστεύει οτι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου επ' αυτών των παραβιάσεων δεν ασχολείται με την ουσία των ζητημάτων.

Δήλωση του ad hoc Δικαστή Vukas

Ο συντάκτης συμφωνεί με το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί με την Προσφυγή της πρώτην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και ότι αυτή η Προσφυγή είναι παραδεκτή.
Επίσης συμφωνεί με την άποψη του Δικαστηρίου ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε το Άρθρο 11 παράγραφος 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που υπογράφηκε από τα μέρη στις 13 Σεπτεμβρίου 1995. Ωστόσο, δεν συμφωνεί με την κρίση του Δικαστηρίου περί απόρριψης του αιτήματος της Προσφεύγουσας για να διαταχθεί η Καθ' ης να τηρήσει τις υποχρε΄σεις της κατά το Άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας στο μέλλον.


Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...