Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο της Ευρώπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβούλιο της Ευρώπης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2012

Η Ελλάδα υπόλογη για τη ρύπανση στον Ασωπό

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Κοινωνικά Δικαιώματα, όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης που εξετάζει συλλογικές προσφυγές φορέων εναντίον των κρατών-μελών του Ευρωπαϊκού Χάρτη Κοινωνικών Δικαιωμάτων εξετάζει προσφυγή της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (FIDH) εναντίον της Ελλάδας, για την περιβαλλοντική ρύπανση σε περιοχή κοντά στην Αθήνα.

Σε πρώτη φάση, η Επιτροπή κήρυξε παραδεκτή την προσφυγή 72/2011, με απόφασή της (βλ. εδώ στα αγγλικά). Η προσφυγή αφορά τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής ρύπανσης στην υγεία των ανθρώπων που κατοικούν κοντά στον ποταμό Ασωπό και την βιομηχανική περιοχή των Οινοφύτων, η οποία ευρίσκεται 50 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας.

Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει προθεσμία έως τις 3 Φεβρουαρίου 2012 για να υποβάλλει γραπτές προτάσεις όσον αφορά την ουσία της προσφυγής.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης επί του παραδεκτού, έχει ως εξής (σε μετάφραση από τα αγγλικά):

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ

7 Δεκεμβρίου 2011

Διεθνής Ομοσπονδία Ανθρώπινων Δικαιωμάτων (FIDH)

κατά Ελλάδας

Προσφυγή αρ. 72/2011

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων, επιτροπή ανεξάρτητων ειδικών που έχει ιδρυθεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη ("η Επιτροπή"), κατά τη διάρκεια της 254ης διάσκεψής της, στην οποία συμμετείχαν οι:

κ.κ. Luis JIMENA QUESADA, Πρόεδρος
Colm O’CINNEIDE, Αντιπρόεδρος
κα Monika SCHLACHTER, Αντιπρόεδρος
κ. Jean-Michel BELORGEY, Γενικός Εισηγητής
κα Csilla KOLLONAY LEHOCZKY
κ.κ. Andrzej SWIATKOWSKI
Lauri LEPPIK
Rüçhan IŞIK
Πέτρος ΣΤΑΓΚΟΣ
κα Jarna PETMAN
κ. Giuseppe PALMISANO
κα. Karin LUKAS
Υποβοηθούμενη από τον κ. Régis BRILLAT, Εκτελεστικό Γραμματέα

Έχοντας υπόψη την προσφυγή με ημερομηνία 8ης Ιουλίου 2011, η οποία καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα με τον αρ. 72/2011, από την Διεθνή Ομοσπονδία Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ("η FIDH") και υπογράφηκε από την Πρόεδρό της, κ. Mrs Souhayr Belhassen, με την οποία αιτείται από την Επιτροπή να αποφασίσει ότι η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 11 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη ("ο Χάρτης του 1961"),

Έχοντας υπόψη τα συνημμένα έγγραφα της προσφυγής.
Έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της Κυβέρνησης της Ελλάδας ("η Κυβέρνηση") που ελήφθησαν την 31η Οκτωβρίου 2011.
Έχοντας υπόψη τον Χάρτη του 1961 και ιδιαίτερα το Άρθρο 11 το οποίο αναφέρει τα παρακάτω:

Άρθρο 11 - Το δικαίωμα προστασίας της υγείας

Μέρος Ι: "Καθένας έχει δικαίωμα να επωφελείται από μέτρα που του επιτρέπουν να απολαμβάνει τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα υγείας."
Μέρος ΙΙ: "Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματιή ενάσκηση του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύονται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα που υποδεικνύονται, άμεσα ή σε συνεργασία με δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς, ώστε:

1. να εξαλείψουν στο μέτρο του εφικτού τις αιτίες των κινδύνων για την υγεία
2. να παρέχουν σμβουλευτικές και εκπαιδευτικές υποδομές για την προώθηση της υγείας και την ενθάρρυνση της ατομικής ευθύνης σε θέματα υγείας.
3. να αποτρέπουν στο μέτρο του εφικτού τις επιδημίες, τις ενδημικές και άλλες ασθένεις καθώς και τα ατυχήματα."

Έχοντας υπόψη το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που προβλέπει ένα σύστημα συλλογικών καταγγελιών ("το Πρωτόκολλο").

Έχοντας υπόψη τον Κανονισμό της Επιτροπής που θεσπίστηκε από την Επιτροπή στις 29 Μαρτίου 2004, στην 207η διάσκεψή της , στις 20 Φεβρουαρίου 2009 στην 234η διάσκεψή της και στις 10 Μάη 2011 ("ο Κανονισμος").

Έχοντας διασκεφθεί στις 7 Δεκεμβρίου 2011

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία θεσπίστηκε κατά την παρακάτω ημερομνηνία.

1. Η FIDH ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην Ελλάδα συνιστά παραβίαση του άρθρου 11 του Χάρτη του 1961. Η FIDH ισχυρίζεται ότι το Ελληνικό Κράτος δεν έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να περιορίσει ή ελαττώσει τις επιβλαβείς συνέπειες από περιβαλλοντική ρύπανση ευρείας κλίμακας στην υγεία των προσώπων που ζουν στην επίμαχη περιοχή του ποταμού Ασωποπύ και πλησίον της βιομηχανικής περιοχής των Οινοφύτων, 50 χλμ βόρεια της Αθήνας και να διασφαλίσει ότι τα εν λόγω άτομα μπορούν να απολαύσουν πλήρως το δικαίωμά τους για προστασίας της υγείας.

2. Η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι η προσφυγεί τηρεί τους όρους του παραδεκτού που τίθενται με το Άρθρο 1 β) και το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου, με την επιφύλαξη των επιχειρημάτων επί του ζητήματος της ουσίας.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

3. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με το Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου, το οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 18 Ιουνίου 1998 και τέθηκε σε ισχύ σε αυτό το κράτος στις 18 Αυγούστου 1998, η προσφυγή υποβλήθηκε γραπτώς και αφορά το άρθρο 11 του Χάρτη του 1961, διατάξεις που έγιναν αποδεκτές από την Ελλάδα όταν κύρωσε την συνθήκη στις 6 Ιουνίου 1984 και με τις οποίες δεσμεύεται από την έναρξη της ισχύος της συνθήκης σε αυτήν στις 8 Ιουλίου 1984.

4. Επιπλέον, παρατίθενται οι λόγοι της προσφυγής.

5. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι σύμφωνα με τα Άρθρα 1 β) και 3 του Πρωτοκόλλου, η FIDH είναι μια διεθνής μη κυβερνητική οργάνωση με συμμετοχική θέση στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Περιλαμβάνεται στον κατάλογο, ο οποίος θεσπίστηκε από την Κυβερνητική Επιτροπή των διεθνών μη κυβερνητικώνοργανώσεων και έχει δικαίωμα να υποβάλλει προσφυγές ενώπιον της Επιτροπής.

6. Η Επιτροπή έχει ήδη κρίνει ότι η FIDH έχει αρμοδιότητα για τους σκοπούς της διαδικασίας της υποβολής συλλογικών προσφυγών, κατά την έννοια του Άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου, όσον αφορά διάφορα θέματα που καλύπτονται από τις υποβληθείσες προσφυγές (FIDH κατά Ελλάδας, Αρ. 7/2000, απόφαση επί του παραδεκτού της 28ης Ιουνίου 2000, §8. FIDH κατά Γαλλίας, καταγγελία Αρ. 14/2003, απόφαση επί του παραδεκτού της 16ης Μάη 2003, §5. FIDH κατά Βελγίου, προσφυγή Αρ. 62/2010, απόφαση επί του παραδεκτού της 1ης Δεκέμβρη 2010,, §6 ). Ενόψει του ευρέως πεδίου δράσεων της FIDH, κρίνεται ότι ο όρος συντρέχει και για τους σκοπούς της παρούσας προσφυγής.

7. Η προσφυγή έχει υπογραφεί από την κ. Souhair Belhassen Πρόεδρο της οργάνωσης. Η Επιτροπή έχει ήδη κρίνει ότι η κ. Souhair Belhassen έχει δικαίωμα εκπροσώπησης της FIDH για τους σκοπούς των συλλογικών καταγγελιών (FIDH κατά Βελγίου, καταγγελία Αρ. 62/2010, αποφαση επί του παραδεκτού της 1ης Δεκέμβρη 2010, §7 ). Γι' αυτό η Επιτροπή θεωρεί ότι συντρέχει ο όρος που προβλέπεται από τον Κανόνα 23 του Κανονισμού.

8. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή, βασιζόμενη στην έκθεση που παρουσιάστηκε από την κ. Karin LUKAS και με την επιφύλαξη να αποφασίσει για την ουσία της προσφυγής,

ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΠΑΡΑΔΕΚΤΗ

Εφαρμόζοντας το άρθρο 7§1 του πρωτοκόλλου, ζητά από την Εκτελεστική Γραμματεία να κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα οργάνωση και στο Καταγγελλόμενο Κράτος την παρούσα απόφαση, να την αποστείλει στα κράτη μέλη του Πρωτοκόλλου και στα μέλη που έχουν υποβάλει δήλωση σύμφωνα με το Άρθρο Δ παρ. 2 του Αναθεωρημένου Χάρτη και να την δώσει στη δημοσιότητα.
Ζητά από την Εκτελεστική Γραμματεία να δημοσιεύσει την απόφαση στο Διαδικτυακό τόπο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Καλεί την Κυβέρνηση να υποβάλλει γραπτές προτάσεις επί της ουσίας της προσφυγής μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου 2012.

Καλεί την FIDH να υποβάλει απάντηση στις προτάσεις της Κυβέρνησης εντός της προθεσμίας που θα καθοριστεί.

Καλεί τα κράτη μέλη του Πρωτοκόλλου και τα κράτη που έχουν υποβάλει δήλωση κατά το Άρθρο Δ παρ. 2 του Αναθεωρημένου Χάρτη να υποβάλλουν σχόλια έως τις 3 Φεβρουαρίου 2012, εάν το επιθυμούν.

Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 7§2 του Πρωτοκόλλου, καλεί τους διεθνείς οργανισμούς εργαζομένων ή εργοδοτών που μνημονεύονται στο άρθρο 27§2 του Χάρτη να υποβάλλουν παρατηρήσεις μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου 2012.


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2011

Διακήρυξη για τις 10 Αρχές Διακυβέρνησης του Διαδικτύου

Διακήρυξη της Επιτροπής Υπουργών για τις Αρχές Διακυβέρνησης του Διαδικτύου

(Θεσπίστημε από την επιτροπή Υπουργών την 21η Σεπτεμβρίου 2011, κατά την 1121η συνάντηση των αναπληρωτών Υπουργών).

1.Το Διαδίκτυο είναι ένας συναθροιστής ενός μεγάλου φάσματος ιδεών, τεχνολογιών, πόρων και πολιτικών που αναπτύχθηκαν σε πλαίσιο ελευθερίας και με συλλογικές προσδοκίες για το κοινό συμφέρον. Τα κράτη, ο ιδιωτικός τομέας, η κοινωνία των πολιτών και τα άτομα έχουν συμβάλλει όλοι στη διαμόρφωση του δυναμικού, ανοικτού και επιτυχούς Διδικτύου που γνωρίζουμε σήμερα. Το Διαδίκυο παρέχει ένα χώρο ελευθερίας, διευκολύνοντας την ενάσκηση και απόλαυση θεμελιωδών δικαιωμάτων, τις συμμετοχικές και δημοκρατικές διαδικασίες, και τις κοινωνικές κι εμπορικές δραστηριότητες.

2. Τα ανωτέρω έχουν εμπνεύσει ένα κοινό όραμα για την διακυβέρνηση του Διαδικτύου, το οποίο έχει καταγραφεί στην Διακήρυξη των Αρχών που αναγνωρίστηκαν στη Γενεύη, στην Παγκόσμια Διάσκεψη για την Κοινωνία της Πληροφορίας το 2003. Η Ατζέντα της Τύνιδας, που θεσπίστηκε στην δεύτερη φάση της Παγκόσμιας Διάσκεψης για την Κοινωνία της Πληροφορίας τον Νοέμβριο του 2005, όριζε την διακυβέρνηση του Διαδικτύου ως την ανάπτυξη και εφαρμογή κοινών αρχών, κανόνων, νόμων, διαδικασιών λήψης αποφάσεων και προτγραμμάτων που διαμορφώνουν την ανάπτυξη και χρήση του Διαδικτύου, από κυβερνήσεις, τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία των πολιτών, κατά το σεβαστό ρόλο καθενός.

3. Οι συζητήσεις για την διακυβέρνηση του Διαδικτύου λαβάνουν χώρα σε διάφορα εθνικά και διεθνή fora αποτελούν απτό αποτέλεσμα αυτού του οράματος. Έχουν προωθήσει το διάλογο μεταξύ κρατών, ιδιωτικού τομέα και κοινωνίας πολιτών και έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση κοινών απόψεων για τις πολιτικές περί Διαδικτύου και, ευρύτερα, για την διακυβέρνηση του Διδικτύου. Αναζητώντας την διατήρηση και εναρμόνιση αυτής της προσέγγισης, οι κοινότητες του Διαδικτύου, οι διεθνείς οργανισμοί κι άλλοι παράγοντες που έχουν εμπλακεί σε προσπάθειες διατύπωσης των κεντρικών αξιών του Διαδικτύου έχουν αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για διάφορες πτυχές της διακυβέρνησης του Διαδικτύου.

4. Το Σύμβούλιο της Ευρώπης έχει συμμετάσχει σε αυτές τις διαδικασίες και τα 47 κράτη μέλη του έχουν υποστηρίξει σε έναν αριθμό νομοθετικών κειμένων που ορίζουν πρότυπα, μέτρα τα οποία αποσκοπούν στη διασφάλιση ενός maximum δικαιωμάτων για το Διαδίκτυο, με ένα ελάχιστο περιορισμών, ενώ προσφέρουν το επίπεδο ασφάλειας που αναμένουν οι άνθρωποι. Αυτό απορρέει από την υπουχρέωση των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να αναλαμβάνουν την διασφάλιση σε καθέναν εντός της δικαιοδοσίας του δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (αρ. Συμβ. 5).

5. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια βιώδιμη, ανθρωποκεντρική και δικαιωματική προσέγγιση περί Διαδικτύου, είναι απαραίτητο να επιβεβαιωθούν οι αρχές της διακυβέρνησης του Διαδικτύου που αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου, καθώς επίσης και τα βασικά δόγματα των κοινοτήτων στο Διαδίκτυο όπως έχουν αναπτυχθεί κατά την παραπάνω διαδικασία.

6. Συμβάλλοντας σε αυτή την εξελισσόμενη, ανοικτή, συνεργατική και μη αποκλειστική διαδικασία, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης:

- Επιβεβαιώνει τις αρχές που εκτίθενται παρακάτω, που βασίζονται σε αρχές διακυβέρνησης του Διαδικτύου που έχουν αναπτυχθεί προοδευτικά από παράγοντες και κοινότητες του Διδικτύου.

- Διακηρύσσει τη δέσμευσή του σε αυτές τις αρχές και υπογρμμίζει ότι θα πρέπει να τηρούνται από όλα τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της δημιουργίας εθνικών και διεθνών πολιτικών για το Διαδίκτυο.

- Ενθαρρύνει κι άλλους παράγοντες να πάρουν μέρος στην ενάσκηση των δικών τους αρμοδιοτήτων.

Αρχές Διακυβέρνησης Διαδικτύου

1. Ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία και κράτος δικαίου


Οι πράξεις διακυβέρνησης του Διαδικτύου θα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και να επιβεβαιώνουν την οικουμενικότητα, ακεραιότητα, αλληλεπίδραση κι αλληλεξάρτηση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πρέπει επίσης να διασφαλίζουν τον πλήρη σεβασμό για την δημοκρατία και το κράτος δικαίου και θα πρέπει να προωθούν την βιώσιμη ανάπτυξη. Όλοι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς θα πρέπει να αναγνωρίζουν και να τηρούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες στις λειτουργίες κι ενέργειές τους, όπως επίσης και κατά τον σχεδιασμό νέων τεχνολογιών, υπηρεσιών κι εφαρμογών. Θα πρέπει να είναι εν γνώση των εξελίξεων που οδηγούν στην ενίσχυση ή υποβάθμιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και να συμμετέχουν πλήρως στις προσπάθειες για την αναγνώριση νέων δικαιωμάτων που δημιουργούνται.

2. Πολυπαραγοντική διακυβέρνηση

Η ανάπτυξη κι εφαρμογή πράξεων διακυβέρνησης Διαδικτύου θα πρέπει να διασφαλίζει με έναν ανοικτό, διαφανή και υποκείμενο σε λογοδοσία τρόπο, την πλήρη συμμετοχή των κυβερνήσεων, του ιδιωτικού τομέα, της κοινωνίας των πολιτών, της τεχνικής κοινότητας και των χρηστών, λαμβάνοντας υπόψη τους ιδιαίτερους ρόλους κι ευθύνες τους. Η ανάπτυξη διεθνών δημόσιων πολιτικών περί διαδικτύου και οι πράξεις διακυβέρνησης Διαδικτύου θα πρέπει να επιτρέπουν την πλήρη και ίση συμμετοχή όλων των παραγόντων από όλες τις χώρες.


3. Ευθύνη των κρατών

Τα κράτη έχουν δικαιώματα κι ευθύνες όσον αφορά τις διεθνείς δημόσιες πολιτικές για το Διδίκτυο. Κατά την ενάσκηση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, τα κράτη πρέπει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να απέχουν από ΄άθε ενέργεια που θα μπορούσε να προσβάλλει άμεσα ή έμμεσα πρόσωπα ή οντοτητες πέρα από την εδαφική τους δικαιοδοσία. Περαιτέρω, κάε εθνική απόφαση ή πράξη που αφορά περιορισμό θεμελιωών δικαιωμάτων θα πρέπει να τηρεί τις διεθνείς υποχεώσεις και ιδίως να βασίζεται στο νόμο, να είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία και να σέβεται πλήρως την αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο δικαστήριο, σύμφωνα με τις κατάλληλες νομικές και διαδικαστικές εγγυήσεις.

4. Ενίσχυση των χρηστών του Διαδικτύου

Οι χρήστες θα πρέπει να μπορούν να ασκήσουν πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματ και τις ελεθερίες τους, να αποφασίζουν με πλήρη επίγνωση και να συμμετέχουν σε πράξεις διακυβέρνησης του Διαδικτύου, ιδίως σε κυβερνητικούς μηχανισμούς και κατά την χάραξη δημόσιας πολιτικής για το Διαδίκτυο, με πλήρη εμπιστοσύνη κι ελευθερία.

5. Οικουμενικότητα του Διαδικτύου

Οι πολιτικές που αφορούν το Διαδίκτυο θα πρέπει να αναγνωρίζουν την παγκόσμια φύση του Διδικτύου και τον σκοπό της οικουμενικής πρόσβασης. Δεν θα πρέπει να επιδρούν αρνητικά στην ελεύθερη διασυνοριακή διαδικτυακή κίνηση.

6. Ακεραιότητα του Διαδικτύου

Η ασφάλεια, σταθερότητα, αντοχή και ανθεκτικότητα του Διαδικτύου καθώς και η ικανότητά του να αναπτύσσεται θα είναι οι αντικειμενικοί στόχοι της διακυβέρνησης του Διδικτύου. Προκειμένου να προστατευθεί η ακεραιότητα και η διαρκής λειτουργία των διαδικτυακών υποδομών, καθώς επίσης και η εμπιστοσύνη των χρηστών για το Διαδίκτου, είναι απαραίητο να προωθηθεί η εθνική και διεθνής πολυπαραγοντική συνεργασία.

7. Αποκεντρωμένη διοίκηση

Η αποκεντρωμένη φύση της ευθύνης για την καθημερινή διαχείριση του Διαδικτύου θα πρέπει να διατηρηθεί. Τα αρμόδια όρανα για τις τεχνικές και διαχειριστικές πτυχές του Διαδικτύου, καθώς επίσης και ο ιδιωτικός τομέας, θα πρέπει να διατηρήσουν τον καθοριστικό ρόλο τους σε τεχνικά και λειτουργικά ζητήματα, ενω διασφαλίζουν την διαφάνεια και είναι υπόλογοι στην διεθνή κοινότητα για πράξεις που έχουν επιπτώσεις στην δημόσια πολιτική.

8. Αρχιτεκτονικές αρχές

Τα ανοικτά πρότυπα και η διαλειτουργικότητα του Διαδικτύου καθώς επίσης και η φύση του ως end-to-end θα πρέπει να διατηρηθούν. Αυτές οι αρχές θα καθοδηγούν όλους τους παράγοντες στις αποφάσεις τους που αφορούν την διακυέρνηση του Διαδικτύου. Δεν θα πρέπε να υπάρχουν υπερβολιά εμπόδια για την είσοδο νέων χρηστών ή για νόμιμες χρήσεις του Διαδικτύου ή μη αναγκαία εμπόδια που μπορεί να επηρεάσουν τις δυνατότητες καινοτομίας όσον αφορά τις τεχνολογίες και τις υπηρεσίες.

9. Ανοικτό δίκτυο

Οι χρήστες πρέπει να έχουν την μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στο περιεχόμενο που βρίσκεται στο Διαδίκτυο, τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες της επιλογής τους, ανεξάρτητα από το αν αυτές παρέχονται δωρεάν ή όχι, χρησιμοποιώντας κατάλληλες συσκευές επιλογής τους. Μέτρα διαχείρισης της κίνησης που έχουν επίπτωση στην απόλαυση θεμελιωδών δικαιωμάτων κι ελευθεριών, ιδίως το δικαίωμα στην ελεθερία της έκφρασης και μετάδοσης και λήψης πληροφοριών χωρίς σύνορα, όπως και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του διεθνούς δικαίου για τη προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

10. Πολιτισμική και γλωσσική ποικιλότητα

Η διατήρηση της πολιτισμικής και γλωσσικής ποικιλότητας και η προώθηση της ανάπτυξης τοπικού ενδιαφέροντος περιεχομένου, ανεξάρτητα από την γλώσσα ή το αλφάβητο, θα πρέπει να είναι κεντρικοί στόχοι των πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο και την διεθνή σνεργασία, καθώς επίσης και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιώ.


Πηγή: εδώ.

Σύσταση στα κράτη μέλη του Συμβουλιου της Ευρώπης για το Διαδίκτυο

Σύσταση CM/Rec (2011) 8 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη για την προστασία και την προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου


(Θεσπίστηκε από την Επιτροπή των Υπουργών την 21η Σεπτεμβρίου 2011, κατά τη 1121η διάσκεψη των αναπληρωτών των Υπουργών)

1. Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία έχουν κυρώσει την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Αρ. Σύμβασης 5, εφεξής "η Σύμβαση") έχουν αναλάβει την υποχρέωση στο Άρθρο 1 αυτής να διασφαλίζουν σε καθέναν/καθεμιά εντός της δικαιοδοσίας τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση. Έχουν συγκεκριμένες αποστολές κι υποχρεώσεις κατά την διασφάλιση της προστασίας και της προώθησης αυτών των δικαιωμάτων κι ελευθεριών και λογοδοτούν για τις παραβιάσεις αυτών των δικαιωμάτων κι ελευθεριών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

2. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει την ελευθερία στη γνώμη και στη λήψη και μετάδοση πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση, είναι θεμελιώδες για την συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία. Αυτό το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται τόσο στις online όσο και στις offline δραστηριότητες, ανεξάρτητα από σύνορα. Στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η προστασία του διασφαλίζεται από το Άρθρο 10 της Σύβασης και βάσει της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

3. Το Διαδίκτυο επιτρέπει τους ανθρώπους να έχουν πρόσβαση στην πληροφορία και σε υπηρεσίες, να επικοινωνούν και να συνδέονται, καθώς και να μοιράζονται ιδέες και γνώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Περιέχει σημαντικά εργαλεία συμμετοχής και διαβούλευσης για πολιτικές και άλλες δραστηριότητες δημόσιου ενδιαφέροντος.

4. Η ελευθερία του ατόμου για πρόσβαση στην πληροφορία και για διαμόρφωση κι έκφραση γνώμης, καθώς και η δυνατότητα ομάδων να επικοινωνούν και να ανταλλάσσουν απόψεις στο Διαδίκτυο εξαρτάται από ενέργειες που σχετίζονται με τη διαδικτυακή υποδομή και τους καθοριστικού γι' αυτήν πόρους, καθώς και σε αποφάσεις για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη τεχνολογίας πληροφοριών. Κυβερνητικές ενέργειες μπορεί επίσης να σχετίζονται με την άσκηση αυτών των ελευθεριών.

5. Ιδίως η πρόσβαση και χρήση του Διαδικτύου είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους επηρεασμού της σταθερής συνεχούς λειτουργίας του δικτύου, λόγω τεχνικών προβλημάτων, αλλά και λόγω ενεργειών επέμβασης στις υποδομές. Το ζήτημα της σταθερότητας και της ανθεκτικότητας τυ Διαδικτύου σχετίζεται με την διασυνοριακή διασύνδεση κι αλληλεπίδραση της υποδομής του καθώς και με την αποκεντρωμένη και διάσπαρτη φύση του. Πράξεις που τελούνται σε μία δικαιοσοδία μπορεί να επηρεάζουν την ικανότητα των χρηστών να έχουν πρόσβαση στις διαδικτυακές πληροφορίες σε μια άλλη δικαιοδοσία.

6. Επιπλέον, οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της τεχνικής συνεργασίας και διαχείρισης των πηγών που είναι καθοριστικές για την λειτουργία του διαδικτύου, κυρίως ως προς τα Ονόματα Χώρου και τις Διευθύνσεις διαδικτυακού πρωτοκόλλου, μπορεί να έχουν άμεσες επιπτώσεις στην πρόσβαση του χρήστη στην πληροφορία και την προστασία των προσωπικών δεδομένων του. Aυτές οι πηγές έχουν κατανεμηθεί σε διαφορετικές δικαιοδοσίες και διοικούνται από διάφορες μη κυβερνητικές οντότητες με περιφερειακή ή παγκόσμια αρμοδιότητα.

7. Απέναντι σε αυτό το υπόβαθρο, η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία στο Διδικτύο, καθώς και η προώθηση της αξίας μιας δημόσιας υπηρεσίας που αναγνωρίζεται για το Διαδικτύο, είναι στοιχεία ευρύτερης ανησυχία ως προς τη διασφάλιση της οικουμενικότητας, της ακεραιότητας και της ανοικτότητας του Διαδικτόυ.

8. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο το Διαδίκτυο για τις καθημερινές ασχολίες τους και για την ενάσκηση των δικαιωμάτων τους ως πολίτες. Έχουν μια εύλογη προσδοκία ότι οι διαδικτυακές υπηρεσίες θα είναι προσβάσιμες και οικονομικά προσιτές, ασφαλείς, αξιόπιστες και διαρκείς. Το Διαδίκτυο είναι επίσης ένας βασικός πόρος για πολλούς τομείς της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης.

9. Αυτές οι προσδοκίες δημιουργούν κρατική ευθύνη για την αντιμετώπιση του Διαδικτύου ως ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την χάραξη της σχετικής πολιτικής. Πράγματι, πολλές χώρες έχουν αναγνωρίσει την αξία του Διαδικτύου ως δημόσιας υπηρεσίας, είτε με τις εθνικές πολιτικές ή τη νομοθεσία, ή με τη μορφή πολιτικών διακηρύξεων σε διεθνή fora μεταξύ άλλων.

10. Τα κράτη έχουν το καθήκον να διασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών τους και καλούνται να ανταποκριθούν στις νόμιμες προσδοκίες τους όσον αφορά τον βασικό ρόλο του Διαδικτύου. Συνεπώς, είναι αποστολή των κρατών να διασφαλίσουν το δημόσιο συμφέρον κατά την χάραξη διεθνών δημόσιων πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο.

11. Επιπλέον, τα κράτη έχουν αμοιβαίες προσδοκίες ότι θα καταβληθεί κάθε πρόσπάθεια για την προστασία και την προώθηση της αξίας δημόσιας υπηρεσίας που έχει το Διαδίκτυο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουν τις κοινές και αμοιβαίες ευθύνες που έχουν και να λάβουν εύλογα μέτρα για την προστασία και προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου, ως μέσου για την διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στις πληροφορίες ανεξάρτητα από σύνορα.

12. Γι' αυτό, η Επιτροπή των Υπουργώ, απευθύνει στα κράτη μέλη τις ακόλουθες συστάσεις, σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 15.β του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης:

- να ακολουθούν τις αρχές που περιλαμβάνονται στην Διακήρυξη για τις αρχές διοίκησης του Διαδικτύου, της Επιτροπής των Υπουργών, τόσο κατά το πλαίσιο της ανάπτυξης εθνικών πολιτικών για το Διαδίκτυο, όσο και κατά τη συμμετοχή σε τέτοιες προσπάθειες σε διεθνές επίπεδο.

- να προστατεύουν και να προωθούν την οικουμενικότητα, την ακεραιότητα και την ανοικτότητα του Διαδικτύου, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές και σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ορίζονται σε αυτή τη σύσταση και να διασφαλίζουν ότι αυτές ακολουθούνται στην πράξη και από τον νόμο.

- να διασφαλισουν την η ευρεία διάδοση αυτής της δέσμευσης σε όλες τις δημόσιες αρχές τους ιδιωτικούς φορείς, ιδίως εκείνους που ασχολούνται με τη διαχείρισι των πόρων που είναι αναγκαίοι για την λειτουργία του Διαδικτύου, καθώς στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

- να ενθαρρύνουν αυτούς τους παράγοντες στην υποστήριξη και προώθηση της εφαρμογής των αρχών που περιλαμβάνονται στην παρούσα σύσταση.

Δέσμευση για την προστασία και προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου.

1. Γενικές αρχές

1.1. Απαγόρευση βλάβης

1.1.1. Τα κράτη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν, σύμφωνα με τα πρότυπα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατά τις αρχές του διεθνούς δικαίου, ότι οι πράξεις τους δεν θα έχουν δυσμενείς διασυνοριακές επιπτώσεις στην πρόσβαση και χρήση του Διαδικτύου.

1.1.2. Αυτό περιλαμβάνει ιδίως την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι οι πράξεις τους εντός της δικαιοδοσίας τους δεν θα παρεμβαίνουν παράνομα στην πρόσβαση στο περιεχόμενο έξω από τα εδαφικά σύνορά τους ούτε θα επιδρούν αρνητικά στην διασυνοριακή ροή της διαδικτυακής κίνησης.

1.2. Συνεργασία

Τα κράτη θα συνεργάζονται με καλή πίστη μεταξύ τους και με τους σχετικούς παράγοντες σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης κι εφαρμογής δημόσιων πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο, ώστε να αποφευχθεί κάθε αρνητική διασυνοριακή επίπτωση στην πρόσβαση ή χρήση του Διαδικτύου.

1.3. Δέουσα επιμέλεια

Στο πλαίσιο της μη εμπλοκής σε καιημερινά τεχνικά και λειτουργικά ζητήματα, τα κράτη θα πρέπει με μεταξύ τους συνεργασία και με τους σχετικούς παράγοντες, να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποφύγουν, να διαχειριστούν και να ανταποκριθούν σε σοβαρές διασυνοριακές επεμβάσεις και παρεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου, ή, σε κάθεπερίπτωση, να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο και τις συνέπειες που μπορεί να επέλθουν από τέτοια περιστατικά.

2. Ακεραιότητα του Διαδικτύου

2.1. Ετοιμότητα

2.1.1. Τα κράτη πρέπει, από κοινού και με διαβούλευση με τους σχετικούς παράγοντες, να αναπτύξουν και να υλοποιήσουν σχέδια δράσης για την διαχείριση και ανταπόκριση σε παρεμβάσεις και επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.1.2. Τα κράτη μέλη θα πρέπει ιδίως να συνεργαστούν για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη και εφαρμογή κοινών προτύπω, κανόνων και πρακτικών που σκοπούν στην διατήρηση κι ενδυνάμωση της σταθερότητας, της αντοχής και της ανθεκτικότητας του Διαδικτύου.

2.1.3. Τα κράτη θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που διευκολύνει την διάδοση των πληροφοριών και το συντονισμό ανταποκρίσεων μεταξύ των παραγόντων, ιδίως μέσω της δημιουργίας συμπράξεων ιδιωτών με το δημόσιο, όσον αφορά τις δράσεις που υπόκεινται σε κίνδυνο για σοβαρές διασυνοριακές επεμβάσεις και παρεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2. Ανταπόκριση

2.2.1. Κοινοποίηση

Τα κράτη πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ενημερώνουν τα εν δυνάμει επηρεαζόμενα κράτη, για κάθε κίνδυνο σοβαρών διασυνοριακών παρεμβάσεων ή επεμβάσεων στην υποδομή του Διαδικτύου.


2.2.2. Ανταλλαγή πληροφοριών

Τα κράτη πρέπει εντός ευλόγου χρόνου να παρέχουν στα εν δυνάμει επηρεαζόμενα κράτη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που είναι σχετικές με την ανταπόκριση σε διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2.3. Διαβούλευση

Τα κράτη πρέπει να διαβουλεύονται μεταξύ τους χωρίς καθυστέρηση, προκειμένου να βρουν κοινά αποδεκτές λύσεις όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπιστού για να ανταποκριθούν σε σοβαρές διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2.4. Αμοιβαία συνδρομή

Ανάλογα με τις δυνατότητές τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσφέρουν καλόπιστα συνδρομή σε άλλα κράτη που έχουν πληγεί, προκειμένου να ελεγχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις από σοβαρές διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.3. Εφαρμογή

Τα κράτη μέλη πρέπει, σε σνεργασία με σχετικούς παράγοντες, εντός των πλαισίων της μη ενασχόλησής τους με τα καθημερινά τεχνικάκ και λειτουργικά ζητήματα, να αναπτύσσουν εύλογα νομοθετικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα κατάλληλα για την εφαρμογή των δεσμεύσεών τους για δέουσα επιμέλεια όσο αφορά την ακεραιότητα του Διαδικτύου.

2.4. Ευθύνη

Τα κράτη συμμετέχουν σε διάλογο και συνεργασία για την περαιτέρω ανάπτυξη διεθνών προτύπων σχετικώ με την ευθύνη και τον καταλογισμό της και για την επίλυση σχετικών διαφορών.

3. Αναγκαίοι πόροι για την λειτουργία του Διαδικτύου


Τα κράτη μέλη θα λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη κι εφαρμογή των προτύπων, πολιτικών, διαδικασιών ή πρακτικών όσον αφορά τη διαχείριση πόρων που είναι αναγκαίοι για την λειτουργία του Διαδικτύου ενσωματώνουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για τους χρήστες του Διαδικτύου σύμφωνα με τα πρότυπα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο ανθρώπινων δικαιωμάτων.



Πηγή: εδώ

Το Συμβούλιο της Ευρώπης για την ελευθερία του Διαδικτύου

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης θέσπισε δύο συστάσεις και δύο διακηρύξεις που καλούν τα κράτη να επιβεβαιώσουν την επιγραμμική (on-line) ελευθερία του λόγου από επιθέσεις που περιλαμβάνουν και παρενοχλήσεις ή επεμβάσεις στο Διαδίκτυο. Σε μια "Σύσταση για την προστασία και την προώθησης της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύο", η Επιτροπή έθεσε ένα πλαίσιο συνεργασίας των κρατών μελών, ενόψει της διατήρησης ενός πγκόσμιου, σταθερού και ανοικτού Διδικτύου, ως μέσου διασφάλισης της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία.

Η Επιτροπή Υπουργών κάλεσε τα κράτη να αναπτύξουν πολιτικές σε συνεργσία και με άλλους παράγοντες, ώστε να αποτραπούν οι επιθέσεις στο Διαδίκτυο. Καθώς τα κράτη δεν εμπλέκονται σε καθημερινά επιχειρησιακά ζητήματα, θα πρέπει να αναπτύξουν σχέδια άμεσης δράσης, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνδράμουν το ένα το άλλο για την αποτροπή και την διαχείριση σημαντικών διασυνοριακών συμβάντων που απειλούν το Διαδίκτυο. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι βασικοί διαδικτυακοί πόροι διοικούνται με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Με μια Διακήρυξη, η Επιτροπή Υπουργών θέσπισε τις "10 Αρχές Διοίκησης του Διαδικτύο" οι οποίες θα πρέπει να τηρούνται από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης όταν θεσπίζουν εθνικές και διεθνείς πολιτικές που αφορούν το Διαδίκτυο: προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Πολυπαραγοντική διακυβέρμηση. Ευθύνη των κρατών. Ενίσχυση των χρηστών του Διαδικτύου. Οικουμενικότητα. Ακεραιότητα. Αποκεντρωμένη διοίκηση. Ανοικτά πρότυπα, διαλειτουργικότητα και end-to-end φύση. Ανοικτή δικτύωση. Πολιτισμική και γλωσσική πολυμορφία.

Η Επιτροπή Υπουργών επίσης συνέστησε στα κράτη να θεσπίσουν μια νέα ευρεία έννοια των μέσων ενημέρωσης και αναγνώρισε ότι τα κοινωνικά δίκτυα, τα επιγραμμικά παιχνίδια ή οι ιστοσελίδες επιγραμμικής καταγγελίας εμπίπτουν στις ελευθερίες και υποχρεώσεις των μέσων ενημέρωσης που κατοχυρώνονται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Η Σύσταση περιλαμβάνει ένα σύνολο κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν διαμορφώνεται διαφοροποιημένη πολιτική σε διαφορετικούς παράγοντες, σύμφωνα με το ρόλο τους στην παραγωγή και διάδοση πληροφοριών ή περιεχομένου και κατά την λειτουργία των εφαρμογών που σχεδιάζονται για να διευκολύνουν τη μαζική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των πλατφορμών ή των εφαρμογών για διαδραστικές εμπειρίες που βασίζονται στο περιεχόμενο.

Όσον αφορά τις παρεμβάσεις, η κανονιστική ρύυμιση θα πρέπει να είναι το τελευταίο μέτρο. Θα πρέπει να προτιμάται η αυτορρύθμιση και η εκούσια εφαρμογή των δημοσιογραφικών προτύπων στα νέα μέσα ενημέρωσης. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή σε περιπτώσεις υπερσυγκέντρωσης με΄σων ενημέρωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο πλουραλισμού, πολυμορφίας περιεχομένου κι επιλογών των καταναλωτών.

Σε μια "Διακήρυξη για την ελευθερία της έκφρασης και συνάθροισης και συνεταιρισμού όσον αφορά τα Ονόματα Χώρου και αλυσίδες ονομάτων", η Επιτροπη των Υπουργών εξέφρασε την ανησυχία της για μέτρα που προτείνονται σε ορισμένα κράτη, προκειμένου να απαγορευθεί η χρήση συγκεκριμένων λέξεων σε Ονόματα Χώρου και αλυσίδες ονομάτων. Η Επιτροπή δηλώνει ότι το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται πλήρως στα Ονόματα Χώρου και στις αλυσίδες. Η ιδιαίτερη σημασία αυτής της δήλωσης σχετίζεται με την επέκταση των Ονομάτων Χώρου το 2012, προς την κατεύθυνση της συμπερίληψης γενικών όρων.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης θα παρουσιάσει αυτά τα κείμενα για συζήτηση με άλλους παράγοντες του Διαδικτύου κατά το επερχόμενο Internet Governance Forum (Ναϊρόμπι, 27-30 Σεπτεμβρίου).

Δελτίο τύπου Συμβουλίου της Ευρώπης εδώ.

Δευτέρα, Απριλίου 05, 2010

Συμβούλιο της Ευρώπης: Σύσταση για τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου



Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής των Υπουργών των Κρατών μελών περί μέτρων για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου

(Θεσπίστηκε από την Επιτροπή Υπουργών στις 31 Μαρτίου 2010 στην 1081η συνάντηση των Αναπληρωτών Υπουργών)

Η Επιτροπή των Υπουργών, σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 15 β του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη ενότητα στα μέλη του και ότι αυτός ο σκοπος μπορεί να επιτευχθεί, ιδιαίτερα με κοινή δράση στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων,

Υπενθυμίζοντας ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι οικουμενικά και εφαρμόζονται για όλα τα άτομα και υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή του να εγγυάται την ίση αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων κατά την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών όλων των ατόμων χωρίς διακρίσεις για λόγους όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η γλώσσα, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η εθνική ή κοινωνική καταγωγή, η σχέση με εθνική μειονότητα, η ιδιοκτησία, η γέννηση ή άλλη κατάσταση, σύμφωνα με την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Σύμβαση αρ. 5) (εφεξής: "η Σύμβαση") και τα πρωτόκολλά της.

Αναγνωρίζοντας ότι η μεταχειριση χωρίς διακρίσεις από κρατικούς παράγοντες, όπως επίσης και η λήψη θετικών κρατικών μέτρων για την προστασία από κάθε διακριτική μεταχείριση, σμπεριλαμβανομένων των μη κρατικών παραγόντων, είναι θεμελιώδη συστατικά του διεθνούς συστήματος προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθερθών,

Αναγνωρίζοντας ότι οι λεσβίες, οι γκέι, οι μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά άτομα εδώ και αιώνες μέχρι και τώρα είναι θύματα ομοφοβίας, τρανσφοβίας και άλλων ειδών έλλειψης ανοχής και διακρίσεων ακόμη και μέσα στις οικογένειές τους - με την ποινικοποίηση, την περιθωριοποίηση, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τη βία - λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου και ότι πρέπει να ληφθεί ειδική δράση προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απόλαυση των ανθρώπινων δικαιωμάτων αυτών των προσώπων,

Λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: "το Δικαστήριο") και άλλων διεθνών δικαιοδοσιών, στα οποία ο σεξουαλικός προσανατολισμός θεωρείται λόγος απαγορευμένης διάκρισης και έχουν συμβάλλει στην επαύξηση της προστασίας των δικαιωμάτων των διαφυλικών προσώπων,

Υπενθυμίζοντας ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε διαφορετική μεταχείριση θα πρέπει να ειναι αντικειμενική και να έχει εύλογη δικαιολόγηση, για να μην είναι διακριτική, δηλαδή να επιδιώκει ένα νόμιμο στόχο και να μετέρχεται μέσων που είναι ευλόγως αναλογικά ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο,

Έχοντας κατά νου την αρχή κατά την οποία πολιτισμιές, παραδοσιακές ή θρησκευτικές αξίες ή κανόνες της "επικρατούσας κουλτούρας" δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν τον μισαλλόδοξο λόγο ή άλλους τύπους διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων αυών για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,

Έχοντας υπόψη το μήνυμα της Επιτροπής Υπουργών προς τις μόνιμες επιτροπές και τις άλλες επιτροπές που εργάστηκαν στη διακυβερνητική συνεργασία του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ίσα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων που θεσπίστηκε στις 2 Ιουλιου 2008 και τις σχετικές συστάσεις,

Έχοντας κατα νου τις συστάσεις που θεσπίστηκαν από το 1981 από την Κοινοβουλευτική Διάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης όσον αφορά τις διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας, όπως και την Σύσταση 211 (2007) του Κογκρέσσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί "Ελευθερίας του συνέρχεσθαι και της έκφρασης των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και τρανσέξουαλ ατόμων".

Εκτιμώντας το ρόλο του Επιτρόπου των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ως προς την εποπτεία της κατάστασης των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών ατόμων στα κράτη μέλη όσον αφορά τις διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου,

Λαμβάνοντας υπόψη την κοινή δήλωση, που έγινε στις 18 Δεκεμβρίου 2008 από 66 κράτη στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στην οποία καταδικάστηκαν οι παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, όπως οι φόνοι, τα βασανιστήρια, οι παράνομες επιθέσεις και ο "αποκλεισμός των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην υγεία",

Υπογραμμίζοντας ότι οι διακρίσεις και ο κοινωνικός αποκλεισμός για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου μπορούν να καταπολεμηθούν με στοχευμένα μέτρα υπέρ εκείνων που υφίστανται αυτές τις δικρίσεις ή τον αποκλεισμό αλλά και απευθυνόμενα στο γενικό πληθυσμό.

Συνιστά στα κράτη μέλη:

1. Να εξετάσουν την ισχύουσα νομοθεσία και τα άλλα μέτρα, να τα αναθεωρούν και να συλλέγουν και να αναλύουν σχετικά δεδομένα προκειμένουν να παρακολουθούν και να περιορίζουν κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου,


2. Να διασφαλίζουν ότι τα νομοθετικά και άλλα μέτρα θεσπίζονται και εφαρμόζονται αποτελεσματικά για την καταπολέμηση των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου, να διασφαλίζουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για τις λεσβίες, τους γκέι, τους μπαισέξουαλ και τα διαφυλικά πρόσωα και να προωθούν την ανεκτικότητα έναντί τους.

3. Να διασφαλίζουν ότι τα θύματα των διακρίσεων έχουν γνώση και έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά νομικά μέτρα ενώπιον μιας εθνικής αρχής και ότι τα μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένων, όταν επιβάλλεται, των κυρώσεων για παραβιάσεις και των διατάξεων για επαρκή αποζημίωση των θυμάτων των διακρίσεων.


4. Να χρησιμοποιούν ως κατευθυντήριες γραμμές στη νομοθεσία, τις πολιτικές και τις πρακτικές τους τις αρχές και τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτής της σύστασης.


5. Να διασφαλίσουν ότι θα ληφθούν απαραίτητα μέτρα και δράσεις ώστε αυτή η σύσταση, συμπεριλαμβανομένου του Παραρτήματός της, θα μεταφραστεί και θα διαδοθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα.


Παράρτημα στη Σύσταση CM/Rec(2010)5

I. Δικαίωμα στη ζωή, την ασφάλεια και την προστασία από τη βία

A. “Εγκλήματα μίσους” και άλλα αδικήματα με κίνητρο το μίσος

1. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν αποτελεσματικές, άμεσες και ανεξάρτητες έρευνες για τις φερόμενες υποθέσεις εγκλημάων και άλλων αδικημάτων στις οποίες ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η ταυτότητα φύλου του θύματος υπάρχει εύλογη υποψία ότι αποτέλεσε κίνητρο για τον δράστη. Θα πρέπει περαιτέρω να διασφαλίζουν ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην διερεύνηση αυτών των εγκλημάτων και αδικημάτων όταν φέρονται ότι τελέστηκαν από όργανα καταστολής ή από άλλα πρόσωπα που δρουν με επίσημη ιδιότητα και ότι οι υπεύθυνοι αυτών των πράξεων οδηγούνται όντως στη δικαιοσύνη και, όταν πρέπει, τιμωρούνται προκειμένου να αποφευχθεί η ατιμωρησία.

2. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, η προκατάληψη έναντι του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, ως κίνητρο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση.

3. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα θύματα και οι μάρτυρες των "εγκλημάτων μίσους" και άλλων αδικημάτων με κίνητρο το μίσος λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταγγέλλουν αυτά τα εγκλήματα και αδικήματα. Γι' αυτό το λόγο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζεται ότι οι κατασταλτικές δομές, όπως και η δικαιοσύνη, έχουν την απαραίτητη γνώση και ικανότητες να αναγνωρίζουν τέτοια εγκλήματα και αδικήματα και να παρέχουν επαρκή βοήθεια και υποστήριξη στα θύματα και τους μάρτυρες.

4. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια όλων των προσώπων που βρίσκονται σε φυλακές ή έχει περιοριστεί η ελευθερία τους με άλλους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων και ιδιατέρως να λαμβάνουν προστατευτικά μέτρα εναντίον των σωματικών επιθέσεων, του βιασμού και άλλων τύπων σεξουαλικών καταχρήσεων, είτε τελούνται από συγκρατούμενους είτε από το προσωικό. Τα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται έτσι ώστε να προστατεύουν και να σέβονται επαρκώς τη ταυτότητα φύλου των διαφυλικών προσώπων.

5. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχετικά δεδομένα συλλέγονται και αναλύονται ως προς την πρόληψη και την φύση της διάκρισης και της έλλειψης ανεκτικότητας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου και ιδιαιτέρως όσον αφορά τα "εγκλήματα μίσους" και τα αδικήματα με κίνητρο το μίσος που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

B. “Μισαλλόδοξος λόγος”

6. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για να καταπολεμήσουν όλους τους τύπους έκφρασης, συμπεριλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και στο Διαδίκτυο, τα οποία πορεί ευλόγως να οδηγήσουν σε αποτελέσματα όπως παρακίνηση, διάδοση ή προώθηση μίσους ή άλλων τύπων διάκρισης εναντίον των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων. Τέτοιος "μισαλλόδοξος λόγος" θα πρεπει να απαγορεύεται και να καταγγέλλεται δημόσια οπουδήποτε κι αν εμφανίζεται. Όλα τα μέτρα θα πρέπει να σέβονται το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης σύμφωνα με το Άρθρο 10 της Σύμβασης και της νομολογία του Δικαστηρίου.

7. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να εγείρουν την επίγνωση των δημόσιων αρχών και δημόσιων θεσμών σε όλα τα επίπεδα των αρμοδιοτήτων τους να απέχουν από δηλώσεις, ιδιαιτέρως σε μέσα ενημέρωσης, οι οποίες μπορεί εύλογα να κατανοηθούν ως νομιμοποίηση αυτού του μίσους ή των διακρίσεων.

8. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι άλλοι εκπρόσωποι του κράτους θα πρέπει να ενθαρρύνονται στην προώθηση της ανεκτικότητας και το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων όταν εισέρχονται σε διάλογο με σημαντικούς εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών μέσων ενημέρωσης και αθλητισμού, των πολιτικών οργανώσεων και των θρησκευτικών κοινοτήτων.

II. Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι


9. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν, σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Σύμβασης, ότι το δικαίωμα για ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι μπορεί να ασκηθεί αποτελεσματικά χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα, οι διοικητικές διαδικασίες που εισάγουν διακρίσεις, όπως η υπερβολική τυπολατρία για την καταχώρηση και την πρακτική λειτουργία σωματείων θα πρέπει να αποτρέπονται και να καταργούνται. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης των νομικών και διοικητικων διατάξεων, όπως αυτές που σχετίζονται με απαγορεύσεις που βασίζονται στη δημόσια υγεία, τη δημόσια ηθική και την δημόσια τάξη.

10. Η πρόσβαση στη δημόσια χρηματοδότηση των μη κυβερνητικών οργανώσεων πρέπει να διασφαλίζεται χωρίς διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.

11. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν απαραίτητα μέτρα για την αποτελεσματική προστασία των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωμάτων των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων εναντίον του μίσους και της εχθρότητας την οποία μπορεί να υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που φέρονται ότι τελούνται από δημόσιους λειτουργούς, προκειμένου να τους επιτρέπεται να διεξάγουν ελεύθερα τις δραστηριότητές τους συμφωνα με την Διακήρυξη της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περι βελτίωσης της προστασίας των υπερασπιστών των ανθρώπινων δικαιωμάτων και προώθησης των δράσεών τους.

12. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται ότι ζητάται η γνώμη των μη κυβερνητικών οργανώσεων που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων κατά τη θέσπιση και εφαρμογή μέτρων που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα αυτών των προσώπω.

III. Ελευθερία έκφρασης και ειρηνικής συνάθροισης

13. Τα Κράτη μέλη θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Σύμβασης, το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης ασκείται αποτελεσματικά χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ελευθερίας της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών για θέματα που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

14. Τα Κράτη μέλη θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο για να διασφαλίζουν ότι το δικαίωμα στην ελευθερία ειρηνικής συνάθροισης που προβλέπεται από το Άρθρο 11 της Σύμβασης θα ασκείται αποτελεσματικά, χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.

15.Τα Κράτη μέλη θα διασφαλίζουν ότι οι κατασταλτικές αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουν τους συμμετέχοντες σε ειρηνικές διαδηλώσεις υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτν των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων από κάθε επίθεση που παρακωλύει παράνομα ή εμποδίζει την αποτελεσματική απόλαυση του δικαιώματος στη ελευθερία της έκφρασης και την ειρηνική συνάθροιση.

16. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέψουν περιορισμούς στην αποτελεσματική ενάσκηση των δικαιωμάτων της ελευεθρίας της εκφρασης και της ειρηνικής συνάθροισης που απορρέουν από την κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διατάξεων, για παράδειγμα για λόγους δημόσιας υγείας, δημόσιας ηθικής και δημόσιας τάξης.

17. Οι δημόσιες αρχές σε όλα τα επίπεδα θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταδικάζουν δημόσια και κυρίως στα μέσα ενημέρωσης, κάθε παράνομη παρέμβαση στο δικαίωμα των ατόμων και ομάδων ατόμων κατά την έκφραση της ελευθερίας της έκφρασης και της ειρηνικής συνάθροισης, ιδίως όταν αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα των λεσβιών, γκέι, μπαισέξουαλ και διαφυλικών προσώπων.

IV. Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

18. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι θα καταργηθεί κάθε νοοθεσία που εισάγει διακρίσεις ποινικοποιώντας τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ συναινούντων ομοφύλων ενηλίκων, όπως και κάθε διαφορά όσον αφορά την ηλικία συγκατάθεσης για ομόφυλοφιλικές σεξουαλικές και ετεροφυλοφιλικές σεξουαλικές δραστηριότητες. Θα πρέπει επίσης να λάβουν τα απαιραίτητα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η ποινική νομοθεσία που, λόγω της διατύπωσής της, μπορεί να οδηγεί σε διακριτική εφαρμογή, είτε θα καταργηθεί είτε θα αναθεωρηθεί είτε θα εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατή με την αρχή της μη-διάκρισης.

19. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό εν΄ς προσώπου δεν θα συλλέγονται, αποθηκεύονται ή άλλως χρησιμοποιούνται από δημόσιους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των κατασταλτικών δομών, εκτός από όταν είναι αναγκαίο για την επιδίωξη συγκεκριμένου νόμιμου και δίκαιου σκοπού. Τα υπάρχοντα αρχεία που δεν συμβαδίζουν με αυτές τις αρχές θα πρέπει να καταστραφούν.

20. Προϋποθέσεις, όπως οι αλλαγές στην σωματική φύση, για την νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου, θα πρέπει να εξετάζονται σε τακτά διαστήματα, προκειμένου να καταργηθούν οι καταχρηστικές προϋποθέσεις.

21. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυηθούν την πλήρη νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού του φύλου ενός προσώπου σε όλες τις πτυχές της ζωής του, ιδιαιτέρως καθιστώντας εφικτή την αλλαγή του ονόματος και του φύλου στα δημόσια έγγραφα με έναν σύντομο, διαφανή και προσβάσιμο τρόπο. Τα Κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν, όταν είναι απαραίτητο, την αντίστοιχη αναγνώριση των αλλαγών από μη κρατικούς παράγοντες, όσον αφορά τα σημαντικά έγγραφα, όπως τα εκπαιδευτικά ή εργασιακά πιστοποιητικά.

22.Τα Κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν ότι, όταν έχει ολοκληρωθεί ο επαναπροσδιορισμός φύλου κι έχει αναγνωριστεί νομικά σύμφωνα με τις παραγράφους 20 και 21, διασφαλίζεται το δικαίωμα των διαφυλικών προσώπων να παντρεύονται με άτομο του αντίθετου φύλου.

23. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις σε ανύπαντρα ζευγάρια, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν΄ ότι αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις τόσο σε ομόφυλα όσο και σε ετερόφυλα ζευγάρια, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των επιζησάντων και εγκατάστασης επιζησάντων ενοικιαστών.

24. Όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης, τα Κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν ότι η νομική θέση και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις είναι αντίστοιχα με αυτά των ετερόφυλων ζευγαριών σε μια συγκρίσιμη κατάσταση.

25.Όπου η εθνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για κατοχυρωμένες συγκατοικήσεις ομόφυλων ζυεγαριών και μη παντρεμένων ζευγαριών, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τη δυνατότητα να παράσχουν, χωρίς διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ετερόφυλων ζευγαριών, νομικά και άλλα μέσα για να διευθετήσουν τα πρακτικά προβλήματα που σχετίζονται με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία ζουν.

26. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών αποτελούν το πρωταρχικό κριτήριο για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν την γονική υπευθυνότητα ή την επιμέλεια ενός παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτές οι αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται με διακρίσεις ως προς τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ατυτότητα φύλου.

27. Λαμβάνπντας υπόψη ότι τα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών αποτελούν το πρωταρχικό κριτηριο για την λήψη αποφάσεων ως προς την τεκνοθεσία ενός παιδιού, τα κράτη μέλη των οποίων η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την ατομική τεκνοθεσία θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο νόμος εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις που βασίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου.

28.Όπου η εθνική νομοθεσία επιτρέπει την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ανύπαντρων γυναικών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν την διασφάλιση πρόσβσης σε αυτή τη μεταχείρισης χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.

V. Εργασία

29. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την κατοχύρωση και εφαρμογή κατάλληλων μέτρων που επιτρέπουν την αποτελεσματική προστασία εναντίον των διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου στο χώρο της εργασίας και απασχόλησης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να καλύπτουν και τους όρους πρόσβασης στην εργασία και τις προαγωγές, απολύσεις, αμοιβές και άλλες εργασιακές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της αποτροπής, καταπολέμησης και τιμώρησης της παρενόχλησης και άλλων τρόπων θυματοποίησης.

30. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στην παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο δικαίωμα ης ιδιωτικότητας των διαφυλικών ατόμων στο πλαίσιο της εργασίας, ιδιαίτερα σχετικά με τις αιτήσεις εργασίας, ώστε να αποτρέπεται η άσχετη διάδοση του ιστορικού του φύλου τους ή το πρώην όνομά τους στον εργοδότη και τους άλλους εργαζομένους.

VI. Εκπαίδευση

31. Λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα υπερέχοντα συμφέροντα των παιδιών, τα κράτη πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα προς το εκπαιδευτικό προσωπικό και τους μαθητές, ώστε να διασφαλίζεται ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση θα ασκείται αποτελεσματικά και χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Αυτό περιλαμβάνει ιδιαίτερα την εγγύηση ότι το δικαίωμα των παιδιών και νέων στην εκπαίδευση σε ένα ασφαλές περιβάλλον, χωρίς βία, παρενοχλήσεις, κοινωνικό αποκλεισμό ή άλλες μορφές διακριτικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης που συνδέονται με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου.

32. Λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τα υπερέχοντα δικαιώματα των παιδιών, πρέπει να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα σε όλα τα επίπεδα για να προωθηθεί η αποτελεσματική ανεκτικότητα και ο σεβασμός στα σχολεία, ανεξάρτητα από το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την αμοιβαία ανοχή και το σεβασμό στα σχολεία όσον αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την παροχή αντικειμενικών πληροφοριών όσον αφορά το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτόττηα φύλου, για παράδειγμα στα σχοικά προγράμματα και το εκπαιδευτιό υλικό καινα παρέχει σε μαθητές και φοιτητές τις αναγκαίες πληροφορίες, την προστασία και την υποστήριξη για να τους βοηθήσει να ζήσουν σύμφωνα με το σεξουαλικό τους προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου τους. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πρέπει να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές ισότητας κι ασφάλειας στο σχολείο καθώς και σχέδια δράσης και πρέπει να διασφαλίζουν την πρόσβαση σε επαρκή εκπαίδευση κατά των διακρίσεων ή προγράμματα βοήθειας για υποστήριξη και διδασκαλία. Τέτοια μέτρα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα των γονέων για την εκπαίδευση των παιδιών τους.

VII. Υγεία

33. Τα Κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι τα υψηλότερα πρότυπα υγείας ισχύουν για όλους χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τις ειδικές ανάγκες των λεσβιών, των γκέι, των μπαισέξουαλ και των διαφυλικών προσώπων στην ανάπτυξη εθνικών σχεδίων υγείας συμπεριλαμβανομένων των μέτρων καταπολέμησης της αυτοκτονίας, καταλύματα υγείας, ιατρικά προγράμματα, τμήματα εκπαίδευσης και παρακολούθηση και αξιολόγηση των υπηρεσιών παροχής υγείας.

34. Κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται προκειμένου να αποφεύγεται η κατηγοριοποίηση της ομοφυλοφιλίας ως αρρώστιας, σύμφωνα με τα πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμου Υγείας.

35. Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα διαφυλικά άτομα έχουν επαρκή πρόσβαση στις κατάλληλες υπηρεσίες επαναπροσδιορισμού φύλου, συμπεριλαμβανομένων των ψυχολογικών, ενδοκρινολογικών και χειρουργικών ειδικών στον τομέα της υγείας των διαφυλικών, χωρίς να πρέπει να υποβάλλονται σε παράλογες προϋποθέσεις. Κανένα πρόσωπο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου χωρίς την συγκατάθεσή του/της.

36. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι όλες οι αποφάσεις που περιορίζουν τα κόστη που καλύπτονται από την ασφάληση υγείας για διαδικασίες επαναπροσδιορισμού φύλου θα πρέπει να είναι νόμιμες, αντικειμενικές και αναλογικές.

VIII. Στέγαση

37. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να διασφαλίζουν ότι η πρόσβαση σε επαρκή στέγαση θα είναι αποτελεσματικά και θα αφορούν εξίσου όλα τα πρόωπα, χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτοτητας φύλου. Τέτοια μέτρα πρέπει να αποσκοπούν ιδιαίτερα στη προστασία έναντι εξώσεων για λόγους διάκρισιης και να εγγυώνται ίσα δικαιώματα για να την απόκτηση και διατήρηση κυριότητας ακινήτων και άλλης ιδιοκτησίας.

38. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στους κινδύνους να μείνουν άστεγοι που αντιμετωπίζουν οι λεσβίες, οι γκέι, οι μπαισέξουαλ και οι διαφυλικοί, συμπεριλαμβανομένων των νέων ατόμων και των παιδιών που μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευπαθή στον κοινωνικό αποκλεισμό, ακόμη κι από τις ίδιες τις οικογένειές τους. Σε σχέση με ατό, οι αντίστοιχες κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται στη βάση μιας αντικειμενικής αξιολόγησης των αναγκών κάθε ατόμου, χωρίς διακρίσεις.

IX. Αθλητισμός

39. Η ομοφοβία, η τρανσφοβία και οι διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου στα αθλήματα, είναι απαράδεκτες και πρέπει να καταπολεμούνται, όπως ο ρατσισμός και οι άλλες μορφές διακρίσεων.

40. Οι αθλητικές δραστηριότητες και εγκαταστάσεις πρέπει να είναι ανοικτές σε όλους χωρίς διακρίσεις για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδιαίτερα πρέπει να λαμβάνονται επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση και την τιμώρηση των προσβολών λόγω διάκρισης για το σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου και σε σύνδεση με αθλητικές εκδηλώσεις.

41. Τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνουν το διάλογο και να υποστηρίζουν τις αθλητικές ενώσεις και τα σωματεία οπαδών στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων για τη συνειδητοποίηση όσον αφορά τις διακρίσεις κατά των λεσβιών, των γκέι των μπαισέξουαλ και των διαφυλικών προσώπων στα αθλήματα και να καταδικάζουν τις εκδηλώσεις έλλειψης ανεκτικότητας εναντίον τους.

X. Δικαίωμα αίτησης ασύλου


42. Σε υποθέσεις που τα κράτη μέλη έχουν διεθνείς υποχρεώσεις σχετικά με αυτό, θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι ένας εύλογα θεμελιωμένος φόβος δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου μπορεί να αποτελεί έγκυρο λόγο για την αναγνώριση ιδιότητας πρόσφυγα και προστατευόμενου από άσυλο κατά το εθνικό δίκαιο. 

43. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ιδίως ότι οι αιτούντες άσυλο δεν στέλνονται σε χώρα όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία τους ή αντιμετωπίζουν κίνδυνο βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. 

44. Οι αιτούντες άσυλο πρέπει να προστατεύονται από κάθε πολιτική ή πρακτική διακρίσεων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδίως θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για να αποτραπεί ο κίνδυνος σωματικής βίας, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών επιθέσεων, της λεκτικής βίας ή άλλων τύπων παρενόχλησης εις βάρος των αιτούντων άσυλο που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους και να διασφαλίζεται η πρόσβασή τους σε πληροφορίες σχετικές με την ιδιαίτερη κατάστασή τους. 

XI. Εθνικές δομές ανθρώπινων δικαιωμάτων

45. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές δομές για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν αναλάβει ξεκάθαρα να χειρίζονται υποθέσεις διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Ιδίως πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν συστάσεις για νομοθεσία και πολιτικές, να συμβάλλουν στην επίγνωση του γενικότερου κοινού καθώς επίσης - στο μέτρο που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο- να εξετάζουν ατομικά παράπονα σχετικά με τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και να πηγαίνουν υποθέσεις στο Δικαστήριο ή να παρεμβαίνουν σε δίκες. 

XII. Διακρίσεις για πολλαπλούς λόγους


46. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να λάβουν μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι νομικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που απαγορεύουν ή αποτρέπουν τις διακρίσεις προστατεύουν επίσης εναντίον των διακρίσεων για πολλαπλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων των λόγων σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Οι εθνικές δομές για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα πρέπει να έχουν ευρεία αποστολή για να μπορούν να χειρίζονται τέτοιες υποθέσεις. 


Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...