Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομοσχέδιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νομοσχέδιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 07, 2011

Κατατέθηκε το νέο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο: οι αλλαγές από το αρχικό

Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε τελικά στη Βουλή (βλ. εδώ) έχει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το αρχικώς δημοσιευθέν, στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης, προσχέδιο νόμου, το οποίο είχε ανακοινώσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης (βλ. εδώ). Όπως προκύπτει και από την σχετική Έκθεση Δημόσιας Διαβούλευσης, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έλαβε υπόψη του αρκετές από τις επισημάνσεις και τις παρατηρήσεις των πολιτών, των νομικών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που ασχολούνται με θέματα ίσης μεταχείρισης και καταπολέμησης των διακρίσεων. Πολλές από αυτές τις μεταβολές είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Επισημαίνω εδώ τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο προσχέδιο νόμου, από τη σύγκριση του με το κατατεθέν στη Βουλή νομοσχέδιο.

α) Στο άρθρο 1 δεν υπάρχει πια αναφορά στην Διεθνή Σύμβαση περί Καταργήσεως Πάσης Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων, αλλά προστίθεται η αναφορά στην ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ και φυσικά διατηρείται η αναφορά στην Απόφαση - Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που είναι κι αυτό που "καίει" την Ελλάδα γιατί αν δεν την ενσωματώσει θα κατηγορηθεί για μη εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου). Ωστόσο, η απάλειψη της Διεθνούς Σύμβασης περί Καταργήσεως Πάσης Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων είναι ακατανόητη, τη στιγμή που η συγκεκριμένη Διεθνής Σύμβαση παραμένει σε ισχύ, έχει κυρωθεί από την Ελλάδα και κατισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, ενώ παράλληλα με το νομοσχέδιο καταργείται και ο Ν.927/1979 που ποινικοποεί και τη διάδοση προσβολών λόγω φυλετικής καταγωγής (όχι μόνο την πρόκληση σε τέλεση πράξεων βίας κλπ). Συνεπώς, ήδη από το άρθρο 1 έχουμε μια σιωπηρή παράκαμψη της Διεθνούς Σύμβασης. Θα ήταν πιο έντιμο για την Ελλάδα, όταν θέλει να μη εφαρμόσει Διεθνείς Συμβάσεις, να τις καταγγέλλει επίσημα ή να διατυπώνει επιφυλάξεις κατά το στάδιο της υπογραφής. Εδώ δεν έχουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

β) Το αρχικό άρθρο 2 που περιείχε τους ορισμούς των λέξεων "εχθροπάθεια" και "θρησκεία" απαλείφθηκε. Γενικώς ο όρος "εχθροπάθεια" που είχε προκαλέσει και τις περισσότερες αντιδράσεις στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης, εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από την έννοια "μίσος". Σε αυτό συνέβαλε και η επισήμανση ότι ο όρος "εχθροπάθεια" απαντά μόνο στο άρθρο 192 του ΠΚ και έχει ελάχιστη δικαστηριακή εφαρμογή, όπως αναγνωρίστηκε στην Έκθεση Δημόσιας Διαβούλευσης (σελ. 3 ή "24").

γ) Στο τελικό άρθρο 2 υπάρχει η περιγραφή του ποινικού αδικήματος. Εδώ έχουμε αρκετές μεταβολές.

1. Το ποινικό αδίκημα πλέον αποκτά τίτλο: "Δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους", ενώ πριν ήταν άτιτλο.

2. Το αδίκημα αφορά, πλέον, όχι μόνον όποιον "προκαλεί ή διεγείρει", αλλά και όποιον "παροτρύνει" σε βιαιοπραγίες, ή, εναλλακτικά, όχι πλέον σε "εχθροπάθεια", αλλά σε "μίσος" εναντίον προσώπων ή ομάδων με τα παρακάτω χαρακτηριστικά. Το στοιχείο της "παρότρυνσης" δεν υπήρχε στην αρχική διατύπωση. Από αυτή την άποψη έχουμε διεύρυνση του αξιοποίνου σε σχέση με την αρχική διατύπωση.

3. Ως προσδιοριστικό του θύματος προστίθεται και το στοιχείο των "γενεαλογικών καταβολών", ότι δηλαδή η οικογενειακή καταγωγή δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας υποκίνησης βίας ή μίσους εναντίον προσώπου ή ομάδας προσώπων. Και από αυτή την άποψη έχουμε διεύρυνση του αξιόποινου σε σχέση με την αρχική διατύπωση.

4. Ο όρος "γενετήσιος προσανατολισμός" που χρησιμοποιούσε η αρχική διατύπωση αντικαταστάθηκε με τον ορθότερο "σεξουαλικός προσανατολισμός". Επίσης πρέπει να προστεθεί και η "ταυτότητα φύλου" που είναι όρος διακριτός από τον "σεξουαλικό προσανατολισμό" και αποτελεί αίτημα του Σωματείου Υποστήριξης των Διεμφυλικών, αλλά και άλλων φορέων κατά των διακρίσεων, το οποίο δεν μπορεί να απορρίπτεται σιωπηρά, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό και να προστεθεί στην νομοθεσία.

5. Στην αρχική διατύπωση το αξιόποινο αφορούσε μόνο την περίπτωση στην οποία η πράξη μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την "δημόσια τάξη", ένα στάνταρ πάρα πολύ υψηλό που συνιστούσε στην πραγματικότητα μια σημαντική παραίτηση από την αντιρατσιστική προστασία. Έτσι, στην τωρινή διατύπωση, παράλληλα κι εναλλακτικά προς την "δημόσια τάξη" το αξιόποινο διευρύνεται ώστε να περιλαμβάνει και την απειλή για τη ζωή ή την ελευθερία ή την σωματική ακεραιότητα των θυμάτων. Και πάλι όμως, η νομική προστασία που παρέχεται από αυτή την διατύπωση απέχει σημαντικά από την προστασία που πρέπει να παρέχεται κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται σε "ζωή", "τιμή" και "ελευθερία", ανεξάρτητα από διακρίσεις. Επίσης, κατά το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης Περί Καταργήσεως Πάσης Μορφής Φυλετικής Διακρίσεως αναφέρει ξεκάθαρα ότι το Κράτος έχει υποχρέωση να τιμωρεί ποινικά "πάσαν διάδοσιν ιδεών ή θεωριών περί ανωτερότητος μιας φυλής ή ομάδος προσώπων ενός χρώματος ή εθνολογικής προελεύσεως". Αυτή η διεθνής υποχρέωση της Ελλάδας εκπληρώνεται με τον Ν.927/1979, τον οποίο όμως καταργεί το άρθρο 6 του νομοσχεδίου, χωρίς να αντικαθιστά με άλλη διάταξη που τιμωρεί την διάδοση αυτών των ιδεών, με την εξαίρεση του "δημόσιου εγκωμιασμού, άρνησης ή εκμηδένισης εγκλημάτων" γενοκτονίας κλπ. Όχι όμως "πάσαν διάδοσιν". Ως προς την "πάσαν διάδοσιν", το νέο νομοσχέδιο αφίσταται της διεθνούς υποχρέωσης της Ελλάδας που απορρέει από το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης.

6. Μείωση της ποινής: ενώ η αρχική διατύπωση προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (άρα μέχρι πέντε έτη), στο τελικό νομοσχέδιο το προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής είναι ένα έως τρία έτη.

5. Προστέθηκε επίσης ότι εάν η πράξη τελεσθεί από δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο, κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων, τότε συντρέχει επιβαρυντική περίσταση και ο δράστης τιμωρείται και πειθαρχικά, κατά το πειθαρχικό δίκαιο που διέπει το εν λόγω πρόσωπο. Δεν αποτελεί βέβαια μια "οδηγία", αλλά για επέμβαση και στο πειθαρχικό δίκαιο: ο δράστης πρέπει να τιμωρηθεί και πειθαρχικά.

δ) Το αδίκημα του άρθρου 4 αποκτά τίτλο: "Δημόσιος εγκωμιασμός, άρνηση ή εκμηδένιση εγκλημάτων". Προστέθηκε ότι στα εγκλήματα αυτά περιλαμβάνονται όχι μόνο όσα έχουν αναγνωριστεί με δικαστικές αποφάσεις Ελληνικών ή διεθνών δικαστηρίων, αλλά και "με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων". Είναι εντελώς άγνωστο, με ποια διαδικασία "αναγνωρίζει" η Βουλή των Ελλήνων "εγκλήματα γενοκτονίας ή κατά της ανθρωπότητας ή εγκλήματα πολέμου κατά το άρθρο 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου". Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης αναγνωρίζει τέτοιες "αρμοδιότητες" στη Βουλή, η οποία ουδεμία σχέση πρέπει να έχει με την δικαιοδοτική λειτουργία, παρασυρόμενο προφανώς από σχετικές προτάσεις της Δημόσιας Διαβούλευσης (βλ. Έκθεση, σελ. 3/"24").

ε) Το αρχικό άρθρο 5, το οποίο προέβλεπε ότι ο δράστης "μέσω διαδικτύου" ή τα πληροφοριακά μέσα απαιτείτο να είναι "σωματικώς παρών" στην Ελλάδα, καταργείται. Όπως είχα επισημάνει και στη Διαβούλευση στο opengov.gr, "είναι λάθος γιατί αρκούν οι σχετικές γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, περί εδαφικής εφαρμογής του ελληνικού ποινικού δικαίου, ανάλογα με το που βρίσκεται ο δράσης και το που τελέστηκε η πράξη".

στ) Το αρχικό άρθρο 6 έγινε το νέο άρθρο 4, το οποίο προβλέπει την "Ευθύνη νομικών προσώπων". Το άρθρο αφορά τα πρόστιμα που μπορεί να επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα ο Υπουργός Δικαιοσύνης και το νέο είναι ότι εισάγεται προηγούμενη γνωμοδοτική αρμοδιότητα της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απλή γνώμη). Προστέθηκε επίσης η επιφύλαξη του άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο σημαίνει ότι εάν η παράβαση έγινε μέσω της ραδιοτηλεόρασης, αρμόδιο είναι φυσικά το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Αυτό σημαίνει λοιπόν, ότι το νέο άρθρο 4 εισάγει νέα αρμοδιότητα και για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο θα μπορεί να επιβάλλει πλέον, εκτός των ήδη προβλεπόμενων από την ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία, και τις κυρώσεις του άρθρου 4.

ε) Το νέο άρθρο 5 αντιστοιχεί στο παλιό άρθρο 7 και επιφέρει κάποιες τροποποιήσεις στο άρθρο 79 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά την επιβαρυντική περίσταση των κινήτρων μίσους του δράστη για κάθε ποινικό αδίκημα. Σε αυτά τα κίνητρα, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

i. Προστίθεται η "γενεαλογικής καταβολή" στις ιδιότητες.
ii. Προστίθεται το "χρώμα" στις ιδιότητες.
iii. Προστίθεται η "εθνοτική" πέραν της "εθνικής καταγωγής".
iv. Διορθώνεται ο "γενετήσιος" σε "σεξουαλικό" προσανατολισμό.
v. Προστίθεται ότι η επιβαρυντική περίσταση αναφέρεται και στην περίπτωση που η πράξη δεν αφορά μόνο πρόσωπο αλλά και ομάδα προσώπου

στ) Καταργήθηκε το παλιό άρθρο 8 που αναγνώριζε δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη της κατηγορίας σε μη κυβερνητικές οργανώσεις που ήταν γραμμένες στο μητρώο της ECOSOC. Η κατάργηση της διάταξης είχε υποστηριχθεί από πολλές πλευρές (και από εμένα), αλλά είχε ζητηθεί και η αντικατάστασή της από διάταξη που αναγνωρίζει δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής σε οργανώσεις που το προβλέπει το καταστατικό τους (όπως είχε πει και το ΣΥΔ).

Θα παρακολουθήσουμε βέβαια και την τύχη που θα έχει αυτό το νομοσχέδιο στο Κοινοβούλιο, δεδομένων των ξενοφοβικών, ρατσιστικών και ομοφοβικών δηλώσεων που διαχρονικά έχουν διατυπώσει ακόμη και μέλη της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και της ευρύτερης αντιπολίτευσης, (μέχρι και από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας).


Οι τοποθετήσεις των κομμάτων σε αυτό το νομοσχέδιο θα είναι καθοριστικές για το πώς (και εάν) αντιλαμβάνονται την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου.




Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2011

Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο στο Υπουργικό Συμβούλιο

Διαβάζουμε ότι εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο το νομοσχέδιο για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας (βλ. εδώ).

Αν είναι ακριβές, ωστόσο, το ρεπορτάζ, φαίνεται ότι τελικά δεν έγιναν δεκτές οι εισηγήσεις των ΜΚΟ και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που με παρεμβάσεις τους είχαν επισημάνει ότι δεν είναι δυνατόν η παράσταση πολιτικής αγωγής να περιορίζονται μόνο στα νομικά πρόσωπα που έχουν καταχωρηθεί στο μητρώο της ECOSOC του Ο.Η.Ε.

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της μη εφαρμογής του Ν.927/1979 (ισχύοντος αντιρατσιστικού νόμου) είναι ότι σε όλες τις υποθέσεις αποβάλλεαι στον δεύτερο βαθμό η πολιτική αγωγή. Αποτέλεσμα είναι ότι οι μηνυτές δεν μπορούν να εκπροσωπηθούν από συνήγορο πολιτικής αγωγής κι έτσι οι κατηγορούμενοι δικάζονται "μόνοι" τους, με αποτέλεσμα να αθωώνονται. Σε όλες τις δίκες που έγιναν με βάσει τον Ν.927/1979 κι έφτασαν στο εφετείο, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι οι δικαστές δεν επέτρεψαν στους μηνυτές να παραστούν με συνηγόρους πολιτικής αγωγής, χάνοντας έτσι ένα από τα σοβαρότερα δικαιώματα της "ισότητας των όπλων", δηλαδή της εξέτασης των μαρτύρων υπεράσπισης, καθώς και της αγόρευσης του συνηγόρου πολιτικής αγωγής, που θα μπορούσε να είχε ανατρέψει ακόμη κι απορριπτικές εισαγγελικές προτάσεις.

Αντί λοιπόν, με το νέο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, να διευκρινιστεί το σοβαρό πρόβλημα παράστασης πολιτικής αγωγής που είχε διαπιστωθεί με βάση τον Ν.927/1979, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνουν έναν ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό: αφενός δεν διευκρινίζεται εάν το θύμα έχει δικαίωμα πολιτικής αγωγής κι αφετέρου για την παράσταση πολιτικής αγωγής εκ μέρους ΜΚΟ το δικαίωμα περιορίζεται μόνο σε όσες έχουν εγγραφεί στο σχετικό μητρώο ΜΚΟ με συμβουλευτικό καθεστώς του Ο.Η.Ε, δηλαδή πρακτικά σε μία (1) ελληνική ΜΚΟ που επί του παρόντος έχει εγγραφεί στο εν λόγω μητρώο.

Αυτό πρέπει να αλλάξει με τροπολογία πριν κατατεθεί στη Βουλή. Χρειάζονται λοιπόν -εκτός από τις άλλες αλλαγές που έχουν προτείνει οι ΜΚΟ- δύο διατάξεις. Μία διάταξη που να προβλέπει ρητώς ότι τα θύματα των εγκλημάτων που προβλέπονται στο νόμο έχουν δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής. Κι αφετέρου, να απαλειφθεί η προϋπόθεση περί ECOSOC και να προβλεφθεί ότι παράσταση πολιτικής αγωγής έχουν δικαίωμα να ασκούν και οι οργανώσεις στο καταστατικό των οποίων προβλέπεται ρητά ως σκοπός η υπεράσπιση θυμάτων ρατσιστικών επιθέσεων.

Σάββατο, Αυγούστου 06, 2011

Νομοσχέδιο για την ορθή νομοθέτηση

Σε δημόσια διαβούλευση δόθηκε το νομοσχέδιο για την "βελτίωση της ρυθμιστικής διακυβέρνησης" (βλ. εδώ), το οποίο θεσπίζει τις αρχές της "καλής νομοθέτησης" (good legislation).

Eίναι ένα νομοσχέδιο που θα αποτελέσει στην πραγματικότητα μια check-list όλων όσων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα νομοθετικά όργανα, προκειμένου η νομοθεσία να ανταποκρίνεται στα πρότυπα ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Παράλληλα θεσμοθετεί και την πρακτική της δημόσιας διαβούλευσης, την οποία καθιστά ένα υποχρεωτικό πλέον μέσο καλής νομοθέτησης.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ένα από τα κλασικά νομοθετήματα "καλών προθέσεων" που τίποτε δεν μπορεί να διασφαλίσει την εφαρμογή τους εάν δεν υπάρχει πολιτική βούληση. Η διασφάλιση της εφαρμογής του εναπόκειται κυρίως σε εσωτερικές δράσης της νομοθετικής λειτουργίας, οπότε η τυχόν δικαστηριακή επιδίωξη αναγνώρισης της παραβίασής του θα προσκρούει στην άτυπη αυτοσυγκράτηση των δικαστών ως προς τον μη-έλεγχο των interna corporis της Βουλής.

Θα έπρεπε ο πολίτης που θίγεται από ένα νόμο, να μπορεί να επιδιώξει την ακύρωσή του εαν, λ.χ. δεν έχει τεθεί καν σε δημόσια διαβούλευση. Όπως οι αποφάσεις που δεν έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο μπορούν να ακυρωθούν εξ αυτού του λόγου, έτσι και οι νόμοι που δεν έχουν τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, θα πρέπει να μπορούν να ακυρώνονται, γιατί διαφορετικά η καλή νομοθέτηση καταντάει ένα ευχολόγιο. Επανέρχεται έτσι στην πραγματικότητα ένα παλαιότερο αίτημα - που έχει αποτελέσει και πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση - ώστε η αρχή της ορθής νομοθέτησης να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου: η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Υπάρχουν βέβαια ορισμένες από τις αναφερόμενες αρχές της καλής νομοθέτησης οι οποίες αντιστοιχούν σε κανόνες συνταγματικής αναγνώρισης, όπως η αρχή της αναλογικότητας, η οποία ούτως ή άλλως ελέγχεται δικαστικά. Αφού όμως αποφασίστηκε να περιληφθούν τέτοιες αρχές στο άρθρο 2 του νομοθετήματος, θα πρέπει να προστεθούν κι άλλες.

Ένα πρόβλημα που παρατηρείται στην ελληνική νομοθεσία είναι η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Θα πρέπει λοιπόν στο άρθρο 2 που μνημονεύονται οι αρχές της καλής νομοθέτησης, να προβλεφθεί και αυτή: "Η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου".

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι η παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, η οποία θα πρέπει επίσης να περιληφθεί, μαζί με την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Και βέβαια δεν υπάρχει καλή νομοθέτηση χωρίς την παρακολούθηση της νομολογίας των δικαστηρίων, η οποία κάποια στιγμή θα πρέπει να λάβει την θεσμική θέση που της αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου και να επιβληθεί η υποχρεωτική δημοσίευση όλων των δικαστικών αποφάσεων (πλήρες κείμενο) σε δελτία νομολογίας της ιστοσελίδας κάθε δικαστηρίου.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2009

Το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων στο Διαδίκτυο

Το νομοσχέδιο που ήδη δόθηκε σε δημόσιο σχολιασμό αποτελεί μια από τις κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις της Κυβέρνησης, προς την κατεύθυνση της διαφάνειας. Η βασική αρχή του νομοσχεδίου είναι η υποχρεωτική διαδικτυακή ανάρτηση όλων τον νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων, καθώς και των ατομικών πράξεων για τις οποίες προβλέπεται δημοσίευση. 


Ωστόσο, η προεκλογική εξαγγελία ότι θα είναι ανίσχυρες όσες πράξεις ΔΕΝ αναρτώνται στο Διαδίκτυο, έχει υποστεί βέβαια μια σχετική επεξεργασία: όλες οι πράξεις που είναι δημοσιεύσιμες (ΦΕΚ) ισχύουν κανονικά, ακόμα και αν ΔΕΝ αναρτηθούν στο Διαδίκτυο. Μόνο οι πράξεις για τις οποίες ΔΕΝ προβλέπεται δημοσίευση (όχι ΦΕΚ) θα είναι "ανεκτέλεστες" αν ΔΕΝ αναρτηθούν στο Διαδίκτυο. Διότι δεν θα μπορούσε φυσικά όλη η (νομική) ζωή μας να μεταφερθεί ξαφνικά στο Internet: oι νόμοι είναι νόμοι και η εκτελεστότητά τους εκκινεί με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ. Το νομοσχέδιο αυτό δεν αντικαθιστά δηλαδή την κεντρική θέση της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο νομικό μας σύστημα, για την οποία πάντως προβλέπει δωρεάν διαδικτυακή πρόσβαση, όπως και σήμερα προβλέπει  το άρθρο ισχύον  18 παρ. 2  του Ν.3469/2006 που θέσπισε η ΝΔ ("Καθένας πολίτης έχει δωρεάν πρόσβαση, μέσω Διαδικτύου, για ανάγνωση όλων των τευχών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, πλην του τεύχους ΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.Μ.Η"). Ταυτολογώντας, το νομοσχέδιο, έρχεται να τροποποιήσει μια διάταξη στο άρθρο 15 παρ. 7 του ισχύοντος νόμου, με την φράση: "Τα τεύχη της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, διατίθενται δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου." Δηλαδή μην τρελαθούμε και τελείως: "άλλαξε ο Μανωλιός" είναι η διάταξη. Το θέμα είναι ποιος θα εφαρμόσει ανοιχτά πρότυπα, να μπορεί ο πολίτης να κατεβάζει (εκτός από το να αναγιγνώσκει) τα ΦΕΚs και σε μορφότυπο που θα του επιτρέπει την ευχερή ανάγνωση (όχι τα σημερινά μισο-pdf που δεν βγάζεις άκρη), με σωστές μηχανές αναζήτησης και χωρίς τσιγκουνιές. Και το θέμα είναι τι θα γίνει και με τους σημερινούς συνδρομητές που έχουν ήδη πληρώσει για αυτές τις υπηρεσίες που από εδώ και στο εξής θα είναι δωρεάν.  Eπίσης να καταργηθεί η διάταξη που προβλέπει ποινικές κυρώσεις για όσους προβαίνουν σε εμπορική αξιοποίηση των ΦΕΚ: η ποινικοποίηση αυτή είναι αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα στην Οδηγία 2003/98 για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα που επιτρέπει και την εμπορική εκμετάλλευση των δημοσίων εγγράφων. 


Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο δημοσιευθέν (ΦΕΚ) και στο αναρτημένο (Διαδίκτυο), αυτό που τελικά ισχύει είναι το δημοσιευθέν. Δηλαδή θα μπορεί κάποιος να ανεβάζει χαζομάρες στο Διαδίκτυο και μετά να καλύπτεται πίσω από το ΦΕΚ. Πρόκειται για αστειότητες: κανονικά η διάταξη θα έπρεπε να προβλέπει ότι εάν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα σε ΦΕΚ και Διαδίκτυο θα πρέπει να επιλύεται άμεσα η απόκλιση και να αποκαθίσταται με ευθύνη του δημόσιου φορέα το τελικό κείμενο, επί ποινή ακυρότητας.


Θα πρέπει να προστεθεί και μια διάταξη που να αναφέρει ότι η παράλειψη ανάρτησης στο Διαδίκτυο των δημοσιευτέων ατομικών διοικητικών πράξεων αποτελεί λόγω ακύρωσης (παράλειψη ουσιώδους τύπου) για τα αρμόδια ακυρωτικά δικαστήρια (ΣτΕ, διοικητικό εφετείο).


Επίσης θα πρέπει να δημοσιεύονται υποχρεωτικά και οι πράξεις των Ανεξάρτητων Αρχών, οι οποίες για κάποιο άγνωστο λόγο δεν περιλαμβάνονται στις δημόσιες υπηρεσίες για τις οποίες θα εφαρμοστεί το νομοσχέδιο. Ακόμη περισσότερο, θα πρέπει να αναρτώνται υποχρεωτικά και οι δικαστικές αποφάσεις: εκεί βρίσκεται όλος ο πλούτος της εφαρμογής του δικαίου και δεν πρέπει να χαθεί αυτή η δυνατότητα. 


Μια πραγματικά επαναστατική καινοτομία όμως θα ήταν, στη Διαδικτυακή ανάρτηση των Πράξεων, όπου υπάρχει αναφορά σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, να υπάρχει σύνδεσμος υπερκειμένου (hypertext link), ώστε ο διαδικτυακός αναγνώστης να μεταβαίνει με το πάτημα ενός πλήκτρου αυτομάτως στο παραπεμπόμενο νομοθέτημα. Είναι γνωστό ότι οι νομοθετικές διατάξεις περιλαμβάνουν σωρεία αναφορών σε άρθρα και κόντρα άρθρα, με αποτέλεσμα, για να έχει κάποιος σαφή εικόνα, να πρέπει να βρει όλα τα παραπεμπόμενα νομοθετήματα. Το Διαδίκτυο μας δίνει την δυνατότητα να διευκολύνουμε πάρα πολύ τον χρήστη της νομοθετικής πληροφορίας. Δεν αρκεί η απλή διαδικτυακή ανάρτηση, αλλά θα πρέπει να αξιοποιηθούν και οι θεμελιώδεις εφαρμογές του web, όπως είναι τα links. 

Τρεις παρατηρήσεις ακόμα, για τη γενικότερη φιλοσοφία της καινοτομίας:

1. Πολύ δύσκολα θα εφαρμοστούν αυτά αποτελεσματικά στην πράξη, χωρίς εποπτεία από Επίτροπο Πρόσβασης στην Πληροφόρηση (Information Commissioner) που θα δίνει τον τόνο και θα λύνει προβλήματα που δημιουργεί η επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία προσωπικών δεδομένων, επιχειρηματικού απορρήτου και άλλων "παγίδων" στις οποίες μπορεί να σκαλώσει η εφαρμογή του μέτρου στην πράξη.Εάν στο νομοσχέδιο δεν προβλέπεται και η επιβολή κυρώσεων στους υπαίτιους της μη ανάρτησης στο Διαδίκτυο, τότε το μέτρο θα είναι ένα απλό ευχολόγιο (lex imperfecta).


2. Τα ψέματα τελείωσαν: περισσότερη διαφάνεια σημαίναι και περισσότερη υπευθυνότητα. Έλα όμως που υπάρχει ακόμη ένα τεράστιο ψηφιακό χάσμα και επομένως οι βεβαιότητες δεν μπορούν να είναι απόλυτες.


3. Η γενική κοινοποίηση είναι η ψυχή της νομικής δεσμευτικότητας, κατά τον Καντ. Και έχει δίκιο: όσο πιο οριζόντια γνωστός είναι ένας κανόνας, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβολή του. Το μέτρο της γενικής διαδικτυακής κοινοποίησης των πράξεων του νομοθέτη και της διοίκησης ισχυροποιεί την δεσμευτικότητα. Αν σε αυτά προστεθεί και η υποχρεωτική ανάρτηση της νομολογίας των δικαστηρίων, τότε θα έχουμε μια ουσιαστική μεταβολή για την οριζόντια ισχύ των δικαστικών αποφάσεων και θα έρθουμε πολύ κοντά στην αγγλοσαξωνική παράδοση της δεσμευτικότητας των δικαστικών προηγουμένων.



Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2009

Αντισυνταγματική η απαγόρευση των δημοσκοπήσεων

Το δικαίωμά μας να ενημερωνόμαστε για τις δημοσκοπικές τάσεις έχει συνταγματική κατοχύρωση, καθώς αποτελεί έκφανση του ατομικού δικαιώματος του άρθρου 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. Aναφέρει το Σύνταγμα για το δικαίωμα αυτό:

 Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.

Συνεπώς, οι περιορισμοί στο δικαίωμα πληροφόρησης που είναι ανεκτοί σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι εκείνοι που:

(α) επιβάλλονται με νόμο και
(β) είναι απολύτως αναγκαίοι (άρα όχι "απλώς" αναγκαίοι) και δικαιολογούνται για λόγους:
(i) εθνικής ασφάλειας, ή 
(ιι) καταπολέμησης του εγκλήματος, ή
(ιιι) προστασίς δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την τροπολογία που συζητείται στην Βουλή, επιβάλλεται ένας περιορισμός στο δικαίωμά μας στην πληροφόρηση, ο οποίος θα προβλέπεται μεν με νόμο, αλλά για να κριθεί εάν είναι συνταγματικός, θα πρέπει να ελεγχθεί κατά πόσον συντρέχουν τα υπόλοιπα στοιχεία του άρθρου 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. 

Προκειμένου να εξετασθεί η συμβατότητα της απαγόρευσης με το Σύνταγμα, θα πρέπει να ελεγχθεί ο σκοπός του. Διαβάζουμε στην Αιτιολογική Έκθεση:

"Με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν.3688/2008 είχε απαγορευθεί η δημοσιοποίηση, μετάδοση ή αναμετάδοση αποτελεσμάτων σχετικά με την πρόθεση ψήφου των εκλογέων για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων κατά τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών ή των εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και κατά τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων, μόνον από την προηγούμενη ημέρα της διενέργειάς τους και έως την ώρα λήξης  της ψηφοφορίας.

[σ.σ. δηλαδή ήταν ελεύθερη η μετάδοση μέχρι και την προηγούμενη μέρα της παραμονής των εκλογών]

Η ρύθμιση αυτή απέβλεπε στην πληρέστερη και επίκαιρη ενημέρωση των πολιτών, μέσω των ανωτέρω δημοσκοπήσεων.

[σ.σ. δηλαδή αποτελούσε διάταξη που εξειδίκευε στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας το συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη για πρόσβαση στην πληροφόρηση].

Η πρόσφατη όμως, εμπειρία όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στις εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά κοινή αποδοχή, δεν επιβεβαίωσε την εκπληρωση του σκοπού αυτού. και τούτο, διότι, η πληθώρα δημοσκοπήσεων παρουσίασε έντονα αποκλίνουσες διαφορές και συνεχείς ανατροπές σε ελάχιστα απέχοντα, μεταξύ τους, χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα αντί πλήρους ενημέρωσης να δημιουργηθεί σύγχυση στους πολίτες."

Δηλαδή η Αιτιολογική Έκθεση και ο νομοθέτης αναφέρουν ότι η πληθώρα των στοιχείων - ανεξάρτητα από το αν αυτά είναι ή όχι ΑΚΡΙΒΗ- δεν πρέπει να μεταδίδεται, διότι δημιουργεί σύγχυση στο κοινό. Και για αυτό το λόγο αποφασίζει τον περιορισμό του δικαιώματος πληροφόρησης του κοινού, επαναφέροντας το προηγούμενο καθεστώς, κατά το οποίο η απαγόρευση ισχύει επί δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη μέρα των εκλογών.

Αυτή η απαγόρευση όμως, βασιζόμενη αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι υπήρχε "πληθώρα στοιχείων" με "έντονα αποκλίνουσες διαφορές", δεν καθιστά "απολύτως αναγκαίο" έναν περιορισμό του δικαιώματος πληροφόρησης, αφού δεν αποσκοπεί:

(α) στην εθνική ασφάλεια, ή
(β) στην καταπολέμηση του εγκλήματος, ή
(γ) στην προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων των πολιτών, αφού δεν υπάρχει κανένα "δικαίωμα" ή νόμιμο "συμφέρον" που θίγεται μόνο και μόνο από την "πληθώρα" στοιχείων, έστω κι αν αυτά παρουσιάζουν έντονες αποκλείσεις μεταξύ τους. Μόνο εάν τα στοιχεία αυτά ήταν αποδεδειγμένα ψευδή, χαλκευμένα, ανακριβή θα δικαιολογείτο κάποιος περιορισμός του δικαιώματος, αλλά αυτός ο περιορισμός υπάρχει ήδη στην νομοθεσία και δεν στρέφεται εναντίον των δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά εναντίον των εταιριών δημοσκοπήσεων.

Καθένας μπορεί να έχει τις απόψεις του για τις δημοσκοπήσεις, να τις θεωρεί απαράδεκτες, καλές, κακές, χειραγωγούμενες και χειραγωγούς. Αλλά αυτές οι απόψεις δεν μπορούν να περιβληθούν τον τύπο της νομοθετικής απαγόρευσης συνταγματικού δικαιώματος. 

Συνεπώς και αυτή η τροπολογία που συζητήθηκε σήμερα στη Βουλή και γνώρισε μάλιστα την έγκριση των κομμάτων της ήσσονος αντιπολίτευσης, είναι αντίθετη στο άρθρο 5Α παρ. του Συντάγματος. Θυμίζει πολύ έντονα την νομοθετική απαγόρευση της δημοσίευσης προκηρύξεων τρομοκρατικών οργανώσεων στις εφημερίδες, η οποία είχε επιβληθεί με νόμο στη δεκαετία του 1990 και είχε βέβαια κηρυχθεί αντισυνταγματική, επειδή αποτελούσε περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης που δεν είχε έρεισμα στο Σύνταγμα.

Άλλη μια απαράδεκτη νομοθετική ρύθμιση που βάλλει κατά των ατομικών ελευθεριών, όπως το σύνολο του εν λόγω νομοσχεδίου και των τροπολογιών του για τις κάμερες και το dna.







H γνωμοδότηση της Αρχής για το DNA που περιφρονεί το νομοσχέδιο DNA

Όπως είπε στο βήμα της Βουλής πριν λιγο, όπου συζητείται η τροπολογία για το DNA, υπάρχει παλαιότερη αντίθετη γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.


Η Aρχή αναφέρει στην γνωμοδότησή της ότι:


(α) η λήψη και ανάλυση DNA πρέπει να γίνεται υπο τις εγγυήσεις Συμβουλίου Εφετών, κι όχι ενός εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα Εφετών όπως λέει η τροπολογία.


(β) η καταστροφή του DNA θα πρέπει να γίνεται μετά την εκπλήρωση του σκοπού, δηλ. την ταυτοποίηση του δράστη, κι όχι να διατηρείται για όλη του τη ζωή, εάν αυτός καταδικαστεί όπως λέει η τροπολογία.


(γ) η τήρηση του αρχείου θα πρέπει να γίνεται με αυστηρά μέτρα ασφάλειας για να αποτρέπεται η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, κι όχι με εξαίρεση της βάσης δεδομένων από την εφαρμογή του νόμου για τα προσωπικά δεδομένα, πράγμα που επιφέρει η τροπολογία.


Συνεπώς, η τροπολογία παραβιάζει, εκτός από το Ευρωπαϊκό δίκαιο,  τρεις βασικές εκτιμήσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.



Το πλήρες κείμενο της τότε γνωμοδότησης της Αρχής:






ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ   ΑΡ. 15 / 2001 



Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 12/02/2001 στο κατάστημά της αποτελούμενη από τον κ. Κ. Δαφέρμο, Πρόεδρο, και τους κ.κ. Ν. Αλιβιζάτο, Ε. Κιουντούζη, Α. Παπαχρίστου, Π. Πάγκαλο και Β. Παπαπετρόπουλο, μέλη, και τον κ. Κ. Μαυριά ως αναπληρωματικό του απόντος τακτικού μέλους κ. Σ. Λύτρα, προκειμένου να εξετάσει την ανάλυση γενετικού υλικού για σκοπούς εξιχνίασης εγκλημάτων και ποινικής δίωξης.

Παρούσα ήταν και η κ. Ε. Τσιγγάνου ως γραμματέας.

 




ΓΝΩΜΟΔΟΤΕΙ 


1. Ενόψει της κατάρτισης σχεδίου νόμου για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος διατυπώθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης αίτημα για γνωμοδότηση της Αρχής σχετικά με τη χρήση του DNA για σκοπούς εξιχνίασης εγκλημάτων. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων νομιμοποιείται - όπως προκύπτει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου και αντίστοιχα την περιγραφή των αρμοδιοτήτων της σε αυτόν - να εκφέρει γνώμη επί του θέματος καθώς στην περίπτωση της χρήσης του DNA για τους προαναφερόμενους σκοπούς  πρόκειται χωρίς αμφιβολία  για τη συλλογή, παραγωγή και επεξεργασία δεδομένων που αφορούν ένα άτομο. 


2. Τα ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με την ανάλυση του γενετικού υλικού  δεν εστιάζονται κυρίως στην λήψη του, η οποία βέβαια συνιστά καθεαυτή παρέμβαση στην προσωπικότητα, αλλά στην παραγωγή γενετικών πληροφοριών από την ανάλυση αυτή και στην περαιτέρω χρήση των πληροφοριών αυτών. Η Αρχή αντιλαμβάνεται ως “γενετικά δεδομένα” όλα τα δεδομένα, οποιουδήποτε τύπου, τα οποία αφορούν τα κληρονομικά χαρακτηριστικά ή τα  πρότυπα κληρονομικότητας αυτών των χαρακτηριστικών σε μία ομάδα ατόμων. Επίσης όλα τα δεδομένα για τους φορείς γενετικής πληροφορίας σε μία ατομική ή γενετική γραμμή που σχετίζονται με οποιαδήποτε άποψη της υγείας ή της ασθένειας, είτε πρόκειται για προσδιορίσιμα/ αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά είτε όχι. Πρόκειται για τον ορισμό που υιοθετεί το Συμβούλιο της Ευρώπης στη Σύσταση για  την επεξεργασία των ιατρικών δεδομένων των φυσικών προσώπων. Οφείλουμε να σημειώσουμε  ότι στη θεωρία δεν υπάρχει ομοφωνία για την ακριβή κατάταξη των δεδομένων αυτών. Σε κάθε περίπτωση τα γενετικά δεδομένα σχετίζονται τόσο με την υγεία αλλά ταυτόχρονα μπορούν να θεωρηθούν και δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή και εθνική καταγωγή. Επισημαίνεται ότι ο Ν. 2472/97 κατατάσσει τις κατηγορίες αυτές στα λεγόμενα ευαίσθητα δεδομένα, η συλλογή και επεξεργασία των οποίων υπόκειται σε ιδιαίτερες προϋποθέσεις και εγγυήσεις.  


3. Οι εξετάσεις του γενετικού υλικού επιτρέπουν την πρόσβαση σε ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες. Η Αρχή επισημαίνει καταρχήν τις ιδιαιτερότητες που εντοπίζονται στην περίπτωση των γενετικών πληροφοριών: α) η γενετική πληροφορία είναι μοναδική, β) από τις γενετικές αναλύσεις προκύπτει μία εικόνα του προσώπου που δεν αφορά μόνο το παρόν αλλά ταυτόχρονα το παρελθόν και το μέλλον του καθώς μπορεί να αποκαλύψει πχ. την προδιάθεση για ανάπτυξη ορισμένων ασθενειών,  γ) η πληροφορία που προκύπτει από τις σχετικές αναλύσεις δεν αφορά μόνο το άτομο από το οποίο λαμβάνεται το γενετικό υλικό αλλά και τους συγγενείς του που βρίσκονται στην ίδια γενετική γραμμή. 


4. Αφετηρία και βάση των εκτιμήσεων μας υπήρξε  η διαπίστωση ότι η συλλογή και επεξεργασία των γενετικών δεδομένων ενέχει  - εκτός από αναμφισβήτητα κοινωνικά οφέλη - σοβαρότατους κινδύνους για τους πολίτες και τα δικαιώματά τους. Η γνώση που προκύπτει από τις αναλύσεις αυτές ενδέχεται να έχει ολέθριες συνέπειες για το άτομο αλλά και για την οικογένειά του, καθώς όπως προαναφέρθηκε οι σχετικές πληροφορίες αναπόφευκτα αφορούν και τρίτα πρόσωπα. Η γνωστοποίηση των δεδομένων που προκύπτουν από τις γενετικές εξετάσεις μπορεί να οδηγήσει σε κατηγοριοποίηση των ανθρώπων και σε τελευταία ανάλυση στον στιγματισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό τους. 


5. Η ανάλυση του DNA προβάλλεται τον τελευταίο καιρό ως πανάκεια για την εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων. Σε σχέση με τη χρήση του DNA για τους σκοπούς της εξιχνίασης εγκλημάτων επισημαίνεται η συσχέτιση του με την παραδοσιακή μέθοδο των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Γίνεται μάλιστα λόγος για “γενετικό αποτύπωμα”. Ωστόσο δύσκολα μπορεί να μιλήσει κανείς για αναλογίες καθώς - εκτός από τα ειδικά χαρακτηριστικά της γενετικής πληροφορίας που αναφέρονται παραπάνω - η γενετική πληροφορία είναι περισσότερο αξιόπιστη, διαρκής και πλούσια σε πληροφοριακό φορτίο. Σε αντίθεση με τα δακτυλικά αποτυπώματα, η χρήση των οποίων περιορίζεται στην ταυτοποίηση ενός προσώπου, στην περίπτωση της γενετικής ανάλυσης προκύπτουν δεδομένα τα οποία καθιστούν δυνατές τις μελλοντικές και ευρύτατες παρεμβάσεις στην προσωπικότητα και τη ζωή ενός ανθρώπου. 


6. Η γενετική ανάλυση στο πλαίσιο της εξιχνίασης ποινικών αδικημάτων και της ποινικής διαδικασίας πρέπει να περιορίζεται στο μη κωδικοποιημένο τμήμα του DNA και στη διαπίστωση της ταυτότητας, θα πρέπει δηλ. να αποτελεί αποκλειστικά γενετικό αποτύπωμα. Δεν πρέπει να προκύπτουν πρόσθετες πληροφορίες για το πρόσωπο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μέθοδοι που επιτρέπουν τη συναγωγή συμπερασμάτων για χαρακτηριστικά της προσωπικότητας όπως κληρονομικότητα, χαρακτήρας ή ασθένειες. Η δημιουργία προφίλ προσωπικότητας μέσω της γενετικής ανάλυσης προσκρούει ευθέως στην συνταγματικά κατοχυρωμένη αξία του ανθρώπου και στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας είναι και το δικαίωμα πληροφοριακού αυτοπροσδιορισμού. 


7. Η γενετική ανάλυση είναι ιδιαίτερα σημαντική  για τη διαπίστωση της ταυτότητας  δραστών και θυμάτων,  την τεκμηρίωση της ενοχής ή της αθωότητας. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτό προϋποθέτει τον προσδιορισμό των υπόπτων ατόμων με άλλα στοιχεία, ενδείξεις ή/και αποδείξεις. Η δραστικότητα της επέμβασης, το  πλουσιότατο πληροφοριακό φορτίο που ενέχει το γενετικό υλικό πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων προϋποθέσεων λήψης και επεξεργασίας του. Η ρύθμιση και η αντίστοιχη πρακτική πρέπει να υπόκεινται στην προστασία της προσωπικότητας και της αξίας του ανθρώπου αλλά και στην αρχή της αναλογικότητας που είναι κρίσιμη για την εύρεση του σημείου ισορροπίας των δικαιωμάτων που θίγονται και του - αναντίρρητα σοβαρού - δημόσιου συμφέροντος που επιδιώκεται. 


8. Η νομοθετική ρύθμιση θα πρέπει να περιέχει με εξαντλητική απαρίθμηση τα ποινικά αδικήματα  για τη διακρίβωση των οποίων είναι επιτρεπτή η συλλογή γενετικού υλικού και η επεξεργασία των γενετικών δεδομένων που προκύπτουν. Ο συγκεκριμένος. προσδιορισμός των αδικημάτων επαφίεται στην αξιολόγηση του νομοθέτη. Η Αρχή εκφράζει την πεποίθηση ότι για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί η μέθοδος αυτή πρέπει να επιφυλάσσεται στα “ιδιαιτέρως σοβαρά εγκλήματα” και συγκεκριμένα σε εκείνα στα οποία οι σχετικές αναλύσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διαλεύκανση των υποθέσεων (εγκλήματα κατά της ζωής, απαγωγή, σεξουαλικά εγκλήματα). 


9. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων της γενετικής πληροφορίας, της έντασης και δραστικότητας της προσβολής που εμπεριέχει η ανάλυση DNA επιβάλλεται ο   περιορισμός της χρήσης της  για τη διαπίστωση της ταυτότητας του δράστη μόνο εφόσον υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής ή ανάμιξης σε συγκεκριμένη ενέργεια. Προληπτική λήψη και ανάλυση γενετικού υλικού θα πρέπει να αποκλειστεί. Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής σε απροσδιόριστο ή δυσανάλογα μεγάλο αριθμό προσώπων εφόσον δεν τεκμηριώνεται και από άλλα στοιχεία ο ενδεχόμενος συσχετισμός τους με συγκεκριμένη ενέργεια ή δράση. Η διαπίστωση των προϋποθέσεων αυτών και η έγκριση για τη διεξαγωγή της λήψης και ανάλυσης του γενετικού υλικού πρέπει κατά τη γνώμη μας να τελεί υπό δικαστικές εγγυήσεις και λόγω της ιδιαίτερης σοβαρότητας να ανατεθεί στο Συμβούλιο Εφετών. 


10. Η νομοθετική ρύθμιση θα πρέπει περαιτέρω να αναφέρεται και στην υποχρέωση  καταστροφής του ληφθέντος γενετικού υλικού μετά την εκπλήρωση του σκοπού που επιδιώκεται, δηλ. την πιστοποίηση της ταυτότητας. Εφόσον η διαπίστωση της ταυτότητας είναι δεδομένη η καταστροφή πρέπει να αφορά και κάθε περαιτέρω πληροφορία η οποία θα έχει ενδεχομένως προκύψει από τη γενετική ανάλυση. Είναι αυτονόητο ότι η υποχρέωση καταστροφής του γενετικού υλικού και διαγραφής των αντίστοιχων δεδομένων,  που αφορούν ένα ή περισσότερα άτομα τα οποία έχουν ελεγχθεί,  υφίσταται και στην περίπτωση που από την ανάλυση δεν προκύπτει ταυτότητα ενόχου της συγκεκριμένης ενέργειας. 


11. Τέλος θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι η γενετική ανάλυση για τη διαπίστωση της ταυτότητας καθώς και η καταχώριση και επεξεργασία των αντίστοιχων γενετικών δεδομένων  θα διεξάγεται με τις κατάλληλες μεθόδους και διαδικασίες  ώστε να αποτρέπεται η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση καθώς και κάθε οποιαδήποτε παρέμβαση.  Λόγω της ιδιαιτερότητας των δεδομένων θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται ενισχυμένα μέτρα ασφάλειας των συστημάτων και των δεδομένων που παράγονται ή υφίστανται επεξεργασία. 




Ο Πρόεδρος, Η Γραμματέας




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΑΦΕΡΜΟΣ       ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΣΙΓΓΑΝΟΥ


Αντίθετη στο Ευρωπαϊκό δίκαιο η τροπολογία για το DNA

Συζητείται σήμερα στο θερινό τμήμα της Βουλής, κατά παράβαση του άρθρου 72 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι αρμόδια για νομοσχέδια ατομικών δικαιωμάτων είναι η μόνο η Ολομέλεια, η αντισυνταγματική τροπολογία για τον αποκλεισμό εφαρμογής του νόμου περί προσωπικών δεδομένων στις κάμερες, η οποία περιλαμβάνει επίσης και την τροπολογία για την δημιουργία βάσεων δεδομένων DNA

Η τροπολογία για το DNA έχει δύο διατάξεις:


"Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για την ανάλυση του δεοξυριβονουκλεικού οξέος (Deoxyribonulcleic Acid - DNA) προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δράστη του εγκλήματος αυτού".

"Αν η ανάλυση αποβεί αρνητική, το γενετικό υλικό  και τα γενετικά αποτυπώματα καταστρέφονται αμέσως, ενώ αν η ανάλυση αποβεί θετική το μεν γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως, τα δε γενετικά αποτυπώματα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πράξη, τηρούνται σε ειδικό αρχείο που συνινστάται και λειτουργεί στην Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομιας. Τα στοιχεία αυτά τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων και καταστρέφονται σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν. Η λειτουργία του αρχείου εποπτεύεται από αντεισαγγελέα ή εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις, με θητεία δύο ετών."

Το πρόβλημα της πρώτης διάταξης είναι ότι επιβάλλει την συλλογη DNA ακόμα και για πλημμελήματα.

Το πρόβλημα της δεύτερης διάταξης είναι ότι σε περίπτωση καταδίκης του προσώπου, το DNA θα παραμείνει για όλη του τη ζωή στην βάση δεδομένων και για όλη του τη ζωή θα αποτελεί αντικείμενο συσχετισμού και έρευνας για την ταυτοποίηση δραστών άλλων εγκλημάτων.

Και οι δύο διατάξεις είναι αντίθετες στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως ερμηνεύθηκε ειδικώς για το ζήτημα της τήρησης DNA από αστυνομικές αρχές, με την απόφαση S. και Marper κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία δικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην πολύ πρόσφατη αυτή απόφαση του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως (δηλ. ουσιαστικά στην Ολομέλεια) του ΕΔΔΑ περιλαμβάνονται όλες οι διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου, καθώς και συγκριτικά στοιχεία που αναφέρουν για ποια χρονικά διαστήματα και για ποια αδικήματα θα πρέπει οι αστυνομίες των χωρών της Ευρώπης να τηρούν DNA στις βάσεις δεδομένων.

- Το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι από τις μελέτες και τις στατιστικές που υπάρχουν μέχρι σήμερα, δεν έχει αποδειχθεί η αναγκαιότητα για την μόνιμη διατήρηση δεδομένων DNA από τις αστυνομικές αρχές.

- Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει ότι η διατήρηση DNA δεν μπορεί να αφορά ανεξαίρετα όλα τα αδικήματα και όλους τους υπόπτους, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν διαβαθμίσεις ώστε να μη θίγεται το τεκμηριο της αθωότητας.

- Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κρίνει ότι οι βάσεις δεδομένων DNA εμπίπτουν στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, δηλαδή διέπονται από τις διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων

Η τροπολογία επιβάλλει όμως την μόνιμη διατήρηση των δεδομένων DNA για όσους έχουν καταδικαστεί κι επίσης επιβάλλει την συλλογή DNA για όλα τα κακουργήματα και για τα περισσότερα πλημμελήματα, χωρίς να προβαίνει στις κατάλληλες σταθμίσεις.

Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο είναι ότι με τη δομή της τροπολογίας, η βάση δεδομένων DNA δεν θα εμπίπτει στις διατάξεις του Ν.2472/1997, αφού έχοντας θέσει την βάση δεδομένων υπό την εποπτεία εισαγγελέων, ο νομοθέτης ουσιαστικά εξαιρεί την τήρηση των κανόνων προστασίας δεδομένων, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.2472/1997 οι κανόνες αυτοί δεν εφαρμόζονται σε εισαγγελικές και δικαστικές αρχές (κατά παράβαση επίσης του Ευρωπαϊκού Δικαίου).


Δηλαδή με την τροπολογία επιβάλλεται η λειτουργία βάσεων δεδομένων DNA, χωρίς την εφαρμογή κανόνων για την τήρησή τους, ώστε να προστατεύεται ο πολίτης από τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων του. 





Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008

Κριτική του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης

"Οι πολίτες και κυρίως οι νέοι, πείθονται με τις ρυθμίσεις μας και προσχωρούν στη λογική και στην αγάπη που αναδύεται μέσα από τις γραμμές και το πνεύμα του νομοσχεδίου μας", αναφέρει το επεξηγηματικό που έστειλε ο υπουργός Δικαιοσύνης στους βουλευτές. Μην είστε και τόσο σίγουρος, κύριε Χατζηγάκη, ότι οι νέοι "προσχωρούν" (άκου όρος...) σε ένα νομοσχέδιο που παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές της ίσης μεταχείρισης και το ίδιο το Σύνταγμα.
«Το Σύνταγμα στο άρθρο 21 § 1 προστατεύει το γάμο και την οικογένεια. Οικογένεια μπορεί, επομένως, να υπάρξει και χωρίς γάμο, αφού αν το Σύνταγμα ήθελε να περιορίσει τη θεσμική εγγύηση μόνο στην οικογένεια που απορρέει από το γάμο, θα αρκούσε, στο άρθρο 21 § 1, μόνο η μνεία του γάμου. Άλλωστε, η ελεύθερη συμβίωση καλύπτεται συνταγματικά και από το άρθρο 5 § 1, που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.»

Αυτή η φράση από την Αιτιολογική Έκθεση που από το Φεβρουάριο του 2006 βρίσκεται στα συρτάρια του υπουργείου Δικαιοσύνης, επιβεβαιώνει τις νομικές αναλυσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς από το e-lawyer, στο οποίο έχω υποστηρίξει κατ΄ επανάληψιν ότι το Σύνταγμα, όπως κάθε θεμελιώδες κείμενο που αναθεωρείται με αυστηρή διαδικασία, πρέπει να ερμηνεύεται ως ζωντανός οργανισμός, σύμφωνα με τις τρέχουσες ανάγκες των ατόμων και της κοινωνίας.

Ας δούμε λοιπόν μία προς μία τις διατάξεις του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης (λαμβάνεται υπόψη το draft που έδωσε στη δημοσιότητα ο καθηγητής κ. Παπαχρίστου).

Άρθρο 1
Σύσταση

Η συμφωνία δύο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης) καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η συμφωνία δηλώνεται στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους και καταχωρίζεται σε ειδικό ληξιαρχικό βιβλίο.

Σχόλια:

1. Για την πρόσθετη προϋπόθεση της ετερότητας φύλου που δεν υπάρχει ούτε καν στον κατά τον Αστικό Κώδικα γάμο, έχουμε επισημάνει πολλές φορές το ζήτημα αντισυνταγματικότητας του νομοσχεδίου. Ας προσθέσουμε ότι μια διάκριση πρόσβασης στους θεσμούς του οικογενειακού δικαίου με μόνο κριτήριο το σεξουαλικό προσανατολισμό παραβιάζει το άρθρο 8 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως δέχθηκε πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση MB κατά Γαλλίας.
Εξάλλου, ούτε η Εκκλησία θα έπρεπε να έχει αντιρρήσεις, αφού υπάρχει χωρίο της Αγίας Γραφής που αναφέρει ότι ο βασιλιάς Δαυίδ υπέγραψε συνθήκη συμβίωσης με τον αγαπημένο του Ιωνάθαν και, επιπλέον το γνωστό χωρίο από τα Σόδομα και Γόμμορα που διατυμπανίζεται δεν είναι παρά μια καταδίκη των ομαδικών βιασμών και της παιδοφιλίας. Έχοντας αποδεχθεί τον τρίτο θρησκευτικό γάμο και βεβαίως το διαζύγιο (η β΄ και γ΄ σύζυγος δεν είναι πόρνες), η ορθόδοξη Εκκλησία έχει αποδείξει ότι πριν από αιώνες ήταν σαφώς πιο προσαρμόσιμη (στις εντολές των αυτοκρατόρων, δηλ. του κράτους) από την ρωμαιοκαθολική.

2. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο είναι ο συστατικός τύπος, ενώ η δήλωση στο ληξιαρχείο και η καταχώρηση έχει «αποδεικτική ισχύ», κατά την αιτιολογική έκθεση, χωρίς να είναι απολύτως σαφές τι σημαίνει αυτό. Ορθότερη διατύπωση θα ήταν ότι οι ληξιαρχικές πράξεις επιβάλλονται για λόγους που σχετίζονται με την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των ενδιαφερομένων και δεν συνεπάγεται έννομες συνέπειες ως προς τις σχέσεις των συμβιούντων (λ.χ. υποχρέωση για συμβίωση, πρβλ 1386 ΑΚ). Εξάλλου, η συμβολαιογραφική πράξη, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί πλήρες αποδεικτικό μέσον.


Άρθρο 2
Προϋποθέσεις
1. Για τη σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα.
2. Εμποδίζεται η σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης, αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης των ενδιαφερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά.
3. Εμποδίζεται η σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως και εκ πλαγίου μέχρι τον τέταρτο βαθμό, καθώς και συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριορίστως.
4. Εμποδίζεται η σύναψη συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.


Σχόλια: η προϋπόθεση της πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας, δηλ. το να απαιτείς περισσότερα προσόντα από όσα έχει κάποιος που μπορεί να τελέσει γάμο αποδεικνύει ότι οι συντάκτες του νομοσχεδίου δεν έχουν συλλάβει πλήρως τον κοινωνικό ρόλο του νέου θεσμού. Αν ο γάμος επιτρέπεται και για τους κάτω των 18, αλλά και για όσους βρίσκονται σε δικαστική στερητική συμπαράσταση (άρθρο 1352 ΑΚ), ένα νομοσχέδιο συμβίωσης που «εμποδίζει» (επί λέξει!) αυτές τις ευπαθείς πληθυσμιακές ομάδες από τα δικαιώματα που μπορούν να απολαύσουν εξ αυτού, τι αξία έχει;
Ο αποκλεισμός αυτός βρίσκεται επίσης σε αντίθεση με το άρθρο 8 και 14 της ΕΣΔΑ, αφού εισάγει αθέμιτη διάκριση ως προς την πρόσβαση σε θεσμό του οικογενειακού δικαίου. Οι δικαιολογίες ότι «το σύμφωνο δεν αποτελεί υποκατάστατο του γάμου» δεν επαρκούν για να εξαιρεθούν από τη δυνατότητα σύναψης συμφώνου πληθυσμιακές ομάδες οι οποίες έχουν ανάγκη προστασίας και όχι νομικών εμποδίων.

Άρθρο 3
Σχετική ακυρότητα
Την ακυρότητα του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης μπορεί να επικαλεσθούν μόνο τα πρόσωπα που το συνήψαν, καθώς και όποιος προβάλλει έννομο συμφέρον οικογενειακής ή κληρονομικής φύσης. Την αναγνώριση της ακυρότητας μπορεί να ζητήσει αυτεπαγγέλτως ο εισαγγελέας, αν το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης αντίκειται στη δημόσια τάξη.


Σχόλιο: στο «έλεος» των συγγενών και των κληρονόμων, αλλά και του … εισαγγελέα λοιπόν, η ισχύς του συμφώνου συμβίωσης! Η διάταξη είναι επικίνδυνη και εντελώς περιττή καθώς αρκούν τα άρθρα 1372 – 1385 του Αστικού Κώδικα που έχουν τις αντίστοιχες διατάξεις για την ακυρότητα του γάμου.

Άρθρο 4
Λύση
1. Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης λύνεται με συμφωνία των προσώπων, που περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Λύση επέρχεται και με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλο. Η συμφωνία ή η μονομερής δήλωση καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο, όπου έχει καταγραφεί και η σύσταση του συμφώνου.
2. Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης λύνεται αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των προσώπων που συμβιώνουν, είτε μεταξύ ενός από αυτά και τρίτου.

Σχόλιο: μιλάμε για συμβολαιογραφική πράξη με κοινωνικό προσανατολισμό: και οικογενειακή στέγη να νοίκιαζες, θα υπήρχε δέσμευση για μία τριετία. Η δυνατότητα οποτεδήποτε λύσης με μια απλή μονομερή δήλωση δεν μπορεί να ρυθμίζεται με την ίδια ευκολία όπως η από κοινού λύση. Υποτίθεται ότι η ευελιξία του θεσμού εισάγεται για την προστασία ορισμένων κοινωνικών ομάδων, όχι την προσχηματική και ανέξοδη εκμετάλλευσή τους. Η μονομερής δήλωση θα πρέπει να έχει χρονικό περιορισμό – λ.χ. το νωρίτερο 6 μήνες μετά την υπογραφή- και ενδεχομένως κι άλλες ασφαλιστικές δικλείδες ως προς τα περιουσιακά και άλλα οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματά της.

Τα ίδια και με την «αυτοδίκαιη» λύση με το αν συναφθεί γάμος. Χωρίς μεταβατικά στάδια και προστατευτικές διατάξεις;

Άρθρο 5
Επώνυμο
Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των προσώπων που συμβιώνουν. Το καθένα από αυτά μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται το άλλο, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.

Σχόλιο: Δηλαδή, αν δεν συγκατατίθεται το άλλο πρόσωπο, απαγορεύεται η χρήση του επωνύμου στις κοινωνικές σχέσεις; Ωραία… συμβίωση!

Άρθρο 6
Περιουσιακές σχέσεις
Στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο συστήνεται το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των προσώπων και ιδίως η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτηθούν από τον έναν ή από τον άλλον κατά τη διάρκεια του συμφώνου (αποκτήματα). Αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει, μετά τη λύση του συμφώνου, αξίωση κατά του άλλου για ό,τι αυτό απέκτησε με τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή δεν γεννάται στο πρόσωπο των κληρονόμων του δικαιούχου, ούτε κληρονομείται από αυτούς, στρέφεται όμως κατά των κληρονόμων του υποχρέου. Η αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου.


Σχόλιο: Δεν διευκρινίζεται όμως τι συμβαίνει αν το σύμφωνο περιλαμβάνει μεταβιβάσεις δικαιωμάτων επί ακινήτων. Μεταγράφεται στο υποθηκοφυλακείο; Φορολογικά, τι γίνεται; Ένα υποκατάστατο της κοινοκτημοσύνης που προβλέπεται από τον Αστικό Κώδικα (1403 ΑΚ). Θα είχε νόημα αν με την υπογραφή του συμφώνου επερχόταν ως αυτοδίκαιη συνέπεια η κοινοκτημοσύνη, εκτός αν τα μέρη δήλωναν ρητά ότι την αποκρούουν (επιλογή opt-out).
Αδικαιολόγητη, επίσης, για το θεσμό του συμφώνου είναι η άνιση μεταχείριση ανάμεσα σε κληρονόμους δικαιούχου και κληρονόμους υποχρέου, κάτι που δεν προβλέπεται ούτε στο θεσμό του γάμου.
Τέλος, δεν υπάρχει ούτε το τεκμήριο συμβολής στα αποκτήματα κατά 1/3 που προβλέπεται από το θεσμό του γάμου. Αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να προστεθεί σε συνδυασμό με ένα χρονικό προστάδιο, δεδομένης της χαλαρότητας του συμφώνου.

Άρθρο 7
Διατροφή μετά τη λύση
1. Στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο καταρτίζεται το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, μπορεί να περιέχεται συμφωνία με την οποία αναλαμβάνεται, είτε από το ένα ή το άλλο μέρος, είτε και αμοιβαίως, υποχρέωση διατροφής αποκλειστικά και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λύση του συμφώνου με συμφωνία ή μονομερή δήλωση, θα υπάρχει αδυναμία αυτοδιατροφής. Η υποχρέωση αυτή δεν βαρύνει τους κληρονόμους του υποχρέου.
2. Με την επιφύλαξη των §§ 3 και 4, η συμβατική αυτή υποχρέωση προηγείται της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής άλλων προσώπων απέναντι στο δικαιούχο, που βρίσκεται σε αδυναμία, μετά τη λύση του συμφώνου, να διατρέφει τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις.
3. Ο υπόχρεος συμβατικής διατροφής μετά τη λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης δεν μπορεί να επικαλεσθεί την υποχρέωσή του αυτή, όταν βαρύνεται με υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικων τέκνων του.
4. Ο δικαιούχος διατροφής από το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης συμπορεύεται, ως προς το δικαίωμα διατροφής, με τον διαζευγμένο σύζυγο του υποχρέου.


Σχόλιο: ίσως η μόνη υποδειγματική διάταξη του νσχ., η οποία εντάσσει με ακριβοδίκαιο τρόπο τον ίδιο το θεσμό της ελεύθερης συμβίωσης στο σύστημα των οικογενειακών σχέσεων.


Άρθρο 8
Τεκμήριο πατρότητας
1. Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητάς του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα που συμβιώνει με τη μητέρα. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως και στο τεκμήριο αυτό. 2. Η ακυρότητα ή η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.


Σχόλιο: θα έπρεπε να εφαρμόζονται και τα τεκμήρια του άρθρου 1465 για την πατρότητα κατά μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση, αλλά και για το βάρος επίκλησης εκείνου που αμφισβητεί την πατρότητα τέκνου που γεννήθηκε πέραν των 300 ημερών. Εντελώς αδικαιολόγητη αυτή η εξαίρεση από το τεκμήριο πατρότητας.
Θα έπρεπε επίσης να προστεθούν και άλλες διατάξεις που να αφορούν την τεχνητή γονιμοποίηση, αλλά και την παρένθετη μητρότητα.
Επίσης: ισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα των παιδιών που γεννιούνται/υιοθετούνται στο πλαίσιο συμφώνου και των αδερφών τους που μπορεί να γεννηθούν/υιοθετηθούν ύστερα από γάμο των συμβιούντων.


Άρθρο 9
Επώνυμο τέκνων
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμετάκλητη δήλωση που περιέχεται στη συμβολαιογραφική συμφωνία τους για τη σύναψη του συμφώνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συνδυασμός των επωνύμων τους. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέκνου θα σχηματισθεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.



Σχόλιο: Υπερβολικά στενή ορολογία: όχι μόνο τέκνο που γεννήθηκε, αλλά και τέκνο που υιοθετήθηκε. Όχι «γονείς», αλλά «τα πρόσωπα που έχουν συνάψει το σύμφωνο». Τι γίνεται επίσης αν μετά το σύμφωνο το ζευγάρι τελέσει γάμο και κάνει διαφορετική δήλωση για το επώνυμο των παιδιών;

Άρθρο 10
Γονική μέριμνα
1. Η γονική μέριμνα τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού. Τα άρθρα του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. 2. Αν το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης λυθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 1513 του ΑΚ.

Σχόλιο: Δηλαδή, για τη γονική μέριμνα σε περίπτωση λύσης, αποφασίζει υποχρεωτικά το δικαστήριο. Μια λίγο πιο φιλελεύθερη νομοθεσία θα επέτρεπε και τη συμβατική ρύθμιση από τα δύο μέρη, με συμβολαιογραφική πράξη και πάλι.

Άρθρο 11
Υιοθεσία
Επιτρέπεται η ταυτόχρονη ή διαδοχική υιοθεσία από πρόσωπα που έχουν καταρτίσει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης. 2. Η ακυρότητα ή η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει το κύρος της υιοθεσίας.


Σχόλιο: Ο υπουργός Δικαιοσύνης έχει αποστασιοποιηθεί από αυτή τη διάταξη, με το εξής ανακόλουθο σκεπτικό: «Το δικαίωμα αυτό δεν δίδεται ούτε στα ετερόφυλα ζευγάρια, δεδομένου ότι θα υπάρχει η δυνατότητα της μονομερούς καταγγελίας του συμφώνου και τερματισμού της συμβίωσης, με αποτέλεσμα η υιοθεσία από το ζευγάρι να παραμένει μετέωρη». Ποιος είναι αυτός ο ακατανόμαστος «μετεωρισμός», τη στιγμή που το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο ρυθμίζει τα της γονικής μέριμνας των παιδιών μετά τη λύση του συμφώνου;
Ή ο υπουργός δεν διάβασε το άρθρο 10 ή συγκινήθηκε από το νομοσχέδιο που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο επίσης απαγόρευε δικαίωμα τεκνοθεσίας.
Το πραγματικό σκεπτικό βέβαια, σίγουρα είναι να αποφευχθούν οι υιοθεσίες από ζευγάρια ομοφυλόφιλων. Έλα όμως που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πρόσφατα καταδίκασε τη Γαλλία που απέκλεισε ατομική αίτηση ομοφυλόφιλης νηπιαγωγού για υιοθεσία, λόγω αθέμιτης παραβίασης του δικαιώματός της στην ιδιωτική ζωή! Πως είναι δυνατόν να επιτρέπεται το μείζον (ατομική υιοθεσία από μεμονωμένο ομοφυλόφιλο) και να μην επιτρέπεται το έλασσον (ταυτόχρονη υιοθεσία από ζευγάρι συμφώνου συμβίωσης);

Άρθρο 12
Κληρονομικό δικαίωμα
1. Με τη λύση του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο έκτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο, αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομία, αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομουμένου, που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
2. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία, το οποίο ανέρχεται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος.
3. Τα άρθρα 1826 επ. ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

Σχόλιο: Ενώ ο σύζυγος που επιζεί καλείται στο τέταρτο με τους συγγενείς της πρώτης τάξης και στο μισό της κληρονομίας με τους συγγενείς των άλλων τάξεων. Τα «οικονομικά» του συμφώνου: μη λέμε μόνο για θεσμικές διαφορές, ο νομοθέτης είναι σαφής: είσαι κάτι σαν 0,75% σύζυγος. Αντί να δώσει στους ανθρώπους που δεν θέλουν ή και δεν μπορούν να τελέσουν γάμους ίσα δικαιώματα, εισάγει και στο κληρονομικό δίκαιο. Η ανισότητα φαίνεται από την β΄ παράγραφο: όπως και ο σύζυγος, έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο μισό της εξαδιαθέτου μερίδας. Άρα, στην α΄ παράγραφο, γιατί να καλείται στο έκτο και όχι στο τρίτο;
Αν αυτό είναι το maximum για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν τα ανύπαντρα ζευγάρια στην πράξη, τότε καλύτερα να εμπιστευόμασταν τους δικαστές που μπορεί να φανούν και πιο ευαίσθητοι σε μερικές περιπτώσεις από τους νομοθέτες.

Άρθρο 13
Ανάλογη εφαρμογή
1. Διατάξεις δημοσιοϋπαλληλικού, εργατικού, ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού δικαίου, που αναφέρονται σε συζύγους, εφαρμόζονται αναλόγως και στα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης.
2. Όπου σε οποιοδήποτε άλλο νόμο γίνεται λόγος για συζύγους, οι σχετικές διατάξεις ισχύουν αναλόγως και στα πρόσωπα που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο νόμο αυτό ή δεν αντίκεινται στις διατάξεις του.

Σχόλιο: Κατ’ αρχήν, ξεχάσατε ότι το πιο βασικό είναι η φορολογική εξίσωση, όπως λ.χ. στην περίπτωση της απόκτησης κατοικίας.

Έπειτα, αυτό θα έπρεπε κανονικά να είναι το δεύτερο από τα δύο άρθρα που θα έπρεπε να αποτελούν αυτό το νομοσχέδιο. Ο θεσμός θα έπρεπε να εισαχθεί δηλαδή με μια προσθήκη στον Αστικό Κώδικα και όχι με πρόσθετο «εξωτερικό» νόμο.

Κάποιες αποστάσεις που έχει διατυπώσει ο υπουργός για τα ίσα δικαιώματα θα πρέπει να τις ξεχάσει, ιδίως μετά την απόφαση του ΔΕΚ για την σύνταξη του επιβιώσαντος συντρόφου σε σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλου ζευγαριού. Επίσης αυτή η απόφαση έχει γενικότερη σημασία για τις ενδεχόμενες διαφοροποιήσεις που έχει κατά νου το υπουργείο, συστήνοντας ομάδα εργασίας για να αντιμετωπίσει το «ειδικό θέμα» του συμφώνου ομόφυλων ζευγαριών.

Άρθρο 14
Αναστολή παραγραφής
Το άρθρο 256 ΑΚ περίπτ. 1 τροποποιείται ως εξής:
«1. μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης».


Σχόλιο: Σωστή προσθήκη, αλλά αντίστοιχες πρέπει να γίνουν και σε κάθε σχετικό άρθρο του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 15
Πεδίο εφαρμογής
Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης, εφόσον αυτό έχει καταρτισθεί στην Ελλάδα. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζεται το δίκαιο που ορίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.


Σχόλιο: Ναι, αλλά έτσι όπως είναι η διάταξη, θα πείτε μετά ότι το σύμφωνο που καταρτίσθηκε στο Βέλγιο ανάμεσα σε ομοφυλόφιλους, αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη και δεν το αναγνωρίζουμε. Και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να εισαχθεί μια σαφής διάταξη στο κείμενο του Αστικού Κώδικα, για να αποφευχθούν τέτοιου είδους πονηριές που μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκες στο Στρασβούργο.
Ποια είναι λοιπόν η "ηθική πολιτική" που αναφέρει ο κ. υπουργός στο επεξηγηματικό του προς τους βουλευτές - αναφέροντας μέχρι και τον... Θωμά τον Ακινάτη; (Θωμά μου, είπες εσύ τίποτα για το σύμφωνο;)
Η κοινωνική πολιτική της ΝΔ είναι τόσο πετυχημένη, όσο αποτελεσματικές ήταν και οι ιδιωτικοποιήσεις επί ΠΑΣΟΚ.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007

Ψηφίστηκε η τροπολογία για τα προσωπικά δεδομένα – οι ποινικές καταδίκες δεν διαγράφονται από τη λίστα με τα ευαίσθητα δεδομένα

Κατά την συζήτηση για την επίμαχη τροπολογία που μεταφέρει ορισμένες αρμοδιότητες της Αρχής στους εισαγγελείς, ο υπουργός Δικαιοσύνης έκανε μία διόρθωση, σε θέμα το οποίο είχε επισημανθεί από το e-lawyer

Στο τελικό κείμενο που τέθηκε για ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής δεν περιλαμβάνεται, τελικά, ο αποχαρακτηρισμός των «ποινικών διώξεων» και των «ποινικών καταδικών» από την ειδική κατηγορία των ευαίσθητων δεδομένων. Οπότε, δε παραβιάζεται κατ’ αρχήν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση 108 (ν.2068/92) που ρητά εντάσσει τις ποινικές καταδίκες στα ευαίσθητα δεδομένα.

Ωστόσο, στην διάταξη των ευαίσθητων δεδομένων προστέθηκε μια τροποποίηση, η οποία αφαιρεί άλλη μία αρμοδιότητα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με το εξής κείμενο:

«Ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα που αναφέρονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 με διάταξη του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέως Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων.»

Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, η εισαγγελική αρχή και όχι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων αποφασίζει αν συντρέχουν οι όροι της «προστασίας του κοινωνικού συνόλου», των «ανηλίκων», των «ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων» και προς «ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων».
Βέβαια το άρθρο 9Α του Συντάγματος αναφέρει ότι ανεξάρτητη αρχή διασφαλίζει την προστασία προσωπικών δεδομένων και το άρθρο 101Α αναφέρει ότι οι κατά Σύνταγμα «ανεξάρτητες αρχές» εκλέγονται από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής και υπόκεινται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο. Δύο συνταγματικές απαιτήσεις, οι οποίες δεν ισχύουν για τις εισαγγελικές αρχές, οι οποίες διορίζονται από το υπουργείο Δικαιοσύνης (όχι τη Βουλή) και φυσικά δεν λογοδοτούν ενώπιον της Βουλής. Επομένως, οι εισαγγελικές αρχές στερούνται της συνταγματικής νομιμοποίησης που απολαμβάνει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, για να αποφασίζει ποιες ποινικές καταδίκες επιτρέπεται να δημοσιοποιούνται και ποιες όχι.

Σημειωτέον ότι μιλάμε για πρωτοβάθμιες ποινικές καταδίκες που μπορεί εκκρεμούν στο Εφετείο, δηλαδή για άτομα τα οποία καλύπτονται από το τεκμήριο της αθωότητας και που μπορεί να αθωωθούν σε δεύτερο βαθμό ή στον Άρειο Πάγο.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι βάσει της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 του Συντάγματος) μια διοικητική αρχή, έστω και ανεξάρτητη, δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει σε ζητήματα που εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Άρα, ότι η ΑΠΔΠΧ δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει ποιες ποινικές καταδίκες μπορούν να τύχουν ευρύτερης δημοσιότητας από την απαγγελία στο ακροατήριο του δικαστηρίου και ποιες όχι. Οπότε το ζήτημα είναι αν αυτή η δημοσιοποίηση των ονομάτων των καταδικασθέντων σε πρώτο βαθμό, ενώ οι υποθέσεις τους εκκρεμούν στο Εφετείο, είναι «ποινή» ή όχι. Το Σύνταγμα λέει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές (άρθρο 87 Σ.), δεν απονέμεται από εισαγγελείς. Αν λοιπόν θεωρηθεί «ποινή» η δημοσιοποίηση κατ΄ εντολή του εισαγγελέα τότε η διάταξή της πάσχει ενόψει του άρθρου 87 του Συντάγματος. Ο εισαγγελέας δεν είναι τακτικός δικαστής για να αποδώσει δικαιοσύνη επιβάλλοντας ποινή.

Αν λοιπόν δεν πρόκειται για ποινή, αλλά για μια ιδιότυπη επιβολή πρόσθετης κύρωσης, μια εκ των υστέρων «επικήρυξη», την οποία μπορούν να αναπαράγουν τα μ.μ.ε. προκειμένου να γίνει γνωστή η πρωτόδικη ποινική καταδίκη ενός προσώπου, τότε σαφώς δεν πρόκειται για ζήτημα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Δικαιοσύνης και συνταγματικά αρμόδια, υπ’ αυτήν την εκδοχή, είναι η ανεξάρτητη αρχή των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...