Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 01, 2008

ΔΕΚ: Oμόφυλος σύντροφος δικαιούται σύνταξη χηρείας

Σύμφωνα με απόφαση που δημοσιεύθηκε σήμερα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο επιζών σύντροφος που είχε καταρτίσει σύμφωνο συμβίωσης με έναν ενδυματολόγο θεάτρου, δικαιούται την επίμαχη σύνταξη.

Η υπόθεση τοποθετείται στη Γερμανία όπου έχει θεσμοθετηθεί σύμφωνο συμβίωσης και για ομοφυλόφιλους(από το 2001, αλλά η αρμόδια υπηρεσία δεν είχε σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της. Το γερμανικό δικαστήριο απεύθυνε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ το οποίο αποφάνθηκε ότι αυτός ο αποκλεισμός συνιστά απαγορευμένη διάκριση με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό δελτίο τύπου του ΔΕΚ.
Τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα και οι αντίστοιχες απαντήσεις που δόθηκαν με την απόφαση C-267/06 είναι τα εξής:
1) Συνιστά ένα επαγγελματικό σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως –όπως στην υπό κρίση υπόθεση o οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως των γερμανικών θεάτρων (Versorgungsanstalt der deutschen Bühnen)– εξομοιούμενο προς τα δημόσια συστήματα σύστημα υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/78 […];

2) Πρέπει οι παροχές ενός επαγγελματικού ιδρύματος κοινωνικής ασφαλίσεως προς επιζώντες υπό τη μορφή συντάξεως χηρείας να ερμηνεύονται ως αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 […];

3) Προσκρούουν στο άρθρο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78 […] οι διατάξεις του καταστατικού ενός συμπληρωματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως της υπό εξέταση κατηγορίας, κατά τις οποίες σύντροφος καταχωρισμένης συμβιώσεως δεν λαμβάνει μετά τον θάνατο του συντρόφου του παροχές επιζώντων αντίστοιχες προς αυτές των συζύγων, μολονότι ζει σε κοινωνία μέριμνας και αλληλεγγύης που θεμελιώνεται τυπικά εφ’ όρου ζωής, όπως οι σύζυγοι;
Απάντηση του Δ.Ε.Κ.:

40 Από το άρθρο 3, παράγραφοι 1, στοιχείο γ΄, και 3, της οδηγίας 2000/78 προκύπτει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις αμοιβές και δεν εφαρμόζεται στις πάσης φύσεως παροχές που καταβάλλουν τα δημόσια συστήματα ή τα εξομοιούμενα προς τα δημόσια, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή προστασίας.

41 Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 πρέπει να γίνει αντιληπτό, υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων σε συνδυασμό με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και προστασίας, οι παροχές των οποίων δεν εξομοιούνται προς αμοιβή κατά την έννοια που δίδεται στον όρο αυτόν για την εφαρμογή του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚ, ούτε προς τις πάσης φύσεως αμοιβές που καταβάλλει το κράτος με στόχο την πρόσβαση στην απασχόληση ή την παραμονή σε αυτήν.

42 Επομένως, πρέπει να καθοριστεί αν η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται βάσει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως ο VddB, δύναται να εξομοιωθεί με «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ.

43 Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ως «αμοιβή» νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.

44 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (βλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1993, C‑109/91, Ten Oever, Συλλογή 1993, σ. I‑4879, σκέψη 8, και της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑7/93, Beune, Συλλογή 1994, σ. I‑4471, σκέψη 21), το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν χαρακτήρα «αμοιβής» κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ.

45 Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει επίσης ότι η σύνταξη επιζώντος που προβλέπεται από επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, θεσπισθέν με συλλογική σύμβαση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει συναφώς ότι το γεγονός ότι η εν λόγω σύνταξη, εξ ορισμού, δεν καταβάλλεται στον εργαζόμενο, αλλά στον επιζώντα αυτού, δεν αναιρεί την ορθότητα της ερμηνείας αυτής, διότι η παροχή αυτή αποτελεί όφελος που απορρέει από την ασφάλιση του συζύγου του επιζώντος στο εν λόγω σύστημα, με αποτέλεσμα η αξίωση του επιζώντος επί της συντάξεως να αποκτάται στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσεως μεταξύ του συζύγου του και του εργοδότη και η σύνταξη να καταβάλλεται στον επιζώντα λόγω της εργασίας του συζύγου του (βλ. αποφάσεις Ten Oever, προπαρατεθείσα, σκέψεις 12 και 13· Coloroll Pension Trustees, προπαρατεθείσα, σκέψη 18· της 17ης Απριλίου 1997, C‑147/95, Εβρενόπουλος, Συλλογή 1997, σ. I‑2057, σκέψη 22, και της 9ης Οκτωβρίου 2001, C‑379/99, Menauer, Συλλογή 2001, σ. I‑7275, σκέψη 18).

46 Περαιτέρω, για να κριθεί αν μια σύνταξη γήρατος, βάσει της οποίας υπολογίζεται ενδεχομένως η σύνταξη επιζώντος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, μεταξύ των κριτηρίων που έχει δεχθεί, σύμφωνα με τις καταστάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιόν του για τον χαρακτηρισμό ενός συνταξιοδοτικού συστήματος, αποφασιστικό κριτήριο αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, δηλαδή το κριτήριο της σχέσεως εργασίας που συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου αυτού (βλ., συναφώς, αποφάσεις Beune, προπαρατεθείσα, σκέψη 43· Εβρενόπουλος, προπαρατεθείσα, σκέψη 19· της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑366/99, Griesmar, Συλλογή 2001, σ. I‑9383, σκέψη 28· της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑351/00, Niemi, Συλλογή 2002, σ. I‑7007, σκέψεις 44 και 45, καθώς και της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑4/02 και C‑5/02, Schönheit και Becker, Συλλογή 2003, σ. I‑12575, σκέψη 56).

47 Ασφαλώς, το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, εφόσον για τις συντάξεις που καταβάλλουν τα εκ του νόμου συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως μπορούν να λαμβάνονται υπόψη εν όλω ή εν μέρει οι αποδοχές που ελάμβανε ο εργαζόμενος όταν εργαζόταν (προμνημονευθείσες αποφάσεις Beune, σκέψη 44, Εβρενόπουλος, σκέψη 20, Griesmar, σκέψη 29, και Niemi, σκέψη 46, καθώς και Schönheit και Becker, σκέψη 57).

48 Εντούτοις, εκτιμήσεις κοινωνικής πολιτικής, οργανώσεως του κράτους, ηθικής φύσεως, ή ακόμη σκέψεις αφορώσες τον προϋπολογισμό, που επηρέασαν ή θα μπορούσαν να έχουν επηρεάσει τον εθνικό νομοθέτη όσον αφορά τη δημιουργία ενός συνταξιοδοτικού συστήματος, δεν ασκούν επιρροή αν η σύνταξη αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, αν τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και αν το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου (προμνημονευθείσες αποφάσεις Beune, σκέψη 45, Εβρενόπουλος, σκέψη 21, Griesmar, σκέψη 30, και Niemi, σκέψη 47, καθώς και Schönheit και Becker, σκέψη 58).

49 Όσον αφορά το επαγγελματικό σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως του VddB, επισημαίνεται, πρώτον, ότι απορρέει από συλλογική σύμβαση εργασίας, με σκοπό, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από το αιτούν δικαστήριο στοιχεία, να συμπληρώσει τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλονται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας γενικής εφαρμογής.

50 Δεύτερον, συνομολογείται ότι το εν λόγω σύστημα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τους εργαζόμενους και του εργοδότες του οικείου τομέα, αποκλειομένης κάθε χρηματοοικονομικής παρεμβάσεως του κράτους.

51 Τρίτον, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι το ίδιο καθεστώς αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 1 της συλλογικής συμβάσεως, το καλλιτεχνικό προσωπικό των θεάτρων στη Γερμανία.

52 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών του, για να αναγνωριστεί το δικαίωμα συντάξεως επιζώντος, απαιτείται ο σύζυγος του δικαιούχου της συντάξεως αυτής να ήταν ασφαλισμένος στον VddB πριν από τον θάνατό του. Η ασφάλιση αυτή αφορά υποχρεωτικά το καλλιτεχνικό προσωπικό των γερμανικών θεάτρων. Αφορά επίσης όσους αποφασίζουν να ασφαλιστούν εκουσίως στον VddB, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα αυτή εφόσον δικαιολογήσουν ότι έχουν προηγουμένως εργαστεί για ορισμένους μήνες σε γερμανικό θέατρο.

53 Επομένως, οι υποχρεωτικώς και εκουσίως ασφαλισμένοι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων.

54 Εξάλλου, προκειμένου για το κριτήριο ότι η σύνταξη εξαρτάται άμεσα από τον χρόνο υπηρεσίας, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 5, του καταστατικού του VddB, το ύψος της συντάξεως γήρατος, επί της οποίας υπολογίζεται η σύνταξη επιζώντος, καθορίζεται βάσει της διάρκειας ασφαλίσεως του εργαζομένου, η λύση δε αυτή αποτελεί λογική συνέπεια της δομής του επιμάχου επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει δύο είδη ασφαλίσεως, όπως τονίστηκε με τις σκέψεις 52 και 53 της παρούσας αποφάσεως.

55 Επίσης, το ύψος της ίδιας συντάξεως γήρατος δεν καθορίζεται εκ του νόμου αλλά, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30, παράγραφος 5, του καταστατικού του VddB, υπολογίζεται βάσει του ποσού του συνόλου των εισφορών που έχει καταβάλει καθόλη τη διάρκεια της ασφαλίσεως ο εργαζόμενος και επί των οποίων εφαρμόζεται συντελεστής επικαιροποιήσεως.

56 Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 72 των προτάσεών του, η σύνταξη επιζώντος της υποθέσεως της κύριας δίκης απορρέει από τη σχέση εργασίας του συντρόφου καταχωρισμένης συμβιώσεως του [όνομα προσφεύγοντος] και, κατά συνέπεια, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ.

57 Η κρίση αυτή δεν διακυβεύεται από την ιδιότητα του VddB ως δημοσίου οργανισμού (βλ., συναφώς, απόφαση Eβρενόπουλος, προπαρατεθείσα, σκέψεις 16 και 23) ούτε από τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ασφαλίσεως στο γενεσιουργό του δικαιώματος της συντάξεως επιζώντος της υποθέσεως της κύριας δίκης σύστημα (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, C‑50/99, Podesta, Συλλογή 2000, σ. I‑4039, σκέψη 32).

58 Η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 αναφέρει ότι η εν λόγω οδηγία δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση και τις παροχές που εξαρτώνται από αυτήν.

59 Ασφαλώς, η οικογενειακή κατάσταση και οι παροχές που εξαρτώνται από αυτήν είναι τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και το κοινοτικό δίκαιο δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή. Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις περί της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2006, C‑372/04, Watts, Συλλογή 2006, σ. I‑4325, σκέψη 92, και της 19ης Απριλίου 2007, C‑444/05, Σταματελάκη, Συλλογή 2007, σ. I‑3185, σκέψη 23).

60 Εφόσον η σύνταξη επιζώντος όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης χαρακτηρισθεί ως «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78, για τους εκτεθέντες στις σκέψεις 49 έως 57 της παρούσας αποφάσεως λόγους, η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την εφαρμογή της οδηγίας αυτής.

61 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο, δεύτερο και τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως ο VddB, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα προηγούμενα ερωτήματα, είναι θεμιτή η διάκριση λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού βάσει της εικοστής δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2000/78 […];
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα μέρη στο Δικαστήριο:

63 Ο [όνομα προσφεύγοντος] και η Επιτροπή θεωρούν ότι η άρνηση χορηγήσεως της συντάξεως επιζώντος της υποθέσεως της κύριας δίκης αποτελεί έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια της οδηγίας 2000/78, καθόσον δύο πρόσωπα του ιδίου φύλου δεν μπορούν να συνάψουν γάμο στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να λάβουν την παροχή αυτή που χορηγείται μόνο στους επιζώντες συζύγους. Σύμφωνα με τον [προσφεύγοντα] και την Επιτροπή, οι σύζυγοι και οι σύντροφοι καταχωρισμένης συμβιώσεως βρίσκονται σε παρεμφερή νομική κατάσταση, η οποία δικαιολογεί τη χορήγηση της εν λόγω συντάξεως στους επιζώντες συντρόφους καταχωρισμένης συμβιώσεως.

64 Ο [ασφαιστικός φορέας] θεωρεί ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση συνταγματικής τάξεως να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, από απόψεως του δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως ή προστασίας, ο γάμος και η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως. Η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως αποτελεί sui generis θεσμό και μια νέα κατάσταση των προσώπων. Από τη γερμανική νομοθεσία δεν συνάγεται καμία υποχρέωση για ίση μεταχείριση των συντρόφων καταχωρισμένης συμβιώσεως και των συζύγων.

Απάντηση του Δικαστηρίου

65 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, σκοπός της είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.

66 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, η «αρχή της ίσης μεταχείρισης» σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της ίδιας οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78 συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο. Η παράγραφος 2, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του άρθρου 2 προβλέπει ότι συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

67 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, από το 2001, έτος ενάρξεως της ισχύος του LPartG, ως είχε αρχικώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάρμοσε την έννομη τάξη της ώστε να καταστεί δυνατό σε πρόσωπα του ιδίου φύλου να ζουν σε κοινωνία μέριμνας και αλληλεγγύης, θεμελιούμενη τυπικά εφ’ όρου ζωής. Το εν λόγω κράτος μέλος, έχοντας επιλέξει να μην επιτρέψει στα πρόσωπα αυτά τη σύναψη γάμου, που επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα διαφορετικού φύλου, θέσπισε για τα πρόσωπα του ιδίου φύλου χωριστό σύστημα, τη σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως, της οποίας οι προϋποθέσεις εξομοιώθηκαν σταδιακά με τις ισχύουσες για τον γάμο προϋποθέσεις.

68 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 2004 συνέβαλε στη σταδιακή προσέγγιση του θεσπισθέντος με τη σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως συστήματος και του ισχύοντος για τον γάμο συστήματος. Με τον νόμο αυτό, ο Γερμανός νομοθέτης επέφερε τροποποιήσεις στο βιβλίο VI του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως – Νομικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, την παράγραφο 4 στο άρθρο 46 του βιβλίου αυτού, από την οποία προκύπτει ότι η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως εξομοιούται με γάμο όσον αφορά τη σύνταξη χηρείας της διατάξεως αυτής. Ανάλογες τροποποιήσεις επήλθαν σε άλλες διατάξεις του βιβλίου VI.

69 Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη αυτής της προσεγγίσεως γάμου και σχέσεως καταχωρισμένης συμβιώσεως, την οποία θεωρεί ως σταδιακή εξομοίωση και, κατά την άποψή του, προκύπτει από το θεσπισθέν με τον LpartG σύστημα, και, μεταξύ άλλων, από τις τροποποιήσεις που επήλθαν με τον νόμο της 15ης Δεκεμβρίου 2004, η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως, χωρίς να ταυτίζεται με τον γάμο, θέτει τα πρόσωπα του ιδίου φύλου σε παρεμφερή κατάσταση με τους συζύγους, όσον αφορά τη σύνταξη επιζώντος της υποθέσεως της κύριας δίκης.

70 Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σύνταξη αυτή χορηγείται, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του καταστατικού του VddB, μόνο στους επιζώντες συζύγους και δεν χορηγείται στους επιζώντες συντρόφους καταχωρισμένης συμβιώσεως.

71 Επομένως, στην περίπτωση αυτή, οι σύντροφοι καταχωρισμένης συμβιώσεως αντιμετωπίζονται με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο από τους επιζώντες συζύγους, όσον αφορά την εν λόγω σύνταξη επιζώντος.

72 Αν το αιτούν δικαστήριο αποφασίσει ότι οι επιζώντες σύζυγοι και οι επιζώντες σύντροφοι καταχωρισμένης συμβιώσεως βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση, όσον αφορά τη σύνταξη επιζώντος, πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι νομοθεσία όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης αποτελεί άμεση δυσμενή διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, υπό την έννοια των άρθρων 1 και 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78.

73 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι νομοθεσία όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας ο επιζών σύντροφος καταχωρισμένης συμβιώσεως, μετά τον θάνατο του συντρόφου του, δεν λαμβάνει σύνταξη επιζώντος αντίστοιχη με τη χορηγούμενη στον επιζώντα σύζυγο, μολονότι στο εθνικό δίκαιο η σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως θέτει τα πρόσωπα του ιδίου φύλου σε παρεμφερή κατάσταση με τους συζύγους, όσον αφορά την εν λόγω σύνταξη επιζώντος, προσκρούει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 2000/78. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν ο επιζών σύντροφος καταχωρισμένης συμβιώσεως βρίσκεται σε παρεμφερή κατάσταση με τον σύζυγο που δικαιούται τη σύνταξη επιζώντος του επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του [ασφαλιστικού φορέα].
5) Περιορίζονται οι παροχές επιζώντων, λόγω της [προαπαρατεθείσας] νομολογίας Barber, στον μετά τις 17 Μαΐου 1990 χρόνο;»
Απάντηση του ΔΕΚ
77 Από τη νομολογία προκύπτει ότι είναι δυνατόν το Δικαστήριο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές διαταραχές που μπορεί να έχει η απόφασή του για το παρελθόν, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, στο οποίο έχει υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα, σε μία διάταξη. Ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει μόνον από το Δικαστήριο, με την ίδια την απόφαση με την οποία αποφαίνεται επί της αιτηθείσας ερμηνείας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Barber, προπαρατεθείσα, σκέψη 41, και της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑835, σκέψη 36).

78 Από τον φάκελο της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι η χρηματοοικονομική ισορροπία συστήματος, όπως ο [φορέας], κινδυνεύει να ανατραπεί αναδρομικώς λόγω μη περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.

79 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι παρέλκει ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της παρούσας αποφάσεως.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2007

Η συνάντηση των Ευρωπαίων Δικαστών



Μια αποστολή του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό την ηγεσία του Προέδρου του κ. Β.Σκουρή, θα πραγματοποιήσει συνάντηση εργασίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του τελευταίου, οι του ΔΕΚ θα συναντηθούν με δικαστές του ΕΔΔΑ και θα συζητήσουν σε διάλογο "στρογγυλής τραπέζης" ζητήματα για την σημερινή σχέση ανάμεσα στους δύο κορυφαίους δικαστικούς θεσμούς της Ευρώπης και την πρόσφατη νομολογία.

Όλα αυτά συμβαίνουν υπό το φως της προσχώρησης της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μια προοπτική που χαιρετίστηκε από τον πρόεδρο του ΕΔΔΑ κ. J.-P. Costa και αναμένεται να επιφέρει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εφαρμογές στην δικαστηριακή εφαρμογή των ατομικών δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα υπό το καθεστώς της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, με την οποία αναγνωρίζεται η δεσμευτικότητα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος θα συνυπάρξει με την ΕΣΔΑ, αναγνωρίζοντας εμμέσως την πρωτοκαθεδρία της πρώτης, ως πηγής έμπνευσης.

Το πιο ενδιαφέρον απ' όλα είναι όχι τόσο πόσο το ΔΕΚ θα υλοποιήσει την επερχόμενη προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ (βλ. και άρθρο 6 ΣυνθΕΕ , C-314/04) αλλά, αφενός αν ένας πολίτης θα μπορεί πλέον να στραφεί κατά της ΕΕ ενώπιον του ΕΔΔΑ και αν το τελευταίο θα εμπνευστεί από τον ΧΘΔΕΕ στη διάπλαση νέων δικαιωμάτων όπως η πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και η προστασία προσωπικών δεδομένων.

Η πρώτη προοπτική σημαίνει ότι τελική αποφαση ΔΕΚ θα μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του ΕΔΔΑ, τοποθετώντας το τελευταίο σε ιεραρχικά ανώτατο στάδιο ως προς την επίλυση διαφορών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 05, 2007

Το ΔΕΚ απορρίπτει παρέμβαση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

Με αιτιολογία που αποκλίνει αισθητά από την προηγούμενη και εντελώς πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ο Πρόεδρος του απέρριψε με Διαταγή του (C-73/07) ως απαράδεκτη την αίτηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για παρέμβαση σε μια (φινλανδική) υπόθεση που είχε πτυχές όσον αφορά την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Οι διαφορές που υποτίθεται ότι ήταν κρίσιμες για την απόκλιση αυτή ήταν ότι επρόκειτο για διαδικασία προδικαστικού ερωτήματος και όχι διαδικασία επί προσφυγής. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου οφείλονται σε μια εξαιρετικά στενή ερμηνεία των διατάξεων περί παρέμβασης, χωρίς την αναγνώριση της λειτουργικής ευελιξίας που απαιτείται ενόψει της φύσης του Επόπτη ως ανεξάρτητης αρχής για την προστασία προσωπικών δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι ανεξάρτητες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, έχουν από την ίδια τη φύση τους την αποστολή να επικουρούν όλα τα δημόσια όργανα, όταν αυτά ασχολούνται με υποθέσεις που άπτονται της προστασίας δεδομένων. Κι αυτό γιατί οι ανεξάρτητες αρχές δεν είναι μόνον ειδικά εξοικειωμένες με το οικείο νομικό πλαίσιο, αλλά επιπρόσθετα συσσωρεύουν μία εμπειρία που έχει αποκτηθεί από τον πρακτικό χειρισμό υποθέσεων αποκλειστικά αυτής της φύσης. Συνεπώς, οι ανεξάρτητες αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι φορείς και διαμορφωτές των βέλτιστων πρακτικών που, πέρα από την απλώς ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας, εγγυώνται και τις καλύτερες λύσεις σε οικονομικό, τεχνικό, κοινωνικό και ηθικό επίπεδο για τα σύνθετα ζητήματα που ανακύπτουν όσον αφορά την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Εξάλλου, η δυνατότητα ανεξάρτητων αρχών να παρεμβαίνουν σε δικαστήρια είναι γενικά αναγνωρισμένη αρχή του σύγχρονου δικονομικού δικαίου. Αξίζει να αναφερθεί η σχετική αρμοδιότητα του Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος, σύμφωνα με το 14ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, θα αποκτήσει τη δυνατότητα παρέμβασης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Έτσι η απόρριψη της συγκεκριμένης αίτησης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος προσφέρθηκε να καταθέσει τις απόψεις του και την εμπειρία του σε μια προδικαστική απόφαση, η οποία, όπως συνέβη και στις προηγούμενες αποφάσεις, αναμένεται να έχει πανευρωπαϊκό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται το δίκαιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων από τα δικαστήρια και τις Αρχές σε όλη την Ευρώπη, είναι ξεκάθαρα εσφαλμένη.

Πέρα από την ουσία του σφάλματος αυτού, η συγκεκριμένη Διάταξη ερμηνεύει υπέρμετρα στενά την σχετική αρμοδιότητα του ΕΕΠΔ που ρητά αναφέρεται στον Κανονισμό 45/2001 για παρέμβαση ενώπιον του ΔΕΚ. Σε αυτόν τον Κανονισμό σαφώς και δεν περιέχεται ο αποκλεισμός του ΕΕΠΔ από τις διαδικασίες προδικαστικού ερωτήματος, αφού η αρμοδιότητα παρέμβασης σε υποθέσεις προστασίας δεδομένων είναι γενική και ο Κανονισμός δεν περιλαμβάνει τους περιορισμούς που «ανακάλυψε» το ΔΕΚ ξαφνικά.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2007

Περιορισμοί στη διεξαγωγή στοιχημάτων αντίθετοι στο κοινοτικό δίκαιο

Με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρήθηκε ότι οι περιορισμοί και με ποινικές κυρώσεις σε μια κεφαλαιουχική εταιρία να αναπτύξει δραστηριότητες στο χώρο των τυχερών παιχνιδιών είναι αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο.

Πιο συγκεκριμένα, η μη χορήγηση διοικητικής άδειας σε εταιρία για τη διενέργεια στοιχημάτων, μόνο και μόνο επειδή είναι κεφαλαιουχική, αποτελεί προσβολή της αρχής της αναλογικότητας. Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι το ΔΕΚ θεωρεί ότι, μολονότι δεν έχει αρμοδιότητες ως προς το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών, στο μέτρο που μια ποινική διάταξη προσβάλλει θεμελιώδεις κοινοτικές ελευθερίες είναι αντίθετη στο κοινοτικό δίκαιο.

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2006

Αντιδράσεις υπευθύνων για την απόφαση ΔΕΚ για τα προσωπικά δεδομένα επιβατών

Οι αρμόδιοι στην ΕΕ και τις ΗΠΑ είναι βέβαιοι ότι θα βρεθεί κάποια λύση για να συνεχιστεί η διαβίβαση δεδομένων.

Ο Stewart Baker, ένας βοηθός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών των ΗΠΑ λέει: "Είμαι πεποισμένος ότι θα βρεθεί λύση για να συνεχιστούν οι ροές δεδομένων και οι αεροπορικές πτήσεις."

Στην Ουάσινγκτον, ο Jarrod Agen, ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου λέει ότι το ζήτημα δεν ήταν η ιδιωτικότητα, γιατί το Υπουργείο μπορεί να πάρει τις ίδιες πληροφορίες από τους επιβάτες ζητώντας αυτές από τους ίδιους κατά την αναχώρηση, αλλά η ασφάλεια ήταν ενισχυμένη έχοντας αυτές εκ των προτέρων. Τώρα, λέει, "τα αεροπλάνα θα συνεχίσουν να πετούν και τα δεδομένα θα εξακολουθήσουν να ανταλλάσσονται", προσθέτονας "δεν θα υπάρξει υποβιβασμός του επιπέδου της προστασίας δεδομένων ή συνέπειες στους επιβάτες ή στις αερομεταφορές."

http://the-data-protection-news.blogspot.com/2006/05/us-department-of-homeland-security-on.html

Τρίτη, Μαΐου 30, 2006

Άκυρη η Συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ για τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων επιβατών πτήσεων!


Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα και μία νίκη για τον κόσμο της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφασή του στην περίφημη υπόθεση για την πρόσβαση των αρχών ΗΠΑ στα αρχεία με τα προσωπικά δεδομένα των επιβατών αεροπορικών πτήσεων που προέρχονται από την ΕΕ.
Η υπόθεση έχει παρουσιαστεί εκτενώς από το e-lawyer καθώς είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε τη διαδικασία στο Λουξεμβούργο και να μεταφέρουμε το κλίμα και την ατμόσφαιρα της δίκης.
Σήμερα το Δικαστήροιο εξέδωσε την απόφαση, σύμφωνα με την οποία ήταν παράνομη, με όρους κοινοτικού δικαίου, η συμφωνία που υπέγραψε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα με τις ΗΠΑ.
Είναι πολύ σημαντικό ότι τα αντανακλαστικά ορισμένων κοινοτικών οργάνων παραμένουν ενεργά και υπενθυμίζουν ότι και υπάρχει Κράτος Δικαίου στην ΕΕ, καθώς υπάρχουν οι κατάλληλη ελεγκτικοί μηχανισμοί που δεν υπολογίζουν το πολιτικό ή άλλο κόστος.
Μεταφράζω από το Δελτίο Τύπου του Δικαστηρίου και επιφυλάσσομαι για περισσότερα σχόλια αργότερα:
"Ύστερα από τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ θέσπισαν νομοθεσία σύμφωνα με την οποία οι αερομεταφορείς που οργανώνουν πτήσεις προς, από ή δια ΗΠΑ θα πρέπει να παράσχουν στις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών ηλεκτρονική πρόσβαση στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στα πληροφοριακά συστήματα κρατήσεων και αναχωρήσεω, τα οποία ονομάζονται "Passenger Name Records" (PNR).
Καθώς η Ευρωπαϊκής Επιτροπή θεώρησε ότι αυτές οι διατάξεις θα μπορούσαν να έρθουν σε αντίθεση με την κοινοτική νομοθεσία και την νομοθεσία των κρατών μέλών για την προστασία δεδομένων, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις αρχές των ΗΠΑ. Ύστερα από αυτές τις διαπραγματεύσεις, η Επιτροπή εξέδωσε στις 14 Μάη 2004 μία Απόφαση (η Απόφαση της Επάρκειας) θεωρώντας ότι το Γραφείο Προστασίας Τελωνείων και Συνόρων των ΗΠΑ (CBP) διασφαλίζει ένα επαρκές επίπεδο για την προστασία των δεδομένων που μεταφέρονται από την Κοινότητα. Στις 17 Μάη 2004, το Συμβούλιο εξέδωσε μια Απόφαση για την έγκριση της σύναψης μιας Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των ΗΠΑ για την επεξεργασία και διαβίβαση των δεδομένων PNR από τους αερομεταφορείς που είναι εγκατεστημένοι στα Κράτη μέλη της Κοινότητας προς το CBP. Αυτή η συμφωνία υπογράφηκε στην Washington στις 28 Μάη 2004 και τέθηκε σε εφαρμογή την ίδια μέρα.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αιτήθηκε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ακύρωση της Απόφασης του Συμβουλίου και της Απόφασης για την Επάρκεια, ισχυριζόμενο, ιδιαίτερα, ότι η θέσπιση της Απόφασης για την Επάρκεια ήταν καθ' υπέρβαση αρμοδιοτήτων, ότι το άρθρο 95 ΣυνθΕΚ δεν συνιστά επαρκή νομική βάση για την Απόφαση που εγκρίνει τη σύναψη και ότι στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων παρενέβη για την υποστήριξη του Κοινοβουλίου και στις δύο υποθέσεις. Ήταν η πρώτη του παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου, από την ίδρυση της Αρχής.
Στη σημερινή απόφαση, το Δικαστήριο ακύρωσε και τις δύο Αποφάσεις.
Η Απόφαση για την Επάρκεια
Το Δικαστήριο εξέτασε πριν απ' όλα εάν η Επιτροπή μπορούσε να θεσπίση έγκυρα απόφαση για την επάρκεια επί τη βάσει της Οδηγίας 95/46/ΕΚ. Παρατήρησε ότι κατά το άρθρο 3(2) της οδηγίας, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οι επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που εκφεύγουν από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και, σε κάθε περίπτωση , οι επεξεργασίες δεδομένων που αφορούν την δημόσια ασφάλεια, την άμυρα, την ασφάλεια του κράτους και τις δραστηριότητες στο πεδίο του ποινικού δικαίου.
Σύμφωνα με την απόφαση για την επάρκεια, οι προϋποθέσεις για την μετάδοση δεδομένων βασίζονται στην νομοθεσία ΗΠΑ, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της ασφάλειας και η Κοινότητα δεσμεύεται πλήρως να υποστηρίξει τις ΗΠΑ στον αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία και τα PNR θα χρησιμοποιηθούν αυστηρά για χρήσεις όπως η πρόληψη και καταπολέμηση της τρομοκρατίας και σχετικών εγκλημάτων, αλλά και άλλων σοβαρών εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων το οργανωμένο έγκλημα. Ως εκ τούτου, η μετάδοση των δεδομένων PNR στο CBP συνιστά επεξεργασία δεδομένων που αφορά την δημόσια ασφάλεια και τις δραστηριότητες του κράτους στην περιοχή του ποινικού δικαίου.
Ενώ μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα δεδομένα αυτά άρχικά συλλέγονται από αερομεταφορείς στο πλαίσιο μιας δραστηριότητας που εμπίπτει στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή στο πλαίσιο της πώλησης ενός αεροπορικού εισιτηρίου που παρέχει το δικαίωμα χρήσης ορσισμένων υπηρεσιών, η επεξεργασία δεδομένων που λαμβάνεται υπόψη στην Απόφαση για την Επάρκεια, είναι, εντελώς διαφορετικής φύσης. Η απόφαση δεν αφορά επεξεργασία αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών, αλλά επεξεργασία αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και σκοπούς καταπολέμησης του εγκλήματος.
Το γεγονός ότι τα δεδομένα αυτά έχουν συλλεχθεί από ιδιωτικούς οργανισμούς για εμπορικούς σκοπούς και είναι εκείνοι που οργανώνουν την μετάδοση των δεδομένων σε ένα κράτος μη-μέλος δεν αποκλείει ότι η μετάδοση είναι επεξεργασία δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η μετάδοση εμπίπτει εντός του πλαισίου που έχει θεσπιστεί από τις κρατικές αρχές σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια.
Γι' αυτό το Δικαστήριο συμπέρανε ότι η Απόφαση για την Επάρκεια δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας, ακριβώς επειδή αφορά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ακύρωση την Απόφαση για την Επάρκεια. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετάσει άλλους ισχυρισμούς που τέθηκαν από το Κοινοβούλιο.
Η Απόφαση του Συμβουλίου
Το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 95 ΣυνθΕΚ, σε συνανάγνωση προς το άρθρο 25 της Οδηγίας, δεν μπορεί να θεμελιώσει αρμοδιότητα της Κοινότητας για σύναψη Συμφωνίας με τις ΗΠΑ ως προς αυτό το ζήτημα. Η Συμφωνία σχετίζεται με την μετάδοση δεδομένων όπως στην απόφαση για την Επάρκεια και γι' αυτό οι επεξεργασίες δεδομένων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο ακύρωσε την Απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση της Σύναψης της Συμφωνίας και δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει τους άλλους λόγους ακύρωσης που ήγειρε το Κοινοβούλιο.
Περιορισμός ισχύος της Απόφασης.
Καθώς η Συμφωνία παραμένει εφαρμοστέα για μια περίοδο 90 ημερών από την κοινοποίηση της λήξης της, το Δικαστήριο αποφάσισε, για λόγους ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να προστατευθούν τα πρόσωπα που αφορά, να διατηρήσει την ισχύ της Απόφασης για την Επάρκεια μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2006."

Τετάρτη, Μαΐου 24, 2006

Στο Ευρωδικαστήριο η Οδηγία διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων

Στις 19 Μαϊου η Ιρλανδική Κυβέρνηση αποφάσισε να προσβάλει την Οδηγία 2006/24/ΕΚ για την υποχρεωτική διατήρηση των δεδομένων τηλεπικοινωνιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.


http://home.eircom.net/content/irelandcom/topstories/8095654?view=Eircomnet


Η Ιρλανδία μαζί με τη Σλοβενία ήταν τα μόνα από τα δύο κράτη μέλη που καταψήφισαν την Πρόταση Οδηγίας στο Συμβούλιο ΕΕ, όχι όμως επειδή διαφωνούσαν με το μέτρο αυτό καθαυτό, αλλά επειδή επιθυμούσαν μεγαλύτερες περιόδους διατήρησης των δεδομένων και πιο αυστηρά μέτρα για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

Η νομική βάση με την οποία η Ιρλανδία στρέφεται κατά της Οδηγίας είναι ότι το νομοθέτημα δεν θα έπρεπε να αποτελεί κοινοτικό δίκαιο, αλλά Απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ. Η διαφορά ειναι προφανής: κοινοτικό δίκαιο σημαίνει εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς των τηλέπικοινωνιών, δηλαδή ένα καθαρά εμπορικό θέμα. Απόφαση Συμβουλίου της ΕΕ σημαίνει μέτρο για την εναρμόνιση των νομοθεσιών στον τρίτο πυλώνα της ΕΕ, δηλαδή πολιτική για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία των κρατών μελών σε ποινικές υποθέσεις.

Ωστόσο, μία πρόταση για τέτοια Απόφαση Συμβουλίου απορρίφθηκε πέρσι τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και από το Συμβούλιο ΕΕ και αποφασίστηκε να προχωρήσει το θέμα μέσω κοινοτικής Οδηγίας που πρότεινε η Κομισιόν.

Και πράγματι: ο τρίτος πυλώνας δεν μπορεί να έχει τόση εμβάθυνση σε ένα θέμα που επηρεάζει και την αγορά τηλεπικοινωνιών στην Ευρώπη, γιατί σύμφωνα με άρθρο της Συνθήκης, καμία διάταξη του τρίτου πυλώνα δεν επιτρέπεται να επηρέαζει τον πρώτο. Το θέμα βέβαια είναι οριζόντιο: δεν αφορά αποκλειστικά ούτε τον πρώτο ούτε τον τρίτο πυλώνα, αλλά βρίσκεται πολύ κοντά στη σφαίρα της κρατικής κυριαρχίας που εξακολουθούν να διατηρούν τα κράτη μέλη της ΕΕ. Κατά τη γνώμη μου, το μέτρο αυτό προσβάλλει τα ατομικά δικαιώματα, αλλά πέραν αυτού δεν μπορεί να θεσπιστεί ούτε βάσει του 1ου ούτε βάσει του 3ου πυλώνα. Δεν αποτελεί "εναρμόνιση" νομοθεσιών, αποτελεί πρωτογενή επέμβαση στη διαχείριση της καταπολέμησης του εγκλήματος, τον σκληρό πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας σε αυτά τα ζητήματα, στον οποίο οι κυβερνήσεις έχουν αποφασιστικό και αποκλειστικό λόγο. Στο επίπεδο αυτό, η Οδηγία θίγει την αρχή της επικουρικότητας. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Συνθήκες έχουν βρει το νομικό όριό τους και ότι τέτοιες δράσεις δεν μπορούν να αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση με το παρόν καθεστώς.
Θα έχει πολύ ενδιαφέρον πως θα τοποθετηθεί (σε 2 χρόνια το υπολογίζω) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αλλά και τα κράτη μέλη.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2006

Πρόσβαση ΗΠΑ σε προσωπικά δεδομένα της ΕΕ

Δημοσιεύτηκαν και στα αγγλικά οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΚ για το θέμα της πρόσβασης των αμερικάνικων αρχών σε προσωπικά δεδομένα επιβατών πτήσεων από/προς/δια ΗΠΑ που φυλάσσουν εταιρίες ευρισκόμενες στο έδαφος της ΕΕ.


http://curia.eu.int/jurisp/cgi-bin/form.pl?lang=en&Submit=Submit&alldocs=alldocs&docj=docj&docop=docop&docor=docor&docjo=docjo&numaff=C-317%2F04&datefs=&datefe=&nomusuel=&domaine=&mots=&resmax=100


Υπενθυμίζω ότι o e-lawyer είναι το μοναδικό ελληνόφωνο μέσο παρακολούθησε τη δίκη στο Λουξεμβούργο και παρουσίασε εκτενώς το θέμα της αντιδικίας του Ευρωκοινοβουλίου κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Συμβουλίου ΕΕ (Υπόθεση PNR/USA) για την ακύρωση των συμφωνιών με τις ΗΠΑ, τον Οκτώβριο 2005.

http://elawyer.blogspot.com/2005_10_01_elawyer_archive.html

Ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει την ακύρωση των Συμφωνιών με τις ΗΠΑ, γιατί κατά τη γνώμη του δεν υπάρχει επαρκής νομική βάση στη Συνθήκη περί ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αναφέροντας όμως ότι παρ' όλ' αυτά, η Συμφωνία δεν παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (προστασία της ιδιωτικής ζωής).

Η τελική απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί του μείζονος αυτού θέματος αναμένεται τον Απρίλη του 2006.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2005

Ο Οβελίξ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (η πρωτοβάθμια σύνθεση του Δ.Ε.Κ.), αποφάσισε ότι δεν υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στο όνομα του Οβελίξ (Obelix) και στο σήμα κατατεθέν Mobilix, μιας εταιρίας κινητής τηλεφωνίας.

http://www.eu.int/rapid/pressReleasesAction.do?reference=CJE/05/94&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en

Την δίκη ξεκίνησε ο εκδοτικός οίκος που εκδίδει το "Αsterix", λόγω της ομοιότητας του σήματος Mobilix προς το όνομα του ήρωα Obelix. To Πρωτοδικείο είπε ότι δεν υφίσταται θέμα σύγχυσης, όλοι ξέρουμε ποιος είναι ο Οβελίξ και ότι το σήμα Mobilix, όσο κι αν μοιάζει λίγο, είναι κάτι άλλο.
Το θέμα που δεν βλέπω να απασχόλησε το Π.Ε.Κ. είναι το κατά πόσο η εταιρία χρησιμοποιεί αυτήν την ομοιότητα του Mobilix με τον γνωστό ήρωα, για να κερδήσει φήμη.
Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει και η έφεση ενώπιον του ευρωπαϊκού δικαστηρίου που θα δικάσει με τη σύνθεση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Είναι δικαίωμα του εκδοτικού οίκου που μπορεί να ασκηθεί εντός δύο μηνών.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2005

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: μια ιστορική δίκη για τα προσωπικά δεδομένα.

Σε ένα κατάφωτο Λουξεμβούργο έλαβε χώρα χτες στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η ακροαματική διαδικασία για την υπόθεση της πρόσβασης των Η.Π.Α. στα προσωπικά δεδομένα των ευρωπαίων επιβατών αεροπορικών εταιριών.
Πρόκειται για την πρώτη δίκη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο που έχει επιπτώσεις στην προστασία δεδομένων σε όλη την έκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαδικασία είχε ξεκινήσει πέρσι, με αφορμή Συμφωνίες που υπέγραψε η Κομισιόν και το Συμβούλιο ΕΕ με τις Η.Π.Α. Σύμφωνα με τα επίδικα αυτά κείμενα, στα πλαίσια του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, το Γραφείο Προστασίας Συνόρων των Η.Π.Α. έχει ηλεκτρονική πρόσβαση σε φακέλους που τηρούν οι αεροπορικές εταιρίες και περιλαμβάνουν έως 34 πεδία προσωπικών δεδομένων ευρωπαίων επιβατών που πρόκειται να ταξιδέψουν αεροπορικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ευρωβουλή προσέβαλε αυτές τις συμφωνίες ενώπιον του Δικαστηρίου, στρεφόμενη κατά της Κομισιόν και του Συμβουλίου. Υπέρ της Ευρωβουλής άσκησε παρέμβαση ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και υπέρ της Κομισιόν και του Συμβουλίου παρενέβη το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σε μια κατάμεστη αίθουσα, με κοινό από όλη την Ε.Ε., οι δικηγόροι των τεσσάρων κοινοτικών θεσμών εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να παρουσιάσουν τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Τη συνεδρίαση διεύθυνε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Βασίλης Σκουρής.

Οι δικηγόροι του Κοινοβουλίου υποστήριξαν ότι η προσφυγή ακύρωσης της Συμφωνίας με τις ΗΠΑ κατατέθηκε, γιατί η διαδικασία με την οποία αυτή υπογράφηκε δεν ήταν σύμφωνη με την Συνθήκη, αλλά και το περιεχόμενο του κειμένου της παραβιάζει την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο προχώρησε στη σύναψη της συμφωνίας, χωρίς να περιμένει τη γνώμη του Κοινοβουλίου. Επίσης, το σύστημα πρόσβασης στα προσωπικά δεδομένα από τις ΗΠΑ είναι το σύστημα «pull», κατά το οποίο οι αμερικάνοι εισέρχονται στα αρχεία των αεροπορικών εταιριών και λαμβάνουν όποια δεδομένα θέλουν (από τους σχετικούς φακέλους), ενώ, κατά την εκτίμηση του Κοινοβουλίου, η μόνη νόμιμη περίπτωση διαβίβασης δεδομένων σε άλλη χώρα είναι το σύστημα «push», κατά το οποίο εμείς στέλνουμε στο εξωτερικό τα δεδομένα που εμείς έχουμε επιλέξει. Όπως είπε ο δικηγόρος του Κοινοβουλίου, το σύστημα pull είναι «σαν να τους αφήνουμε να μπαίνουν στο σπίτι μας, αλλά να μην ξέρουμε τι παίρνουν»! Ενώ με το σύστημα push ξέρουμε ποια δεδομένα μεταφέρονται, γιατί εμείς τα στέλνουμε. Το Κοινοβούλιο επιχειρηματολόγησε επίσης πάνω στη βάση της προσβολής του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρωπου), καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν οι επιτρεπόμενοι από την αρχή της αναλογικότητας περιορισμοί του δικαιώματος. Συγκεκριμένα, τα 34 δεδομένα θεωρούνται περισσότερα από όσα είναι αναγκαία, η διατήρησή τους για 3,5 χρόνια στα αρχεία των ΗΠΑ είναι εξαιρετικά υπερβολική, η Συμφωνία δεν προβλέπει δυνατότητες δικαστικής προστασίας των θιγόμενων ευρωπαίων και τελος, και πιο σημαντικό, ο Privacy Act των ΗΠΑ, εφαρμόζεται μόνο σε ιθαγενείς ή μόνιμους κατοίκους των Η.Π.Α. και όχι σε Ευρωπαίους! Δηλαδή, τα προσωπικά δεδομένα ευρωπαίων στην Αμερική δεν τυγχάνουν προστασίας από τον νόμο για την προστασία της ιδιωτικότητας!!!

Η αγόρευση του εκπροσώπου του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων που παρενέβη στη δίκη υπέρ της άποψης του Κοινοβουλίου, ήταν η πρώτη παρουσία αυτού του νέου κοινοτικού οργάνου ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο εκπρόσωπος του Επόπτη επισήμανε ότι οδηγούμαστε στο εξής νομικό παράδοξο: οι αεροπορικές εταιρίες στην Ευρώπη δεσμεύονται από την κοινοτική προστασία προσωπικών δεδομένων, αφενός, αλλά, με αυτήν την Συμφωνία με τις ΗΠΑ υποχρεούνται να παραβιάσουν την κοινοτική νομοθεσία, επιτρέποντας πρόσβαση από τις Η.Π.Α. Θα μπορούσε κάποιος αερομεταφορέας να αρνηθεί την ηλεκτρονική πρόσβαση από τις Η.Π.Α.; Όχι, γιατί αυτό θα ακύρωνε την πτήση. Συνεπώς οι αερομεταφορείς δεν μπορούν πλέον να τηρήσουν την Οδηγία 95/46 για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Επιπλέον πρόσβαση στα αμερικάνικα αρχεία δεδομένων μπορεί να έχουν και τρίτοι, όπως για το F.B.I., το οποίο, βέβαια, δεν δεσμεύεται από καμία διάταξη κοινοτικού δικαίου και μπορεί με τη σειρά του να κάνει ό,τι θέλει με τα προσωπικά δεδομένα στέλνοντάς τα οπουδήποτε για οποιουσδήποτε σκοπούς.

Οι δικηγόροι της Κομισιόν είπαν ότι χωρίς τη Συμφωνία με τις ΗΠΑ θα υπήρχε στρέβλωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, επειδή άλλες εταιρίες θα έδιναν πρόσβαση στα δεδομένα και άλλες όχι. Επίσης είπαν ότι το σύστημα pull δεν απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά και ότι οι εταιρίες δεν δείχνουν προθυμία για να εφαρμόσουν το σύστημα push (το οποίο θα εφαρμοστεί στην αντίστοιχη συμφωνία με τον Καναδά). Η πρόσβαση των ΗΠΑ ενισχύει την ασφάλεια των αεροπορικών πτήσεων, καθώς μπορούν να εντοπιστούν αντικειμενικά ύποπτα άτομα. Για παράδειγμα, αν ένας επιβάτης ταξιδεύει: α) ασυνόδευτος, β) χωρίς αποσκευές, γ) κοντά στο κόκπιτ και δ) χωρίς να έχει εκδώσει εισιτήριο επιστροφής και ε) παρόμοια δεδομένα υπάρχουν και για άλλους που καθονται κοντά του, θεωρούνται υψηλού κινδύνου. Ως προς το θέμα της διατήρησης των δεδομένων, η Κομισιόν έφερε το επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ στην αρχή ήθελαν να αποθηκεύουν τα δεδομένα για 50 χρόνια, ενώ μετά τις διαπραγματεύσεις, φτάσαμε στη Συμφωνία με 3,5 χρόνια διατήρησης. Τα ευαίσθητα δεδομένα, όπως π.χ. οι πολιτικές πεποιθήσεις, «φιλτράρονται» στην Αμερική και διαγράφονται πιο σύντομα (μετά από 1-2 χρονια).

Σε αυτό το σημείο παρενέβη ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και ρώτησε την Κομισιόν «που ξέρετε ποιο κόμμα μπορεί να υποστηρίζει κάποιος επιβάτης;» Η Κομισιόν απάντησε ότι αυτό μπορεί να προκύπτει μέσα από ορισμένους συνδυασμούς δεδομένων, όπως π.χ. όταν η πτήση γίνεται προς μια πόλη στην οποία γίνεται ένα συνέδριο σοσιαλιστών. Το στοιχείο αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι επιβάτες είναι σοσιαλιστές. «Καλύτερα να ταξιδεύουμε πλέον με το πλοίο στην Αμερική», σχολίασε αυθόρμητα ο Πρόεδρος…
Ο δικηγόρος του Συμβουλίου υποστήριξε ότι δεν παραβιάστηκε η διαδικασία σύναψης μόνο και μόνο επειδή δεν είχαμε γνώμη του Κοινοβουλίου, αφού δεν απαιτείται «σύμφωνη γνώμη» του τελευταίου (σ.σ.: απαιτείται πάντως «γνώμη»…). Επίσης ανέφερε ότι ορισμένα από τα 34 πεδία, δεν αφορούν την ιδιωτική ζωή, είναι πιο «ανώδυνα» και, εξάλλου, τα ευαίσθητα φιλτράρονται. Ως προς την έλλειψη δικαστικής προσφυγής για τους ευρωπαίους, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι υπάρχει πάντα η προσφυγή στον Chief Privacy Officer των ΗΠΑ (ο οποίος είναι κάτι σαν Επόπτης Ιδιωτικότητας) και ότι, παρ’όλο που δεν είναι δικαστήριο, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων , ακόμα κι ένας ανεξάρτητος λειτουργός μπορεί να εγγυηθεί την δίκαιη κρίση μιας υπόθεσης. Επίσης, το Συμβούλιο τόνισε ότι υπάρχει ο κοινοτικός και ο κρατικός δικαστικός έλεγχος.

Ο δικηγόρος του Ηνωμένου Βασιλείου που παρενέβη υπέρ Κομισιόν και Συμβουλίου, ανέφερε επίσης ότι δεν αφορούν και τα 34 πεδία την ιδιωτική ζωή, οι πληροφορίες παρέχονται οικειοθελώς (σ.σ. αλλά ξέρεις ότι αν δεν τις παράσχεις δεν θα ταξιδέψεις: τόσο «οικειοθελώς»…) και ότι οι πολίτες είναι ενήμεροι γιατί όλη η διαδικασία πρόσβασης των ΗΠΑ στα δεδομένα έχει λάβει τόση δημοσιότητα, ώστε δεν παραβιάζονται δικαιώματα με το σύστημα pull.

Στη δευτερολογία της η Κομισιόν επέμεινε στον εκούσιο χαρακτήρα της παροχής των πληροφοριών από τους επιβάτες. Ο Επόπτης Προστασίας Δεδομένων επισήμανε πως τα ευαίσθητα δεδομένα πρώτα μεταφέρονται στις ΗΠΑ και εκεί «φιλτράρονται». Δηλαδή η διαγραφή τους γίνεται κατά βούληση από τις ΗΠΑ…

Η απόφαση του ΔΕΚ που θα ακυρώσει τη Συμφωνία ή θα απορρίψει την προσφυγή του Κοινοβουλίου θα εκδοθεί μετά και την αγόρευση του Γενικού Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που έχει προγραμματιστεί για το Νοέμβριο.

Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2005

O e-lawyer στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο


Την Τρίτη το πρωϊ εκδικάζεται από Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στο Λουξεμβούργο μία από τις πιο σημαντικές υποθέσεις, αφορώσα την προστασία προσωπικών δεδομένων σε όλη την ΕΕ, αλλά και με παγκόσμιες προεκτάσεις. Πρόκειται για την υπόθεση της διαβίβασης προσωπικών δεδομένων στις ΗΠΑ, των ευρωπαίων επιβατών αεροπορικών πτήσεων από/προς/δια ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ απαιτούν, πλέον, εφόσον κάποιος επιθυμεί να ταξιδέψει αεροπορικώς προς αυτές, να συμπληρώνει ένα έγγραφο που περιέχει γύρω στα 35 πεδία που περιλαμβάνουν προσωπικές του πληροφορίες (Passenger Name Record-PNR data). Το ζήτημα είναι ότι, εφόσον αυτές οι πληροφορίες προέρχονται από κατοίκους της ΕΕ, ενεργοποιείται η Οδηγία 94/46/ΕΚ, σύμφωνα με την οποία η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ γίνεται μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι η χώρα λήψης των δεδομένων εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο για την προστασία τους. Επαρκές επίπεδο σημαίνει ότι στη χώρα λήψης των δεδομένων υπάρχει νόμος προστασίας δεδομένων αντίστοιχος με τα ευρωπαϊκά standards και ότι η εφαρμογή του εποπτεύεται από μία ανεξάρτητη αρχή. Το κατά πόσον κάποια χώρα διαθέτει επαρκές επίπεδο προστασίας δεδομένων διαπιστώνεται με μια σύνθετη διαβούλευση της Κομισιόν με τους εκπροσώπους των Αρχών Προστασίας Δεδομένων των κρατών-μελών της ΕΕ και μιας ειδικής Επιτροπής που αποτελείται επίσης από εθνικούς εμπειρογνώμονες.

Οι ΗΠΑ έχει κριθεί ότι δεν διαθέτουν επαρκές επίπεδο προστασίας προσωπικών δεδομένων γιατί ούτε ένας γενικός ομοσπονδιακός νόμος υπάρχει (όπως η Οδηγία 95/46/ΕΚ της Ε.Ε.), ούτε η εποπτεία των υφισταμένων διατάξεων έχει ανατεθεί σε ανεξάρτητη αρχή. Συνεπώς, κανονικά δεν πρέπει να διαβιβάζονται τα προσωπικά δεδομένα στις ΗΠΑ και επομένως οι τελευταίες δεν θα … επιτρέπουν τις πτήσεις των ευρωπαίων προς αυτές! To ερώτημα προς στιγμήν ήταν: ταξίδι στις ΗΠΑ ή προστασία δεδομένων; Φυσικά, το δίλημμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι ψευδές, αφού και τα δύο αποτελούν δυνατότητες που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν ζωτική σημασία για κάποιον.

Το θέμα έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκή Ένωση για πάνω από 2 χρόνια. Τελικά, ύστερα από τις διαπραγματεύσεις αυτές η Κομισιόν και το Συμβούλιο της ΕΕ υπέγραψαν μια συμφωνία η καθεμιά με την Η.Π.Α. με την οποία αναγνωρίζουν το «ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας δεδομένων» του Γραφείου Προστασίας Συνόρων του Υπουργείου Εσωτερικών των Η.Π.Α. Έτσι, οι εθνικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων εξ έδωσαν στη συνέχεια αποφάσεις που επιτρέπουν την διαβίβαση των δεδομένων PNR από τις αεροπορικές εταιρίες στις Η.Π.Α.

Όμως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκρινε ότι η συμφωνία αυτή παραβιάζει την κοινοτική νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα ατομικά δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, την αρχή της αναλογικότητας και υπογράφηκε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της Κομισιόν. Το Κοινοβούλιο έκρινε επίσης ότι το Συμβούλιο υπερέβη επίσης τις αρμοδιότητές του και ότι, τροποποιώντας στην ουσία την Οδηγία 95/46, παρέκαμψε την διαδικασία της συναπόφασης με το Κοινοβούλιο.
Γι’ αυτούς τους λόγους, το Κοινοβούλιο προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά της Κομισιόν και κατά του Συμβουλίου με αίτημα να ακυρωθούν οι συμφωνίες που υπέγραψαν τα δύο αυτά όργανα με τις ΗΠΑ (αποσκοπώντας, προφανώς, στην επαναδιαπραγμάτευση).


http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2004/c_228/c_22820040911el00310032.pdf

http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2004/c_228/c_22820040911el00320033.pdf

Στην υπόθεση αυτή άσκησε παρέμβαση υπέρ των ισχυρισμών του Ευρωκοινοβουλίου και θα πάρει μέρος στην ακροαματική διαδικασία της Τρίτης ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, η ανεξάρτητη αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εποπτεία της προστασίας δεδομένων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Κατά την φάση της προδικασίας, μάλιστα, το Συμβούλιο και η Κομισιόν ζήτησαν να απορριφθεί η άσκηση της παρέμβασης του Επόπτη. Όμως, το Δ.Ε.Κ. απέρριψε τα επιχειρήματα του Συμβουλίου και της Κομισιόν και επέτρεψε στον Επόπτη να ασκήσει την παρέμβασή του. Σημειωτέον ότι ο Επόπτης, έχοντας συγκροτηθεί ως κοινοτικό όργανο μόλις το 2004, ασκεί για πρώτη φορά αυτήν την αρμοδιότητά του ενώπιον του Δ.Ε.Κ.

http://curia.eu.int/jurisp/cgi-bin/form.pl?lang=el&Submit=%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7&alldocs=alldocs&docj=docj&docop=docop&docor=docor&docjo=docjo&numaff=&datefs=&datefe=&nomusuel=&domaine=&mots=%CE%95%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%A0%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82&resmax=100

http://curia.eu.int/jurisp/cgi-bin/form.pl?lang=el&Submit=%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7&alldocs=alldocs&docj=docj&docop=docop&docor=docor&docjo=docjo&numaff=&datefs=&datefe=&nomusuel=&domaine=&mots=%CE%95%CF%80%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%A0%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82&resmax=100

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζονται σε αυτήν την δίκη από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σκοπεύοντας να παρακολουθήσω την ακροαματική διαδικασία αυτής της ιστορικής υπόθεσης στο Δ.Ε.Κ., μία αντιδικία ανάμεσα σε τέσσερα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κοινοβούλιο, Επιτροπή, Συμβούλιο, Επόπτης) που έχει επιπτώσεις στο μέλλον της προστασίας δεδομένων σε διεθνές επίπεδο, ταξιδεύω αύριο για το Λουξεμβούργο. Νεότερα θα έχω την Τρίτη, αργά το βράδυ.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2005

Γνωμοδότηση για τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα

Με γνωμοδότησή της η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προτείνει τα εξής, για τα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα:

Α. Η πρώτη ενέργεια στην οποία οφείλει να προβεί η Ελληνική Δημοκρατία είναι η μεταφορά της Οδηγίας 2001/18/ΕΚ σχετικά με τη σκόπιμη απελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον, διότι έχει ήδη καταδικασθεί από το ΔΕΚ για την παράλειψη ενσωμάτωσής της στο εσωτερικό δίκαιο.
Β. Περαιτέρω, το ελληνικό κράτος οφείλει να ενθαρρύνει την επιστημονική έρευνα στον τομέα των ΓΤΟ (σκ. 23 του προοιμίου της Οδηγίας 2001/18/ΕΚ) συγκροτώντας τις αντίστοιχες ερευνητικές μονάδες, οι οποίες θα έχουν σχετικώς και γνωμοδοτική αρμοδιότητα (άρθρο 28 της Οδηγίας 2001/18/ΕΚ).
Γ. Πρέπει, επίσης, να συσταθούν κρατικοί φορείς προληπτικής ενημέρωσης τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών (σκ. 27 του προοιμίου της Οδηγίας 2001/18/ΕΚ), που ήδη προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο και το Πρωτόκολλο της Καρθαγένης.
Δ. Πρέπει επίσης, με σχετική κοινοποίηση των ληπτέων μέτρων στην Επιτροπή της ΕΕ, να τεθεί υποχρεωτική σήμανση επί όλων των τροφίμων που εμπεριέχουν ΓΤΟ όχι μόνον εκείνων που εμπεριέχουν τους τελευταίους σε ποσοστό μεγαλύτερο του 0,9%, αλλά επί όλων των τροφίμων που εμπεριέχουν ΓΤΟ ή που δημιουργήθηκαν βάσει ΓΤΟ, ανεξαρτήτως του ποσοστού στο οποίο ανιχνεύονται οι ΓΤΟ στα τρόφιμα αυτά. Η εξουσία τούτη του Έλληνα, τυπικού ή κανονιστικού, νομοθέτη απορρέει από τη διάταξη του άρθρ. 95 παρ. 5 ΣυνθΕΚ, η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε ένα κράτος μέλος, μετά τη θέσπιση μέτρου εναρμόνισης (που, εν προκειμένω, συνιστά ο Κανονισμός (ΕΚ) 1830/2003), εφόσον το κράτος μέλος αυτό θεωρεί αναγκαία τη θέσπιση εθνικών διατάξεων επί τη βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος να προβεί στη θέσπιση των αναγκαίων αυτών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί λόγοι προστασίας του περιβάλλοντος έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμόνισης, αφορούν μία συγκεκριμένη περίπτωση που απασχολεί το εθνικό δίκαιο και ότι το κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή τις μελετώμενες διατάξεις και τους λόγους που υπαγορεύουν τη θέσπισή τους.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί να επιτευχθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της πρόληψης, της προφύλαξης και της νομικής ασφάλειας αναφορικά με την κυκλοφορία γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και τροφίμων, στο πλαίσιο της ανεύρεσης του σημείου τομής ανάμεσα στον φιλελεύθερο χαρακτήρα του Κράτους, που αποδέχεται την ελεύθερη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα, με τον κοινωνικό και τον εγγυητικό χαρακτήρα του, που επιβάλλει στο Κράτος τη λήψη προληπτικών, κυρίως, μέτρων για την προστασία όλων των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα στην υγεία και στο περιβάλλον, στο πλαίσιο ορθής εφαρμογής του άρθρ. 25 παρ.1 του Συντάγματος 1975/1986/2001. Σε κάθε περίπτωση της διάθεσης στην αγορά μεταλλαγμένου είδους διατροφής, πρέπει να προηγείται ερευνητική εξέταση κατά τα ως άνω για την επικινδυνότητά του στην υγεία μας και μόνο μετά τη διαπίστωση μη επικινδυνότητάς του να επιτρέπεται η κυκλοφορία του. Πρέπει να τεθεί ως αναμφισβήτητη η αρχή ότι δεν είναι δυνατόν ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους να κατισχύει της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του φυσικού περιβάλλοντος.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2005

Δέσμευση κεφαλαίων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας


Σύμφωνα με Κανονονισμό του Συμβουλίου της ΕΕ, υπάρχει η δυνατότητα να δεσμευτούν κεφάλαια ιδιωτών που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν (881/2002). Ορισμένοι ιδιώτες ζήτησαν την ακύρωση αυτού του νομικού πλαισίου από το Ευρωπαϊκό Πρωτοδικείο. Το οποίο εξέδωσε τις δύο πρώτες αποφάσεις του για αυτό το ζήτημα.

Το θέμα αυτό εντάσσεται στον "δεύτερο πυλώνα" της ΕΕ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας), στη σφαίρα του οποίου η κύρια αρμοδιότητα ανήκει στο Συμβούλιο.
Εφόσον τη λήψη τέτοιων µέτρων έχει ζητήσει το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το περιεχόµενό τους διαφεύγει, κατά µέγα µέρος, του δικαστικού ελέγχου από το Ευρωπρωτοδικείο.
Τα άτοµα που συνδέονται οικονομικά με τους τρομοκράτες περιλαµβάνονται σε κατάλογο προσαρτηµένο στους κανονισµούς, τακτικώς αναθεωρούµενο από την Επιτροπή βάσει των ενηµερωµένων καταλόγων που αποστέλλει η επιτροπή κυρώσεων. Τα κράτη µπορούν να εγκρίνουν παρεκκλίσεις από το µέτρο της δεσµεύσεως κεφαλαίων για ανθρωπιστικούς λόγους.
Το Πρωτοδικείο τονίζει ότι ο προσβαλλόµενος κανονισµός περιορίζεται στην εφαρµογή, σε κοινοτικό επίπεδο, των αποφάσεων του Συµβουλίου Ασφαλείας. Συνεπώς, τυχόν έλεγχος της εσωτερικής νοµιµότητας του κανονισµού αυτού θα συνεπαγόταν τον έµµεσο έλεγχο, εκ µέρους του Πρωτοδικείου, της νοµιµότητας των ανωτέρω αποφάσεων. Ενόψει, όµως, του κανόνα της υπεροχής του δικαίου του ΟΗΕ, που διατυπώθηκε ανωτέρω, οι αποφάσεις αυτές διαφεύγουν, κατ’ αρχήν, του δικαστικού ελέγχου του Πρωτοδικείου, το οποίο δεν έχει τη δικαιοδοσία να θέσει υπό αµφισβήτηση, έστω έµµεσα, τη νοµιµότητά τους µε κριτήριο το κοινοτικό δίκαιο ή τα θεµελιώδη δικαιώµατα που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόµου τάξεως.
Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο υποχρεούται, στο µέτρο του δυνατού, να ερµηνεύει και να εφαρµόζει το κοινοτικό δίκαιο κατά τρόπο σύµφωνο προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη µέλη από τον Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών.
Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι οι προσφεύγοντες δεν αποστερήθηκαν αυθαιρέτως του δικαιώµατος ιδιοκτησίας. Η δέσµευση κεφαλαίων εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας των Ηνωµένων Εθνών να καταστείλουν τη διεθνή τροµοκρατία και αποτελεί συντηρητικό µέτρο το οποίο, εν αντιθέσει προς τη δήµευση, δεν θίγει την ίδια την ουσία του δικαιώµατος ιδιοκτησίας των ενδιαφεροµένων επί των κεφαλαίων τους, αλλά αφορά µόνον τη χρήση αυτών των κεφαλαίων. Επιπροσθέτως, τα ψηφίσµατα του Συµβουλίου Ασφαλείας προβλέπουν έναν µηχανισµό περιοδικής επανεξετάσεως του γενικού συστήµατος κυρώσεων, καθώς και διαδικασία παρέχουσα στους ενδιαφερόµενους τη δυνατότητα να ζητήσουν επανεξέταση της περιπτώσεώς τους, µε τη µεσολάβηση του κράτους της ιθαγενείας τους, από την επιτροπή κυρώσεων. Οι ενδιαφερόµενοι µπορούν ανά πάσα στιγµή να απευθυνθούν στην επιτροπή κυρώσεων, µέσω των αρχών του κράτους της ιθαγενείας τους, αιτούµενοι τη διαγραφή των ονοµάτων τους από τον κατάλογο των ατόµων κατά των οποίων επιβάλλονται οι κυρώσεις.
Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τα κοινοτικά όργανα δεν είχαν, επίσης, την υποχρέωση να ακούσουν τους ενδιαφερόµενους, καθόσον δεν είχαν κανένα περιθώριο εκτιµήσεως κατά την εφαρµογή των κυρώσεων που αποφάσισε το Συµβούλιο Ασφαλείας.
Κατά των αποφάσεων υπάρχει δυνατότητα άσκησης αναίρεσης στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
Με τις αποφάσεις αυτές το Πρωτοδικείο νομολογεί το αυτονόητο: ότι το διεθνές δίκαιο είναι υπέρτερο του κοινοτικού δικαίου (και όχι ίσης τυπικής ισχύος όπως διδάσκουν ορισμένοι έλληνες καθηγητές νομικής και αναγράφεται σε σχετικά εγχειρίδια με επιχειρήματα από το ... ελληνικό σύνταγμα). Το δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η ΕΕ δεν θα καταστεί "τραπεζικός παράδεισος" των προσώπων που συνδέονται με τρομοκράτες. Ωστόσο, η αναίρεση που ίσως ασκηθεί ενώπιον του ΔΕΚ ενδεχομένως να έχει αποτέλεσμα την ανατροπή αυτών των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, με βάση το τεκμήριο αθωότητας, την προστασία προσωπικών δεδομένων και την έλλειψη δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και προηγούμενης ακρόασης.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2005

Έρχεται το νέο κοινοτικό ποινικό δίκαιο.


Σε μια σημερινή απόφαση, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Λουξεμβούργου αποφάσισε ότι οι αρμοδιότητες της Κοινότητας για προστασία του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν και την εξουσία να απαιτείται από τα Κράτη Μέλη η διασφάλιση αυτής της προστασίας με επιβολή ποινικών κυρώσεων για τις σοβαρές προσβολές. Το Δικαστήριο ακύρωσε μια Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου που υιοθετήθηκε το 2003, που επιφύλασσε αυτήν την «ύλη» ως περιεχόμενο διακυβερνητικής απόφασης του «Τρίτου Πυλώνα» (που αφορά έναν "χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης", σύμφωνα με τη ΣυνθήκηΕΕ). Το Δικαστήριο επικύρωσε έτσι την θέση της Επιτροπής. Η απόφαση αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περιβαλλοντική νομοθεσία, αλλά αποτελεί ένα σημαντικό δεδικασμένο, για το σύνολο της κοινοτικής έννομης τάξης. Πλέον παύει να θεωρείται αποκλειστικό προνόμιο του Τρίτου Πυλώνα η θέσπιση νομοθεσίας σε ποινικά θέματα.

«Η απόφαση του Δικαστηρίου φέρνει νέα δεδομένα, ενδυναμώνει την δημοκρατία και την αποτελεσματικότητα της Ένωσης» σχολίασε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο. «Ξεκαθαρίζει ότι όπου προβλέπονται ποινές από το Κοινοτικό Δίκαιο, δεν είναι δυνατόν να θεσπιστούν χωρίς τον πλήρη δημοκρατικό έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο ενδυναμώνει τις δυνατότητες επιβολής του νόμου, εφόσον τα Κράτη Μέλη έχουν συμφωνήσει σε μία πολιτική της Ένωσης. Είναι μια απόφαση-ορόσημο, ανοίγει το δρόμο για πιο δημοκρατική και πιο αποτελεσματική νομοθεσία σε επίπεδο ΕΕ. Οι προτεινόμενες ποινικές κυρώσεις πρέπει να αφορούν μόνο συγκεκριμένες σοβαρές προσβολές. Θα κάνουμε προσεκτική και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας χρήση αυτής της δυνατότητας, σε συμφωνία με την αρχή της καλύτερης νομοθεσίας

(πηγή:http://www.eu.int/rapid/pressReleasesAction.do?reference=IP/05/1136&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en , http://www.eu.int/rapid/pressReleasesAction.do?reference=CJE/05/75&format=HTML&aged=0&language=EN&guiLanguage=en )

Με απλούστερα λόγια: το ΔΕΚ έκρινε ότι μια σημαντική αρμοδιότητα (θέσπιση ποινικού δικαίου για τις περιβαλλοντικές προσβολές) ανήκει στον Πρώτο Πυλώνα της ΕΕ και όχι στον Τρίτο. Η διαφορά έγκειται στη δημοκρατική νομιμοποίηση: ενώ στον Πρώτο Πυλώνα προτείνει η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο (οι αντιπρόσωποι των λαών) ψηφίζει ή απορρίπτει, στον Τρίτο Πυλώνα αποφασίζει ομόφωνα το Συμβούλιο (εκπρόσωποι των ηγετών των λαών), με περιορισμένο ρόλο του Κοινοβουλίου. Επιπλέον για τον Τρίτου Πυλώνα δεν υπάρχει διαδικασία με την οποία η Επιτροπή μπορεί να εξαναγκάσει τα Κράτη Μέλη να εφαρμόσουν τις αποφάσεις.
Με την απόφαση αυτή γίνεται σαφές ότι για όλες τις πολιτικές της Κοινότητας-πρώτου πυλώνα (εσωτερική αγορά, προστασία περιβάλλοντος, προστασία δεδομένων, προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας, νομισματικά θέματα) μπορεί να προβλεφθεί κοινοτικό ποινικό δίκαιο, εφόσον είναι αναγκαίο. Το οποίο δεν θα εισηγείται αποκλειστικά το Συμβούλιο, αλλά θα περνάει από την «κοινοτική μέθοδο»: Επιτροπή προτείνει-Κοινοβούλιο αποδέχεται ή απορρίπτει. Για αυτό και η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί ένα σημαντικό δεδικασμένο που ενισχύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Κοινότητας (και, τελικά, της Ένωσης). Μία διαδικασία που περιλαμβάνεται και στην δομή του Ευρωσυντάγματος (κατάργηση των Πυλώνων και ενοποίηση των αρμοδιοτήτων με ενδυνάμωση του αποφασιστικού ρόλου του Κοινοβουλίου).

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...