Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδιωτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδιωτικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2012

Πρόστιμο για προσωπικά δεδομένα σε πολιτική αφίσα


Πρόστιμο ύψους 3.000 ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα σε πολιτικό φορέα για την χρήση προσωπικών δεδομένων σε  αφίσα (βλ. την απόφαση 117/2012 εδώ). Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τη χρήση φωτογραφίας τριών προσώπων, τα οποία συμμετείχαν στην συνάντηση των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα στις 25.5.2011, εικόνα που  χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή τους, σε μεγάλου μεγέθους πολιτική αφίσα, η οποία τοποθετήθηκε σε κεντρικούς δρόμους διαφόρων πόλεων. 

Η απόφαση της Αρχής λαμβάνει υπόψη της ότι η πολιτική επικοινωνία αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα άρθρα 5, 5Α και 14 του Συντάγματος. Από την άλλη πλευρά, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και ο σεβασμός στην ιδιωτική ζωή γνωρίζουν επίσης συνταγματική κατοχύρωση στα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι κατ' αρχήν το δικαίωμα της πολιτικής πληροφόρησης αποτελεί υπέρτερο έννομο συμφέρον, το οποίο υπερέχει προφανώς του δικαιώματος του ατόμου για προστασία  των προσωπικών του δεδομένων. 

Ωστόσο, η χρήση της εικόνας του προσώπου των τριών συμμετεχόντων στην εκδήλωση των Αγανακτισμένων, κρίθηκε από την Αρχή ότι μπορούσε να δημιουργήσει στο μέσο πολίτη την πεπλανημένη εντύπωση ότι οι εικονίζόμενοι ανήκουν πολιτικά στο χώρο του εν λόγω πολιτικού φορέα. Έτσι, η χρήση της φωτογραφίας αποτελούσε ένα ανακριβές προσωπικό δεδομένο και μάλιστα ευαίσθητο, καθώς κρίθηκε ότι θα μπορούσε να αντανακλά τις πολιτικές πεποιθήσεις των εικονιζόμενων (τα ευαίσθητα δεδομένα είναι: φυλετική εθνική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκευτικές/φιλοσοφικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, υγεία, κοινωνική πρόνοια, ερωτική ζωή, ποινικές διώξεις και καταδίκες και συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων). Η Αρχή έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα ήταν στελέχη Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, με αυξημένη υποχρέωση για τήρηση πολιτικής ουδετερότητας, λόγω της αποστολής τους. 

Eίναι η πρώτη φορά που η Αρχή ασκεί την κυρωτική της αρμοδιότητα για την χρήση προσωπικών δεδομένων στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας. Ως δικηγόρος των εικονιζόμενων στην αφίσα προσώπων, κατά την ακρόαση ενώπιον της Αρχής αναφέρθηκα στη στάθμιση των δύο αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, δηλαδή αφενός του δικαιώματος πολιτικής πληροφόρησης κι αφετέρου του δικαιώματος της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι παρόλο που η συμμετοχή των ατόμων αφορούσε μια δημόσια εκδήλωση στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας, η Αρχή διασφάλισε τον δικαίωμά τους στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό, που θέτει ως προϋπόθεση την συγκατάθεση για την χρήση της εικόνας τους στο context του κομματικού marketing. Γιατί η πολιτική επικοινωνία, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, δεν επιτρέπεται να ασκείται με οποιοδήποτε τίμημα, αλλά πάντα με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιώνει εν μέρει την Naomi Campbell

To Φεβρουάριο του 2001, η εφημερίδα Daily Mirror κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο το γνωστό μοντέλο και τίτλο "Naomi: είμαι εξαρτημένη από ναρκωτικά". Στο εσωτερικό της εφημερίδας υπήρχαν άρθρα που συνοδεύονταν από φωτογραφίες που ελήφθησαν κρυφά, ενώ το μοντέλο βρισκόταν στο δρόμο, κοντά στο κέντρο των Ανώνυμων Ναρκωμανών (βλ. εδώ δελτίο τύπου ΕΔΔΑ).

Ο δικηγόρος της Naomi Campbell έγραψε στην εφημερίδα ότι αυτό το δημοσίευμα παραβίαζε την ιδιωτικότητα του μοντέλου, ζητώντας από την εφημερίδα να δεσμευθεί ότι δεν θα δημοσιεύσει άλλο σχετικό υλικό. Όμως, η εφημερίδα αντί να συμμορφωθεί, απάντησε με τη δημοσίευση κι άλλων φωτογραφιών και με τη δημοσίευση ειρωνικών άρθρων εις βάρος της, βγαίνοντας με τίτλο "Αξιολύπητη" ("Pathetic"), με φράσεις όπως "μετά από χρόνια αυτοπροβολής και παράνομης χρήσης ναρκωτικών η Naomi Campbell κλαίγεται για ιδιωτικότητα" και "εαν η Νaomi Campbell θέλει να ζήσει σαν καλόγρια, αφήστε την να πάει σε μοναστήρι. Εάν θέλει τον ενθουσιασμό της show business, πρέπει να αποδεχθεί όσα την συνοδεύουν". Σημειωτέον, ότι το μοντέλο σε προηγούμενο στάδιο, κατά το οποίο είχε νοσηλευθεί και είχε υποβληθεί σε πλύση στομάχου, είχε αρνηθεί ότι έκανε χρήση ναρκωτικών.

Το γνωστό μοντέλο προσέφυγε φυσικά στην Δικαιοσύνη για να αντιμετωπίσει την αισχρή αυτή επίθεση στην ιδιωτική της ζωή. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Μεγάλης Βρετανίας έκρινε ότι αφού η Naomi είχε αρνηθεί δημόσια ότι έκανε τη χρήση ναρκωτικών, αυτομάτως το θέμα ήταν δημόσιου ενδιαφέροντος, αλλά αυτό δεν επέτρεπε την δημοσίευση των φωτογραφιών της και όλων των ανωτέρω προσβλητικών σχολίων από την Mirror. Με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταδικάσει την εφημερίδα σε αποζημίωση 3.500 λιρών Μ.Βρετανίας και 1.000.000 λιρών Μ.Βρετανίας σε δικαστικά έξοδα, λόγω της σχετικής συμφωνίας της Naomi με τον δικηγόρο της.

Η Mirror προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επικαλούμενο παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, λέγοντας ότι δεν παραβίασε την ιδιωτικότητα και ότι δεν έπρεπε να πληρώσει ένα τόσο μεγάλο ποσό για δικαστικά έξοδα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογράμμισε φυσικά τον σοβαρό ρόλο του Τύπου σε ένα κράτος δικαίου, αλλά έκρινε ότι αφού ο μόνος σκοπός του δημοσιεύματος ήταν να ικανοποιηθεί η περιέργεια ενός "ειδικού κοινού" γα τις πληροφορίες της ιδιωτικής ζωής ενός δημόσιου προσώπου, τα δημοσιεύματα αυτά δεν συνέβαλαν σε μια δημόσια αντιπαράθεση γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ελευθερία της έκφρασης γνωρίζει κατώτερο επίπεδο προστασίας, καθώς υπερέχει η προστασία της ιδιωτικότητας του προσώπου. Η δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών είχε ζημιώσει την κ. Campbell και δεν ήταν απαραίτητη για την τεκμηρίωση των πληροφοριών περί εξάρτησης από τα ναρκωτικά: το δημόσιο ενδιαφέρων μπορούσε να έχει ικανοποιηθεί από την δημοσίευση των άρθρων για τα ίδια τα περιστατικά όσον αφορά την εξάρτησή της και την θεραπεία της, οπότε η δημοσίευση των φωτογραφιών ήταν λοιπόν μια δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της κ. Campbell για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής. Επομένως η καταδίκη της εφημερίδας για παραβίαση ιδιωτικότητας δεν παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης (ένας δικαστής μειοψήφισε ως προς αυτό).

Ωστόσο, όσον αφορά τη συμφωνία της Campbell με τον δικηγόρο της για καταβολή ποσού 1.000.000 σε περίπτωση επιτυχίας ("success fee"), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε διαφορετική προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Μ.Β. Αναγνώρισε ότι το μοντέλο ήταν πλούσιο και γι' αυτό δεν ήταν κάποιος που κινδύνευε για οικονομικούς λόγους να μην έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, περίπτωση για την οποία έχει κυρίως θεσπιστεί η δυνατότητα του success fee. Ως προς αυτό το κεφάλαιο λοιπόν το Ευρωδικαστήριο διέγνωσε ότι όντως παραβιάστηκε το άρθρο 10 περί ελευθερίας της έκφρασης της εφημερίδας που υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό από τα εθνικά δικαστήρια.



Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2010

Και οι δικαστές έχουν ιδιωτική ζωή

Σε δημοσίευμα εφημερίδας που έχει αναρτηθεί και στο Διαδίκτυο αναγράφεται το ονοματεπώνυμο δικαστικής λειτουργού του εφετείου Αθηνών, στην οποία αποδίδεται η δημιουργία ενός ιστολογίου, στο οποίο αναρτούσε αντισημιτικά σχόλια, ενώ η ίδια μετείχε στη σύνθεση δικαστηρίου που εκδίκαζε υπόθεση παραβίασης της αντιρατσιστικής νομοθεσίας (ν.927/1979). Ωστόσο, από το συγκεκριμένο ρεπορτάζ, προκύπτει ότι η εφέτης δεν είχε αναφέρει την δικαστική της ιδιότητα, ούτε όμως και το ονοματεπώνυμό της στο ιστολόγιο. Η εφημερίδα αναφέρει ότι τα στοιχεία αυτά που την ταυτοποιούν περιέχονται σε υπόμνημα- αναφορά που έχει καταθέσει μια δικηγόρος εναντίον της εφέτη, επειδή στο ιστολόγιο εφέρετο να προσβάλλει την δικηγόρο και τον πατέρα της. Ως στοιχεία ταυτοποίησης το ρεπορτάζ, επικαλείται κάποια θολή φωτογραφία της δικαστικού κι εμμέσως το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε, το οποίο θυμίζει μεταγραφή στοιχείων του ονόματός της στα αγγλικά.

Με την υπόθεση αυτή τίθενται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης, το ποινικό αδίκημα του ρατσιστικού λόγου, αλλά και την προστασία της ιδιωτικότητας των δημόσιων λειτουργών.

Θα σημειώσω πρώτα ότι όσα διαβάζουμε σ΄εκείνο το ρεπορτάζ έρχονται πολύ κοντά στην προσβολή ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής/εθνικής τους καταγωγής, το ποινικό αδίκημα που προβλέπεται από το ν.927/1979. Βέβαια η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου παραμένει άκρως αμφίβολη, ιδίως μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στη γνωστή υπόθεση του βιβλίου "Εβραίοι όλη η αλήθεια". Ωστόσο, σε εκείνη την υπόθεση η αθώωση οφείλεται μάλλον στο ότι το βιβλίο θεωρήθηκε επιστημονικό σύγγραμμα, προστατευόμενο από την συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της έρευνας και της επιστήμης. Οπότε στη συγκεκριμένη υπόθεση των ρατσιστικών σχολίων στο ιστολόγιο, μάλλον εκλείπει το συγκεκριμένο επιχείρημα της ιστορικής έρευνας, εάν όντως υπάρχουν εκφράσεις όπως "κωλοεβραίοι".

Το δεύτερο πολύ σημαντικό ζήτημα είναι η ταυτοποίηση του φερόμενου ως δράστη, την στιγμή που δεν έχει διενεργηθεί άρση του απορρήτου, η οποία δεν προβλέπεται για προσβολές κατά της τιμής και για την αντιραστιστική νομοθεσία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, υπάρχει κάποια θολή φωτογραφία και κάποια αντιστοιχία του ονόματος της δικαστικού με το ψευδώνυμό της. Σύμφωνα με την απόφαση 44/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (βλ. εδώ), η ύπαρξη ενός αναγνωριστικού στοιχείου (όπως το όνομα) σε ένα κατά τ' άλλα ανώνυμο ή ψευδώνυμο ιστολόγιο δεν αρκεί για να αποδοθούν τα κείμενα που έχουν αναρτηθεί εκεί στο πρόσωπο που προσωπικά δεδομένα του υπάρχουν στο ιστολόγιο.

Έπειτα, οι ονομαστικές πληροφορίες που δημοσιοποιεί η εφημερίδα φέρονται να προέρχονται μάλλον από το υπόμνημα που έχει υποβάλλει η δικηγόρος, δηλαδή από ένα έγγραφο που καλύπτεται από τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας. Η μυστικότητα αυτή κατά τη γνώμη μου δεν εξυπηρετείται όταν τόσα στοιχεία της προδικασίας δίνονται στη δημοσιότητα. Εφόσον η υπόθεση έχει ήδη αχθεί στη Δικαιοσύνη, η εμπλοκή ενός μέσου ενημέρωσης χωρίς την τήρηση ίσων αποστάσεων και με πλήρη υποστήριξη της κατηγορούμενης πράξης χωρίς την παράθεση της τυχόν αντίθετης άποψης βρίσκεται σε σχέση έντασης προς το τεκμήριο της αθωότητας (δεδομένου ότι ο ρατσιστικός λόγος είναι ποινικό αδίκημα). Οι αποστάσεις από την δημοσιογραφική δεοντολογία δεν δικαιολογούνται ούτε λόγω της δικαστικής ιδιότητας της φερόμενης ιστολόγου: το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει για όλους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους.

Τα πιο ουσιαστικά όμως γενικά ζητήματα αυτής της υπόθεσης είναι δύο: (α) έχει δικαίωμα ένας δικαστής να έχει τόσο ακραίες απόψεις; και κυρίως (β) υπάρχει μια σφαίρα προστατευμένης ιδιωτικότητας εντός της οποίας ο δικαστής μπορεί να ανακοινώνει αυτές τις απόψεις του, χωρίς να είναι ελεγκτέος;

Στην υπόθεση, όπως την αναπαράγει η εφημερίδα, η δικαστής φέρεται να μην έχει ανακοινώσει στο ιστολόγιο ούτε το ονοματεπώνυμό της, αλλά ούτε και την επίσημη ιδιότητά της. Φέρεται να σχολιάζει όμως υποθέσεις που έχει χειριστεί, γεγονός που κατά το δημοσίευμα την ταυτοποιεί. Το βέβαιο είναι ότι η ίδια δεν δημοσιοποιούσε ενυπόγραφα της αναρτήσεις στην ιστοσελίδα της, επομένως το κατά πόσον είχε λάβει ή όχι επαρκή μέτρα για την προστασία της ταυτότητάς της είναι ένα πραγματικό θέμα, το οποίο δεν αφορά το γενικό ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει ιδιωτικότητα για τους δικαστές.

Όπως έχω γράψει πολλές φορές, το ψευδώνυμο blogging είναι συνδυασμός δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων: ελευθερία έκφρασης (για όσα δημοσιοποιεί ο blogger) και προστασία της ιδιωτικότητας (για την προστασία της ταυτότητάς του). Η δημοσιότητα των απόψεων δεν επιβάλλει και δημοσιότητα των στοιχείων του συντάκτη. Το γεγονός ότι το Συνταγμα επιτρέπει την άρση του απορρήτου μόνο για "ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα", στα οποία η νομοθεσία δεν συγκαταλέγει τις προσβολές κατά της τιμής, σηματοδοτεί μια κεντρική αξιολόγηση της έννομης τάξης: το απόρρητο των επικοινωνιών είναι ένα συνταγματικό δικαίωμα που κάμπτεται μόνο υπό αυστηρές δικαστικές και νομοθετικές προϋποθέσεις. Πρέπει να συμπράξουν δύο από τις τρεις κρατικές λειτουργίες για την άρση του απορρήτου. Η "τέταρτη" μόνη της δεν αρκεί.

Ένας δικαστής μετέχει τόσο του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης όσο και του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Ενδεχομένως μια δημόσια τοποθέτησή του να τον καθιστά εξαιρετέο από κάποια συγκεκριμένη δικαστική σύνθεση (όπως προβλέπει η δικονομία για τους Ευρωπαίους Δικαστές του Στρασβούργου που εξαιρούνται όταν καλούνται να δικάσουν υπόθεση για την οποία έχουν τοποθετηθεί εκ των προτέρων δημόσια), αλλά αυτές οι υποχρεώσεις αυτο-περιορισμού δεν σημαίνει ότι τους αφαιρούν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Φυσικά σε αυτό το δικαίωμα δεν περιέχεται ο ρατσιστικός λόγος, αλλά ούτε και ο λόγος που θα μπορούσε να θίξει το "κύρος και την αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας", όπως αναφέρει το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (βλ. εδώ). Όταν όμως ο δικαστής εκφράζεται μεν δημόσια, αλλά πίσω από ένα ψευδώνυμο που δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να ταυτοποιήσει τον συντάκτη με την δικαστική λειτουργία, τότε αυτή η δημόσια έκφραση γίνεται χωρίς να θίγεται το "κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας".

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Kudeshkina καταδίκασε την Ρωσία για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης μιας δικαστή που κατήγγειλε περίπτωση διαφθοράς δικαστών και στη συνέχεια αποπέμφθηκε από το δικαστικό σώμα (βλ. εδώ). Σύμφωνα με αυτή την απόφαση: "Η φράση «αυθεντία της δικαιοσύνης» περιλαμβάνει, ιδίως, την έννοια ότι τα δικαστήρια είναι –και αναμένεται από το ευρύ κοινό να είναι- το κατάλληλο πεδίο για την επίλυση των νομικών διαφορών και για τον καθορισμό της ενοχής ή αθωότητας ενός προσώπου επί μίας ποινικής κατηγορίας (βλ. Worm κατά Αυστρίας, 29 Αυγούστου 1997, § 40, Εκθέσεις 1997-V). Αυτό που κρίνεται όσον αφορά την προστασία της αυθεντίας της δικαιοσύνης είναι η εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία, στους κατηγορούμενους εφόσον πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, αλλά επίσης και στο ευρύ κοινό (βλ, mutatis mutandis, μεταξύ πολλών άλλων κεντρικών αποφάσεων, Fey κατά Αυστρίας, 24 Φεβρουαρίου 1993, Συλλογή A αρ. 255-A). Γι’ αυτό το λόγο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημόσιοι λειτουργοί που υπηρετούν στην δικαιοσύνη θα πρέπει να δείχνουν επιφύλαξη στην ενάσκηση της ελευθερίας του λόγου τους σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η αυθεντία και η αμεροληψία της δικαιοσύνης φαίνεται ότι αποτελεί το ζητούμενο."

Σε αντίθεση όμως με τη δικαστή Kudeshkina που βγήκε επωνύμως στο ραδιόφωνο και κατήγγειλε το δικαστικό σύστημα, στην υπόθεση της δικαστή - φερόμενης ιστολόγου η έκφραση έγινε μέσα στην προστατευόμενη σφαίρα του ψευδώνυμου λόγου. Ενώ στην υπόθεση Kudeshkina το θέμα είναι η ελευθερία της έκφρασης του δικαστή, στην υπόθεση της φερόμενης ιστολόγου το θέμα είναι η διάρρηξη της ψευδωνυμίας μιας δικαστή, δηλαδή η παραβίαση της ιδιωτικότητάς της. Οι ρατσιστικές εκφράσεις της δεν δημοσιοποιήθηκαν ενυπόγραφα και υπό την φερόμενη επίσημη ιδιότητά της. Διότι η αποκάλυψη του ονοματεπωνύμου δεν εγινε από την φερόμενη ιστολόγο, ούτε βέβαια από μία θολή φωτογραφία, ούτε από το ψευδώνυμο που "μοιάζει" με το όνομα, ούτε από την αναφορά της σε υποθέσεις που φέρεται ότι είχε δικάσει: η αποκάλυψη του ονοματεπωνύμου και της ιδιότητας γίνεται από την εφημερίδα. Η κοινή γνώμη πληροφορείται σε ευρύτατη έκταση το εν λόγω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα της δικαστού - φερόμενης μπλόγκερ όχι από το μπλογκ της, αλλά από την εφημερίδα που προβάλλει ως ρεπορτάζ ένα υπόμνημα που καλύπτεται από την μυστικότητα της προδικασίας.

Εφόσον λοιπόν η κοινή γνώμη, κατά το χρόνο των φερόμενων επίμαχων ρατσιστικών αναρτήσεων, δεν γνώριζε την φερόμενη ιδιότητα της ιστολόγου, τότε δεν πλήττεται από τις εν λόγω δηλώσεις το "κύρος και η αμεροληψία της δικαστικής λειτουργίας", όπως αναφέρει η ΕΣΔΑ, οπότε εάν η ιστολόγος είναι όντως η αναφερόμενη δικαστής, αρκεί που έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία της επίσημης ιδιότητάς της. Επίσης, η αποκάλυψη του ονόματος ενώπιον της κοινής γνώμης δεν φαίνεται να οφείλεται σε υπαιτιότητα της εν λόγω δικαστή - φερόμενης ιστολόγου, αλλά μάλλον στην εφημερίδα που αποκάλυψε σε ευρεία κλίμακα το όνομά της και σύνδεσε την ιδιότητά της με το συγκεκριμένο ιστολόγιο.

Δεν θέλω να υποτιμήσω το τεράστιο ζήτημα των ρατσιστικών απόψεων των δικαστών μάλιστα εκείνων που καλούνται να εφαρμόσουν την αντιρατσιστική νομοθεσία. Όποιος παραβιάζει το ν.927/1979 πρέπει να τιμωρείται, οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν έχει, όπως και όποιος παραβιάζει οποιονδήποτε άλλο νόμο.

Αλλά πρέπει να τιμωρείται από τα δικαστήρια, όχι από τα μέσα ενημέρωσης.




Σάββατο, Οκτωβρίου 23, 2010

Μια νομική λύση για την απαγόρευση του καπνίσματος

Αναπόφευκτα η γενική απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς δημόσιους χώρους και καταστήματα υγειονομικου ενδιαφέροντος επαναφέρει, για μια ακόμη φορά, την αναζήτηση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό. Είναι σαφές ότι η νομοθεσία αφορά την κοινή συμβίωση, αφήνοντας όμως ένα πεδίο ελεύθερης δράσης του ατόμου, ένα πεδίο ιδιωτικότητας, στο στενό πυρήνα της οποίας ούτε ο νομοθέτης μπορεί να επέμβει.

Στην ιδιωτική σφαίρα ανήκει προ πάντων η κατοικία κι εφόσον ο καπνός δεν αποτελεί μια απαγορευμένη ουσία, ο νομοθέτης φυσικά οφείλει να σέβεται το άσυλο της κατοικίας, το οποίο κατοχυρώνεται και με συνταγματικές διατάξεις. Στην ιδιωτική σφαίρα όμως ανήκουν και οι ιδιωτικές σχέσεις των ατόμων, όπως οι ενώσεις προσώπων και οι αστικές εταιρίες που προβλέπονται ως συμβάσεις του Αστικού Κώδικα.

Στο πλαίσιο μιας αστικής εταιρίας, τα μέλη της μπορούν να αφιερώνουν το χρόνο τους, το κεφάλαιό τους και την προσωπική τους εργασία σε μια κοινή απόλαυση, όπως αυτή του καπνίσματος. Η έδρα μιας τέτοιας εταιρίας δεν αποτελεί δημόσιο χώρο, εφόσον η πρόσβαση σε αυτήν επιτρέπεται μόνο στα μέλη της, ακριβώς όπως η πρόσβαση στην κατοικία καθενός επιτρέπεται μόνο για τα μέλη του νοικοκυριού του. Επομένως, ο κλειστός χώρος που χρησιμοποιείται για μια αστική εταιρία με σκοπό την απόλαυση του καπνού δεν αποτελεί δημόσιο κλειστό χώρο κι έτσι εκφεύγει, ως προς αυτή την παράμετρο, των απαγορευτικών διατάξεων του νόμου.

Η απαγόρευση όμως ισχύει και για τα "καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος". Σύμφωνα με τον ορισμό του Ν.3643/2006, κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι εκείνο στο οποίο γίνεται παρασκευή ή/και διάθεση σε πελάτες (καθισμένους, όρθιους, περαστικούς) ή διανομή φαγητών ή γλυκισμάτων ή οποιουδήποτε άλλου παρασκευάσματος τροφίμων ή ποτών ή αποθήκευση ή συντήρηση ή εμπορία κάθε είδους τροφίμων ή ποτών, καθώς και τα καταστήματα προσφοράς υπηρεσιών, εξαιτίας των οποίων μπορεί να προκληθεί βλάβη στη δημόσια υγεία, όπως αναλυτικά αναφέρονται στις ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις.

Εάν δηλαδή στην έδρα μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας διατίθενται και τέτοια είδη "σε πελάτες", τότε κι εκεί εφαρμόζεται η νομοθεσία για την απαγόρευση του καπνίσματος. Ωστόσο, τα μέλη μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας δεν αποτελούν "πελάτες" της εταιρίας, όταν τα ίδια φροντίζουν για την παρασκευή και διάθεση των προϊόντων στους εαυτούς τους. Κατά την έννοια που οι αγορανομικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην κουζίνα του σπιτιού μας για τα εδέσματα που παρασκευάζουμε για τον εαυτό μας και την οικογένειά μας, έτσι και τα μέλη μιας αστικής εταιρίας μπορούν να παρασκευάζουν για τους εαυτούς τους φαγητό και να διαθέτουν στους εαυτούς τους ποτό, εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για απαγορευμένες ουσίες, χωρίς να δεσμεύονται από τις αγορανομικές διατάξεις και χωρίς να ισχύει μεταξύ τους η απαγόρευση του καπνίσματος.

Αυτά ισχύουν εφόσον η έδρα της αστικής εταιρίας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και χώρο εργασίας, στον οποίο απασχολούνται δηλαδή και μισθωτοί - τρίτοι ως προς την εταιρία.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ιδιωτικός χώρος μιας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, ακόμη κι όταν σε αυτόν τα μέλη της παρασκευάζουν και διανέμουν στους εαυτούς τους τρόφιμα ή ποτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για την απαγόρευση του καπνίσματος. Διότι αποτελεί μια σφαίρα ιδιωτικότητας, στην οποία ο κοινός νομοθέτης δεν διαθέτει εξουσία επέμβασης.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

Πνευματική ιδιοκτησία vs Ιδιωτικότητας: "ξέπλυμα νόμων" κατά τον Σ.Λαμπρινίδη


Τις τελευταίες ημέρες υπάρχει έντονη κινητικότητα στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο σχετικά με την θέσπιση νομοθεσίας που προσιδιάζει στο γαλλικό νόμο three strikes ("τρία χτυπήματα" = διακοπή σύνδεσης στο διαδίκτυο).  Πρόκειται για το σχέδιο της  Συμφωνίας ACTA (Anti-Counterfeiting Trade Agreement).


Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει τεκμηριώσει τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται σε σχέση με τις προτεινόμενες διατάξεις σε μια αναλυτική γνωμοδότησή του και σε σχετικό δελτίο τύπου

Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι δύο θεσμικά όργανα της ΕΕ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, φαίνεται ότι δεν προσδίδουν την επιβαλλόμενη διαφάνεια στις σχετικές προετοιμασίες. Η μυστικότητα με την οποία περιβάλλεται η σχετική διαπραγμάτευση επισημαίνεται σε σημερινό δελτίο του Αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. Σταύρου Λαμπρινίδη:

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΠΑΣΟΚ ΣΤΟ  ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Γραφείο Σταύρου Λαμπρινίδη

Αντιπροέδρου  του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Επικεφαλής  της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ  στο Ευρωπαϊκό  Κοινοβούλιο 

Το πρόγραμμά σας περιήγησης μπορεί να μην υποστηρίζει την προβολή αυτής της εικόνας.

ΤΟΜΕΑΣ  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΔΕΛΤΙΟ  ΤΥΠΟΥ

Στρασβούργο, 10 Μαρτίου 2010 
 

Σταύρος Λαμπρινίδης: "Το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένουν να μην δημοσιοποιούν σημαντικά έγγραφα των διαπραγματεύσεων για την επίμαχη εμπορική συμφωνία ACTA 

Την άκρα μυστικότητα με την οποία Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένουν να περιβάλλουν τις διαπραγματεύσεις για την εμπορική συμφωνία ACTA για την καταπολέμηση της πειρατείας και των παραποιημένων προϊόντων, στηλίτευσε με γραπτή παρέμβαση στη Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ο Αντιπρόεδρος του ΕΚ και Επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Σταύρος Λαμπρινίδης. Σύμφωνα με τον κ. Λαμπρινίδη,δημιουργούνται έτσι σοβαρές υπόνοιες πως η συμφωνία που είναι υπό διαπραγμάτευση περιέχει διατάξεις που θα πλήττουν ευθέως βασικά θεμελιώδη δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών, όπως της ελεύθερης έκφρασης, της ιδιωτικότητας και, ευρύτερα, της πρόσβασης στο διαδίκτυο.

 

Συγκεκριμένα, μέσω απόρρητων εγγράφων που έχουν  διαρρεύσει,  δημιουργείται η εντύπωση πως η συμφωνία θα περιέχει προβλέψεις αντίστοιχες του περίφημου γαλλικού νόμου HADOPI για την καθολική επιτήρηση του διαδικτύου από ιδιωτικές εταιρίες και για τη διακοπή της πρόσβασης πολιτών στο διαδίκτυο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη απορρίψει τρεις φορές παρόμοιες νομοθετικές προτάσεις, και μέσω της υιοθέτησης της Έκθεσης Λαμπρινίδη για την "Ασφάλεια και Πολιτικές Ελευθερίες στην Ηλεκτρονική Εποχή" τον Ιούνιο του 2009. Ανησυχίες για τις "κρυφές" προβλέψεις της υπό διαπραγμάτευση Συμφωνίας έχει εκφράσει και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (EDPS) κ. Πήτερ Χιούστινξ, σε πρόσφατη γνωμοδότηση του.

 

Στην  παρέμβαση του, ο κ. Λαμπρινίδης χαρακτηρίζει την υπόθεση ως απόπειρα «ξεπλύματος νόμων», δηλαδή μίας εν κρυπτώ εισαγωγής νομοθετικών διατάξεων μέσω μίας διεθνούς συμφωνίας, που διαφορετικά δεν θα γίνονταν αποδεκτές ούτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε από τα περισσότερα Εθνικά Κοινοβούλια. Η παρέμβαση έγινε στο πλαίσιο σχετικής συζήτησης στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία κατέληξε στην υιοθέτηση κοινού ψηφίσματος από όλες τις πολιτικές ομάδες. Στο ψήφισμα, οι ευρωβουλευτές απειλούν να σύρουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σε περίπτωση που δεν τους δοθεί πρόσβαση στα έγγραφα των διαπραγματεύσεων.  

Η χθεσινή συζήτηση στην Ολομέλεια ακολούθησε την πρόσφατη υποβολή "Γραπτής Δήλωσης" προς υιοθέτηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τον κ. Λαμπρινίδη και τρεις συναδέλφους του Ευρωβουλευτές, με την οποία απαιτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η άμεση δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων που αφορούν στις διαπραγματεύσεις για την ACTA και στηλιτεύεται η πιθανολογούμενη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ευρωπαίων πολιτών στο διαδίκτυο. Την δήλωση συνυπογράφουν οι ευρωβουλευτές Francoise Castex (Σοσιαλιστές, Γαλλία), Alexander Alvaro (Φιλελεύθεροι, Γερμανία) και Zuzana Roithova (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Τσεχία). 

Ολόκληρη  η παρέμβαση του κ. Λαμπρινίδη στην Ολομέλεια του Ε.Κ. έχει ως εξής:  

"Κύριε Πρόεδρε,

 

Ελπίζω  πως η Γραπτή Δήλωση για την ACTA, την οποία υποβάλλαμε πριν από δύο εβδομάδες μαζί με τους συναδέλφους μου Castex, Alvaro και Roithova και η σημερινή συζήτηση στην Ολομέλεια θα λειτουργήσουν, έστω και αργοπορημένα, σαν "ξυπνητήρι" για το Συμβούλιο και την Επιτροπή. 

"Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, την ώρα που τα θεμελιώδη δικαιώματα εκατομμυρίων πολιτών διακυβεύονται σε μυστικές διαπραγματεύσεις. Είμαστε αντίθετοι στο "ξέπλυμα νομοθεσίας" σε διεθνές επίπεδο, την υιοθέτηση δηλαδή νόμων που θα ήταν πολύ δύσκολο να ψηφιστούν όχι μόνο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και από πολλά εθνικά κοινοβούλια. 

"Εδώ, φυσικά, αναφέρομαι στον διαβόητο νόμο των "three strikes". Το Κοινοβούλιο πιστεύει ακράδαντα πως τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να προστατεύονται. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνεται παραδίνοντας σε ιδιωτικές εταιρίες το ολοκληρωτικό δικαίωμα να παρακολουθούν αδιακρίτως τις δραστηριότητες κάθε πολίτη στο διαδίκτυο - ένα δικαίωμα που αρνούμαστε να δώσουμε ακόμα και στις αστυνομίες σε περιπτώσεις καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Ούτε βεβαίως επιβάλλοντας ποινές δυσανάλογης βαρύτητας, όπως το να αποκόβουμε ολόκληρα νοικοκυριά από την πρόσβαση των μελών τους το διαδίκτυο.  

"Η πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι αυτή καθεαυτή ένα θεμελιώδες δικαίωμα. Πρέπει να αντιμετωπίζεται και να προστατεύεται ως τέτοιο". 

Εδώ και  μήνες η Ευρωπαϊκή Ένωση και  άλλες 38 χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, διαπραγματεύονται τη σύναψη της συμφωνίας ACTA (Anti-Counterfeiting Trade Agreement) για την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων και την καταπολέμηση της εμπορίας των παραποιημένων προϊόντων. Η όλη διαδικασία έχει κρατηθεί μυστική από τους ευρωβουλευτές, παρότι η Συνθήκη της Λισαβόνας υποχρεώνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να προμηθεύουν άμεσα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με διεθνείς διαπραγματεύσεις στις οποίες συμμετέχουν.  

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: η πλοήγηση στο Διαδίκτυο εμπίπτει στην ιδιωτικότητα

Στην υπόθεση Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια η πλοήγηση στο Διαδίκτυο, αλλά και μια λίστα με τα e-mail που έστειλε κάποιος, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των ιστοσελίδων ή των μηνυμάτων, εμπίπτει στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από το 2007 έχει κρίνει λοιπόν ότι τα "εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας" δηλαδή οι μη δημοσιευμένες πληροφορίες που αφορούν την χρήση του Διαδικτύου προστατεύονται ως μέρος της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Άρα ισχύει και για αυτές η εθνική νομοθεσία που παρέχει εγγυήσεις για την ιδιωτική επικοινωνία, όπως σε εμάς η νομοθεσία για το απόρρητο των επικοινωνιών.

Ακολουθεί πλήρης μετάφραση e-lawyer της απόφασης Copland.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ COPLAND κατά ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



(Προσφυγή  αρ. 62617/00)



ΑΠΟΦΑΣΗ




ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



3 Απριλίου




ΤΕΛΙΚΟ



03/07/2007



Η Απόφαση θα καταστεί οριστική στο πλαίσιο του Άρθρου 44 παρ. 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.
















Στην υπόθεση Copland κατά του Ηνωμένου Βασιλείου,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τέταρτο Τμήμα) με την ακόλουθη σύνθεση:

Κ. J. Casadevall, Πρόεδρος,
Σερ Nicolas Bratza,
Κ. G. Bonello,
Κ. R. Maruste,
Κ. S. Pavlovschi,
Κ. L. Garlicki,
Κ. J. Borrego Borrego, δικαστές,
και  Κ T.L. Early, Γραμματέας του Τμήματος,

Κατόπιν μυστικής διάσκεψης στις 7 Μαρτίου 2006 και στις 14 Μαρτίου 2007

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε την παραπάνω ημερομηνία:

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.  Η υπόθεση άρχισε με μια προσφυγή (αρ. 62617/00) κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Σύμβαση») από την κα Lynette Copland.

2. Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον κ.   James Welch της Liberty, μια μη κυβερνητική οργάνωση για τα πολιτικά δικαιώματα με έδρα στο Λονδίνο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον εντεταλμένο της, κ. J. Grainger του υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.

3. Η προσφεύγουσα διαμαρτύρεται για την παρακολούθηση των τηλεφωνημάτων της, του e-mail της και της πλοήγησής της στο Διαδίκτυο κατά τα  Άρθρα  8 και 13.

4.  Με απόφασή του στις 7 Μαρτίου 2006, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή εν μέρει παραδεκτή. 

5.  Η προσφεύγουσα υπέβαλε περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις, ενώ η Κυβέρνηση δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις (Κανόνας 59 § 1).



ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

I.  ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

6.  Η προσφεύγουσα γεννήθηκε το 1950 και μένει στο Llanelli της Ουαλίας.

7.  Το 1991 η προσφεύγουσα εργαζόταν στο Carmarthenshire College (“το Κολλέγιο”). Το Κολλέγιο είναι νομικό πρόσωπο που διοικείται από το Κράτος και κατά τα κεφάλαια 18 και 19 του Νόμου της Μέσης και Ανώτερης Εκπαίδευσης του 1992 που περιέχει διατάξεις για την μέση και ανώτερη εκπαίδευση.

8.  Το 1995 η προσφεύγουσα έγινε προσωπική βοηθός  του Διευθυντή του Κολλεγίου (“ΔΚ”) και από το 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον νέο Αναπληρωτή Διευθντή ( “ΑΔ”).

9. Περί τον Ιούλιο του 1998, κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας, η προσφεύγουσα επισκέφθηκε ένα άλλο campus του Κολλεγίου,  μαζί με έναν διευθυντή. Στη συνέχεια έμαθε ότι ο ΑΔ επικοινώνησε με το campus για να μάθει σχετικά με τη διεύθυνσή της και αντελήφθη ότι υπονόησε πως υπήρξε κάποια ανάρμοστη σχέση ανάμεσα σε αυτήν και τον διευθυντή. 

10.  Κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας της, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο παρακολουθούντο με υποκίνηση του ΑΔ. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η παρακολούθηση διενεργήθηκε για να διαπιστωθεί εάν η προσφεύγουσα έκανε υπερβολική χρήση των υποδομών του Κολλεγίου για προσωπικούς σκοπούς. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων αφορούσε την ανάλυση των λογαριασμών τηλεφώνου του κολλεγίου, ως προς τους κληθέντες τηλεφωνικούς αριθμούς, τις ημερομηνίες και ώρες κλήσεων, τη διάρκειά τους και το κόστος τους. Η προσφεύγουσα επίσης πίστευε ότι υπήρχαν αναλυτικές και εκτενείς περιγραφές της διάρκειας των κλήσεων, των αριθμών των κλήσεων που έλαβε και έκανε και των αριθμών τηλεφώνων των ατόμων που την είχαν καλέσει. Εκθέτει ότι τουλάχιστον σε μία περίπτωση ο ΑΔ ήταν εν γνώσει του ατόμου με το οποίο είχε ανταλλάξει εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις. Η Κυβέρνηση αναφέρει ότι η παρακολούθηση των τηλεφώνων έγινε για μερικούς μήνες μέχρι περίπου τις 22 Νοεμβρίου 1999. Η προσφεύγουσα αντέκρουσε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις της παρακολουθούντο για μια περίοδο περί τους 18 μήνες μέχρι το Νοέμβρη του 1999. 

11. Η πλοήγηση της προσφεύγουσας στο Διαδίκτυο παρακολουθείτο επίσης από τον ΑΔ. Η Κυβέρνηση δέχθηκε ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε με την ανάλυση των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα, της ώρας, των ημερομηνιών και της διάρκειας των επισκέψεων στις ιστοσελίδες καθώς και ότι αυτή η παρακολούθηση έγινε από τον Οκτώβρη έως το Νοέμβρη του 1999. Η προσφεύγουσα δεν σχολίασε τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήθηκε η πλοήγησή της στο Διαδίκτυο, αλλά ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη για περίοδο μεγαλύτερη από αυτή που παραδέχθηκε η Κυβέρνηση.

12.  Το Νοέμβρη του 1999 η προσφεύγουσα έμαθε ότι έγιναν έρευνες στο e-mail της στη δουλειά της, όταν το Κολλέγιο επικοινώνησε με τη θετή κόρη της και της ζητήθηκαν πληροφορίες για τα e-mail που είχε στείλει στο Κολλέγιο. Η προσφεύγουσα έγραψε στον ΔΚ εάν διεξήγετο μια γενική έρευνα ή εάν ερευνούσαν μόνο τα δικά της e-mail. Ο ΔΚ απάντησε στην προσφεύγουσα με e-mail στις 24 Νοέμβρη 1999 ότι,  μολονότι όλη η κίνηση των e-mail αρχειοθετείται, το τμήμα πληροφορικής του Κολλεγίου έκανε έρευνα μόνο στα δικά της e-mail, κατόπιν αιτήματος του ΑΔ.

13.  Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η καταγραφή των e-mails έλαβε τη μορφή της ανάλυσης των διευθύνσεων των e-mail και των ημερομηνιών και ώρας αποστολής και ότι η παρακολούθηση έγινε για λίγους μήνες έως τις 22 Νοεμβρίου 1999. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η παρακολούθηση των e-mail διενεργήθηκε το λιγότερο για έξι μήνες, από το Μάη 1999 έως το Νοέμβρη 1999. Η προσφεύγουσα προσκομίζει ως έγγραφες αποδείξεις τις εκτυπώσεις που περιέχουν αναλυτικά τα e-mail της από τις 14 Μάη 1999 έως τις 22 Νοέμβρη 1999 και δείχνουν τις ημέρες και ώρες των e-mail που απεστάλησαν από τον λογαριασμό της μαζί με τις διευθύνσεις των αποδεκτών.

14.   Με Υπόμνημα που έχει ημερομηνία 29 Νοεμβρίου 1999, ο ΔΚ σε επιβεβαίωση  περιεχομένου συνομιλίας που είχε με τον ΑΔ, αναφέρει:


   “Προκειμένου να αποφευχθούν παρεξηγήσεις θεώρησα πρέπον να επιβεβαιώσω τις απόψεις που σας εξέφρασα την προηγούμενη εβδομάδα, όσον αφορά την διερεύνηση της κίνησης των e-mail της προσφεύγουσας.

Αφότου [η προσφεύγουσα] έλαβε γνώση ότι κάποιος από [το Κολλέγιο] παρακολουθεί τα e-mail της, μίλησα στον [ST] ο οποίος επιβεβαίωσε ότι αυτό ήταν αλήθεια και ότι ζητήθηκε από εσάς. Δεδομένου ότι η επικείμενη νομοθεσία θα καθιστά παράνομο να παρακολουθούν οι οργανισμοί το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κάποιου, χωρίς άδεια, φυσικά ανησυχώ για τα τελευταία γεγονότα και διέταξα τον [ST] να μην διεξάγει περαιτέρω έρευνες. Περαιτέρω, σας ζητώ να πράξετε το ίδιο και ζητώ να μου προωθήσετε κατά προτεραιότητα κάθε  σημαντική πληροφορία που έχετε και αφορά την [προσφεύγουσα]. Είπατε ότι θα απαντούσατε θετικά και στα δύο αιτήματα, επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες σας σχετικά με την [προσφεύγουσα].»

15. Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε κάποια «πολιτική» στο Κολλέγιο για την παρακολούθηση των τηλεφώνων, των e-mail ή της πλοήγησης στο Διαδίκτυο από τους εργαζόμενους. 

16. Περί τον Μάρτιο ή Απρίλιο 2000 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε από άλλα μέλη του προσωπικού του Κολλεγίου ότι μεταξύ του 1996 και του τέλους του 1999 διάφορες από τις δραστηριότητές της είχαν παρακολουθηθεί από τον ΑΔ ή από πληρεξούσια του πρόσωπα. 

Η προσφεύγουσα πιστεύει επίσης ότι τα άτομα στα οποία είχε κάνει κλήσεις, είχαν δεχθεί στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τον ΑΔ ή από πληρεξούσιούς του, προκειμένου να ταυτοποιηθούν οι κληθέντες και ο σκοπός της κλήσης. Περαιτέρω πιστεύει ότι ο ΑΔ έλαβε γνώση ενός απόρρητου fax που έστειλε η ίδια στους δικηγόρους της και ότι οι προσωπικές της ενέργειες, τόσο στην εργασία της όσο και όταν βρισκόταν σε άδεια ή έλειπε λόγω ασθένειας, κατέστησαν αντικείμενο παρακολούθησης. 

17. Η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο δηλώσεις από άλλα μέλη του προσωπικού που ισχυρίζονται ότι οι κινήσεις της παρακολουθούνταν με ανάρμοστο και παρεμβατικό τρόπο. Η προσφεύγουσα που εργάζεται ακόμη στο Κολλέγιο πιστεύει ότι ο ΑΔ έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα.

II.  ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

A.  Νόμος της ιδιωτικότητας

18.  Κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν υπήρχε ένα γενικό δικαίωμα ιδιωτικότητας στο Αγγλικό δίκαιο. 

19. Από την θέση σε ισχύ του Νόμου Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του 1998 στις 2 Οκτωβρίου 2000, τα δικαστήρια αναμένεται ότι θα μελετήσουν και θα καταστήσουν αποτελεσματική την πρωτογενή νομοθεσία κατά τρόπο σύμφωνο με τα δικαιώματα της Σύμβασης στο μέτρο του δυνατού. Ο Νόμος καθιστά παράνομη κάθε αντίθετη στη Σύμβαση πράξη δημόσιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από την πρωτογενή νομοθεσία, επιτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του κοινοδικαίου σε συμφωνία με τα δικαιώματα της Σύμβασης. Στην υπόθεση Douglas κατά Hello! Ltd ([2001] 1 WLR 992), ο Δικαστής απέδειξε ότι ήταν προετοιμασμένος για να αναγνωρίσει δικαστικά ότι το Αγγλικό δίκαιο προβλέπει ένα δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, αλλά αυτό ανατράπηκε από το Εφετείο. 

20. Ο Κανονισμός για τις αρμοδιότητες έρευνας του 2000 ( “ο Νόμος 2000”) προβλέπει διατάξεις, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση της επικοινωνιών. Ο Κανονισμός Τηλεπικοινωνιών (Νόμιμη Επιχειρηματική Πρακτική) του 2000 προβλεπόταν από το Νόμο 2000 και τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 2000. Ο Κανονισμός προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εργοδότες επιτρέπεται να καταγράφουν ή να παρακολουθούν τις επικοινωνίες των εργαζομένων (όπως το e-mail ή το τηλέφωνο) χωρίς τη συγκατάθεση είτε του εργαζομένου είτε του άλλου μέρους που συμμετέχει στην επικοινωνία. Οι εργοδότες απαιτείται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των εργαζομένων ότι οι επικοινωνίες τους ενδέχεται να παρακολουθούνται. 

B.  Συμβατική ευθύνη παραβίασης της πίστης και εμπιστοσύνης από τον εργοδότη

21.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Malik κατά  Bank of Credit and Commerce International SA [1997] IRLR 462 επιβεβαίωσε ότι, εκ του νόμο, σε κάθε σύμβαση εργασίας περιέχεται ένας γενικός όρος, ότι ο εργοδότης δεν θα «συμπεριφερθεί κατά τρόπο που ενέχει κίνδυνο να καταστρέψει ή να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στη σχέση εμπιστοσύνης και πίστης ανάμεσα σε εργοδότη κι εργαζόμενο». Στην υπόθεση  Malik, η Βουλή των Λόρδων ασχολήθηκε με την επιδίκαση της λεγόμενης «αποζημίωσης στιγματισμού», όταν ένας πρώην εργαζόμενος δεν μπορούσε να βρει εργασία λόγω της σχέσης του με έναν ανέντιμο προηγούμενο εργοδότη. Κατά τον υπολογισμό των ζημιών που θα μπορούσαν να επιδικαστούν για παραβίαση εμπιστοσύνης και πίστης, η Βουλή ασχολήθηκε μόνο με την καταβολή αποζημίωσης από την οικονομική ζημία λόγω της μειονεκτικής θέσης στην αγορά εργασίας. Ο Λόρδος Nicholls σημειώνει ρητά ότι «στην παρούσα υπόθεση δεν θα ασχοληθώ με την ηθική βλάβη, καθώς αφορά μόνον την οικονομική ζημία.»

22.  Για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του όρου πίστης και εμπιστοσύνης στην υπόθεση Malik, ο Λόρδος Steyn παραθέτει τα εξής:

“η επιβαλλόμενη αμοιβαία υποχρέωση πίστης και εμπιστοσύνης ισχύει μόνο όταν υπάρχει «μη εύλογη και κατάλληλη αιτία» για την συμπεριφορά του εργοδότη και τότε μόνο όταν η συμπεριφορά του έχει μελετηθεί ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει ανεπανόρθωτα την σχέση πίστης και εμπιστοσύνης. Αυτό περιγράφει το πιθανό αποτέλεσμα και το πεδίο εφαρμογής της επιβαλλόμενης υποχρέωσης.”

Γ.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος 

23.  Το παράπτωμα της παράβασης δημόσιου καθήκοντος υπάρχει όταν ο δημόσιος υπάλληλος είτε (α) ασκεί τις αρμοδιότητές του με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα ή (β) ενέργησε με γνώση ή με βαριά αμέλεια ότι η πράξη του είναι παράνομη και με γνώση ή με βαριά αμέλεια περί της πιθανότητας να προκληθεί βλάβη στον ενάγοντα ή σε μια ομάδα ανθρώπων στην οποία ανήκει ο ενάγων (Three Rivers D.C. κατά  Bank of England (No.3) (HL) [2000] WLR 1220).

Δ.  Νόμος Προστασίας Δεδομένων  1984

24.  Κατά το χρόνο υποβολής της προσφυγής από την προσφεύγουσα, ο Νόμος Προστασίας Δεδομένων 1984 ( “ο Νόμος 1984”) όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο επεξεργάζονται ή χρησιμοποιούν δεδομένα οι  άνθρωποι και οργανισμοί που τηρούσαν δεδομένων, οι «κατέχοντες τα δεδομένα». Προβλέπονταν συγκεκριμένα αγώγιμα μέσα σε άτομα, για την περίπτωση παραβίασης των προσωπικών δεδομένων τους. Ο Νόμος του 1984 έχει ήδη αντικατασταθεί από το Νόμο Προστασίας Δεδομένων 1998.

25.  Το κεφάλαιο 1 του Νόμου 1984 περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:

   “(2) 'Δεδομένα' είναι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί σε μορφότυπο ο οποίος μπορεί να υποβληθεί σε επεξεργασία με συσκευή η οποία λειτουργεί αυτοματοποιημένα, ακολουθώντας εντολές που δόθηκαν για αυτό το σκοπό.

 (3) 'Προσωπικά δεδομένα'  είναι τα δεδομένα που αποτελούνται από πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με ένα εν ζωή άτομο, το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί από αυτές τις πληροφορίες (ή από αυτές και από άλλες πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή του χρήστη των δεδομένων).

 (4) 'Υποκείμενο των δεδομένων' είναι ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων.

(5) 'Χρήστης των δεδομένων' είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατέχει δεδομένα. Ένα πρόσωπο «κατέχει» δεδομένα εάν - 

 (α) τα δεδομένα αποτελούν μέρος συλλογής δεδομένων που υποβάλλονται ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία  από το ίδιο πρόσωπο ή από άλλο πρόσωπο που λειτουργεί για λογαριασμό του κατά την παραπάνω υποπαράγραφο  (2) και 

(β) αυτό το πρόσωπο … ελέγχει το περιεχόμενο και τη χρήση των δεδομένων που αποτελούν την συλλογή και 

 (γ) τα δεδομένα είναι στη μορφή που υποβλήθηκαν ή πρόκειται να υποβληθούν σε επεξεργασία κατά την παράγραφο (α) …

 (7) 'Επεξεργασία'  όσον αφορά τα δεδομένα, είναι τροποποίηση, αποθήκευση, διαγραφή η επαναπροσδιορισμός των δεδομένων ή των εξαγόμενων πληροφοριών που αποτελούν τα δεδομένα και, στην περίπτωση των προσωπικών δεδομένων, είναι η διενέργεια αυτών των εργασιών με αναφορά στο υποκείμενο των δεδομένων.

 (9) 'Ανακοίνωση' όσον αφορά δεδομένα, περιλαμβάνει την ανακοίνωση των πληροφοριών που έχουν εξαχθεί από δεδομένα ...”

      26.  Οι  “αρχές προστασίας δεδομένων” που πρέπει να σέβονται οι κάτοχοι δεδομένων περιλαμβάνονταν στο πρώτο μέρος του σχήματος 1 του Νόμου ως εξής:

t

“1. Οι πληροφορίες που περιέχονται σε προσωπικά δεδομένα συλλέγονται, και τα δεδομένα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, θεμιτώς και νομίμως. 

2. Τα προσωπικά δεδομένα τηρούνται μόνο για έναν ή περισσότερους νόμιμους σκοπούς. 

4. Τα προσωπικά δεδομένα που τηρούνται για κάθε σκοπό πρέπει να είναι κατάλληλα, σχετικά και όχι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό αυτόν ή τους σκοπούς αυτούς.”

      27.  Το κεφάλαιο 23 του Νόμου 1984 προβλέπει δικαιώματα για αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περίπτωση της μη εξουσιοδοτημένης ανακοίνωσης προσωπικών δεδομένων:

“ (1) Ένα φυσικό πρόσωπο που είναι υποκείμενο δεδομένων τα οποία τηρούνται από έναν χρήστη δεδομένων … και το οποίο υφίσταται βλάβη λόγω:

 (γ) ... της ανακοίνωσης των δεδομένων ή της πρόσβασης σε αυτά τα δεδομένα χωρίς εξουσιοδότηση, 

Έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον χρήστη των δεδομένων … για την ζημιά και για την ηθική βλάβη που υπέστη το φυσικό πρόσωπο από την […] ανακοίνωση ή πρόσβαση..”


28.  Ο Νόμος 1984 επίσης θέσπισε τη θέση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος είχε καθήκον να προωθεί την τήρηση των αρχών προστασίας δεδομένων από τους χρήστες των δεδομένων. Στο κεφάλαιο 10 πρόβλεπε και την εξής ποινική παράβαση: 


   “(1)  Εάν ο Επίτροπος κρίνει ότι ένα υπεύθυνο πρόσωπο παραβίασε ή παραβιάζει κάποια από τις αρχές προστασίας δεδομένων του αποστέλλει εντολή («εντολή επιβολής») απαιτώντας να λάβει […] μέτρα για να συμμορφωθεί με την εκάστοτε αρχή ή αρχές.

 (2) Προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποστείλει την εντολή, ο Επίτροπος λαμβάνει υπόψη εάν η παραβίαση έχει προκαλέσει ή μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο ζημιά ή ηθική βλαβη.

...

(9) Κάθε πρόσωπο που δεν τηρεί την εντολή επιβολής είναι ένοχο ποινικού αδικήματος... “

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ 

I.  ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

29.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρακολούθηση που έγινε συνιστάς παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή και την αλληλογραφία της κατά την έννοια του Άρθρου 8, το οποίο έχει ως εξής:

The applicant alleged that the monitoring activity that took place amounted to an interference with her right to respect for private life and correspondence under Article 8, which reads as follows:

“1.  Καθένας έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση κρατικής αρχής στην ενάσκηση αυτού του δικαιώματος, εκτός από την περίπτωση που αυτό προβλέπεται από το νόμο και είναι αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία για τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την προστασία της δημόσιας τάξης και την αποτροπή του εγκλήματος,, για την προστασία της υγείας ή των ηθών ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

30.  Η Κυβέρνηση αρνείται αυτό τον ισχυρισμό. 

A.  Οι προτάσεις των μερών 

1. Η Κυβέρνηση 

31.  Η Κυβέρνηση αποδέχεται ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις πράξεις του οποίου το Κράτος είναι άμεσα υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση. 

32.  Μολονότι έγιναν κάποιες παρακολουθήσεις των τηλεφωνικών κλήσεων, των  e-mails και της πλοήγησης στο Διαδίκτυο πριν από το Νοέμβριο 1999, αυτό δεν επεκτάθηκε στο περιεχόμενο των τηλεφωνικών κλήσεων ή στην ανάλυση του περιεχομένου των ιστοσελίδων που επισκέφθηκε η προσφεύγουσα. Η παρακολούθηση έτσι δεν αφορούσε τίποτε περισσότερο από την ανάλυση των αυτομάτως παραγόμενων πληροφοριών που αποδεικνύουν εάν οι υποδομές του Κολλεγίου χρησιμοποιήθηκαν για ατομικούς σκοπούς, πράγμα που από μόνο του δεν συνιστά παραβίαση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας. Η υπόθεση P.G. και  J.H. κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44787/98, ΕΔΔΑ 2001, είναι διαφορετική διότι σε εκείνη την περίπτωση υπήρξε παρακολούθηση τηλεφωνικών κλήσεων. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπόθεση Halford κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 25 Ιουνίου 1997, Συλλογή αποφάσεων  1997III, στην οποία παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της προσφεύγουσας από ένα τηλέφωνο που είχε δοθεί για ιδιωτική χρήση και μάλιστα ο δικαστικός αγώνας εναντίον του εργοδότη της.  

33. Στη περίπτωση κατά την οποία η ανάλυση των καταγραφών της χρήσης τηλεφώνου, e-mail και Διαδικτύου κριθεί ότι αποτελούσαν παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ή της αλληλογραφίας της προσφεύγουσας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη. 

34.  Πρώτον, αποσκοπούσε στο νόμιμο σκοπό της  προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, διασφαλίζοντας ότι οι υποδομές που παρέχονται από τον δημόσιας χρηματοδότησης εργοδότη δεν αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης. Δεύτερον, η παρέβαση βασίζεται στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς το Κολλέγιο ως δημόσιο όργανο, διαθέτει αρμοδιότητες παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης καθώς και να πράττει οτιδήποτε κατάλληλο και αναγκαίο σε σχέση με αυτούς τους σκοπούς είχε την αρμοδιότητα να ασκεί εύλογο έλεγχο στις υποδομές ώστε να διασφαλίσει ότι με αυτές διεκπεραιώνονται οι καταστατικές του λειτουργίες. Ήτν εύλογα προβλέψιμο ότι οι υποδομές που παρέχονται από ένα νομικό πρόσωπο κρατικής χρηματοδότησης δεν μπορούν να χρησιμοποιούναται υπερβολικά για προσωπικούς σκοπούς και ότι το Κολλέγιο θα διεξήγαγε ανάλυση των καταγραφών για να ελέγξει εάν υπήρχε προσωπική χρήση που χρειαζόταν διερεύνηση. Σε σχέση με αυτό, η περίπτωση ήταν ανάλογη με την υπόθεση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 44647/98, ΕΔΔΑ 2003I.

35.  Τέλος, αυτές οι πράξεις ήταν αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία και ήταν αναλογικές, καθώς η παρέμβαση αφορούσε μόνο ό,τι ήταν απαραίτητο για να κριθεί εάν υπήρξε τέτοια υπερβολική χρήση υποδομών ώστε να χρειαστεί έρευνα.


2.  Η προσφεύγουσα

36.  Η προσφεύγουσα δεν δέχεται ότι δεν διαβάστηκαν τα  e-mails της και ότι δεν παρακολουθήθηκαν οι τηλεφωνικές κλήσεις της, αλλά ισχυρίζεται ότι, ακόμη κι αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως τα αναφέρει η Κυβέρνηση, είναι πρόδηλο ότι έγιναν ενέργειες παρακολούθησης που αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της. 

37.   Αναφέρθηκε σε νομοθεσία που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη παραβίαση, δηλαδήτον Κανονισμό περί Ερευνών του 2000, τον Κανονισμό Τηλεπικοινωνιών του 2000 (βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω), οι οποίοι ισχυρίζεται ότι αποτελούν ρητή αναγνώριση της  Κυβέρνησης ότι τέτοιες παρακολουθήσεις αποτελούν παρέμβαση κατά την έννοια του Άρθρου 8 και απαιτούν εξουσιοδότηση προκειμένου να είναι νόμιμες. Επειδή αυτοί οι νόμοι τέθηκαν σε ισχύ το 2000, η νομική βάση για αυτή την παρέμβαση ήρθε μετά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η παρέμβαση δεν είχε βάση στο εσωτερικό δίκαιο και ήταν εντελώς διαφορετική από την περίπτωση στην υπόθεση  Peck (βλ. παραπάνω παράγραφο 34) στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν ειδικώς εξουσιοδοτημένες από το νόμο να καταγράφουν εικόνες από γεγονότα που συνέβαιναν σε εκείνη την περιοχή. Σε αυτή την υπόθεση δεν υπήρχε τέτοια ρητή εξουσία του Κολλεγίου, για διενέργεια παρακολούθησης στους εργαζόμενούς του και οι νομοθετικές αρμοδιότητες δεν καθιστούσαν αυτή την παρακολούθηση εύλογα προβλέψιμη.  


38.   Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Κολλεγίου δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Υπήρχαν λογικές και λιγότερο παρεμβατικές μέθοδοι που θα μπορούσε  να είχε  χρησιμοποιήσει  το Κολλέγιο όπως η σύνταξη και δημοσίευση μιας “πολιτικής” σχετικά με την παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, Διαδικτύου και e-mail από τους εργαζόμενους. 

B.  Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου

39.  Το Δικαστήριο σημειώνει την παραδοχή της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είναι ένα δημόσιο όργανο για τις ενέργειες του οποίου είναι υπεύθυνη, κατά την έννοια της Σύμβασης. Έτσι, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα περί του αν εμπίπτει στο Άρθρο 8 σχετίζεται με τις αρνητικές υποχρεώσεις του Κράτους να μην παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή και την αλληλογραφία της προσφεύγουσας και ότι δεν ανακύπτει κάποιο χωριστό θέμα σχετικά με την κατοικία της ή την οικογενειακή της ζωή.

40.  Το Δικαστήριο περαιτέρω παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούν ως προς τη φύσυ της παρακολούθησης και την χρονική περίοδο που έλαβε χώρα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να υπεισέλθει σε αυτήν την διαφορά, καθώς υπάρχει ζήτημα, κατά την έννοια του Άρθρου 8, ακόμη και για τα γεγονότα όπως τα παραδέχεται η Κυβέρνηση.


1. Πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής


41.   Σύμφων με τη νομολογία του Δικασηρίου, οι τηλεφωνικές κλήσεις από επαγγελματικους χώρους εμπίπτουν, κατ' αρχήν, στις έννοιες της “ιδιωτικής ζωής” και της “αλληλογραφίας”, κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 1 (βλ. Halford, ό.π., § 44 και Amann κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. 27798/95, § 43, ΕΔΔΑ 2000II). Λογικά συνεπάγεται ότι κι τα  e-mails που αποστέλλονται από την δουλειά θα πρέπει όμοια να προστατεύονται από το Άρθρο 8, καθώς και οι πληροφορίες που προέρχονται από παρακολούθηση της προσωπικής χρήσης Διαδικτύου.

42.   Η προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση δεν είχε ειδοποιηθεί ότι οι κλήσεις της μπορούσαν να παρακολουθηθούν και γι' αυτό είχε μια εύλογη προσδοκία ιδιωτικότητας για τις κλήσεις που έκανε από το τηλέφωνο της εργασίας της (βλ. Halford, § 45). Η ίδια προσδοκία υπήρχε σε σχέση με το  e-mail και την χρήση του Διαδικτύου.

2. Περί του εάν υφίσταται στα δικαιώματα που εγγυάται το Άρθρο  8.

43.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η χρήση πληροφοριών που σχετίζονται με την ημέρα και την έκταση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ιδίως οι κληθέντες αριθμοί μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο του Άρθρου 8 καθώς αυτές οι πληροφορίες αποτελούν “αναπόσπαστο στοιχείο των τηλεφωνικών επικοινωνιών” (βλ.  Malone κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 2 Αυγούστου 1984, Συλλογή A αρ. 82, § 84). Το γεγονός ότι αυτά τα δεδομένα έχουν ληφθεί νομίμως από το Κολλέγιο, ως λογαριασμοί τηλεφώνου, δεν αποκλείει την κρίση περί μιας παρέμβασης στα δικαιώματα που προστατεύονται από το Άρθρο 8 (ό.π.). Επιπλέον, η αποθήκευση προσωπικών δεδομένων που σχετίζονται με την ιδιωτική ζωή ενός φυσικού προσώπου εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου  8 § 1 (βλ.  Amann, ό.π., § 65). Έτσι, είναι άσχετο το γεγονός ότι τα δεδομένα που κατείχε το κολλέγιο δεν ανακοινώθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της προσφεύγουσας σε πειθαρχικές ή άλλες διαδικασίες.

44.  Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η συλλογή και αποθήκευση των προσωπικών πληροφοριών που αφορούν το τηλέφωνο, το e-mail και την χρήση του Διαδικτύου εκ μέρους της προσφεύγουσας, εν αγνοία της, αποτελούν παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της αλληλογραφίας της κατά την έννοια του Άρθρου 8.


3.Περί του εάν η παρέμβαση ήταν « σύμφωνη με το νόμο ».


45.  Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι ο όρος “σύμφωνα με το νόμο” εννοεί – κι αυτό προκύπτει από το αντικείμενο και τον σκοπό του Άρθρου 8- ότι θα πρέπει να είναι ένα μέτρο νομικής προστασίας το εσωτερικού δικαίου εναντίον της αυθαίρετης παρέμβασης κρατικών αρχών επί των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Άρθρο  8 § 1. Αυτό ισχύει περισσότερο για θέματα όπως η εν θέματι παρακολούθηση , ενόψει της έλλειψης δημόσιας φροντίδας και λόγω του κινδύνου κατάχρησης εξουσίας  (βλ. Halford, cited above, § 49).


46.  Ο όρος αυτός επιβάλλει όχι απλώς συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, αλλά σχετίζεται και με την ποιότητα αυτού του δικαίου, επιβάλλοντας την συμβατότητά του με το Κράτος Δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, Khan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12 Μάη  2000, Συλλογή αποφάσεων  2000-V, § 26. P.G. και J.H. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π, § 44). Προκειμένου να συντρέχει η προϋπόθεση της προβλεψιμότητας, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς σαφής με την έννοια του να δίνει στα άτομα επαρκή στοιχεία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τους όρους κατά τους οποίους οι αρχές εξουσιοδοτούνται να λάβουν τέτοια μέτρα (βλ. Halford, ό.π., § 49 και Malone, ό.π., § 67).

47.  Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι το Κολλέγιο είχε εξουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να πράττει οτιδήποτε ήταν κατάλληλο και απαραίτητο για τους σκοπούς της παροχής μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης, και κρίνει το επιχείρημα μη πειστικό. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι υπήρχαν στον κρίσιμο χρόνο διατάξεις, είτε στο γενικό εσωτερικό δίκαιο είτε στις διοικητικές διατάξεις του Κολλεγίου, στις οποίες να αναφέρονται οι περιστ΄σεις υπό τις οποίες οι εργοδότες θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν την χρήση του τηλεφώνου, του e-mail ή του Διαδικτύου  των εργαζομένων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι οι Κανονισμοί Τηλεπικοινωνιών 2000 που περιέχουν τέτοιες διατάξεις, δεν είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο. 

48.  Συνακόλουθα, καθώς δεν υπήρχε εσωτερικό δίκαιο  κατά τον κρίσιμο χρόνο, η παρέμβαση σε αυτή την υπόθεση δεν ήταν “σύμφωνη με το  νόμο”, όπως απαιτείται από το Άρθρο 8 § 2 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί ότι η παρακολούθηση της χρήσης τηλεφώνου, e-mail ή Διαδικτύου στο χώρο της εργασίας, από έναν εργοδότη, μπορεί να κριθεί “αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία” σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ενόψει ενός νόμιμου στόχου. Πάντως, όσον αφορά το παραπάνω συμπέρασμα, δεν είναι απαραίτητο να εξετατεί αυτο το θέμα στην παρούσα υπόθεση.

49.  Γι' αυτό υπάρχει παραβίαση του Άρθου 8 


II. ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ



50.  Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε στη διάθεσή της αποτελεσματικό ένδικο μέσο εσωτερικού δικαίου για την παραβίαση του Άρθρου 8 και ότι, λόγω αυτού, είχε παραβιαστεί επίσης το άρθρο 13 που προβλέπει τα εξής:


“Καθένας του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από την Σύμβαση παραβιάζονται θα έχει ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο ενώπιον μιας εθνικής αρχής, ανεξάρτητα από το εάν η παραβίαση έγινε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό την δημόσια ιδιότητά τους.”


51.  Δεδομένης της κρίσης για το Άρθρο 8 (βλ. παράγραφο  48 παραπάνω), το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το παράπονο της προσφεύγουσας όσον αφορά το Άρθρο 13.


III.  ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ


52.  Το Άρθρο 41 της Σύμβασης αναφέρει:


“Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι συνέβη παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και ότι το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνο εν μέρει αποκατάστση, το Δικαστήριο, εάν είναι απαραίτητο, θα επιδικάσει δίκαιη αποζημίωση στο θιγόμενο μέρος.”

A.  Ζημία

53.  Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται αξίωση για χρηματική ζημια αλλά, χωρίς να προσδιορίζει ποσό, ζητά αποζημίωση για άγχος,  στεναχώρια  κακή διάθεση και  αϋπνία. Προσκομίζει ιατρική γνωμάτευση του Ιουνίου 2006 όπου αναγράφεται ότι έχει υποφέρει από άγχος και έλλειψη ύπνου, λόγω του περιβάλλοντος της εργασίας της. 

54.  Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η γνωμάτευση που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι το άγχος οφείλεται στα περιστατικά που αναφέρονται στην προσφυγή της. Περαιτέρω, καθώς το Δικαστήριο έχει δικάσει έναν αριθμό υποθέσεων που αφορούν προσφυγές για παρακολούθηση επικοινωνιών υπόπτων από την αστυνομία, κατά τη γνώμη τους, μια απόφαση περί παραβίασης θα αποτελούσε από μόνη της επαρκή ικανοποίηση (βλ. Taylor-Sabori κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 47114/99, § 28, 22 Οκτωβρίου 2002, Hewitson κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 50015/99, § 25, 27 Μάη 2003 και Chalkley κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 63831/00, § 32, 12 Ιούνη 2003). Επιπλέον, καθώς η ισχυριζόμενη συμπεριφορά συνιστούσε παρακολούθηση και όχι καταγραφή, η φύση αυτής της παρέμβασης ήταν σημαντικά κατώτερης σοβαρότητας σε σχέση με τις παραπάνω υποθέσεις. 

55.  Το Δικαστήριο σημειώνει τις παραπάνω υποθέσεις που παραθέτει η Κυβέρνηση αλλά θυμίζει επίσης και την  Halford (ό.π., § 76) που αφορούσε τν παρακολούθηση των ιδιωτικών τηλεφωνικών κλήσεων ενός εργαζόμενου από τον εργοδότη του και επιδικάστηκαν 10,000 λίρες για την ηθική βλάβη.  Αξιολογώντας σε ίση βάση την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιδικάζει στην προσφεύγουσα 3.000 ευρώ για την ηθική βλάβη. 


B.  Δαπάνες και έξοδα


56.  Η προσφεύγουσα αξιώνει δικαστικές δαπάνες και έξοδα συνολικά 9,363 λιρών συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. Αυτό περιλαμβάνει έξοδα δικηγορου και ασκούμενου δικηγόρου  7,171.62, εκταμιεύσεις λιρών 1,556.88 και τα υπόλοιπα αναμενόμενα μελλοντικά έξοδα. 

57.   Η Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η χρονοχρέωση των δικηγόρων κατά το χρόνο της υπόθεσης ήταν υπερβολικά. Επιπλέον, η αρχική προσφυγή περιλάμβανε έναν αριθμό ισχυρισμών που κρίθηκαν απαράδεκτοι από το Δικαστήριο και γι' αυτό δεν θα πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη. Κατά την κρίση της Κυβέρνσης το σύνολο των 2.000 λιρών θα καλύψει ικανοποιητικά τις δαπάνες και τα έξοδα. 

58.  Το Δικαστήριο, κατά την νομολογία του, επιδικάζει δαπάνες και έξοδα στο μέτρο που συνδέονται με κριθείσες παραβιάσει και στο μέτρο που ήταν πραγματικές και αναγκαίες και εύλογου ποσού (βλ. μεταξύ άλλων , Schouten και Meldrum κατά Ολλανδίας, απόφαση της 9 Δεκέμβρη 1994, Συλλογή A αρ. 304, σελ. 28-29, § 78 και Lorsé και  άλλοι κατά Ολλανδίας, αρ. 52750/99, § 103, 4 Φεβρουαρίου 2003). Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, επιδικάζει το ποσό των 6.000 ευρώ για δικαστικές δαπάνες και έξδα  πλέον ΦΠΑ. 

C.  Νόμιμο επιτόκιο

59.  


Το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο ότι το νόμιμο επιτόκιο θα πρέπει να βασιστεί στο κυμαινόμενο επιτόλιο της Ευρωπαϊκής Κεντικής Τράπεζας, στο οποίο θα πρέπει να προστεθούν τρεις ποσοστιαίες μονάδες.



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΜΟΦΩΝΑ


1.   Κρίνει   ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 8  της Σύμβασης 


2.   Κρίνει  ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί η υπόθεση υπό το φως του Άρθρου 13 της Σύμβασης.


3.   Κρίνει

(a)  ότι το καθού Κράτος πρέπει να καταβάλλει στην προσφεύγουσα, στο πλαίσιο τριών μηνών ααπό τη ημερομηνία κατά την οποία θα καταστεί η απόφαση οριστική σύμφων με το άρθρο 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά, κατόπιν μετατροπής σε λίρες με την ισοτιμία που θα ισχύει κατά το χρόνο καταβολής:

(i) EUR 3,000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά την ηθική βλάβη.

(ii) EUR 6,000 (έξι χιλιάδες ευρώ) όσον αφορά δαπάνες κι έξοδα


(iii) τους αναλογούντες φόρους στα παραπάνω ποσά.


(b)  tμετά την παρέλεση των προαναφερόμενων τριών μηνών μέχρι την εξόφληση, καταβάλλεται τόκος σύμφωνος με το κυμαινόμενο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο της τρέχουσας περιόδου, προσαυξημένο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.  Απορρίπτει  το υπόλοιπο αίτημα για δίκαιη ικανοποίηση.

Εγένετο στα Αγγλικά και κοινοποιήθηκε γραπτώς στις 3 Απριλίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 του Κανονισμού του Δικαστηρίου.


T.L. Early Josep Casadevall
Γραμματέας Πρόεδρος






Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

Υπέρ της Λέσχης Bilderberg

Όσο θεμιτή κι ευκταία είναι η αρχή της διαφάνειας στις νομοθετικές διαδικασίες και στα αποφασιστικά όργανα, άλλο τόσο θεμιτός και χρήσιμος είναι ο θεσμός του lobbying για την προεργασία που οδηγεί στις δημόσιες αντιπαραθέσεις και στις σταθμίσεις συμφερόντων και δικαιωμάτων. 

Οι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί έχουν υποχρεώσεις λογοδοσίας, πόθεν έσχες και διαφανούς λήψης αποφάσεων, προκειμένου το εκλογικό σώμα αλλά και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί να είναι σε θέση να διαδραματίσουν το ρόλο τους. Ταυτόχρονα, υπάρχει ένα πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να ενημερώνονται με ανεπίσημο τρόπο για τις τάσεις και τα διανύσματα που αναπτύσσονται όχι μόνο μέσα στην κοινωνία, αλλά και μέσα στις άλλες, παράλληλες με την πολιτική, εξουσίες: τον επιχειρηματικό κόσμο, τον χώρο των μέσων ενημέρωσης, την περιοχή της παραγωγής σκέψης, φιλοσοφίας και συνειδήσεων. Αν δεν ενημερώνονται για αυτά, τότε η δουλειά τους θα είναι μισή. 

Είναι ηθικισμός και λαϊκισμός να επιμένουμε ότι οι πολιτικοί μπορούν να είναι αποτελεσματικοί λειτουργώντας μόνο υπό το φως της δημοσιότητας. Χρειάζονται ισόρροπες δόσεις δημοσιότητας - ιδιωτικότητας (καλύτερα: μυστικότητας) προκειμένου να είναι σε θέση να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Μην ξεχνάμε ότι οι πολιτικοί είναι εντολοδόχοι της γενικής βούλησης και όχι απλά φυσικά πρόσωπα. 

Το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει ότι ακόμα και σε διεθνείς συνθήκες επιτρέπεται να υπάρχουν μυστικά άρθρα, προβλέποντας βέβαια τις σχετικές ασφαλιστικές δικλείδες για να μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια εξαίρεση σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. 

Το αν οι πολιτικοί είναι σε θέση να τηρήσουν τις επιβαλλόμενες ισορροπίες που συνεπάγεται η δημοκρατία ανάμεσα σε διαφάνεια και αποτελεσματικότητα είναι ένα δικό τους ζήτημα, όπως και ότι το θεμιτό lobbying είναι σίγουρα μια εξαίρεση στο πολίτευμα αυτό. Είναι όμως μια ασυνέχεια ενταγμένη σε ένα ισόρροπο σύστημα, όπως λ.χ. η προστασία προσωπικών δεδομένων συνυπάρχει με τις υποχρεώσεις λογοδοσίας και για τον απλό ακόμη πολίτη. 

Οπότε το δίλημμα στην πραγματικότητα είναι: ανούσια διαφάνεια και κατάργηση του lobbying ή διαφάνεια στα θεσμικά και αποτελεσματικότητα που υπηρετείται από έναν θεμιτό πραγματισμό πολιτικής ειλικρίνειας; 

H Λέσχη Bilderberg είναι  ένα think tank, από τα χιλιάδες που υπάρχουν παγκοσμίως, χωρίς καμία υποχρέωση διαφάνειας προς το κοινό. Δεν είναι ΜΚΟ, δεν είναι διακυβερνητική διάσκεψη (G20) για να λαμβάνονται δεσμευτικές αποφάσεις. Οπότε μόνο η δέσμευση μυστικότητας για τους συμμετέχοντες και η διασφάλισή της για όσους θα ήθελαν να μπουν σε αυτήν απρόσκλητοι είναι απολύτως θεμιτή και εύλογη και δεν υπάρχει κανένα θέμα, ούτε πολιτικό, ούτε ηθικό. 

Εκεί που πρέπει να γίνει θέμα είναι λ.χ. να συνεδριάζει δημόσια το Συμβούλιο της ΕΕ όταν νομοθετεί, διότι εκεί ασκούνται δημόσιες αρμοδιότητες. Με αυτά όμως δεν ασχολούνται και πολλοί, επειδή δεν υπάρχει η συνωμοσιολογία όπως στην Bilderberg. 

Ο πολιτικός αντίλογος θα σήμαινε μια δημιουργία ενός αντίστοιχου διεθνούς think tank κοινωνικού ελέγχου της πολιτικής, όπου θα συγκεντρώνονται οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και οι ενεργοί πολίτες. Αυτό είναι κάτι που λείπει.

Αθώωση εικαστικού για κινούμενο σχέδιο με κάψιμο εκκλησίας

Στις 17.5.2024 εκπροσώπησα ως δικηγόρος τον εικαστικό Γιώργο Μικάλεφ στο Η' Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στο οποίο είχε παραπεμφθε...