Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντωνης Λιακος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντωνης Λιακος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

(ενα ξεχωριστο κειμενο που βαζει τα πραγματα στη θεση τους)Μια κουρασμένη επανάσταση Αντώνης Λιάκος/αναδημοσιευση απο τον Χρονο

Μια κουρασμένη επανάσταση

Αντώνης Λιάκος

Στην Κούβα, τρεις μήνες μετά τον θάνατο του Φιντέλ Κάστρο
Δεν υπάρχει μελαγχολία στην Κούβα μετά τον θάνατο του Φιντέλ, ούτε κάτι αντίστοιχο της post-socialist κατάθλιψης στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1989. Γιατί «1989» κουβανικό δεν υπήρξε και ενδεχομένως δε θα υπάρξει. Δε λέγαμε παλιά ότι υπάρχουν ενδεχομένως πολλοί δρόμοι μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και πως η Κούβα ήταν μια διακριτή περίπτωση; Τώρα, πράγματι, υπάρχουν πολλοί δρόμοι μετάβασης από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. 
Ρυθμός και έξαψη
Καμιά μελαγχολία γιατί υπάρχει το αντίδοτο: η μουσική και η σεξουαλικότητα. Στην Αβάνα, η μουσική σε συνοδεύει παντού, είναι σαν τα κύματα της θάλασσας που τα διασχίζεις περνώντας από τη μια πλατεία στην άλλη, από το ένα σοκάκι στο επόμενο, από τη μια αυλή στην άλλη. Μια μείξη ρυθμών και ήχων από τη δυτική Αφρική και την Ισπανία, με την ισχυρή παρουσία του αφροκουβανικού στοιχείου που φοράει τον ρυθμό κατάσαρκα. Tο μπολερό, η ρούμπα, το τσατσατσά, το μάμπο, η τζαζ συγκροτούν ένα ηχητικό σύμπαν στο οποίο ο ερωτικός στεναγμός και οι φωνές διαμαρτυρίας γίνονται ένα ρυθμικό συνεχές που ταυτόχρονα σε ωθεί και σε συγκρατεί, διατηρώντας την έξαψη χωρίς να την αφήνει να ξεδώσει, αλλά και χωρίς να την αφήνει να σβήσει. Και η σεξουαλικότητα. Επιδεικτική, διάχυτη, ρέουσα και ρευστή, ανάμεσα σε σφριγηλά αλλά και ώριμα σώματα, θηλυκά και ανδρικά, σε όλες τις εκδοχές. Η αναφορά στη σεξουαλικότητα δεν είναι κάτι δευτερεύον. Είναι η πρώτη εντύπωση από τα κορίτσια αστυνομικούς που ελέγχουν τα διαβατήρια μόλις προσγειωθείς, είναι οι καθημερινές εικόνες σεξουαλικής απενοχοποίησης στον δρόμο, είναι ακόμη οι φωτογραφίες των ηγετών, του Φιντελ, του Τσε, του Σιενφουέγος, και των άλλων ωραίων ανδρών, με χαλαρή εμφάνιση και αρρενωπή ελκυστικότητα. Είναι αδύνατο να καταλάβεις τη γοητεία που άσκησε η κουβανική επανάσταση χωρίς αυτούς τους τύπους με το πούρο στο στόμα να διασχίζουν τη ζούγκλα ή να παίζουν γκολφ με στολές εκστρατείας, χωρίς αυτές τις εικόνες των επαναστατών με αιτία που ανταποκρίνονται σ’ εκείνες του «Επαναστάτη χωρίς αιτία», του φιλμ του Nicholas Ray το 1955 που ανέδειξε τον James Dean στον ομώνυμο ρόλο και τον μετέτρεψε σε σύμβολο μιας γενιάς, ακριβώς της γενιάς του Φιντέλ στην πιο σκληρή εποχή του ψυχρού πολέμου. Το φιλμ γυρίστηκε την ίδια χρονιά που ο Κάστρο έβγαινε από τη φυλακή του Μπατίστα, του διεφθαρμένου δικτάτορα της Κούβας. Η κουβανική επανάσταση ήταν η αρχή των long sixties. Οι φωτογραφίες του Burt Glinn, των πρώτων ημερών της επανάστασης, δημοσιευμένες στο Life, στο Time και στους New York Times και από εκεί around the world, την ανέδειξαν, ταυτόχρονα με το φωτορεπορτάζ, και ως επανάσταση του στιλ. Αν αποσπάσεις την κουβανική επανάσταση από αυτό το πλαίσιο, που έχει χαρακτηριστικά μιας γενεακής εξέγερσης απέναντι στους παγιωμένους νικητές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, αν την αποσπάσεις από την αισθητική της, δεν έχεις καταλάβει τίποτα. Μένεις μόνο με τις εμμονές, που εκφράστηκαν στα ελληνικά αλλά και τα διεθνή ΜΜΕ και στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης μετά τον θάνατο του Κάστρο τον περασμένο Νοέμβριο: Ο κόσμος απαλλάχτηκε από έναν απαίσιο δικτάτορα που κατάργησε τον φιλελευθερισμό στην Κούβα. Υστερία εναντίον ιστορίας, pas du tout la première fois! Γιατί εξάλλου η πορεία της επανάστασης δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. Ο Μπατίστα κατέρρευσε με τη συναίνεση και των παλιών κουβανέζικων ελίτ. Θα πρέπει να γνωρίζει κανείς, πριν από τελεσίδικες κρίσεις, ότι η Κούβα είχε πίσω της μια ιστορία 500 χρόνων. Ήταν μία από τις πρώτες αποικίες των Ισπανών και είχε αποκτήσει ένα καθεστώς δουλοκτησίας μεγάλων φυτειών, στις οποίες οι ιθαγενείς που πέθαιναν ή αυτοκτονούσαν από απελπισία αντικαταστάθηκαν με σκλάβους από την Αφρική. Αυτό το καθεστώς του μαστίγιου ανέτρεψε ο Κάστρο, και η αντίδραση των Αμερικάνων τον οδήγησε στην αγκαλιά του μόνου αντιστηρίγματος που υπήρχε την εποχή εκείνη, δηλαδή της ΕΣΣΔ. Η σοβιετοποίηση της Κούβας, που ποτέ δεν ήταν πλήρης, ακολούθησε, δεν υπήρχε στις προθέσεις της παρέας που εισήλθε θριαμβικά στην Αβάνα την Πρωτοχρονιά του 1959 και έγινε δεκτή από έξαλλα πλήθη. Ήταν αποτέλεσμα μιας κλιμάκωσης έντασης ανάμεσα στην Κούβα και στις ΗΠΑ, καθόλου προδιαγεγραμμένη.

Κομμουνισμός και φτώχεια
Οι πρώτες εικόνες της Αβάνας, όταν φτάνεις, είναι ότι βυθίζεσαι σε μια ιστορία δεκαετιών πριν από την εποχή μας. Μια εικόνα που δεν προέρχεται μόνο από τις γραφικές λιμουζίνες του ’50 –που χρησιμοποιούνται κυρίως ως ταξί– αλλά και από τους σκοτεινούς μα πολυπληθείς δρόμους –στους οποίους τρέχει η παλιά σεβρολέτα αναπηδώντας κάθε τόσο στις λακούβες–, από τα μίζερα μαγαζάκια με τις έρημες βιτρίνες και τις σιδεριές –που αφήνουν μόλις ένα άνοιγμα για τις δοσοληψίες–, από το λιγοστό νερό στις βρύσες, από τον χαμηλό φωτισμό στο δωμάτιο, από την όψη των ρημαγμένων σπιτιών όπου φωλιάζει ένα μελίσσι από παιδόπουλα, από τους μισόγυμνους σκελετωμένους γέρους και γριές με το πούρο στα σκαλοπάτια της εξώπορτας, από τις οσμές και τη σκόνη. ΟΚ, that’s communism, μουρμούριζε με απέχθεια ένας πλαδαρός Αμερικάνος τουρίστας. OK, αυτή είναι η Καραϊβική, αυτή είναι η Λατινική Αμερική, θα μπορούσε να του απαντήσει κάποιος. Αν γνωρίζεις τις φαβέλες της Βραζιλίας, τις γειτονιές της πόλης του Μεξικού και της Οαχάκα, αν έχεις διατρέξει με λεωφορείο την απόσταση από το Κούσκο του Περού ως τη Λα Πάζ στη Βολιβία, αν συνειδητοποιείς ότι η Κούβα βρίσκεται δίπλα στην Αϊτή και στην Τζαμάικα, χώρες σε μόνιμη ανθρωπιστική κρίση, δε θα είσαι τόσο κατηγορηματικός στις επικρίσεις σου. Ενδεχομένως θα ξανασκεφτείς τη γνώμη του Braudel για τον καταναγκαστικό ρόλο της longue durée, της μακράς διάρκειας και των γεωγραφικών προσδιορισμών πάνω στην τρέχουσα ιστορία. Το ερώτημα επομένως θα μπορούσε να είναι αν μια επανάσταση είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη προκειμένου μια χώρα να ξεφύγει από τους ιστορικούς και γεωγραφικούς καταναγκασμούς. Ένα ερώτημα που έχει νόημα, αλλά post-factum·γιατί οι επαναστάσεις θέλουν να γράψουν την ιστορία από την αρχή.
Για να βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τη σημερινή Κούβα, χαράζοντας μια καμπύλη από την επανάσταση στο σήμερα, χωρίς τη μεγάλη κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’90. Η Κούβα απομονώθηκε από τους Αμερικανούς με εμπάργκο στη δεκαετία του ’60, και η μόνη οικονομική της διέξοδος να πουλήσει ζάχαρη και να εισαγάγει καύσιμα και βιομηχανικά προϊόντα ήταν η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχές της χώρες. Βαρύ γι’ αυτό το απομονωμένο νησί με τη σχεδόν μονοκαλλιέργεια ζαχαροκάλαμου. Η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων το 1961, η κρίση των πυραύλων που έκανε τον κόσμο να κρατάει την αναπνοή του μπροστά στην πυρηνική καταστροφή το 1962, ο βιολογικός πόλεμος, τα σαμποτάζ, οι αλλεπάλληλες απόπειρες δολοφονίας τα επόμενα χρόνια, δεν είχαν τις καταλυτικές συνέπειες της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ το 1989-1991, που άφησε το νησί σε μια κατάσταση μεγάλης αποστέρησης. Ποιος ν’ αγοράσει τη ζάχαρη, και από πού να αγοράσει πετρέλαιο; Κρίση, όχι όπως αυτή που περνάμε εδώ από το 2010, αλλά κρίση που προκάλεσε εκτεταμένη πείνα. Ναι πείνα που δεν μετατράπηκε σε λιμό και δεν έγινε γνωστή στο εξωτερικό, γιατί το καθεστώς επιβάλλοντας δελτίο απέφυγε τους μαζικούς θανάτους. Οι Κουβανοί όμως υποβλήθηκαν σε αναγκαστική δίαιτα –κατά μέσον όρο έχασε ο καθένας 8 κιλά, σύμφωνα με μια λογοτεχνική μαρτυρία. Στα σπίτια της πρώην μεσαίας και ανώτερης τάξης πούλησαν ότι είχαν και δεν είχαν, και το ένα πέμπτο του πληθυσμού, ιδίως οι νεότεροι και οι πιο μορφωμένοι, μετανάστευσε στο εξωτερικό, ενώ καινούργια εξαθλιωμένα στρώματα κατέκλυσαν τις πόλεις από την αγροτική ενδοχώρα. Μια κρίση για την οποία δεν πολυμιλάνε στην Κούβα, της οποίας όμως η λογοτεχνία αποτελεί έξοχο παράδειγμα, όπως το ξεπούλημα μιας βιβλιοθήκης στο μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη (μτφρ. Κ. Αθανασίου, Καστανιώτης 2005). Μια κρίση που αντιμετωπίζουν με αξιοπρέπεια και με κάποια ενοχή ακόμη και εκείνοι οι Κουβάνοι που έφυγαν. Πριν το ταξίδι, αναζήτησα έναν παλιό μου φίλο αρχιτέκτονα, κάποτε διευθυντή στο Ιστορικό Μουσείο της Αβάνας. «Δε μένω πια στην Αβάνα», μου απάντησε. «Δεν έχω καταλάβει πώς έχω βρεθεί παγιδευμένος σ’ αυτή την τρελή πόλη στο Καράκας (Βενεζουέλα). Ερωτεύτηκα κι ακολούθησα μια γυναίκα, πριν από 25 χρόνια». Πριν 25 χρόνια ήταν η αποκορύφωση της κρίσης και της φυγής των Κουβάνων προς όλες τις κατευθύνσεις.

Διπλό νόμισμα-διπλή κοινωνία
Η κρίση της δεκαετίας του ’90 κράτησε και το δελτίο ισχύει ακόμη. Η Κούβα όμως αρχίζει να συνέρχεται. Είναι δύσκολο να μιλήσεις στην Καραϊβική, όπως και στην υπόλοιπη Κεντρική Αμερική, για άλλου τύπου ανάπτυξη εκτός του τουρισμού. Οι συμφωνίες ελευθέρου εμπορίου έχουν καταστρέψει τη γεωργική παραγωγή. Το μόνο αγροτικό προϊόν που έχει ακόμη τιμή στην αγορά είναι η πρώτη ύλη για τα ναρκωτικά, γι’ αυτό και το narcotraffic στην Κολομβία και στις όμορες χώρες αποτελεί όψη της λαϊκής οικονομίας και όχι απλώς παράνομη δραστηριότητα. Πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας και υποδομές για βιομηχανία ανύπαρκτες. Τι μένει; Ο τουρισμός, πρωτίστως από τη Βόρεια Αμερική. Μπορεί να είναι αναπτυξιακός; Οι Κουβάνοι φαίνεται να έχουν επιλέξει ένα δρόμο διαφορετικό από τη χερσόνησο του Yucatan, το Belize και τα νησιά Barbados, όπου γιγαντιαία διεθνή ξενοδοχεία έχουν δημιουργήσει τεράστιες κλειστές επικράτειες μονοπωλώντας τις ακτές και επιβάλλοντας καθεστώς νεο-αποικιακού τύπου. Δίπλα στον τουρισμό μέσω ξενοδοχείων, που είναι πανάκριβα, στην Κούβα ανακάλυψαν τα BnB πριν από την Ευρώπη. Η κυβέρνηση έδωσε την άδεια και τη δυνατότητα στις οικογένειες να διαθέσουν το σπίτι τους για φιλοξενία τουριστών με ενοίκιο, πράγμα που έχει λειτουργήσει θαυμάσια έως τώρα. Πάρα πολλές οικογένειες διαθέτουν υπηρεσίες φιλοξενίας και με τα έσοδα βελτιώνουν τα σπίτια και τις πολυκατοικίες που μένουν. Μπορείς να μείνεις επομένως με γύρω στα 30 ευρώ τη βραδιά, με θαυμάσιο πρωινό σε φιλικό περιβάλλον, που περιλαμβάνει μεταφορά στο αεροδρόμιο και ακόμη μικρές ημερήσιες εκδρομές. Δίπλα στα BNB υπάρχουν και τα paladar, δηλαδή η δυνατότητα στους ιδιοκτήτες ενός σπιτιού να φιλοξενήσουν μια δυο παρέες, ετοιμάζοντάς τους σπιτικό φαγητό, στη ζεστή ατμόσφαιρα ενός σαλονιού, στην εσωτερική αυλή ή στην ταράτσα τους. Αυτή η διάχυση των τουριστικών πόρων στον πληθυσμό, μέσω της διασποράς των τουριστικών δραστηριοτήτων, είναι ζωτική για την κοινωνία, κυρίως της Αβάνας και των άλλων ιστορικών πόλεων της Κούβας. 
Για να λειτουργήσει όμως ο τουρισμός ως εισροή συναλλάγματος που μένει στη χώρα και δεν φεύγει, στην Κούβα έχει εισαχθεί το διπλό νόμισμα. Η Κούβα πουλάει τις τουριστικές της υπηρεσίες αρκετά ακριβά. Σε άλλο νόμισμα συναλλάσσεται ο πληθυσμός, σε διαφορετικό οι τουρίστες. Το τουριστικό νόμισμα μάλιστα είναι ακριβό, μια μονάδα, ένα CUC (Peso convertibile cubano), αντιστοιχεί περίπου σε ένα ευρώ. Για τη διαμονή τους, στα εστιατόρια και στα μπαρ, στα τουριστικά μαγαζιά και για τη μετακίνησή τους, οι τουρίστες συναλλάσσονται μόνο σε CUC, τα οποία αλλάζουν στο αεροδρόμιο, στις τράπεζες ή στα μεγάλα ξενοδοχεία. Το διπλό νόμισμα είναι μια έξυπνη λύση σε σχέση με τις άλλες χώρες τις Λατινικής Αμερικής, όπου οι μεν τιμές είναι εξευτελιστικές, οι αξιόπιστες υπηρεσίες όμως προσφέρονται μόνο σε δολάρια που πληρώνονται κατευθείαν στο εξωτερικό. Αναγκαία μεν λύση προκειμένου να υπάρχει διασπορά του τουριστικού εισοδήματος στον πληθυσμό, δημιουργεί όμως μια διπλή κοινωνία. Αν ο μισθός ενός δάσκαλου, ενός γιατρού ή κι ενός καθηγητή πανεπιστημίου είναι μικρότερος από όσα πληρώνει ένας τουρίστας σε CUC για μια βραδιά ή για ένα δείπνο, τότε σημαίνει ότι δημιουργείται μια παράλληλη κοινωνία που ζει πολύ καλύτερα, γιατί έχει έσοδα στο ακριβό νόμισμα και έξοδα στο φτηνό. Αυτή η κοινωνία είναι και εδαφικά διαχωρισμένη. Η Habana Vieja, δηλαδή το ιστορικό κέντρο της πόλης, καθώς επίσης και τα ιστορικά κέντρα του Cienfuegos, του Trinidad του Santiago και άλλων πόλεων είναι κατειλημμένα από τουρίστες, ενώ η υπόλοιπη πόλη, πιο φτωχή, από τον ντόπιο πληθυσμό που ζει με τα δικά του πολύ χαμηλά εισοδήματα. Διηγούνται ένα ανέκδοτο στην Κούβα, για τον νευροχειρουργό που ονειρεύεται μια μέρα να αποκτήσει μια λιμουζίνα του ’50 και να γίνει ταξιτζής για τουρίστες. Διπλό νόμισμα σημαίνει διπλή κοινωνία. 
Μια πόλη 500 χρόνων
Η Αβάνα είναι μια από τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου, με ένα μέτωπο οκτώ χιλιομέτρων στη θάλασσα, την περίφημη Malecόn, όπου τα βράδια θα δεις την ανθρωπογεωγραφία της Αβάνας που κατεβαίνει να δροσιστεί, να ρεμβάσει και να ερωτευτεί. Μια κοσμοπολίτικη πόλη με τα μεγάλα ξενοδοχεία απ’ όπου πέρασαν οι δόξες του σινεμά του ’50 και διατηρούν κάτι από την ατμόσφαιρα της εποχής. Με τη νέα περιοχή με την απέραντη πλατεία της επανάστασης και τις μεγάλες λεωφόρους, από τις οποίες η Πέμπτη Λεωφόρος είναι των πρεσβειών και των ξένων. Το διαμάντι όμως είναι η παλιά Αβάνα, η Habana vieja. Η αίσθηση της παρελθοντικότητας αρχίζει από τα οχυρά που προστάτευαν το παλιό εσωτερικό λιμάνι, εκείνο που ήταν η αφετηρία και το σημείο εκκίνησης για τις καραβέλες που διέσχιζαν τον Ατλαντικό, προς και από την Ισπανία, από τον καιρό του Κολόμβου. Επειδή δεν έπεσε θύμα της μεταπολεμικής οικοδομικής ανάπτυξης, επειδή δε βομβαρδίστηκε ποτέ ούτε αναταράχτηκε από σεισμούς, η παλιά Αβάνα διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία της από τον καιρό των πρώτων αποίκων πριν από 500 χρόνια, όπως, λόγου χάριν, η πλατεία της Καθεδράλας του 15ου-16ου αιώνα, όπως η Plaza Vieja του 17ου και 18ου αι., όπως η Plaza de Armas του 19ου αι., με τα υπαίθρια παλαιοβιβλιοπωλεία τις Κυριακές. Ολόκληρη η παλιά Αβάνα είναι ένα μνημείο. Αλλά και η καινούργια, η αστική Αβάνα του 19ου και των αρχών του 20ού αι. Το Paseo del Prado προεκτείνει έναν άξονα που αρχίζει με το μεγαλοπρεπές και πάλλευκο Καπιτώλιο, αντιγραφή εκείνου της Ουάσιγκτον, με τα μεγαλοπρεπή ξενοδοχεία ως τη θάλασσα και έχοντας δίπλα του το παλιό κυβερνείο, και τώρα Μουσείο της Επανάστασης, και βέβαια τo από κάθε άποψη καταπληκτικό Museo Nacional de Bellas Artes. Χωρίς τις εικαστικές της τέχνες και τη λογοτεχνία της, δύσκολο να καταλάβεις μια χώρα.
Το ένα κτίριο μετά το άλλο, τα παλιά παλάτια ανακαινίζονται πολύ προσεκτικά, ώστε να μην χάσουν, ούτε από την ανακαίνισή τους ούτε από τις νέες χρήσεις τους, τον ιστορικό τους χαρακτήρα. Εγγύηση γι’ αυτό είναι η Oficina del Historiador de La Habana, που δημιουργήθηκε το 1938 και διευθύνει την αρχιτεκτονική, την πολιτισμική και την οικονομική ανάπλαση της παλιάς πόλης, απασχολώντας δεκάδες ιστορικούς και αρχιτέκτονες, που ερευνούν τις αρχειακές πηγές για τη φυσιογνωμία, για τις φάσεις ανάπτυξης και για τις χρήσεις των κτιρίων και των χώρων και προγραμματίζουν και επιβλέπουν συνολικά την ανάπτυξη. Η φυσιογνωμία της παλιάς Κούβας θεωρείται, στον λόγο αυτών των ιστορικών, στοιχείο της ταυτότητας της χώρας, και ταυτόχρονα τους δίνει μια εξέχουσα θέση στην κουβανική κοινωνία, αντίστοιχη, και ίσως ισχυρότερη εκείνης των αρχαιολόγων στην Ελλάδα. 
Ενδεχομένως εδώ χρειάζεται να γίνει μια αναφορά στον αρχιτεκτονικό και γλυπτικό κλασικισμό της Κούβας. Τόσο η αρχιτεκτονική της ύστερης αποικιακής περιόδου όσο και τα κτίρια της αστικής περιόδου, από το δεύτερο μισό του 19ου αι., χαρακτηρίζονται πληθωρικά από ελληνικά μοτίβα, και φαντάζομαι ο εκτεταμένος αποικιακός κλασικισμός και η σύνδεση κλασικισμού και αποικιοκρατίας θα είναι ελκυστικό θέμα μελέτης για τους ελληνιστές όπου γης.
Και μια και μιλάμε για ταυτότητα, αν στην Κούβα μια φυσιογνωμία βρίσκεται παντού, αν μια προτομή κοσμεί τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, τις πλατείες και τα δημόσια κτίρια, αυτή δεν είναι του Κάστρο, ούτε του Τσε Γκεβάρα, ούτε κανενός από τους ήρωες της επανάστασης. Είναι του ποιητή που δήλωνε πως έχει δυο πατρίδες, την Κούβα και τη νύχτα (Dos patrias tengo yo: Cuba y la noche), του José Martí (1853-1895), που έγινε το σύμβολο της ανεξαρτησίας αλλά και της συγκρότησης του δημόσιου χώρου. Τα ποιήματά του αποτελούν την εθνική παιδαγωγία της Κούβας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μνημεία που κοσμούν την Κούβα είναι της αποικιακής περιόδου και του αγώνα για την ανεξαρτησία. Η επανάσταση χρησιμοποίησε λιγότερο μνημειακό στυλ, περισσότερο art street. Το πιο μεγάλο και γνωστό μνημείο είναι εκείνο στη Santa Clara, δυο ώρες μακριά από την Αβάνα, στο οποίο είναι θαμμένα τα οστά του Τσε και των συντρόφων του. Άγαλμα ή προτομή του Φιντέλ δεν είδα. 
Το συνέδριο ιστορίας
Πήγα στην Αβάνα για ένα συνέδριο ιστορίας, το πρώτο που οργάνωσαν από το πανεπιστήμιο της Αβάνας και αφορούσε όχι τη μια ή την άλλη περίοδο, αλλά τα ερωτήματα γύρω από την ίδια την ιστορία, αυτό που αποκαλούμε συχνά ως «θεωρία της ιστορίας». Στη Λατινική Αμερική υπάρχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον για την ιστορία και τη μνήμη, για τη θέση και τη σύνδεση της ίδιας της ιστορίας με τον πολιτισμό και την πολιτική της περιοχής. Στο πρώτο συνέδριο που συμμετείχα το 2006 στο Buenos Ayres στην Αργεντινή, ήταν τα τραύματα των δικτατοριών που ζητούσαν αντιμετώπιση. Στο δεύτερο συνέδριο στο Ouro-Preto στη Βραζιλία, η θεωρία και η φιλοσοφία της ιστορίας βρισκόταν στα πρώτα ενδιαφέροντα των ιστορικών. Τούτο το συνέδριο οργανώθηκε προς τιμήν του Georg Iggers, του πατριάρχη θα λέγαμε της ιστορίας της ιστοριογραφίας, και μάλιστα στις παγκόσμιες διαστάσεις της, ο οποίος είχε καλλιεργήσει σχέσεις με τους Κουβανούς ιστορικούς, παρά το αμερικανικό εμπάργκο, και ο οποίος προκάλεσε τη συνάντηση αυτή. Οι Κουβανοί ιστορικοί είναι καλά ενημερωμένοι για τις εξελίξεις στην διεθνή ιστοριογραφία. Εκείνο όμως που συμβαίνει στην Λατινική Αμερική, είναι μια κανονικοποίηση των ευρωπαϊκών παραδόσεων, η οποία περιλαμβάνει και τη θεωρία της ιστορίας. Οι Κουβανοί την τοποθετούν μέσα σε μια συνέχεια με τη μαρξιστική παράδοση της ιστοριογραφίας, απαλλαγμένη βέβαια από δογματισμό, αλλά όπου οι πιο καινούργιες τάσεις ενοφθαλμίζονται στον παλιότερο κορμό. Από αυτή την άποψη ο Φουκώ «συμπληρώνει» ή «προεκτείνει» τον Γκράμσι που «συμπληρώνει» τον Μαρξ, κ.ο.κ. Κάπως έτσι. Τους είναι πάντως δύσκολο να δεχτούν ότι η σχέση του παρόντος με το παρελθόν δεν είναι μονοσήμαντη, δηλαδή το παρόν ως επιστέγασμα του παρελθόντος, αλλά πιο σύνθετη, ενέχοντας το στοιχείο της ενδεχομενικότητας και της διάδρασης. Εκείνο όμως που είναι πρόβλημα, αν όχι τόσο για τους Κουβανούς όσο για άλλους –κυρίως Λατινοαμερικάνους μαρξιστές ιστορικούς–, είναι η αντιπαλότητά τους με τις μεταποικιακές σπουδές (Postcolonial Studies). Γενικότερα στη Λατινική Αμερική υπάρχει μια επιφύλαξη στις μεταποικιακές σπουδές, παρά το γεγονός ότι στο θεωρητικό τους πλαίσιο περιλαμβάνονται διανοούμενοι από τη γαλλόφωνη Καραϊβική, για παράδειγμα Aimé Césaire από τη Μαρτινίκα. Η επιφύλαξη προέρχεται από τον ρόλο των Κρεολών που επιφύλασσαν για τον εαυτό τους την εικόνα του «εξόριστου Ευρωπαίου» και όχι του μιμητή των Ευρωπαίων ιθαγενούς, όπως στην περίπτωση της Ινδίας ή και της Αφρικής, από όπου κυρίως προέρχονται τα παραδείγματα που θεωρητικοποίησαν οι μεταποικιακές σπουδές. Τα ανοίγματα και η διεθνοποίηση πάντως θα συνεχιστούν και νομίζω ότι και εμείς έχουμε να μάθουμε από την πρακτική ενασχόληση με την ιστορία, όπως στην περίπτωση της ανάπλασης των παλιών πόλεων.
Και το μέλλον; 
Για να συνδεθείς με διαδίκτυο στην Αβάνα, πρέπει να ψάχνεις από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, και, αν καταφέρεις να αγοράσεις κάρτα, να συνδεθείς με χίλια ζόρια. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για να πω το εξής: Το πρόβλημα με τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως και τώρα στην Κούβα, ήταν (και είναι) αυτό της τεχνολογικής ανανέωσης. Το «1989» στην ανατολική Ευρώπη είχε αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν στις καπιταλιστικές χώρες άρχισε η μετάβαση στη νέα τεχνολογία, στη ρομποτική, στην ψηφιακή και διαδικτυακή εποχή. Τα αποτελέσματα της αποτυχίας στη μετάβαση αυτή δημιούργησαν μια αλυσίδα με τελευταίο κρίκο την οικονομική αλλά και την πολιτική κατάρρευση. Η Κίνα τα κατάφερε και εξαιτίας του μεγέθους της να κάνει αυτή τη μετάβαση χωρίς πολιτική τομή. Η Κούβα μπορεί να τα κεταφέρει με τις μικρές της δυνάμεις; Υπάρχουν τομείς της οικονομίας της όπως τα κρατικά εστιατόρια, ξενοδοχεία, οι φούρνοι, τα μαγαζιά, που είναι απολύτως δυσλειτουργικό να συνεχίσουν ως κρατικές επιχειρήσεις. Από την άλλη πλευρά το κράτος έχει στα χέρια του μια τεράστια περιουσία την οποία πριν αναγκαστεί να την εκποιήσει λόγω δανείων θα πρέπει προφανώς να αξιοποιήσει με κριτήρια αποτελεσματικότητας και διαφάνειας. Η εκπαίδευση και η ιατρική περίθαλψη είναι τα επιτεύγματα που το επαναστατικό προβάλλει. Και δικαίως εκεί πράγματι η διαφορά είναι από μεγάλη έως εντυπωσιακή. Για παράδειγμα, η παιδική θνησιμότητα είναι από τις χαμηλότερες στον κόσμο και το προσδόκιμο ζωής στο επίπεδο των αναπτυγμένων χωρών. Αλλά στην εκπαίδευση χρειάζεται τεχνολογική ανανέωση. Δε φτάνει ο δάσκαλος με τον μαυροπίνακα. Η σημερινή ηγεσία προέρχεται από την παλιά φρουρά της επανάστασης. Ο Ραούλ Κάστρο είναι από τους τρεις επιζώντες της θρυλικής Granma, του πρώτου πυρήνα δηλαδή των ανταρτών. Το πιθανότερο είναι ότι θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κίνας, δηλαδή φιλελευθεροποίηση στην οικονομία ενώ η διακυβέρνηση στα χέρια της ελίτ που ήδη κυβερνά. Τα πράγματα βέβαια θα εξαρτηθούν και από την πολιτική του νέου προέδρου των ΗΠΑ, η οποία για την Κούβα δεν έχει ανοίξει ακόμη τα χαρτιά της. Κατάσταση αναμονής. Στο μεταξύ, οι Σαντερίες (λατρείες των Αφρικανών της Καραϊβικής) πολλαπλασιάζονται, μαζί με κάθε είδους διαφυγές. «Ιστορική κούραση», χαρακτηρίζει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ο Παδούρα. «Η κούραση από το να είμαστε τόσο ιστορικοί και με τόσο πεπρωμένο» (σελ. 204).
Καθώς το αεροπλάνο απογειώνεται όμως δεν μπορείς να αποχαιρετήσεις την Κούβα χωρίς κάποια τρυφερότητα.

(πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 4 Μαρτίου 2017)

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ Σχέδιο Μάρσαλ και αυταπάτες .. ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ

Σχέδιο Μάρσαλ και αυταπάτες


  ΠΗΓΗ :http://antonisliakos.gr/2013/10/04/%CF%83%CF%87%CE%AD%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%83%CE%B1%CE%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%B5%CF%82/
  

Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, προβάλλεται η ιδέα ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ για να βγει η Νότια Ευρώπη από την ύφεση, για να καταπολεμηθεί η ανεργία και για να δρομολογηθεί ανάπτυξη. Ανταποκρίνονται όμως οι προσδοκίες αυτές στις ιστορικές πραγματικότητες ή μιλάμε στον αέρα;
Του Αντώνη Λιάκου
Το σχέδιο Μάρσαλ (που πήρε το όνομα του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ ο οποίος το εξήγγειλε το 1947) είχε την εξής λογική: Η αμερικάνικη οικονομία βγήκε από τη μεγάλη κρίση του 1929 με τον πόλεμο, όταν οι μηχανές της δούλευαν στο φουλ, η απασχόληση ήταν πλήρης και συνεχώς νέες βιομηχανίες δημιουργούνταν για να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Μετά τη λήξη του πολέμου υπήρχε ο κίνδυνος της οικονομικής συρρίκνωσης, αν η Αμερική δεν έβρισκε μια μεγάλη και αξιόπιστη αγορά για να εμπορεύεται. Πού όμως; Επομένως αν δεν την έβρισκε έπρεπε να τη δημιουργήσει. Και εκείνη η ήπειρος που είχε δυνατότητα να ανταποκριθεί τότε ήταν η Ευρώπη. Επομένως μαζική βοήθεια στην Ευρώπη για να ανορθωθεί.
Υπήρχε όμως και άλλος ένας, ή μάλλον δύο λόγοι, για την επιλογή της Ευρώπης. Ο πρώτος ήταν πως έπρεπε να μην επαναληφθούν τα λάθη μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τη Γερμανία την απομύζησαν οι νικητές της για πολεμικές αποζημιώσεις, κι αυτούς η Αμερική για τα δανεικά που τους είχε δώσει. Η πολιτική αυτή θεωρούνταν δικαιολογημένα αιτία της μεσοπολεμικής κρίσης, του φασισμού και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Επομένως το σχέδιο Μάρσαλ αποσκοπούσε όχι μόνο στο να δημιουργήσει στην Ευρώπη βιώσιμες οικονομίες, αλλά να μάθει τους Ευρωπαίους να συνεργάζονται, να καταργήσουν τον προστατευτισμό των οικονομιών τους, να προσχωρήσουν στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, και κυρίως να αναπτύξουν τις οικονομίες τους έτσι ώστε να είναι αλληλοσυμπληρωματικές. Η κάθε χώρα να ειδικεύεται εκεί που τα καταφέρνει καλύτερα, και η μια χώρα να παράγει προϊόντα που έχει ανάγκη η άλλη. Αυτός ήταν ο ένας λόγος που ανάγκασε πρώην εχθρούς να συνεργάζονται και άνοιξε μονοπάτι για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το σχέδιο εντάχθηκε στην ανάσχεση του κομμουνισμού στην Ευρώπη. Αρχικά είχαν προσκληθεί και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ο Στάλιν καταλάβαινε ότι έτσι θα χάνονταν από τη σοβιετική επιρροή και τις απέσυρε.
Το σχέδιο Μάρσαλ εξέφραζε και μια φιλοσοφία. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε κεϋνσιανισμός ήταν η μία πλευρά. Ενισχύοντας τη ζήτηση, το σχέδιο επεδίωκε να αποριζοσπαστικοποιήσει την εργατική τάξη. Οι εργάτες να αποκτήσουν το αυτοκινητάκι τους, να φύγουν από τις πνιγηρές εργατικές γειτονιές όπου ενδημούσαν ανατρεπτικές ιδέες και να βγουν στον καθαρό αέρα των προαστίων, όπου ο μπαμπάς αντί να τρέχει στις πολιτικές συγκεντρώσεις κάνει μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή. Το σχέδιο ήταν υπέρ ενός ήπιου κορπορατισμού, που θα λειτουργούσε στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και θα εξασφάλιζε τη συνεργασία εργατικών συνδικάτων – εργοδοτικών οργανώσεων και κυβέρνησης. Χαρακτηριστική είναι η συμφωνία με την AFL-CIO, ώστε η μεταφορά της αμερικάνικης βοήθειας στην Ευρώπη να γίνεται με καράβια που το πλήρωμά τους ήταν οργανωμένο σ’ αυτά τα συνδικάτα. Αυτό τον τύπο κοινωνίας, στην οποία η εργατική τάξη θα έχανε τη ριζοσπαστικότητά της απολαμβάνοντας καταναλωτικά προϊόντα που έως τότε ήταν προσβάσιμα μόνο στα μεσαία στρώματα, οι Αμερικανοί ήθελαν να εξαγάγουν και στην Ευρώπη.
Πόσοι και ποιοι από τους παραπάνω λόγους ισχύουν σήμερα; Ούτε η Αμερική ούτε η Γερμανία είναι σε αναζήτηση αγορών. Η Kίνα, η Ινδία, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής αποτελούν πολύ μεγάλες και υπό συγκρότηση μοντέρνες αγορές, όπου το πρόβλημα δεν είναι η απορρόφηση αλλά ο ανταγωνισμός κόστους, διαφοροποίησης και ποιότητας. Άρα, γιατί η Γερμανία να προχωρήσει σε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ αν μπορεί να διοχετεύει τα προϊόντα της με χαμηλό συγκριτικό κόστος; Άλλωστε, η εκλογική επιβεβαίωση της Μέρκελ για τρίτη θητεία κάτι δείχνει. Ούτε η κοινωνική φιλοσοφία της αμέσου μεταπολεμικής περιόδου ισχύει σήμερα. Η νέα οικονομική και πολιτική φιλοσοφία αναπτύχθηκε σε αντίθεση με τη λογική της ενίσχυσης της ενεργού ζήτησης, της πλήρους απασχόλησης και του κορπορατισμού. Η ουσία του νεοφιλελευθερισμού είναι η κατάργηση όλων αυτών των κοινωνικών συμβολαίων και η μετατροπή της εργασίας σε απλό εμπόρευμα που ακολουθεί τους κανόνες μιας απόλυτα ελαστικής αγοράς. Η σημερινή πολιτική βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της μεταπολεμικής. Άλλωστε οι μεταρρυθμίσεις που όλο μας λένε να κάνουμε και που όλο κάνουμε και τελειωμό δεν έχουν αποσκοπούν στο να αλλάξουν τις συμβάσεις εκείνης της μεταπολεμικής διευθέτησης. Πρόκειται για ένα τεράστιο σχέδιο κοινωνικής, νοοτροπιακής και πολιτικής αναδόμησης. Το πνεύμα τούτου του σχεδίου βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του πνεύματος του σχεδίου Μάρσαλ.
Μια άλλη παράμετρος του σχεδίου Μάρσαλ είναι ότι τη βοήθεια καλούνταν να την διαχειριστούν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες με βάση τα προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης που θα εκπονούσαν, υπό την αίρεση α) ότι οι στόχοι θα ήταν συμβατοί με τους στόχους ευρωπαϊκής συνεργασίας και συμπληρωματικότητας, β) ότι θα ήταν συμβατοί με τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και γ) ότι θα υπήρχε αξιόπιστος φορέας και μηχανισμός που θα αναλάμβανε την υλοποίησή τους. Λ.χ. στη Γαλλία υπήρχε ήδη πρόγραμμα και το σχέδιο Μάρσαλ αρκέστηκε στο να το χρηματοδοτήσει. Στην Ιταλία το πολιτικό κατεστημένο ήταν πιο συντηρητικό από τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και έγινε διαπραγμάτευση και συμβιβασμός. Σε κάθε χώρα έγινε κάτι ανάμεσα στην αποδοχή και στη διαπραγμάτευση. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπήρχε ούτε αξιόπιστο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης για να χρηματοδοτηθεί, ούτε αξιόπιστος μηχανισμός για να αναλάβει την υλοποίησή του. Την ανέλαβαν εξολοκλήρου οι Αμερικανοί δημιουργώντας μια υπηρεσία, την AMAG, η οποία ήταν μια παράλληλη κυβέρνηση που έπαιρνε τις βασικές αποφάσεις. Και λόγω του εμφυλίου πολέμου, κάτι που δεν είναι δευτερεύον, το σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα δεν πέτυχε, ή πέτυχε ένα πολύ μικρό μέρος των όσων θα μπορούσε συγκριτικά να έχει πετύχει.
Ερωτήματα αντί συμπεράσματος: 1) Δεδομένων των διαφορών ανάμεσα στο σήμερα και στον πριν 65 χρόνια κόσμο, που δεν είναι μια ευκαταφρόνητη περίοδος χρόνου, ποια μορφή θα μπορούσε να έχει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα ανάταξης των κοινωνιών σε κρίση; Σε ποιες σύγχρονες ιστορικές τάσεις, αλλά και σε ποια φιλοσοφία θα πρέπει να ανταποκρίνεται; Πώς συνδέεται η οικονομική ανάπτυξη με το κοινωνικό συμβόλαιο σήμερα, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και μείωσης των δυνατοτήτων του εθνικού κράτους; Να ένα σπουδαίο φόρουμ δια-ευρωπαϊκής συζήτησης των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων. 2) Αλλά ακόμη και αν ένα νέο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης μπει μπροστά για τις χώρες που υποφέρουν πιο βαριά από την κρίση, υπάρχει η ανάγκη να έχει διατυπωθεί ένα σχέδιο και προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Υπάρχει σήμερα κάτι τέτοιο στην Ελλάδα; Γνωρίζουμε τι θέλουμε, πού θέλουμε να πάει αυτή η χώρα και πώς να πορευτεί στο σύγχρονο κόσμο; Για να διεκδικήσεις ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ πρέπει να ξέρεις τι θα το κάνεις.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ Χρειάζεται ένα νέο πολιτικό σύστημα για να μας βγάλει από την κρίση;


ΠΗΓΗ:


Η σημερινή κρίση είναι άκρως ενδιαφέρουσα, αν την παρατηρείς ως ιστορικός. Αρκεί να μην τη ζεις ως πολίτης. Ως πολίτης είσαι πιασμένος στο δόκανο όχι μόνο της πραγματικότητας, αλλά και των αυταπατών της. Σ’ αυτές ανήκει η αντίληψη πως η κρίση είναι κατά βάση μια ηθική αρρώστια που οφείλεται στις λανθασμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές μας, και ότι θα την ξεπεράσουμε, με την μεταμέλεια και την αλλαγή. Από αυτή την άποψη η απάντηση στο ερώτημα αν το παρόν πολιτικό σύστημα μπορεί να μας οδηγήσει στην έξοδο, είναι αυτονόητη. Γιατί στην ίδια αντίληψη, το πολιτικό σύστημα, όπως κι αν το καταλαβαίνει καθένας, θεωρείται ο κυρίως ένοχος για την κρίση. Το έχουμε εμπεδώσει. Φταίει η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Ο,τι κάναμε το κάναμε στραβά. Μεγαλώσαμε το κράτος για πελατειακούς λόγους και τώρα δεν μπορούμε να το συντηρήσουμε. Στην αφήγηση αυτή, η αλλαγή του πολιτικού συστήματος θεωρείται προϋπόθεση της λύτρωσης, κάτι σαν αναμενόμενος μεσσίας, που κανείς δεν ξέρει πότε θα έλθει και ποια μορφή θα έχει.






Ας δούμε όμως τα πράγματα ιστορικά, και με την πείρα παρόμοιων κρίσεων. Πράγματι οι μείζονες κρίσεις προκαλούν αλλαγές των πολιτικών συστημάτων, κυρίως γιατί τα απονομιμοποιούν δείχνοντας έμπρακτα τις ανεπάρκειές τους, και θέτοντας πιεστικά την ανάγκη μεγάλων αλλαγών απέναντι στις οποίες υπήρχε σκεπτικισμός και αντιστάσεις. Αλλά η αιτιακή σχέση είναι πιο σύνθετη, αμφίδρομη, και κυρίως απρόβλεπτη. Οι αιτίες της κρίσης ανήκουν σε πολλά επίπεδα. Συγκυριακά και δομικά, μερικά κοινά στην μεταπολεμική αναδόμηση της Ευρώπης, άλλα ελληνικής κοπής και ραφής. Ας δούμε τη συγκυρία. Η πενταετία διακυβέρνησης ΝΔ, αλλά και οι πρώτοι μήνες διακυβέρνησης ΓΑΠ, οδήγησαν κατευθείαν στην προσφυγή στο ΔΝΤ. Είδαμε όμως ότι όλες οι χώρες της νότιας και ανατολικής περιφέρειας της Ευρώπης, από την Ιρλανδία έως τη Λεττονία, για την μια ή την άλλη αιτία, εκεί κατέληξαν. Η μεγάλη κρίση χρέους απειλεί ακόμη χώρες όπως η Ιταλία, το Βέλγιο, η Γαλλία. Επομένως, παρά τις ελληνικές ιδιαιτερότητες ανευθυνότητας και φαυλότητας, υπάρχουν κάποια ζητήματα δομικά ευρύτερα. Η κρίση χρέους οφείλεται στον μεταπολεμικό τρόπο με τον οποίο διευθετήθηκε η οικονομία, στη φιλοσοφία με την οποία χτίστηκαν οι κοινωνικοί θεσμοί, στις αξίες με τις οποίες δομήθηκε το πολιτικό σύστημα. Είναι αναχρονισμός, αν όχι εργαλειακή χρήση της ιστορίας, να κρίνει κανείς αναδρομικά όλα αυτά ως εσφαλμένα. Πρέπει να τα δει στα ιστορικά τους συμφραζόμενα.






Ο μεταπολεμικός κόσμος σήμαινε βαθμιαία κοινωνική άνοδο των μικρομεσαίων στρωμάτων, και αυτή την άνοδο υπηρετούσαν αλλαγές στους θεσμούς. Σε μερικές χώρες αυτά έγιναν με κάποια τάξη, σε άλλες με περισσότερο χάος, αλλά η ουσία του παραδείγματος δεν αλλάζει. Έγινε με εργαλείο το κράτος. Η χρήση και η κατάχρηση του κράτους, ήταν το παρεπόμενο. Οσο πιοισχυρή μηχανή έχει το αυτοκίνητο, τόσο μεγαλύτεροι οι πειρασμοί υπέρβασης του ορίου ταχύτητας. Και όταν χρησιμοποιείς μια τόσο ισχυρή μηχανή όσο το κράτος, δύσκολα γλυτώνεις από τους πειρασμούς του να τεθεί το επί μέρος, πάνω από το γενικό συμφέρον. Πάνω σε αυτή τη μεγάλη κοινωνική διευθέτηση, οικοδομήθηκε και το πολιτικό σύστημα. Με καθυστερήσεις, στρεβλώσεις και διαφορές από τη μια χώρα στην άλλη, το πολιτικό σύστημα ανταποκρινόταν στις ανάγκες της διεύρυνσης των στρωμάτων που επωφελούνταν από μια οικονομία που βρισκόταν σε τροχιά ανάπτυξης. Το πολιτικό σύστημα υποσχέσεων ανταποκρινόταν στην επαγγελία της κοινωνίας της αφθονίας. Αυτό ήταν το ιδεώδες. Δεν χρειάζεται να εξωραΐζουμε το παλιό καθεστώς. Δεν ήταν όλα καλά τότε. Και αποκλεισμοί υπήρχαν, και διαφθορά, και γραφειοκρατικοποίηση που στόμωσε την αποτελεσματικότητα. Αλλά εκείνο που τώρα έχει τεθεί σε κρίση, δεν είναι ούτε η μοιραία πενταετία, ούτε η κουλτούρα της μεταπολίτευσης. Είναι αυτή η θεμελιώδης και μακράς διάρκειας κοινωνική διευθέτηση που προέκυψε από τις συγκρούσεις που ξέσκισαν τα σπλάχνα του 20ου αιώνα. Όλα τα άλλα είναι παράγωγα και τοπικές προσαρμογές. Το να επιμένεις μόνο σ’αυτά, μόνο στο ελληνικό στόρυ, δεν σημαίνει βλέπεις τα δένδρα και χάνεις το δάσος. Είναι παραπλανητικό και καταλήγει σε ένα είδος ηθικού αφηγήματος της κρίσης που ταλαιπωρεί το δημόσιο λόγο από την αρχή της. Σε μια αφόρητη και κουραστική ηθικολογία.






Εκείνο που μας διαφεύγει είναι πως ζούμε σε εποχή πλανητικής μετατόπισης τεκτονικών πλακών. Η Δύση, από κυρίαρχη του παιχνιδιού για 500 χρόνια, υποχωρεί απέναντι στην ανερχόμενη δύναμη του κόσμου που ως τώρα την υπηρετούσε: Της Κίνας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, των τίγρεων της Αν. Ασίας, ακόμη και της Τουρκίας. Η περιφέρεια δεν παράγει μόνο βιομηχανικά προϊόντα αλλά και υψηλή τεχνολογία, συσσωρεύοντας πλεονάσματα έναντι μιας Δύσης, που αναγκάζεται να υποκύψει στον ανταγωνισμό, αλλάζοντας τους όρους με τους οποίους είχε διευθετήσει την οικονομία και την κοινωνία της έως τώρα, κατεδαφίζοντας διαδοχικά, το βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών της, κλονίζοντας θεσμούς αλληλεγγύης και ισονομίας. Όλες οι κρίσεις χρέους και οι συνακόλουθες ρυθμίσεις στην Ευρώπη (με όποια τεχνική μορφή κι αν παρουσιάζονται), δείχνουν τα ασφυκτικά στενά περιθώρια της οικονομίας της. Το βιοτικό επίπεδο ζωής των Ευρωπαίων θα χαμηλώσει, αλλά εξαιρετικά άνισα.






Φυσικά και θα αλλάξει το πολιτικό σύστημα, όχι για να αντικατασταθεί από κάποιο άσπιλο από τις αμαρτίες μας, βασισμένο στην ‘κοινή λογική’. Θα αλλάξει ως αποτέλεσμα της κρίσης, για να διαχειρισθεί τη λιτότητα και τις αντιστάσεις της κοινωνίας στις νέες διευθετήσεις. Για αυτό τόση συζήτηση για ένα πολιτικό σύστημα που δεν θα εξαρτάται από το «πολιτικό κόστος», δηλαδή θα είναι πιο συγκεντρωτικό, λιγότερο εξαρτημένο από την κοινωνική του βάση, περισσότερο συνδεδεμένο με τους υπερεθνικούς οργανισμούς, και τους θεσμούς που κατευθύνουν την οικονομία. Το πολιτικό σύστημα είναι το στοιχείο σταθερότητας στη μεταβολή. Αλλά αν αυτό ισχύει κατεξοχήν για τον 19ο αιώνα, τον αιώνα των συνταγμάτων, ο 20ος ήταν ο αιώνας των εξαιρέσεων και των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης (δικτατορίες, πραξικοπήματα, κλπ). Πώς θα είναι το πολιτικό σύστημα του 21ου αιώνα; Πιθανόν θα χαρακτηρίζεται από πλήρη ρευστότητα. Εκείνο που προβλέπεται τη μια μέρα, ανατρέπεται την επόμενη. Το μνημόνιο μας δίνει ένα καλό παράδειγμα. Υποτίθεται ότι είναι μια πάγια συμφωνία. Βλέπουμε όμως ότι οι όροι της συνεχώς αλλάζουν. Το μνημόνιο, δήλωσε κάποια στιγμή, ο επικεφαλής της Τρόικας, είναι ζωντανός οργανισμός. Τι σημαίνει επομένως ρευστοποίηση των θεσμών; Σημαίνει ότι οι αλλαγές είναι πολύ πιο δυναμικές από την δυνατότητα αποκρυστάλλωσής τους. Σημαίνει όμως και απελευθέρωση της εξουσίας από τις συνταγματικές της δεσμεύσεις. Η εποχή μας έχει ως γενικευμένο αίτημα την ευελιξία. Αλλά μερικοί έχουν τη δυνατότητα να είναι πιο ευέλικτοι από τους άλλους, και βέβαια τα όρια ανάμεσα ευελιξία και αυθαιρεσία γίνονται δυσδιάκριτα. Υπάρχουν εκείνοι που μπορούν να αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού, και εκείνοι που δεν μπορούν. Εκεί βρίσκεται το κλειδί του ερωτήματος για το νέο πολιτικό σύστημα. Θα τα δούμε όλα αυτά στα δημοψηφίσματα που ετοιμάζει η κυβέρνηση για το χειμώνα. Θα τα δούμε με αλλαγές της ίδιας της γλώσσας, με τη δημιουργία μιας νέο-γλώσσας, δείγμα της οποίας είναι η ονομασία της ανεργίας σε εφεδρεία.






Είπαμε ότι η εποχή μας είναι εποχή γεωλογικών μεταβολών, και η σύγκρουση τεκτονικών πλακών, όπως είπαμε, σημαίνει πολλούς αστάθμητους παράγοντες. Η κρίση του 1929, είχε ως συνέπεια στην Αμερική τον Ρούσβελτ, αλλά στη Γερμανία τον Χίτλερ, στη Γαλλία το Λαϊκό Μέτωπο, αλλά στην Ελλάδα τον Μεταξά. Αν υπάρχει μια αρχή για την ιστορική σκέψη, είναι η ετερογονία σκοπών και αποτελεσμάτων, οι αθέλητες και απρόβλεπτες συνέπειες των ανθρωπίνων πράξεων.




Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Αντώνης Λιάκος Δικαίωμα στη Μνήμη ή στη Λήθη; Μια αμφιλεγόμενη ευρωπαϊκή οδηγία tvxs



Φωτογραφία συγγραφέα
Αντώνης Λιάκος

Προωθείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχέδιο Οδηγίας για τη ρύθμιση της νομοθεσίας προσωπικών δεδομένων, στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα ο όρος Δικαίωμα στη Λήθη. Το σχέδιο προκάλεσε αντιδράσεις. Η Εταιρεία Γάλλων Αρχειονόμων συγκέντρωσε 51.000 υπογραφές για την ανάκληση του σχεδίου. Μαζί τους συντάσσονται Έλληνες αρχειακοί και ιστορικοί. Θα συζητήσουν για το ζήτημα αυτό στις 22 Σεπτεμβρίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο, σε εκδήλωση με τίτλο «Δικαίωμα στη Μνήμη vs Δικαίωμα στη Λήθη».
Τα προβλήματα μνήμης, ιστορίας και λήθης, καταλαμβάνουν εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες ολοένα και κεντρικότερη θέση στη δημόσια συζήτηση. Εκεί που κάποτε οι ιστορικές διαφωνίες συζητούνταν στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, τώρα έχουν μετατραπεί σε πολέμους ιστορίας ή μνήμης, στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Το διαπιστώσαμε και με το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού, το οποίο ποινικοποιεί αρνήσεις γενοκτονιών που έχουν αναγνωριστεί από το κοινοβούλιο, διεθνούς οργανισμούς και δικαστήρια. Αν κάποτε υποτίθεται πώς οι ιστορικοί ήταν οι «φρουροί» της μνήμης, έρχεται τώρα η νομοθεσία, το κράτος και οι διεθνείς οργανισμοί να ορίσουν πώς και τι πρέπει να θυμόμαστε. Βέβαια να μην αυταπατόμαστε πως το παλαιό καθεστώς μνήμης ήταν αυθεντικότερο από το νέο. Και στις δυο περιπτώσεις η αναδρομικότητα καθορίζει και το περιεχόμενο και τη μορφή της μνήμης. Αλλά η μεταβίβαση αυτή δείχνει ότι τώρα το διακύβευμα αυτό είναι κατά πολύ μεγαλύτερο και αποφασιστικότερο σε σχέση με το παρελθόν. Η μνήμη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πολιτισμικούς πόρους. Ποιος και πως θα την διαχειριστεί είναι αποφασιστικό για τη συγκρότηση της ταυτότητας, του πολιτισμικού προφίλ μιας κοινωνίας, του υλικού και συμβολικού κεφαλαίου της. Παρόμοια μεγέθη υπερβαίνουν κατά πολύ την εμβέλεια και τις δυνατότητες των ιστορικών.
Η μνήμη έχει εγκατασταθεί στις σύγχρονες κοινωνίες ως απόλυτα θετική αξία, απρόσβλητη στο βάθρο της. Αυτό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αυτού που ονομάζεται «έκρηξη μνήμης», του γεγονότος δηλαδή ότι η ταχύτητα αλλαγής των κοινωνιών μας δημιουργεί νοσταλγία για το παρελθόν, ούτε του εκδημοκρατισμού της μνήμης, που έδωσε προτεραιότητα στα βιώματα των απλών ανθρώπων έναντι των πρωταγωνιστών, κάτι που είδαμε και στις εκδηλώσεις για τα 100χρονα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια ευρύτερη μεταβολή νοοτροπιών. Αν κάποτε το μέλλον ήταν πηγή ελπίδας, τώρα είναι πηγή φόβων. Και όταν οι άνθρωποι στρέφουν τα νώτα τους στο μέλλον, αντικρίζουν το παρελθόν. Αλλά αυτό το παρελθόν δεν αποτελείται από γραμμική εξέλιξη, αλλά από δραματικά γεγονότα, εκτός κανονικοτήτων, τα οποία δεν έχουν ακόμη βρει τρόπο να ενταχτούν στη συνείδησή μας, και δεν μπορούν να ενταχτούν με «επιστημονικό και νηφάλιο δημόσιο διάλογο», όπως υποστήριξε πρόσφατα διακήρυξη 139 ιστορικών για το αντιρατσιστικό. Η μνήμη υποκινεί συναισθηματικές δυνάμεις πένθους και εκδίκησης, που δεν μπορούν εύκολα να τιθασευτούν από την εκλογίκευση που της επιβάλλουν οι ιστορικοί.
Αν όλοι υποκλίνονται στη μνήμη, εκείνη που φαίνεται να έχει χάσει τα δικαιώματά της είναι η λήθη. Με περισσή ευκολία την αναθεματίζουν και τη λιθοβολούν. Κι όμως, χωρίς τη λήθη δεν θα μπορούσαμε να ζούμε ειρηνικά μεταξύ μας. Ένας κόσμος με απόλυτη μνήμη, θα ήταν εφιαλτικός και αφόρητος. Όπως επίσης ένας κόσμος πλήρης λήθης δεν θα ήταν κόσμος ανθρώπινος. Οι ανθρώπινες κοινωνίες, όπως και ο ανθρώπινος ψυχισμός άλλωστε, βασίζονται σε μια καλοδουλεμένη, μέσα από το χρόνο, ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη. Ο Χ.Λ.Μπόρχες έγραψε το 1942 ένα διήγημα με τίτλο Funes el Memorioso (Φούνες ο Μνήμων). Ο Ειρηναίος Φούνες, πέφτοντας από το άλογο έμεινε παράλυτος, αλλά αντί αμνησίας απέκτησε υπερμνησία. Θυμόταν όχι μόνο το δάσος, αλλά όλα τα δένδρα, και όλα τα φύλα των δένδρων και κάθε φορά που τα είχε δει, ή τα είχε φανταστεί. «Οι αναμνήσεις δεν ήταν απλές. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από αντιδράσεις μυϊκές, θερμικές κλπ». Μια τέτοια ζωή όμως ήταν αφόρητη, είχε καταδικαστεί σε διαρκή αϋπνία («γιατί να κοιμάσαι σημαίνει να αφαιρείσαι από τον κόσμο»). Ο Ειρηναίος πέθανε από συμφόρηση πνευμόνων, μεταφορική απόδοση της συμφόρησης από τον κατακλυσμό ενός μεγάλου όγκου από άχρηστα μνημονικά σκουπίδια. Και ο Μπόρχες καταλήγει λακωνικά: «Υποπτεύομαι εντούτοις, ότι δεν ήταν πολύ ικανός για σκέψη. Το να σκέπτεσαι σημαίνει να ξεχνάς μια διαφορά, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχε τίποτε παρά λεπτομέρειες, σχεδόν τυχαίες λεπτομέρειες».
Η αυτόματη καταγραφή από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα κάθε λεπτομέρειας της ζωής μας, κάθε στιγμή, παντού, κινδυνεύει να μας θέσει, αν δεν μας έχει ήδη θέσει στην κατάσταση του Ειρηναίου Φούνες. Μια παρόμοια κατάσταση υπερ-ροής πληροφοριών δεν διευκολύνει τον αναστοχασμό του παρελθόντος, κάτι που υποτίθεται οφείλουν οι ιστορικοί. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν μια κοινωνία τα θυμάται όλα σε βάσεις δεδομένων, μεταδεδομένων, μετα-μεταδεδομένων κ.ο.κ., δεν έχει ανάγκη τους ιστορικούς. Ο Μπόρχες, στο διήγημα αυτό απηχεί την Ιστορία και Ζωή του Φ. Νίτσε, όπου «Η λήθη αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε πράξης». Για τη ζωή χρειάζεται όχι μόνο το φως αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος χωρίς λήθη θα ήταν σαν να είναι καταδικασμένος σε διαρκή αϋπνία. Στη σημερινή περίπτωση το δικαίωμα στη λήθη σημαίνει επίσης το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα (privacy). Επομένως δεν τίθεται το δίλλημα μνήμη ή λήθη, δημόσια διαφάνεια ή ιδιωτικότητα, αλλά η προσεκτική εξισορρόπησή τους. Απόλυτη κυριαρχία του δικαιώματος στη λήθη θα φτώχαινε την ιστορία. Απόλυτη κυριαρχία του δικαιώματος στη μνήμη θα καταργούσε την ιδιωτικότητα και θα ήταν σαν να θυσιάζει την κοινωνία στο Αρχείο, το ζωντανό στο νεκρό.
Το ζήτημα με την συγκεκριμένη Οδηγία, εντούτοις δεν είναι απλό επειδή η ΕΕ, που έχει παρομοιαστεί με «μειλίχιο τέρας» (H.M.Enzensberger), υφαίνει έναν νομοθετικό ιστό όπου εκείνο που φαίνεται καλό, αυτονόητο, λογικό, κανονικοποιεί, ταξινομεί, γραφειοκρατικοποιεί και τελικά καταβροχθίζει τις ελευθερίες. Είναι ένα πράγμα το δικαίωμα στη μνήμη, εντελώς διαφορετικό η καθιέρωσή του με νόμο. Όπως αντίστοιχα είναι διαφορετική η κοινωνική λειτουργία της λήθης από την νομοθετημένη επιβολή της. Επικίνδυνα παιχνίδια.
Αντώνης Λιάκος
Κατηγορία άρθρου:

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Διαβαστε το εξαιρετικο αρθρο του ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ tovima.gr - Καλώς ήρθατε στον 21ο αιώνα! www.tovima.gr

Διαβαστε το εξαιρετικο αρθρο του ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ
tovima.gr - Καλώς ήρθατε στον 21ο αιώνα!
www.tovima.gr
To τέλος του σύντομου 20ού αιώνα συνοδεύτηκε με προσδοκίες ενός κόσμου ειρηνικού, μιας νέας τάξης πραγμάτων βασισμένης στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τη χωρίς σύνορα και περιορισμούς αγορά και το βορειοατλαντικό σύστημα ασφαλείας. Η δεκαετία του '90 φαινόταν ως το απόγειο του δυτικού πολιτισμού. Ηταν όμως η στιγμή που Ευρώπη και Αμερική άρχισαν να χάνουν την πρωτοκαθεδρία τους. Ο νέος μετααποικιακός κόσμος που αναδύθηκε σε αυτές τις δυόμισι δεκαετίες περιελάμβανε την ανάδυση της Κίνας, της Ινδίας και των BRICS, καθώς και των Next Eleven. Οι αναδυόμενες μεγάλες και μεσαίες οικονομίες άλλαξαν την οικονομική γεωγραφία του πλανήτη. Δεν θα μπορούσε αυτός ο κόσμος να εγκαινιάσει μια νέα εποχή;

Εκείνο που εγκαθιδρύθηκε ήταν η ανισορροπία, η ασυμμετρία ανάμεσα στην οικονομική ευρωστία, την πολεμική δύναμη και την πολιτική επιρροή, η ανισότητα ανάμεσα σε χώρες και στο εσωτερικό τους, η ρευστότητα, η ανομία εν τέλει. Το τέλος του ενός αιώνα και οι αρχές του επομένου δεν δημιουργούν ένα συνεκτικό αφήγημα που να έχει νόημα και να μπορεί να εμπνεύσει πολιτικές. Δεν μοιάζει ούτε με την αποικιακή τάξη που επέβαλαν στον κόσμο οι πέντε μεγάλες δυνάμεις του 19ου αιώνα ούτε με τον διπολικό κόσμο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει καμία ιδέα που να κυριαρχεί, όπως ήταν τους δύο περασμένους αιώνες διαδοχικά η εκπολιτιστική αποστολή της Ευρώπης, η ιδέα της εθνικής αυτονομίας και της συνεργασίας των λαών ή η ιδέα ενός καινούργιου προοδευτικού κόσμου.

Από το 1989 άνοιξαν τέσσερις μεγάλοι κύκλοι αίματος. Ο πρώτος αφορά τον χώρο του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αρχικά στα Δυτικά Βαλκάνια, ύστερα στον Καύκασο και στα νότια της Ρωσίας, απειλεί τώρα μια μείζονα κρίση ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση γύρω από την τύχη της Ουκρανίας. Ο δεύτερος κύκλος αίματος αφορά τη ζώνη του Ισλάμ, από το Πακιστάν έως τη Λιβύη, χωρίς να αφήνει εκτός του κύκλου βίας την Ινδονησία αλλά και τις μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης, αρχής γενομένης από τη Νέα Υόρκη, το 2001. Ο τρίτος κύκλος αφορά την Υποσαχάρια Αφρική, όπου οι εμφύλιοι ενδημούν μαζί με την ξηρασία και τις αρρώστιες. Τέλος, ο τέταρτος κύκλος αφορά τις μάζες των απελπισμένων ανθρώπων, τα εκατομμύρια των προσφύγων που θαλασσοπνίγονται ή πεθαίνουν προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποδράσουν από τις χώρες των πολέμων, της βίας, της κλιματικής αλλαγής και της στέρησης.

Οι κύκλοι αυτοί του αίματος μεγεθύνονται γιατί ανατράπηκαν οι παλιές ισορροπίες χωρίς να αποκατασταθούν καινούργιες και λειτουργούν σε ένα πλαίσιο αυτοεκπληρούμενων προφητειών που τρέφει την αλαζονεία και την αδιαλλαξία. Χαρακτηριστική είναι η συμμετρία ανάμεσα στην αμερικανική πολιτική και στον ισλαμικό εξτρεμισμό. Από την αδιέξοδη υποστήριξη του Ισραήλ, από το 1967, έως τον πόλεμο στην τρομοκρατία, η Αμερική και ο δυτικός κόσμος έκαναν τα πάντα για να εκπληρώσουν τις προφητείες των ακραίων ισλαμιστών για την κακόβουλη Δύση. Και αναλογικά, οι ακραίοι ισλαμιστές, με τη βιαιότητα της θρησκευτικής ισοπέδωσης λαών και ιθαγενών πολιτισμών, τροφοδοτούν συστηματικά το ιδεολογικό οπλοστάσιο των στρατιωτικών επεμβάσεων. Κάπως έτσι το Ιράκ, μια χώρα με ισχυρές κοσμικές παραδόσεις, μετά το «Σοκ και δέος» διαλύεται με αναπεπταμένες τις θρησκευτικές σημαίες. Η καταστροφή ενός secular κράτους άνοιξε την πόρτα για μια post secular εποχή. Η πολιτική αυτή υπονόμευσε την αξιοπιστία των φιλελεύθερων αρχών και  κυρίως την αναφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Γκουαντάναμο και η επιβολή της σαρία δεν είναι διαφορετικής ποιότητας φαινόμενα. Καθρεφτίζεται το ένα στο άλλο.

Υπήρξαν αντιδράσεις σε αυτόν τον κόσμο της ιδεολογικής εσχατολογίας; Υπήρξαν. Hταν οι επαναστάσεις της Αραβικής Ανοιξης. Το 2011 υπήρξε ένα καινούργιο «1848» το οποίο αντιτάχτηκε και στον δυτικό οριενταλισμό και στην ισλαμική τρομοκρατία και στις στρατιωτικές δικτατορίες. Πολεμήθηκε ανελέητα από όλους. Η αιματηρή παλινόρθωση της δικτατορίας στην Αίγυπτο έγινε με την επαίσχυντη συνενοχή του δυτικού κόσμου. Η καινούργια υποτροπή της κρίσης στη Λιβύη και στη Συρία είναι παράγωγο αυτής της ήττας. Παρά τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, η Αλ Κάιντα από τρομοκρατικό δίκτυο διαθέτει πλέον στρατό και επικράτεια!  

Εχουν κάτι κοινό αυτοί οι κύκλοι πέραν του αίματος; Η διαχείριση των ενεργειακών πηγών είναι μια προφανής, ίσως και εύκολη απάντηση. Αλλά το ζήτημα είναι βαθύτερο: αφορά τη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπινους πληθυσμούς και στις δυνατότητες ή στις αντοχές του πλανήτη. Η κρίση της μετανάστευσης και οι εμφύλιοι της Αφρικής δεν βρίσκονται συχνά στα πρωτοσέλιδα, αλλά αφορούν γιγαντιαίες μετακινήσεις πληθυσμών που οφείλονται στις κλιματικές αλλαγές και στις αλυσιδωτές επιπτώσεις τους πάνω στις κοινωνίες. Με τη σειρά της η μαζική μετανάστευση πυροδοτεί νέες σειρές γεγονότων. Πολλαπλότητα και διαφορετικότητα των αιτιών στους τέσσερις κύκλους του αίματος, αλλά στο βάθος της εικόνας θα διακρίνουμε μια ζοφερή, όχι απλώς ιστορική, αλλά ανθρωπολογική κρίση. Αν ο κόσμος βάδιζε με βάση την αναγνώριση των αναγκών του, θα είχε εμπεδωθεί μια ριζοσπαστική πολιτική που θα προσάρμοζε τις κοινωνικές ανάγκες στους μεσο- και μακροπρόθεσμους στόχους της συμβίωσης με το φυσικό περιβάλλον. Αντ' αυτού ζούμε την παράνοια εντός της λογικής. Το παρελθόν, με τις εμμονές του, δεν τυραννά τους ζωντανούς. Γίνεται αιμοδιψές παρόν. Τα ξεφτίδια της Ιστορίας σκοτώνουν.

Τα τελευταία 25 χρόνια αύξησαν τον συνολικό παγκόσμιο πλούτο, στις πρώην αποικιακές χώρες σημειώθηκε αλματώδης ανάπτυξη, αλλά έγιναν αβυσσαλέες οι ανισότητες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μαζί με την αλλαγή της φιλοσοφίας του κράτους, της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, είδαμε την αλλαγή της μορφής των πολέμων. Η ισορροπία του διπολικού πυρηνικού τρόμου αντικαταστάθηκε από μια γενική ανασφάλεια των επιλεκτικών κτυπημάτων με θύματα κυρίως στον άμαχο πληθυσμό. Τα εγκλήματα πολέμου έγιναν η κανονικότητα του πολέμου. Η ανθρωπότητα πέρασε σε μια καινούργια τεχνολογικά εποχή η οποία αποσταθεροποίησε σε βάθος τους παλιούς κανόνες κοινωνικής συμβίωσης. Υπάρχουν νησίδες σταθερότητας; Στην Ευρώπη ένα στα πέντε παιδιά ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και οι αυξανόμενες ανισότητες στην εκπαίδευση και στην ιατρική περίθαλψη θα διαφοροποιήσουν τους πληθυσμούς με τρόπο που ο 21ος θα ανακαλεί τον Aldus Huxley. Και σε ποιες ευρωπαϊκές χώρες διαπιστώνεται η μεγαλύτερη δυναμική ανισοτήτων; Στη Βρετανία και στην Ελλάδα... Welcome to the brave new world!

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ Το ιστορικό υπόβαθρο της Κρίσης στην Ουκρανία. αναδημοσιευση ΑΠΟ ΤΟ http://antonisliakos.gr/2014/03/09

Το ιστορικό υπόβαθρο της Κρίσης στην Ουκρανία

πηγη
http://antonisliakos.gr/2014/03/09/%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BF/
(άρθρο στο σημερινό Βήμα)

Στη δεκαετία του ’90, στην Οδησσό, όταν παντού έβλεπες ουκρανικές σημαίες και άκουγες για το ουκρανικό παρελθόν της πόλης, μια ηλικιωμένα κυρία, ελληνίδα της Οδησσού, μου έλεγε:  “Από που έως που αυτή η πόλη είναι ουκρανική; Εδώ ζούσαν και ζουν Ρώσοι, Εβραίοι και Έλληνες”. Η Οδησσός ήταν μια αυτοκρατορική πόλη που ιδρύθηκε από την Αικατερίνη το 1794, δυο χρόνια μετά την εκδίωξη των Τούρκων και την ήττα των Τατάρων. Αυτοκρατορικές πόλεις ήταν επίσης η Σεβαστούπολη και η Συμφερούπολη,  τα μεγάλα κέντρα της Κριμαίας, ιδρυμένες εκείνη την εποχή και με πρόσκληση εποικισμού προς ελληνικούς πληθυσμούς.  Πώς λοιπόν η Οδησσός και η Κριμαία, βρέθηκαν στην Ουκρανία;
Η διάλυση της ΕΣΣΔ μετά το 91 δεν ακολούθησε εθνικές διαφοροποιήσεις, αλλά τα διοικητικά σύνορα εντός της παλιάς ΕΣΣΔ, στα οποία οι εθνότητες ήταν αναμεμειγμένες σκόπιμα ώστε να μην δημιουργήσουν εστίες εξουσίας. Από εθνολογική άποψη η παλιά ΕΣΣΔ ήταν ένα σύνθετο και πολύπλοκο διοικητικό σύστημα ισορροπιών και αλληλοεξουδετερώσεων. Γι αυτό είναι παρακινδυνευμένο να απολυτοποιούνται τα εθνικά τα σύνορα  που προέκυψαν το 1991.
Η Ουκρανία είναι  μια τέτοια βαθειά διαιρεμένη χώρα ανάμεσα στην ανατολή (όπου ζουν κυρίως Ρώσοι και ορθόδοξοι) και στη δύση (κυρίως ουκρανοί, ρουθηνοί και ουνίτες).  Υπάρχει επίσης εθνολογική διαφοροποίηση ανάμεσα στις πόλεις και στα χωριά.  Η βαθειά διαιρετική γραμμή που εμφανιζόταν σε όλες τις εκλογές ανάμεσα σε ανατολική και δυτική Ουκρανία, εκφράζει ιστορικές διαφοροποιήσεις   ως προς την ιστορία των περιοχών αυτών. Οι δυτικές περιοχές  έγιναν θέατρα πολέμων και κυριαρχιών ανάμεσα στους Πολωνούς, Λιθουανούς, Αυστριακούς και Ρώσους και τα σύνορα δεν ακολουθούν εθνολογικά κριτήρια ούτε προς τα δυτικά, ούτε προς τα ανατολικά. Εκφράζει όμως και το μεγάλο τραύμα του Ουκρανικού λιμού στη δεκαετία του 1930 στην οποία η δυτική Ουκρανία σπάρθηκε με τα κόκκαλα εκατομμυρίων αγροτών (oι υπολογισμοί, δύσκολοι και πολιτικά εμπρόθετοι, κυμαίνονται από 2.8 έως 7.5 εκατομμύρια). Ο λιμός αυτό αποτέλεσμα της βίαιης κολλεκτιβοποίησης, αναγνωρίστηκε από την Ουκρανία αλλά και από άλλες χώρες,  ως γενοκτονία και περιγράφεται με τον όρο Holodomor. Τα  αισθήματα αντεκδίκησης  ξεδιπλώθηκαν με την εκτεταμένη και μαζική  συμμαχία των ουκρανών εθνικιστών με τους Ναζί, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο απέναντι  στους Ρώσους όσο κυρίως με την ενεργό συμμετοχή     στην εξόντωση των Εβραίων. Στην Ουκρανία ζούσαν μεγάλες εβραϊκές κοινότητες. Σύμβολο αυτών των σφαγών είναι το  Μπάμπι γιαρ, όπου σε μια μόνη μέρα εκτελέστηκαν 30.000 εβραίοι, αναγκασμένοι να ξαπλώνουν διαδοχικά πάνω στα προηγούμενα πτώματα γυμνοί, για να διευκολυνθεί η ταφή τόσων πτωμάτων. Οι Ουκρανοί θεωρούσαν τους Εβραίους συνεργάτες των μπολσεβίκων και συνένοχους για τα δεινά τους. Η επέλαση του κόκκινου στρατού το 1944-45, σήμαινε  τιμωρία και  αντίποινα για τους συμμάχους και συνεργάτες των Ναζί, την μαζική έκταση των οποίων ελάχιστα γνωρίζουμε.  Καταλαβαίνει κανείς το σύνθετο της κατάστασης, τα αισθήματα αντεκδίκησης και τους ανοιχτούς λογαριασμούς όχι μόνο από το 1989, που φαίνεται πως δεν τελείωσε ακόμα, αλλά και από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και από το μεσοπόλεμο. Μπορούμε να αντιληφθούμε επίσης και το ιστορικό υπόστρωμα των ναζιστών στη χώρα αυτή.
Όταν η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε το 1991, μέσα σε μια νύχτα ο μισός πληθυσμός της αναγκάστηκε να μάθει ταχύτατα ουκρανικά, τα βιβλία ιστορίας ξαναγράφηκαν και χιλιάδες ιστορικών που έως τότε δίδασκαν την σοβιετική ιστορία τώρα θα έπρεπε να επινοήσουν την ουκρανική ιστορία. Συγγραφείς, ήρωες, μνημεία, τοπονύμια και χρονολογίες, άλλαξαν εθνολογικό πρόσημο. Όσους γνωρίζαμε ως Ρώσους έγιναν τώρα Ουκρανοί. Και εδώ θα πρέπει όμως να υπομνήσουμε  ότι το εθνικό όνομα Ρώσος είναι διφυές.  Δείχνει και τους εθνολογικά Ρώσους, αλλά και τους κατοίκους της ρωσικής αυτοκρατορίας.
Οι πολιτικοί αναλυτές τονίζουν κυρίως τους γεωπολιτικούς ή ενεργειακούς λόγους της κρίσης. Ωστόσο η κρίση αυτή γίνεται με τη μαζική συμμετοχή ανθρώπων, έχει τα χαρακτηριστικά εμφύλιας διαμάχης. Οι άνθρωποι δεν είναι  πιόνια, αλλά διαμορφώνονται μέσα από τις αντιλήψεις που έχουν για την ιστορία, μέσα από τα συναισθήματα που τους δημιουργεί η εμπλοκή με το παρελθόν τους. Οι δηλώσεις και οι αποφάσεις των πολιτικών δεν μπορούν να προσφέρουν   συνδιαλλαγή,   μεσολάβηση,   συμφιλίωση των ανθρώπων με το παρελθόν τους. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος τους.
Θα υπάρξει ένας δεύτερος Κριμαϊκός πόλεμος; Έχουμε ξεχάσει τον πρώτο κριμαϊκό πόλεμο που έγινε το 1853-56, ανάμεσα στη Ρωσία αφενός και στην Γαλλία και Αγγλία αφετέρου που προσέτρεξαν  σε βοήθεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος αυτός ήταν ο τελευταίος   πόλεμος στην Ευρώπη που είχε αφορμή θρησκευτικά ζητήματα. Ωστόσο εξέφραζε τον ανερχόμενο ρωσικό ιμπεριαλισμό προς νότον. Στον πόλεμο αυτό που διεξήχθη στην Κριμαία, η  Ρωσία ηττήθηκε. Ωστόσο ο πόλεμος αυτός προκάλεσε τεκτονικές αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή. Ακολούθηαν καθοριστικές πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις τόσο στη Ρωσία όσο και στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στην πρώτη ως αποτέλεσμα της ήττας, στη δεύτερη επιβεβλημένες από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η Πύλη αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα δικαιώματα των χριστιανών, αλλά άλλαξαν και οι κανονισμοί του Πατριαρχείου με τη συμμετοχή λαϊκών στη διοίκηση του μιλλέτ. Στον πόλεμο αυτό συμμετείχε δειλά-δειλά και η Ελλάδα, δημιουργώντας ταραχές στα ηπειροθεσσαλικά σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Αγγλογάλοι απέκλεισαν το λιμάνι του Πειραιά, αποβίβασαν στρατιωτικά αγήματα και τοποθέτησαν φιλική και δυτικοστρεφή κυβέρνηση  στην Αθήνα. Άρχισε η αρχή  του τέλους του Οθωνα, διαλύθηκε η φιλορωσική επιρροή στην πολιτική ζωή, και  ξέσπασε χολέρα στην πρωτεύουσα.
Ας ευχηθούμε ότι θα αποφευχθεί ένας δεύτερος κριμαϊκός πόλεμος. Δεν θα είναι όπως μικρότερης σημασίας οι μεταβολές στην ευρύτερη περιοχή. Θα πρέπει να τις παρακολουθήσουμε, γιατί, δεδομένης της δομής των ιστορικο-γεω-πολιτικών σχέσεων, η Ελλάδα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

ENA ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΆ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Α. ΛΙΑκΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΟ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΟ ΑΓΡΙΟΤΟΠΟ . ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ Α. ΛΙΑΚΟΣ: Οι εκλογές του 2014 έκλεισαν ένα κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος είναι ζητούμενο -... www.chronosmag.eu



www.chronosmag.eu

Οι εκλογές του 2014 έκλεισαν ένα κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο


Ήρθε ο καιρός η αριστερά να αναθεωρήσει τις στρατηγικές και τις μορφές αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης, καθώς και να δημιουργήσει εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος

Αντώνης Λιάκος

Η εικόνα των τριών νέων ανθρώπων, του Αλέξη, της Ρένας και του Γαβριήλ, να γιορτάζουν τη βραδιά των εκλογών μπροστά στα Προπύλαια, πέραν της φρεσκάδας και της ομορφιάς, ασυνήθιστη για τη γκριζαδούρα των Ελλήνων πολιτικών, απέπνεε αισιοδοξία και εμπιστοσύνη. Μια πολιτική ηγεσία με διαφορετική ποιότητα, σε σύγκριση με την εικόνα του Σαμαρά, την ίδια βραδιά, ως φανατικού κομματάρχη που μετράει κερδισμένα και χαμένα χωριά, και βεβαίως του εμμονικού Βενιζέλου, που γνωρίζοντας πως είναι αντιπαθής, προσπαθεί να γίνει αντιπαθέστερος. Τέτοιες εικόνες λένε περισσότερα από τις αναλύσεις. Κι ακόμη αν προβάλεις την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη θα διαπιστώσεις πως στη γενική άνοδο της Δεξιάς και του ευρω-αρνητισμού, επιλέγει να αναδείξει ως πρώτο κόμμα την Αριστερά. Πράγματι η Αριστερά κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τα ερείσματά της στο σεισμό των εκλογών του 2012 που άλλαξαν το πολιτικό τοπίο στη χώρα, και ακόμη να ξετινάξει από πάνω της τις κατηγορίες που εκτόξευαν με επιμονή οι αντίπαλοί της για άκρο, για αντι-ευρωπαϊσμό, για λαϊκισμό και τόσα άλλα. Δεν μπορεί κανείς να υποτιμά το γεγονός πως όλα αυτά τα κέρδισε απέναντι σε ένα συμπαγές επιθετικό μέτωπο που αποτελούνταν από τα κυβερνητικά κόμματα, τα ΜΜΕ, διανοούμενους υπηρεσίας, αλλά και ξένες κυβερνήσεις και οίκους αξιολόγησης κ.λπ. Της άξιζε επομένως να γιορτάσει το βράδυ των ευρωεκλογών στα προπύλαια.
Ώς εδώ τα καλά και ευχάριστα νέα. Τα δυσάρεστα δεν αρχίζουν μόνο με την ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε τρίτη δύναμη. Ούτε με τον καταποντισμό της ΔΗΜΑΡ, δυνάμει σύμμαχο σε μια μετατόπιση του πολιτικού άξονα αριστερότερα. Τα δυσάρεστα αφορούν το γεγονός ότι η Αριστερά μπορεί να γιορτάζει για πρώτη φορά την ανάδειξή της στο μεγαλύτερο ελληνικό κόμμα, αλλά αυτό δεν συνέβη επειδή αύξησε τη δύναμή της από το 2012, αλλά επειδή έχασαν δύναμη οι αντίπαλοί της. Έχασαν περίπου το ένα τρίτο της επιρροής τους Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟΚ. Γιατί όμως, παρά τη φοβερή αυτή κρίση, δεν αυξήθηκε η επιρροή της Αριστεράς; Είναι πράγματι αυτή η οροφή της; Αυτό είναι το ένα θέμα που θα πρέπει να μας απασχολήσει. Το άλλο είναι ότι και με τη δημιουργία του Ποταμιού, το μπλοκ εξουσίας φαίνεται να θωρακίζεται κλείνοντας τον δρόμο στην Αριστερά.
Τι σημαίνουν αυτές οι δύο παρατηρήσεις; Μήπως ότι το ελληνικό κατεστημένο μπόρεσε να ξεπεράσει την κρίση με ασφάλεια; Μήπως ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία της Αριστεράς να επανατοποθετήσει τη χώρα σε μια νέα τροχιά μετά την κρίση; Κοιτώντας ιστορικά τις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις, βλέπουμε ότι δεν έχουν πάντοτε ομότροπο αποτέλεσμα. Και η κρίση της σημερινής Ευρώπης δείχνει μεγαλύτερη ενίσχυση της Ακραίας Δεξιάς παρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η υπαρκτή ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ισπανία, αλλά και σε άλλες χώρες, είναι ασύμμετρη ως προς το βάθος και τις επιπτώσεις της κρίσης.
Η αντίληψη που θεωρεί πως η κρίση είναι μια στιγμή στην οποία όλα παίζονται, δημιουργεί και μια αντίληψη επέλασης προς την εξουσία. Να καταλαβαίνουμε την κρίση ως μια στιγμή που όλα παίζονται, είναι σωστή και ανταποκρίνεται στην ετυμολογία και στην εννοιολογική ιστορία της λέξης. Αλλά με την έννοια αυτή η στιγμή της κρίσης πέρασε. Η κρίση κρίθηκε και παγιώθηκε σε ένα καθεστώς κρίσης. Αυτό είναι το καθεστώς της βίαιης συμπίεσης του βιοτικού επιπέδου, της απογύμνωσης της εργασίας από κάθε θεσμική πλαισίωση, της ανεργίας και της ανασφάλειας, της ιδιωτικοποίησης των κοινών, της κατεδάφισης των κοινωνικών υπηρεσιών, της μεγάλης κοινωνικής διαφοροποίησης, της απίσχνανσης της δημοκρατίας. Αυτό είναι το καθεστώς που παγίωσε την κρίση. Η κρίση δεν εκκαθάρισε το έδαφος ώστε να δημιουργήσει ένα πεδίο στο οποίο παρατάσσεται ένας στρατός φτωχών, απέναντι σε ένα φρούριο πλουσίων. Δεν δημιούργησε ένα γυμνό πεδίο όπου είναι δυνατή μια κοινωνική επέλαση. Εφόσον η κρίση παγιώθηκε, πάνω στο έδαφος που εκκαθάρισε, φύτρωσε ένα καινούριο δάσος. Ένα δάσος της κρίσης. Η κρίση αποτέλεσε ένα περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε μια νέα χλωρίδα και μια νέα πανίδα. Να το πούμε ένα δάσος άγριου καπιταλισμού; Όταν παγιώνεται μια κατάσταση, αναπαράγεται. Η κρίση ήταν ένα εργαλείο για να αλλάξει η κοινωνία. Είναι μάταιο και αναποτελεσματικό να θεωρούμε ότι το πρωτογενές πλεόνασμα, η έξοδος στις αγορές και η εμπιστοσύνη των οίκων αξιολόγησης δεν σηματοδοτούν την έξοδο από την κρίση. Αυτή είναι η έξοδος, αυτή την έξοδο επιδίωκαν όσοι διαχειρίστηκαν την κρίση, αυτή είναι η επιτυχία των περίφημων δομικών μεταρρυθμίσεων. Σύντομα θα το καταλάβουμε ότι η κρίση θα έχει ξεπεραστεί για τις νέες ομάδες που θα αναδειχτούν μέσα από μια γιγαντιαία μεταβίβαση πόρων, περιουσιών, και κύρους, ενώ θα αποτελεί την επισφαλή πραγματικότητα όλων των άλλων. Η κρίση αναπαράγεται γιατί δημιουργεί ένα νέο κοινωνικό παιχνίδι, έναν νέο κοινωνικό ορίζοντα στον οποίο συνωστίζονται οι προσδοκίες και αποκτούν συνείδηση νέες ομάδες. Η Αριστερά κερδίζει όταν αυτές οι προσδοκίες ξεπερνούν τον ορίζοντα αυτόν, επομένως θέτουν ζήτημα αλλαγής του. Χάνει όμως όταν οι προσδοκίες παραμένουν εγκλωβισμένες μέσα στον ορίζοντα αυτόν.
Οι μεγάλες σαρωτικές επαναστάσεις των δύο περασμένων αιώνων συνέβησαν όταν τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν σύνθετες κοινωνίες μπορούσαν να απλοποιηθούν σε ένα και μοναδικό. Αυτό μπορούσε να συμβεί, και πράγματι επιχειρήθηκε να συμβεί στην Ελλάδα με το δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Το momentum όμως αυτού του διλήμματος χάθηκε. Όχι μόνο γιατί το μνημόνιο ως πολιτική αλλαγών πέρασε, αλλά και γιατί τα στρατόπεδα δεν ήταν συμπαγή. Και αν το στρατόπεδο του μνημονίου αποδείχτηκε περισσότερο συμπαγές καθώς πολλοί φιλελεύθεροι θυσίασαν τις αρχές τους σε μια συμμαχία με την Ακραία Δεξιά που συσπείρωσε ο Σαμαράς, το στρατόπεδο του αντιμνημονίου χωριζόταν από τη βαθιά και αγεφύρωτη τομή φασισμού-αντιφασισμού. Το momentum χάθηκε αλλά η πολιτική αντιπαράθεση συνέχιζε να στοιχίζεται σε αυτή την αντίθεση, με τις ρόδες να γυρίζουν στο κενό. Και αυτό το διαπιστώσαμε κυρίως στις δημοτικές εκλογές, όπου εκτός από την Αθήνα και την Αττική όπου προβλήθηκαν χαρισματικές προσωπικότητες, στην υπόλοιπη Ελλάδα οδήγησε σε αδικαιολόγητες αποτυχίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η Αριστερά βγήκε από τον πρώτο γύρο εκτός παιχνιδιού ήταν η Θεσσαλονίκη και η κεντρική Μακεδονία.
Τα δείγματα της νέας εποχής είναι ο Πειραιάς και ο Βόλος. Αυτά τα δύο λιμάνια κατέχουν πια μια νέα στρατηγική θέση στη γεωγραφία της παγκοσμιοποίησης γιατί είναι οι πύλες των μεταφορών από την Ασία στην Ευρώπη. Καταλαβαίνει κανείς ότι η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, η παρουσία της COSCO, η τύχη της παρακείμενης αδιάθετης γης, η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη, δεν είναι πια τοπικής, ούτε εθνικής, αλλά παγκόσμιας σημασίας διακυβεύματα. Εκεί λοιπόν η παράγκα με τους μπράβους, τον εκφοβισμό και την εξαγορά αντί να στήνει παιχνίδια και στοιχήματα εισέβαλε στα δημαρχιακά μέγαρα για να διαχειριστεί τις προσόδους, τα ΕΣΠΑ, τη γη, τις εγκαταστάσεις, την απασχόληση. Αν σηκώσουμε λίγο τον μπερντέ θα δούμε το νέο οικοσύστημα που δημιούργησε η κρίση. Δεν μας είναι ένα άγνωστο. Η λέξη ολιγάρχες που χρησιμοποιούμε για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, σε μόνιμη κρίση εδώ και δεκαετίες, δείχνει πώς μπορεί να διαμορφωθεί και το δικό μας μετά-την-κρίση πολιτικό μέλλον. Εδώ διαμορφώνονται τα νέα κέντρα σύνθετης ισχύος που υπερβαίνουν τις παλιές διαχωριστικές γραμμές και ενσωματώνουν πλέμπα με αφεντικά της μέρας ή της νύχτας, νόμιμη και παράνομη παραγωγή χρήματος, εφοπλιστές, διυλιστήρια και φοροδιαφυγή καυσίμων, εκκλησία, πασόκους, νεοδημοκράτες και χρυσαυγίτες.
Αν λοιπόν πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κρίση ως στιγμή διακύβευσης πέρασε, αφήνοντάς μας σε μια νέα κατάσταση μόνιμης κρίσης που αναπαράγεται, τότε είναι καιρός αναθεώρησης των στρατηγικών και των μορφών αντιπαράθεσης της εποχής της κρίσης. Ως επίκεντρο πλέον πρέπει να τεθεί ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθεί η καινούρια μετά την κρίση εποχή. Αυτό δεν δημιουργεί, όπως ίσως νομίσουν μερικοί, ένα τετελεσμένο, μια αναγνώριση, έναν συμβιβασμό με τα αποτελέσματα της κρίσης. Κάθε άλλο. Οι εποχές στις οποίες διακυβεύονται τα πάντα, όπου ο κύκλος είναι καθοδικός, η κατάθλιψη, ο φόβος, ο κίνδυνος λειτουργούσαν παραλυτικά. Στην ανοδική πορεία του κύκλου, ακόμη και αν η κοινωνική κατάσταση είναι πολύ κακή, η ελπίδα ισχυροποιεί το αίσθημα ανάληψης ρίσκου. Χρειάζονται όμως άλλες μορφές αντίληψης της πολιτικής αντιπαράθεσης και αναμέτρησης. Σύνθετες στρατηγικές. Η στρατηγική θα πρέπει να μοιάζει σαν την κοίτη ενός ποταμού η οποία μπορεί να συγκρατεί πολλά ρεύματα. Από τη σχέση ανάμεσα στο σύνθετο και το συνεκτικό θα εξαρτηθεί η δύναμή της. Από την ικανότητα να δημιουργηθούν εναλλακτικά κέντρα σύνθετης ισχύος.
Η Αριστερά του 2014 μπορεί να αναλάβει μια σύνθετη στρατηγική; Ασφαλώς, γιατί δεν είναι η νεοπαγής Αριστερά του 2012 που η συνοχή της εξαρτάται από τη σύγκρουση. Τώρα το μέγα ζήτημα είναι με ποιες συμμαχίες θα προχωρήσει. Πού θα τις βρει. Με ποιους θα γίνει μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Το ζήτημα εξαρτάται και από το ίδιο το προσωπικό της Αριστεράς, αν μπορεί να καλλιεργήσει αίσθημα εμπιστοσύνης. Εδώ τα μηνύματα είναι μεικτά. Η σύνθεση λ.χ. της ομάδας που θα πάει στο Ευρωκοινοβούλιο για να αμφισβητήσει τις επικρατούσε πολιτικές, εκπέμπει ασφαλώς ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα ως προς την εκλογή του Γλέζου και της Κούνεβα. Προβληματίζει όμως ως προς την υπόλοιπη σύνθεση, η οποία δύσκολα μπορεί να εκφράζει τις επεξεργασίες και το πνεύμα της ηγεσίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., πόσο μάλλον να το εκφράσει στην Ευρώπη. Βεβαίως, όπως άλλωστε σε όλα τα μεγάλα κόμματα, συγκλίνουν, ασύμπτωτα επίπεδα, και κυρίως ασύμπτωτες αντιλήψεις του είναι και του πράττειν.
Συμπερασματικά, οι εκλογές του 2014 έκλεισαν έναν κύκλο. Πώς θα ανοίξει ο επόμενος, είναι ζητούμενο.
 Ας κρατήσουμε όμως από τις εκλογές αυτές τη νίκη της Δούρου, μια ευκαιρία να γίνει η Αττική εργαστήρι του buon governo, και την ανάδειξη του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στον Δήμο της Αθήνας, ως παραδείγματος ήθους και ύφους μιας νέας πολιτικής. Η εικόνα των τριών το βράδυ των εκλογών στα Προπύλαια είναι μια εικόνα αισιοδοξίας.
(Δείτε τη φωτογραφία εδώ)

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Α. ΛΙΑΚΟΣ-Δ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Επείγει η διττή στροφή της Ε.Ε. - ΧΡΟΝΟΣ online magazine

Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας Δημήτρης...
chronosmag.eu


Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας και υποψήφιος ευρωβουλευτής του Σύριζα Δημήτρης Χριστόπουλος, ιδρυτικά μέλη της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, συζητούν για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αριστερά εν όψει των Ευρωεκλογών του 2014

Αντώνης Λιάκος: Δημήτρη, από τη μια βλέπω τις αφίσες με καθημερινούς Ευρωπαίους που λένε «Ψήφισε στις ευρωεκλογές για να κάνεις εσύ κουμάντο στην Ευρώπη», από την άλλη διαβάζω τα δημοσιεύματα των Financial Times για την αποπομπή Παπανδρέου στη σύνοδο των G8 στις Κάννες. Δύο μηνύματα που στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου. Με το πρώτο σού λένε ψήφισε γιατί η Ευρώπη εξαρτάται από σένα, με το δεύτερο αντιλαμβάνεσαι ότι αλλάζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όχι απλώς ερήμην των λαών, αλλά ερήμην και των ίδιων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις Κάννες δεν συνήλθε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε καν η Κομισιόν. Σε μια συνάντηση κορυφής των ηγετών των πλουσιότερων χωρών του κόσμου αποφασίζεται να αλλάξουν κυβερνήσεις δύο χώρες: η Ελλάδα και η Ιταλία. Αποφασίζεται πώς θα κυβερνηθούν. Εκεί μιλούν για «δικαιοσύνη Παλαιάς Διαθήκης», δηλαδή οφθαλμόν αντί οφθαλμού και σκληρή τιμωρία για παραδειγματισμό των άλλων Ευρωπαίων. Επομένως, γιατί ο πολίτης να ψηφίσει στις ευρωεκλογές, κι εσύ τι δουλειά έχεις εκεί ως υποψήφιος;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Αντώνη, εδώ και χρόνια η Ευρώπη έχει διέλθει από την εποχή του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» και έχει κάνει ένα άλμα στο δημοκρατικό κενό. Δεν συζητάμε απλώς για ένα έλλειμμα αρμοδιοτήτων του Ευρωκοινοβουλίου –καθώς αυτό υπήρχε ανέκαθεν– αλλά κάτι δομικά πιο κρίσιμο. Το Κοινοβούλιο σιγά σιγά αυξάνει τις δυνάμεις του, π.χ. τώρα πλέον εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής, αλλά το επίδικο είναι αυτό που λες: ότι τώρα πλέον οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται καν στο επίπεδο των θεσμών, αλλά σε αυτό της αμεσολάβητης ισχύος. Το δε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο παρακολουθεί αμήχανα… Εδώ πλέον έχουμε σταδιακά μια στροφή από κανόνες –όποιοι και να ήταν αυτοί– σε απλές αποφάσεις που επικυρώνονται απλώς διά της ηγεμονίας αυτών που τις λαμβάνουν. Ε, λοιπόν, αυτό δημοκρατία δεν είναι. Δεν ξέρω πώς να το πούμε, πάντως, σίγουρα η τιμή του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν του αξίζει. Αν ο πολίτης δεν ψηφίσει στις ευρωπαϊκές εκλογές, η αίσθησή μου είναι ότι η νέα αυτή κατάσταση πραγμάτων θα εδραιωθεί –εδραιώνεται δηλαδή ούτως ή άλλως–, με αποτέλεσμα την περαιτέρω απαξίωση του μοναδικού αντιπροσωπευτικού θεσμού της Ε.Ε. με ό,τι αποτελέσματα αυτό μπορεί να έχει για το ευρωπαϊκό μέλλον. Διότι να μην ξεχνάμε: ναι μεν η ευρωπαϊκή οικοδόμηση ξεκίνησε από τον άνθρακα και τον χάλυβα –δηλαδή το βαρύ ευρωπαϊκό βιομηχανικό κεφάλαιο–, αλλά στο επίπεδο του εποικοδομήματος υπήρξαν κάποια δημοκρατικά κεκτημένα. Αν τα απολέσουμε, τότε πραγματικά δεν βλέπω σε τι το σχέδιο μπορεί να αξίζει. Εξάλλου, τώρα πλέον ούτε άνθρακας ούτε χάλυβας υπάρχουν ώστε να δίνουν γραμμή. Τράπεζες έχουμε. Κάπως έτσι τα βλέπω τα πράγματα: αν η Ευρώπη συνεχίσει στον δρόμο του ευρωπαϊκού κενού, της απαξίωσης της εργασίας και του εκφυλισμού της δημοκρατίας, απλώς δεν θα έχει λόγο να υπάρχει. Όπως πάει λοιπόν, το τρώει το κεφάλι της, και η χώρα που είναι στην εμπροσθοφυλακή της κρίσης, η Ελλάδα, βιώνει πιο οδυνηρά τους κραδασμούς αυτούς.

Α.Λ.: Αυτό που λες, Δημήτρη, μου θυμίζει κάπως τη θεωρία του παρία. Ο παρίας, ο απόβλητος, είναι εκείνος που μπορεί να σώσει την κοινωνία γιατί μπορεί να θέσει ξανά τους κανόνες με τους οποίους συγκροτείται το σύστημα. Να τους θέσει με δίκαιο τρόπο, επειδή ο ίδιος βρίσκεται απέξω και στην πιο δυσμενή θέση. Όλες οι θεωρίες της κοινωνικής αλλαγής, αλλά και οι σωτηριολογικές, είχαν ως πυρήνα τους τη θεωρία του παρία και του απόβλητου – από τον χριστιανισμό έως τον μαρξισμό. Μπορεί να φαίνεται υπερβολικά θεωρητικό και αφηρημένο, αλλά αν ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι σήμερα είναι η αδιαμεσολάβητη ισχύς που θέτει τους κανόνες, τότε η Ελλάδα, ή μάλλον η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα, γιατί η χώρα βρέθηκε στη θέση του απόβλητου, πρέπει να μεταμορφωθεί σε μια επιδίωξη μιας νέας τάξης, νέων κανόνων. Από την άποψη αυτή, η ελληνική Αριστερά, κι εσύ ανάμεσά της, ερχόσαστε σ’ εμάς τους εκλογείς ή οφείλετε να πάτε στο Ευρωκοινοβούλιο με προτάσεις αναδιοργάνωσης της ίδιας της Ευρώπης. Ποιες είναι αυτές; Γιατί εδώ οφείλω να σου επισημάνω επίσης τον κίνδυνο η θεωρία του παρία να γίνει μια φενάκη του ίδιου του παρία, και να νομίζει ότι η παρουσία του μοναχά μπορεί να γίνει θρυαλλίδα αλλαγών στην Ευρώπη. Αυτό είναι το ένα ερώτημα.
Δ.Χ.: Όπως λες, «η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα» είναι αυτή που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια δημιουργική αμφισβήτηση. Είναι αναγκαία και όχι ικανή προϋπόθεση. Σε αυτό επαυξάνω. Καμία παρουσία κανενός δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις κρίσιμες πολιτικές ανατροπές χωρίς πρόγραμμα και στρατηγικές. Ακόμη περισσότερο, το ότι επιλέγουμε το μέρος του αδύναμου στον πολιτικό ανταγωνισμό δεν συνεπάγεται βέβαια ότι ο αδύναμος –αδύναμος είτε από την άποψη του πολιτικού κύρους είτε της οικονομικής εξουσίας– έχει πάντα δίκιο επειδή είναι αδύναμος. Και αυτός πρέπει διαρκώς να τίθεται υπό τη βάσανο της κριτικής, ειδάλλως θα μένει μονίμως ανήλικος και ανώριμος, αδύναμος ων, υπό την πατερναλιστική προστασία αυτών που φέρονται πως τον εκφράζουν. Άρα ο παρίας ούτε έχει εξ ορισμού δίκιο, ούτε το δίκιο του φτάνει προκειμένου να ανατρέψει την κατάσταση. Η στρατηγική είναι το όπλο του αδυνάτου. Εδώ θα δοκιμαστεί και η δική μας δυνατότητα, ως Αριστερά, να μπορέσουμε την ίδια στιγμή που μαχόμαστε για την ανάσχεση της επίθεσης στην κοινωνία και τη δημοκρατία, να κρατήσουμε το μυαλό μας καθαρό για τη χάραξη συγκεκριμένων προτάσεων στις δημόσιες πολιτικές, τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και σε αυτό των θεσμών, που είναι, όπως ξέρεις, ζήτημα κοντά στα δικά μου ενδιαφέροντα. Το επείγον αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη είναι λοιπόν η διττή στροφή: στροφή από τη νεοφιλελεύθερη συνταγή μέσα από ένα ευρωπαϊκό new deal στην οικονομία, και συνάμα στροφή για την ανάταξη της δημοκρατίας. Δεν ξέρω αν «η Ευρώπη ή θα είναι κοινωνική ή δεν θα είναι Ευρώπη», όπως άκουσα πρόσφατα από υπεύθυνα χείλη, ξέρω όμως ότι αν η Ευρώπη δεν είναι δημοκρατική, δεν αξίζει να υπάρχει.
Α.Λ.: Από την απάντησή σου όμως προκύπτει και ένα άλλο ερώτημα: Αν η Ευρώπη συγκροτήθηκε ως οικονομικός και πολιτικός χώρος –αφενός ως αντίπαλο δέος στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. και αφετέρου ως ενοποίηση της βαριάς της βιομηχανίας, δηλαδή της παραγωγικής της βάσης–, σήμερα πού βρισκόμαστε; Άραγε μπορούν οι τράπεζες να αποτελέσουν στοιχείο ενοποίησης και μάλιστα ενοποίησης με κανόνες και δημοκρατικές διαδικασίες; Η Ευρώπη επικαλείται συνεχώς την ανταγωνιστικότητα απέναντι στους καινούριους οικονομικούς γίγαντες για να μειώσει τους μισθούς, να κατεδαφίσει το κράτος πρόνοιας, να απογυμνώσει την εργασία. Και τα δύο ζητήματα ανοίγουν το κεφάλαιο «Ευρώπη και παγκοσμιοποίηση». Κάποιος θα πρέπει να βάλει κανόνες στη νέα ιστορική φάση της παγκοσμιοποίησης. Ποιος; Εδώ η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα. Και τα δύο σκέλη της ερώτησής-σχολίου μου οδηγούν στην ανάγκη μιας πρότασης αναδιοργάνωσης της Ευρώπης.
Δ.Χ.: Η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα από τη συζήτηση αυτή για την πολιτική ρύθμιση των νέων προβλημάτων της εποχής της παγκοσμιοποίησης, διότι απλώς δεν έχει τι να πει. Βιάστηκε στο όνομα της πρόσδεσής της με τις στρατηγικές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα να φτιάξει νόμισμα, χωρίς προηγουμένως να έχουν σφυρηλατηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις οικοδόμησης αλληλεγγύης ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη. Τα έθνη φτιάχνουν νόμισμα, δεν φτιάχνει το νόμισμα έθνη. Έτσι λοιπόν, στην πρώτη δυσκολία –και μάλιστα σκληρή δυσκολία όπως η συγκυρία που ζούμε– τα ευρωπαϊκά έθνη επιστρέφουν στις δικές τους αφηγήσεις, αναβιώνουν τα οικεία στερεότυπα όλων έναντι όλων, και αναβιώνουν οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί. Η Ε.Ε. θέλησε μια νομισματική ένωση χωρίς ικανές προϋποθέσεις πολιτικής ένωσης και φυσικά η νεοφιλελεύθερη βιασύνη, η υπαρξιακή αναμέτρηση με τον χρόνο που ποτέ δεν φτάνει, μας οδήγησε στο αδιέξοδο που ζούμε: στη μετατροπή αυτού που στην αρχή ονομάσαμε κρίση, σε ένα νέο καθεστώς, σε μια νέα ρουτίνα στις ζωές μας. Η κυρίαρχη γραμμή που υπάρχει σήμερα, δηλαδή η μείωση του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με τους νέους οικονομικούς γίγαντες της υφηλίου, δεν είναι απλώς κοινωνικά οδυνηρή. Είναι πρωτίστως ιστορικά ανεδαφική. Η Ευρώπη δεν μπορεί να «κινεζοποιηθεί» όσο και κάποιοι να το θεωρούν ως τη μόνη λύση. Να σ’ το προχωρήσω: ακόμη κι αν υποθέσουμε, για λόγους οικονομίας της κουβέντας, ότι αυτή είναι η μόνη λύση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας –που δεν είναι φυσικά–, η λύση αυτή είναι επιεικώς ανιστόρητη. Κανείς δεν είναι μάντης να προβλέψει πού θα βρίσκεται η Ευρώπη σε μια δεκαετία από σήμερα, όπως κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει το 2000 πού θα βρισκόταν σήμερα. Ούτε μπορούμε να πούμε πως η Ευρώπη είναι καταδικασμένη από κάποια μοίρα να μένει ενωμένη. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι όταν η Ευρώπη δεν είναι ενωμένη, γεννάει τη βία και τη διαίρεση. Αυτός είναι ο μπούσουλας για μένα. Απέναντι στο νέο καθεστώς για το οποίο έκανα λόγο, η Αριστερά δεν μπορεί να είναι δύναμη παλινόρθωσης της προ κρίσης Ευρώπης, αλλά δύναμη που θα κομίσει νέες ιδέες δικαιοσύνης και δημοκρατίας ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Αυτό φυσικά θέτει τους «λαούς απέναντι στη Μέρκελ», αλλά μας θέτει και ενώπιον του κρίσιμου πολιτικού διλήμματος «μετά τη Μέρκελ τι;». Εδώ, θα συμφωνήσω πως η Αριστερά θέλει δουλειά πολύ. Πάντως, σήμερα το πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια να βγει μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ με ικανό εκλογικό προβάδισμα την Κυριακή των ευρωεκλογών ώστε τουλάχιστον να καταλάβουν κάποιοι κάποιοι ότι «η υπομονή μας τελείωσε». Διότι αν δεν γίνει αυτό, τότε θα καταλάβουν ότι αντέχουμε κι άλλο. Και αυτό θα συνεχίσει τον μονόδρομο της καταστροφής. Δεν συμφωνείς ότι σήμερα προέχει η ενίσχυση της Αριστεράς;
Α.Λ.: Ναι, η ενίσχυση της Αριστεράς στις Ευρωεκλογές προέχει. Και για έναν άλλο λόγο. Γιατί όσο αποκτά δύναμη η Αριστερά, τόσο ωριμάζει. Απόδειξη το debate των πέντε υποψηφίων στις Βρυξέλλες. Αφενός προσέδωσε στον Τσίπρα το statusενός Ευρωπαίου statesman και έφερε συνολικά την Αριστερά, και όχι μόνο την ελληνική στο κομβικό σημείο των ευρωπαϊκών προβλημάτων. Αφετέρου, η κατεύθυνση της συζήτησης, με τους ηγέτες της Αριστεράς και των Πρασίνων, δημιούργησε έναν άλλο ορίζοντα προσδοκιών. Επομένως ποια πρόταση, ποιο πρόγραμμα, ποιες προτεραιότητες και συμμαχίες για την αλλαγή στην Ευρώπη; Τι θα προτείνετε στο Ευρωκοινοβούλιο ως ομάδα που θα αντιπροσωπεύει την ελληνική Αριστερά σε μερικά φλέγοντα ζητήματα που είναι στο δικό σου πεδίο; Και εδώ θα ήθελα τη συμβολή σου σε δύο ζητήματα που ξέρω πως σε απασχολούν.

1) Μετανάστευση: βρισκόμαστε μάρτυρες καταστροφικής πολιτικής που κάνει τη Μεσόγειο νεκροταφείο ανθρώπων που ζητούν την ελπίδα. Η ευρωπαϊκή κοινωνία εθίζεται στην ωμότητα. Ποια θα πρέπει να είναι μια ευρωπαϊκή μεταναστατευτική πολιτική;
2) Πώς θα αποκρουστεί ο φασισμός από την ευρωπαϊκή ήπειρο; Με την ήπια μορφή της ενσωμάτωσης, την οποία αρχικά είχε επιλέξει ο Φίνι στην Ιταλία και τώρα ακολουθεί η Λεπέν στη Γαλλία, ή με τη μορφή της βίαιης αντιπαράθεσης, όπως στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής; Ο φασισμός έχει γίνει πια μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού, το στρέφει συνολικά προς τα δεξιότερα, ή συμμετέχει ακόμη και στη διακυβέρνηση, όπως στην Ουγγαρία και τη Νορβηγία (και βεβαίως στην Ουκρανία).

Δ.Χ.: Το μεταναστευτικό είναι η συμπύκνωση όλων των δύσκολων ταξικών, εθνικών και δημογραφικών αντιφάσεων των καιρών της παγκοσμιοποίησης. Αριστερή στρατηγική στο μεταναστευτικό σημαίνει κρίσιμες αξιακές αποστάσεις από τη λογική τής με κάθε κόστος ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών που είναι κυρίαρχη σήμερα στην Ευρώπη και οδηγεί στα Φαρμακονήσια, και ταυτόχρονα πολιτικές ενσωμάτωσης ως συμπερίληψης στον λαό για τους ανθρώπους που έχουν μεταφέρει εδώ το κέντρο των βιοτικών τους σχέσεων. Στο δύσκολο ερώτημα «Τι κάνουμε με τους ανθρώπους που έρχονται και δεν έχουν τι να κάνουν περιμένοντας να φύγουν;», η Αριστερά πρέπει να δώσει απαντήσεις συγκεκριμένες και να αποφεύγει τα ευχολόγια. Αλληλεγγύη χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. Το πρώτο που έχουμε είναι ότι γενικώς στην Ελλάδα πλανάται –αριστερά και δεξιά– ο αστικός μύθος του Δουβλίνου ΙΙ ως αιτία του κακού. Το πρόβλημα –λέω και ξαναλέω– έχει να κάνει με τον χώρο Σένγκεν που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία μόνο των νόμιμων μεταναστών. Εδώ η Ελλάδα καλείται να κάνει μία ακόμη δύσκολη διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. καθώς δέχεται δυσανάλογα μεγάλες ροές εξαιτίας της θέσης της. Αυτό όμως προϋποθέτει μια μεγάλη προσπάθεια ταυτοποίησης και καταγραφής ενός τμήματος του πληθυσμού, το οποίο θα πρέπει να βγει από τα υπόγεια στα οποία έχει μπει εξαιτίας του Ξένιου Διός. Και έπειτα μια προσπάθεια αναλογικού και δίκαιου καταμερισμού αυτού του πληθυσμού εντός της Ένωσης, το λεγόμενο burden sharing. Ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος, πάντως η σημερινή κατάσταση είναι σίγουρα αδιέξοδη και καταστροφική βάζοντας νερό στον ακροδεξιό μύλο.
Με τον φασισμό δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα. Όσο κυρίως η κατάσταση είναι αυτή που είναι, το ακροδεξιό ευρωπαϊκό κτήνος θα αφυπνίζεται. Αν δεν αλλάξει, όποια μέτρα ανάσχεσης του φασισμού και να λαμβάνουμε στο νομικό πεδίο, πάντα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη σκοτεινή πλευρά μας. Και η ποινική δίωξη είναι μέσα στο οπλοστάσιο. Αλλά φυσικά δεν είναι πανάκεια. Κακά τα ψέματα: ο φασισμός είναι η σκοτεινή πλευρά της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Ούτε πρωτογονισμός είναι ούτε «υπανάπτυξη» όπως βάλθηκαν να μας πείσουν. Μια χαρά πάει και πήγε με την «ανάπτυξη»… Αν η Ευρώπη δεν στρίψει αριστερά, τότε μπροστά μας δεν έχουμε το όραμα του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού που ευαγγελίζονται οι κυβερνώντες, αλλά αυταρχικές εθνικές διακυβερνήσεις οι οποίες ενώ στο επίπεδο της ιδεολογίας θα αναπαράγουν τον οικείο αγοραίο εθνικισμό τους, στο πεδίο της οικονομίας θα είναι πλήρως υποταγμένες στο μοντέλο της συμπίεσης του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Ο χειρότερος συνδυασμός δηλαδή. Εκεί νομίζω πως τοποθετείται και ένας σύγχρονος κριτικός αριστερός λόγος στην Ευρώπη: σε μια έντιμη υπέρβαση τόσο της νεοφιλελεύθερης φιλοευρωπαϊκής απολογίας της συναίνεσης όσο και της αντιευρωπαϊκής εθνικιστικής υστερίας της απόρριψης και όχι βέβαια την προτίμηση σε κάποιο από τα δύο. Έτσι νομίζω πως θα βάλουμε τον φασισμό ξανά για ύπνο. Να τελειώνουμε εύκολα με δαύτον δεν το βλέπω. Εσύ τι λες;
Α.Λ.: Έως τώρα η θεσμική συγκρότηση της Ευρώπης βασίστηκε σε μια δυσπιστία προς τη λαϊκή νομιμοποίηση. Επιπροσθέτως δύο δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού έχουν διαποτίσει με αυτή τη συγκεκριμένη φιλοσοφία τους ανθρώπους που δουλεύουν για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και τους θεσμούς που συγκροτούνται. Απέναντί τους όμως δεν έχουν έναν ευρωπαϊκό ομοιογενή δήμο. Ας θυμηθούμε την εμπειρία του αποτυχημένου Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μας έδειξε ότι στον αντίποδα δεν έχεις μόνο τις προοδευτικές δυνάμεις αλλά και τον δεξιό εθνικισμό. Αυτό που αντιμετωπίζει κανείς στην Ευρώπη είναι μια κατακερματισμένη κοινωνία. Την ίδια εικόνα μάς έδειξε και ο πρώτος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στην Ελλάδα. Η κρίση δεν ομογενοποιεί την κοινωνία πολιτικά αναδιατάσσοντας από τη μια τις λαϊκές και προοδευτικές δυνάμεις της υπέρβασης της κρίσης, και από την άλλη μεριά τους ολίγους υποστηρικτές της πολιτικής λιτότητας και αυταρχισμού. Η κρίση κατακομμάτιασε τις παλιές δυνάμεις, αλλά δεν εκκαθάρισε το έδαφος για την επέλαση των νέων δυνάμεων, για την πρόοδο της Αριστεράς. Σε μια τετραετία κρίσης αναπτύχθηκε μια καινούρια πυκνή βλάστηση πάνω στο έδαφος της κρίσης. Και μέσα στη βλάστηση αυτή ελλοχεύουν κάθε είδους άγρια ζώα, και βεβαίως τα φασιστικά. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα της κρίσης το οποίο θα πρέπει να το καταλάβουμε αποφεύγοντας δυϊστικά και απλουστευτικά σχήματα κατηγοριοποίησης. Έως τώρα λέγαμε ότι η κρίση παγιώθηκε σε καθεστώς. Αλλά κάθε καθεστώς δημιουργεί τις δυνάμεις αναπαραγωγής του. Εδώ καλείται η Αριστερά να παρέμβει. Το πρόβλημα της κοινωνικής αλλαγής θα πρέπει να το κατανοήσουμε ως πρόβλημα ανασύνταξης της κοινωνίας. Κι εδώ χρειάζεται μια θεωρητική και πολιτική ευρυχωρία που μπορεί να δεξιωθεί το σύνθετο και την πολυπλοκότητα. 
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...