Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΙΘΑΡΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΙΘΑΡΧΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

Είμαστε Τυφλωμένοι απο την φωτεινότητα

Petros Theodoridis

Είμαστε κοινωνίες της όρασης όπου ισχύει το "βλέπε αλλά μην αγγίζεις"..Γι'αυτό και το σύνθημα των καιρών είναι : " φως περισσότερο φώς" .                                                                       Όμως όλο αυτό το φως μας κάνει να ξεχνάμε πως έχουμε σώμα , μυρωδιές , αφή και γεύση..    Είμαστε Τυφλωμένοι απο την φωτεινότητα

Κορωνοιος και κοινωνιολογια 9: η Εσωτερικευση της βιας και η εξαφανιση του Αλλου





Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν του Πέτρου Θεοδωρίδη- ΚΑΙ Καρασαρίνης Μάρκος | Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ.



Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν
του Πέτρου Θεοδωρίδη
Μετά την εποχή του «τέλους της ιστορίας» και του «τέλους των ιδεολογιών» (κυρίαρχες θεωρίες της δεκαετίας του ’90) μπαίνουμε σε μια εποχή όπου συμπυκνώνεται τρομαχτικά ο χρόνος. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε μια επιτάχυνση του χρόνου; Έναν χρόνο τόσο πυκνό σε γεγονότα και αλλαγές ώστε να μην προλαβαίνουμε καν να τις συνειδητοποιήσουμε; Και όχι μόνο επιτάχυνση του χρόνου αλλά και μια παράξενη αλλαγή πλεύσης, μια οπισθοδρόμηση: είμαστε πολύ πιο κοντά στο Μεσοπόλεμο παρά -ας πούμε- στη Μεταπολίτευση. Η Ψυχοπαθολογία του Φασισμού είναι -και το αισθανόμαστε πια όλοι- πολύ πιο κοντά στη σημερινή εποχή. Με κάποια παράξενη έννοια ,με κάποια τρύπα στον Χρόνο είμαστε πολύ κοντά στο 1933.
 Και εδώ μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις:
 1ον Η ψυχοπαθολογία του Φασισμού εκφράζεται πολύ καλά με την αντίληψη του Carl Schmitt 1: η έννοια του Πολιτικού αφορά στη διάκριση μεταξύ Φίλου και εχθρού και  στη κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως «αναστολή του νόμου από τον ίδιο το νόμο». .
2ον Την φασιστική ψυχοπαθολογία χαρακτηρίζει η νοσταλγία μιας υποτιθεμένης μυθικής κοινότητας απαλλαγμένης από ατέλειες και το κακό, αλλά και μια αισθητική αντίληψη της πολιτικής.Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της πολιτικής.2.Όταν αναζητάς το αισθητικά ενδιαφέρον, το συγκλονιστικό, αυτό που θα σε βγάλει οριστικά από την πλήξη, τότε, υποκύπτοντας στην γοητεία του θεάματος, σκηνοθετείς την ιδία σου την πραγματικότητα με ένα σκηνικό θανάτου. ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν κι ένα αποτέλεσμα της μετατόπισης του σκηνικού: «να κάνουμε την ζωή μας τέχνη», φουτουρισμός, ο πόλεμος ως θέαμα και "λύτρωση" ο Μουσολίνι ως προσωποποίηση του ... «ανδρισμού», η λατρεία της δράσης, κλπ.
3ον Ο φασισμός δεν είναι άκρο, είναι μέσο, μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας
Θεωρούμε συχνά τον φασισμό ως ακρότητα όμως η Χάνα Άρρεντ μας έδειξε ότι αποτελεί την κοινοτοπία του κάκου. Σύμφωνα με την Άρρεντ -η οποία παρακολούθησε και κατέγραψε με εμβόλιμες παρατηρήσεις την δίκη του- ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας: «Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωναν πως ήταν φυσιολογικός[...] Ο ιερέας που τον επισκεπτόταν τακτικά, βεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν «άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες», «δεν έθρεφε παράφορο μίσος για τους Εβραίους» ,«δεν σκότωσε ποτέ κανένα Εβραίο ή μη Εβραίο, ούτε έδωσε εντολή να σκοτώσουν Εβραίο ή μη Εβραίο» ενώ όμως «δεν άφηνε αμφιβολία ότι θα σκότωνε ακόμα και τον πατέρα του αν τον είχαν διατάξει»3. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν -κατά τη Χάνα Άρρεντ - έγκειται στο ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν: ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί»4.
 Ακόμα πιο εντυπωσιακό: Ο Άιχμαν -κατά Άρρεντ - θεωρούσε πως ήταν, κατά κάποιο τρόπο ...”Καντιανός”. Θυμίζω πως ο Καντ εισήγαγε την έννοια του νόμου ως καθαρή μορφή και την έννοια της ηθικότητας ως ιδιότητα του έλλογου όντος να ενεργεί χάριν των νόμων 5. «Για τον Καντ, μια πράξη επιτρέπεται, εάν είναι δυνατόν να πράττουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ως κριτήριο της ηθικότητας μιας πράξης, αναγνωρίζεται το να μπορεί κανείς να θέλει να γίνει ο γνώμονας, που διέπει την πράξη τούτη, μια αντικειμενική καθολική αρχή («νόμος») η οποία ισχύει για όλους στις ίδιες ή ανάλογες και παρόμοιες περιπτώσεις6.
Προς γενική κατάπληξη, ο Άιχμαν στη δίκη του, δήλωσε με μεγάλη έμφαση πως είχε ζήσει όλη του τη ζωή σε συμφωνία με τους ηθικούς κανόνες του Καντ. Η Άρρεντ θεώρησε πως ο Άιχμαν παραποίησε την καντιανή διατύπωση ως εξής: «να ενεργείς έτσι ώστε η βασική αρχή στην οποία βασίζονται οι ενέργειες σου να είναι η ίδια βασική αρχή με του νομοθέτη ή του νόμου της χώρας» ή-πιο απλά- «να ενεργείς έτσι ώστε αν ο Φύρερ γνώριζε την πράξη σου να την ενέκρινε»7. «Είναι αλήθεια -σχολιάζει η Άρρεντ- ότι η ασυνείδητη παραποίηση του Άιχμαν συμφωνεί μ’ εκείνο που ονομάστηκε «ο Καντ διασκευασμένος για το νοικοκυριό του απλού ανθρωπάκου». Σ’ αυτή την χρήση στο νοικοκυριό, το μόνο που απομένει από το πνεύμα του Καντ, είναι η απαίτηση να κάνει ο άνθρωπος κάτι περισσότερο από το να υπακούει απλώς στο νόμο, πρέπει να υπερβαίνει το στάδιο της απλής υπακοής και να ταυτίζει τη θέληση του με την πηγή από την οποία πηγάζει ο Νόμος. «Στη φιλοσοφία του Καντ η πηγή αυτή ήταν ο πρακτικός λόγος[…] Στη χρήση στο νοικοκυριό κατά Άιχμαν, η πηγή αυτή ήταν η θέληση του Χίτλερ.» Σε μεγάλο μέρος, η φρικτά φιλόπονη επιμέλεια με την οποία εφαρμόστηκε η Τελική Λύση ανάγεται στην παλιά άποψη, που ήταν πράγματι πολύ διαδεδομένη στη Γερμανία: το να είσαι νομοταγής, δε σημαίνει απλώς να υπακούεις στους νόμους αλλά «να ενεργείς σαν να έχεις εσύ θεσπίσει τους νόμους με βάση τους οποίους ενεργείς. Από κει προέρχεται και η πεποίθηση ότι πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα από όσα λέει η φωνή του καθήκοντος» 8.
 Και η Άρρεντ καταλήγει σε μια ανατριχιαστικά ειρωνική όσο και γεμάτη αλήθεια παρατήρηση: όπως ακριβώς το δίκαιο στις πολιτισμένες χώρες προϋποθέτει πως η φωνή της συνείδησης λέει στον κάθε πολίτη «ου φονεύσεις» αν και μερικές φορές ο άνθρωπος έχει φονικές διαθέσεις και επιθυμίες, έτσι το δίκαιο στη χώρα του Χίτλερ απαιτούσε από τη φωνή της συνείδησης να λέει σε όλους «να φονεύσεις», αν και οι οργανωτές των σφαγών ήξεραν πολύ καλά ότι ο φόνος εναντιώνεται στις έμφυτες κλίσεις και επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων.[…]Πολλοί Γερμανοί και πολλοί Ναζί, θα πρέπει να ένοιωθαν τον πειρασμό να μη σκοτώσουν, να μη ληστέψουν, να μην αφήσουν τους πλησίον τους να θανατωθούν.Αλλά ένας Θεός ξέρει πως κατάφεραν να αντισταθούν στον πειρασμό τους» 9.
Στον πραγματικό φασισμό και ναζισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξόντωσης πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που εξόντωναν ή βασάνιζαν από ιδεολογία.Οι περισσότεροι γίνονταν βασανιστές και δολοφόνοι από κομφορμισμό ή (και ) καριερισμό: έκαναν απλώς την δουλειά τους, εκτελούσαν διαταγές -επιπλέον είχαν βρει διαφόρους τρόπους για να δικαιολογούν τον εαυτό τους: «δεν ήξερα», «απλώς εκτελούσα διαταγές»…
 Τον φασισμό δεν τον παράγουν τέρατα, αλλά ο Προκρούστης μιας πολύ βολικής συνταγής, ο ευνουχισμός της ηθικής επιταγής ώστε να συνταιριάζει με τον καριερισμό-κομφορμισμό του μικροαστού, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τις μεγάλες φιλοσοφίες και τα μεγάλα ηθικά συστήματα τα μικρά καθημερινά ανθρωπάκια, οι «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί» άνθρωποι της διπλανής πόρτας σύμφωνα με τα συμφέροντα και την μικρόνοια τους. Γι’ αυτό και παραμένει πάντα επικίνδυνος.



βιβλιογραφικές αναφορές:
[1] Για την πολιτική φιλοσοφία του Carl Schmitt, βλ. μεταξύ άλλων, Γιώργου Πάσχου, Κράτος δικαίου και Πολιτική, Πολιτειολογικές θεωρίες 1900 -1940, εκδ. ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ. 231, κ.ε.
2 Ας μην πάει το μυαλό μας μόνο στον …Βάγκνερ. Και το Κιτς συνιστά μια αισθητικοποίηση της πολιτικής.
3 Χάνα Άρρεντ, ο ’Αιχμαν στην Ιερουσαλήμ έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, σ. 26-28.
4 Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 215.
5 Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, Kant, Sade, Kafka, εκδ. Πλέθρον, 201, σ. 15.
6 Κώστας Ανδρουλιδακης, επιλεγόμενα, στο Ιμμανουέλ Καντ, Κριτική του πρακτικού λόγου, Εστία, μτφ σχόλια επιλεγόμενα, Κώστας Ανδρουλιδακης, Αθήνα 2006 σ. 262.
7 Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 111.
8 Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 111.
9 Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 121.


Καρασαρίνης Μάρκος   AΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ

Μια νέα ιστορική έρευνα ανατρέπει την εικόνα του γερμανού ναζιστή ως γραφειοκράτη που εκτελούσε εντολές. Η ανασκευή της έννοιας της «κοινοτοπίας του κακού», που είχε διατυπώσει η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ μετά την παρακολούθηση της δίκης του συνταγματάρχη των Ες Ες στο Ισραήλ το 1961
Ο Αϊχμαν πριν από την Ιερουσαλήμ
Ο Αντολφ Αϊχμαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παράτασης της κράτησής του πριν από την έναρξη της δίκης το 1961

10
εκτύπωση 
 
Bettina Stangneth
Eichmann before Jerusalem.
The Unexamined Life of a Mass Murderer
Εκδόσεις Knopf, 2014,
σελ. 610,  τιμή 35 δολάρια ΗΠΑ

Το 1963 η Χάνα Αρεντ τάραξε τα νερά της δυτικής διανόησης με ένα βιβλίο που επρόκειτο να συμβάλει στην ίδρυση ενός ολόκληρου πεδίου και να συζητείται επί δεκαετίες. «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες), καρπός της παρακολούθησης της δίκης του Αντολφ Αϊχμαν, υπευθύνου σε οργανωτικό επίπεδο για την εξόντωση εκατομμυρίων εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, υπήρξε μία από τις πρώτες απόπειρες επιστημονικής ερμηνείας των κινήτρων των αυτουργών του Ολοκαυτώματος. Αποσυνδέοντας τη ναζιστική γενοκτονία από οποιαδήποτε αιτιολογία ψυχοπάθειας, η Αρεντ απέρριπτε τη ριζοσπαστική φύση του κακού χάριν της «κοινοτοπίας» του: οι δράστες ήταν άτομα σαν τον Αϊχμαν, γκρίζοι γραφειοκράτες, διανοητικές μετριότητες, «κανονικοί» Γερμανοί, οι οποίοι υιοθέτησαν το ναζιστικό συνονθύλευμα ιδεών εγκαταλείποντας κάθε προσωπική αξιολογική κρίση ή ηθική επιλογή και απεκδυόμενοι οποιασδήποτε ευθύνης για τις πράξεις τους. Προκλητική στην εποχή της, η θέση αυτή άσκησε ιδιαίτερη επίδραση και δέχθηκε κατά καιρούς σκληρή κριτική για τη φιλοσοφική της τεκμηρίωση ή τις πιθανές προεκτάσεις της για τα ίδια τα θύματα. Πενήντα σχεδόν χρόνια αργότερα, η γερμανίδα φιλόσοφος Μπετίνα Στάνγκνετ αμφισβητεί για πρώτη φορά τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογιστικής της Αρεντ. Στο συναρπαστικό βιβλίο της που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά με τίτλο «Eichmann before Jerusalem. The Unexamined Life of a Mass Murderer», όπου γίνεται λεπτομερής επανεξέταση της βιογραφίας και της εσωτερικής ζωής του Αϊχμαν, η κριτική ανάγνωση του χειμαρρώδους λόγου του αναδεικνύει όχι πια την κοινοτοπία, αλλά την ιδιοτυπία του.

Το αρχείο της Αργεντινής
Η Στάνγκνετ επιδίδεται σε έναν κριτικό διάλογο με το έργο της Αρεντ, το οποίο αντιλαμβάνεται ως «αναπόσπαστο διανοητικό συνοδό» του δικού της. Δεν αποδομεί την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού», καταρρίπτει όμως την ισχύ της όσον αφορά το πρόσωπο που την ενσάρκωσε. Με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η γερμανοαμερικανίδα πολιτική θεωρητικός, χωρίς δηλαδή την ευχέρεια της αντιπαραβολής της εικόνας πριν και μετά τη σύλληψη του Αϊχμαν, η εξήγησή της τον ανήγαγε σε έναν ιδεότυπο που, δίχως να τον αθωώνει, ενσωμάτωνε την αυτοπροβολή του ως μετριότητας. Ωστόσο, η Στάνγκνετ αποδύεται σε μια επανατοποθέτηση του ναζί εγκληματία στα συμφραζόμενα του βίου του προκειμένου να θέσει το ερώτημα αν ο Αϊχμαν υπήρξε όντως πρότυπο κοινοτοπίας. Για τον σκοπό αυτό  προβαίνει σε εξαντλητική έρευνα και αντιπαράθεση δεδομένων σε περισσότερα από 30 αρχεία. Συλλέγοντας ένα διάσπαρτο εδώ και δεκαετίες υλικό (κυρίως το λεγόμενο «αρχείο της Αργεντινής»), το οποίο αφορά πλήθος τεκμηρίων χρονολογουμένων πριν από την απαγωγή του από πράκτορες της ισραηλινής κυβέρνησης στο Μπουένος Αϊρες όπου είχε καταφύγει μεταπολεμικά, τη δίκη του στην Ιερουσαλήμ το 1961 και την εκτέλεσή του στις 31 Μαΐου 1962, αποφαίνεται ότι ο ασήμαντος γραφειοκράτης υπήρξε μόνο το προσωπείο που ένας πολύπλοκος χαρακτήρας φόρεσε ελπίζοντας να αποφύγει τις συνέπειες της ενοχής του.

Η Στάνγκνετ προσφεύγει στις μαρτυρίες τόσο εκείνων που γνώριζαν τον Αϊχμαν επί εθνικοσοσιαλισμού όσο και του κύκλου των ναζί που κατέφυγαν στην Αργεντινή. Και στις δύο περιπτώσεις, όπως και στις εκατοντάδες σελίδες των αυτοβιογραφικών του κειμένων προτού συλληφθεί, ο «τσάρος των Eβραίων» κάθε άλλο παρά ως «γρανάζι μιας γραφειοκρατικής μηχανής» παρουσιάζεται. Ο ίδιος κομπάζει ότι το «διάσημο όνομα Αϊχμαν» είχε καταστεί «σύμβολο», μιλά ανοικτά και με αριθμούς για τη δράση του στο Ολοκαύτωμα, υπογράφει αυτόγραφα με το κανονικό του όνομα και τον βαθμό του («Συνταγματάρχης SS εν αποστρατεία Αϊχμαν»). Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που φιλοτέχνησε στη δίκη του, εκείνη του μεταπολεμικού φιλειρηνικού εκτροφέα κουνελιών, ο οποίος εξαναγκάστηκε από πράγματα και καταστάσεις, ακολουθώντας διαταγές, να συμμετάσχει στην εξόντωση ενός λαού, δηλώνει υπερήφανος για το έργο του. Αντί του αφανούς διαχειριστή «καθαρά τεχνικών ζητημάτων μεταφοράς» διεκδικεί την αναγνώρισή του ως επιφανούς οργανωτικού εγκεφάλου της διαδικασίας εκτοπισμού και εξόντωσης των Eβραίων στην Ευρώπη. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί τελικά αποσυνάγωγος από τη σέχτα των χιτλερικών νοσταλγών της εξορίας: αυτοί ήλπιζαν να χρησιμοποιήσουν την αυθεντία του για να αποκαθάρουν τον ναζισμό από το υποτιθέμενο ψέμα της εβραϊκής γενοκτονίας («το ψεύδος των έξι εκατομμυρίων»), εκείνος επέμενε να καυχιέται ότι «αν είχαμε εξοντώσει 10,3 εκατομμύρια, θα είχαμε ολοκληρώσει την αποστολή μας».

Ο υποτιθέμενα χαμηλού προφίλ Αϊχμαν επιδιώκει ήδη από το 1956 την έκδοση ενός βιβλίου για τα δικά του πεπραγμένα προκειμένου να προσδιορίσει τον ρόλο του στο Ολοκαύτωμα. Ερχεται σε επαφή με τον φιλοναζιστή εκδότη Εμπερχαρντ Φριτς και τον ολλανδό πρώην πολεμικό ανταποκριτή και προπαγανδιστή του ναζιστικού καθεστώτος Βίλεμ Σάσεν και οι τρεις τους συνάπτουν ένα συμβόλαιο στο πλαίσιο του οποίου ο Αϊχμαν παραχωρεί στον Σάσεν μια σειρά μακρών συνεντεύξεων ενώπιον μιας ομάδας πρώην ναζιστών και νοσταλγών του καθεστώτος. Ηδη, πριν από αυτές έχει συγγράψει ένα χειρόγραφο έκτασης 107 σελίδων με τον τίτλο «Οι άλλοι μίλησαν, τώρα είναι η σειρά μου», ενώ αργότερα θα ολοκληρώσει ένα ημι-μυθιστορηματικό κείμενο 260 σελίδων, το οποίο παραμένει ακόμη σε γνώση μόνο των κληρονόμων του. Στη διάρκεια της φυλάκισής του στην Ιερουσαλήμ το 1961 συντηρεί την ψευδαίσθηση της δημοσίευσης ενός αυτοβιογραφικού γραπτού 1.000 σελίδων με δυνητικό τίτλο «Γνώθι σαυτόν» και σχεδιάζει τις λεπτομέρειες της έκδοσης: «η ράχη και το εξώφυλλο πρέπει να είναι μονόχρωμα, μπεζ ή γκρίζα ίσως, με καθαρή, γραμμική και ελκυστική γραμματοσειρά. Είναι σαφές ότι δεν επιθυμώ ψευδώνυμο, καθότι δεν προσήκει στη φύση του πράγματος».

Κυνικός και ανελέητος
Η γλώσσα του Αϊχμαν στην Αργεντινή, όπως την παραθέτει η Στάνγκνετ, διαφέρει εντελώς από εκείνη της Ιερουσαλήμ. Η «αδυναμία ομιλίας» και «αδυναμία σκέψης» που εντοπίζει η Αρεντ έρχονται σε αντίθεση με τον συστηματικό τρόπο έκθεσης των απόψεών του. Κυνικός, ανελέητος, μισάνθρωπος, αυτός ο Αϊχμαν μπορεί να επιδεικνύει αδιάντροπα τον αντισημιτισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό του. Η τεχνική γλώσσα συνδυάζεται με την ανοικτή αποδοχή των όσων συνέβαιναν: τα στρατόπεδα «τροφοδοτούνταν με υλικό», αλλά και «για μένα δεν υπήρχε καμία διαφορά για το πού θα πήγαιναν οι Eβραίοι, στη Μαδαγασκάρη, στο Αουσβιτς, στα στρατόπεδα του (υψηλόβαθμου SS) Γκλόμποτσνικ για να εξοντωθούν με αέρια». Το ιδεολογικό περιεχόμενο εξακολουθεί να αφορά εν έτει 1957 την υπεράσπιση μιας διεστραμμένης κοσμοθεωρίας στην οποία εμμένει ως ιδανικό. Στην ερώτηση μιας κυρίας του κύκλου του Σάσεν «τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στη Γερμανία από την ανάληψη της εξουσίας από τους ναζί το 1933» εξανίσταται και μετά βίας συγκρατεί την οργή του: «Γι' αυτό τα δώσαμε όλα, τα νιάτα, την ελευθερία μας, κι άλλοι ακόμη περισσότερα, τη ζωή τους. Δεν αντέχω να ακούω κάτι τέτοιο [...], θα εκραγώ!».

Πεπεισμένος εθνικοσοσιαλιστής
Η αντεστραμμένη ηθική του Αϊχμαν είναι αυτή ενός πεπεισμένου εθνικοσοσιαλιστή - οι φυλετικές και βιολογικές κατηγορίες υπερβαίνουν τις πολιτισμικές, το αίμα ακυρώνει τις αξίες, η εξόντωση των Εβραίων αποβαίνει καθήκον, αποστολή, νομοτέλεια: «το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι ισχυρότερο από κάθε αυτοαποκαλούμενη ηθική απαίτηση». Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόπειρες φιλοσοφικής τεκμηρίωσης των λεγομένων του δεν εξαντλούνται πάντα σε έναν χυδαίο κοινωνικό δαρβινισμό. Σε κάποιες επιστολές του χρησιμοποιεί όχι χωρίς δεξιότητα δάνεια από τον Καντ, τον Νίτσε, τον Πλάτωνα, τον Σοπενχάουερ, ακόμη και τον (εβραϊκής καταγωγής) Σπινόζα, σημειώνει η Στάνγκνετ. Πίσω από το υποτιθέμενο ανθρωπάκι-δέσμιο των μηχανισμών, όπως παρουσίαζε τον εαυτό του στη δίκη, δεν κρύβεται ωστόσο ένας διανοούμενος. Η χρήση των φιλοσοφικών εργαλείων αποδεικνύεται επιφανειακή και εργαλειακή, ανάλογα με τον συνομιλητή και τη συγκυρία. Η ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας, η επινόηση αταίριαστων μεταφορών («νιώθω σαν ανώνυμος περιπατητής υποβρυχίως»), οι ακυρολεξίες, υποδηλώνουν τα όρια της σκέψης του. «Πολύ έξυπνος, πολύ πανούργος» κατά τον ισραηλινό ανακριτή του, όχι μετριότητα αλλά ούτε και προσωποποίηση του μέσου όρου, ο Αϊχμαν δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο των αυτουργών του Ολοκαυτώματος με τον τρόπο της Αρεντ, υποδεικνύει τελικά η Μπετίνα Στάνγκνετ. Οπως σημειώνει ο εξέχων αμερικανός ιστορικός του ναζισμού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στους «New York Times», ο Αντολφ Αϊχμαν ταίριαζε στο πορτρέτο της Χάνα Αρεντ μόνο κατά το ήμισυ: αποτελούσε συνώνυμο του κακού, όχι όμως της κοινοτοπίας του.  

δειτε και

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Gilles Deleuze-Oι κοινωνίες του ελέγχου ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ Ταξικές Μηχανές die Bestimmung des Menschen




Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Πηγή: Scribd
  Σχόλιο Oνειρμός: Με βάση τις αναλύσεις του Φουκώ, ο Ντελέζ περιοδολογεί την ιστορία των κοινωνιών σε κοινωνίες της κυριαρχίας, κοινωνίες της πειθαρχίας, και κοινωνίες του ελέγχου. Μολονότι όψεις και των τριών συνυπάρχουν σε κάθε ιστορική περίοδο, μια αλλαγή εποχής με βάση την περιοδολόγηση αυτή σημαίνει αλλαγή, θα λέγαμε, του ''ηγεμονικού'' τρόπο άρθρωσης της εξουσίας. Επιπλέον, έχουμε να παρατηρήσουμε πως, παρά τις διάφορες προφυλάξεις των Φουκώ-Ντελέζ ενάντια στον ''ντετερμινισμό'', φαίνεται να παρουσιάζουν μια προοδευτική βελτιστοποίηση και ολοκλήρωση των τεχνικών εξουσίας, από τις πιο άμεσες, ''χοντροκομμένες'' και ωμές μορφές καταστολής, στις πιο έμμεσες, εκλεπτυσμένες και αποτελεσματικές μορφές ελέγχου. Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει ο παραλληλισμός του Ντελέζ κάθε εποχής εξουσίας με ένα είδος μηχανής. Μετά τις κοινωνίες της κυριαρχίας, που βασίζονται στο θάνατο, η διαχείριση της ζωής ως διαχείριση της παραγωγικής δραστηριότητας περνά από το μοντέλο των μηχανών ενέργειας στο μοντέλο των πληροφοριακών μηχανών. 
  Για μας παραμένει ανοιχτό ερώτημα αν οι σχετικές κοινωνιολογικές αναλύσεις των Deleuze-Guattari οδηγούν στους Negri-Hardt και την ''Αυτοκρατορία''. Πιστεύουμε πως οι δεύτεροι δεν εξαντλούν σε καμία περίπτωση το δυναμικό της ανάλυσης των πρώτων. Το κυριότερο είναι να μην προβαίνουμε σε υπεραπλουστεύσεις μιλώντας για τις κοινωνίες και τον πλανήτη ''γενικά'', ξεχνώντας την ανισόμετρη ανάπτυξη όχι απλώς των οικονομιών, αλλά και των μηχανισμών εξουσίας, στη σύνθετη πλανητική άρθρωσή τους. Έτσι, οι Γάλλοι του '70 συχνά μοιάζουν να μιλούν για τις εξελίξεις στον ''Δυτικό Κόσμο'', σαν αυτές να αντιπροσώπευαν κάθε κοινωνία πάνω στη Γη. Σήμερα εξακολουθούμε να έχουμε ένα εθνικό και διεθνικό μείγμα κυριαρχικών, πειθαρχικών και ελεγκτικών μηχανισμών. Ωστόσο, πιστεύω ότι πράγματι τώρα πια οι τελευταίοι παίζουν τον καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση της κοινωνικής ''ομαλότητας''.
  Τέλος, θα ήθελα να τονίσω τη δυνητική σύνδεση αυτής της ανάλυσης με κάθε θεωρία που μιλά για νέο στάδιο του καπιταλισμού, και, μεταξύ άλλων, του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε αυτό το νέο στάδιο, η μορφή της κεφαλαιοκρατικής επιχείρησης απορροφά τους στεγανοποιημένους κοινωνικούς θεσμούς διαμορφώνοντάς τους ''κατ εικόνα και ομοίωσή'' της. 
  Το κείμενο έχει πολλές ακόμη πλευρές, για τις οποίες ίσως προβούμε μελλοντικά σε περαιτέρω σχολιασμό. 
Ι. Ιστορία
 
  Ο Φουκώ τοποθέτησε τις πειθαρχικές κοινωνίες ανάμεσα στον 18ο και 19ο αιώνα· στο απώγειο τους έφτασαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Προχώρησαν στην οργάνωση των μεγάλων χώρων εγκλεισμού. Το άτομο δεν σταματά να περνά από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο, που ο καθένας έχει τους δικούς του νόμους: κατ’ αρχάς η οικογένεια, μετά το σχολείο («δεν είσαι πια στην οικογένεια»), μετά ο στρατώνας («δεν είσαι πια στο σχολείο»), μετά στο εργοστάσιο, κάθε τόσο το νοσοκομείο, τελικά η φυλακή, ο κατ’ εξοχήν χώρος εγκλεισμού. Είναι η φυλακή που χρησιμεύει ως αναλογικό υπόδειγμα: ο πρωταγωνιστης της ταινίας του Ροσελίνι Ευρώπη 51 μπορεί να αναφωνήσει όταν βλέπει τους εργάτες, «πίστεψα ότι έβλεπα καταδίκους…». Ο Φουκώ ανέλυσε πολύ καλά το ιδανικό πρότυπο του χώρου εγκλεισμού, ιδιαιτέρως ορατού στο εργοστάσιο: συγκέντρωση· κατανομή στον χώρο· οργάνωση του χρόνου· συγκρότηση μέσα στο χώρο-χρόνο μιας παραγωγικής δύναμης, της οποίας το συνολικό αποτέλεσμα οφείλει να υπερτερεί του αθροίσματος των επιμέρους δυνάμεων. Αλλά αυτό που ο Φουκώ επίσης γνώριζε, ήταν η βραχύτητα αυτού του υποδείγματος: ακολούθησε τις κοινωνίες της κυριαρχίας (σ.σ στο σημείο αυτό η μετάφραση ήταν λάθος-''ακολούθησαν οι κοινωνίες της κυριαρχίας''-πράγμα που αντιστρέφει τη σειρά της περιοδολόγησης, βλ. την αγγλική μετάφραση εδώ), στις οποίες αντικείμενο και λειτουργίες ήταν κάτι διαφορετικό (να φορολογήσουν μάλλον παρά να οργανώσουν την παραγωγή, να αποφασίζουν μάλλον για τον θάνατο παρά για τη διαχείρηση της ζωής)· η μετάβαση δρομολογείται προοδευτικά και φαίνεται πως ο Ναπολέων έκανε πράξη τη μεγάλη μεταστροφή από τη μια κοινωνία στην άλλη. Αλλά οι πειθαρχήσεις γνώρισαν με τη σειρά τους την κρίση προς όφελος των νέων δυνάμεων που έμπαιναν αργά στη θέση τους, επιταχυνόμενες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι ήδη κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που σταμάτησε να υπάρχει. Βρισκόμαστε σε μια γενικευμένη κρίση όλων των χώρων εγκλεισμού, φυλακή, νοσοκομείο, εργοστάσιο, σχολείο και οικογένεια. Η οικογένεια είναι ένα «στεγανό» σε κρίση, όπως όλα τα άλλα στεγανά, σχολικά, επαγγελματικά κλπ. Οι αρμόδιοι υπουργοί δεν σταματούν να αναγγέλουν τις θεωρούμενες σαν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Ν΄αλλάξει το σχολείο, το εργοστάσιο, το νοσοκομείο, ο στρατός, η φυλακή: αλλά ο καθένας γνωρίζει ότι αυτοί οι θεσμοί τελειώνουν, το μάλλον ή ήττον, μακροπρόθεσμα. Πρόκειται μονάχα για τη διαχείρηση των αγωνιών τους και για τη διατήρηση απασχολημένου του πλήθους, μέχρι την εγκατάσταση των νέων δυνάμεων που ήδη κρούουν τη θύρα. Είναι οι κοινωνίες του ελέγχου που έρχονται να αντικαταστήσουν τις πειθαρχικές κοινωνίες. Ο «έλεγχος» είναι το όνομα που ο Μπάροουζ πρότεινε για να περιγράψει αυτό το νέο τέρας, που και ο Φουκώ αναγνωρίζει ως το προσεχές μέλλον μας. Επίσης ο Paul Virilio δεν σταματά να αναλύει τις υπερταχείες μορφές ελέγχου στον ανοιχτό χώρο, που αναπληρώνουν τις παλιές πειθαρχικές λειτουργίες σ’ ένα κλειστό σύστημα. Δεν είναι ανάγκη να θυμηθούμε τα ασυνήθιστα φαρμακευτικά προϊόντα, τους πυρηνικούς σχηματισμούς, τα γενετικά πειράματα, όσο και αν ήταν προορισμένα να παρέμβουν στη νέα διαδικασία. Δεν είναι ανάγκη να διερωτηθούμε ποιο ήταν το πιο σκληρό καθεστώς ή το πιο ανεκτικό, γιατί στο καθένα απ’ αυτά συγκρούονται ελευθερίες και υποδουλώσεις. Παραδείγματος χάριν, μέσα στην κρίση του νοσοκομείου ως χώρου εκγλεισμού, οι κλινικές της γειτονιάς, το «day- hospital, η κατ’ οίκο νοσηλεια, μπορεί να σηματοδοτούν μια νέα ελευθερία, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσουν μέρος των μηχανισμών ελέγχου που θα ανταγωνιστούν τις πιο σκληρές μορφές εγκλεισμού. Δεν είναι η ώρα ούτε να κλάψουμε, ούτε να ελπίσουμε, χρειάζεται μάλλον να αναζητήσουμε νέα όπλα.

II. Λογική
 
  Οι διαφορετικοί «εγκλεισμοί» ή χώροι εγκλεισμού μέσω των οποίων περνά το άτομο, είναι ανεξάρτητες μεταβλητές: κάθε φορά εικάζεται ότι ξαναρχίζουμε από το μηδέν, και παρότι υπάρχει μια κοινή γλώσσα σ’όλους αυτούς τους χώρους, αυτή είναι αναλογική. Τόσο που οι διαφορετικοί «ελεγχόμενοι»είναι εξαρτημένες ματαβλητές που σχηματίζουν ένα σύστημα ευμετάβλητης γεωμετρίας, του οποίου η γλώσσα είναι ψηφιακή ( κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι απαραιτήτως δυαδική). Οι εγκλεισμοί είναι καλούπια, ευδιάκριτα προπλάσματα, ενώ οι έλεγχοι είναι ένας μετατονισμός, σαν ένα αυτοπαραμορφούμενο πρόπλασμα που αλλάζει συνεχώς από τη μια στιγμή στην άλλη. Αυτό το βλέπεις καλά στο ζήτημα των μισθών: το εργοστάσιο ήταν ένα σώμα που έφερνε τις εσωτερικές του δυνάμεις σ’ένα σημείο ισορροπίας, το υψηλότερο δυνατό για την παραγωγή, το χαμηλότερο δυνατό για τους μισθούς· αλλά στην κοινωνία του ελέγχου, η επιχείρηση υποκατέστησε το εργοστάσιο, και η επιχείρηση δουλεύει βαθύτερα για να επιβάλλει τον μετατονισμό κάθε μισθού, σε συνθήκες αδιάκοπης αστάθειας που συμβαίνουν μέσω προκλήσεων, διαγωνισμών και συναντήσεων υπερβολικά αστείων. Αν τα τηλεοπτικά παιχνίδια έχου τόση επιτυχία, είναι γιατί εκφράζουν πλήρως την κατάσταση στις επιχειρήσεις. Το εργοστάσιο συγκροτούσε τα άτομα σε σώμα, προς διπλό όφελος των αφεντικών που επιτηρούσαν κάθε στοιχείο εντός της μάζας και των συνδικάτων που κινητοποιούσαν μια μάζα αντίστασης· αλλά η επιχείρηση δε σταματά να εισαγάγει μια ανελέητη αντιπαλότητα σαν θεραπευτική άμιλλα, κατ’εξοχήν αιτία που αντιπαραθέτει τα άτομα μεταξύ τους και διαπερνά το καθένα χωριστά, κατακερματίζοντάς τα. Η μετατονική αρχή «μισθός ανάλογα με την αξία» δεν παραλείπει να δελεάζει και αυτή την ίδια την εθνική εκπαίδευση: πράγματι όπως η επιχείρηση αντικαθιστά το εργοστάσιο, η διαρκής εκπαίδευση τείνει να αντικαταστήσει το σχολείο και ο συνεχής έλεγχος παίρνει τη θέση των εξετάσεων. Αυτό είναι το πιο σίγουρο σύστημα για να συνδεθεί το σχολείο με την επιχείρηση.

  Στις πειθαρχικές κοινωνίες κάτι τέτοιο δεν σταμάτησε ποτέ να ξαναρχίζει (από το σχολείο στον στρατώνα, από τον στρατώνα στο εργοστάσιο), ενώ στις κοινωνίες του ελέγχου δεν σταμάτησε ποτέ, με τίποτα, όσον αφορά την επιχείρηση, την εκπαίδευση, τη στρατιωτική θητεία. Αυτές είναι ευμετάβλητες και συνυπάρχουσες καταστάσεις του ίδιου μετατονισμού, σαν ένα οικουμενικό σύστημα παραμόρφωσης. Ο Κάφκα που βρέθηκε στο μεταίχμιο των δύο τύπων της κοινωνίας, περιέγραψε στη Δίκη τις πιο φοβερές δικαστικές μορφές. Η φαινομενική απαλλαγή των πειθαρχικών κοινωνιών (ανάμεσα σε δύο εγκλεισμούς) και η απεριόριστη αναστολή των κοινωνιών του ελέγχου (σε μια συνεχή ποικιλία), είναι δύο πολύ διαφορετικοί τρόποι δικαστικής ζωής, και αν ο δικός μας νόμος είναι διστακτικός, ευρισκόμενος ο ίδιος σε κρίση, αυτό οφείλεται στο ότι εγκαταλείπουμε μια κατάσταση για να μπούμε σε μια άλλη. Οι πειθαρχικές κοινωνίες έχουν δύο πόλους: την υπογραφή που υποδηλώνει το άτομο και τον αριθμό μητρώου που υποδηλώνει τη θέση τους σε μια μάζα. Οι πειθαρχικές κοινωνίες δεν γνώρισαν ποτέ μια ασυμβατότητα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, η εξουσία βρίσκεται ταυτοχρόνως να είναι μαζοποιητική και εξατομικευτική, δηλαδή συνθέτει ως σώμα εκείνους στους οποίους ασκείται και διαμορφώνει την ατομικότητα οποιουδήποτε μέλους αυτού του σώματος (ο Φουκώ είδε τις απαρχές αυτής της διπλής μέριμνας στην ποιμενική εξουσία του παπά – το ποίμνιο και το καθένα από τα ζώα- αλλά η κοσμική εξουσία προσπάθησε με τη σειρά της με άλλα μέσα να γίνει «ποιμενική», Λαϊκή). Στις κοινωνίες του ελέγχου, αντιθέτως, το ουσιώδες δεν είναι πια ούτε μια υπογραφή ούτε ένας αριθμός, αλλά ένα ψηφίο: το ψηφίο είναι ένας mot de passe [ λέξη-κλειδί με την έννοια του pass-word, του κωδικού πρόσβασης σ.τ.Μ.] ενώ οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι ρυθμισμένες βάσει ενός mot d’ ordre [λέξη- κλειδί με την έννοια του slogan, του συνθήματος σ.τ.Μ.] τόσο από την άποψη της ενσωμάτωσης, όσο και της αντίστασης. Η ψηφιακή γλώσσα του ελέγχου είναι φτιαγμένη από ψηφία που σηματοδοτούν ή την πρόσβαση στην πληροφόρηση, ή την απόρριψη. Δεν βρισκόμαστε πλέον μπροστά στο ζεύγος μάζα/άτομο. Τα άτομα δημιουργούνται από τις «διαιρέσεις» και οι μάζες από τα στατιστικά δείγματα, τα δεδομένα, τις αγορές ή τις «τράπεζες πληροφοριών». Είναι ίσως το χρήμα που εκφράζει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, αφού η πειθαρχία πάντοτε σχετιζόταν με το τυπωμένο νόμισμα που επανεπιβεβαίωνε τον χρυσό ως αξία αναφοράς, ενώ ο έλεγχος παραπέμπει σε κυμαινόμενες ισοτιμίες, ρυθμιζόμενες συμφωνα με την τιμή που επιβάλλεται από μια ομάδα δεδομένων νομισμάτων. Ο νομισματικός γέρο-τυφλοπόντικας είναι το ζώο των χώρων εγκλεισμού, ενώ το ερπετό εκείνο των κοινωνιών του ελέγχου. Περάσαμε από το ένα ζώο στο άλλο, από τον τυφλοπόντικα στο ερπετό, στο καθεστώς στο οποίο ζούμε, αλλά επίσης στον τρόπο ζωής μας και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Ο άνθρωπος των πειθαρχήσεων ήταν ένας ασυνεχής παραγωγός ενέργειας, ενώ ο άνθρωπος του ελέγχου είναι μάλλον κυματοειδής, αγγελειοφόρος σε τροχιά συνεχούς φάσματος. Γι’αυτό το surf έχει ήδη αντικαταστήσει τα παλιά αθλήματα.

  Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές (σ.σ μηχανές) που είναι ικανές τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια· ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ· στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών. Δεν πρόκειται να υπάρξει μια τεχνολογική εξέλιξη χωρίς να συμβεί μια βαθιά μετάλλαξη του καπιταλισμού. Είναι ένας μετασχηματισμός ήδη αρκετά γνωστός, που μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: ο καπιταλισμός του ΧΙΧ αιώνα είναι αυτός της συγκέντρωσης, τόσο της παραγωγής, αλλά επίσης, προοδευτικά, και άλλων χώρων που τους αντιλαμβάνεται με ανάλογο τρόπο (το οικογενειακό σπίτι του εργάτη, το σχολείο). Όσο για την αγορά, αυτή κατακτήθηκε τόσο με την εξειδίκευση, όσο και με τη δημιουργία αποικιών και τη μείωση του κόστους παραγωγής. Αλλά στις σημερινές συνθήκες, ο καπιταλισμός δεν ασχολείται πια με την παραγωγή, που συχνά εξορίζεται στις περιφέρειες του τρίτου κόσμου, ακόμα και στις σύνθετες μορφές του υφαντουργικού, μεταλλουργικού και πετροχημικού τομέα. Είναι ένας καπιταλισμός της ανώτερης τάξης της παραγωγής. Δεν αγοράζει πια τις πρώτες ύλες για να τις μεταπουλήσει ως τελικά προϊόντα: αγοράζει αντιθέτως τελικά προϊόντα ή συγκεντρώνει ξεχωριστά κομμάτια. Αυτό που θέλει να πουλήσει είναι οι υπηρεσίες, αυτό που θέλει να αποκτήσει είναι μετοχές. Δεν είναι πια ένας καπιταλισμός για την παραγωγή, αλλά για το προϊόν, δηλαδή για την πώληση και την αγορά. Αυτός είναι επίσης κατ’ ουσίαν διάχυτος, με το εργοστάσιο να παραχωρεί τη θέση του στην επιχείρηση. Η οικογένεια, το σχολείο, ο στρατός, το εργοστάσιο δεν είναι πια τα διακριτά αναλογικά περιβάλλοντα που συγκλίνουν προς έναν ιδιοκτήτη, το κράτος ή την ιδιωτική εξουσία, αλλά ψηφιακές φιγούρες, παραμόρφωσιμες και μετασχηματιζόμενες, αυτής της ίδιας της επιχείρησης που δεν διαθέτει τίποτα άλλο από μετόχους. Ακόμη και η τέχνη άφησε τους χώρους εγκλεισμού για να μπει στα ανοιχτά κυκλώματα των τραπεζών.

  Η κατάκτηση της αγοράς πραγματοποιείται με την απόκτηση του ελέγχου και όχι πλέον με τη διαμόρφωση της πειθαρχίας, μάλλον με τη σταθεροποίηση των ανταλλακτικών αξιών παρά με τη μείωση του κόστους , περισσότερο με τον μετασχηματισμό του προϊόντος παρά με την εξειδίκευση της παραγωγής. Η διαφθορά αποκτά εδώ μια νέα δυναμική. Οι υπηρεσίες προς πώληση έγιναν το κέντρο και η «ψυχή» της επιχείρησης. Μαθαίνουμε ότι οι υπηρεσίες έχουν ψυχή, κάτι που είναι η πιο τρομακτική είδηση του κόσμου. Το μάρκετινγκ είναι τώρα το εργαλείο του κοινωνικού ελέγχου και διαμορφώνεται την αναίσχυντη ράτσα των κυρίων μας. Ο έλεγχος είναι βραχυπρόθεσμος και σε ταχεία περιστροφή, αλλά επίσης συνεχής και απεριόριστος, όπως η πειθαρχία ήταν μακράς διαρκείας, αέναη και ασυνεχής. Ο άνθρωπος δεν είναι πια ο έγκλειστος άνθρωπος, αλλά ο άνθρωπος -χρεώστης. Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός διατήρησε ως σταθερά του την ακραία δυστυχία των ¾ της ανθρωπότητας, πολύ φτωχή για να ξεχρεώσει, πολυάριθμη για να εγκλειστεί: ο έλεγχος τώρα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσει μονάχα την εξαφάνιση των συνόρων, αλλά και την έκρηξη των φτωχογειτονιών και των γκέττο.

ΙΙΙ. Πρόγραμμα
 
  Δεν χρειαζόμαστε την επιστημονική φαντασία για να κατανοήσουμε έναν μηχανισμό ελέγχου, που θα έδινε σε κάθε στιγμή τη θέση ενός στοιχείου σε ανοιχτό περιβάλλον, ζώο σε προστατευόμενη περιοχή, άνθρωπος σε επιχείρηση φορώντας ένα ηλεκτρονικό κολλάρο. Ο Φέλιξ Γκουατταρί φαντάστηκε μια πόλη στην οποία ο καθένας μπορεί ν’ αφήσει το διαμέρισμά του, το δρόμο του, τη γειτονιά του, χάρις στην ηλεκτρονική του κάρτα που θα σήκωνε τον ένα ή τον άλλο φράκτη, ενώ με τον ίδιο τρόπο η κάρτα θα μπορούσε να απορριφθεί σε μια δεδομένη μέρα ή μεταξύ συγκεκριμένων ωρών· αυτό που μετρά δεν είναι ο φράκτης, αλλά ο υπολογιστής που αποκαλύπτει τη θέση του καθενός, θεμιτή ή αθέμιτη, και επιδρά σ’ έναν οικουμενικό μετατονισμό.

  Η κοινωνικοτεχνική μελέτη των μηχανισμών του ελέγχου, ειδωμένων από τη στιγμή της γέννησής τους, θα όφειλε να κατηγοριοποιήσει και να περιγράψει αυτό που βρίσκεται ήδη έτοιμο να μπει στη θέση των χώρων του πειθαρχικού εγκλεισμού, του οποίου τα πάντα αναγγέλουν την κρίση. Μπορεί να ειπωθεί ότι τα παλιά μέσα, σημαντικά για τις παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας, ξαναεμφανίζονται στη σκηνή, αλλ΄αμε τις αναγκαίες προσαρμογές. Αυτό που μετρά είναι ότι εμείς βρισκόμαστε στην αρχή κάποιου πράγματος. Στο καθεστώς των φυλακών: η έρευνα των «υποκατάστατων» ποινών, τουλάχιστον για τη μικρή παραβατικότητα, η χρήση των ηλεκτρονικών κολλάρων που υποχρεώνουν τον καταδικασθέντα να μείνει στο σπίτι του συγκεκριμένες ώρες. Στο καθεστώς της εκπαίδευσης : οι μορφές του συνεχούς ελέγχου και η πράξη της διαρκούς εκπαίδευσης στο σχολείο, η αντίστοιχη εγκατάλειψη κάθε έρευνας στα πανεπιστήμια, η εισαγωγή της «επιχείρησης» σε όλα τα επίπεδα της μαθητείας. Στο νοσοκομειακό καθεστώς: η νέα ιατρική του «χωρίς γιατρό ούτε άρρωστος» που νοσηλεύει εν δυνάμει αρρώστους και υποκείμενους σε κίνδυνο, δεν μαρτυρά απολύτως μια πρόοδο προς την ακριβή διάγνωση, όπως λέγεται, αλλά αντικαθιστά ένα σώμα ατομικό ή αριθμητικό, με το ψηφίο μιας προς έλεγχο «διαιρεμένης» ύλης. Στο καθεστώς της επιχείρησης: η νέα μεταχείριση του χρήματος, των προϊόντων και των ανθρώπων, δεν περνά πια από την παλιά μορφή-εργοστάσιο. Αυτά είναι ελάχιστα παραδείγματα, αλλά επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα τί εννοείται με την κρίση των θεσμών, δηλαδή με την προοδευτική και διάχυτη εγκατάσταση ενός νέου καθεστώτος κυριαρχίας. Μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις αφορά την ανικανότητα των συνδικάτων: συνδεδεμένα σ’ ολόκληρη την ιστορία τους με τον αγώνα εναντίον των πειθαρχήσεων ή των χώρων εγκλεισμού, θα είναι σε θέση να προσαρμοστούν ή θ’ αφήσουν τη θέση τους στις νέες μορφές αντίστασης εναντίον των κοινωνιών του ελέγχου; Μπορούμε να αντιληφθούμε τις πρώτες εκδηλώσεις αυτών των μελλοντικών μορφών, ικανών να απειλήσουν τις χάρες του μάρκετινγκ; Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται «κίνητρα», αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...