Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιοπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιοπολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Η Βιοεξοουσια του Φουκώ



Βιοεξουσια


Φουκώ γνώση


Ο όρος βιοεξουσια

 εμφανίζεται στη Βούληση για γνώση,

 πρώτο τομο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, όπου ορίζει ένα βαθύ μετασχηματισμό των μορφών δυτικής κυριαρχίας ανάμεσα στο τέλος του 18ου και την αρχή του 19ου αιώνα.


 Σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο της εξουσίας, ενσαρκωμένο από το κράτος και κωδικοποιημένο από τη νομοθεσία,

 η βιοπολιτική 

κατακλύζει την κοινωνία και εισχωρεί στον ιστό της ίδιας της ζωής. 


Ως κυριαρχική εξουσία, 

το κράτος διαθέτει τη νόμιμη βία, 

εγκεκριμένη από το λαό τον οποίο εκπροσωπεί και στον οποίο παραχωρεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιορίζοντας τους χώρους της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας του. 


Η βιοεξουσία, απεναντίας, δεν είναι εξαναγκαστικό σύστημα


 αλλά διάχυτος μηχανισμός 

διαχείρισης της ζωής από απρόσωπα μέσα, διοικητικές πρακτικές και συχνά άγραφους νόμους. 

Η ανάδυση της βιοεξουσίας συμπίπτει με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού αλλά –και εδώ έγκειται το παράδοξό της- 

φαίνεται να αντιφάσκει προς τη φιλελεύθερη αρχή του διαχωρισμού μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας.


 Από τον Χομπς ως τον Βέμπερ, το κυριαρχικό κράτος νοούνταν ως εξουσία ικανή ν' αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο των υπηκόων και πολιτών του, 

ενώ η βιοε-ξουσία «θεωρεί έργο της τη διαχείριση της ζωής». 17 


Ο άξονας της βιοεξουσίας

 δεν είναι πια η βία του κράτους 

αλλά η οικονομική πολιτική της διακυβέρνησης που δεν αποσκοπεί πια στην καταστολή αλλά στον έλεγχο και τη ρύθμιση της ζωής και των κινήσεων των πληθυσμών. 


Ο πληθυσμός δεν είναι πια ο «λαός» -δηλαδή το έθνος εννοημένο σε αφηρημένους όρους, ως νομικοπολιτική κοινότητα- 230

αλλά ένα σύνολο ζωντανών πλασμάτων, σω-μάτων ενταγμένων σ' ένα κοινωνικό και οικονομικό δίκτυο, αντικείμενο δημογραφικών, επισιτιστικών, ιατρικών, εκπαιδευτικών, υγειονομικών και οικολογικών πολιτικών. 


Σε αντίθεση με την κλασική πολιτική φιλοσοφία, που αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο αποκλειστικά ως «πολιτικό ζώο», διακριτό από τον άνθρωπο ως ζωντανό ον,

 η βιοπολιτική θεωρεί το νεοτερικό άνθρωπο ως «ένα ζώο στην πολιτική από το οποίο εξαρτάται η ζωή του ως ζωντανού όντος». 18 


Η περιοχή δράσης της βιοεξουσίας είναι το έδαφος που ορίζεται όχι τόσο από τα σύνορα της κρατικής κυριαρχίας αλλά ως χώρος κατοικημένος από ζωντανά όντα. 


Η τάξη πραγμάτων που κυριαρχεί εκεί δεν είναι η τάξη του νμου και της στρατιωτικής βίας αλλά, ιδεατά τουλάχιστον, μια τάξη που καθορίζεται από ένα «αόρατο χέρι» –ο Φουκό επαναλαμβάνει και ξαναορίζει τη μεταφορά του Άνταμ Σμιθ-19 το οποίο προσανατολίζει από το εσωτερικό, με αυτόματο και «φυσικό» τρόπο, τις πρακτικές και τους τρόπους ζωής. 


Η νεοτερική βιοεξουσία εκδηλώνεται σύμφωνα με δυο διακριτές τροπικότητες: από τη μία, πειθαρχικές και εξαναγκαστικές τεχνικές που υποτάσσουν τα σώματα (το πανοπτικό μοντέλο της φυλακής, του εργοστάσιου και του στρατώνα), 20 


από την άλλη η «κυβερνητικότητα», δηλαδή η εξουσία που ασκείται πάνω στον πληθυσμό, εννοημένο σαν ένα σύνολο ζωτικών διαδικασιών, η εξουσία που ενεργεί σαν τεχνική ρύθμισης μεταβολικών ανταλλαγών ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. 


Περισσότερο από κυρίαχος που κατέχει την εξουσία για θανάτωσηση  η βιοεξουσία είναι εργοστάσιο ζωντανών σωμάτων, των οποίων ρυθμίζει και προ στατεύει τη ζωή.

231

Η έννοια της βιοεξουσίας προσφέρει ένα κλειδί ανάγνωσης όχι αποκλειστικό μα ουσιαστικό- για να αναλυθεί μια μεγάλη γκάμα σύγχρονων φαινομένων. 



Προσανατόλισε τη μελέτη του μεταπολεμικού κράτους προνοίας, με τις στατιστικές και τα σχέδιά του, μια σειρά παρεμβάσεων στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης, τη μέριμνά του για τα παιδιά και για τους ηλικιώμένους. 


Άσκησε μια όχι αμελητέα επιρροή στη μελέτη φαινομένων όπως η μαζικοποίηση των πρότυπων ζωής, με την ευρύτερη έννοια, από την αγορά και η έλευση νέων μορφών κυριαρχίας.


 Στην Αυτοκρατορία, ο Μάικλ Χαρντ και ο Τόνι Νέγκρι χρησιμοποιούν την έννοια της βιοεξουσίας για να ορίσουν την «κοινωνία ελέγχου» του κόσμου σήμερα, όπου «οι μηχανισμοί επιστασίας γίνονται όλο και πιο “δημοκρατικοί”, όλο και πιο εγγενείς στο κοινωνικό πεδίο, διάχυτοι στο μυαλό και το σώμα των πολι- τών». 21 


Στο σύστημα αυτό, οι μορφές διάκρισης και αποκλεισμού εσωτερικεύονται από τα άτομα με αυξανόμενο τρόπο. «Η εξουσία -γράφουν – ασκείται τώρα από μηχανές που οργανώνουν άμεσα τα μυαλά (μέσω συστημάτων επικοινωνίας, δικτύων πλη ροφόρησης, κλπ) και τα σώματα (μέσω συστημάτων κοινωνικών πλεονεκτημάτων, μέσω πλαισιωμένων δραστηριοτήτων) προς μια κατάσταση αυτόνομης αλλοτρίωσης, ξεκινώντας από το νόημα της ζωής και την επιθυμία για δημιουργικότητα». 23 



επίσης Sandro Chignola, «L'impossibile del sovrano. Governamentalità e libe- ralismo in Michel Foucault», στο Sandro Chignola (επιμ.), Governare la vita. Un seminario sui Corsi di Michel Foucault al Collège de France (1977-1979), Ombre corte, Βερόνα, 2006, σελ. 37-70, και Pierre Lascoumes, «La gouverne- mentalité: de la critique de l'État aux technologies du pouvoir», Le Portique, 2004, τχ. 13-14, σελ. 2-14.


22. Michael Hardt & Antonio Negri, Empire, Exils, Παρίσι, 2000, σελ. 48 (ελλ. μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Αυτοκρατορία, Scripta, 2002]. 23. Ό.π., σελ. 49.

18. Ό.π., σελ. 188.


19. BX. Michel Foucault, Naissance de la biopolitique, Cours au Collège de France, 1978-1979, Gallimard-Seuil-EHESS, biopolitique, Cours 286-290 (ελλ μτφ. Βασίλης Πατσογιάννης. Η γέννηση της βιοπολιτικής. Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Πλέθρον, 2012].


20. Michel Foucault, Surveiller et punir. Naissance de la prison, Gallimard, Παρίσι, 1975 (ελλ. μτφ. Τάσος Μπέτζελος, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Πλέθρον, 2011). 21. Bλ. Michel Foucault, «La gouvernementalité», Dits et Écrits, III, Ga


αλέγγρος τον


τε


C

16. BA. Thomas Lemke, «The birth of bio-politics. Michel Foucault's lec- ture at the Collège de France on neo-liberal governmentality», Economy and Society, 2001, τχ. 2, σελ. 190-207.


17. Michel Foucault, Histoire de la sexualité. 1. La volonté de savoir, Galli- mard, Παρίσι, 1976, σελ. 182 [ελλ. μτφ. Τάσος Μπέτζελος, Ιστορία της σεξουα- Δικότητας. 1. Η βούληση για γνώση, Πλέθρον, 2011].

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Άσε τα σάπια Κέβιν Κέλι, χαζοχαρούμενε γκουρού του τεχνολογικού μεσσιανισμού! /αναδημοσιεσυη απο το ger.few!!! Το επίσημο blog των happyfew/http://dangerfew.blogspot.gr/


04 Δεκεμβρίου 2010

Άσε τα σάπια Κέβιν Κέλι, χαζοχαρούμενε γκουρού του τεχνολογικού μεσσιανισμού!


γκρίζο
Ο Κέβιν Κέλι −«πρώην χίπι, εξαιρετικός φωτογράφος, συνιδρυτής του Wired, του περιοδικού που έγινε η ποπ βίβλος της εποχής του Διαδικτύου, αντισυμβατικός νους και από τους πιο δημοφιλείς γκουρού της τεχνολογίας», δηλαδή και πολύ γουάου τύπος, όπως μας τον συστήνει η στήλη «Βίοι & Πολιτείες» της σημερινής (4/12/10) Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας− είναι στην πραγματικότητα ένας φτηνός επαναφομοιωτής, με την έννοια ακριβώς που οι καταστασιακοί όριζαν τη λέξη: εκείνος που παίρνει μια ριζοσπαστική θεωρία, ευνουχίζει χειρουργικά την κριτική ισχύ της και παράγει ένα έκτρωμα που εξυπηρετεί τη άρχουσα ιδεολογία.
Εν προκειμένω μιλάμε για την επαναφομοίωση της ριζοσπαστικής θεωρίας του Ζακ Ελλύλ για «Το Τεχνικό Σύστημα», που είδε το φως πριν από 33 χρόνια∙ και για την άρχουσα ιδεολογία που έχουμε περιγράψει ως τεχνολογικό μεσσιανισμό, ταπεινός δούλος του οποίου είναι το χαζοχαρούμενο πρώην παιδί των λουλουδιών.
Βεβαίως ο Καλωδιωμένος Κέλι φροντίζει να ρίξει κάποια στάχτη στα μάτια του απληροφόρητου κοινού. Για να δικιολογήσει τη φήμη τού «αντισυμβατικού» δηλώνει, ότι το βιβλίο του είναι «μανιφέστο» − πολύ κουλ ρε παιδάκι μου − και μάλιστα σκαρώνει και μια δήθεν λέξη, τη «λέξη» technium, για σημαία αυτού που παρουσιάζει θρασύτατα σαν «μια πρώτη απόπειρα για μια πρωτόλεια θεωρία της τεχνολογίας» (από το άρθρο-συνέντευξη του Κέλι με τίτλο «Η τεχνολογία είναι θετική, γιατί αυξάνει τις επιλογές μας», στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία).
Τι υποτίθεται ότι προσφέρει αυτή η «πρωτόλεια θεωρία» του; Ορίστε:
«Ένα πλαίσιο για να κατανοήσει κάποιος ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας δεν είναι γραμμική, ότι πρόκειται για ένα σύστημα, το technium όπως το ονομάζω, το οποίο αποτελεί προέκταση της ζωής» (στο ίδιο).
Φο-βε-ρό! Ναι, κυρίες και κύριοι,
«το technium είναι κάτι ευρύτερο από την τεχνολογία, υπό την έννοια ότι δεν αναφέρεται σε ένα γκάτζετ που τυχαίνει να έχετε αυτή τη στιγμή στην τσάντα σας, αλλά σε όλα μαζί τα προϊόντα της τεχνολογίας που σας περιβάλλουν […] Μιλάω για ένα ολόκληρο οικοσύστημα από συσκευές, που εξαρτώνται η μια από την άλλη. […] Το technium είναι ένα σύστημα, όχι μια συλλογή από εφευρέσεις. Από ένα σημείο και μετά καμιά εφεύρεση δεν μπορεί να σταθεί από μόνη της αν δεν αλληλεπιδρά με άλλες στο πλαίσιο αυτού του οικοσυστήματος ή υπεροργανισμού, για το οποίο μιλάω» (στο ίδιο). 
Δηλαδή ο τυπάκος είναι τόσο θρασύς, που παρουσιάζει σαν δική του πρωτότυπη σύλληψη αυτό ακριβώς που είχε διεξοδικά −αλλά με κριτική δύναμη!− εκθέσει 3 δεκαετίες πριν από αυτόν ο Ζακ Ελλύλ στο «Τεχνικό Σύστημα»! Τον οποίον αντιγράφει σχεδόν αυτολεξεί!
Για παράδειγμα, έλεγε ο Ελλύλ:
«Τα τεχνικά φαινόμενα συνδυάζονται έτσι ώστε να παρουσιάζουν σήμερα τα χαρακτηριστικά ενός πραγματικά υπαρκτού συστήματος. Το Τεχνικό Σύστημα είναι ένα φαινόμενο, που διαφέρει ποιοτικά από το απλό άθροισμα πολυποίκιλων τεχνικών, τεχνολογιών και αντικειμένων. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε στο παραμικρό ούτε αυτές τις τεχνικές, ούτε αυτές τις τεχνολογίες, ούτε αυτά τα αντικείμενα, εάν δεν τα εξετάσουμε ως σύνολο. Ούτε μπορούμε να τα καταλάβουμε αν απομονώσουμε ένα τομέα δράσης από την Τεχνική. Πρέπει όλα αυτά να τα μελετήσουμε στο εσωτερικό του τεχνικού συστήματος στην ολότητά του και σε σχέση με αυτό […] Από τη μια μεριά, οι τεχνικές και οι τεχνολογίες, ακόμα κι όταν εφαρμόζονται σε διαφορετικά πεδία, επιδρούν η μια πάνω στην άλλη· γι’ αυτό και είναι αδύνατο να τις μελετήσουμε ξεχωριστά. Από την άλλη, οι τεχνικές πολλαπλασιάζονταν ασταμάτητα και έφθασαν σιγά-σιγά να καλύψουν όλο το πεδίο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα, εξαιτίας του μεγάλου αριθμού τους και της πυκνότητάς τους, να αποκτήσουν μια νέα υπόσταση.  Τέλος, σε αυτούς τους δυο παράγοντες προστίθεται και η παρουσία του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που αποτελεί το μέσο σύνδεσης και συντονισμού μεταξύ πολυάριθμων τεχνικών, ενώ και η ίδια η δημιουργία του είναι καρπός συνάρθρωσης διαφόρων τεχνικών. Έτσι φθάσαμε σε μια καινούργια έννοια της Τεχνικής: η Τεχνική ως περιβάλλον και ως σύστημα. Πρόκειται για το γεγονός, ότι οι τεχνικές αποκτούν μια ποιοτικά διαφορετική σημασία στο βαθμό που συνδυάζονται μεταξύ τους και αφορούν την ολότητα των δράσεων ή των τρόπων ζωής των ανθρώπων. Η Τεχνική έπαψε να αποτελεί ένα απλό άθροισμα τεχνικών. Οι τεχνικές διαμεσολαβήσεις έχουν γενικευθεί, εξαπλωθεί και πολλαπλασιαστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε συγκροτούν τελικά ένα νέο σύμπαν. Είμαστε ενσωματωμένοι στο τεχνικό περιβάλλον. […] Είναι όμως Σύστημα, διότι κάθε τεχνικός παράγοντας (η τάδε μηχανή π.χ.) συνδέεται, σχετίζεται με και εξαρτάται κατά πρώτο λόγο από το σύνολο των  άλλων τεχνικών παραγόντων και έπειτα από τα όποια μη-τεχνικά στοιχεία. Στο βαθμό που η Τεχνική έγινε περιβάλλον, όλοι οι τεχνικοί παράγοντες εντάσσονται σε αυτό και το συγκροτούν τρεφόμενοι από αυτό […] Αυτό το τεχνικό περιβάλλον μάς οδηγεί, από τη μια μεριά να θεωρούμε τα πάντα σαν τεχνικά προβλήματα και από την άλλη να αγκιστρωθούμε πάνω του και επομένως να εγκλειστούμε σε αυτό, που από περιβάλλον γίνεται Σύστημα» (Το Τεχνικό Σύστημα, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδ. ΑΛΗΣΤΟΥ ΜΝΗΜΗΣ).
Βέβαια, επειδή ο Ελλύλ δεν θεωρούσε ότι απευθύνεται σε φανς, αλλά σε νοήμονες αναγνώστες, δεν κάθισε να σκαρώσει κάποια ψευτολέξη όπως … «technium»-και-κάτσε-καλά, για να δώσει την εντύπωση μιας πρωτότυπης σύλληψης. Σαν κλασικός στοχαστής αρκέστηκε να πει το πράγμα με το όνομά του: «Τεχνικό Σύστημα». 

Αλλά όπως είπα, ο Κέλι δεν αρκείται να παρουσιάσει σαν πρωτότυπη δική του την κεντρική ιδέα του Ελλύλ. Πέρα από αυτό, ευνουχίζει όλη την κριτική δύναμη της θεωρίας του Ελλύλ για να δοξολογήσει, σαν καλός «γκουρού» του τεχνολογικού μεσσιανισμού, το Τεχνικό Σύστημα.
Έτσι, αφού ο Κέλι επαναλάβει καταλέξη μια σειρά από καίριες επισημάνσεις του Ελλύλ − π.χ.
«[Το technium] παρουσιάζει συμπεριφορές και τάσεις που δεν συναντούμε στις ξεχωριστές τεχνολογίες που το συναποτελούν. Τέλος, αναπτύσσει ανάγκες, οι οποίες προκύπτουν για να εξυπηρετήσουν το ίδιο το σύστημα και όχι τα μέρη του ή εμάς» (Κέλι) −, 
δηλώνει, ακριβώς όπως ο Ελλύλ, ότι «η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη» (οπ.π.) … εννοώντας όμως τι; Ότι δεν είναι ουδέτερη, επειδή «είναι περισσότερο θετική παρά αρνητική» (όπ.π.)!
Τεράστιος! Και για ποιο λόγο αυτό; Διότι, λέει, «αυξάνει τις δυνατότητες και τις επιλογές μας» (όπ.π.)! Αλληλούια! Μάλιστα έχει μετρήσει, φαίνεται, και πόσο θετικότερη είναι από αρνητική: «Αναπόφευκτα, κάθε νέα τεχνολογία θα μας δημιουργήσει τόσα προβλήματα όσα και λύσεις. Αλλά τα οφέλη θα είναι πάντα κατά 1% περισσότερα» (όπ.π.)! Ωσαννά, που έψελνε κι ο άλλος

Δεν υπάρχει λοιπόν σοβαρός λόγος να βαστάμε τη δέουσα, για μια νηφάλια προσέγγιση, απόσταση από το Τεχνικό Σύστημα: ό,τι κι αν προκύψει, η τελική σούμα θα είναι πάντα έστω και κατά ... 1% θετική! Αυτό θα πει επιστημονική σκέψη...
Ωστόσο, αντίθετα από το χαζοχαρούμενο, ο Ελλύλ προειδοποιούσε:
«Υπάρχει εδώ ένα ακόμα σφάλμα, που πρέπει να αποφύγουμε. Είναι η άποψη πως η Τεχνική είναι το αντικείμενο και ο άνθρωπος το υποκείμενο σε σχέση με αυτήν. Ακούμε να λέγεται πολύ συχνά, ότι στο κάτω-κάτω η Τεχνική δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσπορίζει πράγματα και ο άνθρωπος τα κάνει ό,τι θέλει ― οπότε τα πάντα εξαρτώνται από την καλή ή κακή χρήση της […] Όμως όσο περισσότερο καλείται ο άνθρωπος να δράσει μέσα στο Τεχνικό Σύστημα, να χρησιμοποιήσει τα τεχνικά αντικείμενα, τις τεχνικές και τις τεχνολογίες, τόσο περισσότερο σταματάει να είναι άνθρωπος, δηλαδή υποκείμενο, και εγκλείεται μέσα σε μια τεχνική κοινωνία. [Εδώ] δεν αναγνωρίζεται κανένας άλλος διαμεσολαβητής πέρα από την Τεχνική, η οποία στην πραγματικότητα είναι ξένη προς κάθε σύστημα αξιών. Έτσι το τεχνικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την μεγέθυνση της αφαίρεσης, της επιτήρησης και του ελέγχου. [Κυρίως] όσο πιο αυτονόητη γίνεται η πρόοδος, η τεχνική μεγέθυνση, τόσο λιγότερο μπορεί να εκφραστεί η ανθρώπινη αυτονομία. Βέβαια ο άνθρωπος χρειάζεται πάντοτε, αλλά δεν έχει καμιά σημασία ποιος θα είναι. Αρκεί να έχει εκπαιδευτεί σε αυτό το παιχνίδι. […] Σε αυτή την αποφασιστική εξέλιξη ― στην πορεία της Τεχνικής προς την συγκρότησή της σε Σύστημα και την αυτομεγέθυνση ― ο άνθρωπος δεν υπάρχει πουθενά. Διότι ούτε η συγκρότηση του τεχνικού συστήματος, ούτε η αυτονομία της Τεχνικής αποτελούν επιδίωξη του ανθρώπου» (Το Τεχνικό Σύστημα).
Όσο για την αύξηση των επιλογών μας, με την οποία ηδονίζεται ο Καλώδιος Κέβιν:
«Ο τεχνικός αυτοματισμός παίζει και σε ένα άλλο επίπεδο: της επιλογής μεταξύ δυο τεχνικών για την πραγματοποίηση ενός ίδιου εγχειρήματος. Αυτή η επιλογή γίνεται αποκλειστικά με γνώμονα την αποτελεσματικότητα, ή το μέγεθος των κεκτημένων αποτελεσμάτων. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως η ‘απόφανση’ είναι αυτόματη: η καινούργια τεχνική μάς επιτρέπει να πάμε ταχύτερα, μακρύτερα, να παράγουμε περισσότερο, κ.ο.κ. Δεν υπάρχει επιλογή με την κυριολεκτική σημασία του όρου, όταν έχουμε να αποφασίσουμε αν είναι μεγαλύτερο το 3 ή το 4. Το 4 είναι μεγαλύτερο του 3 και αυτό δεν έχει να κάνει με τις προτιμήσεις κανενός, ούτε μπορεί κανείς να το αλλάξει, ή να πει το αντίθετο, ή να ξεφύγει από αυτό. Ακριβώς της ίδιας τάξης είναι και η απόφαση σε ό,τι αφορά την Τεχνική. Δεν υπάρχει επιλογή μεταξύ δυο τεχνικών μεθόδων: επιβάλλεται μοιραία εκείνη, που τα αποτελέσματά της είναι υπολογίσιμα, μετρήσιμα, ορατά και αδιαφιλονίκητα […] Ο άνθρωπος δεν είναι με κανένα τρόπο το υποκείμενο αυτής της απόφασης· είναι απλώς ένα όργανο καταγραφής των αποτελεσμάτων διαφόρων τεχνικών και δεν υπάρχει θέμα επιλογής με βάση κάποια πολύπλοκα και ας πούμε ανθρώπινα κίνητρα: επιλέγουμε απλώς το τεχνικό μέσον που προσφέρει τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα. Αλλά αυτό δεν είναι επιλογή. Είναι κάτι που μπορεί να κάνει και μια μηχανή» (Ελλύλ).
Κυρίως:
«Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά απολύτως ελευθερία επιλογής. Βρισκόμαστε σήμερα σε εκείνο το σημείο της ιστορικής εξέλιξης, όπου οτιδήποτε δεν είναι τεχνικό, εκμηδενίζεται […] Οι πάντες υποχρεώνονται να ‘επιλέξουν’ την πιο προηγμένη τεχνική […] Όλο το νοητικό πανόραμα που έχει μπροστά στα μάτια του ο σύγχρονος άνθρωπος, δημιουργείται από τεχνικούς και συμμορφώνει τον άνθρωπο στο τεχνικό σύμπαν, το μοναδικό σύμπαν στο οποίο παραπέμπουν όλες οι προσφερόμενες παραστάσεις. Αυτός ο τρόπος ψυχικής εξάρτησης έχει κιόλας δημιουργήσει ένα καινούργιο ψυχολογικό τύπο[i]. Ένα τύπο, που φέρει σχεδόν από τη γέννησή του τη σφραγίδα της μεγατεχνολογίας σε όλες τις μορφές της. Ένα τύπο ανίκανο να αντιδρά άμεσα στα αντικείμενα της όρασης ή της ακοής, στις μορφές των συγκεκριμένων πραγμάτων, ανίκανο να λειτουργεί χωρίς άγχος σε κανένα πεδίο και ακόμα, ανίκανο να νιώθει ζωντανός, εκτός κι αν του το επιτρέπει ή του το προστάζει η μηχανή και πάντοτε με τη συμπαράσταση του τεχνικού εξοπλισμού που του προσφέρει η θεά Μηχανή. Σε πάμπολλες περιπτώσεις, αυτή η ψυχική εξάρτηση έχει κιόλας μεταβληθεί σε απόλυτη εξάρτηση. Αυτή η κατάσταση δουλικού κομφορμισμού χαιρετίστηκε από τους πιο σκοτεινούς προφήτες αυτού του καθεστώτος ως η υπέρτατη ‘απελευθέρωση’ του ανθρώπου!» (Ελλύλ).
Άσε λοιπόν τα σάπια χαζοχαρούμενε «γκουρού» του τεχνολογικού μεσιανισμού!

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Η κοινωνία ως "μηχανή αποκλεισμού". Της Κατερίνας Μάτσα αναδημοσιεσυη απο ΤVXS

18:12 | 08 Απρ. 2012
Τελευταία ανανέωση 15:40 | 28 Νοε. 2013
Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».
[...] Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.
Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.
Αναζητούν απελπισμένα τη δόση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.
Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).
Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.
Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.
Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.
Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.
Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.
«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».
Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.
Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.
Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.
Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.
Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]
Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.
Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.
Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]
Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.
Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.
Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.
Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.
Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.
Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).
Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του.
Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]
Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.
Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.
Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.
Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και το αδύνατο πένθος της. […]
Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.
Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]
Η επιθυμία να φωτιστούν και να διερευνηθούν διεξοδικά όλα αυτά τα ζητήματα υπαγορεύτηκε βασικά από την ανάγκη να συμβάλουμε, ως 18 ΑΝΩ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, στο να γίνει η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης πληρέστερη, να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να είναι πιο αποτελεσματική.
Μ’ άλλα λόγια, διερευνήσαμε το πεδίο του θανάτου για να υπηρετήσουμε τη ζωή.

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους
[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.
Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).
Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.
Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.
Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.
Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]
Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.
Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.
Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.
Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.
Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.
Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.
«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».
Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.
Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]
Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.
Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]
Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.
Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.
Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.
Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.
Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;
Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.
Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.
Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.
Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.
Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.
Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.
«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.

Η ψυχίατρος Κατερίνας Μάτσα γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στο Παρίσι και την Αθήνα. Είναι η γυναίκα του Σάββα Μιχαήλ.
Εργάζεται στο Ε.Σ.Υ., στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το γνωστό Δαφνί, από το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. - 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού "Τετράδια Ψυχιατρικής".
Το 2001 κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις "Άγρα" το βιβλίο της "Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές... Το αίνιγμα της τοξικομανίας" το 2006 "Η περίπτωση Ευρυδίκη - Κλινική της τοξικομανίας" και "Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση - Το "παράδειγμα" του 18 Άνω (2008).

---

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Διαβαστε το εξαιρετικο αρθρο του ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ tovima.gr - Καλώς ήρθατε στον 21ο αιώνα! www.tovima.gr

Διαβαστε το εξαιρετικο αρθρο του ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ
tovima.gr - Καλώς ήρθατε στον 21ο αιώνα!
www.tovima.gr
To τέλος του σύντομου 20ού αιώνα συνοδεύτηκε με προσδοκίες ενός κόσμου ειρηνικού, μιας νέας τάξης πραγμάτων βασισμένης στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τη χωρίς σύνορα και περιορισμούς αγορά και το βορειοατλαντικό σύστημα ασφαλείας. Η δεκαετία του '90 φαινόταν ως το απόγειο του δυτικού πολιτισμού. Ηταν όμως η στιγμή που Ευρώπη και Αμερική άρχισαν να χάνουν την πρωτοκαθεδρία τους. Ο νέος μετααποικιακός κόσμος που αναδύθηκε σε αυτές τις δυόμισι δεκαετίες περιελάμβανε την ανάδυση της Κίνας, της Ινδίας και των BRICS, καθώς και των Next Eleven. Οι αναδυόμενες μεγάλες και μεσαίες οικονομίες άλλαξαν την οικονομική γεωγραφία του πλανήτη. Δεν θα μπορούσε αυτός ο κόσμος να εγκαινιάσει μια νέα εποχή;

Εκείνο που εγκαθιδρύθηκε ήταν η ανισορροπία, η ασυμμετρία ανάμεσα στην οικονομική ευρωστία, την πολεμική δύναμη και την πολιτική επιρροή, η ανισότητα ανάμεσα σε χώρες και στο εσωτερικό τους, η ρευστότητα, η ανομία εν τέλει. Το τέλος του ενός αιώνα και οι αρχές του επομένου δεν δημιουργούν ένα συνεκτικό αφήγημα που να έχει νόημα και να μπορεί να εμπνεύσει πολιτικές. Δεν μοιάζει ούτε με την αποικιακή τάξη που επέβαλαν στον κόσμο οι πέντε μεγάλες δυνάμεις του 19ου αιώνα ούτε με τον διπολικό κόσμο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Δεν υπάρχει καμία ιδέα που να κυριαρχεί, όπως ήταν τους δύο περασμένους αιώνες διαδοχικά η εκπολιτιστική αποστολή της Ευρώπης, η ιδέα της εθνικής αυτονομίας και της συνεργασίας των λαών ή η ιδέα ενός καινούργιου προοδευτικού κόσμου.

Από το 1989 άνοιξαν τέσσερις μεγάλοι κύκλοι αίματος. Ο πρώτος αφορά τον χώρο του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Αρχικά στα Δυτικά Βαλκάνια, ύστερα στον Καύκασο και στα νότια της Ρωσίας, απειλεί τώρα μια μείζονα κρίση ανάμεσα στη Ρωσία και στη Δύση γύρω από την τύχη της Ουκρανίας. Ο δεύτερος κύκλος αίματος αφορά τη ζώνη του Ισλάμ, από το Πακιστάν έως τη Λιβύη, χωρίς να αφήνει εκτός του κύκλου βίας την Ινδονησία αλλά και τις μεγάλες πρωτεύουσες της Δύσης, αρχής γενομένης από τη Νέα Υόρκη, το 2001. Ο τρίτος κύκλος αφορά την Υποσαχάρια Αφρική, όπου οι εμφύλιοι ενδημούν μαζί με την ξηρασία και τις αρρώστιες. Τέλος, ο τέταρτος κύκλος αφορά τις μάζες των απελπισμένων ανθρώπων, τα εκατομμύρια των προσφύγων που θαλασσοπνίγονται ή πεθαίνουν προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποδράσουν από τις χώρες των πολέμων, της βίας, της κλιματικής αλλαγής και της στέρησης.

Οι κύκλοι αυτοί του αίματος μεγεθύνονται γιατί ανατράπηκαν οι παλιές ισορροπίες χωρίς να αποκατασταθούν καινούργιες και λειτουργούν σε ένα πλαίσιο αυτοεκπληρούμενων προφητειών που τρέφει την αλαζονεία και την αδιαλλαξία. Χαρακτηριστική είναι η συμμετρία ανάμεσα στην αμερικανική πολιτική και στον ισλαμικό εξτρεμισμό. Από την αδιέξοδη υποστήριξη του Ισραήλ, από το 1967, έως τον πόλεμο στην τρομοκρατία, η Αμερική και ο δυτικός κόσμος έκαναν τα πάντα για να εκπληρώσουν τις προφητείες των ακραίων ισλαμιστών για την κακόβουλη Δύση. Και αναλογικά, οι ακραίοι ισλαμιστές, με τη βιαιότητα της θρησκευτικής ισοπέδωσης λαών και ιθαγενών πολιτισμών, τροφοδοτούν συστηματικά το ιδεολογικό οπλοστάσιο των στρατιωτικών επεμβάσεων. Κάπως έτσι το Ιράκ, μια χώρα με ισχυρές κοσμικές παραδόσεις, μετά το «Σοκ και δέος» διαλύεται με αναπεπταμένες τις θρησκευτικές σημαίες. Η καταστροφή ενός secular κράτους άνοιξε την πόρτα για μια post secular εποχή. Η πολιτική αυτή υπονόμευσε την αξιοπιστία των φιλελεύθερων αρχών και  κυρίως την αναφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Γκουαντάναμο και η επιβολή της σαρία δεν είναι διαφορετικής ποιότητας φαινόμενα. Καθρεφτίζεται το ένα στο άλλο.

Υπήρξαν αντιδράσεις σε αυτόν τον κόσμο της ιδεολογικής εσχατολογίας; Υπήρξαν. Hταν οι επαναστάσεις της Αραβικής Ανοιξης. Το 2011 υπήρξε ένα καινούργιο «1848» το οποίο αντιτάχτηκε και στον δυτικό οριενταλισμό και στην ισλαμική τρομοκρατία και στις στρατιωτικές δικτατορίες. Πολεμήθηκε ανελέητα από όλους. Η αιματηρή παλινόρθωση της δικτατορίας στην Αίγυπτο έγινε με την επαίσχυντη συνενοχή του δυτικού κόσμου. Η καινούργια υποτροπή της κρίσης στη Λιβύη και στη Συρία είναι παράγωγο αυτής της ήττας. Παρά τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, η Αλ Κάιντα από τρομοκρατικό δίκτυο διαθέτει πλέον στρατό και επικράτεια!  

Εχουν κάτι κοινό αυτοί οι κύκλοι πέραν του αίματος; Η διαχείριση των ενεργειακών πηγών είναι μια προφανής, ίσως και εύκολη απάντηση. Αλλά το ζήτημα είναι βαθύτερο: αφορά τη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπινους πληθυσμούς και στις δυνατότητες ή στις αντοχές του πλανήτη. Η κρίση της μετανάστευσης και οι εμφύλιοι της Αφρικής δεν βρίσκονται συχνά στα πρωτοσέλιδα, αλλά αφορούν γιγαντιαίες μετακινήσεις πληθυσμών που οφείλονται στις κλιματικές αλλαγές και στις αλυσιδωτές επιπτώσεις τους πάνω στις κοινωνίες. Με τη σειρά της η μαζική μετανάστευση πυροδοτεί νέες σειρές γεγονότων. Πολλαπλότητα και διαφορετικότητα των αιτιών στους τέσσερις κύκλους του αίματος, αλλά στο βάθος της εικόνας θα διακρίνουμε μια ζοφερή, όχι απλώς ιστορική, αλλά ανθρωπολογική κρίση. Αν ο κόσμος βάδιζε με βάση την αναγνώριση των αναγκών του, θα είχε εμπεδωθεί μια ριζοσπαστική πολιτική που θα προσάρμοζε τις κοινωνικές ανάγκες στους μεσο- και μακροπρόθεσμους στόχους της συμβίωσης με το φυσικό περιβάλλον. Αντ' αυτού ζούμε την παράνοια εντός της λογικής. Το παρελθόν, με τις εμμονές του, δεν τυραννά τους ζωντανούς. Γίνεται αιμοδιψές παρόν. Τα ξεφτίδια της Ιστορίας σκοτώνουν.

Τα τελευταία 25 χρόνια αύξησαν τον συνολικό παγκόσμιο πλούτο, στις πρώην αποικιακές χώρες σημειώθηκε αλματώδης ανάπτυξη, αλλά έγιναν αβυσσαλέες οι ανισότητες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μαζί με την αλλαγή της φιλοσοφίας του κράτους, της σχέσης οικονομίας και πολιτικής, είδαμε την αλλαγή της μορφής των πολέμων. Η ισορροπία του διπολικού πυρηνικού τρόμου αντικαταστάθηκε από μια γενική ανασφάλεια των επιλεκτικών κτυπημάτων με θύματα κυρίως στον άμαχο πληθυσμό. Τα εγκλήματα πολέμου έγιναν η κανονικότητα του πολέμου. Η ανθρωπότητα πέρασε σε μια καινούργια τεχνολογικά εποχή η οποία αποσταθεροποίησε σε βάθος τους παλιούς κανόνες κοινωνικής συμβίωσης. Υπάρχουν νησίδες σταθερότητας; Στην Ευρώπη ένα στα πέντε παιδιά ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και οι αυξανόμενες ανισότητες στην εκπαίδευση και στην ιατρική περίθαλψη θα διαφοροποιήσουν τους πληθυσμούς με τρόπο που ο 21ος θα ανακαλεί τον Aldus Huxley. Και σε ποιες ευρωπαϊκές χώρες διαπιστώνεται η μεγαλύτερη δυναμική ανισοτήτων; Στη Βρετανία και στην Ελλάδα... Welcome to the brave new world!

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Άσγκερ Γιόρν, Η Φυσική Τάξη. De Divisionae Naturae. Η ερμηνεία του Σίλκεμποργκ κατά της ερμηνείας της Κοπεγχάγης Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962 /danger.few!!!

Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962

Μανιφέστο 017 | Ταυτόσημες απαντήσεις

«Σε τι μεταμορφώνεται η επιστημονική συμπεριφορά όταν πλαισιώνεται από εξουσία; Μια επιστημονική εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το πρέπει απλώς και μόνο επειδή πρέπει. Χρειάζεται να στηρίζεται πάνω στην απαίτηση συναίνεσης σε μια μέθοδο επιστημονικής αξιολόγησης, στην οποία η αληθινή αξία μετριέται με τις πιθανότητες και οι πιθανότητες σχετίζονται ευθέως με τον αριθμό των ταυτόσημων απαντήσεων.
Αυτή η βασική επιστημονική αρχή ταιριάζει γάντι στη δημοκρατική αρχή, κατά την οποία η πλειοψηφία έχει δίκιομια αρχή που, αν τη θέσουμε καθαρώς ηθικά σε μια διαλεκτική αντιθετική σχέση, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η μειοψηφία έχει άδικο! Όμως στην πραγματικότητα, η μεταφορά της επιστημονικής αρχής αξιολόγησης των πραγμάτων στην νομική και ηθική σφαίρα (και επομένως στην περιοχή των αρχών) δεν μπορεί να καταλήξει παρά σε ένα Δικαστήριο, το οποίο θα εδραιωθεί ξεριζώνοντας κάθε μειοψηφία. […]
Αυτή η επέλαση της επιστήμης στο πεδίο της πολιτικής είναι τρομακτικά επικίνδυνη. Το βλέπουμε πρωτίστως στις γερμανικές κουλτούρες, όπου η επιστημονική απαίτηση να μπαίνουν τα πάντα σε γνώμονες (νόρμες) κυριαρχεί στην κοινωνική ηθική και στο νόμο. Η απαίτηση: “Πρέπει να το κάνεις, διότι είναι νορμάλ! Δεν πρέπει, διότι δεν είναι νορμάλ! Πρέπει να είσαι νορμάλ! Δεν πρέπει να μην είσαι νορμάλ!”, και οι αναρίθμητες άλλες μέθοδοι που μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται “νορμάλ” (που σημαίνει: με ταυτόσημο τρόπο), συγχέονται με το επιστημονικό κριτήριο της αλήθειας και έτσι επιβάλλεται η ιδέα, ότι οι περισσότεροι νορμάλ άνθρωποι είναι και πιο “αληθινοί”. Αυτό ακριβώς οδηγεί τελικά στον άνθρωπο της συμβατικής υποκρισίας, η οποία θεωρείται ως ορθότερη, διότι όσοι είναι σπάνιοι ή ασυνήθιστοι θεωρούνται σαν ένα είδος πνευματικής ασθένειας, σαν παραισθήσεις, σαν ψυχώσεις. Η επιστήμη δεν έχει  κανένα επιχείρημα ενάντια σε αυτό. Απεναντίας, αυτή η σαχλαμάρα μπορεί να δουλέψει με επιστημονικές και στατιστικές μεθόδους και με τα σχετικά επιχειρήματα.
Αυτή είναι η αναπόφευκτη ηθική κατάληξη μιας γενικευμένης αναγνώρισης του επιστημονικού κριτηρίου ως κριτηρίου της αλήθειας, και αυτός είναι ο λόγος της υπερμεγέθους δημοτικότητας που απολαμβάνει η σύγχρονη επιστήμη στις σύγχρονες δημοκρατίες.»
       
Άσγκερ Γιόρν, Η Φυσική Τάξη. De Divisionae Naturae.
Η ερμηνεία του Σίλκεμποργκ κατά της ερμηνείας της Κοπεγχάγης
Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ζιλ Λιποβετσκύ, Παγκοσμιοποίηση και υπερ-νεωτερικότητα:Κοσμοπολιτισμός και Δυτική κουλτούρα ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ: Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ"

[...] Φορέας εξατομίκευσης των προσδοκιών και των συμπεριφορών, η βασιλεία του κοινωνικού παρόντος συνοδεύεται από μετατοπισμένους ρυθμούς, πιο προσωποποιημένες κατασκευές των χρήσεων του χρόνου. Ο διπολισμός ατομικισμού- καθ’ υπερβολήν ή κατ’ έλλειψη- επιβεβαιώνεται μόνον έχοντας ως φόντο αυτή τη γενικευμένη πληθυντικοποίηση και τη γενικευμένη εξατομίκευση, τους τρόπους διαχείρισης του χρόνου. Απ’ αυτήν την άποψη η υπερ-νεωτερικότητα είναι αδιαχώριστη από την απαλλαγή από την παράδοση-απαλλαγή από τους θεσμούς-εξατομίκευση της σχέσης με το χρόνο, φαινόμενο συνόλου που, υπερβαίνοντας τις διαφορές κοινωνικών τάξεων ή ομάδων, ξεπερνά κατά πολύ τον κόσμο των νικητών. Η νέα αίσθηση υποδούλωσης στον επιταχυνόμενο χρόνο ξεδιπλώνεται παράλληλα με μια μεγαλύτερη δυνατότητα να οργανώσουμε ιδιωτικά τη ζωή μας.
Νέα σχέση με το χρόνο που απεικονίζεται εξίσου στα καταναλωτικά πάθη. Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι ο πυρετός των αγορών, είναι, σε πολλές περιπτώσεις, μια προσωρινή, αναγκαστική λύση, ένας τρόπος να παρηγοριόμαστε για τις δυστυχίες της ύπαρξης, να γεμίζουμε την κενότητα του παρόντος και του μέλλοντος. Παροντιστικός καταναγκασμός της κατανάλωσης και στένεμα του χρονικού ορίζοντα των κοινωνιών μας αποτελούν σαφώς ένα σύστημα.[...]

Βίκτορ Φρανκλ, Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης (1946), μετάφραση Τάκης Ευδόκας, Κίκα Χριστοφίδου, εκδ. ΤΑΜΑΣΟΣ (1979) AΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ danger.few!!!

Νόημα κι ελευθερία


«Η αναζήτηση του ανθρώπου για νόημα και σκοπό αποτελεί πρωταρχική δύναμη στη ζωή του και όχι “δευτερογενή εκλογίκευση” ενστικτικών παρορμήσεων. Ο σκοπός αυτός είναι μοναδικός και ειδικός, υπό την έννοια ότι πρέπει να μπορεί να εκπληρώνεται αποκλειστικά από το ίδιο το άτομο∙ και τότε μόνον αποκτά ο σκοπός αυτός αξία, εφόσον πηγάζει από τη θέληση του ίδιου του ατόμου να τον εκπληρώνει.  Μερικοί συγγραφείς ισχυρίζονται πως οι σκοποί που θέτει ο άνθρωπος στη ζωή του και οι ηθικές αξίες του “δεν είναι τίποτε άλλο παρά αμυντικοί μηχανισμοί και εξ αντιδράσεως σχηματισμοί ή εξιδανικεύσεις”. Εγώ πάντως δεν θα ήθελα να ζω μόνο και μόνο χάριν των “αμυντικών μηχανισμών”, ούτε και θα ήμουν διατεθειμένος να πεθάνω μόνο και μόνο χάριν των “εξ αντιδράσως σχηματισμών” μου. Τελοσπάντων ο άνθρωπος είναι ικανός να ζει, ακόμα και να πεθαίνει, χάριν των ιδανικών και των ηθικών αξιών στις οποίες πιστεύει! Μάλιστα για την πλειονότητα των ανθρώπων η θέληση για ένα σκοπό στη ζωή αποτελεί γεγονός και όχι απλώς αφηρημένη πίστη. […]


Βέβαια είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ενδιαφέρον του ατόμου για ιδανικά και αξίες δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια συγκάλυψη καταχωνιασμένων εσωτερικών συγκρούσεων. Αλλά ακόμα κι αν συμβαίνει αυτό, θα έλεγα ότι οι περιπτώσεις αυτές αντιπροσωπεύουν μάλλον την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιολογείται μια ψυχοδυναμική ερμηνεία, η οποία θα απέβλεπε στο να ανακαλύψουμε ποιοι είναι οι υπολανθάνοντες ασυνείδητοι παράγοντες, γιατί στην πραγματικότητα εδώ έχουμε να κάνουμε με ψευδοαξίες (ένα καλό παράδειγμα είναι αυτό του φανατικού) και σαν τέτοιες πρέπει να “ξεμασκαρευτούν”. Ωστόσο, η αφαίρεση αυτού του προσωπείου, ή η απογύμνωση, θα πρέπει να σταματάει μόλις το άτομο έρθει αντιμέτωπο με ό,τι το αυθεντικό και γνήσιο υπάρχει μέσα του, όπως π.χ. τον πόθο του για μια ζωή με περισσότερο νόημα. Αν η απογύμνωση αυτή δεν σταματήσει την ώρα που πρέπει, τότε εκείνος που επιτελεί το έργο του “ξεσκεπάσματος” προδίδει απλώς τη δική του θέληση να υποτιμά τις πνευματικές φιλοδοξίες του άλλου. […]


Η ψυχοδυναμική έρευνα στο τομέα των αξιών είναι ασφαλώς θεμιτή. Το ερώτημα είναι, κατά πόσον είναι πάντοτε πρόσφορη. Κάθε αποκλειστικά ψυχοδυναμική έρευνα μπορεί καταρχήν να μας αποκαλύψει απλώς τι είναι μια ωθούσα δύναμη στον άνθρωπο. Όμως οι αξίες δεν ωθούν τον άνθρωπο αλλά μάλλον τον έλκουν. […]
 

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έλκεται από τις αξίες, κλείνει μέσα σου την ελευθερία της βούλησης: την ελευθερία του ανθρώπου να δδιαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας προσφοράς, π.χ. να πραγματοποιήσει έναν εν δυνάμει σκοπό ή να χάσει αυτή την ευκαιρία. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να λέμε ότι υπάρχει στον άνθρωπο “ηθική παρόρμηση”, ή ακόμα και “θρησκευτική παρόρμηση”, με την έννοια που θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος “κατεθύνεται από πρωτόγονα ένστικτα”. Ο άνθρωπος ουδέποτε ωθείται σε ηθική συμπεριφορά. Σε κάθε περίπτωση, αποφασίζει ο ίδιος αν θα συμπεριφερθεί ηθικά ή όχι. Και δεν συμπεριφέρεται ηθικά για να ικανοποιήσει κάποια “ηθική παρόρμησή” του, ούτε για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του. Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ηθικά χάριν ενός σκοπού στον οποίον αφιερώνεται π.χ. για κάποιο πρόσωπο που αγαπά, ή χάριν του Θεού στον οποίο πιστεύει. […]
 

Πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη μας ότι ο λόγος ή ο “σκοπός” που βάζει ο άνθρωπος στη ζωή του, δεν είναι κάτι που πηγάζει μονάχα από την ύπαρξή του αλλά κάτι που έρχεται αντιμέτωπο με την ύπαρξη. Αν ο λόγος ή σκοπός ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απλή επιθυμία του ανθρώπου να αυτοεκφράζεται, ή τίποτα περισσότερο παρά να προβάλλει ευσεβείς πόθους, τότε ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να καλεί και να επιστρατεύει τον άνθρωπο. […]»
 

Βίκτορ Φρανκλ, Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας
σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης (1946),
μετάφραση Τάκης Ευδόκας, Κίκα Χριστοφίδου, εκδ. ΤΑΜΑΣΟΣ (1979)


Σημ. του HS. Ο Βίκτορ Φρανκλ (1905-1997), από τους πρωτοπόρους και βαθύτερους ανατόμους του «υπαρξιακού κενού» του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, συμπύκνωσε σε αυτό το βιβλίο του τις εμπειρίες, τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του από τον εγκλεισμό του στο Άουσβιτς. Ζωτικής σημασίας ήταν η διαπίστωσή του ότι «μόνον οι κρατούμενοι εκείνοι που άφηναν να κλονιστεί το εσωτερικό πνευματικό και ηθικό στήριγμά τους, αυτοί τελικά υπέκυπταν στις εκφυλιστικές επιδράσεις του στρατοπέδου». Από όπου και το κεντρικό ερώτημά του: «Από τι θα μπορούσε λοιπόν ή θα έπρεπε να αποτελείται αυτό το “εσωτερικό στήριγμα”;». Από εδώ συμπέρανε τα όσα παραθέτουμε στην ανάρτηση, που υπήρξαν το θεμέλιο πάνω στο οποίο δημιούργησε τη «λογοθεραπεία», μια μορφή υπαρξιακής ανάλυσης που ονομάστηκε και «η Τρίτη Βιεννέζικη Σχολή Ψυχοθεραπείας». Θα πρότεινα, μαζί με την ανάρτηση αυτή να διαβαστούν η αμέσως προηγούμενη καθώς και η Προς Ναυαγούς αφιερωμένη πέρσι τον Ιούνιο.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Gilles Deleuze-Oι κοινωνίες του ελέγχου ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ Ταξικές Μηχανές die Bestimmung des Menschen




Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Πηγή: Scribd
  Σχόλιο Oνειρμός: Με βάση τις αναλύσεις του Φουκώ, ο Ντελέζ περιοδολογεί την ιστορία των κοινωνιών σε κοινωνίες της κυριαρχίας, κοινωνίες της πειθαρχίας, και κοινωνίες του ελέγχου. Μολονότι όψεις και των τριών συνυπάρχουν σε κάθε ιστορική περίοδο, μια αλλαγή εποχής με βάση την περιοδολόγηση αυτή σημαίνει αλλαγή, θα λέγαμε, του ''ηγεμονικού'' τρόπο άρθρωσης της εξουσίας. Επιπλέον, έχουμε να παρατηρήσουμε πως, παρά τις διάφορες προφυλάξεις των Φουκώ-Ντελέζ ενάντια στον ''ντετερμινισμό'', φαίνεται να παρουσιάζουν μια προοδευτική βελτιστοποίηση και ολοκλήρωση των τεχνικών εξουσίας, από τις πιο άμεσες, ''χοντροκομμένες'' και ωμές μορφές καταστολής, στις πιο έμμεσες, εκλεπτυσμένες και αποτελεσματικές μορφές ελέγχου. Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει ο παραλληλισμός του Ντελέζ κάθε εποχής εξουσίας με ένα είδος μηχανής. Μετά τις κοινωνίες της κυριαρχίας, που βασίζονται στο θάνατο, η διαχείριση της ζωής ως διαχείριση της παραγωγικής δραστηριότητας περνά από το μοντέλο των μηχανών ενέργειας στο μοντέλο των πληροφοριακών μηχανών. 
  Για μας παραμένει ανοιχτό ερώτημα αν οι σχετικές κοινωνιολογικές αναλύσεις των Deleuze-Guattari οδηγούν στους Negri-Hardt και την ''Αυτοκρατορία''. Πιστεύουμε πως οι δεύτεροι δεν εξαντλούν σε καμία περίπτωση το δυναμικό της ανάλυσης των πρώτων. Το κυριότερο είναι να μην προβαίνουμε σε υπεραπλουστεύσεις μιλώντας για τις κοινωνίες και τον πλανήτη ''γενικά'', ξεχνώντας την ανισόμετρη ανάπτυξη όχι απλώς των οικονομιών, αλλά και των μηχανισμών εξουσίας, στη σύνθετη πλανητική άρθρωσή τους. Έτσι, οι Γάλλοι του '70 συχνά μοιάζουν να μιλούν για τις εξελίξεις στον ''Δυτικό Κόσμο'', σαν αυτές να αντιπροσώπευαν κάθε κοινωνία πάνω στη Γη. Σήμερα εξακολουθούμε να έχουμε ένα εθνικό και διεθνικό μείγμα κυριαρχικών, πειθαρχικών και ελεγκτικών μηχανισμών. Ωστόσο, πιστεύω ότι πράγματι τώρα πια οι τελευταίοι παίζουν τον καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση της κοινωνικής ''ομαλότητας''.
  Τέλος, θα ήθελα να τονίσω τη δυνητική σύνδεση αυτής της ανάλυσης με κάθε θεωρία που μιλά για νέο στάδιο του καπιταλισμού, και, μεταξύ άλλων, του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε αυτό το νέο στάδιο, η μορφή της κεφαλαιοκρατικής επιχείρησης απορροφά τους στεγανοποιημένους κοινωνικούς θεσμούς διαμορφώνοντάς τους ''κατ εικόνα και ομοίωσή'' της. 
  Το κείμενο έχει πολλές ακόμη πλευρές, για τις οποίες ίσως προβούμε μελλοντικά σε περαιτέρω σχολιασμό. 
Ι. Ιστορία
 
  Ο Φουκώ τοποθέτησε τις πειθαρχικές κοινωνίες ανάμεσα στον 18ο και 19ο αιώνα· στο απώγειο τους έφτασαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Προχώρησαν στην οργάνωση των μεγάλων χώρων εγκλεισμού. Το άτομο δεν σταματά να περνά από τον ένα κλειστό χώρο στον άλλο, που ο καθένας έχει τους δικούς του νόμους: κατ’ αρχάς η οικογένεια, μετά το σχολείο («δεν είσαι πια στην οικογένεια»), μετά ο στρατώνας («δεν είσαι πια στο σχολείο»), μετά στο εργοστάσιο, κάθε τόσο το νοσοκομείο, τελικά η φυλακή, ο κατ’ εξοχήν χώρος εγκλεισμού. Είναι η φυλακή που χρησιμεύει ως αναλογικό υπόδειγμα: ο πρωταγωνιστης της ταινίας του Ροσελίνι Ευρώπη 51 μπορεί να αναφωνήσει όταν βλέπει τους εργάτες, «πίστεψα ότι έβλεπα καταδίκους…». Ο Φουκώ ανέλυσε πολύ καλά το ιδανικό πρότυπο του χώρου εγκλεισμού, ιδιαιτέρως ορατού στο εργοστάσιο: συγκέντρωση· κατανομή στον χώρο· οργάνωση του χρόνου· συγκρότηση μέσα στο χώρο-χρόνο μιας παραγωγικής δύναμης, της οποίας το συνολικό αποτέλεσμα οφείλει να υπερτερεί του αθροίσματος των επιμέρους δυνάμεων. Αλλά αυτό που ο Φουκώ επίσης γνώριζε, ήταν η βραχύτητα αυτού του υποδείγματος: ακολούθησε τις κοινωνίες της κυριαρχίας (σ.σ στο σημείο αυτό η μετάφραση ήταν λάθος-''ακολούθησαν οι κοινωνίες της κυριαρχίας''-πράγμα που αντιστρέφει τη σειρά της περιοδολόγησης, βλ. την αγγλική μετάφραση εδώ), στις οποίες αντικείμενο και λειτουργίες ήταν κάτι διαφορετικό (να φορολογήσουν μάλλον παρά να οργανώσουν την παραγωγή, να αποφασίζουν μάλλον για τον θάνατο παρά για τη διαχείρηση της ζωής)· η μετάβαση δρομολογείται προοδευτικά και φαίνεται πως ο Ναπολέων έκανε πράξη τη μεγάλη μεταστροφή από τη μια κοινωνία στην άλλη. Αλλά οι πειθαρχήσεις γνώρισαν με τη σειρά τους την κρίση προς όφελος των νέων δυνάμεων που έμπαιναν αργά στη θέση τους, επιταχυνόμενες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι ήδη κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που σταμάτησε να υπάρχει. Βρισκόμαστε σε μια γενικευμένη κρίση όλων των χώρων εγκλεισμού, φυλακή, νοσοκομείο, εργοστάσιο, σχολείο και οικογένεια. Η οικογένεια είναι ένα «στεγανό» σε κρίση, όπως όλα τα άλλα στεγανά, σχολικά, επαγγελματικά κλπ. Οι αρμόδιοι υπουργοί δεν σταματούν να αναγγέλουν τις θεωρούμενες σαν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Ν΄αλλάξει το σχολείο, το εργοστάσιο, το νοσοκομείο, ο στρατός, η φυλακή: αλλά ο καθένας γνωρίζει ότι αυτοί οι θεσμοί τελειώνουν, το μάλλον ή ήττον, μακροπρόθεσμα. Πρόκειται μονάχα για τη διαχείρηση των αγωνιών τους και για τη διατήρηση απασχολημένου του πλήθους, μέχρι την εγκατάσταση των νέων δυνάμεων που ήδη κρούουν τη θύρα. Είναι οι κοινωνίες του ελέγχου που έρχονται να αντικαταστήσουν τις πειθαρχικές κοινωνίες. Ο «έλεγχος» είναι το όνομα που ο Μπάροουζ πρότεινε για να περιγράψει αυτό το νέο τέρας, που και ο Φουκώ αναγνωρίζει ως το προσεχές μέλλον μας. Επίσης ο Paul Virilio δεν σταματά να αναλύει τις υπερταχείες μορφές ελέγχου στον ανοιχτό χώρο, που αναπληρώνουν τις παλιές πειθαρχικές λειτουργίες σ’ ένα κλειστό σύστημα. Δεν είναι ανάγκη να θυμηθούμε τα ασυνήθιστα φαρμακευτικά προϊόντα, τους πυρηνικούς σχηματισμούς, τα γενετικά πειράματα, όσο και αν ήταν προορισμένα να παρέμβουν στη νέα διαδικασία. Δεν είναι ανάγκη να διερωτηθούμε ποιο ήταν το πιο σκληρό καθεστώς ή το πιο ανεκτικό, γιατί στο καθένα απ’ αυτά συγκρούονται ελευθερίες και υποδουλώσεις. Παραδείγματος χάριν, μέσα στην κρίση του νοσοκομείου ως χώρου εκγλεισμού, οι κλινικές της γειτονιάς, το «day- hospital, η κατ’ οίκο νοσηλεια, μπορεί να σηματοδοτούν μια νέα ελευθερία, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσουν μέρος των μηχανισμών ελέγχου που θα ανταγωνιστούν τις πιο σκληρές μορφές εγκλεισμού. Δεν είναι η ώρα ούτε να κλάψουμε, ούτε να ελπίσουμε, χρειάζεται μάλλον να αναζητήσουμε νέα όπλα.

II. Λογική
 
  Οι διαφορετικοί «εγκλεισμοί» ή χώροι εγκλεισμού μέσω των οποίων περνά το άτομο, είναι ανεξάρτητες μεταβλητές: κάθε φορά εικάζεται ότι ξαναρχίζουμε από το μηδέν, και παρότι υπάρχει μια κοινή γλώσσα σ’όλους αυτούς τους χώρους, αυτή είναι αναλογική. Τόσο που οι διαφορετικοί «ελεγχόμενοι»είναι εξαρτημένες ματαβλητές που σχηματίζουν ένα σύστημα ευμετάβλητης γεωμετρίας, του οποίου η γλώσσα είναι ψηφιακή ( κάτι που δεν σημαίνει ότι είναι απαραιτήτως δυαδική). Οι εγκλεισμοί είναι καλούπια, ευδιάκριτα προπλάσματα, ενώ οι έλεγχοι είναι ένας μετατονισμός, σαν ένα αυτοπαραμορφούμενο πρόπλασμα που αλλάζει συνεχώς από τη μια στιγμή στην άλλη. Αυτό το βλέπεις καλά στο ζήτημα των μισθών: το εργοστάσιο ήταν ένα σώμα που έφερνε τις εσωτερικές του δυνάμεις σ’ένα σημείο ισορροπίας, το υψηλότερο δυνατό για την παραγωγή, το χαμηλότερο δυνατό για τους μισθούς· αλλά στην κοινωνία του ελέγχου, η επιχείρηση υποκατέστησε το εργοστάσιο, και η επιχείρηση δουλεύει βαθύτερα για να επιβάλλει τον μετατονισμό κάθε μισθού, σε συνθήκες αδιάκοπης αστάθειας που συμβαίνουν μέσω προκλήσεων, διαγωνισμών και συναντήσεων υπερβολικά αστείων. Αν τα τηλεοπτικά παιχνίδια έχου τόση επιτυχία, είναι γιατί εκφράζουν πλήρως την κατάσταση στις επιχειρήσεις. Το εργοστάσιο συγκροτούσε τα άτομα σε σώμα, προς διπλό όφελος των αφεντικών που επιτηρούσαν κάθε στοιχείο εντός της μάζας και των συνδικάτων που κινητοποιούσαν μια μάζα αντίστασης· αλλά η επιχείρηση δε σταματά να εισαγάγει μια ανελέητη αντιπαλότητα σαν θεραπευτική άμιλλα, κατ’εξοχήν αιτία που αντιπαραθέτει τα άτομα μεταξύ τους και διαπερνά το καθένα χωριστά, κατακερματίζοντάς τα. Η μετατονική αρχή «μισθός ανάλογα με την αξία» δεν παραλείπει να δελεάζει και αυτή την ίδια την εθνική εκπαίδευση: πράγματι όπως η επιχείρηση αντικαθιστά το εργοστάσιο, η διαρκής εκπαίδευση τείνει να αντικαταστήσει το σχολείο και ο συνεχής έλεγχος παίρνει τη θέση των εξετάσεων. Αυτό είναι το πιο σίγουρο σύστημα για να συνδεθεί το σχολείο με την επιχείρηση.

  Στις πειθαρχικές κοινωνίες κάτι τέτοιο δεν σταμάτησε ποτέ να ξαναρχίζει (από το σχολείο στον στρατώνα, από τον στρατώνα στο εργοστάσιο), ενώ στις κοινωνίες του ελέγχου δεν σταμάτησε ποτέ, με τίποτα, όσον αφορά την επιχείρηση, την εκπαίδευση, τη στρατιωτική θητεία. Αυτές είναι ευμετάβλητες και συνυπάρχουσες καταστάσεις του ίδιου μετατονισμού, σαν ένα οικουμενικό σύστημα παραμόρφωσης. Ο Κάφκα που βρέθηκε στο μεταίχμιο των δύο τύπων της κοινωνίας, περιέγραψε στη Δίκη τις πιο φοβερές δικαστικές μορφές. Η φαινομενική απαλλαγή των πειθαρχικών κοινωνιών (ανάμεσα σε δύο εγκλεισμούς) και η απεριόριστη αναστολή των κοινωνιών του ελέγχου (σε μια συνεχή ποικιλία), είναι δύο πολύ διαφορετικοί τρόποι δικαστικής ζωής, και αν ο δικός μας νόμος είναι διστακτικός, ευρισκόμενος ο ίδιος σε κρίση, αυτό οφείλεται στο ότι εγκαταλείπουμε μια κατάσταση για να μπούμε σε μια άλλη. Οι πειθαρχικές κοινωνίες έχουν δύο πόλους: την υπογραφή που υποδηλώνει το άτομο και τον αριθμό μητρώου που υποδηλώνει τη θέση τους σε μια μάζα. Οι πειθαρχικές κοινωνίες δεν γνώρισαν ποτέ μια ασυμβατότητα ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, η εξουσία βρίσκεται ταυτοχρόνως να είναι μαζοποιητική και εξατομικευτική, δηλαδή συνθέτει ως σώμα εκείνους στους οποίους ασκείται και διαμορφώνει την ατομικότητα οποιουδήποτε μέλους αυτού του σώματος (ο Φουκώ είδε τις απαρχές αυτής της διπλής μέριμνας στην ποιμενική εξουσία του παπά – το ποίμνιο και το καθένα από τα ζώα- αλλά η κοσμική εξουσία προσπάθησε με τη σειρά της με άλλα μέσα να γίνει «ποιμενική», Λαϊκή). Στις κοινωνίες του ελέγχου, αντιθέτως, το ουσιώδες δεν είναι πια ούτε μια υπογραφή ούτε ένας αριθμός, αλλά ένα ψηφίο: το ψηφίο είναι ένας mot de passe [ λέξη-κλειδί με την έννοια του pass-word, του κωδικού πρόσβασης σ.τ.Μ.] ενώ οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι ρυθμισμένες βάσει ενός mot d’ ordre [λέξη- κλειδί με την έννοια του slogan, του συνθήματος σ.τ.Μ.] τόσο από την άποψη της ενσωμάτωσης, όσο και της αντίστασης. Η ψηφιακή γλώσσα του ελέγχου είναι φτιαγμένη από ψηφία που σηματοδοτούν ή την πρόσβαση στην πληροφόρηση, ή την απόρριψη. Δεν βρισκόμαστε πλέον μπροστά στο ζεύγος μάζα/άτομο. Τα άτομα δημιουργούνται από τις «διαιρέσεις» και οι μάζες από τα στατιστικά δείγματα, τα δεδομένα, τις αγορές ή τις «τράπεζες πληροφοριών». Είναι ίσως το χρήμα που εκφράζει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ των δύο κοινωνιών, αφού η πειθαρχία πάντοτε σχετιζόταν με το τυπωμένο νόμισμα που επανεπιβεβαίωνε τον χρυσό ως αξία αναφοράς, ενώ ο έλεγχος παραπέμπει σε κυμαινόμενες ισοτιμίες, ρυθμιζόμενες συμφωνα με την τιμή που επιβάλλεται από μια ομάδα δεδομένων νομισμάτων. Ο νομισματικός γέρο-τυφλοπόντικας είναι το ζώο των χώρων εγκλεισμού, ενώ το ερπετό εκείνο των κοινωνιών του ελέγχου. Περάσαμε από το ένα ζώο στο άλλο, από τον τυφλοπόντικα στο ερπετό, στο καθεστώς στο οποίο ζούμε, αλλά επίσης στον τρόπο ζωής μας και στις σχέσεις μας με τους άλλους. Ο άνθρωπος των πειθαρχήσεων ήταν ένας ασυνεχής παραγωγός ενέργειας, ενώ ο άνθρωπος του ελέγχου είναι μάλλον κυματοειδής, αγγελειοφόρος σε τροχιά συνεχούς φάσματος. Γι’αυτό το surf έχει ήδη αντικαταστήσει τα παλιά αθλήματα.

  Είναι εύκολο να αντιστοιχίσουμε σε κάθε κοινωνία τύπους μηχανών, όχι γιατί οι μηχανές είναι προσδιοριστικός παράγων, αλλά γιατί εκφράζουν εκείνες τις κοινωνικές (σ.σ μηχανές) που είναι ικανές τις γεννήσουν και να τις χρησιμοποιήσουν. Οι παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας χειρίζονταν απλές μηχανές, μοχλούς, τροχαλίες, ρολόγια· ενώ οι πιο πρόσφατες πειθαρχικές κοινωνίες είχαν για εξοπλισμό τις μηχανές ενέργειας, με τον παθητικό κίνδυνο της εντροπίας και τον ενεργητικό κίνδυνο του σαμποτάζ· στις κοινωνίες του ελέγχου λειτουργούν μηχανές τρίτου τύπου, μηχανές πληροφορικής και υπολογιστές, στις οποίες ο παθητικός κίνδυνος είναι το θόλωμα του μυαλού και ο ενεργητικός εκείνος της πειρατείας και της εισαγωγής των ιών. Δεν πρόκειται να υπάρξει μια τεχνολογική εξέλιξη χωρίς να συμβεί μια βαθιά μετάλλαξη του καπιταλισμού. Είναι ένας μετασχηματισμός ήδη αρκετά γνωστός, που μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: ο καπιταλισμός του ΧΙΧ αιώνα είναι αυτός της συγκέντρωσης, τόσο της παραγωγής, αλλά επίσης, προοδευτικά, και άλλων χώρων που τους αντιλαμβάνεται με ανάλογο τρόπο (το οικογενειακό σπίτι του εργάτη, το σχολείο). Όσο για την αγορά, αυτή κατακτήθηκε τόσο με την εξειδίκευση, όσο και με τη δημιουργία αποικιών και τη μείωση του κόστους παραγωγής. Αλλά στις σημερινές συνθήκες, ο καπιταλισμός δεν ασχολείται πια με την παραγωγή, που συχνά εξορίζεται στις περιφέρειες του τρίτου κόσμου, ακόμα και στις σύνθετες μορφές του υφαντουργικού, μεταλλουργικού και πετροχημικού τομέα. Είναι ένας καπιταλισμός της ανώτερης τάξης της παραγωγής. Δεν αγοράζει πια τις πρώτες ύλες για να τις μεταπουλήσει ως τελικά προϊόντα: αγοράζει αντιθέτως τελικά προϊόντα ή συγκεντρώνει ξεχωριστά κομμάτια. Αυτό που θέλει να πουλήσει είναι οι υπηρεσίες, αυτό που θέλει να αποκτήσει είναι μετοχές. Δεν είναι πια ένας καπιταλισμός για την παραγωγή, αλλά για το προϊόν, δηλαδή για την πώληση και την αγορά. Αυτός είναι επίσης κατ’ ουσίαν διάχυτος, με το εργοστάσιο να παραχωρεί τη θέση του στην επιχείρηση. Η οικογένεια, το σχολείο, ο στρατός, το εργοστάσιο δεν είναι πια τα διακριτά αναλογικά περιβάλλοντα που συγκλίνουν προς έναν ιδιοκτήτη, το κράτος ή την ιδιωτική εξουσία, αλλά ψηφιακές φιγούρες, παραμόρφωσιμες και μετασχηματιζόμενες, αυτής της ίδιας της επιχείρησης που δεν διαθέτει τίποτα άλλο από μετόχους. Ακόμη και η τέχνη άφησε τους χώρους εγκλεισμού για να μπει στα ανοιχτά κυκλώματα των τραπεζών.

  Η κατάκτηση της αγοράς πραγματοποιείται με την απόκτηση του ελέγχου και όχι πλέον με τη διαμόρφωση της πειθαρχίας, μάλλον με τη σταθεροποίηση των ανταλλακτικών αξιών παρά με τη μείωση του κόστους , περισσότερο με τον μετασχηματισμό του προϊόντος παρά με την εξειδίκευση της παραγωγής. Η διαφθορά αποκτά εδώ μια νέα δυναμική. Οι υπηρεσίες προς πώληση έγιναν το κέντρο και η «ψυχή» της επιχείρησης. Μαθαίνουμε ότι οι υπηρεσίες έχουν ψυχή, κάτι που είναι η πιο τρομακτική είδηση του κόσμου. Το μάρκετινγκ είναι τώρα το εργαλείο του κοινωνικού ελέγχου και διαμορφώνεται την αναίσχυντη ράτσα των κυρίων μας. Ο έλεγχος είναι βραχυπρόθεσμος και σε ταχεία περιστροφή, αλλά επίσης συνεχής και απεριόριστος, όπως η πειθαρχία ήταν μακράς διαρκείας, αέναη και ασυνεχής. Ο άνθρωπος δεν είναι πια ο έγκλειστος άνθρωπος, αλλά ο άνθρωπος -χρεώστης. Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός διατήρησε ως σταθερά του την ακραία δυστυχία των ¾ της ανθρωπότητας, πολύ φτωχή για να ξεχρεώσει, πολυάριθμη για να εγκλειστεί: ο έλεγχος τώρα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσει μονάχα την εξαφάνιση των συνόρων, αλλά και την έκρηξη των φτωχογειτονιών και των γκέττο.

ΙΙΙ. Πρόγραμμα
 
  Δεν χρειαζόμαστε την επιστημονική φαντασία για να κατανοήσουμε έναν μηχανισμό ελέγχου, που θα έδινε σε κάθε στιγμή τη θέση ενός στοιχείου σε ανοιχτό περιβάλλον, ζώο σε προστατευόμενη περιοχή, άνθρωπος σε επιχείρηση φορώντας ένα ηλεκτρονικό κολλάρο. Ο Φέλιξ Γκουατταρί φαντάστηκε μια πόλη στην οποία ο καθένας μπορεί ν’ αφήσει το διαμέρισμά του, το δρόμο του, τη γειτονιά του, χάρις στην ηλεκτρονική του κάρτα που θα σήκωνε τον ένα ή τον άλλο φράκτη, ενώ με τον ίδιο τρόπο η κάρτα θα μπορούσε να απορριφθεί σε μια δεδομένη μέρα ή μεταξύ συγκεκριμένων ωρών· αυτό που μετρά δεν είναι ο φράκτης, αλλά ο υπολογιστής που αποκαλύπτει τη θέση του καθενός, θεμιτή ή αθέμιτη, και επιδρά σ’ έναν οικουμενικό μετατονισμό.

  Η κοινωνικοτεχνική μελέτη των μηχανισμών του ελέγχου, ειδωμένων από τη στιγμή της γέννησής τους, θα όφειλε να κατηγοριοποιήσει και να περιγράψει αυτό που βρίσκεται ήδη έτοιμο να μπει στη θέση των χώρων του πειθαρχικού εγκλεισμού, του οποίου τα πάντα αναγγέλουν την κρίση. Μπορεί να ειπωθεί ότι τα παλιά μέσα, σημαντικά για τις παλιές κοινωνίες της κυριαρχίας, ξαναεμφανίζονται στη σκηνή, αλλ΄αμε τις αναγκαίες προσαρμογές. Αυτό που μετρά είναι ότι εμείς βρισκόμαστε στην αρχή κάποιου πράγματος. Στο καθεστώς των φυλακών: η έρευνα των «υποκατάστατων» ποινών, τουλάχιστον για τη μικρή παραβατικότητα, η χρήση των ηλεκτρονικών κολλάρων που υποχρεώνουν τον καταδικασθέντα να μείνει στο σπίτι του συγκεκριμένες ώρες. Στο καθεστώς της εκπαίδευσης : οι μορφές του συνεχούς ελέγχου και η πράξη της διαρκούς εκπαίδευσης στο σχολείο, η αντίστοιχη εγκατάλειψη κάθε έρευνας στα πανεπιστήμια, η εισαγωγή της «επιχείρησης» σε όλα τα επίπεδα της μαθητείας. Στο νοσοκομειακό καθεστώς: η νέα ιατρική του «χωρίς γιατρό ούτε άρρωστος» που νοσηλεύει εν δυνάμει αρρώστους και υποκείμενους σε κίνδυνο, δεν μαρτυρά απολύτως μια πρόοδο προς την ακριβή διάγνωση, όπως λέγεται, αλλά αντικαθιστά ένα σώμα ατομικό ή αριθμητικό, με το ψηφίο μιας προς έλεγχο «διαιρεμένης» ύλης. Στο καθεστώς της επιχείρησης: η νέα μεταχείριση του χρήματος, των προϊόντων και των ανθρώπων, δεν περνά πια από την παλιά μορφή-εργοστάσιο. Αυτά είναι ελάχιστα παραδείγματα, αλλά επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα τί εννοείται με την κρίση των θεσμών, δηλαδή με την προοδευτική και διάχυτη εγκατάσταση ενός νέου καθεστώτος κυριαρχίας. Μια από τις πιο σημαντικές ερωτήσεις αφορά την ανικανότητα των συνδικάτων: συνδεδεμένα σ’ ολόκληρη την ιστορία τους με τον αγώνα εναντίον των πειθαρχήσεων ή των χώρων εγκλεισμού, θα είναι σε θέση να προσαρμοστούν ή θ’ αφήσουν τη θέση τους στις νέες μορφές αντίστασης εναντίον των κοινωνιών του ελέγχου; Μπορούμε να αντιληφθούμε τις πρώτες εκδηλώσεις αυτών των μελλοντικών μορφών, ικανών να απειλήσουν τις χάρες του μάρκετινγκ; Πολλοί νέοι απαιτούν, παραδόξως, να τους παρέχονται «κίνητρα», αξιώνουν περιόδους μαθητείας και διαρκή εκπαίδευση· σ’ αυτούς έγκειται να ανακαλύψουν αυτό που πρόκειται να υπηρετήσουν, όπως οι πρόγονοί τους ανακάλυψαν, όχι χωρίς δυσκολία, τις πειθαρχίες. Οι σπείρες ενός ερπετού είναι ακόμα πιο πολύπλοκες από τις τρύπες ενός τυφλοπόντικα.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Πώς η εμμονή με την ασφάλεια φιμώνει τη δημοκρατία Agamben Giorgio /αναδημοσιευση απο την monde-diplomatique.gr www.monde-d


ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Πώς η εμμονή με την ασφάλεια φιμώνει τη δημοκρατίαhttp://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article516

samedi 1er février 2014, par Agamben Giorgio , [Κούτσης Θανάσης (μτφ)]
Ασφάλεια : μια λέξη τόσο οικεία και πολυχρησιμοποιημένη, που δεν της δίνουμε πια σημασία. Ανυψωμένη σε πολιτική προτεραιότητα εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, αυτή η καινούργια ονομασία της τήρησης της τάξης αλλάζει συχνά το πρόσχημά της (πότε είναι η πολιτική ανατροπή, πότε η « τρομοκρατία »), διατηρεί, όμως, ακέραια τη στόχευσή της : τη διακυβέρνηση του πληθυσμού. Προκειμένου να κατανοήσουμε και να αποδομήσουμε το λόγο περί ασφάλειας, πρέπει να εντοπίσουμε τις απαρχές του, επιστρέφοντας στον 18ο αιώνα.

Η διατύπωση « για λόγους ασφαλείας » (« for security reasons », « pour raisons de sécurité ») λειτουργεί ως εξουσιαστικό επιχείρημα, το οποίο, κόβοντας κάθε συζήτηση, επιτρέπει την επιβολή μέτρων και προοπτικών που χωρίς την επίκλησή του δεν θα αποδεχόμασταν. Θα πρέπει να του αντιτάξουμε την ανάλυση μιας φαινομενικά ανώδυνης έννοιας, που όμως μοιάζει να έχει παραμερίσει κάθε άλλη πολιτική αντίληψη : της ασφάλειας.
Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι στόχος κάθε πολιτικής που προτάσσει την ασφάλεια είναι απλώς η αποτροπή των κινδύνων, των ταραχών, εντέλει των καταστροφών. Με μια κάποια « γενεαλογική » αναδρομή μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε την προέλευση της έννοιας στο ρωμαϊκό ρητό Salus publica suprema lex (« Υπέρτατος νόμος η σωτηρία του λαού ») –κάτι που συνεπώς την εγγράφει στο μοντέλο της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Ας σκεφθούμε το senatus consultum ultimum και τη δικτατορία στην αρχαία Ρώμη [1]· την αρχή του καθολικού εκκλησιαστικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο Necessitas non habet legem (« Η ανάγκη δεν υπόκειται σε νόμο »)· τις επιτροπές κοινής σωτηρίας [2] κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης· το Σύνταγμα της 22ης Φριμέρ του Έτους VIII της Γαλλικής Επανάστασης (1799), το οποίο επικαλούνταν « τις ταραχές που απειλούν την ασφάλεια του Κράτους »· ή ακόμη και το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (1919), νομικό θεμέλιο του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, το οποίο επίσης αναφερόταν στη « δημόσια ασφάλεια ».
Αν και ορθή, αυτή η « γενεαλογία » δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους σύγχρονους μηχανισμούς ασφαλείας. Οι κατ’ εξαίρεση διαδικασίες αποσκοπούν στην αντιμετώπιση μιας άμεσης και πραγματικής απειλής, αναστέλλοντας για περιορισμένο χρόνο τις εγγυήσεις του νόμου· αντιθέτως, οι « λόγοι ασφαλείας » για τους οποίους μιλάμε σήμερα, αποτελούν μια κανονική και μόνιμη τεχνική διακυβέρνησης.
Περισσότερο και από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ο Μισέλ Φουκό [3] μάς συμβουλεύει να αναζητήσουμε την προέλευση της σύγχρονης έννοιας της ασφάλειας στις απαρχές της σύγχρονης οικονομίας, στον Φρανσουά Κενέ (1694-1774) και τους Φυσιοκράτες [4]. Παρ’ όλο που, λίγο μετά τις Συνθήκες της Βεστφαλίας [5], τα μεγάλα απολυταρχικά κράτη εισήγαγαν στο δημόσιο λόγο τους την αντίληψη ότι ο ηγεμόνας οφείλει να επαγρυπνεί για την ασφάλεια των υπηκόων του, χρειάστηκε να περιμένουμε τον Κενέ, ώστε η ασφάλεια να καταστεί η κεντρική έννοια του δόγματος διακυβέρνησης.

Πρόληψη ή διαχείριση των αναταραχών ;

Το αφιερωμένο στα « Σιτηρά » άρθρο του στην Εγκυκλοπαίδεια παραμένει, δυόμιση αιώνες αργότερα, απαραίτητο, προκειμένου να κατανοήσουμε το σύγχρονο τρόπο διακυβέρνησης. Εξάλλου, ο Βολταίρος έλεγε ότι, από τη στιγμή που δημοσιεύθηκε το άρθρο, οι Παριζιάνοι έπαψαν να συζητούν για θέατρο και λογοτεχνία, προκειμένου να συζητήσουν περί οικονομικών και γεωργίας...
Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που οι τότε κυβερνήσεις έπρεπε να αντιμετωπίσουν, ήταν εκείνο της σιτοδείας και του λιμού. Μέχρι τον Κενέ, προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν δημιουργώντας δημόσιους σιτοβολώνες και απαγορεύοντας την εξαγωγή σιτηρών. Αυτά, όμως, τα προληπτικά μέτρα είχαν επιπτώσεις στην παραγωγή. Η ιδέα του Κενέ ήταν να αντιστρέψουν τη διαδικασία : αντί να προσπαθούν να αποτρέψουν τους λιμούς, έπρεπε να τους αφήνουν να εμφανίζονται και, μέσω της απελευθέρωσης του εξωτερικού και εσωτερικού εμπορίου, να τους διαχειρίζονται αφότου εκδηλωθούν. Η συγκεκριμένη έννοια της « διαχείρισης » είχε αναλογίες με τη διακυβέρνηση ενός πλοίου : ένας καλός καπετάνιος δεν μπορεί να αποφύγει τη φουρτούνα, αν όμως πέσει σε αυτή, οφείλει να είναι ικανός να κουμαντάρει το σκάφος του.
Με αυτήν την έννοια θα πρέπει να αντιληφθούμε την έκφραση που αποδίδεται στον Κενέ, την οποία όμως στην πραγματικότητα ποτέ δεν έγραψε : « Laisser faire, laisser passer ». Μακριά από την αποκλειστική χρήση της ως εμβληματικού ρητού του οικονομικού φιλελευθερισμού, η φράση ορίζει ένα πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο τοποθετεί την ασφάλεια –ο Κενέ επικαλείται την « ασφάλεια των αγροτών και των καλλιεργητών »– όχι στην πρόληψη των αναταραχών και των καταστροφών, αλλά στην ικανότητα διοχέτευσής τους προς μια χρήσιμη κατεύθυνση.
Οφείλουμε να υπολογίσουμε τη φιλοσοφική εμβέλεια αυτής της αντιστροφής, καθώς ανατρέπει την παραδοσιακή ιεραρχική σχέση ανάμεσα στα αίτια και τα αποτελέσματα : αφού είναι μάταιο ή, εν πάση περιπτώσει, δαπανηρό να διαχειριστούμε τις αιτίες, είναι πιο ωφέλιμο και πιο σίγουρο να διαχειριστούμε τα αποτελέσματα. Η σπουδαιότητα αυτού του αξιώματος δεν είναι αμελητέα : διέπει τις κοινωνίες μας, από την οικονομία έως την οικολογία, από την εξωτερική και την αμυντική πολιτική έως τα μέτρα εσωτερικής ασφαλείας και την αστυνομία. Επίσης, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη διαφορετικά μυστηριώδη σύγκλιση μεταξύ ενός απόλυτου φιλελευθερισμού στην οικονομία και ενός δίχως προηγούμενο ελέγχου εν ονόματι της ασφάλειας.
Ας πάρουμε δύο παραδείγματα, προκειμένου να καταδείξουμε αυτήν την προφανή αντίφαση. Καταρχάς, το παράδειγμα του πόσιμου νερού. Μολονότι γνωρίζουμε ότι σύντομα θα εκλείψει από μεγάλο μέρος του πλανήτη, καμία χώρα δεν εφαρμόζει κάποια σοβαρή πολιτική αποφυγής της κατασπατάλησής του. Από την άλλη, βλέπουμε να αναπτύσσονται και να πολλαπλασιάζονται, σε όλον τον κόσμο, τεχνικές και εργοστάσια επεξεργασίας μολυσμένων υδάτων –μια τεράστια αγορά εν τω γίγνεσθαι.
Ας εξετάσουμε τώρα τα βιομετρικά συστήματα, που αποτελούν μία από τις πιο ανησυχητικές όψεις των σημερινών τεχνολογιών ασφαλείας. Η βιομετρία εμφανίστηκε στη Γαλλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο εγκληματολόγος Αλφόνς Μπερτιγιόν (1853-1914) βασίστηκε στη φωτογραφία της σήμανσης και στις ανθρωπομετρικές τεχνικές για να συνθέσει το « αφηγηματικό πορτρέτο », το οποίο χρησιμοποιεί ένα τυποποιημένο λεξικό, προκειμένου να περιγράψει τα άτομα σε ένα δελτίο σήμανσης. Λίγο αργότερα, στην Αγγλία, ένας εξάδελφος του Καρόλου Δαρβίνου και μεγάλος θαυμαστής του Μπερτιγιόν, ο Φράνσις Γκάλτον (1822-1911), τελειοποίησε την τεχνική των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Είναι προφανές ότι οι τεχνικές αυτές δεν επέτρεπαν την πρόληψη των εγκλημάτων, αλλά την αποκάλυψη υπότροπων εγκληματιών. Εδώ συναντάμε και πάλι την περί ασφαλείας αντίληψη των Φυσιοκρατών : το κράτος δεν μπορεί να επέμβει αποτελεσματικά, παρά μόνο όταν τελεστεί το έγκλημα.
Επινοημένες για τους υπότροπους και τους αλλοδαπούς, οι ανθρωπομετρικές τεχνικές, για πολύ καιρό, παρέμειναν αποκλειστικό προνόμιο των συγκεκριμένων ομάδων. Το 1943, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών απέρριπτε για ακόμη μία φορά το Citizen Identification Act (Νομοθετική Πράξη για την Αναγνώριση των Πολιτών), που αποσκοπούσε στον εφοδιασμό όλων των πολιτών με δελτία ταυτότητας τα οποία θα έφεραν και τα δακτυλικά αποτυπώματά τους. Μόνο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα γενικεύτηκε η χρήση τους. Το τελευταίο βήμα, όμως, δεν έγινε παρά πρόσφατα. Οι οπτικοί σαρωτές, που επιτρέπουν τη γρήγορη αναγνώριση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, όπως και της ίριδας του ματιού, έκαναν τις βιομετρικές μεθόδους να βγουν από τα αστυνομικά τμήματα και να ενταχθούν για τα καλά στην καθημερινότητα. Έτσι, σε μερικές χώρες, η είσοδος στα σχολικά κυλικεία ελέγχεται από μια συσκευή οπτικής αναγνώρισης, πάνω στην οποία το παιδί τοποθετεί αφηρημένα το χέρι του.
Αρκετές φωνές υψώθηκαν για να τραβήξουν την προσοχή στους κινδύνους που ενέχει ένας απόλυτος και χωρίς όρια έλεγχος εκ μέρους μιας εξουσίας που έχει στη διάθεσή της τα βιομετρικά και γενετικά δεδομένα των πολιτών της. Με τέτοια εργαλεία, η εξόντωση των Εβραίων (ή κάθε άλλη γενοκτονία που θα μπορούσαμε να φανταστούμε), υλοποιημένη στη βάση μιας ασύγκριτα πιο αποτελεσματικής τεκμηρίωσης, θα ήταν ολική και εξαιρετικά ταχεία. Η ισχύουσα, σήμερα, νομοθεσία για θέματα ασφαλείας στις ευρωπαϊκές χώρες είναι, σε ορισμένα θέματα, αισθητά πιο αυστηρή από εκείνη των φασιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Στην Ιταλία, το ενιαίο κείμενο νόμων για τη δημόσια ασφάλεια (Testo unico delle leggi di pubblica sicurezza, συντομογραφικά Tulsp), υιοθετημένο το 1926 από το καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, επί της ουσίας βρίσκεται ακόμη σε ισχύ –όμως οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια των « μολυβένιων χρόνων » (από το 1968 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980) περιόρισαν τις εγγυήσεις που περιείχε. Και, καθώς η γαλλική αντιτρομοκρατική νομοθεσία είναι ακόμη πιο αυστηρή από την ομόλογή της ιταλική, το αποτέλεσμα της σύγκρισης με τη φασιστική νομοθεσία δεν θα ήταν πολύ διαφορετικό.
Ο αδιάκοπος πολλαπλασιασμός των μηχανισμών ασφαλείας μαρτυρά μια αλλαγή στην πολιτική εννοιολόγηση, σε σημείο που μπορούμε δικαιολογημένα να αναρωτηθούμε, όχι μόνο αν οι κοινωνίες μέσα στις οποίες ζούμε μπορούν ακόμη να χαρακτηρίζονται δημοκρατικές, αλλά, επίσης και πάνω απ’ όλα, αν μπορούν ακόμη να θεωρούνται πολιτικές κοινωνίες.
Τον 5ο π.Χ. αιώνα, όπως κατέδειξε ο ιστορικός Κρίστιαν Μάιερ, στην Ελλάδα είχε ήδη προκύψει ένας μετασχηματισμός του τρόπου αντίληψης της πολιτικής μέσω της πολιτικοποίησης (Politisierung) της ιδιότητας του πολίτη. Ενώ η ιδιότητα του μέλους της πόλεως μέχρι τότε οριζόταν από την κοινωνική θέση και την ιδιότητα –ευγενείς και λατρευτικές κοινότητες, χωρικοί και έμποροι, άρχοντες και υποτελείς, πατριάρχες και συγγενείς κ.λπ.– η άσκηση της πολιτικής ιδιότητας γίνεται κριτήριο της κοινωνικής ταυτότητας. « Δημιουργήθηκε, έτσι, μια συγκεκριμένα ελληνική πολιτική ταυτότητα, μέσα στην οποία η αντίληψη ότι τα άτομα όφειλαν να συμπεριφέρονται ως πολίτες θα έβρισκε τη θεσμοθετημένη μορφή της », γράφει ο Μάιερ. « Η συμμετοχή σε ομάδες σχηματισμένες με βάση οικονομικές ή θρησκευτικές κοινότητες πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Στον βαθμό που οι πολίτες μιας δημοκρατίας αφιερώνονταν στην πολιτική ζωή, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως μέλη της πόλεως. Η πόλις και η πολιτεία (η ιδιότητα και τα δικαιώματα του πολίτη) αλληλοπροσδιορίζονταν αμοιβαία. Έτσι, η ιδιότητα του πολίτη κατέστη ασχολία και τρόπος ζωής, μέσω του οποίου η πόλις συγκροτήθηκε ως πεδίο σαφώς διακριτό από τον οίκο. Η πολιτική έγινε ένας ελεύθερος δημόσιος χώρος, αντιπαρατασσόμενος ως τέτοιος στον ιδιωτικό χώρο, στον οποίο βασίλευε η ανάγκη [6] ». Σύμφωνα με τον Μάιερ, αυτή η συγκεκριμένα ελληνική διαδικασία πολιτικοποίησης μεταβιβάστηκε ως κληροδότημα στη δυτική πολιτική, μέσα στο πλαίσιο της οποίας, η ιδιότητα του πολίτη παρέμεινε –με πολλές διακυμάνσεις, βεβαίως– ο αποφασιστικός παράγοντας.
Και ακριβώς αυτός ο παράγοντας είναι που βρίσκεται σταδιακά εμπλεκόμενος σε μια αντίστροφη διαδικασία : μια διαδικασία αποπολιτικοποίησης. Κάποτε ενεργό και απαρασάλευτο όριο της πολιτικοποίησης, η ιδιότητα του πολίτη μετατρέπεται σε μια καθαρά παθητική συνθήκη, όπου η δράση και η αδράνεια, το δημόσιο και το ιδιωτικό θολώνουν και μπερδεύονται. Εκείνο που μετατρεπόταν σε απτή πραγματικότητα μέσα από μια καθημερινή δραστηριότητα και έναν τρόπο ζωής, πλέον περιορίζεται σε ένα απλό νομικό καθεστώς και στην άσκηση ενός δικαιώματος ψήφου που όλο και περισσότερο προσομοιάζει με σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης.
Οι μηχανισμοί ασφαλείας έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Η σταδιακή επέκταση, σε όλους τους πολίτες, τεχνικών αναγνώρισης που άλλοτε προορίζονταν για τους εγκληματίες, επιδρά αναπόφευκτα στην πολιτική ταυτότητά τους. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η ταυτότητα δεν αποτελεί πλέον συνάρτηση του κοινωνικού « ατόμου » και της αναγνώρισής του, μέσω του « ονόματος » και της « υπόληψης », αλλά βιολογικών δεδομένων που δεν μπορούν να διατηρήσουν καμία σχέση με το υποκείμενο, όπως τα δίχως νόημα αραβουργήματα που ο λεκιασμένος με μελάνι αντίχειράς μου άφησε πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού ή η διάταξη των γονιδίων μου μέσα στη διπλή έλικα του DNA. Έτσι, τα πιο ουδέτερα και τα πιο ιδιωτικά δεδομένα μετατρέπονται σε όχημα της κοινωνικής ταυτότητας, αφαιρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της.
Αν βιολογικά κριτήρια, που σε τίποτε δεν εξαρτώνται από τη βούλησή μου, προσδιορίζουν την ταυτότητά μου, τότε η κατασκευή μιας πολιτικής ταυτότητας καθίσταται προβληματική. Τι είδους σχέση μπορώ να συγκροτήσω με τα δακτυλικά αποτυπώματα ή με τον γενετικό κώδικά μου ; Ο χώρος της ηθικής και της πολιτικής που είχαμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε χάνει το νόημά του και απαιτεί εκ βάθρων επανεξέταση. Εκεί που ο Έλληνας πολίτης οριζόταν από την αντίθεση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου, του οίκου (έδρα της αναπαραγωγικής ζωής) και της πόλης (τόπος του πολιτικού φαινομένου), ο σύγχρονος πολίτης μοιάζει μάλλον να αναπτύσσεται μέσα σε μια ζώνη όπου το δημόσιο δεν διαφοροποιείται από το ιδιωτικό ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Τόμας Χομπς, το φυσικό σώμα δεν διαφοροποιείται από το πολιτικό σώμα.

Βιντεοεπιτήρηση : από τη φυλακή στο δρόμο

Αυτή η απουσία διαφοροποίησης αποκτά υπόσταση στην επιτήρηση των δρόμων των πόλεών μας από κλειστά κυκλώματα βιντεοσκόπησης. Αυτή η μέθοδος γνώρισε την ίδια μοίρα με τα δακτυλικά αποτυπώματα : επινοημένη για τις φυλακές, η χρήση της σταδιακά επεκτάθηκε στους δημόσιους χώρους. Διότι ένας βιντεοεπιτηρούμενος χώρος δεν αποτελεί πλέον μια αγορά [7], δεν έχει πλέον κανέναν δημόσιο χαρακτήρα : αποτελεί μια γκρίζα ζώνη μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, της φυλακής και του χώρου κοινωνικής συνάθροισης. Ένας τέτοιος μετασχηματισμός οφείλεται σε μια πληθώρα λόγων, ανάμεσα στους οποίους, η παρέκκλιση της σύγχρονης εξουσίας προς τη βιοπολιτική κατέχει μια ιδιαίτερη θέση : αφορά τη διακυβέρνηση της βιολογικής ζωής των ατόμων (υγεία, γονιμότητα, σεξουαλικότητα κ.λπ.) και όχι πλέον μόνο την άσκηση κυριαρχίας σε μια περιοχή. Αυτή η μετατόπιση της έννοιας της βιολογικής ζωής προς το κέντρο της πολιτικής, εξηγεί το πρωτείο της βιολογικής ταυτότητας έναντι της πολιτικής.
Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η ευθυγράμμιση της κοινωνικής με τη σωματική ταυτότητα ξεκίνησε από τη μέριμνα για τον εντοπισμό υπότροπων εγκληματιών και επικίνδυνων ατόμων. Δεν προκαλεί, λοιπόν, καμία έκπληξη το γεγονός ότι οι πολίτες, αντιμετωπιζόμενοι σαν εγκληματίες, καταλήγουν να αποδέχονται ως αυτονόητο ότι η σχέση που διατηρεί μαζί τους το κράτος είναι φυσιολογικό να ενέχει την υποψία, το φακέλωμα και τον έλεγχο. Το αξίωμα που σιωπηρά υπονοείται, και το οποίο οφείλουμε να διακινδυνεύσουμε εδώ να διατυπώσουμε, είναι : « Κάθε πολίτης –στον βαθμό που είναι ζωντανό πλάσμα– είναι πιθανός τρομοκράτης ». Τι είναι όμως ένα κράτος, τι είναι μια κοινωνία που διέπεται από ένα τέτοιο αξίωμα ; Μπορούν ακόμη να οριστούν ως δημοκρατικά, ή ακόμη και ως πολιτικά ;
Στις διαλέξεις του στο Κολλέγιο της Γαλλίας, όπως και στο βιβλίο του Επιτήρηση και Τιμωρία : Η Γέννηση της Φυλακής [8], ο Φουκώ σκιαγραφεί μια τυπολογική ταξινόμηση των σύγχρονων κρατών. Ο φιλόσοφος καταδεικνύει πώς το κράτος του γαλλικού προεπαναστατικού Παλαιού Καθεστώτος, οριζόμενο ως κράτος εδάφους ή κυριαρχίας, του οποίου το έμβλημα ήταν « Κάνε να πεθάνουν και άσε να ζήσουν », σταδιακά εξελίσσεται σε κράτος πληθυσμού, όπου ο δημογραφικός πληθυσμός αντικαθιστά το πολιτικό πλήθος, και σε κράτος υπακοής, του οποίου το έμβλημα αντιστρέφεται σε « Κάνε να ζήσουν και άσε να πεθάνουν » : ένα κράτος που ασχολείται με τη ζωή των υπηκόων του, προκειμένου να παράγει σώματα υγιή, πειθήνια και συμμορφωμένα.
Το κράτος εντός του οποίου ζούμε σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι κράτος υπακοής αλλά μάλλον –σύμφωνα με τη διατύπωση του Ζιλ Ντελέζ– « κράτος ελέγχου » : δεν έχει στόχο να επιβάλλει συμμόρφωση και πειθαρχία, αλλά διαχείριση και έλεγχο. Μετά τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων εναντίον των G8 στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001, ένας αξιωματούχος της ιταλικής αστυνομίας δήλωνε ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε η αστυνομία να τηρήσει την τάξη, αλλά να διαχειριστεί την αταξία : δεν είχε ιδέα πόσο καλά το διατύπωνε. Από την πλευρά τους, Αμερικανοί διανοούμενοι που προσπάθησαν να στοχαστούν πάνω στις συνταγματικές μεταλλαγές που προκλήθηκαν από τον Πατριωτικό Νόμο και τη μετά την 11η Σεπτεμβρίου νομοθεσία [9], προτιμούν να μιλούν για « κράτος ασφαλείας » (security state). Τι εννοείται, όμως, εδώ με τον όρο « ασφάλεια » ;
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η έννοια της ασφάλειας συμπλέχθηκε με εκείνη της αστυνομίας. Ο νόμος της 16ης Μαρτίου 1791, και κατόπιν εκείνος της 11ης Αυγούστου 1792, εισήγαγαν στη γαλλική νομοθεσία την ιδέα, προορισμένη να αποκτήσει μακρά ιστορία μέσα στη νεωτερικότητα, της « αστυνομίας ασφαλείας ». Στον διάλογο που προηγήθηκε της υιοθέτησης αυτών των νόμων, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αστυνομία και ασφάλεια αλληλοπροσδιορίζονται αμοιβαία· όμως οι ομιλητές –ανάμεσά τους οι Αρμάν Ζανσονέ, Μαρί-Ζαν Ερό ντε Σεσέλ, Ζακ Πιερ Μπρισό– δεν είναι σε θέση να ορίσουν ούτε τη μία ούτε την άλλη. Οι συζητήσεις αφορούν κυρίως τις σχέσεις μεταξύ της αστυνομίας και της Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Ζανσονέ, πρόκειται για « δύο εξουσίες εντελώς διαφορετικές και ξεχωριστές μεταξύ τους » –ωστόσο, ενώ ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας είναι ξεκάθαρος, εκείνος της αστυνομίας μοιάζει αδύνατο να οριστεί.
Η ανάλυση των αγορεύσεων των βουλευτών καταδεικνύει ότι ο χώρος λειτουργίας της αστυνομίας είναι καθαρά μη-αποφασίσιμος[([Σ.τ.Ε.) : Όρος που προέρχεται από τη μαθηματική λογική και αναφέρεται στην αδυναμία λήψης απόφασης για ένα πρόβλημα, στο οποίο δεν μπορεί να βρεθεί σταθερός τρόπος επίλυσης.]] και ότι πρέπει να παραμείνει τέτοιος, διότι αν απορροφούνταν πλήρως από τη Δικαιοσύνη, η αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να υπάρξει. Είναι η περίφημη « διακριτική ευχέρεια », που ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζει τη δράση του αστυνομικού : ενεργεί ως υπέρτατη αρχή σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση που απειλεί τη δημόσια ασφάλεια. Κάνοντας κάτι τέτοιο, ο αστυνομικός δεν κρίνει ούτε προλαμβάνει –όπως λανθασμένα επαναλαμβάνεται– την κρίση του δικαστή : κάθε κρίση προϋποθέτει αίτια και η αστυνομία παρεμβαίνει στα αποτελέσματα, δηλαδή σε κάτι μη-αποφασίσιμο.

Μια πολιτική ζωή που καθίσταται αδύνατη

Πρόκειται για μια μη-αποφασίσιμη συνθήκη, που δεν ονομάζεται πλέον, όπως κατά τον 17ο αιώνα, « raison d’Etat » (« εθνικό συμφέρον »), αλλά « λόγοι ασφαλείας ». Το security state είναι επομένως ένα αστυνομικό κράτος, έστω και αν ο ορισμός της αστυνομίας αποτελεί μαύρη τρύπα στις αρχές του Δημοσίου Δικαίου : όταν, κατά τον 18ο αιώνα, εκδίδονται στη Γαλλία η Traité de la police (« Πραγματεία περί Αστυνομίας ») του Νικολά ντε Λα Μαρ και στη Γερμανία οι Grundsätze der Policey-Wissenschaft (« Αρχές της Αστυνομικής Επιστήμης ») του Γιόχαν Χάινριχ Γκότλομπ φον Γιούστι, η αστυνομία (police) επαναβεβαιώνει την ετυμολογική καταγωγή της από την πολιτεία και επιχειρεί να προσδιορίσει την πραγματική πολιτική, όπου ο όρος « πολιτική » αναφέρεται αποκλειστικά στην εξωτερική πολιτική. Έτσι, ο φον Γιούστι ονομάζει Politik τη σχέση ενός κράτους με τα υπόλοιπα κράτη και Polizei τη σχέση ενός κράτους με τον εαυτό του : Η αστυνομία είναι η αναλογία δύναμης ενός κράτους με τον εαυτό του ».
Τοποθετούμενο κάτω από το έμβλημα της ασφάλειας, το σύγχρονο κράτος βγαίνει από την επικράτεια της πολιτικής για να εισέλθει σε μια no man’s land, μια νεκρή ζώνη, τη γεωγραφία και τα σύνορα της οποίας δεν αντιλαμβανόμαστε ορθά και από την οποία μας λείπει η εννοιολόγηση. Αυτό το κράτος ασφαλείας, του οποίου η ονομασία ετυμολογικά παραπέμπει στην έλλειψη ανησυχίας (η λέξη security / securité προέρχεται από το λατινικό securus : sine cura, δηλαδή « χωρίς έγνοια »), απεναντίας δεν μπορεί παρά να μας ανησυχήσει ακόμη περισσότερο για τους κινδύνους που επιφέρει στη δημοκρατία, αφού σε αυτό η πολιτική ζωή έχει καταστεί αδύνατη, καθώς δημοκρατία και πολιτική ζωή είναι –τουλάχιστον στη δική μας παράδοση– συνώνυμες.
Απέναντι σε ένα τέτοιο κράτος, οφείλουμε να επανεξετάσουμε τις παραδοσιακές στρατηγικές της πολιτικής σύγκρουσης. Εντός του μοντέλου της ασφάλειας, κάθε σύγκρουση και κάθε απόπειρα ανατροπής της εξουσίας, λιγότερο ή περισσότερο βίαιη, παρέχει στο κράτος την ευκαιρία να διαχειριστεί τις επιπτώσεις της, προς όφελος οικείων του συμφερόντων. Αυτό δείχνει η διαλεκτική που φέρνει κοντά την τρομοκρατία και την αντίδραση του κράτους σε έναν φαύλο κύκλο. Η πολιτική παράδοση της νεωτερικότητας αντιλαμβανόταν τη ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή με τη μορφή επανάστασης που λειτουργεί ως συντακτική εξουσία μιας υπό σύνθεση νέας τάξης πραγμάτων. Πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτό το μοντέλο, προκειμένου να αναλογιστούμε καλύτερα μια γνήσια δύναμη καθαίρεσης, που θα κατάφερνε να μην συλληφθεί από τους μηχανισμούς ασφαλείας και να μην βυθιστεί στον φαύλο κύκλο της βίας. Αν θέλουμε να σταματήσουμε την αντιδημοκρατική παρέκκλιση του κράτους ασφαλείας, η προβληματική των μορφών και των μέσων μιας τέτοιας δύναμης καθαίρεσης προσδιορίζει επαρκώς το θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα, με το οποίο οφείλουμε να καταπιαστούμε κατά τη διάρκεια των χρόνων που έρχονται.

Notes

[1] Σε περίπτωση σοβαρών αναταραχών, η ρωμαϊκή δημοκρατία πρόβλεπε τη δυνατότητα ανάθεσης, κατ’ εξαίρεση, πλήρους εξουσίας σε έναν αξιωματούχο (τον δικτάτορα).
[2] Δημιουργημένες από τη Συμβατική Συνέλευση, οι επιτροπές αυτές είχαν ως αποστολή την προστασία της Δημοκρατίας από τον κίνδυνο εξωτερικής εισβολής και εμφυλίου πολέμου και οδήγησαν στην περίοδο της Τρομοκρατίας.
[3] Michel Foucault, Sécurité, territoire, population. Cours au Collège de France, 1977-1978, Gallimard-Seuil, Συλλογή « Hautes études », Παρίσι, 2004.
[4] Η Φυσιοκρατία θεμελιώνει την οικονομική ανάπτυξη στη γεωργία και τάσσεται υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας.
[5] Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας (1648) τερματίστηκε ο Τριακονταετής Πόλεμος, που έφερε αντιμέτωπο το στρατόπεδο των Αψβούργων, υποστηριζόμενο από την Καθολική Εκκλησία, με τα προτεσταντικά γερμανικά κράτη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθιέρωσαν μια ευρωπαϊκή τάξη βασισμένη στα έθνη-κράτη.
[6] Christian Meier, « Der Wandel der politischsozialen Begriffswelt im V Jahrhundert v. Chr. », στο Reinhart Koselleck (επιμ.), Historische Semantik und Begriffsgeschichte, Klett-Cotta, Στουτγάρδη, 1979. Οι λέξεις με διαφορετική σήμανση : ελληνικά στο πρωτότυπο.
[7] (Σ.τ.Ε.) : ελληνικά στο κείμενο, με την αρχαιοελληνική έννοια του κέντρου της δημόσιας ζωής.
[8] Michel Foucault, Surveiller et punir, Gallimard, Παρίσι, 1975. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πλέθρον.
[9] Βλ. Chase Madar, « Le président Obama, du prix Nobel aux drones », Le Monde Diplomatique, Οκτώβριος 2012.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...