Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντικαταναλωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντικαταναλωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023

Τον σοσιαλισμό δεν τον νίκησαν οι ανάγκες αλλά οι επιθυμίες

 Ο Υπαρκτός σοσιαλισμος στηριζόταν στην οικονομία των αναγκών και στον μακρόχρονο σχεδιασμό της κάλυψης του : Τα πεντάχρονα πλάνα .Σε ότι αφορά λοιπον τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες : τροφή , υγεία , στέγαση , παιδεία ,είχε ένα σωρό επιτυχίες .Ποιος δεν θυμάται τους δίσκους κλασσικής μουσικής , τον αθλητισμό , τα ταξίδια στην Σοβιετική Ένωση ( αλλά και Βουλγαρία ) για λόγους υγείας ... Θυμάμαι που οι θείοι μου στην Πράγα είχαν σχεδόν δωρεάν σπίτι και εξοχικο  όντας εργάτες όταν στην Ελλάδα βασίλευε απόλυτη Φτώχεια.    Τι ήταν αυτό που νίκησε τον υπαρκτο σοσιαλισμο  ; Όχι οι ανάγκες και η ικανοποίηση τους αλλά οι ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ .Ξέρετε γιατί ; Γιατί  ενώ οι Ανάγκες και η ικανοποίηση τους κινητοποιούν τη Λογική , το Ορθολογικό στοιχείο ,  οι επιθυμίες κινητοποιουν κάτι ακατανίκητο : την Φαντασίωση  που όπως έλεγε ο Λακάν " είναι η σκηνοθεσία του πραγματικού " .Επιπλέον αν οι ανάγκες και ο σχεδιασμός για την κάλυψη τους αφορά σε μια ηθική μελλοντική ,την  συγκράτηση της άμεσης ικανοποίησης  και της μετατόπισης της ικανοποίησης στο μέλλον ( κάτι βέβαια που προκαλεί μια μόνιμη Δυσφορία - εξού και η Δυσφορία στον Πολιτισμό που περιέγραψε ο Φρόυντ ) οι Φαντασιώσεις που αφορούν σε ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ  ενεχουν μια αμεσότητα  κάτι που οδηγεί στο Παροντισμο.Η ικανοποίηση της επιθυμίας ενέχει επίσης κάτι το αέναο μιας και κάθε επιθυμία υποκαθιστά μετωνυμικσ μια άλλη επιθυμία

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

η ταινία Don’t Look-up μου θύμισε πολλές άλλες από άλλες εποχές:

η ταινία Don’t Look-up  μου  θύμισε πολλές άλλες από άλλες εποχές: Το Πεντάγωνο καλεί Μόσχα , την ταινία Μελαγχολία του Τριαρς , την ταινία Ridicule του Lecont , ακόμα και το τέλος της μου θύμισε το Ζαμπρινσκι Ποιντ του Αντονιονι … Μονο που η ταινία αυτή που μιλά για το τέλος του κόσμου είναι προσαρμοσμένη στην εποχή μας , εποχή της Διασκέδασης Μέχρι θανάτου σύμφωνα με το βιβλίο του Νιλ Ποστμαν , όπου η είδηση για το επικείμενό τέλος του κόσμου λόγω της επικείμενης πρόσκρουσης με έναν κομήτη , πρέπει για να φτάσει στην Προέδρο των ΗΠΑ , στο Κοινό και σε κάθε αρμόδιο η μη αρμόδιο πρέπει πρώτα να διαπεράσει τον σκληρό πυρήνα της Infotainment , της Τηλεδιασκεδασης όπου και οι πιο θανάσιμες ειδήσεις οφείλουν να γίνουν εύπεπτες και γελοίες. Η ταινία δείχνει βέβαια και την εποχή της Πανδημίας , το πως η επιστήμη προσαρμόζεται στην Εξουσία – η μάλλον γίνεται Γελωτοποιός της εξουσίας .. Δείχνει και τον υστερικό καπιταλισμό της εποχής μας, τον Μίδα που ότι πιάνει το μετατρέπει σε χρυσάφι με αποτέλεσμα την απόλυτη καταστροφή Πέτρος Θεοδ.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Το δίλημμα της καταναλωτικής κοινωνίας στην εποχή της πανδημίας: Στροφή προς το ολιγαρκέστερο; ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ aftercrisisblog.blogspot.com/

 

Το δίλημμα της καταναλωτικής κοινωνίας στην εποχή της πανδημίας: Στροφή προς το ολιγαρκέστερο;

του Άλμπρεχτ φον Λούκε 

© Blätter für deutsche und internationale Politik - Albrecht von Lucke: Die Wende zum Weniger: Corona und das Konsumdilemma, τεύχος 8/2020, Αύγουστος 2010

Mε αφορμή την πανδημία γίνεται πιο ευκρινής «η διπλή κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης», γράφει ο Άλμπρεχτ φον Λούκε. Πρώτον, «κρίση λειτουργικότητας»: «Όλοι όσοι εμπλέκονται ως καταναλωτές και ως παραγωγοί, εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο και η κατάρρευση ή η απόσυρση οποιουδήποτε από αυτούς θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το σύστημα». Και «φθάσαμε σε λογική του παραλόγου: Δεν εργαζόμαστε κατά πρώτο λόγο για να μπορούμε να καταναλώνουμε, αλλά καταναλώνουμε για να μπορούμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε, δηλαδή εργαζόμαστε για να διατηρούμε τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό ενεργό μέσω της κατανάλωσης μας, και συνεπώς να διασφαλίζουμε ότι η δική μας θέση εργασίας θα εξακολουθεί να υπάρχει». Βλέπουμε και μια «κρίση της προσωπικής μας αυτοκατανόησης, δηλαδή της εικόνας που έχουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να είμαστε, πέρα από το να ζούμε στον κόσμο τούτο ως απλοί καταναλωτές»;
Ποια απάντηση θα δώσουμε για το τί λογής αυριανό κόσμο επιδιώκουμε, είναι ζήτημα ανοιχτό, καταλήγει. Βέβαιο είναι ότι «πρέπει να αντισταθμίσουμε τους μηχανισμούς της απώθησης και τις δυνάμεις που μας τραβούν πίσω στην παλιά δήθεν κανονικότητα, με μια διαφορετική, νέα καθοδηγητική ιδέα για τη ζωή και την κατανάλωση».
Με αφορμή κι αυτή την κρίση, στην Ελλάδα ελάχιστα απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο, ακόμη λιγότερο το πολιτικό προσωπικό, το τί λογής αυριανό κόσμο θέλουμε, και προπαντός, τί λογής Ελλάδα. Περίσσεψαν μόνον ανεδαφική αλαζονεία των κυβερνώντων («εμείς τα πήγαμε καλά στην έναρξη της πανδημίας» - τη στιγμή που η Ελλάδα ακολουθεί απλώς την πορεία όλης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης), αντίλογοι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο από την αντιπολίτευση. Τώρα παλεύουν με επακόλουθα της επιπολαιότητας τους. Βλέπουμε και πόσο παίρνουν μαθήματα από τα παθήματα που φέρνει το οικιστικό-πολεοδομικό χάος υπό συνθήκες όλο και πιο απρόβλεπτων καιρικών συνθηκών (πλημμύρες, πυρκαϊές), αυτοί που θα 'πρεπε να πάρουν. Από την Ηλεία στο Μάτι, από τη Μάνδρα στην Εύβοια. Και πού είναι οι πολιτικές για το αύριο; Εμμένουν παντού σε παλιές ψευδαισθήσεις, σε μάταιες προσδοκίες για επιστροφή σε (διαφορετικές, αλλά σχεδόν όμοιες) εκδοχές της παλιάς, ανεπανόρθωτα εκτεθειμένης, δήθεν κανονικότητας. Λείπουν οι καινοτομικές ιδέες και τα γρήγορα αντανακλαστικά. Έγινε φανερό, εκτός των άλλων, και με το προσχέδιο της «επιτροπής Πισσαρίδη» για την Οικονομία: Δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε καν οι νέες δυνατότητες και απαιτήσεις κρατικού-πολιτικού σχεδιασμού, ώστε να επωφεληθεί η Ελλάδα με τρόπο βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο από το «πάγωμα» του Συμφώνου Σταθερότητας, από την άρση της απαγόρευσης κρατικών χρηματοδοτήσεων και κυρίως από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ με έκδοση, επιτέλους, Ενωσιακού χρέους (ομολόγου).
Γ. Ρ.
   
Στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, καθίστανται σαφή τα διλήμματα της παγκόσμιας αγοράς, που έχει ενοποιηθεί σε πλανητική κλίμακα. Διότι με αφορμή την πανδημία, διαπιστώνουμε με τρόπο δραματικό πόσο μοιραίες είναι οι αλληλοεξαρτήσεις με τις οποίες λειτουργεί ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία. Εάν ο πλούσιος Βορράς δεν καταναλώνει αφθονία φθηνών ρούχων, τότε οι άνθρωποι που παράγουν τούτο το εμπόρευμα στις νότιες χώρες με τους χαμηλούς μισθούς (οι οποίοι είναι κυρίως γυναίκες), χάνουν όλα τα απαραίτητα προς το ζην. Και αν εκείνοι που αρέσκονται πολύ - και έχουν τη δυνατότητα - να ταξιδεύουν για τουρισμό σε όλο τον πλανήτη (οι Γερμανοί ανήκουν στους πρωταθλητές αυτού του σπορ) παύσουν να επισκέπτονται τις πιο όμορφες παραλίες του κόσμου, τότε οι ντόπιοι που απασχολούνται στον τουριστικό τομέα δεν θα λάβουν επαρκείς μισθούς ώστε να μπορούν να αγοράσουν γερμανικά ή άλλα ευρωπαϊκά βιομηχανικά προϊόντα. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θα αποκαλυφθεί  - το αργότερο το φθινόπωρο, όταν πολλές γερμανικές και άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες θα αναγκασθούν να υποβάλουν αίτηση πτώχευσης - πόσο τεράστια είναι η οικονομική ζημία η επακόλουθη της πανδημίας
Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να έχουμε υπόψη ότι το περιβάλλον του πλανήτη κινδυνεύει εδώ και πολύ καιρό να «χρεοκοπήσει». Και υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Εάν η μεταβολή της κλιματικής ισορροπίας υπερβεί κάποια κρίσιμα σημεία, οι συνέπειες - σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για την οικονομία - θα είναι μη αναστρέψιμες· εάν συμβεί αυτό, θα είναι αδύνατο να αποτραπεί επιτυχώς η επαπειλούμενη έλευση μιας εποχής υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ακόμα και στην περίπτωση που έχουμε στα δικά μας μέρη - ή οπουδήποτε αλλού - ένα καλοκαίρι με άφθονες βροχές, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε στη μεγάλη εικόνα, εάν την ίδια στιγμή, στη Σιβηρία, οι αιώνια παγωμένες εκτάσεις εδάφους (permafrost) ξεπαγώνουν όλο και πιο γρήγορα.
Αυτό δείχνει ότι η λογική που δεν λαμβάνει υπόψη και μεταφορτώνει (externalize) στο «αλλού» ή στο «μετά» τα βλαπτικά επακόλουθα της οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή η λογική με την οποία πορευόμαστε εδώ και αιώνες, έχει φτάσει τελικά στα οικολογικά της όρια. 
[Κρίση λειτουργικότητας, κρίση αυτοσυνείδησης και εμμονή σε ψευδοκανονικότητες]
Έτσι, με αφορμή την πανδημία παρατηρούμε ευκρινέστερα την διπλή κρίση του παγκόσμιου καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Πρώτον, βλέπουμε την κρίση λειτουργικότητας· δηλαδή, τώρα βλέπουμε καθαρά ότι όλοι όσοι εμπλέκονται, και ως καταναλωτές και ως παραγωγοί, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό ο ένας από τον άλλο και η κατάρρευση ή η απόσυρση οποιουδήποτε από αυτούς τους παράγοντες θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το σύστημα. Σήμερα έχουμε φθάσει σε μια λογική του παραλόγου: Δεν εργαζόμαστε κατά πρώτο λόγο για να μπορούμε να καταναλώνουμε, αλλά καταναλώνουμε για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε, δηλαδή εργαζόμαστε για να διατηρούμε τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό ενεργό μέσω της κατανάλωσης μας, και συνεπώς, να διασφαλίζουμε ότι η δική μας θέση εργασίας θα εξακολουθεί να υπάρχει.
Δεύτερον, αυτό συναρτάται με την κρίση της προσωπικής μας αυτοκατανόησης, δηλαδή της εικόνας που έχουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να είμαστε, πέρα από το να ζούμε στον κόσμο τούτο ως απλοί καταναλωτές; Και μέσα σε τούτο το πλαίσιο, ποια θα ήταν μια σωστή, βιώσιμη απάντηση στην κρίση;
Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση που έδωσε η δική μας ομοσπονδιακή κυβέρνηση ήταν σαφής. Δήλωσε στην κυριολεξία, ότι το πρώτο καθήκον του πολίτη είναι τα ψώνια. «Τώρα, φτου ξανά από την αρχή, αυξάνουμε το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν» («Jetzt wird wieder in die Hände gespuckt, wir steigern das Bruttosozialprodukt»), είπε ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς (Olaf Scholz, SPD), παραπέμποντας στους στίχους που έκανε επιτυχία πριν σαράντα σχεδόν χρόνια το μουσικό συγκρότημα του Νέου Γερμανικού Κύματος «Geier Sturzflug». Το μήνυμα είναι σαφές: Πρέπει να βγάλουμε την οικονομία από την κρίση καταναλώνοντας. Με τη βοήθεια επενδύσεων αξίας πολλών δισεκατομμυρίων, που ρίχνονται  ως καύσιμο στη μηχανή για να αυξήσουν τις στροφές του εθνικού και ευρωπαϊκού καταναλωτικού κινητήρα, πρέπει και η γερμανική οικονομία να πάρει μπρος. Εν τω μεταξύ, μ' αυτό ακριβώς το επιχείρημα, της κατανάλωσης, αμφισβητήθηκε μέχρι και η υποχρεωτική χρήση της μάσκας, διότι κατά τη γνώμη του ερευνητή της αγοράς, Stephan Grünewald, η μάσκα μειώνει την αγοραστική διάθεση των ανθρώπων και λειτουργεί ως «φρένο στην απληστία» [1]
Μ' αυτόν τον τρόπο επιχειρούμε να επιστρέψουμε σε μια κανονικότητα, η οποία στην πραγματικότητα μόνον κανονικότητα δεν είναι. Αντίθετα, ο καταναλωτισμός ως τρόπος ζωής πρέπει να τεθεί υπό εξέταση και κρίση. Η πανδημία αμφισβητεί ριζικά τον homo consumens και κατά συνέπεια την όλη εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας: Από ποιών πραγμάτων την κατανάλωση ή χρήση αναγκαστήκαμε να παραιτηθούμε αυτούς τους τελευταίους μήνες και έτσι καταναλώσαμε λιγότερο; Κι έτσι, τί χάσαμε, τί στερηθήκαμε, τί μας έλειψε πραγματικά; Επιστρέφει λοιπόν στην ημερήσια διάταξη εκείνο το παλιό ερώτημα, το οποίο, κατά καιρούς, επέσυρε υποψίες για ολοκληρωτισμό: Ποιες είναι πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων - και ποιές είναι απλά και μόνο εμπορευματικά δημιουργήματα, ψευδείς ή τεχνητά κατασκευασμένες; [2]
Το πλανητικό περιβάλλον είναι «συλλογική ιδιοκτησία» & επιβάλλει υποχρεώσεις
Εάν, όπως λέγεται συχνά, θέλουμε να δούμε την κρίση ως ευκαιρία, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να δώσουμε απαντήσεις που δεν θα στέκονται στο ύψος αυτών των ερωτημάτων που θέτει η πανδημία. Αυτό που αποκαλείται συχνά «καταναλωτής πολίτης», είναι στην πραγματικότητα σχήμα οξύμωρον [Widerspruch in sich, contradictio in adjecto] - είναι η επιτομή μιας εγωιστικής εξατομίκευσης. Αντίθετα, οφείλουμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την κοινωνική μας ευθύνη. Και μάλιστα, όχι κοινωνική ευθύνη της μορφής που τώρα προπαγανδίζεται πιεστικά ως καταναλωτικός πατριωτισμός υπέρ της χώρας του καθενός («κάντε ταξίδια εντός της Γερμανίας!», «αγοράστε γερμανικά προϊόντα!»). Αλλά κυρίως ως κοινωνική ευθύνη έναντι του παγκόσμιου περιβάλλοντος, το οποίο κινδυνεύει να γκρεμιστεί εξαιτίας του επικρατούντος μοντέλου της δυτικής κατανάλωσης. Όμως εδώ φαίνεται το κοινωνικο-ψυχολογικό δίλημμα: Σε έρευνες γνώμης, οι άνθρωποι δηλώνουν διαρκώς την προθυμία τους να ενεργούν οικολογικά. Αλλά την ίδια στιγμή, ελάχιστοι είναι πρόθυμοι να αλλάξουν στην πράξη την καταναλωτική συμπεριφορά τους και να την κάνουν βιώσιμη. Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο, λόγου χάρη, το ποσοστό του βιολογικά παραγόμενου χοιρινού κρέατος εξακολουθεί να βρίσκεται, όπως και πριν χρόνια, στο ασήμαντο ύψος του μόλις 1 %. [3]
Στην αρχή της πανδημικής κρίσης, και ακολουθώντας τις απαιτήσεις των επιδημιολόγων, η πρόληψη ανακηρύχθηκε ως το πρώτο καθήκον των πολιτών. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την κλιματική κρίση. Ως γνωστόν, ο Θεμελιώδης Νόμος [στη Γερμανία Συντάγματα έχουν οι επιμέρους Ομόσπονδες Χώρες (Länder), ενώ η Ομοσπονδία έχει τον Θεμελιώδη ή Βασικό Νόμο (Grundgesetz)] λέει ότι η ιδιοκτησία επιβάλλει υποχρεώσεις στους ιδιοκτήτες. Όμως αυτό, εκτός από την ιδιωτική μας ιδιοκτησία, αφορά επίσης και τη συλλογική «ιδιοκτησία» μας, δηλαδή το περιβάλλον του πλανήτη. Και υποχρεώσεις έχουμε πρωτίστως έναντι αυτού, αφού όλοι εξαρτώμαστε από τη διατήρησή του και από την καλή του κατάσταση. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να εγκαταλείψουμε τις εμμονικές πορείες σε παλιά μονοπάτια και να στραφούμε προς κατευθύνσεις εντελώς νέες.
  
[Στροφή προς το ολιγαρκέστερο ή εμμονή των καθιερωμένων νοοτροπιών]
Εάν από την πανδημική κρίση προκύπτουν «ευκαιρίες», αυτές συνίστανται στην αναβάθμιση της σημασίας της κοινωνικής πρόνοιας και της περίθαλψης, στην ενδυνάμωση του [οικονομικού και πολιτικού] ρόλου των περιφερειών και στην ανακάλυψη της γεωγραφικής γειτονιάς ως «ζωτικού χώρου». Όμως, τι θα προκύψει μακροπρόθεσμα εάν, δεδομένης της τεράστιας αύξησης της εργασίας από το σπίτι, δεν θα χρειάζεται πλέον να πηγαίνουν όλοι  ταυτόχρονα στα γραφεία τους; Κατανοούμε το δυνητικό κέρδος σε χρόνο και σε χώρο, εάν τα κέντρα των πόλεων απελευθερωθούν από μεγάλους αριθμούς αυτοκινήτων; Δεν θα μπορούσαν έτσι να ξαναγίνουν τόποι κοινωνικής ζωής αντί να είναι αποκλειστικά και μόνον τόποι εργασίας; Σε κάθε περίπτωση, το δεύτερο αυτοκίνητο, με το οποίο ένα μέλος της οικογένειας πηγαίνει στη δουλειά του, ήδη έχει γίνει περιττό για πολλούς. Σε τελευταία ανάλυση, δεν τίθεται το ερώτημα εάν χρειαζόμαστε γενικά τα ιδιωτικά μέσα ατομικής μετακίνησης; Ή θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα; Μήπως άραγε, τα κέντρα των πόλεων θα γεμίζουν αύριο με αυτοκίνητα ακόμη πιο ασφυκτικά από σήμερα, επειδή τα ιδιωτικά μέσα μετακίνησης θα γνωρίσουν μια νέα άνθηση, εξαιτίας του φόβου μετάδοσης του κορωνοϊού μέσα σε δημόσια μέσα μεταφοράς ασφυκτικά γεμάτα;
Η πανδημία θα μπορούσε πράγματι να σηματοδοτήσει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Η κρίση έδειξε ότι η στροφή προς το ολιγαρκέστερο είναι πραγματοποιήσιμη. Η αποχή από ορισμένες δραστηριότητες κατανάλωσης - που βλέπουμε να συμβαίνει στην πράξη - είναι, μέχρι στιγμής, η πιο σημαντική εμπειρία της πανδημικής κρίσης. Και μπορούμε να φανταστούμε μια περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης υλικών αγαθών. Το γεγονός ότι έχει μειωθεί ο ρόλος  της εργασίας για απόκτηση των προς το ζην ως του κέντρου της ζωής, ενώ ταυτόχρονα πέφτει το φράγμα που διαχωρίζει τον οικογενειακό από τον εργασιακό βίο, ήταν, για πολλούς, ένα μεγάλο κέρδος σε ποιότητα ζωής, παρόλο που προκύπτουν περίπλοκες καταστάσεις ή επιπλοκές, παρόλο που απαιτεί αυξημένη προσπάθεια (ιδίως για τους γονείς, με το κλείσιμο των σχολείων).
[Το συστημικό ζήτημα: Oικονομία χωρίς διαρκή μεγέθυνση με πλανητική δικαιοσύνη]
Ωστόσο, αυτός ο νέος τρόπος ζωής που δοκιμάζεται πειραματικά, δεν παρέχει από μόνος του καμιά επαρκή απάντηση στο συστημικό ζήτημα: Πώς μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς διαρκή μεγέθυνση; Εδώ, η απάντηση στην πανδημία, αλλά και στην κλιματική κρίση, πρέπει να συνίσταται στο εξής: Επιτέλους, πιο δίκαιες εμπορικές σχέσεις· να πληρώνουμε δίκαιες τιμές για τα εμπορεύματα που παράγει και μας πουλά ο πλανητικός Νότος, οι οποίες, ταυτόχρονα, πρέπει να ομιλούν τη γλώσσα της οικολογικής αλήθειας. Είναι και αυτός ένας λόγος για τον οποίο πρέπει να πάρουμε αποστάσεις από το παλιό μας μοντέλο κατανάλωσης. Παρεμπιπτόντως, και προς το δικό μας ιδιαίτερο συμφέρον: Όσο η δική μας καταναλωτική συμπεριφορά παραμένει το παγκόσμιο μέτρο όλων των πραγμάτων, δεν θέσουμε ποτέ υπό έλεγχο την κλιματική κρίσης.
Από την εποχή της αποικιοκρατίας, ο Βορρά του πλανήτη επωφελείται από τις άνισες διεθνείς εμπορικές σχέσεις, τους terms of trade: Ο Νότος προμηθεύει φτηνές πρώτες ύλες και αγοράζει ακριβά βιομηχανικά προϊόντα από τον Βορρά. Πρόσφατα προστέθηκε - και αποτελεί ιδιαίτερα πικρή ειρωνεία της ιστορίας - η εξαγωγή φθηνού κρέατος από το Βορρά προς το Νότο, πράγμα που καταστρέφει ολόκληρες τοπικές αγορές εμπορευμάτων του ΝότουΤο πραγματικό ζητούμενο για ένα αληθινό τέλος της αποικιοκρατίας, είναι, λοιπόν, να σταθούμε επιτέλους με δικαιοσύνη απέναντι στον πλανητικό Νότο, με δίκαιες τιμές και δίκαιες εμπορικές σχέσεις.
[Επιβράδυνση για το μέλλον ή πίσω σε εποχές επιτάχυνσης και σε «οργιώδεις δεκαετίες»;]
Στο τελευταίο του βιβλίο Is It Tomorrow, Yet? [γερμανική μεταφρασμένη έκδοση Ist heute schon morgen? Wie die Pandemie Europa verändert], ο Βούλγαρος πολιτικός επιστήμονας Ιβάν Κράστεφ αναπτύσσει τη θέση ότι η πανδημία - επειδή σ' αυτήν δεν υπάρχουν «συνταρακτικά» γεγονότα  - δύσκολα θ' αφήσει ίχνη στη συλλογική μνήμη. Για να στηρίξει αυτή την υπόθεση, ως ιστορικό προηγούμενο αναφέρει την Ισπανική Γρίπη [στη δεύτερη δεκαετία του 20ού Αιώνα], η οποία σκότωσε μέχρι και πέντε φορές περισσότερους ανθρώπους από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και παρόλα αυτά είναι ελάχιστα γνωστή σε σχέση με αυτόν. Ωστόσο, ο Κράστεφ παραβλέπει τη θεμελιώδη διαφορά με την σημερινή κατάσταση: Η ισπανική γρίπη ακολούθησε αμέσως μετά από έναν Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος ήταν η επιτομή μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης με δολοφονία πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων· συνακόλουθα, εκείνη η πανδημία κατέληγε, φαινομενικά, να προκαλεί σχεδόν «φυσιολογικούς» θανάτους. Αντίθετα, τώρα βιώνουμε - τουλάχιστον στην πλούσια Δυτική Ευρώπη - μια πανδημία μετά από 75 χρόνια ειρήνης, ως την πρώτη ριζική τομή στην Δυτική ιστορία καταναλωτισμού και οικονομικής μεγέθυνσης.
Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Σε ποιο βαθμό μια τέτοια τομή - που παίρνει τη μορφή μιας εποχής ή μιας ιστορικής στιγμής «ακινητοποίησης» - μπορεί να έχει μακροχρόνια, διατηρήσιμη επίδραση στις κοινωνικές νοοτροπίες; Τα πιο αποφασιστικά και κρίσιμα γεγονότα του 20ου Αιώνα ήταν εκείνα της ριζικής επιτάχυνσης, από τους μεγάλους πολέμους έως και τις ιδεολογικές πολιτισμικές μάχες, από τη δεκαετία του 1930 έως το 1968. Ωστόσο, στον 21ο αιώνα, στόχος πρέπει να είναι, αντίθετα, μια επιβράδυνση, ένα φρενάρισμα, τόσο των τρόπων σκέψης όσο και της οικονομίας· μια νέα μορφή του παράγειν και οικονομείν, με τη μορφή μιας βιώσιμης οικονομίας της σταθερότητας (Steady-state Economy). Ως κοινωνική υποχρέωση αναδεικνύεται και αποδεικνύεται σήμερα η παραμονή στον οικείο τόπο και η φροντίδα γι' αυτόν, όχι η κατάκτηση του κόσμου, είτε στρατιωτικά είτε με μαζικό τουρισμό. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μάλλον μια βαρετή δεκαετία του 2020 (Boring Twenties) και όχι κάτι σαν τη «Οργιώδη Δεκαετία του 1920» («Roaring Twenties»).
Η πανδημική κρίση θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας καλύτερης κανονικότητας. Αλλά για να συμβεί αυτό, ο χρόνος που μας δωρίζεται δεν πρέπει να πάει χαμένος. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να αντισταθμίσουμε τους μηχανισμούς της απώθησης και τις ισχυρές δυνάμεις που μας τραβούν πίσω στην παλιά «κανονικότητα», με μια διαφορετική, νέα καθοδηγητική ιδέα για τη ζωή και την κατανάλωση. Όμως, το ποια απάντηση θα δώσουμε είναι, προς το παρόν, ακόμη ανοιχτό. Ένα μόνον πράγμα είναι βέβαιο: Δεν θα μας δοθεί ξανά, στο εγγύς μέλλον, άλλη τέτοια δυνατότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Johannes Pennekamp & Julia Löhr, «Darf es ein bisschen weniger Konsum sein?», στη Frankfurter Allgemeine Zeitung, 8.7.2020.
  
[2] Με τα λόγια του μείζονος ψυχαναλυτικού στοχαστή της «Σχολής της Φρανκφούρτης» Έριχ Φρομ (Erich Fromm), ο οποίος παραπέμπει στον πρώιμο Μαρξ.
  
[3Silvia Liebrich, Jan Schmidbauer & Josef Wirnshofer, «Guten Appetit», στη Süddeutsche Zeitung, 11./12.7.2020.

Το μεταφρασμένο στα ελληνικά κείμενο είναι το κύριο μέρος του άρθρου του Albrecht von Lucke, «Die Wende zum Weniger: Corona und das Konsumdilemma», στο περιοδικό Blätter, τεύχος 8/2020, Αύγουστος 2020, σελ. 5-8

[Οι μεσότιτλοι σε αγκύλες προστέθηκαν στον  ιστοχώρο Μετά την Κρίση]

Ο Albrecht von Lucke (1967), με σπουδές νομικής και πολιτικής επιστήμης στα πανεπιστήμια του Βύρτσμπουργκ και του Βερολίνου, από το 1999 εργάζεται ως δημοσιογράφος, (μεταξύ των άλλων εργάστηκε για την εβδομαδιαία εφημερίδα Freitag, για την ημερήσια tageszeitung και για το επίσημο θεωρητικό έντυπο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Vorwärts καθώς επίσης και ως πολιτικός συντάκτης στην τηλεόραση και στη ραδιοφωνία, π.χ. στα κανάλια ARD, Bayern 2, WDR 5 Politikum, NDR Kultur και SWR2 Forum).

Από το 2003 είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού Blätter für deutsche und Internationale Politik. Κάτοχος του Βραβείου Lessing για την Κριτική, έτους 2014. Βιβλία του:
Die Erfindung der Generation aus den Trümmern des Politischen – die „68er-Generation“: zur Genealogie eines Kampfbegriffs 1998 (διπλωματική εργασία)
68 oder neues Biedermeier: Der Kampf um die Deutungsmacht. Wagenbach, Βερολίνο 2008
Die gefährdete Republik: Von Bonn nach Berlin. 1949 – 1989 – 2009. Wagenbach, Βερολίνο 2009
Die schwarze Republik und das Versagen der deutschen Linken. Droemer, Μόναχο 201
5

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Στην κοινωνια των καταναλωτών ,


κανεις δεν μπορει να γίνει υποκείμενο χωρις να μετατραπεί πρώτα σε εμπορευμα
και

κανεις

 δεν μπορει να κρατησει την υποκειμενικότητα του ασφαλή

χωρις

 να ανακινεί ,

να ανασταινει

και να ανανεώνει


τις ικανοτητες που αναμένονται και απαιτουνται απο ενα εμπορευμα προς πώληση

( Ζ. Μπαουμαν : Ζωη για κατανάλωση σ 24)

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Ζιλ Λιποβετσκί και Ζαν Σερουά – Οι αντιφάσεις της υπερνεωτερικής κουλτούρας(αναδημοσίευση απο το http://www.respublica.gr )

 

Ζιλ Λιποβετσκί και Ζαν Σερουά – Οι αντιφάσεις της υπερνεωτερικής κουλτούρας

 

ResPublica

 

 

μτφρ.: Κοκαρίδας Αθανάσιος
Η αισθητικοποιημένη ηθική της υπερνεωτερικότητας ταυτίζεται με το ηδονιστικό ιδεώδες περί ψυχαγωγίας, αποδίδοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο μια μαζική νομιμοποίηση σε ό,τι αφορά στις απολαύσεις και στην αναζήτησή τους στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Αλλά αυτός ο πολιτιστικός ηδονισμός, όσο πηγαίος κι αν είναι, δε αγωνίζεται μόνος του: μια σειρά άλλων προτύπων ορθώνουν ένα μέτωπο απέναντι στα ιδανικά της απόλαυσης και της άμεσης προσωπικής ολοκλήρωσης. Μεταξύ αυτών, η υγεία, η οικολογία, η εκπαίδευση, η εργασία ή ακόμα και οι επιδόσεις, καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος. Οι ηδονιστικές αξίες έρχονται, έτσι, κόντρα στις επιταγές του υγιεινισμού, της οικολογίας, της εκπαίδευσης και της προσωπικής απόδοσης: οι εντάσεις αυτών των αντιθέσεων αποτελούν τον πυρήνα των αντιφάσεων της υπερνεωτερικής κουλτούρας. Τις συνέπειες αυτών των αντιθέσεων, τις βιώνουμε καθημερινά.
Ηδονιστικές αξίες και «ιατρικοποίηση» της ζωής
Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε επαρκώς την εποχή μας, αν δεν λάβουμε υπόψιν τη σημασία που αποδίδεται στην έννοια της υγείας, γεγονός που αποδεικνύεται από την αύξηση των ιατρικών δαπανών, τον πολλαπλασιασμό των επισκέψεων σε γιατρούς καθώς και των κάθε λογής εξετάσεων. Με διαρκώς αυξανόμενο τρόπο, η αναφορά στην έννοια της υγείας συνδέεται με διάφορους τομείς εμπορικής προσφοράς που σχετίζονται με τη στέγη-κατοικία, την ψυχαγωγία, τον αθλητισμό, τον καλλωπισμό και τη διατροφή: αυτοί οι συγκεκριμένοι τομείς επαναπροσδιορίζονται, λίγο έως πολύ, από τις επιταγές της μοντέρνας υγιεινής. Πλέον δεν αρκεί κάποιος να είναι απλά υγιής, αλλά και να μπορεί να αναγνωρίζει τους κινδύνους για την προσωπική του υγεία, καθώς και τους παράγοντες που τους προκαλούν. Επίσης, θα πρέπει να υποβάλλεται συνεχώς σε διαγνωστικά τεστ και να αλλάξει τον τρόπο ζωής του έτσι ώστε να συμβαδίζει με τα προτεινόμενα μοντέλα υγείας και υγιεινής. Ζούμε στην εποχή, λοιπόν, όπου η πρόληψη πραγματοποιείται μέσω ενός συνόλου αθλητικών, διατροφικών και υγειονομικών πρακτικών (π.χ. η αποφυγή λιπαρών τροφών, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, η καθημερινή άσκηση και η αποφυγή του καπνίσματος). Ταυτόχρονα, μέσα από μια συνεχή προβολή ιατρικών συμβουλών, τα ΜΜΕ προειδοποιούν διαρκώς το κοινό τους για τους κινδύνους που ενέχει ένας μη υγιεινός τρόπος ζωής. Συνέπεια αυτού, είναι η κυριαρχία θεμάτων που σχετίζονται με την υγεία, την υγιεινή διατροφή και την καλή φυσική κατάσταση στο επίπεδο των καθημερινών συζητήσεων.
Παρατηρούμε λοιπόν μια διαδοχή του απελευθερωτικού ηδονισμού από έναν ηδονισμό της υγιεινής, o οποίος είναι αγωνιώδης, «ιατρικοποιημένος» και βρίσκεται υπό την αιγίδα μιας όλο και αυξανόμενης έγνοιας για την υγεία. Αν και οι αξίες παραμένουν ηδονιστικές, δε σταματούμε στην πραγματικότητα να απομακρυνόμαστε συνεχώς από τις απολαύσεις του carpe diem, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η αγωνία για την υγεία μας η οποία συνδυάζεται με μια αδιάκοπη καμπάνια ενημέρωσης, πρόληψης και ελέγχου. Ο homo aestheticus διολισθαίνει όλο και πιο πολύ προς την κατάσταση του homo medicus παρατηρώντας και διαμορφώνοντας τις «κακές» του συνήθειες. Απόλαυση, υγεία: βρισκόμαστε εμφανώς στη στιγμή όπου το αισθητικό μοντέλο το οποίο βασίζεται στίς υπαρξιακές απολαύσεις υποχωρεί μπροστά στην άνοδο της κυριαρχίας ενός προληπτικού και υγειονομικού μοντέλου, το οποίο καθορίζεται από τον φόβο.
Πέρα από αυτήν την αντίθεση αρχών παρατηρούνται και άλλες, όπως στη διατροφή. Το τι θα φάμε έχει γίνει ένα ζήτημα ολοένα και πιο πολύπλοκο, με τον καταναλωτή να βρίσκεται ανάμεσα στα ερεθίσματα της γαστρονομίας και στον φόβο να καταναλώσει παραπάνω ζάχαρη, παραπάνω λιπαρά ή παραπάνω χρωστικές ουσίες[1]. Σε αυτόν τον φόβο, προστίθεται και ο φόβος του να πάρει κάποιος βάρος σε μία κοινωνία η οποία προσδίδει μέγιστη σημασία στο να είναι κανείς αδύνατος, την ίδια στιγμή που ζούμε υπό τον φόβο των ενδεχόμενων κινδύνων που εγκυμονεί η κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων. H διάδοση αντιφατικών μηνυμάτων (υγιεινής, ηδονισμού, ταυτότητας, αισθητικής), η πίεση από τις διαφημίσεις, η καθημερινή ροή πληροφοριών, έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση ανασφάλειας όσον αφορά στη διατροφή[2]. Έχουμε λοιπόν εισέλθει στην εποχή όπου ο καταναλωτής είναι ταυτόχρονα ηδονιστής και αγχώδης, ενώ έχει έντονα απομακρυνθεί από την χωρίς τύψεις δοκιμή των απολαύσεων: παραπάνω από αισθητική, η ηθική μας απεκδύεται συνεχώς του πνεύματος του carpe diem[3].
Σε αυτο το πλαίσιο, υπάρχουν κάποιοι παρατηρητές οι οποίοι μιλούν για τη δημιουργία του καταναλωτή «επιχειρηματία» ή «ειδικού»[4]. Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια, καθώς έχουμε την ταυτόχρονη απορρύθμιση των διατροφικών συνήθειων και την κακοφωνία των διατροφικών κριτηρίων και ελλείψεων που οδηγεί στην άνοδο μιας πραγματικής «γαστρο-ανομίας»[5]. Ενώ αυξάνεται η προσοχή σχετικά με την υγεία και την ποιότητα ζωής, ταυτόχρονα, αυξάνεται και η απορυθμισμένη κατανάλωση που διακρίνεται από τις εθιστικές αγορές, την υπερβολική χρήση ουσιών σε βαθμό τοξικομανίας και γενικά τις εξαρτήσεις κάθε είδους. Έχουμε λοιπόν, από τη μια πλευρά, την ψύχωση της υγιεινής και του αδύνατου σώματος με τα άτομα να ενημερώνονται ολοένα και περισσότερο για την προληπτική συμπεριφορά· ενώ, από την άλλη πλευρά, την αναρχία των διατροφικών συμπεριφορών που εκφράζεται μέσα από φαινόμενα όπως της βουλιμίας και της παχυσαρκίας τα οποία πολλαπλασιάζονται σε όλον τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο αναδύεται και κυριαρχεί το μοντέλο του άνομου και αποδομημένου καταναλωτή εις βάρος του καταναλωτή «ειδικού» που επιδεικνύει μια συντηρητική συμπεριφορά.
Η πληθώρα υλικών που σχετίζονται με την προσφορά τροφής, η ηδονιστική κουλτούρα αλλά και η επιβολή φορολογίας έχουν ευνοήσει την άνθηση ενός τύπου προσωπικότητας ο οποίος έχει απομακρυνθεί από την παράδοση και παρουσιάζει αυξανόμενες δυσκολίες στο να αντισταθεί στις επιθυμίες της αγοράς καθώς και στις παρορμητικές του επιθυμίες. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένα σύνολο συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται από υπερβολή, εθιστικές καταναλώσεις και παθολογικές διαταραχές. Παράλληλα με το άτομο το οποίο έχει αυτοέλεγχο και προβάλλει ως προτεραιότητα την ποιότητα ζωής και την υγεία, αναπτύσσεται και ένας τελείως διαφορετικός τύπος που προτάσσει την χαοτική αυτοέκφραση του ατόμου η οποία δηλώνει την απορρύθμιση του εαυτού του και την υποκειμενική του αδυναμία[6]. Αυτό λοιπόν είναι το αρνητικό πρόσωπο της αισθητικοποιημένης ηθικής, η οποία δεν έχει καμιά σχέση με τη δημιουργία ενός τρόπου ζωής που βασίζεται στην αρμονία αλλά, αντιθέτως, συμπεριλαμβάνει καινούργιες παθολογίες της ύπαρξης.
Οι οικολογικές αξίες ενάντια στην αισθητική ηθική;
Τα σύγχρονα πρότυπα σωματικής υγείας και ομορφιάς δεν είναι τα μόνα που αμφισβητούν το ιδεώδες παρουσιαστικό της αισθητικής ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τις αξίες της οικολογίας, οι οποίες στο όνομα της προστασίας της Γης, η οποία απειλείται από την τρέλα του τεχνο-εμπορευματικού κόσμου, κάνουν έκκληση στο να μπει ένα τέλος στην ανεύθυνη καταναλωτική γιορτή. Απέναντι στους κινδύνους και τις καταστροφές που προμηνύονται, αναπτύσσεται μια ηθική που αποβλέπει στο μέλλον και δηλώνει ως προτεραιότητά της το να μην γίνει καμιά παραχώρηση όσον αφορά στις συνθήκες ζωής των μελλοντικών γενεών. Έτσι, η πρωτοκαθεδρία των καταναλωτικών απολαύσεων του παρόντος, στιγματίζεται στο όνομα μιας ηθικής της υπευθυνότητας με μακρύ χρονικό ορίζοντα[7]. Απέναντι στη σπατάλη που έχει ενορχηστρωθεί από τον καταναλωτικό καπιταλισμό, αντιπαρατίθεται η ανάγκη εξοικονόμησης του ορυκτού πλούτου, μείωσης της εξάρτησης της οικονομίας από τον άνθρακα, ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και του περιορισμού της παρέμβασης στο περιβάλλον. Στο ίδιο πνεύμα, οι καταναλωτές καλούνται να ευαισθητοποιηθούν γύρω από τις διατροφικές τους συνήθειες, γύρω από τον τρόπο που επιλέγουν την κατοικία τους, που θερμαίνουν το μέρος που κατοικούν, που κινούνται, που αγοράζουν και γύρω από τον τρόπο που παράγουν απορρίμματα. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν κάποιοι περισσότερο ριζοσπάστες, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να υποστηρίζουν την αποανάπτυξη, την μετά-ανάπτυξη και την «οικειoθελή λιτότητα», θεωρώντας ότι η αειφόρος ανάπτυξη είναι μία ξεπερασμένη πρόταση που αδυνατεί να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν από την απόλυτη αναντιστοιχία ανάμεσα σε μια Γη με πεπερασμένους πόρους και μια ανάπτυξη χωρίς όρια.
H κουλτούρα της οικολογίας, καθώς και η οικονομική κρίση που βιώνουμε, έχουν οδηγήσει έναν μεγάλο αριθμό ειδικών να υποστηρίζουν πως η υπερκατανάλωση, η ασυνειδησία και η επιπολαιότητα που συνδέονται με την αισθητικοποιημένη ηθική, είναι καταδικασμένες να εξαφανιστούν και μάλιστα σύντομα. Είναι όμως τόσο αναπόφευκτη αυτή η εξέλιξη; Στην πραγματικότητα, όχι. Για να είμαστε πιο ακριβείς, θα λέγαμε ότι γινόμαστε μάρτυρες του τέλους της εποχής της ενεργοβόρας υπερκατανάλωσης που μολύνει τον πλανήτη, όχι όμως και του καταναλωτικού ηδονισμού. Στην πραγματικότητα, οι αναπόφευκτες αλλαγές (λιγότερη σπατάλη, μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, καθαρές μορφές ενέργειας και οικοκατανάλωση) δε συνεπάγονται αυτόματα και την επικράτηση μιας μετα-καταναλωτικής κουλτούρας. Είναι σίγουρο ότι υπάρχει μια εξέλιξη των συνηθειών που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της οικολογίας, παρά ταύτα δε θα πρέπει να θεωρούμε ότι γεννιέται μια κουλτούρα πρόληψης, αλλά μια κουλτούρα αειφόρου υπερκατανάλωσης. Αλήθεια, θα σταματήσουμε ποτέ να επιθυμούμε τα καινούργια προϊόντα, να αποθηκεύουμε μουσικές, να πηγαίνουμε σε συναυλίες, να πηγαίνουμε στα πάρκα και να περιμένουμε με ανυπομονησία τις καινούργιες ταινίες και τα νέα βιντεοπαιχνίδια; Τίποτα από αυτά δεν θα γίνει. Θα έχουμε λιγότερα ενεργοβόρα προϊόντα, αλλά μεγαλύτερη κατανάλωση υπηρεσιών και άυλων προϊόντων.
Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει αυτήν τη φρενήρη νεοφιλία, και αυτό γιατί έχει τις ρίζες της σε φαινόμενα βαθιά εδραιωμένα τα οποία σχετίζονται με την απομάκρυνση της κουλτούρας από την παράδοση και την εδραίωση μιας οικονομίας που βασίζεται στην αδιάκοπη καινοτομία. Οι συγκεκριμένες δομίζουσες σημασίες μάς «καταδικάζουν» να ζούμε σε μια κουλτούρα που διέπεται από την «αγάπη για την κίνηση καθαυτή». Δεν πρόκειται λοιπόν για μια πιθανότητα αλλά για τη βασική πνευματική δομή των κοινωνιών που βρίσκονται υπό μια διαρκή κίνηση απομάκρυνσης από τη παράδοση. Τι παρατηρούμε λοιπόν; Η αγάπη για τα ταξίδια, τα βιντεοπαιχνίδια και τα είδη πολυτελείας δεν βρίσκεται σε πτώση, τουναντίον συμβαίνει το αντίθετο. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένου αποπροσανατολισμού όπου αυξάνεται η απομόνωση του ατόμου και το κακώς-ζην, η κατανάλωση έρχεται να αναπληρώσει το κενό που δημιουργεί το αίσθημα του ανολοκλήρωτου. Η κατανάλωση είναι, επιπλέον, αυτή που μας επιτρέπει να καταπολεμήσουμε μιαν ορισμένη απαρχαίωση της καθημερινότητας, μέσω των μικρών διεγέρσεων και της χαράς των αγορών. Στην αισθητική κοινωνία που κυριαρχεί στον καλλιτεχνικό καπιταλισμό, έχει γίνει ανυπόφορο το να μην «απολαμβάνεις». O υπερκαταναλωτής είναι αυτός που αντιστέκεται στις «νεκρές» στιγμές της ζωής και επιδιώκει να ξανανιώσει την αίσθηση του χρόνου, να την αναζωογονήσει μέσα από τα καινούργια πράγματα που του δίνουν, χωρίς ρίσκο, το άρωμα της περιπέτειας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η άνοδος μιας νέας κουλτούρας της απλότητας και του αγοραστικού πυρετού εμπίπτουν στη σφαίρα της φαντασίας. Η όρεξη για απολαύσεις και για καινούργια πράγματα αποτελεί το βασικό συστατικό της αισθητικοποιημένης ηθικής, και δεν φαίνεται πιθανό να μειωθεί, πόσο μάλλον να ατονήσει. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στις ηδονιστικές νόρμες και στις οικολογικές επιταγές είναι απίθανο να ατονήσει.
Η εκπαίδευση ενάντια στην ανοχή
Ένα διαφορετικό σύστημα προτύπων διαμορφώνεται απέναντι στο ρεύμα της κουλτούρας των απολαύσεων: το σύστημα της εκπαίδευσης. Μέχρι τη δεκαετία του ‘60, η κοινωνική λειτουργία της εκπαίδευσης στηριζόταν σε αξίες παραδοσιακές και αυταρχικές: η ανατροφή των παιδιών, που ήταν βασισμένη στην αυστηρότητα, ήταν ισχυρά νομιμοποιημένη καθώς θεωρείτο ο καλύτερος δυνατός τρόπος προκειμένου τα παιδιά να προετοιμαστούν για τη σκληρή πραγματικότητα της ενήλικης ζωής. Αυτός ο τύπος αξιών δέχθηκε διάφορες κριτικές ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα από τα μεταρρυθμιστικά ρεύματα, αλλά μόνο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 ο τύπος αυτής της ανεκτικής, ψυχολογικής και κάποιες φορές συγκαταβατικής εκπαίδευσης μπόρεσε να εξαπλωθεί πραγματικά στην κοινωνία. Έτσι, οι αξίες της εκπαίδευσης ευθυγραμμίστηκαν και εντάχθηκαν στην ατομικίστικη-ηδονιστική κουλτούρα, η οποία ενίσχυσε την εξάπλωσή της από την έλευση της εποχής του καταναλωτισμού.
Αυτή η μίξη παρουσιάζει αδιαμφισβήτητα θετικές πλευρές, αλλά στην ακραία της εκδοχή, έχει συνέπειες οι οποίες μπορούν να αποβούν καταστροφικές. Οι γονείς, από την πλευρά τους, είναι εντελώς ανίσχυροι και αδυνατούν να πουν όχι στα παιδιά τους, επειδή τρέμουν στην ιδέα να χάσουν την αγάπη τους και να κατηγορηθούν ότι δεν αφιερώνουν αρκετό χρόνο σ’αυτά. Απ’ την άλλη, τα παιδιά, μέσω μιας εκπαίδευσης που δε θέτει περιορισμούς, ωθούνται στο να αναπτύσσουν επιθετικές συμπεριφορές και να είναι υπερδραστήρια, ανήσυχα και εύθραυστα γιατί έχουν ανατραφεί χωρίς να τους έχουν επιβληθεί κανόνες και όρια, διαθέτοντας δηλαδή απεριόριστες δυνάμεις και προνόμια απόλυτης απόλαυσης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό παιδιών τα οποία παρακολουθούνται από ψυχολόγους ή χρήζουν ψυχιατρικής βοήθειας. Ο συγκεκριμένος τρόπος εκπαίδευσης στερεί από τα παιδιά που θα ενηλικιωθούν τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια ώστε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, να διαχειριστούν την αρχή της πραγματικότητας, τις ματαιώσεις και τις αντιξοότητες.
Ωστόσο, η ηδονιστική-επιτρεπτική κουλτούρα δεν έχει κυριαρχήσει πλήρως. Ευτυχώς, δεν έχει καταφέρει να εξαλείψει πλήρως την ιδέα ότι η εκπαίδευση προϋποθέτει μια αρχή η οποία οριοθετεί τις επιθυμίες. Η εκπαίδευση λοιπόν δεν έχει φτάσει στο σημείο να μην έχει καθόλου πλαίσια, νόρμες και κανόνες, να μην ενέχει και το στοιχείο της απογοήτευσης όσον αφορά την εξέλιξη του μαθητή, ώστε να του μάθει να μεταθέτει την ικανοποίησή του και να αποδέχεται τους διάφορους περιορισμούς του κόσμου. Εξ ου και η πληθώρα συμβουλών, βιβλίων, άρθρων ή ακόμα και εκπομπών στην τηλεόραση που προειδοποιούν για τις συνέπειες της χαλαρότητας της εκπαίδευσης. Μεγάλος αριθμός γονέων αντιστέκεται στις παν-ηδονιστικές Σειρήνες και επιβάλλει στα παιδιά του να κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα και να ενασχοληθούν με διάφορες δραστηριότητες ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό πειθαρχίας. Οι δάσκαλοι, επίσης, βρίσκονται πολύ συχνά αντιμέτωποι με τις αυξανόμενες δυσκολίες του επαγγέλματός τους αδυνατώντας να προσαρμοστούν στις νέες εξελίξεις.
Οι εντάσεις και οι αντιφάσεις ασφαλώς υπάρχουν: τίποτα δεν έχει κριθεί. Απέναντι στα αδιέξοδα και στα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργεί η ριζοσπαστική ηθική της αισθητικοποίησης, δημιουργείται ένας άλλος τύπος απαιτήσεων που έχει ως επιδίωξη το να βρίσκεται κανείς στο ύψος των επιταγών της εκπαίδευσης και να είναι ικανός να μορφωθεί, να ελέγχει τον εαυτό του, να οργανώνει την καθημερινότητά του και να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο που συνεχώς κινείται και αλλάζει.
Ηδονισμός και απόδοση
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι αδιαμφισβήτητο: είμαστε μάρτυρες της αυξανόμενης επιρροής των αρχών της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης όσον αφορά στην καθημερινότητα, με αποτέλεσμα να ορθώνεται μια τεράστια πρόκληση που σχετίζεται με την ηθική της αισθητικοποίησης και την αναζήτηση της καλής ζωής. Αρχικά, το παρατηρούμε στον τομέα του επιχειρείν, με τις περισσότερες εταιρείες να θέτουν ως προτεραιότητα την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, την ολοένα και μεγαλύτερη απαίτηση για κέρδη και συνεχή άνοδο της παραγωγικότητας καθώς και για άμεσα αποτελέσματα, τη μείωση του ανθρώπινου δυναμικού, την ελαστικοποίηση της εργασίας και την εισαγωγή πρακτικών ατομικής αξιολόγησης γύρω από την εργασιακή απόδοση, για την οποία τίθενται ολοένα και υψηλότεροι στόχοι. Οι συγκεκριμένες εξελίξεις έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του άγχους στους χώρους εργασίας, φαινόμενο το οποίο πλέον επηρεάζει κάθε κοινωνικό τομέα και δραστηριότητα. Οι νέες τεχνολογίες, όπως αναπτύσσονται στην εποχή της πληροφόρησης και της παγκοσμιοποίησης, καθιστούν το χάσμα της αισθητικής κουλτούρας διαρκώς διευρυνόμενο: ένα κλίμα φόβου εξαπλώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας κουλτούρας διαρκώς αυξανόμενου ανταγωνισμού.
Η δια βίου μάθηση, η διαρκής αναβάθμιση των δεξιοτήτων, το να μπορεί κανείς να κάνει όλο και περισσότερα σε όλο και λιγότερο χρόνο και με όσο το δυνατόν λιγότερο προσωπικό, αποτελούν απαιτήσεις της υπερνεωτερικής επιχείρησης που υποβάλλει τους εργαζομένους της σε καθεστώς συνεχούς πίεσης και τους αναγκάζει να δρουν χωρίς καθυστέρηση, να είναι σε διαρκή κινητικότητα, να μπορούν να παρέχουν άμεσα λύσεις καθώς και να μπορούν να αντιδρούν όλο και πιο γρήγορα στις προκλήσεις που τους τίθενται[8]. Αυτές οι νέες μέθοδοι θέτουν σε κίνδυνο το ευ ζην στην εργασία και την ποιότητα της ζωής μέσα στην επιχείρηση και καθιστούν όλο και πιο δύσκολο τον συνδυασμό μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής[9], προκαλώντας συμπτώματα υπερκόπωσης (burn out), φόβου αποτυχίας αναφορικά με τους στόχους που τίθενται, υποτίμησης του εαυτού, κατάθλιψης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοκτονιών. Σε αυτό το πλαίσιο μεγιστοποίησης της απόδοσης παρατηρούνται φαινόμενα όπως τoυ να υποφέρει κάποιος στην δουλειά του. Παρατηρούμε επίσης το συναίσθημα της κακοδιαχείρισης του εργαζόμενου ο οποίος αισθάνεται «παραμελημένος», περιθωριοποιημένος και πιστεύει ότι δεν εκτιμάται η εργασία του.
Ο αθλητισμός αποτελεί μια άλλη σφαίρα με εξέχοντα ρόλο στο ανταγωνιστικό υπερνεωτερικό περιβάλλον, όπου απαιτείται η άριστη φυσική κατάσταση που με τη σειρά της θα φέρει το μέγιστο αποτέλεσμα. Η συγκεκριμένη λογική εξυπηρετείται από την εξάπλωση του ντόπινγκ όχι μόνο στους επαγγελματίες αθλητές αλλά και στους νέους που ασχολούνται ερασιτεχνικά με τον αθλητισμό και, γενικώς, σε όλα τα επίπεδα της αθλητικής δραστηριότητας. Τη στιγμή που τα όρια μεταξύ υγείας, διατροφής, ιατρικής και ντόπινγκ γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα, η αγορά καταγράφει τεράστιες πωλήσεις προϊόντων που υπόσχονται τόνωση και αύξηση της σωματικής απόδοσης, προϊόντων ενισχυμένων με βιταμίνες και μεταλλικά στοιχεία καθώς και κάθε λογής από «χάπια απόδοσης»: έτσι, για να στέκεται κανείς στο ύψος των απαιτούμενων αποδόσεων πρέπει να ακολουθεί την κουλτούρα της κατανάλωσης φαρμάκων και «χαπιών που εγγυώνται την ευτυχία» και όχι την κουλτούρα της αισθητικοποίησης.
Η ίδια λογική διέπει και την εξωτερική εμφάνιση στην εποχή της «τυραννίας» του αδύνατου σώματος, της νεότητας και των τέλειων αναλογιών. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια ομορφιά που για να διατηρηθεί απαιτεί συνεχή προσπάθεια, αδιάκοπες στερήσεις με τη μορφή δίαιτας, συντήρηση μέσω της υγιεινής διατροφής, συνεχόμενες διορθώσεις μέσω της πλαστικής χειρουργικής και πρόληψη μέσω της ενυδάτωσης και της αναζωογόνησης του προσώπου. Ουδεμία λοιπόν πρωτοκαθεδρία της αισθητικής της παροντικότητας και των γαστρονομικών απολαύσεων, αλλά αντιθέτως ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από δίαιτες, προσταγές αυτοελέγχου και συνεχούς επιτήρησης της κατάστασης του σώματός μας. Η κανονιστική αισθητικοποίηση της βελτίωσης της εξωτερικής εμφάνισης λειτουργεί σε οριακή, κάποιες φορές, αντίθεση με την αισθητικοποιημένη ηθική της ύπαρξης.

* Lipovetsky Gilles & Serroy Jean, «Les contradictions de la culture hypermoderne», L’esthétisation du monde. Vivre à l’âge du capitalisme artiste, Παρίσι, Gallimard, 2013, σσ. 407-415.
[1] Αυτό είναι κάτι που μεταφράζεται από τη συσκευασία των τροφίμων: στη μια πλευρά χρώματα, σχήματα, ελκυστική τυπογραφία που προωθούν τη χαρά της κατανάλωσης∙ στην άλλη, συστατικά της ονοματολογίας του προϊόντος, χρωστικές ουσίες, έκδοχα και ο πίνακας με την περιεκτικότητα σε λιπαρά, υδατάνθρακες, άλατα, σάκχαρα που υποδεικνύουν την παρακολούθηση της υγιεινής και της υγείας.
[2] Jean-Pierre Poulain, Sociologies de l’alimentation. Les mangeurs et l’espace social alimentaire, Παρίσι, PUF, coll. Sciences sociales et sociétés, 2002, p. 53.
[3] Gilles Lipovetsky, Le Bonheur paradoxal. Essai sur la société d’hyperconsommation, Παρίσι, Gallimard, coll. NRF Essais, 2006, p. 216-220; επανέκδ. coll Folio Essais, 2009, p.268-273.
[4] Robert Rochefort, Le Consommateur entrepreneur. Les nouveaux modes de vie, Παρίσι, Odile Jacob, 1997.
[5] Claude Fischler, L’Homnivore. Le goût, la cuisine et le corps, Παρίσι, Odile Jacob, 1990; επανέκδ. Éditions du Seuil, coll. Points, 1993.
[6] Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα βλ. Gilles Lipovetsky, Le Bonheur paradoxal, op.cit.
[7] Αν και οι οικολογικές αξίες αντιτίθενται στην αισθητικοποιημένη ηθική, το αντίστροφο είναι εξίσου αληθές, καθότι φαίνεται να συγκροτούν οργανώσεις κατά των κατασκευαστικών έργων δημιουργίας αιολικών πάρκων ακριβώς εξαιτίας της υπεράσπισης της αισθητικής του τοπίου.
[8] Nicole Aubert, Le Culte de l’urgence. La société malade du temps, Paris, Flammarion, 2003; επανέκδ. coll. Champs, 2004.
[9] Ο φορητός υπολογιστής και τα smartphones παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο σ’ αυτήν την υποβάθμιση επειδή δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανά πάσα στιγμή διαθεσιμότητα προκαλώντας μια ολοένα μεγαλύτερη καταπάτηση της ιδιωτικής ζωής από την εργασία: το ένα τέταρτο των εργαζομένων θεωρεί ότι η ισορροπία μεταξύ οικογενειακής ζωής και εργασίας δεν είναι ικανοποιητική (Le Monde, 7 Aπριλίου, 2012).

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...