ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΉ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΜΠΛΟΧ ΣΤΟΝ ΟΚΤΏΒΡΗ ΤΟΥ ΑΙΖΕΣΤΑΙΝ
Αναγνώστες
Κυριακή 20 Απριλίου 2025
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΉ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΜΠΛΟΧ ΣΤΟΝ ΟΚΤΏΒΡΗ ΤΟΥ ΑΙΖΕΣΤΑΙΝ απο το ENZO TRAVERSO Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024
Ο κομμουνισμός ως Τραγωδία
Enzo Traverso
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ
ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα
Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος
21ος παράλληλος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ
67
Σελ 67
Ο Χόμπσμπαουμ έγραψε μια τραγωδία.
Η απελευθερωτική ελπίδα που ενσαρκώθηκε στον κομμουνισμό διάσχισε τον αιώνα σαν μετεωρίτης.
Σκοπός του δεν ήταν η καταστροφή της δημο κρατίας αλλά η επικράτηση της ισότητας, η ανατροπή της κοινω- νικής πυραμίδας, το να πάρουν στα χέρια τους τη μοίρα τους εκείνοι που ήταν πάντα υποταγμένοι και καταπιεσμένοι.
Η οκτωμβριανή επανάσταση –ένα όνειρο που «ζει ακόμα μέσα μου», βε- βαιώνει στην αυτοβιογραφία του- μεταμόρφωσε αυτή την απε- λευθερωτική ελπίδα σε «συγκεκριμένη ουτοπία». Ενσαρκωμένη στο σοβιετικό κράτος, γνώρισε αρχικά μια θεαματική άνοδο και μετά μια μακρά παρακμή, όταν η προωθητική του δύναμη εξα ντλήθηκε, ως την τελική πτώση.
Ο σοβιετικός σοσιαλισμός ήταν τρομαχτικός, ο Χόμπσμπαουμ το αναγνωρίζει χωρίς δισταγμούς, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική. «Η τραγωδία της οκτωβριανής επανάστασης – γράφει έγκειται ακριβώς στο ότι το μόνο που μπορούσε να γεννήσει ήταν το δικό της είδος αυταρχικού, αδυ σώπητου και βάναυσου σοσιαλισμού», ο Ασφαλώς, η αποτυχία της ήταν εγγεγραμμένη στις προκείμενές της, όμως η διαπίστω ση αυτή δεν τη μετατρέπει σε μια ανωμαλία της ιστορίας.
Ο Χόμπσμπαουμ δεν συμμερίζεται την άποψη του Φυρέ, σύμφωνα με τον οποίο η οκτωβριανή επανάσταση, όπως κι η Γαλλική Επανά σταση, ήταν ένας εκτροχιασμός που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Ο κομμουνισμός δεν μπορούσε παρά να αποτύχει, εκ- πλήρωσε όμως μιαν αναγκαία λειτουργία.
Η κλίση του ήταν θυσιαστική. «Το πιο διαρκές αποτέλεσμα της οκτωβριανής επανά- στασης, στόχος της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα – γράφει στην Εποχή των άκρων- ήταν ότι έσωσε τον αντίπαλό της, στον πόλεμο όπως και στην ειρήνη, παρακινώντας τον, από φόβο, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μεταρρυθμιστεί
62. Eric Hobsbawm, Interesting Times. A Twentieth-Century Life. Allen Lane, Λονδίνο, 2002, σελ. 56 (ελλ. μτφ. Σταματίνα Μανδηλαρά, Συναρπαστικά χρόνια. Μια ζωή στον 20ο αιώνα, Θεμέλιο, 2003).
63. Eric Hobsbawm, L'Age des extrêmes, ό.π., σελ. 642.
Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023
Μαλάνος Σταμάτης Κοινωνιολόγος:Από τη Speenhamland στο Andover: Ιδεολογικές & Κοινωνικοοικονομικές Παράμετροι της Σύγκρουσης πάνω στο Όριο 2 Κόσμων αναδημοσιευση απο ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ
Από τη Speenhamland στο Andover: Ιδεολογικές & Κοινωνικοοικονομικές Παράμετροι της Σύγκρουσης πάνω στο Όριο 2 Κόσμων
0
Μαλάνος Σταμάτης
Κοινωνιολόγος, ΜΔΕ ευρωπαική Ιστορία
Αφού και ζώα εξημερώθηκαν, κανείς δεν πρέπει να απελπίζεται ότι ο παραστρατημένος άνθρωπος είναι αδιόρθωτος [1]
Κάπου στα 1845, στο workhouse του Andover οι τρόφιμοι είχαν αναλάβει μια δουλειά που σήμερα μοιάζει αδιανόητη, θρυμμάτιζαν δηλαδή, τα κόκκαλα των νεκρών με στόχο την παραγωγή λιπάσματος για τα γειτονικά αγροκτήματα. Ώσπου κάποια μέρα υπακούοντας στην ανάγκη, την πείνα και την απελπισία τους, ξεκίνησαν να τρώνε τις ωμές σάρκες των συνανθρώπων τους που ο χρόνος δεν είχε ακόμα προλάβει να εξαφανίσει. Και όμως, μόλις πενήντα χρόνια πριν, ένα επαρχιακό δικαστήριο με μια ιστορική του απόφαση είχε διαμορφώσει ένα τελείως διαφορετικό σκηνικό, θεσπίζοντας μια κλίμακα επιδότησης των φτωχών που βασιζόταν στο ύψος της τιμής του ψωμιού.
Το 1944, κυκλοφόρησε ο Μεγάλος μετασχηματισμός. Στο βιβλίο του αυτό ο Κάρλ Πολάνυι υποστηρίζει ότι δεν ήταν η δημιουργία του σύγχρονου Κράτους συνέπεια της ανάδυσης του Καπιταλισμού, αλλά η ίδια η Κρατική παρέμβαση που έκανε δυνατή την εγκαθίδρυση και επιβίωση της οικονομίας της αγοράς. Μάλιστα θεωρεί ότι αυτή είναι μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη, η μορφή της οποίας αποκρυσταλλώθηκε στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Το φαινόμενο συνδέεται κατά την άποψή του, με την εισαγωγή των μεγάλων περίπλοκων μηχανημάτων, ακριβώς επειδή το μέγεθος και η δυνατότητα απόσβεσής τους συνδεόταν αναγκαστικά με τη μαζική παραγωγή και την αδιάλειπτη λειτουργία τους.
Συνεπώς, κατά τον ίδιο, θα έπρεπε να δημιουργηθούν εκείνες οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που θα επέτρεπαν τον αδιάλειπτο εφοδιασμό τους με πρώτες ύλες και θα δημιουργούσαν ένα εξαιρετικά πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό που θα αλληλοεπιδρούσε με αυτά. Αυτή συνεπώς η αναγκαιότητα ήταν που ωθούσε την ανερχόμενη ελίτ της βιομηχανίας να πάρει όλα εκείνα τα μέτρα που θεωρούσε ότι απαιτούνταν ώστε να γίνει δυνατή η διαμόρφωση μιας ενιαίας αγοράς εργασίας. Αλλά για να μπορέσει να συμβεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να καταργηθεί κάθε είδους κοινοτική αλληλεγγύη ή επιδότηση, καθώς και να μετατραπεί σε εφιάλτη η καθημερινότητα σε κάθε υφιστάμενο ίδρυμα αρωγής, όπως τα workhouses.
Έμοιαζε σαν ένα γιγάντιο κύμα, το οποίο παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του, να χτύπησε με απίστευτη ένταση τους αδύναμους και τελικά να μεταμόρφωσε για πάντα τον κόσμο μας.
Ωστόσο, κατά την άποψή μας ο μεγάλος μετασχηματισμός, όπως κάθε μεγάλο κύμα αλλαγών, δεν γεννιέται πάντα στον χρόνο που τα αποτελέσματά του μπορούν να γίνουν ορατά, συνεπώς το λεγόμενο πείραμα των workhouses, δηλαδή η δραματική μείωση κάθε εξωτερικής βοήθειας από τις ενορίες και η δημιουργία συνθηκών που θα καθιστούσαν τη διαβίωση εντός των ιδρυμάτων λιγότερο ή περισσότερο χειρότερη από εκείνη των πιο κακοπληρωμένων βιομηχανικών εργατών, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τους σημαντικότερους από τους παράγοντες εκείνους των οποίων η ανασημασιοδότηση και η αξιοποίηση δημιούργησαν τα υποκείμενα, τις ιδέες και τη συναίνεση που ήταν απαραίτητη για να ευοδωθεί μια τέτοιου μεγέθους αλλαγή.
Ο Άγγελος Χανιώτης έχει στο παρελθόν χρησιμοποιήσει τον όρο «συμπλοκή» προκειμένου να περιγράψει πολλά και φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους, τοπικά και χρονικά, γεγονότα και εξελίξεις, τα οποία όμως σε μια δεδομένη χρονική περίοδο παρήγαγαν παρόμοια αποτελέσματα[2]. Κάτι τέτοιο φαίνεται να συνέβη, κατά την άποψή μας, και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1830. Πιο συγκεκριμένα, έλαβαν χώρα μια σειρά από συμβάντα του μακρού, του μέσου και του βραχέως χρόνου, τα οποία διαμόρφωσαν το περιβάλλον του «μεγάλου μετασχηματισμού» και τα οποία δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα ο χρόνος να αναλύσουμε.
Συμπέρασμά μας είναι ότι κανένα από αυτά τα συμβάντα δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει από μόνο του μια τόσο δραματική για τη ζωή των ανθρώπων εξέλιξη, όπως ήταν η δημιουργία μιας εθνικής αγοράς εργασίας, αν δεν υπήρχε η καταλυτική παρέμβαση του βρετανικού Κράτους, το οποίο μεταξύ άλλων χρησιμοποίησε μέσα όπως ήταν ο Νέος Νόμος περί των Φτωχών και το πείραμα των Workhouses.
Όμως από την άλλη μεριά, η επιτυχία αυτών των παρεμβάσεων δεν είναι δυνατόν να εξηγηθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι παραπάνω παράγοντες. Συγκεκριμένα, εξελίξεις του μακρού χρόνου, όπως ήταν η αύξηση του πληθυσμού, η ανασύνθεση των ελίτ, η νέα ηθική των προτεσταντικών δογμάτων όπως αυτά ανανοηματοδοτήθηκαν τότε, η ανασημασιοδότηση της ιδιοκτησίας από απλή χρήση σε απόλυτο δικαίωμα, η αναγνώριση της κοινωνικής χρησιμότητας του οικονομικού εγωισμού των ανθρώπων, η αργή έλευση της νέας οικονομίας, είχαν διαβρώσει αποτελεσματικά τα θεμέλια του παλιού κόσμου, αλλά δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ικανές από μόνες τους να οδηγήσουν στον μεγάλο μετασχηματισμό.
Ωστόσο, όσο πλησιάζαμε προς το τέλος του 18ου αιώνα, οι εξελίξεις αυτές προοδευτικά αποκτούσαν άλλο νόημα, καθώς αλληλοεπιδρούσαν με σημαντικές εξελίξεις του μέσου χρόνου, όπως οι εντεινόμενες περιφράξεις και η καταστροφή της οικοτεχνίας και βιοτεχνίας της υπαίθρου, η οποία άκμαζε για αιώνες αλλά αδυνατούσε πλέον να ανταγωνιστεί την παραγωγικότητα των νέων εργοστασίων. Η συνεπαγόμενη απειλή αποψίλωσης της υπαίθρου από τον πληθυσμό της οδήγησε τα ανώτερα στρώματα της αριστοκρατίας να υιοθετήσουν επιδοματικές πολιτικές, για τις οποίες δεν ίσχυε πλέον η παλιά διάκριση ανάμεσα στους ικανούς και μη φτωχούς και τις οποίες χρηματοδοτούσαν από τις υψηλές τιμές των τροφίμων.
Τη στάση τους αυτή ενίσχυσαν η εντεινόμενη απειλή κατά της τάξης και της ίδιας τους της υπόστασης που προερχόταν από την άλλη μεριά της Μάγχης, το πλήθος των ανέργων στρατιωτών, καθώς πλησίαζε η λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων, και το κίνημα των Λουδιτών, που την εποχή εκείνη έδειχνε να έχει πολύ απειλητικότερες διαστάσεις από αυτές που του αποδίδει η σύγχρονη ιστοριογραφία.
Όμως τα επιδόματα αυτά, αν και βραχυπρόθεσμα προστάτεψαν τους πληθυσμούς ιδιαίτερα στη Νότια Αγγλία, μακροπρόθεσμα είχαν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα. Προκάλεσαν την εξάρτηση των αγροτικών πληθυσμών από τη χορήγησή τους, μείωσαν την παραγωγικότητα των περιοχών αυτών, αφού οι γαιοκτήμονες επιδοτούμενοι στην ουσία οι ίδιοι δεν είχαν κανέναν λόγο να εκσυγχρονίσουν περαιτέρω την παραγωγή τους και, τέλος, εμπόδισαν την κινητικότητα του πληθυσμού που ήταν απαραίτητη για τη βιομηχανία των πόλεων. Το πιο σημαντικό τους, όμως, αποτέλεσμα ήταν πως κρατούσαν τις τιμές των τροφίμων υψηλές.
Τα προβλήματα αυτά έγιναν πια αξεπέραστα όταν η εντεινόμενη εισαγωγή των μεγάλων και περίπλοκων μηχανών δημιούργησε δύο νέα ζητήματα. Από τη μια, τα νέα δεδομένα παραγωγής που η ύπαρξή τους απαιτούσε ένα σταθερό και εξαιρετικά πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό. Δεν μπορούσε πλέον ο εργαζόμενος να πηγαίνει στο εργοστάσιο όποτε ο ίδιος το επέλεγε, να καθυστερεί, να μη συνεργάζεται κ.λπ. Από την άλλη, η έλευσή τους προκάλεσε μια πρωτοφανή πτώση των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων, την ίδια στιγμή που οι υψηλές τιμές των τροφίμων και η ακαμψία της αγοράς εργασίας εμπόδιζαν τους μισθούς να την ακολουθήσουν ανάλογα. Αυτή ακριβώς η αναντιστοιχία, μαζί ασφαλώς με συγκυριακά αίτια, ήταν το γεγονός που προκάλεσε την πρώτη αληθινά δομική κρίση του συστήματος εκείνα τα χρόνια, δηλαδή τις δεκαετίες του 1830 και 1840.
Σε εκείνο, λοιπόν, το χρονικό σημείο ήταν που οι ιδέες των Locke, Smith και της μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας φάνηκε να αποκτούν ένα άλλο, διαφορετικό από τις προθέσεις των εμπνευστών τους περιεχόμενο, και άλλοι εξαιρετικά προικισμένοι διανοούμενοι πρόσθεσαν το δικό τους ειδικό βάρος στις εξελίξεις. Ήταν οι μαλθουσιανές ιδέες για τον πληθυσμό που ενέτειναν τις ανησυχίες των μεσαίων τάξεων και κυρίως οι ρικαρντιανές αναλύσεις που φανέρωσαν στις νέες ανερχόμενες ελίτ της βιομηχανίας και του εμπορίου ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Η ανάλυση του Φουκώ, δείχνει γλαφυρά ότι το πρόβλημα σχετικά με τη διαχείριση της φτώχειας δεν αφορούσε μόνο τη δημιουργία μιας εθνικής αγοράς εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο Πολάνυι, ούτε την πτώση των εργατικών μισθών. Υπήρχε ένα δεύτερο, αλλά εξίσου μεγάλο πρόβλημα που έπρεπε να λύσουν.
Οι φτωχο-διάβολοι διατηρούσαν ακόμη από τα βάθη του χρόνου ή ανασυνέθεταν έναν λόγο δικό τους και πρακτικές που ήταν αντίθετες στο αστικό δίκαιο και στην ηθική της εποχής. Λόγο και πρακτικές που έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη της ασφαλούς αποθήκευσης των εμπορευμάτων, των τελωνειακών δασμών, της φορολογίας δηλαδή απέναντι στην ιδιοκτησία των άλλων, και μπορούσαν να αναπτύξουν αντιστάσεις απέναντι στη δύναμη της πείνας, την οποία οι άρχουσες τάξεις σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν ως καταλύτη των αλλαγών. Η σκληρότητα των συνθηκών λοιπόν και η ίδια η οργάνωση της ζωής εντός των workhouses μπορεί να ερμηνευθούν και σαν ένας μηχανισμός αποτροπής και πειθάρχησης.
Τέλος, το γεγονός ότι πολλά τμήματα της χώρας είχαν καταφέρει να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το πρόβλημα της φτώχειας εφαρμόζοντας διαφορετικές πολιτικές από την επιδοματική, αλλά παρ’ όλα αυτά υποχρεώθηκαν από τις προβλέψεις του Νέου Νόμου περί των Φτωχών να τις εγκαταλείψουν, δείχνει ότι η εφαρμογή του πειράματος των workhouses ήταν περισσότερο ιδεολογική επιλογή παρά πραγματική ανάγκη. Μάλιστα, η φυσική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων, αλλά και η μετανάστευση των Ιρλανδών που είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα από τον λεγόμενο λιμό της πατάτας, προσέφεραν άφθονο εργατικό δυναμικό, καθιστώντας πιθανόν αχρείαστη τη βία που τα workhouses άσκησαν στους απόρους.
Ο Πολάνυι ισχυρίζεται ότι το εθιμικό δίκαιο της επιδοματικής πολιτικής αποτέλεσε το σημείο συνάντησης της παραδοσιακής αριστοκρατίας της γης με τα μεγάλα τμήματα των απόρων των αγροτικών κυρίως περιοχών της Νότιας Αγγλίας, επειδή αμφότερα ένιωσαν να απειλείται η ίδια τους η ύπαρξη και τα κοινοτικά τους δικαιώματα από τους μετασχηματισμούς που απειλούσε να φέρει η επικράτηση της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς…
Αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι ποτέ δεν υπήρξε μια καθαρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ αστικής τάξης και αριστοκρατίας, αντίθετα υπήρξε μεγάλος βαθμός συγχρωτισμού και σύνθεσης μεταξύ τους. Η υπαρκτή αντίθεση αστών και αριστοκρατών αφορούσε κατά την άποψή μας, μάλλον τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των ελίτ της βιομηχανίας από τη μια και των ανώτερων τμημάτων της αριστοκρατίας της γης από την άλλη.
Είναι, επίσης, αλήθεια ότι τα ίδια τα αδιέξοδα και η εξαθλίωση που προκάλεσαν τα επιδόματα ήταν ο λόγος που συσπείρωσε εναντίον τους τη μεγάλη πλειοψηφία της μεσαίας τάξης και διαμόρφωσε την αναγκαία συναίνεση που απαιτήθηκε για τη σχεδόν ολοσχερή κατάργησή τους. Αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είχε γραφεί δεκαετίες πριν σε διαφορετικές συνθήκες από φυσικούς όπως ο Newton, εκκλησιαστικούς στοχαστές, φιλοσόφους όπως ο Locke και οικονομολόγους όπως ο Smith, οι ιδέες των οποίων ανασημασιοδοτήθηκαν την εποχή αυτή και αποτέλεσαν τα καύσιμα των αλλαγών.
Βασικό τμήμα της συλλογιστικής του Καρλ Πολάνυι είναι ότι η εισαγωγή μεγάλων και πολύπλοκων μηχανημάτων ήταν η θρυαλλίδα που κατέστησε αναγκαία την κρατική παρέμβαση, η οποία υλοποιήθηκε με τον Νέο Νόμο περί των Φτωχών και το πείραμα των workhouses, επειδή η λειτουργία τους απαιτούσε ένα πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό και η απόσβεσή τους την αδιάλειπτη λειτουργία τους. Όμως, υποστηρίζουμε -και ασφαλώς ο Πολάνυι δεν το αρνείται- πως το ίδιο έντονη ήταν και η ανάγκη των Βιομηχάνων για τον εφοδιασμό των πόλεων με φθηνά γεωργικά προϊόντα, επειδή κάτι τέτοιο ήταν απολύτως απαραίτητο για τη μείωση των εργατικών μισθών, όπως πολύ διορατικά έδειξε το έργο του David Ricardo, φυσικού πνευματικού ηγέτη του βιομηχανικού τμήματος της αστικής τάξης αυτής της εποχής.
Ένα, κατά την άποψή μας, διαφορετικό θέμα είναι αν η βιομηχανία της εποχής είχε αληθινή ανάγκη για μαζική μετανάστευση εργατικών χεριών από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, μιας που η φυσική αύξηση του πληθυσμού τους και η εντεινόμενη μετανάστευση των Ιρλανδών, μαζί με τις φυσικές κινήσεις μικρών αποστάσεων από τα γύρω χωριά προς αυτές, επαρκούσαν για να καλύψει το κενό. Αν και η λεπτομερής διερεύνηση μιας τέτοιας υπόθεσης ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης, άποψή μας είναι ωστόσο ότι οι ίδιοι λόγοι που κατέστρεψαν την οικοτεχνία και τη βιοτεχνία της αγγλικής υπαίθρου είναι αυτοί που υπονόμευσαν και την παραγωγή της Ιρλανδίας, επομένως η μαζική είσοδος των Ιρλανδών είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα από τα χρόνια του μεγάλου λιμού.
Σε σχέση τώρα με τα επιμέρους ερωτήματα, καταλήγουμε ότι εφόσον η εφαρμογή του μεγάλου μετασχηματισμού είχε περισσότερο πολιτική και ιδεολογική αφετηρία, είναι αναμενόμενο να ασκήθηκε και λελογισμένη βία για την εφαρμογή του.
Προκειμένου, δηλαδή, να επιτευχθούν οι στόχοι του, οι συνθήκες στο εσωτερικό των ιδρυμάτων έπρεπε να είναι λίγο χειρότερες από αυτές στις οποίες ζούσαν οι πιο φτωχοί από τους βιομηχανικούς εργάτες των πόλεων. Από την άλλη, η πειθάρχησή τους απαιτούσε, όπως ο Φουκώ έδειξε καθαρά στο Επιτήρηση και Τιμωρία, την επανακοινωνικοποίησή τους και γι’ αυτό ακριβώς επελέγη τελικά ο διαχωρισμός των οικογενειών και κυρίως η απομάκρυνση από αυτές των ανήλικων μελών τους.
Η διατροφή εντός των ιδρυμάτων, το καθημερινό τους πρόγραμμα, η αρχιτεκτονική των εσωτερικών τους χώρων, η γεωγραφική τους τοποθέτηση, παρ’ όλους τους περιορισμούς του κόστους, παρά το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα ιδρύματα στηρίχθηκαν σε προϋπάρχουσες υποδομές, παρά τις αντιδράσεις των τοπικών αξιωματούχων, καθώς και των ίδιων των τροφίμων, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τέτοιους σκοπούς.
Όπως προαναφέραμε, ο Φουκώ εξετάζει την εξέλιξη των workhouses ως μέρος της ευρύτερης προσέγγισής του στο ζήτημα της Εξουσίας και της διαδικασίας πειθάρχησης των κατώτερων τάξεων. Χωρίς να αρνείται ποτέ τον ιδιαίτερο ρόλο των ιδεών και του μετασχηματισμού της οικονομικής δομής, φωτίζει ωστόσο τον ρόλο της Πολιτικής σε σχέση με το ζήτημα που μας ενδιαφέρει.
Πιο συγκεκριμένα, στους βασικούς τομείς της κοινωνικής τους ζωής, οι κατώτερες τάξεις αυτήν ακριβώς την ιστορική περίοδο υποχρεώθηκαν στον διαχωρισμό τους σε δύο βασικές κατηγορίες. Η μικρότερη, και πιο προβληματική από αυτές, αναγκάστηκε σε βαθύτερο από τα προηγούμενα χρόνια εγκλεισμό, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία αφέθηκε να αιωρείται μεταξύ της πείνας και των νέων εργοστασίων, ακριβώς επειδή η ανάγκη για φθηνά εργατικά χέρια, ο υπερπληθυσμός και ο φόβος των εξεγέρσεων έκαναν φανερή τη σημασία της.
Στην περίπτωση της τρέλας, το γεγονός αυτό σήμαινε τον διαχωρισμό όσων θεωρήθηκαν τρελοί από τους παράλογους, στην περίπτωση της φυλακής σήμαινε την κατασκευή και τον διαχωρισμό των εγκληματιών από τους παραβατικούς, και στην περίπτωση των απόρων σήμαινε τον διαχωρισμό των δυνάμει ανεξάρτητων εργατών από τους τροφίμους των workhouses.
Κατά την άποψή μας επρόκειτο, λοιπόν, για τρεις διαφορετικές όψεις της ίδιας ακριβώς πολιτικής. Στόχος τους δεν ήταν απλά να αποκλείσουν αυτούς που θεωρούσαν ως αντικοινωνικά στοιχεία, αλλά περισσότερο να οριοθετήσουν τη ζωή, τις αξίες και τη δράση όλων των υπολοίπων, οι οποίοι αποτελούσαν και τη μεγάλη πλειοψηφία των κατώτερων τάξεων. Και στις τρεις περιπτώσεις έπαιρναν κατ’ ουσίαν οικείες προηγουμένως μορφές, είτε επρόκειτο για τρελούς, είτε για παραβατικούς, είτε για αλήτες και φτωχούς, και τους μετέτρεπαν δια μέσου του εγκλεισμού τους και των συνακόλουθων συνθηκών του σε αλλόκοτα όντα[3].
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η εργασία ήταν το μέσο που χρησιμοποιήθηκε περισσότερο από όλα για να τιθασευτεί τούτος ο συρφετός του παράλογου. Εργασία για τους τροφίμους των ιδρυμάτων, εργασία στα νέα εργοστάσια και για τους υπολοίπους, τους οποίους η πείνα θα έσπρωχνε μέχρι τις εισόδους τους. Μια τέτοια πολιτική είχε στα μέσα του 19ου αιώνα καταστεί απολύτως απαραίτητη, όχι μόνο επειδή, όπως υποστηρίζει ο Πολάνυι, η βιομηχανία χρειαζόταν επειγόντως φθηνότερα εργατικά χέρια, αλλά και επειδή η ίδια η αποτυχία της επιδοματικής πολιτικής σαράντα ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη εφαρμογή της, είχε εκθρέψει έναν πληθυσμό που γινόταν ολοένα και δυσκολότερο να ελεγχθεί.
Έναν συρφετό ανθρώπων ο οποίος δεν ήθελε να γνωρίσει τους αστικούς κανόνες, δεν παντρεύονταν, δεν βάφτιζε τα παιδιά του και δεν αναγνώριζε τις ηθικές του υποχρεώσεις.
Μάλιστα, όπως σημειώνει ο Φουκώ, από τις αρχές του 19ου αιώνα οι λεγόμενες λαϊκές ανομίες έλαβαν νέες διαστάσεις όταν διασταυρώθηκαν με τις κοινωνικές συγκρούσεις, την αντίσταση στην εκβιομηχάνιση ή με τα αποτελέσματα των οικονομικών κρίσεων. Έλαβαν, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά που παρατηρούμε σε όλα τα κινήματα που εκτυλίχθηκαν από το 1780 μέχρι το 1848[4]. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Βρετανίας το κίνημα των Λουδιτών και λίγο αργότερα τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα των Χαρτιστών έθεσαν ζητήματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα ανεκτά για την εποχή όρια.
Αυτήν ακριβώς την απειλή, κατά τον Γάλλο φιλόσοφο, σκόπευε να αντιμετωπίσει η παρέμβαση της Πολιτικής την εποχή που εξετάζουμε και μέρος αυτής της αντιμετώπισης αποτέλεσε και το πείραμα των workhouses. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παραπάνω θεώρηση, το δίλημμα που έθεσε ο Νέος Νόμος περί των Φτωχών στον πληθυσμό των απόρων της εποχής σε καμιά περίπτωση δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τα ζητούμενα της λεγόμενης ηθικής μεταρρύθμισης, η οποία την εποχή εκείνη βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη και στον τομέα της αντιμετώπισης της τρέλας προωθούνταν από τις προσεγγίσεις των Samuel Tuke και Philippe Pinel, και οι οποίες στόχο είχαν τον διαχωρισμό της βαριάς τρέλας από τον πληθυσμό όσων απλώς αρνούνταν την κυρίαρχη ηθική και τις αστικές νόρμες. Ούτε ήταν αντίθετη στον εξανθρωπισμό των ποινών, αφού η ίδια η ιδέα της φυλάκισης γεννήθηκε εκείνα τα χρόνια.
Αντίθετα, οι στόχοι τους ήταν παρόμοιοι. Έπρεπε να πιέσουν τη μεγάλη πλειοψηφία των ανέργων να στραφεί στη μετανάστευση και στα νέα εργοστάσια, όχι μόνο επειδή η οικονομική χρησιμότητα μιας τέτοιας κίνησης ήταν προφανής, αλλά και γιατί η ένταξή τους στην ανελαστική διαδικασία της παραγωγής αυτήν την εποχή θα είχε προφανή αποτελέσματα στην πειθάρχησή τους. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να αντέξουν μια τέτοιας κλίμακας διαδικασία, μπορούσαν να καταφύγουν στα workhouses.
Εκεί το ίδιο τους το σώμα θα γινόταν, με τη χρήση λελογισμένης βίας, αντικείμενο μιας άλλου είδους, αυστηρότερης πειθάρχησης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Aldcroft, D. και Ville, S. Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2005
Block, F. και Somers, M. In the Shadow of Speenhamland. Social Policy and the Old Poor Law, Politics and Society 31.2 (2003).
Broad, J. Housing the Rural poor in Southern England 1650-1850, The agricultural History Review, Vol. 48, No 2, British agricultural History Society, 2000
Brown, D. Workers, Workhouse and the Sick Poor. Health and Institutional Health Care in the long Nineteenth Century, Journal of Urban History, Vol 43, 2017
Burawoy, M. For a Sociological Marxism, the complementary Convergence of Antonio Gramsci and Karl Polanyi ,Politics and Society, Vol 31 , No 2, June 2003.
Burns, E. Μ. Ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Δυτικός Πολιτισμός: Νεότεροι Χρόνοι, Επίκεντρο, Αθήνα 2006,
Cannon, J. Aristocratic Century, Cambridge University Press, 1984
Clark, W. C. “London: A Multi- Century Struggle For Sustainable Development in a Urban Environment”, Faculty Research Working Paper Series, Harvard Kennedy School, August 2015.
Crowther, M. A. The workhouse system 1834-1929. The history of the social institution, Routledge library edition: The Victorian word, 2016.
Dinwiddy, J. “Luddism and Politics in the Northern Counties”, Social History, Vol. 4, No. 1 (Jan., 1979), Taylor & Francis, Ltd.
Elder, W. “Speenhamland Revisited”, Social Service Review, Vol 38, No 3, Sep.1964
Engels, F. Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, Μπάυρον, Αθήνα, 1974.
Foucault, M. Επιτήρηση και Τιμωρία –Η γέννηση της φυλακής, Ράππα, Αθήνα 1989
Geary, D. Το Ευρωπαϊκό Εργατικό Κίνημα 1848-1939, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988
Glaper, J. The Speenhamland Scales: Political, Social or Economic Disaster?, Social Service Review 44.1 (1970).
Green, D. R. Pauper Capital. London and the Poor Paw 1790-1870, M.P.G Books Croop, UK, 2010.
Green, D. R. Pauper Protests: Power and Resistance in Early Nineteenth-Century London Workhouses, Social History Vol.31, No 2, Taylor and Francis L.t.d. , May 2006,
Hallas, C. S. Poverty and Pragmatism in the Northern Uplands of England: The North Yorkshire Pennines 1700-1900, Social History, Vol 25, No 1, Taylor and Francis Ltd, Jan. 2000,
Heal, F. και Holmer, C. The Gentry in England and Wales, 1500-1700, Μacmillan Press LTD, 1994,
Heilbroner, R. L. Oι φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου. Η ζωή και οι ιδέες τους, Κριτική, Αθήνα, 2000
Higginbotham, P. “An introduction to the Workhouse”, http://www.Workhouses.org.uk/intro/.
Hobsbawm, E. J. “The Machine Breakers”, Past and present, No. 1, Oxford University Press, Feb. 1952.
Hobsbawm, E. J. Η Εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2002.
Howart, M. Ο ρόλος του πολέμου στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία, Ποιότητα, Αθήνα 2009
Kamen, H. Πρώιμη Νεότερη Ευρώπη, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002
Lindemann, A. S. Ιστορία της Νεότερης Ευρώπης από το 1915 μέχρι σήμερα, Κριτική, Αθήνα 2014
Locke, J. Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως, Πόλις, Αθήνα 2010
Lucassen, L. The Immigrant Threat. The Integration of Old and New Migrants in Western Europe since 1850, University of Illinois Press, Urbana and Chicago, 2005
Mackay, L. A culture of Poverty? The St. Martin in the fields Workhouse 1817, The journal of Interdisciplinary History, Vol 26, No 2 (Autumn 1995) The MIT Press
Mackenzie, S. R. An English Woman’s Workhouse is her Castle: Poor management and Gothic Fiction in the 1790, ELH, Vol 74, No 3, Johns Hopkins University Press, 2007.
Midwinter, E.C. State Intervention at a Local Level: The new poor Law in Lancashire, The Historical Journal, Vol 10, No 1, Cambridge University Press, 1967.
Miller, I. Feeding in the Workhouse: The Institutional and ideological Function of food in Britain, 1834-1870, Journal of British Studies 2, Oct. 2013, The North American Conference on British
Murdah, L. D. “From Barrack Schools to Family Cottages: Greeting Domestic Space for late Victorian Poor Children”, J. Lawrence & P. Starkey (eds), Child Welfare and Social Action in the Nineteenth and Twentieth Centuries: International Perspective, Liverpool, Liverpool UP, 2001
Neuman, M. D. A suggestion regarding the origins of the Speenhamland Plan, The English Historical Review, 84 (1969).
Newman, S. To Punish or Protect: The New Poor Law and the English Workhouse, Springer Science + Business Media New York 2013, Published online: 10 December 2013
Page Moch, L. Moving Europeans. Migration in Western Europe since 1650, Indiana University Press, Bloomington and Indianapolis 2003 (2nd edition, 1st edition 1992.
Pallister, R. Workhouse Education in County Durham 1834- 1870, British Journal of educational Studies, Τeylor and Francis L.t.d, Vol. 16, No 3, Oct.1968
Pooley, C. and Turnbull, J. Migration and mobility in Britain since the 18th century, London, 1998.
Richardson, R. and Hurwitz, B. Joseph Rogers and the Reform of Workhouse Medicine, British Medical Journal, Vol 299, No 6714,BMJ, Dec. 1989,
Richardson, R. Dickens and the Workhouse, Oliver Twist and the London Poor, Oxford University Press, 2012.
Robets, Ν. How Cruel was the Victorian Poor Low? The Historical Journal, Vol 6, No 1, Cambridge University Press, 1963,
Rubin, I.I. Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Κριτική, Αθήνα 1993
Seth, K. Slumming: Sexual and Social Politics in Victorian London, Princeton University Press,2004,
Slack, P. The English Poor Law 1531-1780, Studies in Economic and Social History, Macmillan, 1990,
Somers, R. και Block, F. From Poverty to Perversity. Ideas, Markets and Institutions over 200 Years of Welfare Debate, American Sociological Review, Vol. 70, No 2,
Speizman, M. D. Speenhamland: an experiment in guaranteed income, Social Service Review 40 (1966)
Speizman, M. D. Speenhamland: an experiment in guaranteed income, Social Service Review 40 (1966).
Stoker, P. M. Bentham, Dickens and the Uses of the Workhouse, Studies in English Literature 1500-1900, Vol. 41, No 4, John Hopkins University, Autumn 2001
Taylor, J.S. A Different Kind of Speenhamland: Nonresident Relief in the Industrial Revolution, Τhe Journal of British Studies 30.2 (1991)
The Victorian Web, Literature, History and Culture in the age of Victoria, http://www.victorianweb.org/
Wells, R. The Poor Law Commission and Publicly-Owned Housing in the English Countryside 1834-1847, The agricultural History Review, Vol. 55, No 2, British agricultural History Society, 2007
Wallesrstein, I. Σύγκρουση Πολιτισμών, κείμενο 3, Θύραθεν, 2011
Walton, J. K. Chartism, London, Routledge, 1999
Αμπούτης, A. Η εξέλιξη της πολιτικής ιδεολογίας και του δημόσιου πολιτικού λόγου των Βρετανικών αριστοκρατικών ελίτ κατά την περίοδο 1832-1914, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ, Οκτώβριος 2016.
Βέμπερ, M. Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού, Gutenberg, Αθήνα, 2006
Γαγανάκης, K. Οικονομική ανθρωπολογία και ιστορία στην κριτική της οικονομίας της αγοράς: το έργο του Karl Polanyi, Σύγχρονα θέματα 49 (1993).
Γαγανάκης, Κ. Νέες Θεωρήσεις και Πολιτικές αντιμετώπισης της φτώχειας και του κόσμου των Φτωχών στην Πρώιμη Νεότερη Ευρώπη, Ιστορία κοινωνικής Πολιτικής, επιμέλεια Κ. Δικαίος , Gutenberg, Αθήνα,, 2010
Πολάνυι, K. Ο μεγάλος μετασχηματισμός, Νησίδες, Σκόπελος 2001
Φουκώ, M. Εξουσία, γνώση και ηθική, Ύψιλον Αθήνα 1987.
Φουκώ, M. Η Ιστορία της Τρέλας, Ηριδανός, Αθήνα, 2004
Φουκώ, M. Η μικροφυσική της εξουσίας, Ύψιλον, Αθήνα 1991.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Τμήμα επιγραφής που βρισκόταν στην είσοδο του εργαστηρίου της Μαξεντίας. M.Φουκώ
(2004), σ. 62.
[2]https://mathesis.cup.gr/assets/courseware/v1/5601ce659ef7bed0c8f3aca7175e35e5/c4x/History/Hist2.1/asset/Hist_2.1_12345_updated.pdf, σ.22.
[3] Στο ίδιο, σ. 69-72.
[4] Μ. Foucault (1989), σ.360.
Σάββατο 15 Ιουλίου 2023
Ο Χρόνος του Κεφαλαίου του Μαρξ
ΜΕΤΑΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ.
411
Όπως έχουν εξηγήσει ο Τόμσον και ο Φουκό, αυτή η ιστορική αλλαγή συνέπεσε με μεγάλη κλίμακα νέων μορφών πειθαρχίας, επιτήρηση και τιμωρία» - που επηρέασαν όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, από την εισαγωγή σε τα δημοτικά σχολεία ως τους στρατώνες και περνώντας από τα εργοστάσια, οι ανθρωποι έμαθαν την πειθαρχία των σωμάτων και τους εξαναγκασμούς του καπιταλιστικού χρόνου. Το «ατσάλινο κλουβί» η εικόνα με την οποία ο Μαξ Βέμπερ απεικόνιζε την ανθρώπινη ζωή, διαβρωμένη πια από τους δαίμονες της ορθολογικότητας- ήταν επίσης και χρονικό κλουβί. » Αντί ν' αποτελούν μορφή αγιολογικού μηδενισμού, οι λουδίτες εκφράζανε τη ριζική τους απόρριψη της καπιταλιστικής οργάνωσης του χρόνου.
Στην Ευρώπη, αυτή η μεταμόρφωση του κοινωνικού χρόνου επεκτάθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση ως τον Μεγάλο Πόλεμο, γεγονός που οδήγησε στην από φυσικοποίηση της ανθρώπινης ζωής. Όταν εκατομμύρια χωρικοί, φορώντας στολή, ανακάλυψαν το απαίσιο θέαμα του ολοκληρωτικού πολέμου, νύχτες φωτισμένες από πυρκαγιές κι εκρήξεις, με σώματα κομματιασμένα από τα άρματα μάχης, με βομβαρδισμούς και πυρά μυδραλιοβόλων, ο χρόνος αποκαλύφθηκε οργανωμένος από ένα φονικό μηχανισμό που είχε χάσει κάθε ανθρώπινη ή φυσική πλευρά. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θεώρησε ότι ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν το συμβολικό τέλος της μορφής του αφηγητή. Για μια γενιά που, , γεννημένη σ' έναν αγροτικό κόσμο, είχε συνειδητοποιήσει πόσο εύθραυστα είναι τα ανθρώπινα σώματα στα πεδία των μαχών της μη γενικής και σειριοποιημένης εξόντωσης, η εμπειρία είχε γίνει μια κούφια και χωρίς νόημα λέξη. Η μεταφερμένη από στόμα σε στόμα εμπειρία, η ίδια η ουσία της παραδοσιακής αφήγησης, συνεπάγεται μια μεταβιβάσιμη μνήμη του που ο βιομηχανικός πόλεμος είχε εξαφανίσει. 104 Όπως κι οι εργάτες των φορντιστικών εργοστασίων, οι στρατιώτες των σύγχρονων στρατών εκτελούσαν μηχανικά καθήκοντα, για τα οποία κάθε κληρονομημένη γνώση και κάθε πρακτική κουλτούρα αποδεικνύονταν απλώς άχρηστες.
Στην ανάλυσή του για την ιστορική διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, ο Μαρξ δίνει μεγάλη προσοχή στην εσωτερική της χρονική δομή. Ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου περιγράφει τον γραμμικό, ομοιογενή και αφηρημένο χρόνο της παραγωγής, ο δεύτερος ασχολείται με τον κυκλικό χρόνο της διευρυμένης αναπαραγωγής των ανταλλακτικών αξιών του, και ο τρίτος συνδυάζει το χρόνο παραγωγής του κεφαλαίου και της κυκλοφορίας και το χρόνο κυκλοφορίας σε μία μόνο ενιαία κίνηση. (Gesamtkapital) Αντί να είναι ομοιογενής και γραμμική, αυτή η κίνηση περιλαμβάνει περιοδικούς σπασμούς που διασπούν τη συνέχεια της και, σε συνδυασμό με άλλους, εξωοικονομικούς τη μετατρέπουν σε μια διαδοχή κυμάτων επέκτασης και σύμπτυξης. Επομένως, στο θεμέλιο του καπιταλισμού δεν βρίσκεται μόνο ο διαχωρισμός των εργατών από τα μέσα παραγωγής τους αλλά και ο σφετερισμός του χρόνου της ζωής τους, που τώρα έχει ορθολογικοποιηθεί» και μετριέται σύμφωνα με την παραγωγή εμπορευμάτων. Από τη στιγμή που μετατρέπεται σε «αφηρημένη» εργασία –μια αλλαγή που συνδέεται με την εμφάνιση της «εργατικής δύναμης», που αναφέρεται στο πρώτο κεφάλαιο τούτου του βιβλίου- η δραστηριότητα του εργάτη αποσυνδέεται από τον φυσικό χρόνο. Η αφηρημένη εργασία συνεπάγεται την πραγμοποίηση του υποκειμένου που παράγει. Αντίθετα από τον τεχνίτη που δημιουργεί αξίες χρήσης ελέγχοντας την εργασιακή διαδικασία και οργανώνοντας το χρόνο του ανάλογα με τις ανάγκες του και τις προτεραιότη τές του, ο βιομηχανικός εργάτης παράγει εμπορεύματα, ανταλλακτικές αξί ες. Όχι μόνο δεν κατέχει τα εργαλεία της εργασίας του, αλλά και δεν ελέγχει την εργασιακή διαδικασία στην οποία εμπλέκεται, και ο χρόνος του υπολογιζεται σύμφωνα με εξωτερικά κριτήρια. 10 Η αφηρημένη εργασία της καπιταλιστικής παραγωγής συνεπάγεται την αλλοτρίωση των παραγωγών, τη φυλάκιση των ζωών τους πίσω από τα χρονικά τείχη της εργασιακής πει- αρχίας και της οργανωμένης παραγωγής. Στα οικονομικά του χειρόγραφα ου 1857-1858, ο Μαρξ θεωρεί την κατάργηση του καπιταλισμού ως αποκατάσταση του χρόνου, αφιερωμένου στην ανθρώπινη πραγμάτωση και ευτυχια 1. Αντί να είναι η συνθήκη της συσσώρευσης του κεφαλαίου, η ανάπτυξη αν παραγωγικών δυνάμεων θα έπρεπε να δημιουργήσει ελεύθερο χρόνο και να μετατρέψει τους παραγωγούς σε υποκείμενα ικανά να ελέγχουν τις ζωές τους: με το τέλος της αλλοτρίωσης, η αφηρημένη εργασία αντικαθίσταται από τη δημιουργία κοινού, κοινωνικοποιημένου πλούτου, και μέτρο προόδου δεν είναι πια η εργασία αλλά ο ελεύθερος χρόνος:
Επανάσταση του ΕΝΤΖΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ Σελ 411-412
5. Βλ. Stavros Tombazos, Le Temps dans Tanalyse économique. Les catégories du temps
Le Capital, Παρίσι, Société des saisons, 1994. 6. Η καλύτερη μελέτη του θέματος αυτού παραμένει το Harry Braverman, Labour and oly Capital: The Degradation of Work in the Twentieth Century, Νέα Υόρκη, Monthly • Press, 1998.
Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023
Τον σοσιαλισμό δεν τον νίκησαν οι ανάγκες αλλά οι επιθυμίες
Ο Υπαρκτός σοσιαλισμος στηριζόταν στην οικονομία των αναγκών και στον μακρόχρονο σχεδιασμό της κάλυψης του : Τα πεντάχρονα πλάνα .Σε ότι αφορά λοιπον τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες : τροφή , υγεία , στέγαση , παιδεία ,είχε ένα σωρό επιτυχίες .Ποιος δεν θυμάται τους δίσκους κλασσικής μουσικής , τον αθλητισμό , τα ταξίδια στην Σοβιετική Ένωση ( αλλά και Βουλγαρία ) για λόγους υγείας ... Θυμάμαι που οι θείοι μου στην Πράγα είχαν σχεδόν δωρεάν σπίτι και εξοχικο όντας εργάτες όταν στην Ελλάδα βασίλευε απόλυτη Φτώχεια. Τι ήταν αυτό που νίκησε τον υπαρκτο σοσιαλισμο ; Όχι οι ανάγκες και η ικανοποίηση τους αλλά οι ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ .Ξέρετε γιατί ; Γιατί ενώ οι Ανάγκες και η ικανοποίηση τους κινητοποιούν τη Λογική , το Ορθολογικό στοιχείο , οι επιθυμίες κινητοποιουν κάτι ακατανίκητο : την Φαντασίωση που όπως έλεγε ο Λακάν " είναι η σκηνοθεσία του πραγματικού " .Επιπλέον αν οι ανάγκες και ο σχεδιασμός για την κάλυψη τους αφορά σε μια ηθική μελλοντική ,την συγκράτηση της άμεσης ικανοποίησης και της μετατόπισης της ικανοποίησης στο μέλλον ( κάτι βέβαια που προκαλεί μια μόνιμη Δυσφορία - εξού και η Δυσφορία στον Πολιτισμό που περιέγραψε ο Φρόυντ ) οι Φαντασιώσεις που αφορούν σε ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ενεχουν μια αμεσότητα κάτι που οδηγεί στο Παροντισμο.Η ικανοποίηση της επιθυμίας ενέχει επίσης κάτι το αέναο μιας και κάθε επιθυμία υποκαθιστά μετωνυμικσ μια άλλη επιθυμία
Νέα Ιστορία Γαλλικής Επανάστασης
Σελ.17 . Για του λόγου το αληθές, ας θυμη
θούμε τα τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ που αφορούν την εποχή. Τα πιο πρόσφατα δεν είναι και τα καλύτερα επαναλαμβάνουν στο διηνεκές τα καθιερωμένα από καιρό στερεότυπα. Ο καμβάς συντίθεται από μόνος του. Αν πληκτρολογήσει κανείς «Γαλλική Επανάσταση» στη μηχανή αναζήτησης της Google, ο ιστότοπος guille tines.free.fr δίνει τον αλφαβητικό κατάλογο των θυμάτων της Γαλλικής Επανάστασης, στοιχεία που στηρίζουν το επιχείρημα, λες και το 1789 θα μπορούσε να συνοψισθεί στην γκιλοτίνα. Τον ιστότοπο αυτό μου τον υπέδειξε ένας γνωστός ιστορικός, ο οποίος έχει μια χονδροειδή θεώρηση των χρονικών της Γαλλίας, θεώρηση στην οποία η Επανάσταση είναι συνώνυμη της «Τρομοκρατίας»,
Και όμως, ο όρος «Τρομοκρατία» είναι εξαιρετικά μεροληπτικός, έχει αρνητικές συνδηλώσεις. Και, κυρίως, στοχοποιεί έναν και μόνο ένοχο, η μία και μόνο ομάδα ενόχων – σαν να μην τρομοκρατούσαν όλες οι μαχόμενες παρατάξεις τους αντιπάλους τους, σαν κάποιες να ήταν οπωσδήποτε αθώες. Το να μιλά κανείς για «εμφύλιο πόλεμο» θα ήταν πολύ λιγότερο απαξιωτικό, επειδή ο όρος υπονοεί μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικούς πρωταγωνιστές ή φατρίες, που είχαν όλοι και όλες μεγαλύτερη ή μικρότερη ευθύνη για όσα συνέβησαν. Η Αγγλία αποκάλεσε «εμφύλιο πόλεμο» την πρώτη της και αληθινή- επανάσταση, της περιόδου 1642-1651. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έπραξαν το ίδιο για τη σύρραξη που στη Γαλλία αποκαλούμε «Πόλεμο Απόσχισης», αλλά που, από το 1907 και έπειτα, οι Αμερικανοί αποκαλούν απλώς «Εμφύλιο Πόλεμο».
Το ζήτημα είναι λοιπόν να μάθουμε γιατί η Γαλλία δεν τους μιμήθηκε και γιατί οι ιστορικοί της εξακολουθούν να ενοχοποιούν μία και μόνο φατρία ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Θαρρείς και, στην κλιμάκωση των ετών 1789-1794, δεν μοιράζονταν όλοι από κοινού τις ευθύνες! Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Μετά την επέτειο των διακοσίων χρόνων, το1 989, έκαναν την εμφάνιση τους απόπειρες, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές, αποκατάστασης της βασιλικής οικογένειας και των μάλλον ευγενών θυμάτων του δράματος. Πρόσφατα, ένας βιογράφος τόλμησε μάλιστα να ισχυρισθεί, στη διάρκεια ενός τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ, πως «ο βασιλιάς ήθελε πολύ την Επανάσταση, όμως η Επανάσταση δεν τον ήθελε καθόλου». Θα χρειαζόταν βέβαια κάτι τέτοιο να αποδειχθεί, να βρεθούν πηγές που να το στηρίζουν. Η αλληλογραφία του βασιλιά και της βασίλισσας δεν επιτρέπει να εξαχθούν παρόμοια συμπεράσματα
Τέλος, πρόσφατα, σε μια άλλοτε κομμουνιστική πόλη, τέθηκε το ζήτημα της μετονομασίας της Cité Marat σε Cité Charlotte Corday".
7. Να θυμίσουμε πως η Charlotte Corday (1768-1793) ήταν εκείνη που δολοφόνησε, στις 13 1ο λίου 1793, τον Ζαν-Πωλ Μαρά (1743-1793), δημοσιογράφο επαναστατικών θέσεων και βουλευ της Εθνοσυνέλευσης. (Σ.τ.ε.)
Κυριακή 9 Ιουλίου 2023
Αντεπανάσταση ( Μερικές σελίδες από το βιβλίο ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΖΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ )
Αντεπανάσταση
Όπως ο Καντ και ο Χέγκελ, οι μεγαλύτεροι στοχαστές της «νομιμοφροσύνης» (legitimisme) αναγνώρισαν κι αυτοί ρητά την ιστορική και οικουμενiκή σπουδαιότητα της Γαλλικής Επανάστασης. Η αντεπανάσταση δεν υπάρχει παρά μόνο μέσω της επανάστασης, με τις δυο τους να συνδέονται ότι να. Οι ιστορικοί διακρίνουν συνήθως δυο κύρια ιδεολογικά ρεύματα στο πλαίσιο της αντεπανάστασης: την αντίδραση και τον συντηρητισμό.
Η αντίδραση είναι η ριζική απόρριψη της νεοτερικότητας και των αξιών που έφερε ο Διαφωτισμός των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πρώτα απ' όλα στο όνομα ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος ενσαρκωμένου στο Παλαιό Καθεστώς. Αυτή ήταν η θέση του Ζοζέφ ντε Μεστρ και του Λουί ντε Μπονάλντ.
Ο συντηρητισμός είναι μια υπεράσπιση της παράδοσης και μια απόπειρα προσαρμογής της στις ιστορικές συνθήκες που δημιούργησε η επανάσταση. Το 1814, η Παλινόρθωση δεν ήταν απλή επιστροφή στην απολυταρχία: εγκαινίασε μάλλον την εποχή των συνταγματικών μοναρχιών που αναζητούσαν ένα συμβιβασμό ανάμεσα στη δυναστική τάξη πραγμάτων και τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που είχε φέρει η Γαλλική Επανάσταση.
Μετά το 1814, το όψιμο καλοκαίρι της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στην πορεία του 19ου αιώνα, o συντηρητισμός διατηρούσε μια ισορροπία ανάμεσα στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων και την αστική τάξη. Παρότι απαρχαιωμένη, η πρώτη συντηρούσε την ηγεμονία της σαν πολιτισμικό μοντέλο και διεύθυνε δυναστικά κράτη που αποδεικνύονταν ανθεκτικά (το «επίμονο παλαιό καθεστώς»). Η δεύτερη έλεγχε τη χρηματιστηριακή και βιομηχανική πλευρά της οικονομία ας, σε μια Ευρώπη που παρέμενε ακόμα κατά πολύ αγροτική, αλλά δεν διεθετε ακόμα μια κοσμοθεωρία, ένα στιλ ζωής και δικούς της θεσμούς.189 Ο Ρενe ντε Σατωμπριαν και ο Έντμουντ Μπερκ ήταν οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του συντηρητισμού, στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλεια αντίστοιχα
Το μισος του Μπερκ εναντίον του γιακωβινισμού ήταν εξίσου βαθύ με την υποστήριξη του στην οικονομία της αγοράς. Σε ορισμένες κρίσιμες ιστορικες στιγμές, ωστόσο, η αντίδραση και ο συντηρητισμός έβρισκαν κοινό έδαφος στην υποστήριξη της αντεπανάστασης. Τη δεκαετία του 1790, ο Μπερκ και ο ντε Μεστρ ειχαν σταθει οι εμπνευστές του διεθνούς στρατιωτικού συνασπισμού ενάντια στην επαναστατική Γαλλία. Μια ανάλογη σύγκλιση εκδηλώθηκε μισό αιώνα αργότερα, όταν ο απολυταρχικός Χουάν Ντονόσο Κορτές και ένας οπαδός του κλασικού φιλελευθερισμού όπως ο Τοκβίλ χαιρέτησαν με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σφαγή των παρισινών εργατών τον Ιούνιο του 1848.
Τη δεκαετία του 1790, το φιλοσοφικό υπόβαθρο της αντεπανάστασης ηταν ο ανορθολογισμός, που θεωρούσε απλώς παράλογη την ιδέα ενός κοσμου ρυθμισμένου απο τη λογικη. Δημιουργημένος απο τον Θεο ο κοσμος της "νομιμοφροσυνης» είχε οργανωθεί από τη Θεία Πρόνοια, όχι από τη Λογική. Απορρίπτοντας τη θεωρία του φυσικού δικαίου, ο Έντμουντ Μπερκ αντιπαράθεσε τα «ιστορικά δικαιώματα» της αγγλικής αριστοκρατίας στα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη της γαλλικης Επανάσταση που ήταν, κατά τη γνώμη του, έκφραση μιας αφηρημένης και τεχνητής ορθολογικότητας. " Ο Μπερκ, ωστόσο, εκπροσωπούσε το πιο μετριοπαθές ρεύμα της αντεπανάστασης. Προσκολλημένος στο νομικό πλαίσιο της βρεττανικης μοναρχίας, είχε επιδοκιμάσει την αμερικανική ανεξαρτησία και έβλεπε με θετικό μάτι την ανάπτυξη μιας κοινωνίας της αγοράς.
Στην ηπειρωτική Ευρώπη, απεναντίας, η αντεπανάσταση ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική και έπαιρνε μερικές φορές αποκαλυψιακούς τόνους. Οι στοχαστές της πίστευαν ότι οι κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες ήταν τόσο φυσικές όσο και η κλίση των ανθρώπων να υπακούν στους ανώτερους τους. Άθλιο και ελεεινό, το ανθρώπινο γένος άξιζε μόνο επιπλήξεις και απέχθεια. Η ιστορία ήταν μια ατέλειωτη αιματοχυσία, μια συνεχής σφαγή, όπου οι άνθρωποι έβρισκαν άξια τιμωρία για τα κρίματά τους. Η αυθεντία, η ιεραρχία, η πειθαρχία, η παράδοση, η υπακοή και η τιμή ήταν οι αγαπημένες της αξίες της αντεπανάστασης.
Στα μάτια του Ζοζέφ ντε Μεστρ, η ανατροπή της απολυταρχίας και η εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ ήταν γεγονότα τόσο εξωφρενικά όσο η"στιγμιαία καρποφορία ενός δέντρου το Γενάρη». Πιστεύοντας σε μια θεόσταλτη ιστορία, αποδεχόταν ακόμα και την Τρομοκρατία σαν ένα είδος θειικής τιμωρίας ενάντια στην αμαρτωλή ανθρωπότητα και σαν αναγγελία μιας αποκαλυψιακής εκδίκησης. «Αν χρησιμοποιεί τα πιο ποταπά όργανα, είναι επειδή τιμωρεί για να αναζωογονήσει» και συνεπώς, «κάθε σταγόνα από το αίμα του Λουδοβικου ΙΣΤ 27. θα κοστίσει χείμαρρους αίματος στη Γαλλία», Ο ναι Μέστρ είναι μια από τις πιο ζοφερές και ιδιότυπες μορφές της αντεπανάστασης. Ο Εμίλ Φαγκά τον σκιαγραφεί με τούτα τα λόγια: "ανελεητος , απολυταρχικός, παθιασμένος Θεοκράτης, αδιάλλακτος νομιμόφρονας, απόστολος μιας τερατώδους Τριάδας που αποτελείται από τον πάπα, του βασιλιά και του δήμου. Ο ντε Μεστρ κατάγγειλε τη Γαλλική Επαναστάτη σαν ανίερη επίθεση στα μεταφυσικά θεμέλια μιας θεϊκής πολιτικής τάξης πραγμάτων. Σε αντίθεση με τον Μπερκ, που θεωρούσε την αντεπανάσταση μια κοινωνική και πολιτική διαδικασία που θα κορυφωνόταν με τον απαραίτητα πόλεμο ενάντια στη ρεπουμπλικανική Γαλλία, ο ντε Μεστρ την έβλεπε σαν αστάθμητο αποτέλεσμα της ίδιας της Θείας Πρόνοιας. Ενώ ο Μπερκ ασκούσε μια συντηρητική κριτική στο Διαφωτισμό, ο ντε Μεστρ τον απέρριπτε εν ονόματι μιας αποκαλυψιακής μορφής ανορθολογισμού. Αφού η Γαλλική Επανάσταση ήταν «ριζικά κακή» και είχε «διαβολικό χαραχτήρα», η αντεπανάσταση ήταν κάτι πολύ παραπάνω από πολιτική στρατηγική καταστρωμένη από ανθρώπους: ήταν θεϊκό, θεόσταλτο και σχεδόν μεταφυσι κό έργο. Επομένως, κατ' αυτόν, «η αποκατάσταση της μοναρχίας [...] δεν θα είναι αντεπανάσταση αλλά το αντίθετο της Επανάστασης».
Σύμφωνα με τον Αϊζάια Μπερλίν, ο ντε Μεστρ, κάτω από το αναχρονιστικό και σκοταδιστικό ύφος του, προεικόνιζε τη νεοτερικότητα του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Πρότεινε μια πολιτική τάξη πραγμάτων θεμελιωμένη πάνω στην τρομοκρατία, θεολογικά εμπνευσμένη σαν μορφή απόλυτης κυριαρχίας.
Σαγηνεμένος στην κυριολεξία από τη βία, ο ντε Μεστρ εξιδανίκευε τον εκτελεστή σαν λειτουργό της θεϊκής τάξης: η βία του δημίου είχε τη σφραγίδα της ιερότητας. Στους Διαλόγους του Σεντ Πετερσμπούρ (1921), που γράφτηκαν επί Παλινόρθωσης, ενώ βρισκόταν στη Ρωσία, παρουσιαζε τον δήμιο σαν πυλώνα της δικής του πολιτικής θεολογίας. Όλα το μεγαλείο, όλη η ισχύς, όλη η υποταγή», έγραφε, «στηρίζεται πάνω στον εκτελεστή, που τον ονόμαζε «η φρίκη και ο δεσμός της ανθρώπινης συμβίωσής», «Αφαιρέστε από τον κόσμο αυτόν τον ανεξιχνίαστο λειτουργό και αμέσως η τάξη θα δώσει τη θέση της στο χάος, οι θρόνοι θα καταρρεύσουν και η κοινωνία θα εξαφανιστεί». Και κατέληγε: «Ο Θεός, που είναι ο δημιουργός της κυριαρχίας, είναι επίσης ο δημιουργός της τιμωρίας».
Ο Ντονόσο Κορτές, τον οποίο ο Καρλ Σμιτ αναγνώριζε σαν μία από τις βασικές πηγές της έμπνευσης του, ενσάρκωνε το δεσμό ανάμεσα στην κλασσική αντεπανάσταση και το νεοτερικό φασισμό. Κατά τον Σμιτ, αυτός ο ισπανός φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και κρατικός αξιωματούχος ήταν ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς στοχαστές του 19ου αιώνα». Στο πρόσωπο του έβλεπε ένα παράξενο μείγμα «εσχατολογικού προφήτη» και "φιλόδοξου επαγγελματία διπλωμάτη». Την εποχή του κλασικού φιλελευθερισμού, ο Ντονόσο Κορτές είχε κατανοήσει στην εντέλεια το δίλημμα του 1848 μια ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στην καθολική απολυταρχία και τον αθεϊστικό σοσιαλισμό- που προεικόνιζε την κρίσιμη εναλλακτική επιλογή του 20ού αιώνα: επανάσταση ή αντεπανάσταση, μπολσεβικισμός ή φασι- σμός, αναρχισμός ή αυταρχισμός. Στο πνεύμα του ντε Μεστρ, ο Ντονόσο Κορτές εμφανιζόταν σαν «ο πιο ριζοσπάστης από τους αντεπαναστάτες, ένας ακραίος αντιδραστικός, ένας συντηρητικός εμψυχωμένος από μεσαιωνικό φανατισμό», γνωρίσματα που γοήτευαν ακαταμάχητα τον ίδιο τον Σμιτ. Τα γραφτά του Ντονόσο, ιδίως ο Λόγος περί καθολικισμού, φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού (1851), είχαν βοηθήσει το γερμανό θαυμαστή του να επεξεργαστεί κάποιες από τις βασικές του έννοιες την απόφαση, την κυριαρχία, τη δικτατορία για να τις μετατρέψει από αφηρημένες νομικές νόρμες σε εκκο σμικευμένες πολιτικοθεολογικές έννοιες.(192) Ο Ντονόσο Κορτές ήταν εκείνος. που, έναν αιώνα πρωτύτερα, είχε κατακεραυνώσει τον φιλελευθερισμό σαν καθρέφτη μιας «συζητήτριας τάξης» (clase discutidora), πάντα πρόθυμος να αναλώνεται σε κοινοβουλευτικές διαμάχες μα ανίκανης να δράσει," και είχε διεκδικήσει τη νομιμότητα ενός δικτάτορα ενάντια στο απρόσωπο κράτος δικαίου. Όπως κι ο Χομπς, ο Ντονόσο ήξερε ότι το δίκαιο δεν εγκαθιστά και μία τάξη πραγμάτων αλλά ότι μπορεί να γίνει αποτελεσματικό μόνο αν στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη εξουσία. Ενσαρκωμένη σε στρατιώτες που προσεύχονταν με κατάνυξη, η καθολική απολυταρχία ήταν μια πνευματική δύναμη ασύγκριτα ανώτερη από τον φιλελευθερισμό, μια νομική και μηχανιστική τάξη βασισμένη στην αγορά και ένα σύστημα κανόνων (εκείνο πουο Χανς Κέλσεν ονόμαζε Gesetzmässigkeit). Το 1849, ο Ντονόσο χαιρέτισε την καταστολή της αποτυχημένης εξέγερσης σε Βαρκελώνη, Σεβίλλη και Βαλένθια με μια παθιασμένη ομιλία που ζητούσε ανοιχτά μια δικτατορία ενάντια στην επανάσταση. «Όταν αρκεί η νομιμότητα για να σωθεί μια κοινωνία, η νομιμότητα. Όταν δεν αρκεί, η δικτατορία». Θεωρούσε ότι, σε ορισμένες περιστάσεις, τη δικτατορία ήταν νόμιμη διακυβέρνηση». Δύο χρόνια αργότερα, εξήγησε ότι οι επαναστάσεις ήταν «ασθένειες» που πλήττουν τις χώρες που είναι ταυτόχρονα πλούσιες και ελεύθερες, το αντίθετο ενός κόσμου σκλάβων, όπου «η θρησκεία διδάσκει την ευσπλαχνία στους πλούσιους και την απαντοχή στους φτωχούς, διδάσκει στους φτωχούς την παραίτηση και στους πλούσιους το έλεος». Ο Σμιτ ήταν γοητευμένος με το αλληγορικό ύφος του Ντονόσο Κορτές, που ονόμαζε την ιστορία άλλοτε γιγάντιο λαβύρινθο στον οποίο πλανιόντουσαν, χαμένες, οι αμαρτωλές ανθρώπινες ψυχές κι άλλοτε με πλοίο μέσα στη θύελλα, κυβερνημένο από μεθυσμένους ναυτικούς. Ο Σμιτ αγαπούσε επίσης την εντελώς αριστοκρατική περιφρόνηση του Ντονόσο απέναντι στο ανθρώπινο γένος, που το παρουσίαζε σαν έναν όχλο διεφθαρμένων αμαρτωλών που άξιζαν μόνο να τους συντρίψει κάποιος (τη περιφρόνησή του απέναντι στους ανθρώπους δεν γνωρίζει όρια»). Θαύμαζε αυτή τη δυναμική φαντασία και προσυπόγραφε πρόθυμα τη συνηγορία του Ντονόσο υπέρ της αυταρχικής διακυβέρνησης: οι άνθρωποι έπρεπε να κυριαρχούνται, αυτή ήταν η μοίρα τους
Η αντιπαράθεση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης διάρκεσε ως τον Μεγάλο Πόλεμο, ενισχυμένη και οξυμμένη από την τραυματική εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας. Στο Οι ρίζες της σύγχρονης Γαλλίας (1881)ο Ιππολιτ Τεν ανέλυε τη Γαλλική Επανάσταση με τη βοήθεια των επιστημών που ήταν τότε του συρμού, από τη ζωολογία (τα ζωτικό ένστικτο της συντήρησης») ως τη φυλετική θεωρία (τα επαναστατικά πλήθη συγκρίνονται με ''νεγρους σε δουλεμπορικό καράβι») και ως τις θεωρίες της κληρονομικότητας (η επανάσταση ως αταβικη οπισθοδρόμηση της πολιτισμένης κοινωνίας προς μια αρχέγονη βαρβαρότητα). Κατά τη γνώμη του, οι γιακωβινοι ήταν τρελοί, όπως και οι κομμουνάροι, και στο βάθος των ξεσηκωμών του 1789 και 1991 υπήρχε ένα «παθολογικό μικρόβιο που , αφού εισχώρησε στο αίμα μιας καταπονημένης και βαθιά άρρωστης κοινωνίας, προκάλεσε πυρετό, παραλήρημα και επαναστατικούς σπασμούς». Με ανάλογο τρόπο, ο διάσημος Ιταλός εγκληματολόγος Τσέζαρε Λομπρόζο έκανε διάκριση ανάμεσα στην «επανάσταση» και την «εξέγερσης, θεωρώντας τις δυο βαθιά διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα, το πρώτο «φυσιολογικό», το δεύτερο παθολογικό». Σε πείσμα της ονομασίας της, η Γαλλική Επανάσταση ανήκε στη δεύτερη κατηγορία και πρόσφερε μια ανεξάντλητη δεξαμενή αντικειμένων για μελέτη στις εγκληματολογικές επιστήμες.
Το 1917 θα ξεκινήσει ένα νέο κύκλο στην ιστορία των επαναστάσεων. Για εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, ο ρωσικός Οχτώβρης αποτέλεσε, όπως το 1789, έναν οιωνό της μελλοντικής χειραφέτησης της ανθρωπότητας. Οι μπολσεβίκοι αναγνώρισαν τους γιακωβίνους σαν προδρόμους τους, σύμφωνα με μια ιστορική συνέχεια που την υπογράμμισε ο Αλμπέρ Ματιέ το 1920. Αντίθετα με το γαλλικό προηγούμενο, όμως, η Ρωσική Επανάσταση δεν κατάφερε ποτέ να προβληθεί σε όλη την ήπειρο. Όλες οι προσπάθειες για μίμηση του παραδείγματός της απέτυχαν, από τη Γερμανία ως την Ουγγαρία και από τις Βαλτικές Χώρες ως την Ιταλία, όπου το «biennio rosso του 1919-1920 το ακολούθησε η άνοδος του Μουσολίνι στην εξουσία. Αντί να επεκταθεί στη Δύση -σχέδιο για το οποίο οι μπολσεβικοι είχαν δημιουργήσει την Κομμουνιστική Διεθνή το 1919- η Ρωσική Επανάσταση χρειάστηκε να πολεμήσει υποχωρώντας και να παλέψει με νύχια και με δόντια, σ' έναν αιματηρό εμφύλιο και ενάντια σ' ένα διεθνή συνασπισμό κατά πολύ παρόμοιο με εκείνο του 1792. Αυτή η αναδίπλωση γέννησε το σταλινισμό, όμως η έκκληση για επανάσταση ήταν σθεναρή και η (193)απήχηση της επεκτάθηκε σε όλο τον 20ο αιώνα, στη διάρκεια του οποίου παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις ρήξεις, οι λέξεις «επανάσταση» και «κομμουνισμός» έγιναν σχεδόν συνώνυμες. Το 1920, ο Μπέρτραντ Ράσελ όρισε τον μπολσεβικισμό σαν σύνθεση Γαλλικής Επανάστασης και του αρχικού Ισλάμ, θεωρώντας ότι η έλξη που ασκούσε ο μεσσιανισμός του έμοιαζε το ίδιο ακαταμάχητη με την έλξη που είχε εμπνεύσει ο Μωάμεθ στον αραβικό κόσμο του 7ου αιώνα.
Όπως είχε συμβεί και με τη «νομιμοφροσύνη» μετά το 1814, η φυσιογνωμία της αντεπανάστασης άλλαξε κι αυτή μέσα στη δεκαετία του 1920 Η κατάρρευση της ευρωπαϊκής δυναστικής τάξης που είχε καθιερώσει το Συνέδριο της Βιέννης -τάξη που ο Καρλ Πολάνει την ονόμασε «εκατονταετή ειρήνη»- είχε κάνει απαρχαιωμένη τη φιλοσοφία που, στη διάρκεια ενός αιώνα, είχε εμπνεύσει τους οπαδούς της τάξης και είχε βρει τους πυλώνες της στον καθολικισμό, τον αντιρεπουμπλικανισμό και τον συντηρητισμό. Όπως έχουν παρατηρήσει οι Ζέεβ Στέρνχελ και Τζορτζ Λ. Μος, από τα τέλη του 19ου αιώνα η δεξιά έγινε «επαναστατική» και κέρδισε έτσι μαζική υποστήριξη που δεν είχε πετύχει ποτέ στους προηγούμενους αιώνες, ή ίσως μόνο σε πολύ σύντομες στιγμές. Με τον Μεγάλο Πόλεμο, η εθνικοποίηση των μαζών έκανε ένα άλμα μπροστά. Ο εθνικισμός απόχτησε σύμβολα και τελετές δανεισμένα από το γιακωβίνικο πρότυπο του ένοπλου λαού, προ τύπο που προηγουμένως απεχθανόταν. Οι ηγέτες του, συχνά με πληβειακή καταγωγή, είχαν ανακαλύψει την πολιτική στις οδομαχίες και το επανα στατικό λεξιλόγιο τους ταίριαζε περισσότερο από την κοινοβουλευτική ρητορική. Στη Γερμανία είναι που, μετά τον πόλεμο, σχηματοποιήθηκε ένας ιδεολογικός αστερισμός που ονομάστηκε «συντηρητική επανάσταση», με πιο δημοφιλή προσωπικότητα τον συγγραφέα Έρνστ Γιούνγκερ, πλάι σε σεβαστούς δοκιμιογράφους και ερευνητές όπως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ο Μέλερ φαν ντεν Μπρουκ και ο Βέρνερ Ζόμπαρτ. Όλοι αυτοί δεν νοσταλγούσαν πια το Παλαιό Καθεστώς και είχαν πάψει να στηλιτεύουν τη νεότερικότητα στο όνομα του πολιτισμικού πεσιμισμού. Φιλοδοξούσαν μάλλον να πετύχουν μια σύνθεση ανάμεσα στις κληρονομημένες αξίες του Αντιδι αφωτισμού και την τεχνολογική νεοτερικότητα που τους γοήτευε. Στην πορεία της δεκαετίας του 1920, οι «συντηρητικοί επαναστάτες» έτειναν σταδιακά προς το φασισμό. Ήθελαν να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων, ή και ένα νέο πολιτισμό, σε ταυτόχρονη αντίθεση τόσο προς τον φιλελευθερισμό (που τον θεωρούσαν κληρονομιά του 19ου αιώνα) όσο και προς τον κομμουνισμό (τη νέα απειλή του σύγχρονου κόσμου). Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων ήταν αποφασιστικά νεοτερική, καθώς η φιλοδοξία του φασισμού ήταν να δημιουργήσει το δικό του «Νέο Άνθρωπο," εκπρόσωπο μιας νέας ανώτερης κυρίαρχης φυλής που είχε σφυρηλατηθεί στα χαρακώματα. Το 1932, ο Μουσολίνι γιόρτασε τη δέκατη επέτειο της «φασιστικής επανάστασης» που, μιμούμενη το γαλλικό προηγούμενο, επινόησε τη δική της κοσμική ιεροτελεστία. Με τα σύμβολά της, τις τελετές της, τις εικόνες της και τα συνθήματά της, δημιούργησε μια λατρεία του "Υπέρτατου Όντος», που τούτη τη φορά ενσαρκωνόταν σ' έναν, πολύ πραγματικό, χαρισματικό ηγέτη. " Ο εθνικοσοσιαλισμός, από τη μεριά του, υιοθέτησε μια εξίσου επιθετική επαναστατική ρητορική. Αυτή, απεναντίας, απουσίαζε εντελώς σχεδόν στον φρανκισμό, που ανέβηκε στην εξουσία συντρίβοντας την αριστερά σ' έναν αιματηρό εμφύλιο. Στην Ισπανία, είχε υπάρξει ένας «επαναστατικός» λόγος στον πρώιμο φαλαγγιτισμό, που όμως αφομοιώθηκε πολύ γρήγορα στον εθνοκαθολικισμό. Όλα τα φασιστικά κινήματα ή κάθεστώτα είχαν ξεπεράσει την κληρονομιά της «νομιμοφροσύνης».
__----_------:::::-------------------------:--:------::::----::::-------
46. Bertrand Russell, The Practice and Theory of Bolshevism, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace & Howe, 1920, σελ. 3. 47. Zeev Sternhell. La Droite révolutionnaire 1885-1914. Les origines françaises du fascisme
Παρίσι, «Folio», Gallimard, 1997, και George L. Mosse, The Fascist Revolution: Towards
General Theory of Fascism, Νέα Υόρκη, Howard Fertig. 1999. 48. Βλ. Stefan Breuer, Anatomic de la Revolution conservatrice, Παρίσι, Editions de la MSH 1996. Βλ. επίσης Jeffrey Herf, Reactionary Modernism: Technology, Politics, and Culture in Wel mar and the Third Reich, Νέα Υόρκη, Cambridge University Press, 1985 (ελλ. μτφ. Παρασκευ άς Ματάλας, Αντιδραστικός μοντερνισμός: Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη βιταμίνη και στο Τρίτο Ράιχ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996).8
43. Hyppolite Taine, Les Origines de la France contemporaine, τόμ. 3.1. Παρίσι, Hachette,
1904, art. 123.
Bolati 1995, σελ. 648-659. Βλ. επίσης Sergio Luzzatto, «Visioni europer della Ka 44. Cesare Lombroso, «Le rivoluzioni e il delitter, Delitto, genio, follia, Scritti scelti, Τορίνο, voluzione francese, Oro Ombre rosse. Il romanzo della Rivoluzione francese nelFOttocento Μπολόνια, 11 Mulino, 2004, κεφ. 1.
45. Albert Mathiez, Le Bolchevisme et le Jacobinisme, Παρίσι, Librairie du Parti socialiste e de l'Humanité, 1920.
40. Danosa Cortes, «Discurso sobre la dictadura» (1849), στο Discursos politices, επιμ Agapito Maestre, Μαδρίτη, Tecnos, 2002, σελ. 6-7. 41. Donoso Cortes, «Discurso sobre la situación general de Europa» (1850), στο Diseases politicas, ό.π., σελ. 38.
42. Carl Schmitt, Théologie politique, ό.π., σελ. 66.
36. Joseph de Maistre, Les Soirées de Saint Petersbourg, Flapion, Librairie de la bibliothèque nationale, 1891, σελ. 87. Το απόσπασμα αυτό παρατίθεται και αναλύεται από τον Αίκαια Μπερλίν στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism», ό.π., σελ. 1190 190 Carl Schmitt, «Der unbekannte Donoso Cortés (1929), Donoso Cortés in gesamteur
paischen Interpretation. Vier Aufsätze, Βερολίνο, Danker & Humiblot, 1991, σελ. 78 (γαλλ. μπρ στο La Visibilité de l'Eglise, Catholicisme romain et forme politique. Danese Cartes, Παρίση, Cent 2011). Βλ. επίσης Carl Schmitt, «La philosophie de l'Etat dans la contrerevolution 1o Maistre Bonald, Donoso Cortes)», στο Theologie politique, μτφ. Jean-Louis Schlegel, Παρίσι, Gallimard 1988, σελ. 62-75. (ελλ. μτφ. Παναγιώτης Κονδύλης, «Η αντεπαναστατική φιλοσοφία του κράτ τους (de Maistre, Bonald, Donoso Cortes)», στο Πολιτική θεολογία, Λεβιάθαν, 1994 / Κουκκί δα, 2016).
38. Carl Schmitt, «Der unbekannte Donoso Cortes», ό.π., σελ. 76. staurordischer Interpretation (1944), ό.π., σελ. 82.
32 Joseph de Maistre, Considerations sur la France, Παρίσι, PUF, 1989 (1797), σελ. 94 (ελλ. μτφ. Τάκης Αθανασόπουλος, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία», στο Κατά της Γαλλικής Επανα- στάσεως. Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999). 33. Ό.π., σελ. 98 και 103.
34. Emile Faguet, Politiques et moralistes du XIXe siècle, Παρίσι, Lecène, Oudin et Cle 1891, σελ. 1, αναφέρεται στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism (1990). The Crooked Timber of Humanity, επιμ. Henry Hardy, Πρίνστον, Princeton Univer Press, 2013, σελ. 97 (ελλ. μτφρ. Γιώργος Μερτίκας. «Ο Joseph de Maistre και οι απαρχές του
φασισμού». Το σαθρό υλικό του ανθρώπου, Κριτική, 2015). 35. Joseph de Maistre, Considerations sur la France, ό.π., σελ. 201.
32. Joseph de Maistre, Considérations sur la France, Παρίσι, PUF, 1989 (1797), σελ. 94 (ελλ. μτφ. Τάκης Αθανασόπουλος, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία», στο Κατά της Γαλλικής Επανα- στάσεως, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999). 13. Ό.π., σελ. 98 και 103.
34. Emile Faguet, Politiques et moralistes du XIXe siècle, Παρίσι, Lecène, Oudine et Cie 1891, σελ. 1, αναφέρεται στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism (1990), The Crooked Timber of Humanity, επιμ. Henry Hardy, Πρίνστον, Princeton University Press, 2013, σελ. 97. (ελλ. μτφ. Γιώργος Μερτίκας, «Ο Joseph de Maistre και οι απαρχές του φασισμού». Το σαθρό υλικό του ανθρώπου, Κριτική, 2015). 35. de Maistre, Considerations sur la France, ό.π., σελ. 201.
3. Edmund Burke, Reflections on the Revolution in France, επιμ. L. G. Mitchell, of (ed University Press 1993 (1790) (ελλ. μτφ. Χρήστος Γρηγορίου, Στοχασμό για σταση στη Γαλλία, Σαββάλας, 2010).
Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ
Μπιουγκ Τσουλ Χαν ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...
-
όταν μας επισκέπτεται η Θεια Ακηδία καμιά φορά Βυθίζομαι σε τρυφερή ανία και καταργείται μέσ...
