Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Τι να κάνουμε στη Παιδεία

 ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ  ( ΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ  ( ΣΥΡΙΖΑ - ΚΙΝΑΛ - ΜΕΡΑ  ΚΚΕ   ΑΝΤΑΡΣΥΑ  κ.α )                        ΠΡΟΣΟΧΗ.ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ  ΣΕΝΤΟΝΙ                                                                          Σε συνέχεια προηγούμενου σχολίου μου για την αναγκαιοτητα τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των άλλων κομμάτων της δημοκρατικής  Αντιπολιτευσης  να  συμπεριλάβουν  ευθαρσώς στο πρόγραμμα τους τα μαθήματα κοινωνικών και πολιτικών επιστημών που εξόντωσε από το Λύκειο η κυβερνώσα Ακροδεξιά ,έχω να προσθέσω μερικές ακόμα παρατηρήσεις ( μετά από  συζητήσεις με φίλους  )

 1ον η επιστροφή των Κοινωνικών επιστημών είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα και όχι πανάκεια  Απαραίτητη αλλά ,φυσικά ,δεν φτάνει .                 2ον  χρειάζεται αλλαγή δομική σε όλο τον προσανατολισμό του Λυκείου .Το Λύκειο δεν είναι προθάλαμος των πανεπιστημίων  ούτε παράρτημα  των φροντιστηριων - άρα οι κοινωνικές επιστήμες στο Λύκειο Δεν αφόρουν μόνο στις Εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο.Στο  Λύκειο  παράγονται και μεταδίδονται οι βασικές γνώσεις , δεξιότητες , κριτικές ικανότητες που οφείλει να έχει ο μέσος Έλληνας πολίτης . Το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό πρόβλημα σήμερα Δεν είναι το πρόβλημα της εισαγωγής στα Πανεπιστήμια .Είναι η Σχολική Διαρροή , το ότι έχουμε ένα όλο και μεγαλύτερο  αριθμό εφήβων που ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ  το σχολείο - η μαραζώνουν μέσα από αυτό.                                                                         3ον Επομένως , και μιας και το Λύκειο οφείλει  προσαρμόζεται στις ανάγκες των εφήβων και όχι στην προσαρμογή των  εφήβων σε ένα άκαμπτο και μη ανθρωπινο σύστημα , πειθάρχησης ,απόρριψης και επιλογής χρειάζεται η Επιστροφή των Κοινωνικών , νομικών και πολιτικών επιστημών  να συνοδεύεται και με μια αλλαγή στις μεθόδους διδασκαλίας , δομής σχολικών βιβλίων  και  " δόμησης του αισθήματος " μέσα στη τάξη  .Χρειάζεται ,οι σχεδιαστές της εκπαιδευτικής πολιτικής να μη κοιτούν το πρόβλημα της Μέσης Παιδείας ΑΠΟ ΠΑΝΩ  ( δηλαδή ως Πανεπιστημιακοί που τα ξέρουν - υποτίθεται όλα και σχεδιάζουν την Μέση παιδεία σύμφωνα με τις ανάγκες των εισαγωγικων στα Πανεπιστήμια , ) αλλά από Μέσα . Δηλαδή χρειάζεται , μια τεράστια  Έρευνα Μέσα στη Παιδεία ,- Πάλι με τις μεθόδους των Κοινωνικών Επιστημών - όπου θα ερωτωνται κυρίως  οι ίδιοι οι Εκπαιδευτικοί της Μέσης. παιδείας και - γιατί όχι - και οι  μαθητές.                                            Πρέπει  να σας πω ότι έχω ανάμνηση μιας πολύ μεγάλης - σε έκταση αλλά και σε βάθος συζήτησης ( και πολύ πολύ γόνιμης εμπειρίας ) που έγινε το σχολικό έτος 1986 - 1987  επί υπουργείας Τρίτση ., Για μια εβδομάδα , σε όλη τη παιδεία Καθηγητές και μαθητές συζητούσαμε και καταγράψαμε ,- μέσα στην τάξη και μέσα στον σύλλογο διδασκόντων - προβλήματα μεθόδων  Διδασκαλίας , σχολικών βιβλίων ,μεθόδων διδασκαλίας...Βέβαια η προσπάθεια δεν είχε συνέχεια , όπως όλες οι ωραίες προσπάθειες στην Ελλάδα .Αλλά η ώθηση που άφησε η εμπειρία αυτή στη σχέση μας με τους μαθητές και τους συναδέλφους  ως εμπειρία παιδείας και συλλογικότητας ήταν μεγάλη ....                             4ον   Η αλλαγή στη Δομή της παιδείας: Τι σημαίνει να γίνει η παιδεία μας από Δασκαλοκεντρικη σε Μαθητοκεντρικη ; Σημαίνει ότι δίδεται έμφαση στο " Ακούω " .Καθώς ζουμε σε μια Κοινωνία πλέον ακραίας εξατομίκευσης και μοναξιάς και κουλτούρας Ναρκισσισμού  τα παιδια και οι Δάσκαλοι πρέπει να ξεμαθουνννα μιλάνε και να  αρχίσουν να μαθαίνουν να ΑΚΟΥΝΕ τον λόγο του άλλου .  Όσο ήμουν ενεργός εκπαιδευτικός έκανα  συχνά με τα παιδιά   ιδίως σε μικρές τάξεις  ένα "μάθημα "  που ονομάσαμε " Γραμματική των συναισθημάτων" Ένα μέρος του αφιερωνοταν στο να ακούει ο ένας μαθητής ,προσεκτικά , την  Αφήγηση του διπλανού του και μετά να την επαναλαμβάνει μέσα στη τάξη " ..........                 5ον   Ένα πολύ πολύ σημαντικό ζήτημα είναι το ζήτημα των σχολικων βιβλίων .Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να αλλάζουν τα σχολικά βιβλία και να αποσυρονται κάποια πετυχημένα για αλλα που χρειάζονται μερικά χρόνια δοκιμασίας και μετά αποσύρονται για ..αλλα κ.ο.κ    Θα αναφερθώ γιαυτο στα σχόλια.Παντως είναι κριμα που ,ενώ υπάρχουν μεταφρασμένα εξαιρετικά βιβλία π.χ Κοινωνιολογίας-  πρόχειρα αναφέρω το Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία του Πέτερ Μπέργκερ  η τα βιβλία του Α.Γκιντενς - στην Κοινωνιολογία - επιμένουμε να συγγράφονται εγχώρια καινούρια , μη διδακτικά τα περισσότερα ,τα οποια προκαλούν στους μαθητές βαρεμαρα , η και απέχθεια  .Εδώ να προσθέσω πως το κυριότερο προσόν ενός σχολικού βιβλίου δεν είναι τόσο η επιστημονικη ακρίβεια και το τι λέει αλλά το Πώς το λέει , το αν είναι Διδακτικό.   6ον.  Ποιο είναι το κύριο ζήτημα που βιώνουν τα παιδια , οι έφηβοι της Ελλάδας σήμερα ; Το κύριο ζήτημα είναι ότι ,σε μια ατμόσφαιρα διαρκούς κρίσης - οικονομικής ,πολιτισμικής,αξιών κλπ  που κρατάει από το 2008 τουλάχιστον - τα παιδιά ,ελληνόπουλα και  μεταναστοπουλα νιώθουν Ξένα και μόνα και παραπεταμένα . Το κύριο πρόβλημα είναι κοινωνιοψυχολογικοτι ότι δεν βρίσκουν Νόημα σε αυτό που κάνουν μέσα στο σχολείο . Επομένως οι καθηγητές τους , τα σχολικά βιβλία ,  η όλη δομή του σχολείου ,του Λυκείου οφείλει να προσανατολιστεί σε αυτό , στο να προσδώσει Νόημα . Στη γαλλική ταινία " Ανάμεσα στους τοίχους " που αναφερόταν στις φιλότιμες οσο και μάταιες προσπάθειες ενός δασκάλου να διδάξει Γαλλικά σε παιδιά μεταναστών κυρίως από την Αφρική , μια μαθήτρια τον πλησιάζει  στο τέλος του μαθήματος και τον ρωτάει με Απόγνωση " Κύριε ,τι κάνουμε " ;   Σκεφτείτε λοιπόν : πως θα νιώσουν τα παιδιά σήμερα ότι το σχολείο έχει Νόημα ; Το νόημα βέβαια μπορεί να παραχθεί απέξω ,από πάνω ως  Νοσταλγία  μιας. Ελλάδας που δεν υπάρχει πια : στροφή στα Αρχαία και Λατινικά ( ήδη τα παιδιά στη Γ Λυκείου θεωρητικής τα παιδιά κάνουν 12 ώρες Αρχαία και Λατινικά ,στο θεό σας !!)

 στο ανάμασημα έτοιμων ιδεών στην έκθεση κλπ .Ο κίνδυνος με την επιβολή ενός τέτοιου άνωθεν νοήματος είναι η Κοινοτοπία του Κακού , ο μαρασμός της σκέψης : Μια τέτοια παιδεία όπου το νόημα αναζητείται σε περασμένα μεγαλεία και στην επιβολή στερεοτύπων και κοινοτοπιων μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει στον Μεταφασισμο . Το νόημα που πρέπει να μεταδίδει το σχολείο είναι ένα νόημα που παράγεται ΑΠΟ ΜΕΣΑ από την συναισθηματική συλλογική νοημοσύνη της τάξης ,από την ροή του μαθήματος από την ελλογή αγάπη που προκύπτει όταν υπάρχει συντονισμός και συμμετοχή και learning by doing .. Μη φαντάζεστε κάτι εξαιρετικά δυσκολο ,είναι αντίθετα απλό: Πολλές έβαζα τους μαθητές μου να διδάξουν οι ίδιοι το μάθημα της ημέρας και μάλιστα στα γρήγορα : διαβάστε την επόμενη παράγραφο και παρουσιαστεί την σε 10 λεπτά με παραδείγματα κλπ.Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό : η απόλαυση της μάθησης.                                                               7ον   Επομενως , από τα προηγούμενα προκύπτει και το μοντέλο του καθηγητή  Λυκείου: Μέχρι τώρα ο Καθηγητής Λυκείου  - έχω την εντύπωση - πως  εναρμονίζεται  με το μοντέλο του Πανεπιστημιακού - σε χαμηλότερη κλίμακα ..Δηλαδή απαιτείται ( θεωρητικά βέβαια ) από αυτον η Ειδίκευση και επιστημοσύνη σε ένα Γνωστικό πεδίο : Μαθηματικά , Αρχαία η Λατινικά κλπ. Αυτή η απαίτηση υπερειδικευσγς σχετίζεται και με μια αντίληψη του Λυκειου ως προθαλάμου του πανεπιστημίου . Αν το μοντέλο είναι το Φροντιστήριο τότε ο καθηγητής Λυκείου  γίνεται αντιληπτός ως Φροντιστής , εξειδικευμένος. Υπερβολικά στη Χημεία λ.χ. Ομως.αυτη η πρόσληψη του μοντέλου του εκπαιδευτικού  οδηγεί την μέση Εκπαίδευση  σε  ακόμα περισσότερη Αλλοτρίωση , αποξένωση από τους μαθητές ενώ αυτό που επιζητείται είναι η άρση της.  Το κύριο προσόν που οφείλει  να διαθέτει ένας δάσκαλος στη Μέση εκπαίδευση είναι η Συναισθηματική νοημοσύνη , η ικανότητα να αντιλαμβάνεται το τι συμβαινει με τα παιδια στην Τάξη , να είναι ένας " Αδαής Δάσκαλος ": όπως  ονομαζε  ο Ρανσιέρ  τον δάσκαλο  που ΑΚΟΥΕΙ ... Αυτό βέβαια , με τη σειρά του προϋποθέτει ότι ο καθηγητής του Λυκείου έχει πολλές ώρες στη  τάξη με τα Ίδια παιδιά , ότι έχει λίγα παιδιά στη τάξη και τα γνωρίζει σε βάθος - όχι ότι περιφέρεται σε τρία , τέσσερα η και πέντε σχολεία μη προφταινοντας να γνωρίσει τίποτε .Προϋποθέτει επίσης ότι ο καθηγητής έχει όχι μία αλλά δύο  η και παραπάνω ειδικότητες ( χωρίς αυτό να προϋποθέτει  διαφορετικά πτυχία : Ας πούμε ότι ειδικεύεται στην κοινωνιολογία και Ιστορία  η Δικαιο και Ιστορία όπως εγώ για χρόνια ) και αυτές τις ειδικότητες τις ασκεί στην ίδια τάξη - όπου του δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσει καλύτερα τα παιδιά και να παρεμβη σε ένα εξατομικευμένο παιδαγωγικό επίπεδο .. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Ο Διαλογος, Γεραπετριτη - Βενιζέλου για το Νόμιμο η παράνομο των παρακολουθήσεων τηλεφώνου ευρωβουλευτη και το Άλογο του Καλιγούλα


Παραθέτω ολόκληρο τον Διάλογο Γεραπετρίτη Βενιζέλου περί  Νόμιμου η μη των παρακολουθήσεων , υπογραμμίζοντας τα σημεία που θεωρώ ότι έχουν  ιδιαίτερο ενδιαφέρον .  Προσθέτω και την δική μου σύνοψη η οποία κλίνει προς την άποψη  Βενιζέλου . Λέει το Σύνταγμα Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που έλαβε κατά την άσκηση των καθηκόντων του...(άρθρο 61 παρ. 3). Συνεπώς,εφόσον απαγορεύει το Σύνταγμα στο κράτος να  επιβάλλει στον Βουλευτή το Έλασσον( δηλαδή το να να υποχρεωθεί να προσφέρει την μαρτυρία του για πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων του) συνάγεται ότι απαγορεύει και το μείζον :το να εκμαιεύσει τις πληροφορίες  αυτές το κράτος  ΧΩΡΙΣ την συναίνεση του βουλευτή και εν αγνοία του με την παρακολούθηση τηλεφώνου του )   ΣΥΝΕΠΩΣ η παρακολούθηση τηλεφώνου ενός εν ενέργεια Βουλευτή  ( η ευρωβουλευτή )  είναι ΣΑΦΩΣ   και ΡΗΤΑ  από το Σύνταγμα ΠΑΡΑΝΟΜΗ χωρίς πολλά πολλά .. Η δε επίκληση  του νόμου από πλευρές Νέας Δημοκρατίας  δεν σημαίνει τίποτε: διότι , όλοι οφείλουν να γνωρίζουν , ο νόμος δεν μπορεί να αντίκειται σε ρητή απαγόρευση   του Συντάγματος ....

Αυτό σημαίνει ότι υφίστανται ,,,προνομίες  του Βουλευτή έναντι του απλού πολίτη για τον οποίο ταχα ...επιτρέπεται   η παρακολούθηση ; Οχι βέβαια , και σε αυτο  απαντά ο  Βενιζελος .. 



Εγω  προσθέτω μόνο το εξής : Κάποτε , λέγεται , ο παράφρων αυτοκράτορας Καλιγούλας  ονόμασε το άλογο του Συγκλητικό . Γιατί το έκανε;  Το έκανε  για να τρομοκρατήσει και να γελοιοποιήσει τους Συγκλητικούς. Ανάλογα  , το να θεωρείται ότι ο εκάστοτε Πρωθυπουργός , η ακόμα χειροτέρα , εν αγνοία του , οι ,μετακλητοί  υπάλληλοι του,έχουν το δικαίωμα  με οποιαδήποτε ασαφή αίτια η μάλλον πρόφαση να παρακολουθούν -πάρα την ρητή ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ  του Συντάγματος οποίον θέλουν , ακόμα και βουλευτή η ευρωβουλευτή ,έχει την ιδιά σχέση με την Δημοκρατία με την ονομασία ως συγκλητικού του αλόγου του Καλιγούλα: ΚΑΜΜΙΑ .  Π. θ 

Αναλυτικά ολόκληρο το άρθρο του κ. Γεραπετρίτη:

«Σε κείμενο που ανήρτησε ο καθηγητής Ευάγγελος Βενιζέλος χαρακτήρισε αντισυνταγματική την άρση απορρήτου του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη, η οποία έγινε από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών για λόγους εθνικής ασφάλειας. Για την πλήρη κατανόηση, επισημαίνω ότι ο κ. Βενιζέλος δεν χαρακτήρισε παράνομη την επισύνδεση επειδή δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία ή επειδή δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εθνικής ασφάλειας. Επικαλέστηκε ότι βουλευτές και ευρωβουλευτές απαγορεύεται εκ του Συντάγματος γενικά και καθ’ ολοκληρίαν να παρακολουθούνται για οποιονδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται η συζήτηση για τις (αναγκαίες) πρόσθετες ασφαλιστικές δικλείδες, πέρα από την εισαγγελική έγκριση και τον έλεγχο της αρμόδιας συνταγματικής αρχής. Αν κάτι δεν επιτρέπεται γενικά, καμία ασφαλιστική δικλείδα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει μια αντισυνταγματική ενέργεια. Ας απομονώσουμε, όμως, τη συζήτηση από τα πολιτικά της χαρακτηριστικά και ας δούμε μόνο τα τεχνικά νομικά.

» Ο κ. Βενιζέλος στηρίζει το επιχείρημα του περί καθολικής εξαίρεσης βουλευτών (και κατ’ επέκταση ευρωβουλευτών λόγω της ενωσιακής διάταξης του άρθρου 343 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Πρωτοκόλλου 7) στον συνδυασμό δύο συνταγματικών διατάξεων. Διάταξη πρώτη: Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που έλαβε κατά την άσκηση των καθηκόντων του (άρθρο 61 παρ. 3). Διάταξη δεύτερη: Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 19 παρ. 1). Στον συλλογισμό ελλοχεύουν, κατά την άποψη μου, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα που καθιστούν το συμπέρασμα μη υποστηρίξιμο.

» Πρώτον, υφίσταται ερμηνευτικό άλμα από την εξαίρεση βουλευτών από την υποχρέωση μαρτυρίας στην καθ’ ολοκληρίαν εξαίρεση από τη νόμιμη άρση απορρήτου. Η σύνδεση των δύο είναι εντελώς αυθαίρετη: η εξαίρεση από την υποχρέωση μαρτυρίας είναι ένα υποκειμενικό/προσωπικό δικαίωμα περιορισμένης έκτασης και αφορά, κατά τη γραμματική της διατύπωση, αποκλειστικά και μόνο τη μαρτυρία. Η επέκταση ώστε να καταλάβει οποιαδήποτε άρση απορρήτου είναι πέρα από κάθε έννοια αιτιώδους συνάφειας. Και, επιπλέον, ενόσω το Σύνταγμα θέλει η προστασία από τη μαρτυρία να αφορά μόνο πληροφορίες που περιήλθαν σ’ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή στο πλαίσιο της πολιτικής και δημόσιας δραστηριότητάς του σύμφωνα με τον ίδιο τον κ. Βενιζέλο, με την αναιτιώδη επέκταση θα φτάναμε στην απόλυτη στεγανοποίηση για οποιαδήποτε πληροφορία, την οποία όμως το Σύνταγμα δεν ήθελε να προστατεύσει.

» Δεύτερον, υφίσταται ερμηνευτικό άλμα στην καθολική απαγόρευση μιας ολόκληρης κατηγορίας πολιτών από την άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το άρθρο 19 παρ. 1, το οποίο είναι αυτονοήτως ειδικό ως προς την άρση απορρήτου έναντι οποιασδήποτε άλλης διάταξης, δεν εξουσιοδοτεί τον νόμο να εξαιρέσει υποκείμενα αλλά μόνο να θέσει τις «εγγυήσεις» υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο. Οι εγγυήσεις αυτές μπορεί να είναι διαβαθμισμένες ανά κατηγορία (για παράδειγμα να προβλέπονται πρόσθετες εγγυήσεις για κρατικούς λειτουργούς), αλλά δεν μπορεί να συνεπάγονται την παροχή καθολικής εξαίρεσης. Αυτό θα ήταν εκτός του γράμματος του Συντάγματος και θα συνιστούσε παρέκκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης χωρίς συνταγματικό έρεισμα, παρέχοντας μια αδικαιολόγητη προνομία έναντι των υπολοίπων πολιτών.

» Τρίτον, καταγράφεται η λανθάνουσα παραδοχή ότι εξ ορισμού ένας βουλευτής ή ευρωβουλευτής δεν μπορεί να λειτουργεί επί ζημία της εθνικής ασφάλειας και άρα δεν πληρούται η τελολογία της συνταγματικής πρόβλεψης για την άρση του απορρήτου. Πιστεύω ότι αυτή η σκέψη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να περάσει τη συνταγματική δοκιμασία. Όχι μόνο διότι θα έπληττε ουσιωδώς το ωφέλιμο αποτέλεσμα της άρσης του απορρήτου αλλά κυρίως διότι οι προνομίες που χορηγεί το Σύνταγμα στο πολιτικό προσωπικό δεν διευρύνονται κατά βούληση για να επιφέρουν μια αενάως ανοιχτή προστασία. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Εξαιρέσεις από γενικώς ισχύοντες συνταγματικούς κανόνες, κατεξοχήν υπέρ μελών της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας, θα πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Αυτό δεν συνιστά μόνο ερμηνευτική αρχή του Συντάγματος αλλά και δικαιοπολιτική ανάγκη. Διαφορετικά δημιουργείται ένας χώρος απόλυτης έλλειψης λογοδοσίας και ευθύνης. Και, όπως δυστυχώς απέδειξε η πράξη στο πρόσφατο παρελθόν, η ιδιότητα του βουλευτή δεν σημαίνει άνευ ετέρου και πίστη στη δημοκρατία και τους θεσμούς.

» Τέταρτον, λανθάνει επίσης η παραδοχή ότι το νομικό ερώτημα εάν βουλευτές και ευρωβουλευτές απολαύουν απόλυτης προστασίας απορρήτου υπό οποιανδήποτε συνθήκη προέκυψε το πρώτον σήμερα. Οι δύο συνταγματικές διατάξεις περί άρσης απορρήτου και προστασίας βουλευτών από μαρτυρία ισχύουν αυτούσιες από το 1975. Εάν πράγματι υπήρχε η αντίληψη ότι υφίσταται ασάφεια ως προς το εύρος της προστασίας του πολιτικού προσωπικού, ο νομοθέτης θα το είχε επιλύσει, όπως πάντοτε συμβαίνει σε κάθε συνταγματική αμφισημία. Εντούτοις, ο εκτελεστικός νόμος 2225/1994 προβλέπει ειδικά στο άρθρο 3 τις εγγυήσεις για την άρση του απόρρητου των επικοινωνιών χωρίς να διαλαμβάνει καμία απολύτως εξαίρεση για οποιαδήποτε κατηγορία πολιτών.

» Ο νόμος αυτός, τον οποίο υπέγραψε ως συναρμόδιος υπουργός ο κ. Βενιζέλος, ισχύει περίπου με το ίδιο περιεχόμενο έως σήμερα. Ούτε, βεβαίως, στο σύγγραμμά του αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με την επέκταση της προστασίας των βουλευτών πέρα από την μη υποχρεωτική μαρτυρία.

Εάν, όπως διατείνεται ο κ. Βενιζέλος, δεν υπάρχει καν νομιμοφάνεια στην άρση απορρήτου ενός βουλευτή επειδή αυτός αυτονοήτως προστατεύεται συνολικά, είναι απορίας άξιο πως δεν είχε μνημονευθεί η εξαίρεση αυτή στον νόμο και στο σύγγραμμα του.

» Το θεσμικό πλαίσιο της νόμιμης άρσης απορρήτου θα πρέπει να βελτιωθεί ακολουθώντας τις βέλτιστες πρακτικές αλλοδαπών εννόμων τάξεων. Σε μια εύλογη ισορροπία μεταξύ της διασφάλισης των δικαιωμάτων των πολιτών και της αποτελεσματικής υποστήριξης της εθνικής ασφάλειας. Στη δύσκολη αυτή εξίσωση απαιτείται δημιουργικό και καθαρό πνεύμα. Και σε καμία περίπτωση πολιτικοί συμψηφισμοί και προκρούστεια θεώρηση του Συντάγματος».Αναλυτικά ολόκληρο το άρθρο του κ. Βενιζέλου:

"Στη δήλωσή του της 8ης Αυγούστου 2022 ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Παρότι όλα έγιναν νόμιμα, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών υποτίμησε την πολιτική διάσταση της συγκεκριμένης ενέργειας. Ήταν τυπικά επαρκής, όμως πολιτικά μη αποδεκτή. Δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί, προκαλώντας ρωγμές στην εμπιστοσύνη των πολιτών στις Υπηρεσίες Εθνικής Ασφάλειας. Γιατί αν και αφορούσε προβεβλημένο πολιτικό πρόσωπο, ο χειρισμός της υπήρξε ελλιπής. Ακριβώς γι’ αυτό απομακρύνθηκε αμέσως ο Διοικητής της ΕΥΠ. Ενώ και ο Γενικός Γραμματέας του Γραφείου του Πρωθυπουργού ανέλαβε την αντικειμενική πολιτική ευθύνη".

Η θέση του κ. Μητσοτάκη είναι λοιπόν ότι η ΕΥΠ παρακολουθώντας τις τηλεφωνικές συνομιλίες του κ. Ανδρουλάκη, ενήργησε "νόμιμα", για την ακρίβεια ότι η ενέργειά της ήταν "τυπικά επαρκής". Όμως, κατά τον Πρωθυπουργό, η ΕΥΠ "υποτίμησε την πολιτική διάσταση της συγκεκριμένης ενέργειας" που ήταν "πολιτικά μη αποδεκτή". Στη δήλωσή μου της ίδιας ημέρας έθεσα πολλά θεμελιώδη πολιτικά και νομικά ζητήματα, ένα από τα οποία ήταν το κανονιστικό περιεχόμενο του άρθρου 61 παρ. 3 Συντ. που κατοχυρώνει το βουλευτικό απόρρητο. Είπα, για την ακρίβεια τα εξής: "Το βουλευτικό απόρρητο του άρθρου 61 παρ. 3 ως ειδικότερη διάταξη θέτει, απευθείας εκ του Συντάγματος, πρόσθετα ειδικότερα όρια στις κάμψεις του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ.1. Τα άρθρα 8 της ΕΣΔΑ και 7 του ΧΘΔ της ΕΕ, ενισχύουν και δεν απομειώνουν τις εγγυήσεις. Δεν μπορεί να παρακολουθείται βουλευτής ή ευρωβουλευτής και κατά μείζονα λόγο αρχηγός κόμματος για λόγους "εθνικής ασφαλείας” ενδογενείς ή πολύ περισσότερο "εισαγόμενους”. Τέτοιες δικαιολογίες είναι εξίσου κακές και βλαπτικές με την πράξη καθεαυτήν.

Η θέση του Πρωθυπουργού ότι η παρακολούθηση ήταν τυπικά νόμιμη αλλά πολιτικά εσφαλμένη είναι μεγάλων διαστάσεων σφάλμα. Μπορούν άραγε να παρακολουθούνται πολιτικά πρόσωπα, βουλευτές και αρχηγοί κομμάτων, για λόγους "εθνικής ασφάλειας” εάν το σταθμίσει ο εκάστοτε πρωθυπουργός και το εγκρίνει ένας εισαγγελέας εφετών; Οχι βέβαια. Περιμένω ο Πρωθυπουργός να επανέλθει με σχετική διευκρίνιση".

Αντί όμως να επανέλθει ο κ. Μητσοτάκης για διευκρίνιση παρεμβαίνει ο (συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο και εκλεκτός φίλος) υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, υποστηρίζοντας την άποψη ότι το άρθρο 61 παρ. 3 και το εκεί προστατευόμενο βουλευτικό απόρρητο δεν αποκλείει την παρακολούθηση των επικοινωνιών βουλευτή (αρχηγού κόμματος, υπουργού, πρωθυπουργού, γιατί όχι του Προέδρου της Δημοκρατίας) για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Το επιχείρημά του είναι ότι η εξαίρεση από το καθήκον μαρτυρίας και την υποχρέωση αποκάλυψης των πηγών δεν σημαίνει εξαίρεση του βουλευτή από τη δυνατότητα παρακολούθησής του. Άλλωστε, λέει, τέτοια εξαίρεση δεν προβλέπεται στο ν. 2225/1994 που θέτει το γενικό νομοθετικό πλαίσιο για τις παρακολουθήσεις για λόγους εθνικής ασφαλείας. Μάλιστα υπογράφω και εγώ ως Υπουργός Τύπου τότε μαζί με πολλά μέλη της τελευταίας κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου το νόμο του 1994. Προφανώς ο νόμος δεν επαναλαμβάνει τις συνταγματικά προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Δεν εξαιρεί, ας το επαναλάβω, ούτε την ΠτΔ, ούτε τον Πρωθυπουργό και τα μέλη της Κυβέρνησης, ούτε τον Εισαγγελέα του ΑΠ.

Κατά τη λογική του κ. Γεραπετρίτη ο κ. Κοντολέων με την έγκριση της εισαγγελέως κυρίας Βλάχου θα μπορούσε να παρακολουθεί "νομίμως" όλο το πολιτικό, δικαστικό και επικοινωνιακό σύστημα της χώρας!

Οφείλω για ιστορικούς λόγους να θυμίσω ότι τον Δεκέμβριο του 1994, λίγο μετά την ψήφιση του ν. 2225/1994, ήμουν μεταξύ αυτών που εισηγήθηκαν στον Ανδρέα Παπανδρέου την αναστολή της ποινικής δίωξης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου περί ευθύνης υπουργών για τις τηλεφωνικές υποκλοπές της υπόθεσης Γρυλλάκη / Μαυρίκη. Πράγματι με διαγγέλματά του την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1995 ο Ανδρέας Παπανδρέου εξήγγειλε την αναστολή της δίωξης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και την έναρξη της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος. Στο επιχείρημα λοιπόν αυτό του Γ. Γεραπετρίτη (που κάλυψε δυστυχώς εκ μέρους της κυβέρνησης τον αποπεμφθέντα διοικητή της ΕΥΠ ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας) έχει απαντήσει εκ προοιμίου ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης στη χθεσινή δήλωση του στην οποία είπε, δημόσια και επίσημα, ότι αν είχε ερωτηθεί θα ήταν αντίθετος προς την παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών ενός ευρωβουλευτή / υποψηφίου αρχηγού του κόμματός του. Γιατί άραγε, θα ήταν αντίθετος ο Πρωθυπουργός; Και για να εκφραστώ νομικά: Θα ήταν νόμιμη η εντολή του Πρωθυπουργού να μη διενεργηθεί παρακολούθηση παρότι η ΕΥΠ προτείνει κάτι τέτοιο για λόγους εθνικής ασφαλείας;

Η δική μου απάντηση είναι ότι η αντίθεση του Πρωθυπουργού θα ήταν νόμιμη λόγω του ειδικού καθεστώτος του βουλευτή, αλλά αυτό η κυβέρνηση δεν θέλει να το αντιληφθεί. Γιατί πρέπει στη συνέχεια να παραδεχθεί ότι αν ήταν νόμιμη η εντολή του Πρωθυπουργού να μη διενεργηθεί παρακολούθηση, είναι παράνομη η απόφαση του διοικητή της ΕΥΠ να τη διενεργήσει και η έγκριση της με εισαγγελική διάταξη.

Ο κ. Μητσοτάκης, δεν αποδέχθηκε ότι εξαιρούνται πλήρως των παρακολουθήσεων για λόγους εθνικής ασφάλειας οι βουλευτές (υπουργοί, πρωθυπουργοί κλπ.), αποδέχθηκε όμως ρητά και κατηγορηματικά ότι, όταν στόχος μιας παρακολούθησης είναι πολιτικό πρόσωπο και μάλιστα ευρωβουλευτής ή βουλευτής, πρέπει να γίνει πολύ σοβαρός και προσεκτικός έλεγχος των δεδομένων και πολύ διστακτική στάθμιση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό που στην προκειμένη περίπτωση θα κατέληγε στη μη παρακολούθηση.

Όμως τέτοιος σοβαρός και προσεκτικός έλεγχος πρέπει να γίνεται πάντα προκειμένου να διαπιστώνεται η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων του νόμου για την επιβολή του δυσμενούς μέτρου της παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών. Ο έλεγχος αυτός, με κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας, συνιστά προϋπόθεση για την επιβολή οποιουδήποτε περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και το απόρρητο των επικοινωνιών. Αν δεν συντρέχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ο περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος και επιπλέον είναι αντίθετος προς την ΕΣΔΑ (άρθρο 8) και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (άρθρο 7). Στην περίπτωση του βουλευτή προστίθεται σε αυτά και η συρροή του άρθρου 61 παρ. 3 που, όπως είπα στη χθεσινή δήλωση μου, "ως ειδικότερη διάταξη θέτει, απευθείας εκ του Συντάγματος, πρόσθετα ειδικότερα όρια στις κάμψεις του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ.1.".

Φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης υπερέβη τις αντιρρήσεις του κ. Γεραπετρίτη και αυτό που λέω, επί της ουσίας το αποδέχθηκε χθες. Διάφοροι ακτιβιστές θιασώτες του θεσμικού εξισωτισμού που λένε ότι δεν επιτρέπεται ειδική μεταχείριση των πολιτικών προσώπων όταν πρόκειται για ζήτημα εθνικής ασφάλειας, έχουν άραγε αντιληφθεί ότι ο κ. Μητσοτάκης έθεσε προς συζήτηση τους ειδικούς κανόνες που πρέπει να ισχύουν για πολιτικά πρόσωπα;

Ακόμη συνεπώς και χωρίς συνεκτίμηση του βουλευτικού απορρήτου η κυβερνητική θέση είναι αθεράπευτα αντιφατική. Η ενέργεια της ΕΥΠ ή ήταν νόμιμη επειδή πληρούσε τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις και άρα κακώς απελύθη ο διοικητής της, ή ήταν παράνομη επειδή δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Η αντίφαση οφείλεται στο ότι ο Πρωθυπουργός αποδίδει προδήλως ιδιαίτερη σημασία στην πολιτική και μάλιστα κοινοβουλευτική ιδιότητα του κ. Ανδρουλάκη λόγω της οποίας εκτιμά ότι δεν έπρεπε να καταστεί στόχος παρακολούθησης των τηλεφωνικών του επικοινωνιών και λόγω της οποίας με "προνομιακό" τρόπο καλείται για εκ των υστέρων ενημέρωση όχι από την ΑΔΑΕ αλλά από το νέο διοικητή της ΕΥΠ.

Τι συμβαίνει εν προκειμένω; Ποια είναι επιτέλους η θέση της Κυβέρνησης; Ο κ. Μητσοτάκης εισάγει αυθαίρετα μια προνομιακή μεταχείριση των πολιτικών προσώπων χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε το Σύνταγμα, ούτε τον νόμο, ούτε τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας; Τα υποτάσσει όλα στην ανάγκη περιορισμού της πολιτικής ζημιάς που αναγνωρίζει ότι έχει επέλθει από μια δήθεν νόμιμη ( που είδαμε ότι ήταν παράνομη ) αλλά "εσφαλμένη" ενέργεια της ΕΥΠ υπό την εποπτεία του την οποία αποδέχεται ότι δεν ασκούσε αποτελεσματικά;

Αυτό που διαισθάνεται ο κ. Μητσοτάκης αλλά δυστυχώς δεν αποδέχεται ρητά είναι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου νομικού καθεστώτος των βουλευτών (και των ευρωβουλευτών που εξομοιώνονται με τους βουλευτές στη χώρα τους). Αυτό θεμελιώνεται, ούτως ή άλλως στον δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος ,αλλά πρωτίστως στη ρητή και ειδική διάταξη του άρθρου 61 παρ. 3 Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: "O βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ’ αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε".

Ας δούμε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα: Αν βουλευτής εφάπτεται με υπάλληλο της ΕΥΠ που τον εφοδιάζει με πληροφορίες και στοιχεία για υποκλοπές, ο βουλευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία και καλύπτεται από το απόρρητο. Αν βουλευτής εφάπτεται με πράκτορα ξένης μυστικής υπηρεσίας που τον εφοδιάζει με στοιχεία για ψεύδη της ελληνικής κυβέρνησης σε σχέση με την εξωτερική ή την αμυντική πολιτική, ο βουλευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία και καλύπτεται από το απόρρητο. Αν η ΕΥΠ θέλει να παρακολουθήσει τις τηλεφωνικές συνομιλίες του βουλευτή αυτού για λόγους εθνικής ασφάλειας (που κατά την άποψη της είναι "προφανείς"), δεν μπορεί να το κάνει γιατί αν το έκανε θα εξουδετέρωνε την ειδική προνομιακή προστασία του βουλευτικού απορρήτου. Θα καταστρατηγούσε το ρητό συνταγματικό δικαίωμα του βουλευτή να μη αποκαλύψει τις πηγές του και τους συνομιλητές του.

Ανάλογα ζητήματα τίθενται στη νομολογία του ΕΔΔΑ με το δικηγορικό και το δημοσιογραφικό απόρρητο, παρότι αυτά δεν έχουν την εθνική συνταγματική κατοχύρωση του βουλευτικού απορρήτου. Προβάλλεται καλόπιστα το ερώτημα: Και τι γίνεται με την ανάγκη παρακολούθησης ενός βουλευτή της "Χρυσής Αυγής" που κρίθηκε δικαστικά ότι ως κόμμα στέγαζε εγκληματική οργάνωση ή ενός βουλευτή που μετέχει σε τρομοκρατική οργάνωση. Στις περιπτώσεις αυτές το ζητούμενο είναι η άρση του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου για τη διακρίβωση ιδιαιτέρως σοβαρού εγκλήματος που γίνεται με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και όχι για επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας, άνευ εγκλήματος, δηλαδή για λόγους αντικατασκοπείας που οδηγεί σε άρση απορρήτου με απλή εισαγγελική διάταξη.

Ο βουλευτής υπέχει ποινική ευθύνη και υπόκειται στην ποινική προδικασία, όπως προβλέπει το Σύνταγμα που μάλιστα αναθεωρήθηκε σχετικά το 2019 για να περιορίσει τη βουλευτική ασυλία.

Το συμπέρασμα μου είναι ότι η κυβερνητική γραμμή σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών του κ. Ανδρουλάκη ήταν "τυπικά επαρκής" και άρα "νόμιμη" αλλά "πολιτικά εσφαλμένη και μη αποδεκτή", είναι μίζερη, αδιέξοδη και μάταιη. Υπήρξε μείζον ατόπημα. Βαριά προσβολή του Συντάγματος και αυτή οφείλεται στον συγκεντρωτικό τρόπο οργάνωσης και άσκησης της πρωθυπουργικής εξουσίας. Η εικόνα ενός πρωθυπουργού που ανακαλύπτει εκ των υστέρων κρίσιμες κινήσεις του διοικητή της ΕΥΠ με τις οποίες διαφωνεί ριζικά, δεν είναι καλή και ασφαλής για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Αυτή η κατάσταση απαιτεί ειλικρινή, θαρραλέα και ριζική αντιμετώπιση. Πραγματική ανάληψη ευθύνης χωρίς υπεκφυγές και αδιέξοδες διακρίσεις μεταξύ "τυπικά επαρκών" και "πολιτικά μη αποδεκτών" ενεργειών. Αυτό επαναφέρει την άτυχη διάκριση μεταξύ "νόμιμου" και "ηθικού" που δεν πήγε καθόλου καλά".

πηγη :https://www.capital.gr/politiki/3652125/e-benizelos-se-g-gerapetriti-mizeri-adiexodi-kai-mataii-i-kubernitiki-grammi

βλ και 

Για τον καπιταλισμό της επιτήρησης

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

Στράτευση και Ακτιβισμός.

Στράτευση και Ακτιβισμός. ο ορος στράτευση αφορούσε μια εποχή όπου είχε μέγιστη σημασία η αλλαγή του παρόντος κόσμου , το μέλλον, την έννοια της Πράξης ως μετασχηματισμού του κοσμου Ο ακτιβισμος συνδέεται με τον Παροντισμο , την αποδοχή του παρόντος κόσμου και τη βραχυπρόθεσμη Δράση -οχι Πραξη-για την βελτίωση ορισμένων πλευρών του Ο Ακτιβιστής είναι σαν Χαμστερακι στο κλουβί , γυρνά τον τροχό και τρέχει παγιδευμένος στο Τώρα. ο Στρατευμένος οραματίζεται έναν καλύτερο κόσμο και Βγαίνει έξω από το παρόν, εξισταται .. Επιπλέον η στράτευση προϋποθέτει Συστράτευση , συλλογικότητες, ο ακτιβισμός την εξατομίκευση Πέτρος Θεοδωρ.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...