Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατσαμπεκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατσαμπεκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

πρώτο τεύχος του ΧΡΟΝΟΥ


files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png



Προστέθηκε νέα ύλη στο πρώτο τεύχος του ΧΡΟΝΟΥ: www.chronosmag.eu
New material has been added in the first volume of ΧΡΟΝΟΣ is now online: www.chronosmag.eu

Χάγκεν Φλάισερ
Ο «αναθεωρητισμός» στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ
Οι πόλεμοι της μνήμης συνεχίζονται: αναθεωρητισμός και δημόσια ιστορία
Γιάννης Σταυρακάκης
«Η χώρα μου είναι αποικία μιας πιο μεγάλης αποικίας»
Ανατομία του χρέους: Η εξουσία της ηθικής και το ανήθικο της εξουσίας
Δημήτρης Χριστόπουλος
Ενάντια στο φυλετικό ρίσκο
Ιθαγένεια: Ο κρίσιμος μάγειρας της πολιτικής κοινότητας
Σωτήρης Βαλντέν
Το κλειδί για την αναγκαία στροφή
Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας
Γιώργος Κατσαμπέκης
Η «αρρώστια» της δημοκρατίας και οι ανεύθυνοι αντιλαϊκιστές
Τα κύματα του λαϊκισμού

[ ΒΙΝΤΕΟ - ΣΥΝΑΥΛΙΑ ]
[ KOMIK ]
Δημήτρης Βανέλλης, Θανάσης Πέτρου
Κόμικ #01
[ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ]
Στράτος Τζίτζης
Τα αποθέματα «τρέλας» των κινηματογραφιστών, μοναδικό στήριγμα του ελληνικού σινεμά
Οι ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές σε αδιέξοδο, ο αναπτυξιακός νόμος στο συρτάρι, οι διοικητικές δομές σε ύπνωση, τα βραβεία στη βιτρίνα

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ετιέν Μπαλιμπάρ: Κρίση της Ευρώπης, τέλος της Ευρώπης; Έξι θέσεις / αν αδ απο ΑΥΓΗ Ημερομηνία δημοσίευσης: 13/06/2010

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 13/06/2010
Του Ετιέν Μπαλιμπάρ
[Εισαγωγικά ερωτήματα]
I. Αυτή είναι μόνο η αρχή της κρίσης
Μέσα σε ένα μόνο μήνα, είδαμε τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Γ. Παπανδρέου να δηλώνει την αδυναμία του δημόσιου ταμείου να αντιμετωπίσει τα δάνεια και τα τοκοχρεολύσια της χώρας του· την επιβολή ενός σχεδίου άγριας δημοσιονομικής λιτότητας, ως τίμημα για ένα ευρωπαϊκό δάνειο διάσωσης· τις «υποβαθμίσεις» της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας και της Ισπανίας· να απειλείται η αξία, αλλά και η ίδια η ύπαρξη του ευρώ· τη δημιουργία (υπό την έντονη πίεση των ΗΠΑ) ενός ευρωπαϊκού ταμείου στήριξης αξίας 750 δισ. ευρώ· την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ενάντια στους κανονισμούς της) να εξαγοράσει τα χρέη των κυβερνήσεων· και, τέλος, την ανακοίνωση μέτρων λιτότητας σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρώπης.
Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται μόνο για την αρχή, καθώς αυτά τα τελευταία επεισόδια της κρίσης, που ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων στις ΗΠΑ, θα έχουν συνέχεια. Δείχνουν ότι ο κίνδυνος μιας οικονομικής κατάρρευσης είναι υπαρκτός περισσότερο από ποτέ και εντείνεται, καθώς προκαλείται από την τεράστια ποσότητα τοξικών ομολόγων, τα οποία συσσωρεύονταν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών μέσω του συνδυασμού μη εγγυημένων δανείων και της μετατροπής των Credit Default Swaps σε επενδυτικά προϊόντα από τις τράπεζες. Ο «Black Peter», το συνολικό ποσό των μη καλύψιμων χρεών, καλπάζει με ρυθμούς που τα κράτη δεν μπορούν να παρακολουθήσουν. Η κερδοσκοπία, τώρα πια, θέτει στο στόχαστρό της τις ισοτιμίες και τα δημόσια χρέη. Αλλά το ευρώ είναι ο αδύναμος κρίκος, και μαζί του η ίδια η Ευρώπη. Δεν θα έπρεπε να έχουμε καμιά αμφιβολία για την καταστροφή που επέρχεται.

II. Οι Έλληνες διαμαρτύρονται: Καλά κάνουν!
Μια πρώτη άμεση συνέπεια της «θεραπείας» που εφαρμόστηκε στην ελληνική κρίση ήταν η οργή του ελληνικού πληθυσμού. Υπάρχει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση επ’ αυτού: Έχουν άδικο οι Έλληνες που αρνούνται τις «ευθύνες» τους; Έχουν δίκιο που καταγγέλλουν τη «συλλογική τιμωρία»; Αφήνοντας κατά μέρος τα εγκληματικά επεισόδια που τις στιγμάτισαν, θεωρώ πως οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων ήταν εντελώς δικαιολογημένες, για τρεις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γίναμε μάρτυρες ενός ολοκληρωτικού στιγματισμού του ελληνικού λαού: η διαφθορά και τα ψεύδη των πολιτικών (οι ωφελούμενοι από τα οποία, όπως και παντού, είναι κυρίως οι πλουσιότεροι οι οποίοι επιδίδονται σε μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγή), αποδόθηκαν συλλήβδην στον λαό. Δεύτερον, για ακόμα μία φορά (κι αυτή τη φορά μάλλον πολύ παραπάνω), η κυβέρνηση αθέτησε τις προεκλογικές της υποσχέσεις, χωρίς να παρεμβληθεί κανενός είδους δημοκρατική συζήτηση. Τέλος, η Ευρώπη δεν επέδειξε ουσιαστική αλληλεγγύη απέναντι σε ένα κράτος-μέλος της, αλλά του επέβαλε τους λεόντειους κανόνες του ΔΝΤ, οι οποίοι προστατεύουν όχι τα κράτη, αλλά τις τράπεζες και προαναγγέλλουν μια βαθιά ύφεση χωρίς ορατό τέλος. Οι περισσότεροι σοβαροί οικονομολόγοι συμφωνούν ότι αυτό θα οδηγήσει, με ακόμα πιο αναπόφευκτο τρόπο, στην «πτώχευση» της ελληνικής οικονομίας και θα εξαπλώσει την κρίση, αυξάνοντας τα ήδη υψηλά ποσοστά ανεργίας, ειδικά αν οι ίδιοι κανόνες επιβληθούν και σε άλλες χώρες των οποίων η «αξιολόγηση» στη χρηματοπιστωτική αγορά θα μπορούσε να υποβαθμιστεί ανά πάσα στιγμή: αυτό ακριβώς δηλαδή που αποζητά η «ορθόδοξη» πλευρά.

III. Η πολιτική που κρύβει το όνομά της
Οι Έλληνες υπήρξαν τα πρώτα θύματα --αλλά με δυσκολία θα είναι και τα τελευταία-- μιας πολιτικής «διάσωσης του κοινού νομίσματος», οι στρατηγικοί διακανονισμοί της οποίας (επιβεβλημένοι κυρίως από τη Γερμανία) είναι, πρωτίστως, η γενίκευση της δημοσιονομικής «ακαμψίας» (ομολογουμένως, η Συνταγματική Συνθήκη συμπεριελάμβανε ένα όριο μέγιστου δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο ποτέ δεν εφαρμόστηκε…), και, δευτερευόντως, η --κάπως ηπιότερη-- «ρύθμιση» της κερδοσκοπίας και της ελεύθερης κίνησης των hedge funds και των παικτών του χρηματιστηρίου, που είχε ήδη ανακοινωθεί μετά την κρίση των subprimes και την πραγματική ή εικονική κατάρρευση των αμερικανικών τραπεζών το 2008. Σε αυτό το πλαίσιο, οι νεοκεϋνσιανοί οικονομολόγοι προσθέτουν ένα ακόμα ζήτημα: την προώθηση μιας ευρωπαϊκής «οικονομικής διακυβέρνησης» (ειδικά μέσω της ενοποίησης των φορολογικών πολιτικών), πιθανότατα ενσωματώνοντας και αυξάνοντας τις βιομηχανικές επενδύσεις. Χωρίς τέτοια μέτρα, υποστηρίζουν, ένα ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα θα αποδειχτεί μη βιώσιμο.
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα: πρόκειται για καθαρά πολιτικά μέτρα, καθώς αποτελούν εναλλακτικές για τις οποίες όλοι οι πολίτες θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους, αφού όλοι τους θα επηρεαστούν από τα αποτελέσματά τους. Ωστόσο, στο βαθμό που υφίσταται αυτή τη στιγμή, η συζήτηση είναι βαθιά προκατειλημμένη, επειδή ουσιαστικές πτυχές του ζητήματος αποκρύπτονται ή απωθούνται:
* Κάθε πολιτική υπεράσπισης ή υποτίμησης ενός νομίσματος στο πλαίσιο μιας κρίσης οδηγεί σε μια ριζική εναλλακτική: είτε υποτάσσει τις οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις στην εξουσία των χρηματοπιστωτικών αγορών (συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων «αξιολόγησης», που λειτουργούν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες, και των  υποκριτικών απόλυτων «κρίσεων», είτε ενισχύει, όσον αφορά τις αρμοδιότητες του κράτους (και γενικότερα των δημόσιων θεσμών), τον περιορισμό των ανισορροπιών της αγοράς και την παραχώρηση προτεραιότητας στις μακροχρόνιες οικονομικές επενδύσεις έναντι των μεσοπρόθεσμων κερδοσκοπικών κινήσεων. Δεν μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα!
* Στη σημερινή του μορφή, υπό την επιρροή των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει πετύχει κάποιο βαθμό θεσμικής εναρμόνισης και έχει γενικεύσει κάποια θεμελιώδη δικαιώματα, κάτι το οποίο δεν πρέπει να αγνοούμε· ωστόσο, σε αντίθεση με τους διακηρυγμένους του στόχους, δεν έχει δημιουργήσει μια συγκλίνουσα εξέλιξη των εθνικών οικονομιών, απέχοντας πόρρω από μια ζώνη κοινής ευημερίας. Ορισμένες χώρες είναι κυρίαρχες, ενώ άλλες είναι κυριαρχούμενες, όσον αφορά το μερίδιό τους στην αγορά, τη συγκέντρωση κεφαλαίου, και τη βιομηχανική εξάρτηση/υποτέλεια. Οι λαοί μπορεί να μην έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα, όμως τα έθνη φαίνεται, όλο και περισσότερο, να έχουν.
* Κάθε «κεϋνσιανή» στρατηγική για τη δημιουργία δημόσιας «εμπιστοσύνης» στην οικονομία βασίζεται σε τρεις αλληλοεξαρτώμενους πυλώνες: μια σταθερή ισοτιμία, ένα ορθολογικό φορολογικό σύστημα, καθώς και μια κοινωνική πολιτική, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την ενίσχυση της λαϊκής κατανάλωσης για τη συντήρηση της ζήτησης. Αυτή η τρίτη πτυχή αγνοείται συστηματικά στα περισσότερα επίκαιρα σχόλια, ακόμη και από τους ίδιους τους μεταρρυθμιστές, προφανώς όχι τυχαία.

IV. Προς τα πού τείνει η παγκοσμιοποίηση;
Όλη αυτή η συζήτηση αναφορικά με το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα (στο οποίο, ας μην ξεχνάμε, μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, συμπεριλαμβανομένης της Μεγάλης Βρετανίας, της Σουηδίας και της Πολωνίας) και το μέλλον της Ευρώπης θα παραμείνει εντελώς αφηρημένη, εκτός αν συναρθρωθεί με τις πραγματικές ροπές της παγκοσμιοποίησης -- και ειδικά εκείνες που η οικονομική κρίση θα επιταχύνει εκπληκτικά, εκτός αν υπάρξει πολιτική απάντηση από τους λαούς και τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις. Πώς θα μπορούσαμε να τις συνοψίσουμε; Πρώτον, γινόμαστε μάρτυρες μιας μετάβασης από έναν τύπο διεθνούς ανταγωνισμού σε έναν άλλο: δεν έχουμε να κάνουμε πλέον με έναν ανταγωνισμό (κυρίως) παραγωγικών κεφαλαίων, έναν καπιταλισμό της παραγωγής, αλλά με έναν ανταγωνισμό ανάμεσα σε εθνικές επικράτειες, οι οποίες χρησιμοποιούν φορολογικά προνόμια και τη μείωση του κόστους της εργασίας, για να προσελκύσουν περισσότερα κεφάλαια από τους γείτονές τους. Σήμερα, είναι ξεκάθαρο πως είτε η Ευρώπη θα λειτουργήσει ως μηχανισμός αλληλεγγύης και συλλογικής στήριξης ανάμεσα στα μέλη της για να τα προστατέψει από «συστημικά ρίσκα» είτε (πιεσμένη από κράτη που είναι προς στιγμήν πιο ισχυρά, και την κοινή τους γνώμη) απλώς θα θέσει ένα νομικό πλαίσιο για να εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα μέλη της και ανάμεσα στους πολίτες τους -- και αυτό θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά. Όμως υπάρχει και μια δεύτερη τάση: ένας μετασχηματισμός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, ο οποίος αποσταθεροποιεί ριζικά την κατανομή της εργασίας στον κόσμο. Έχουμε να κάνουμε με μια νέα παγκόσμια δομή, όπου Βορράς και Νότος, Ανατολή και Δύση αλληλοανταλλάσσουν τώρα θέσεις. Για την Ευρώπη, ή έστω το μεγαλύτερο κομμάτι της, αυτό συνεπάγεται αυτομάτως μια βάναυση ένταση των ανισοτήτων: κατάρρευση των μεσαίων τάξεων, συρρίκνωση των εξειδικευμένων επαγγελμάτων, μετατόπιση των «μη προστατευόμενων» παραγωγικών δραστηριοτήτων, υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και των κοινωνικών δικαιωμάτων, καταστροφή της πολιτιστικής βιομηχανίας και γενικότερα των δημόσιων υπηρεσιών. Γι’ αυτό και οι αντιστάσεις ενάντια στην υπερεθνική πολιτική ολοκλήρωση με τη λογική της προστασίας της εθνικής κυριαρχίας των κρατών θα έχουν, εν τέλει,  ως αποτέλεσμα τη φθορά της άμυνας κάθε κράτους. Θα επισπεύσουν επίσης μια επιστροφή στις εθνικές διαμάχες, τις οποίες το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ήθελε να ξεπεράσει διά παντός. Ωστόσο, είναι επίσης ξεκάθαρο ότι ακόμα μεγαλύτερη πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης δεν μπορεί να προέλθει «από τα πάνω», με μια γραφειοκρατική απόφαση. Απαιτεί δημοκρατική συμμετοχή και προάγεται σε κάθε χώρα και σε όλη την ήπειρο συνολικά.

V. Λαϊκισμός: κίνδυνος ή διέξοδος;
Δεν μπορούμε επομένως παρά να θέσουμε την ερώτηση: Όλα όσα ζούμε είναι η αρχή του τέλους για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα οικοδόμημα που ξεκίνησε πριν από πενήντα χρόνια στη βάση μιας παλιάς ουτοπίας, αλλά τώρα αποδεικνύεται ανίκανη να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι καταφατική: αργά ή γρήγορα, αυτό θα είναι αναπόφευκτο, και πιθανότατα όχι χωρίς βίαιες αναταραχές. Αν δεν βρει τον δυναμισμό να επαναθεμελιωθεί σε ριζικά νέες βάσεις, η Ευρώπη θα καταστεί ένα εγχείρημα νεκρό πολιτικά. Όμως η διάλυση της Ε.Ε. αναπόφευκτα θα εξέθετε τους λαούς της στους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Δεν θα διαφέρουν πολύ από πτώματα που τα παρασύρει το ρεύμα στο ποτάμι… Αντιστρόφως, αν και μια επανίδρυση της Ευρώπης δεν εγγυάται σίγουρη επιτυχία, τουλάχιστον της δίνει τη δυνατότητα να κερδίσει κάποια γεωπολιτική ισχύ, προς το συμφέρον της και προς το συμφέρον άλλων. Με μια προϋπόθεση, βεβαίως: ότι η Ε.Ε. θα αντεπεξέλθει με θάρρος σε όλες τις προκλήσεις που εμπεριέχονται στην ιδέα μιας πρωτότυπης μορφής μεταεθνικής ομοσπονδίας, ενός νέου τύπου φεντεραλισμού. Και οι προκλήσεις αυτές θα είναι, βέβαια, τεράστιες: η δημιουργία μιας κοινής δημόσιας αρχής, που δεν θα αποτελεί ούτε κράτος ούτε απλώς «διακυβέρνηση» πολιτικών και ειδικών· η διασφάλιση γνήσιας ισότητας μεταξύ των εθνών, με την ταυτόχρονη πάλη ενάντια στον αντιδραστικό εθνικισμό, είτε αυτός βρίσκεται με τη μεριά των «ισχυρών» είτε με τη μεριά των «αδυνάτων»· και, πάνω απ’ όλα, η αναζωογόνηση της δημοκρατίας στον ευρωπαϊκό χώρο, ενάντια στην τρέχουσα διαδικασία «απο-δημοκρατικοποίησης» ή «κρατισμού χωρίς κράτος», που παράγει ο νεοφιλελευθερισμός και η αποικιοποίηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων από μια γραφειοκρατική κάστα, που αποτελεί επίσης, σε μεγάλο βαθμό, την πηγή της διαφθοράς στον δημόσιο χώρο.
Υπάρχει κάτι προφανές, που θα έπρεπε να έχει γίνει αντιληπτό εδώ και καιρό: δεν πρόκειται να υπάρξει πορεία προς τον φεντεραλισμό στην Ευρώπη (όπως τον υπερασπίζονται ορισμένοι, και ορθώς) αν η ίδια η δημοκρατία δεν υπερβεί τις υπάρχουσες δομές, ενισχύοντας την επιρροή του λαού στους υπερεθνικούς θεσμούς. Μήπως αυτό σημαίνει πως, για να αντιστρέψουμε την πορεία της τρέχουσας Ιστορίας, για να ταρακουνηθούμε από τον λήθαργο μιας αποσυντιθέμενης πολιτικής κατασκευής, θα χρειαζόμασταν ένα είδος ευρωπαϊκού λαϊκισμού, ένα συγκλίνον κίνημα ή μια ειρηνική εξέγερση των λαϊκών μαζών που θα εκφράζουν τον θυμό τους ως θύματα της κρίσης ενάντια στους δημιουργούς της και τους επωφελημένους, απαιτώντας έναν έλεγχο «από τα κάτω» ενάντια στα μυστικά πάρε-δώσε και τις κρυφές συμφωνίες που κάνουν οι αγορές, οι τράπεζες και τα κράτη; Βέβαια! Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα άλλος τρόπος για να ονομάσουμε την πολιτική δημιουργία του λαού. Συμφωνώ πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες καταστροφές, και γι’ αυτό χρειαζόμαστε ισχυρούς θεσμικούς κανόνες και, πάνω απ’ όλα, την ανάδυση πολιτικών δυνάμεων στον ευρωπαϊκό στίβο, που θα εισαγάγουν μια κουλτούρα, ένα φαντασιακό, καθώς και ασυμβίβαστα δημοκρατικά ιδανικά σε αυτό τον «μετα-εθνικό» λαϊκισμό. Υπάρχει ένα ρίσκο, μικρότερο ωστόσο από ό,τι εάν επικρατήσει ο εθνικισμός σε οποιαδήποτε μορφή του.

VI. Πού είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά;
Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, τέτοιες πολιτικές δυνάμεις συνιστούσαν τον πολιτικό χώρο που παραδοσιακά αποκαλούσαμε «Αριστερά». Όμως η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται κι αυτή σε κατάσταση πολιτικής χρεοκοπίας, σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο. Στον ευρύτερο πολιτικό χώρο στον οποίο αναφερόμαστε και ο οποίος εκτείνεται πέρα από σύνορα, έχει χάσει κάθε δυνατότητα να εκπροσωπήσει κοινωνικούς αγώνες ή να οργανώσει χειραφετητικά κινήματα. Έχει παραδοθεί στα δόγματα και τη λογική του νεοφιλελευθερισμού. Συνεπώς, έχει αποσυντεθεί ιδεολογικά. Αποστερημένα από κάθε ισχυρή λαϊκή υποστήριξη, τα κόμματα που κατ’ όνομα την ενσαρκώνουν αποτελούν τώρα ανίσχυρους θεατές και σχολιαστές της κρίσης, για την οποία δεν προσφέρουν κάποια συγκεκριμένη συλλογική απάντηση. Έχουν τηρήσει εντελώς παθητική στάση μετά το οικονομικό σοκ του 2008, και παρέμειναν παθητικά όταν οι συνταγές του ΔΝΤ (τις οποίες σε άλλους καιρούς και σε άλλες χώρες καταδίκαζαν με σθένος) επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, ενώ το ίδιο παθητικά αντέδρασαν όταν προτάθηκε η «διάσωση του ευρώ» με έξοδα των μισθωτών εργαζομένων και των απλών καταναλωτών. Και αποδείχτηκαν ανίκανα να προκαλέσουν έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με τη δυνατότητα και τα μέσα μιας Ευρώπης της αλληλεγγύης…
Θα μπορούσαμε κάλλιστα να αναρωτηθούμε: Υπό τέτοιες συνθήκες, τι πρόκειται να συμβεί όταν η κρίση περάσει στην επόμενη φάση; Όταν οι εθνικές πολιτικές, όλο και περισσότερο καταπιεστικές, απολέσουν το κοινωνικό τους περιεχόμενο ή τα εναπομείναντα κοινωνικά τους άλλοθι; Είναι σχεδόν βέβαια ότι θα έχουμε κινήματα διαμαρτυρίας, αλλά θα βρεθούν απομονωμένα, πιθανόν να εκτραπούν προς τη βία ή να περάσουν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία (που ήδη καλπάζουν). Στο τέλος θα παραγάγουν περισσότερη ανημπόρια, περισσότερη απελπισία. Αυτό είναι τραγικό, εφόσον η καπιταλιστική και η ίδια η εθνικιστική Δεξιά, όντας σε θέση άμυνας, είναι στρατηγικά διχασμένη: ήταν ξεκάθαρο όταν η συγκράτηση των δημοσίων ελλειμμάτων αντιπαρατέθηκε στις επενδυτικές πολιτικές και θα γίνει ακόμα πιο εμφανές όταν θα κινδυνεύει η ίδια η ύπαρξη των κοινών ευρωπαϊκών θεσμών (οι εξελίξεις στη Βρετανία προοιωνίζονται  τι έπεται). Υπήρχε λοιπόν μια μεγάλη ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί, μια ευκαιρία για ξεκάθαρες κουβέντες. Το ερώτημα όμως αφορά και τους διανοούμενους: Τι θα έπρεπε και τι θα μπορούσε να αποτελέσει μια δημοκρατικά επεξεργασμένη πολιτική δράση ενάντια στην κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα συνδυάζει και τα δύο πεδία (οικονομική και κοινωνική πολιτική), αντιμετωπίζοντας τη διαφθορά και μειώνοντας τις ανισότητες που τη συντηρούν, αναδιαρθρώνοντας τα χρέη και ορίζοντας κοινούς στόχους, ούτως ώστε να καταστούν νόμιμες οι μεταφορές φορολογικών πόρων ανάμεσα σε αμοιβαία αλληλοεξαρτώμενα κράτη; Η αποστολή των προοδευτικών διανοούμενων, είτε θεωρούν τους εαυτούς τους ρεφορμιστές είτε επαναστάτες, είναι να συζητήσουν αυτό το θέμα και να πάρουν ρίσκα. Εάν αποτύχουν σε αυτό, τότε είναι αδικαιολόγητοι.
Μετάφραση: Γιώργος Κατσαμπέκης
Το κείμενο του Ετιέν Μπαλιμπάρ γράφτηκε στις 21 Μαΐου και κυκλοφόρησε, στα γαλλικά και τα αγγλικά (με τίτλο: Europe: Crise et fin? και Europe: Final Crisis?) στο διαδίκτυο, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το μετέφρασε από τα αγγλικά ο Γιώργος Κατσαμπέκης και δημοσιεύτηκε αρχικά στο μπλογκ Radical Desire. Δημοσιεύουμε σήμερα τη μετάφραση με την άδεια του μεταφραστή, που τον ευχαριστούμε και από τη θέση αυτή. Έχουν γίνει μικρές αλλαγές από τον Ετιέν Μπαλιμπάρ και επίσης, στη μετάφραση, έχει ληφθεί υπόψη η γαλλική εκδοχή του κειμένου. Τέλος θέλουμε να ευχαριστήσουμε θερμά τη Χρυσάνθη Αυλάμη, που μας έφερε σε επαφή με τον Ετιέν Μπαλιμπάρ, καθώς και για την εν συνόλω βοήθειά της.
βλ και

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Λαϊκισμός: έγκλημα ή και διέξοδος; του Γιαννη Σταυρακακη και του Γιωργου Κατσαμπεκη (αναδημοσιευση αποΑΥΓΗ)

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/12/2010
του Γιαννη Σταυρακακη και του Γιωργου Κατσαμπεκη

«Όμως μέσα στο κομματικό σύστημα ελλόχευε μία ωρολογιακή βόμβα: O λαϊκισμός»
Γιάννης Λούλης (Ημερησία, 6.11.2010)

«Αν ο λαϊκισμός ήταν θρησκεία, η Ελλάδα θα ήταν Πακιστάν»
Στέφανος Κασιμάτης (Η Καθημερινή, 22.9.2010)

«Λαϊκισμός: 1. α. Πολιτική φιλοσοφία που υποστηρίζει τα δικαιώματα και την εξουσία του λαού στην πάλη του ενάντια στην προνομιούχο ελίτ. β. Το κίνημα που οργανώνεται γύρω από αυτή τη φιλοσοφία. [...]»
American Heritage Dictionary

Κάτι τρέχει με τον λαϊκισμό. Γιατί τροφοδοτεί άραγε συνεχώς ανησυχητικές διατυπώσεις, όπως οι δύο πρώτες παραπάνω; Φαίνεται πως δε περνά ούτε μέρα που να μην διαβάσουμε κάτι γι' αυτή την τρομερή αρρώστια της πολιτικής που κατατρώει τη δημοκρατία μας και απειλεί να εκραγεί ως βόμβα στα χέρια του πολιτικού συστήματος που τον ανέθρεψε, οδηγώντας μας όλους στο χάος. Ιδού λοιπόν ο εχθρός: Ο λαϊκισμός! Αυτός υποτίθεται πως φταίει διαχρονικά για όλα τα δεινά μας και σίγουρα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα η χώρα.
Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο βεβαίως. Ως γνωστόν, οι πολιτικοί --τόσο της χώρας μας όσο και οι ομόλογοί τους σε πολλές δημοκρατίες της Ευρώπης-- δεν χάνουν ευκαιρία να μιλήσουν για τον εγκληματικό λαϊκισμό του αντιπάλου (προσοχή εδώ: πάντα του αντιπάλου), σε αντίθεση με τη δική τους «υπεύθυνη» στάση που συνήθως παραπέμπει σε μια αγιοποιημένη πια έννοια της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης στο πολιτικό κέντρο. Δεν ήταν τυχαίο το δίλημμα προ του οποίου μας έθετε, πριν από λίγο μόνον καιρό και συγκεκριμένα στις ευρωεκλογές του 2009, η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή και το οποίο αξίζει να θυμηθούμε: «Λαϊκισμός ή Υπευθυνότητα». Το εν λόγω δίλημμα αποτέλεσε την αποκρυστάλλωση αυτής ακριβώς της λογικής. Και η ειρωνεία είναι πως, ακόμα και αν δεν τέθηκε ρητά, προ αυτού του διλήμματος μας έθεσε πολύ πρόσφατα και η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές: «είτε υποκύπτετε (εσείς, ο λαός) στον λαϊκισμό του αντιμνημονιακού μπλοκ, είτε τηρείτε μια υπεύθυνη πατριωτική στάση και ανανεώνετε την εμπιστοσύνη σας στην κυβέρνηση». Αυτό δεν ειπώθηκε με λίγα λόγια;
Δεδομένης της προνομιακής θέσης που κατέχει ο όρος στο λεξιλόγιό μας, πώς οριοθετείται σήμερα το νοηματικό εύρος του «λαϊκισμού»; Στον εγχώριο πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο, ο λαϊκιστής έχει ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό (αν όχι απόλυτα) με τον «δημαγωγό» ή τον «δημοκόπο». Για να το θέσουμε με όσο το δυνατόν απλούστερους όρους, αποδίδεται σε εκείνους τους πολιτικούς (αν και όχι μόνον σε πολιτικούς) που κολακεύουν αφειδώς το λαό, υποσχόμενοι πράγματα τα οποία δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν. Σε εκείνους που καθορίζουν ακόμα και τις μεσοπρόθεσμες πολιτικές τους με βάση τη λογική της εξασφάλισης μερικών ψήφων παραπάνω σε κάποιες επερχόμενες εκλογές (σχετική εδώ και η περιβόητη «παροχολογία», σχεδόν συνώνυμη --όσον αφορά τα εγχώρια-- του λαϊκισμού, όπως και η συζήτηση περί «πολιτικού κόστους»). Κανείς φυσικά δεν μπορεί να νομιμοποιεί αυτά τα φαινόμενα. Γιατί, όμως, οι διάφοροι πολιτικοί και δημοσιολόγοι δεν χρησιμοποιούν άλλους, πιο ταιριαστούς ίσως για την περιγραφή τους, όρους, όπως «δημαγωγός», «λαοπλάνος» ή και «λαοκόλακας»;
Μήπως, τελικά, ή αποκλειστική ταύτιση του «λαϊκισμού» με αυτές τις (υπαρκτές) παθογένειες της δημοκρατίας, μας κάνει να παραβλέπουμε κάποιες άλλες ουσιώδεις πτυχές του;  Μήπως περιορίζει ασφυκτικά το νοηματικό εύρος μιας πολύσημης πολιτικής κατηγορίας; Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η συντριπτική πλειοψηφία πολιτικών, δημοσιογράφων και λοιπών αρθρογράφων, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως ο λαϊκισμός, στην ευρύτερη έννοια του, δε φέρει κανένα «πρόσημο» εκ των προτέρων, δεν είναι απαραίτητα ούτε καλός ούτε κακός. Όπως ακριβώς δε μπορούμε να φανταστούμε τον δήμο της δημοκρατίας χωρίς λαό, κάπως έτσι φαίνεται εξίσου δύσκολο να μιλήσουμε για δημοκρατική πολιτική χωρίς λαϊκισμό, χωρίς δηλαδή μορφές πολιτικού λόγου που επικαλούνται και θέτουν τον «λαό» ως σημείο αναφοράς, ως προνομιακό υποκείμενο, ως βάση νομιμοποίησης και συμβολικό μοχλό διεκδικήσεων. Εξάλλου, στο όνομα του λαού δεν γράφονται τα συντάγματα; Στο όνομα του λαού δεν ασκείται η πολιτική εξουσία; Στη νομιμοποίηση του λαού δεν «πατάνε» οι δημοκρατίες; Κοινότοπα, απλουστευτικά, ίσως και ρομαντικά όλα αυτά, θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς, αλλά αξίζει να υπενθυμιστούν, γιατί αυτό που συμβαίνει παράλληλα είναι ακριβώς η κυριαρχία μιας τρόπον τινά αντι-λαϊκιστικής λογικής, που --συνειδητά ή ασυνείδητα, από πρόθεση ή από σπόντα-- θέτει τον λαό στο περιθώριο. Μιας υπερβολικά τεχνοκρατικής αντίληψης για την πολιτική, που την υποβιβάζει σε απλή διαχειριστική υποχρέωση, γυμνή από τα στοιχεία της διαφορικής επιλογής, της ανοιχτής δημοκρατικής απόφασης, έρμαιο «αντικειμενικών» γνωματεύσεων και υποδείξεων των κάθε λογής «ειδικών» και «τεχνοκρατών», από τους επικοινωνιολόγους μέχρι τους «ανεξάρτητους» κεντρικούς τραπεζίτες, που πάντα ξέρουν καλύτερα, πριν από μάς για μάς. Δεν καταλήγουμε, όμως, έτσι σε μια απο-πολιτικοποιημένη δημοκρατία --μια μεταδημοκρατία θα πει ο Colin Crouch-- [1[, μια δημοκρατία που προσιδιάζει απλώς σε ταξινομική συνθήκη, σε αστυνομική (με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο ο Jacques Rancière[2])    λειτουργία ή διοικητική υποχρέωση;  Μια μεταδημοκρατία όπου ο πολίτης και το λαϊκό-δημοκρατικό υποκείμενο αντικαθίστανται από τον «πελάτη» μιας στοχευμένης πολιτικής εκστρατείας, τον παθητικό καταναλωτή ενός πολιτικού «προϊόντος» ή ακόμα και τον (δια της αποχής πλέον εκφραζόμενο) εκλογικό «όμηρο» μιας ανοιχτά πια διακηρυγμένης «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης»;
Ως διχοτομική θεώρηση του κοινωνικού (ως χάραξη ενός ορίου και οριοθέτηση διακριτών πολιτικών επιλογών) και άρα ως διαδικασία γέννησης (ρηματικής κατασκευής και συναισθηματικής επένδυσης) ενός συλλογικού «εμείς» απέναντι σε ένα «αυτοί», ο λαϊκισμός αποτελεί πυρηνικό στοιχείο της διάστασης του πολιτικού. Εντοπίζεται δηλαδή στο επίκεντρο των οντολογικών προϋποθέσεων της πολιτικής στην δημοκρατική της προοπτική (διαφορά, αντίθεση, ανταγωνισμός, αγωνισμός). Οι ιδιαίτερες μορφές στις οποίες ενδέχεται να εκβάλει ένας λαϊκιστικός λόγος είναι, βέβαια, ένα άλλο ζήτημα˙ μπορεί να εμφανιστεί δηλαδή με διάφορα και ετερόκλητα περιεχόμενα, ανάλογα πάντα με τα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά συγκείμενα της ανάδυσής του και από αυτά επομένως εξαρτάται και το ιδιαίτερο ιστορικό φορτίο του εκάστοτε λαϊκισμού (π.χ. ένας ακροδεξιός λαϊκισμός της εθνικής καθαρότητας και περιχαράκωσης δε θα μπορούσε να αποτιμηθεί το ίδιο με έναν λαϊκισμό που συνδέεται με ένα εξισωτικό, χειραφετητικό πρόγραμμα και την είσοδο ευρύτερων αποκλεισμένων μαζών και στρωμάτων στην πολιτική). Υπάρχουν έτσι, στην διεθνή εμπειρία, λαϊκισμοί αντι-θεσμικοί (αρχηγικοί, αυταρχικοί) και θεσμικοί (που παράγουν νέους θεσμούς δημοκρατικής συμμετοχής και εκπροσώπησης και λειτουργούν ως δίαυλοι διεκδίκησης δικαιωμάτων από αποκλεισμένους τομείς της κοινωνίας πολιτών), βίαια ανταγωνιστικοί και αγωνιστικοί (για να αναφερθούμε στην σημαντική έννοια της Chantal Mouffe [3]), αντιδραστικοί και προοδευτικοί, χοντροκομμένοι και σοφιστικέ, «χυδαίοι» και «ευγενείς»• «λαϊκισμοί στους δρόμους» και «λαϊκισμοί στην εξουσία»[4],  λαϊκισμοί «από τα πάνω» και λαϊκισμοί «από τα κάτω»[5].  Έτσι, επίδικο αντικείμενο δεν θα πρέπει να είναι η ίδια η ύπαρξη του λαϊκισμού. Επίδικο αντικείμενο είναι το συγκεκριμένο (δημοκρατικό ή αντιδημοκρατικό) φορτίο του εκάστοτε λαϊκισμού, το οποίο δεν πρέπει να προδικάζεται εκ των προτέρων ως αρνητικό (ούτε βέβαια και ως απαραίτητα θετικό). Οφείλουμε, με άλλα λόγια, να ξεπεράσουμε ηθικιστικές καταδίκες και εξιδανικευτικές συνηγορίες. Όσο υπάρχει δημοκρατία και συγκροτείται λαός, τόσο θα υπάρχει και πολιτικός λόγος συναρθρωμένος με αναφορά στον λαό αυτό και στις διάφορες συμβολικές εκφάνσεις του -- και αντίστροφα. Κι αυτό, κάποιες φορές, όχι μόνο δεν αποτελεί κίνδυνο για τη δημοκρατία, αλλά μπορεί να συνιστά και όρο αναζωογόνησής της[6].  Σίγουρα όχι επαρκή, αλλά συχνά αναγκαίο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, σε πρόσφατο κείμενό του για την οικονομική κρίση και την Ευρώπη, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ δεν βλέπει άλλη διέξοδο για μια προοδευτική αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής δημο-κρατικής πολιτικής, από την άρθρωση μιας ευρείας συμμαχίας: ενός πανευρωπαϊκού λαϊκισμού[7].

Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος δρ στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
Ο Γιάννης Σταυρακάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

[1] Βλ. Κόλιν Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2006.
[2] Βλ. Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009.
[3] Για την έννοια του «αγωνισμού» βλ. Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πόλις, Αθήνα 2004,  σ. 183-191, και της ιδίας, Επί του πολιτικού, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα 2010, σ. 28-30.
[4] Francisco Panizza, "Neopopulism and its Limits in Collor's Brazil", Bulletin of Latin American Research, τόμ. 19, τεύχ. 2, 2000, σ. 190.
[5] Susanne Gratius, The ‘Third Wave of Populism’ in Latin America, Working Paper αρ. 45, FRIDE, Μαδρίτη 2007, σελ. 20.
[6] Προς αυτή την κατεύθυνση, της κριτικής αποτίμησης και κατανόησης της οπωσδήποτε αμφίσημης, αλλά και ίσως κρίσιμης, σχέσης λαϊκισμού και δημοκρατίας, κινείται και ο φάκελος που αφιερώνει στο θέμα αυτό το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονα Θέματα που μόλις κυκλοφόρησε (τεύχος 110) και όπου μεταφράζονται πρόσφατα κείμενα των πιο σημαντικών στη διεθνή βιβλιογραφία μελετητών του λαϊκιστικού φαινομένου, του Ernesto Laclau και της Margaret Canovan (είναι μάλιστα η πρώτη φορά που μεταφράζεται στα ελληνικά κείμενο της αγγλίδας θεωρητικού). Κείμενα που ίσως αξίζει να διαβαστούν και να εμπλουτίσουν την συζήτηση και στην εγχώρια δημόσια σφαίρα.
[7] Βλ. σχετικά Étienne Balibar, «Κρίση της Ευρώπης, τέλος της Ευρώπης; Έξι θέσεις», Κυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 13/6/2010.

Η κατάργηση του δικαιώματος στη διαφωνία./ του Γιώργου Κατσαμπέκη/ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

12 Ιουνίου 2011

Η κατάργηση του δικαιώματος στη διαφωνία

του Γιώργου Κατσαμπέκη


Έργο του Τζωρτζ Γκρος
Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δε θα μπορούσε να είναι πιο σαφής και αυστηρή στο λιτό της ύφος. Διαβάσαμε λοιπόν πριν από μερικές ημέρες: «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή λυπάται για την αποτυχία των αρχηγών των ελληνικών πολιτικών κομμάτων να πετύχουν συναίνεση όσον αφορά την οικονομική προσαρμογή με στόχο να ξεπεραστεί η κρίση χρέους. Αναμένουμε ότι θα συνεχιστούν οι προσπάθειες προκειμένου να επιτευχθεί διακομματική συμφωνία και υποστήριξη προς το πρόγραμμα Ε.Ε.-ΔΝΤ. Πρέπει να υπάρξει σύντομα συμφωνία. Ο χρόνος τελειώνει. Είναι ζωτικής σημασίας για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας όλα τα ελληνικά κόμματα, περιλαμβανομένων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, να υιοθετήσουν εποικοδομητική νοοτροπία και να υποστηρίξουν το πρόγραμμα Ε.Ε.-ΔΝΤ και την εφαρμογή του».[1]
Δεν είναι η πρώτη φορά βεβαίως που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ειδικά από τη στιγμή που εισήλθαμε στον ιδιότυπο μηχανισμό «διάσωσης»· μιας «διάσωσης» που, μέρα με τη μέρα, όλο και πιο καθαρά, δείχνει να στραγγαλίζει τον «διασωζόμενο» ελληνικό λαό. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν λυπάται γι’ αυτό. Λυπάται γιατί οι αρχηγοί των ελληνικών κομμάτων (αλλά και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα στο σύνολό τους, όπως δηλώνεται στο κείμενο) δε συναινούν στην εφαρμογή ενός προγράμματος «δημοσιονομικής προσαρμογής» που ως μόνα ξεκάθαρα αποτελέσματα μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει την άνευ προηγουμένου (τουλάχιστον όσον αφορά τα μεταπολεμικά χρόνια) επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, τη βαθιά –και χωρίς προοπτική άμεσα διαφαινόμενης ανάκαμψης– ύφεση και την εκτόξευση του δημοσίου χρέους σε νέα ιστορικά ύψη. Μα γιατί άραγε δε συναινούν οι πολιτικοί αρχηγοί σε ένα τέτοιο λαμπρό πρόγραμμα; Γιατί δεν υιοθετούν, όπως ζητά η Επιτροπή, μία «εποικοδομητική νοοτροπία»;
Χωρίς να κρίνουμε εδώ το περιεχόμενο των αντιπροτάσεών τους ή την όποια αιτιολόγηση της άρνησης εκεί όπου δεν εντοπίζουμε κάποια θετική αντιπρόταση, αξίζει ωστόσο να εστιάσουμε στο δικαίωμα στη διαφωνία καθεαυτό. Δε μας απασχολεί με άλλα λόγια το περιεχόμενο της διαφωνίας, αλλά η ίδια της η σημασία ως τέτοια. Είναι μάλλον κλισέ, αλλά ας το υπενθυμίσουμε. Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε έναν ορισμό της δημοκρατίας σε όσο το δυνατό λιγότερες κουβέντες, θα λέγαμε πως δημοκρατία είναι το πολίτευμα που νομιμοποιεί και θεσμοποιεί τη διαφωνία. Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν μονόδρομοι –όπως έχουμε βαρεθεί να ακούμε τον τελευταίο χρόνο–, αφού η λύση σε ένα πρόβλημα δεν είναι ποτέ μία και αδιαμφισβήτητη, αλλά έγκειται ακριβώς στη στιγμή της απόφασης. Και απόφαση σημαίνει επιλογή μίας εναλλακτικής οδού μεταξύ άλλων, που δεν χάνουν όμως την αξία τους. Αν η σημασία της διαφωνίας και του πλουραλιστικού ανταγωνισμού έτεινε απλώς να τεθεί στο περιθώριο τα τελευταία χρόνια, μέσα στον μεταδημοκρατικό δημοσιολογικό χυλό της ύστερης μεταπολίτευσης, σήμερα μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια πως επιχειρείται ο ενταφιασμός της! Η ίδια η κυβέρνηση, όπως άλλωστε τονίζει με κάθε αφορμή, δεν επιλέγει, δεν αποφασίζει, αλλά ακολουθεί ευλαβικά ένα συγκεκριμένο μονόδρομο μονοπάτι, που προβάλλει ως η μοναδική οδός για τη «σωτηρία». Θαρρεί κανείς πως δεξιά κι αριστερά χάσκει ο γκρεμός και άρα παρέκκλιση από τον ακολουθούμενο δρόμο θα ισοδυναμούσε με καταστροφή.
Για να σιγουρευτούμε ότι αυτό το μονοπάτι είναι πραγματικά η μοναδική οδός προς τη «σωτηρία», πέρα από τις εγχώριες συναγερμικές εκκλήσεις σε «πανεθνική συστράτευση», στο «πατριωτικό καθήκον», και άλλα τέτοια σχετικά, που λιτανικά μηρυκάζει ο πρωθυπουργός της χώρας, όλο και πυκνώνουν οι αυστηρές παρεμβάσεις από τους εταίρους-δανειστές μας. Το σημαίνον της «συναίνεσης» που πρόβαλε σε πρώτη φάση στο λόγο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά πλέον και των λοιπών εταίρων της περίφημης «τρόικας», ως νουθεσία, ως παραίνεση, τώρα αποκτά τον χαρακτήρα ξεκάθαρου εκβιασμού: Συναινέστε στο μονόδρομο που χαράσσεται από τη “μνημονιακή” πολιτική, αλλιώς δε βλέπετε άλλη δόση! Η Ευρωπαϊκή Ένωση τελικά, στο περιβάλλον που δημιούργησε η διεθνής οικονομική κρίση, όπως αυτή κορυφώθηκε το 2008 σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και όπως μετεξελίχθηκε στο ιδιαίτερο μικρο-περιβάλλον της Ένωσης τον τελευταίο χρόνο, λειτούργησε περισσότερο ως μέρος του προβλήματος παρά ως μέρος της λύσης. Ο οικονομίστικος λόγος της «αγοράς» έχει επιβάλει ολοκληρωτικά την παρουσία του και η πολιτική (ως συζήτηση μεταξύ εναλλακτικών προοπτικών με αγωνιστική διάθεση, ως διαφωνία-ανταγωνισμός, ως επιλογή-απόφαση) έχει τεθεί πλέον στο περιθώριο και κάθε ψήγμα επανεμφάνισής της ξορκίζεται ως «λαϊκισμός» ή «ανευθυνότητα», ακόμα και ως «αντιπατριωτική» στάση, όπως ιδιαίτερα εμφανίζεται στην ημεδαπή.
Δε θα ήταν υπερβολή τελικά να πούμε πως σήμερα, στον λόγο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά βεβαίως και της ελληνικής κυβέρνησης, η δημοκρατία καταργείται στο όνομα της «οικονομικής αναγκαιότητας». Από την άλλη βεβαίως, οφείλουμε να μην παραβλέπουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί συγκεκριμένο πολιτικό/τεχνοκρατικό όργανο και άρα η κάθε υπόδειξη ή πρότασή (ουσιαστικά παρέμβασή) της εκφράζει μία πολιτική επιλογή και όχι (όπως συχνά παρουσιάζεται) «αντικειμενική» ανάγκη. Η προσπάθεια απώθησης του πολιτικού χαρακτήρα της εκάστοτε επιλογής συνιστά ταυτόχρονα προσπάθεια απώθησης της πολιτικής συνολικά και εν προκειμένω απόπειρα συγκάλυψης του γεγονότος ότι η Επιτροπή φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο ως όργανο των περίφημων «αγορών».[2] Και δεν είναι βεβαίως η πρώτη φορά που ιστορικά βλέπουμε την πολιτική επιλογή του κυρίαρχου να ενδύεται το πέπλο της «αντικειμενικής» ανάγκης
Η «συναίνεση», την οποία είχαμε συνηθίσει με το προσωπείο του επιθυμητού ή/και του ευκταίου –ίδιον άλλωστε της μεταπολιτικής στροφής στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαπέντε περίπου ετών– επανασυστήνεται τελικά ως έξωθεν εκπορευόμενη εκβιαστική επιβολή, ως επιτακτικό κάλεσμα συμμόρφωσης σε μια υποτιθέμενη «εποικοδομητική νοοτροπία». «Αναγκαία» επομένως και η συναίνεση.
Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Το πρόβλημα εδώ πρέπει να τεθεί ξεκάθαρα. Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί, δεν είναι άλλο από το «σκάνδαλο» της δημοκρατίας.[3] Η τεχνοκρατική διαχείριση του βίου (ή, αλλιώς: της «καθημερινότητας του πολίτη»), η πολιτική με άλλα λόγια στη σημερινή της μεταλλαγή, ως «αστυνόμευση» (police) ή κατάτμηση των ιδιαίτερων αιτημάτων-ταυτοτήτων, ως διαδικασία διευθετήσεων και διακανονισμών, δε μπορεί να ανεχθεί πλέον την επίμονη και ενοχλητική ανάδυση της αρνητικότητας, ή αν θέλετε, του «πολιτικού», και αναζητά διεξόδους σε διάφορες πανικόβλητες αυστηρές ανακοινώσεις. Καθώς περνάμε από την παραίνεση/ευχή στον εκβιασμό (που ενέχει και μια μορφή βίας), το πρόβλημα δεν έγκειται πια στην διλημματική επιλογή ανάμεσα σε φιλοευρωπαϊσμό ή αντιευρωπαϊσμό, αλλά στο ίδιο το μέλλον της δημοκρατίας: πόσο απέχει τελικά η μεταδημοκρατική παρέκκλιση από μία αντι-δημοκρατική τροπή; Μήπως τελικά, σήμερα, από τη μεταδημοκρατία αγόμαστε πέρα από τη δημοκρατία;
Σε αυτό το πλαίσιο είναι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία και το ευρωπαϊκό κίνημα των «αγανακτισμένων» για «πραγματική δημοκρατία» που, ξεκινώντας από τις πλατείες της Ισπανίας, έχει εξαπλωθεί και κάνει πλέον ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στην πλατεία Συντάγματος της Αθήνας, τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης, στην Λάρισα, στην Πάτρα, αλλά και σε πολλές άλλες πλατείες της χώρας. Όσο προβληματικό και αν φαντάζει σε ορισμένους αυτό το κίνημα, όσα και αν μπορούν να λεχθούν για τα ιδιαίτερα (πολιτικά ή «απολίτικα», ξεκάθαρα ή αμφίσημα) περιεχόμενά του, δείχνει να εκφράζει ωστόσο ένα γνήσιο αίτημα των καιρών απέναντι στον (περισσότερο από ποτέ) εμφανή εκφυλισμό, αν όχι την καταστροφή, της υπαρκτής δημοκρατίας.[4] Και αυτό είναι κάτι με το οποίο οφείλουμε να ασχοληθούμε επισταμένως, ανεξάρτητα από της ιδιαίτερες θεωρητικο-πολιτικές υποκειμενικές μας δεσμεύσεις ή/και στρατεύσεις.
Ο Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Κατά τη σύνταξη του παρόντος επωφελήθηκα από συζητήσεις με τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Αλέξανδρο Κιουπκιολή, στους οποίους οφείλω θερμές ευχαριστίες.
[1] Βλ. «Η Κομισιόν προειδοποιεί: Συμφωνήστε στα μέτρα, ο χρόνος τελειώνει», Ελευθεροτυπία, 28.5.2011.
[2] Βλ. εδώ και τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Dirk Kurbjuweit στο γερμανικό περιοδικό Spiegel, ο οποίος σημειώνει σε πρόσφατο εκτενές άρθρο του: «Στη σημερινή Ευρώπη οι λαοί δεν έχουν πλέον τον έλεγχο. Αντ’ αυτού, οι πολιτικοί έχουν μετατραπεί σε σκλάβους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των αγορών. […] Αυτό είναι που είναι τόσο ενοχλητικό στη σημερινή κατάσταση: το γεγονός ότι οι πολιτικοί δείχνουν τόσο ανήμποροι και αβοήθητοι. Έχουν αποκτήσει ένα νέο αφέντη, και δεν είμαστε εμείς, ο λαός […] αλλά οι αδυσώπητες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι αγορές οδηγούν τους πολιτικούς ακόμα παραπέρα, στην ανησυχία, την ανημποριά, την ανεπάρκεια και τα ψέματα. Αυτοί που μας κυβερνούν κυβερνώνται τώρα από τις τράπεζες. Αυτή είναι η κατάσταση». Dirk Kurbjuweit, «Dignity and Democracy. Escaping the Clutches of the Financial Markets», Spiegel, 3.6.2011 (http://www.spiegel.de/international/europe/0,1518,766518,00.html).
[3] Για τη χρήση του όρου βλ. το βιβλίο του Jacques Rancière, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, Αθήνα 2009.
[4] Βλ. εδώ και τα πολύ χρήσιμα σχόλια του Νικόλα Σεβαστάκη στο πρόσφατο άρθρο του «Η αγία καθαρολογία και οι πλατείες της “αγανάκτησης”», RedNotebook, 30.5.2011 (http://www.rednotebook.gr/details.php?id=2588).

Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας του Γιώργου Κατσαμπέκη/πηγη : http://enthemata.wordpress.com/2011/

πηγη :

 http://enthemata.wordpress.com/2011/11/27/katsabeck/

 

Ο «κυρίαρχος λαός» και οι υπερασπιστές της νομιμότητας


του Γιώργου Κατσαμπέκη

Φωτογραφία του Αντρέ Κέρτες,1920
Το τελευταίο διάστημα τείνει να κυριαρχήσει στη δημόσια σφαίρα ένας συγκεκριμένος λόγος, μια αγωνιώδης απεύθυνση προς την κοινωνία, η οποία συνήθως παίρνει τη μορφή νουθεσίας ή/και πιεστικής παράκλησης για υπευθυνότητα και σύνεση. Ποιο το κεντρικό διακύβευμα σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση; Η αποτροπή μιας υποτιθέμενης επικείμενης αντιδημοκρατικής εκτροπής· ενός «χάους ανομίας». Αρχιερείς σε αυτή την προσπάθεια, πέρα από ηγετικά στελέχη της κυβέρνησης, έχουν αυτοχρισθεί γνωστοί αρθρογράφοι φιλοκυβερνητικών εφημερίδων και βεβαίως οι «συνήθεις ύποπτοι» τηλε-δημοσιογράφοι αντίστοιχων καναλιών, οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται και ως βασιλικότεροι του βασιλέως. Στον κατάλογο αυτού του άτυπου «κόμματος της υπευθυνότητας» βλέπουμε να στριμώχνονται διάφορα ετερόκλητα δημόσια πρόσωπα, διάσπαρτα στο πολιτικό/κομματικό φάσμα, από την «(παρα)εκσυγχρονισμένη» ανανεωτική αριστερά ως και την «υπεύθυνα» νουθετούσα ακροδεξιά.

Ο (διόλου) νέος αυτός λόγος που εκφέρουν οι συγκεκριμένοι φορείς επικεντρώνει στο ζήτημα της εφαρμογής των νόμων ως πυρήνα των σύγχρονων δημοκρατιών. «Προσοχή, κινδυνεύει η έννομη τάξη»… Σε τούτο έγκειται λοιπόν ο σημερινός κίνδυνος εκτροπής και όχι αλλού όπως νομίζουμε αρκετοί. Ξεχνούν ίσως, ή παραβλέπουν συνειδητά οι συγκεκριμένοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και λοιποί δημοσιολογούντες πως αν η δημοκρατία φέρει στον πυρήνα της την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της δύναμης/βούλησης των πολλών, δε τη φέρει μόνο ως θεσμισμένη [constituted] εξουσία/δύναμη (που εκδηλώνεται τυπικά στα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα με την τακτική, ανά τέσσερα χρόνια, προσέλευση στην εκλογική κάλπη για την παροχή της λεγόμενης «ελεύθερης εντολής» και πιο σπάνια στην κάλπη ενός δημοψηφίσματος), αλλά και ως θεσμίζουσα/συντακτική [constituent] εξουσία/δύναμη. Εδώ –ας υποθέσουμε κάπως αυθαίρετα– η πρόζα της υπευθυνότητας φαίνεται πως σέβεται τουλάχιστον την πρώτη ιδιότητα. Κάτι που βεβαίως δεν ισχύει απαραίτητα. Πώς να ερμηνεύσουμε άλλωστε την κυβερνητική και μηντιακή εμμονή του τελευταίου διαστήματος ότι οι πρόωρες εκλογές στην παρούσα συγκυρία θα ήταν μοιραίες για τη χώρα; Πώς να δούμε τον πανευρωπαϊκό τρόμο απέναντι στο ενδεχόμενο δημοψηφίσματος;

Για να επικεντρώσουμε όμως και πάλι στη διάκριση που κάναμε παραπάνω, μπορούμε να πούμε πως ο κυρίαρχος λαός σε μια δημοκρατία, ή τουλάχιστον σε μια πολιτεία που θέλει να καμώνεται τη δημοκρατική, (υποτίθεται πως) έχει τη δύναμη/εξουσία να αμφισβητεί ανοιχτά ανά πάσα στιγμή τους εκλεγμένους άρχοντές του, σε περίπτωση που θεωρήσει ότι αυτοί παρέκκλιναν ανεπανόρθωτα από την αρχική εντολή που τους εδόθη ή πολιτεύονται ενάντια στις ίδιες τις αρχές του Συντάγματος.[1] Αλλά ακόμα περισσότερο, έχει τη δύναμη (ίσως και την υποχρέωση σε ορισμένες περιπτώσεις/περιστάσεις) να αμφισβητεί ριζικά και να αλλάζει ακόμα και αυτούς τους ίδιους τους παγιωμένους τρόπους/διαδικασίες λειτουργίας του πολιτεύματος: να βγαίνει στους δρόμους και να ρίχνει κυβερνήσεις, να ανατρέπει νόμους ή ολόκληρα πολιτειακά καθεστώτα, να εξεγείρεται και να οδηγεί σε μια ριζική αλλαγή παραδείγματος.

Η ριζική, εκ βάθρων αμφισβήτηση και ανατροπή παγιωμένων δομών από το συλλογικό σώμα των πολλών κάθε άλλο παρά νέο στοιχείο συνιστά στην ανθρώπινη ιστορία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως, τουλάχιστον με το νου στους τελευταίους τέσσερις-πέντε αιώνες, αυτή η δυναμική ακριβώς είναι και η «ατμομηχανή» της ιστορικής εξέλιξης. Η δημοκρατία ούτε μαρμαρωμένο νομικό/δικαιικό ρυθμιστικό σύστημα είναι, ούτε υπερβατική απόλυτη ηθικοπολιτική νόρμα των ζωών μας. Στις δημοκρατίες, είτε μας (τους) αρέσει είτε όχι, κυρίαρχος είναι ο λαός, με ότι σημαίνει ή μπορεί να σημαίνει αυτό. Με τα καλά του και τα κακά του. Και ακριβώς όπως το Σύνταγμα τίθεται πάνω από το εκάστοτε νομοθετικό σώμα –ας μην ασχοληθούμε εδώ με την κατάφωρη «κουρελοποίησή» του από την κυβέρνηση Παπανδρέου–, έτσι και ο λαός τίθεται πάνω από το Σύνταγμα ή όποια άλλη θεσμισμένη κανονιστική νόρμα ως (και) συντακτικό συλλογικό σώμα το οποίο ne s’autorise que de lui me[2] (που θα έλεγε και ο Λακάν). Και όλα αυτά βεβαίως δεν είναι ούτε καινούρια, ούτε και ιδιαίτερα ριζοσπαστικά πράγματα. Τα έλεγε ο Τζέιμς Ουίλσον (ένας από τους «ιδρυτικούς πατέρες» των ΗΠΑ) περί τα τέλη του 18ου αιώνα, μας τα ξαναείπε πριν περίπου 65 χρόνια ο Μωρίς Ντυβερζέ και τα έχουν επαναλάβει (σε γενικές γραμμές) πολλοί-ές και από διάφορες σκοπιές έκτοτε.[3] Σκεφτείτε την έκπληξή τους, αν έβλεπαν την κατάσταση στην Ελλάδα των τελευταίων δύο ετών, όπου τα άτυπα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα ενδύονται πλέον το πέπλο της «υπεύθυνης στάσης».

Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία της δημοκρατίας άλλωστε (της «δημοκρατίας των Νεωτέρων», όπως προτιμά να την αποκαλεί ο M. Γκωσέ), θα δούμε ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που ο (άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο) «κυρίαρχος λαός» παρενέβη δυναμικά/ενεργητικά προκαλώντας ριζικές αλλαγές και μετασχηματισμούς στην εκάστοτε κατεστημένη τάξη [order]. Η έξοδός μας από το καθοριστικό «καπέλο» της θρησκευτικής/υπερβατικής τάξης, από την «ιερή τάξη του Ενός», άνοιξε ακριβώς το δρόμο προς την ριζικά αναστοχαστική αυτοθέσμιση του ανθρώπου, το δρόμο προς το αιώνιο ζητούμενο της αυτονομίας. Η έξοδος βεβαίως από την ετερόνομη τάξη μόνο οριστική ή παγιωμένη δε μπορεί να θεωρηθεί, αφού μάλλον συνιστά και αυτή ένα διαρκές ζητούμενο, αντικείμενο διαρκών αγώνων, όπως η «τέλεια δημοκρατία» που πολλοί φαντάζονται αλλά πάντα θα έρχεται (βλ. Ντεριντά). Το χαρακτηριστικό αυτό δημοκρατικό παράδοξο προσδίδει ακριβώς το σφρίγος στην πάντα εν τω γίγνεσθαι δημοκρατία, η οποία πάντα θα έρχεται αλλά ποτέ δε θα είναι τελικά εκεί.

Η απόλυτη και απαρέγκλιτη υποταγή στους νόμους συνεπώς, έτσι γενικά και αόριστα, δε λέει τίποτα ως τέτοια, πόσω μάλλον σε σχέση με το ιδεώδες που (υποκριτικά) σπεύδει να υπερασπιστεί. Αντιθέτως, δεν είναι λίγες οι φορές που προδίδει και την ανημπόρια μιας αυταρχικής τάξης να επιβληθεί ή/και να αναπαραχθεί. Αυτό δε σημαίνει πως θέλουμε εδώ να αντιπροτείνουμε μιαν αντιστοίχως μονομερή προσήλωση στην έννοια του «λαού» ως υποκειμένου συντακτικής εξουσίας. Οι δύο διαστάσεις μπορούν μάλλον να συνυπάρχουν σε μια παράδοξη ισορροπία.

Αλλά ακόμα και αν δεχτούμε τους όρους της μονομερούς ανάγνωσης των «νομιμοφρόνων» και «υπευθύνων», προκύπτει μια σειρά προβλημάτων. Αν λοιπόν αυτοί οι νόμοι για τους οποίους μιλάμε παραβιάζουν βασικές αρχές του Συντάγματος; Αν βάλλουν ευθέως ενάντια στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και φέρουν στον πυρήνα τους ένα βαθιά αντιδημοκρατικό ολοκληρωτικό πνεύμα; Τότε ποια είναι η υποχρέωση ενός λαού που κινείται, ή θέλει να κινείται (συνειδητά ή ασυνείδητα δε μας απασχολεί), προς την υπεράσπιση του δημοκρατικού ιδεώδους; Αυτή η υπευθυνο-λάγνα συναγερμική κλήση για προσήλωση στην εφαρμογή των νόμων διανθισμένη συχνά με ανταύγειες «εξορθολογισμού» (στο βαθμό ενός κατάφωρου πλέον ανορθολογισμού) δε ξεγελά, ή τουλάχιστον δε θα έπρεπε να ξεγελά κανέναν και καμία.

Αυτή η λογική, από κεντρικό μοτίβο στο λόγο της νεοκαραμανλικής διακυβέρνησης από το 2004 («λαϊκισμός ή υπευθυνότητα;») και μετά, στην εξύψωσή της σήμερα σε κεντρικό οιονεί υπερβατικό ηθικολογικό δίλημμα για την υποτιθέμενη διάσωση της δημοκρατίας, μόνο ένα στοιχείο φαίνεται να προσπαθεί μάταια να συγκαλύψει: τη βαθιά μεταπολιτική (αν όχι αντιπολιτική) κουλτούρα των κυβερνώντων που στην ιδεοληπτικά καθαρολογική/τεχνοκρατική της διάσταση τείνει να πάρει επικίνδυνα αυταρχικές κλίσεις. Μια τέτοια τυφλή και άκριτη υποταγή στους νόμους τους οποίους ψηφίζει με οριακή πλειοψηφία μια κυβέρνηση που στερείται λαϊκής-δημοκρατικής νομιμοποίησης αποκαλύπτει επίσης και μια μύχια επιθυμία των ελίτ: να κυβερνήσουν επιτέλους χωρίς λαό (βλ. Ζ. Ρανσιέρ)· χωρίς την υποτιθέμενη ανορθολογική ιδιοσυγκρασιακή βουλή του και τις ενοχλητικές του αντιρρήσεις και αντιδράσεις. Είναι σα να μας λένε: «Οι ειδικοί γνωρίζουν. Μην κάνετε πιο δύσκολο το ήδη απαιτητικό και κοπιώδες έργο τους. Υποστείτε στωικά τις συνέπειες των ενδεχομένως επώδυνων πολιτικών που επιλέγουν για σας και –αν επιβιώσετε– αύριο όλα θα παν καλά». Γι αυτό και μόνο έκπληξη δε προκαλεί, υπ’ αυτό το πρίσμα, η επιλογή/επιβολή (με τι νομιμοποίηση αλήθεια;) ενός τεχνοκράτη τραπεζίτη για τη θέση του πρωθυπουργού ο οποίος θα λειτουργεί ξεκάθαρα ως διαχειριστής/εντολοδόχος των Βρυξελών, αλλά και γενικότερα των συμφερόντων που και λόγω προϋπηρεσίας έχει μάθει πολύ καλά να εξυπηρετεί.

Έχουμε δει όμως που μας έβγαλε μέχρι τώρα η στεγνή διαχείριση αυτών που «ξέρουν καλύτερα» για μας πριν από εμάς και χωρίς εμάς· μήπως να δούμε αυτή τη φορά που μπορεί να μας βγάλει και η πολιτική; Και μάλιστα η με πάθος επενδεδυμένη πολιτική στη δημοκρατική της προοπτική, αυτή που ακουμπά πάνω σε τριβές και διαφωνίες, σε ανταγωνισμούς και συγκρούσεις, και, γιατί όχι, σε έναν υγιή ανορθολογισμό, σε όλα αυτά τελικά που καθιστούν τη δημοκρατία ζωντανό πεδίο συλλογικού αναστοχασμού και αυτοδιαμόρφωσης, ένα διαρκές διακύβευμα, έναν ατομικό και συλλογικό διαρκή αγώνα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, μιας και ο προορισμός μας θα είναι πάντοτε à venir.

O Γιώργος Κατσαμπέκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ







[1] Ας θυμίσουμε εδώ, για ακόμα μία φορά, και την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος (Άρθρο 120).

[2] Εξουσιοδοτείται μόνον από τον εαυτό του.

[3] Ο Κ. Καστοριάδης, η C. Mouffe και ο J. Rancière, για να κατονομάσουμε εδώ μόνο μερικούς από τους σύγχρονους πολιτικούς θεωρητικούς που έχουν διατυπώσει σχετικούς προβληματισμούς.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...