Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι δικοι μας Αγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι δικοι μας Αγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Σιμόν Βέιλ: Μια σύντομη ζωή που πρόλαβε να δεί πέρα από την εποχή της ..Aναδημοσιευση απο το ΜΕΤΑ ΤΗ ΚΡΙΣΗ

Σιμόν Βέιλ: Μια σύντομη ζωή που πρόλαβε να δεί πέρα από την εποχή της

του Γιώργου Μερτίκα
  
© "Αναγνώσεις της Αυγής", Γιώργου Μερτίκα:  Μια διανοούμενη  (21. 12. 2014)
SIMONE WEIL, Ανάγκη για ρίζες. Μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και στην κοινωνία, πρόλογος: T. S. Eliot, μτφρ.: Μαρία Μαλαφέκα, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 304
 
Η ψυχοσύνθεση των ανθρώπων μιας εποχής φανερώνεται τόσο στα πρόσωπα τα οποία ξεχωρίζουν μα και στην αποτίμησή τους, σύμφωνα με την κλίμακα των αξιών της. Έτσι, η Σούζαν Σόνταγκ ξεκινούσε το 1963 μια γλαφυρή παρουσίαση του έργου και της προσωπικότητας της Σιμόν Βέιλ γράφοντας: «Οι ήρωες του φιλελεύθερου αστικού πνευματικού πολιτισμού μας είναι αντι-φιλελεύθεροι και αντι-αστοί». 
Γεγονός είναι ότι ο σύντομος βίος της Βέιλ (1909-1943) έγινε θέμα σειράς βιογραφιών, που ξεπερνούν τις τριάντα, μα και πληθώρας δημοσιευμάτων. Ένα σύντομο πέρασμα μέσα απ’ αυτά τα δημοσιεύματα δείχνει και τις μετατοπίσεις  στη δεσπόζουσα νοοτροπία, φθάνοντας ίσαμε τη ριζική αντιστροφή της αξιολογικής κλίμακας. «Είναι το μόνο σπουδαίο πνεύμα της εποχής μας» έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ, για να έλθουμε στα πιο πρόσφατα δημοσιεύματα και βιογραφίες όπου η Βέιλ εμφανίζεται σαν καρικατούρα ανορεξικής διανοούμενης. 


Η αντισυμβατικότητα της συμπεριφοράς μιας φιλάσθενης ύπαρξης, η παθιασμένη στράτευση στο πλευρό των χαμένων μέχρι την αυτοθυσία διέγειραν τη φαντασία των συγχρόνων της και σήμερα δεν παύουν να προκαλούν τα ωφελιμιστικά και ηδονιστικά πρότυπα υγιεινής. Ό,τι χαρακτηρίζει τη Βέιλ είναι η αρρώστια, η «ασθένεια για θάνατο» της υπαρξιακής απόγνωσης για την ανθρώπινη μοίρα και την αναδεικνύει σε υπόδειγμα που αντιστρατεύεται τη σωματική ρωμαλεότητα της ναζιστικής και της μαζικής κουλτούρας. Το όνομα για την τάξη της ψυχής, λέει ο Πλάτωνας, είναι δικαιοσύνη και νόμος, κι αυτή η τάξη χύνεται σε επιχειρήματα, γίνεται ψυχολογία, σχηματοποιείται σε μύθο, σε θεολογία και θεωρία. Αυτή η τάξη της δικαιοσύνης και του νόμου δημιουργεί την ψυχική ρωμαλεότητα που με την Βέιλ ανατρέπει την πλατωνική ταυτότητα υγείας πνεύματος και σώματος, μια και οφείλει να καλουπωθεί μέσα σ’ ένα ασθενικό σώμα. 
Θυμηδία γεννά στο μεταμοντέρνο άτομο, κι ο επαγγελματίας πολιτικός ανακαλύπτει έναν χρήσιμο ηλίθιο σε μια ισχνή διανοούμενη που τρέφεται λιτά μέχρι τον θάνατό της επειδή η πλειονότητα δεν έχει τα αναγκαία, ενώ παράλληλα μεταφράζει Ρακίνα στα αρχαία ελληνικά σαν πνευματική άσκηση. Καθηγήτρια σε γαλλικό λύκειο και συγχρόνως πολιτική ακτιβίστρια, θα ταξιδέψει στη Γερμανία για ν’ αγωνιστεί στο πλευρό των Γερμανών κομμουνιστών και μετά τη συντριβή τους θα δώσει μάχη για να τους διασώσει. Την ίδια περίοδο ασκεί κριτική στην ΕΣΣΔ σαν ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού, ενώ διαβλέπει στις ΗΠΑ μια δικτατορία των τεχνικών. «Κάθε ανθρώπινη ομάδα», γράφει, «που ασκεί εξουσία δεν έχει σαν στόχο την ευτυχία των υπεξούσιων αλλά την αύξηση της ισχύος της. Αυτό είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για κάθε εξουσία». Στην ανάλυσή της για τη σοβιετική γραφειοκρατία ως καταπιεστικού θεσμού και την αντιμετώπιση του προλεταριάτου σαν μια πρώτη ύλη για τα εκσυγχρονιστικά σχέδια της πρωτοπορίας, θα απαντήσει ο Τρότσκυ, ο οποίος παρ’ ότι δέχεται πως η γραφειοκρατία διαφθείρει, την κατηγορεί για την αστική αδημονία της, «αναζωογονημένη από μια φθηνή εξύψωση του ρωσικού προλεταριάτου». «Θα πάρει πολλά χρόνια» γράφει ο Τρότσκυ, «για ν’ απελευθερωθεί αυτή και το είδος της από τις πιο αντιδραστικές μικροαστικές προκαταλήψεις». Δυο μήνες αργότερα, τον Νοέμβρη του 1933, η Βέιλ θα φιλοξενήσει τον Τρότσκυ στο πατρικό της σπίτι όπου ακολουθεί μια επεισοδιακή νύκτα διαμάχης, επικεντρωμένη στην καταστολή  της κομμούνας της Κροστάνδης. 
Το 1934 η Βέιλ εγκαταλείπει τη διδασκαλία για να εργαστεί έναν χρόνο σ’ εργοστάσιο της Ρενώ και να ζήσει μαζί με τους εργάτες. Με τον ισπανικό εμφύλιο ταξιδεύει στην Ισπανία και στρατεύεται στην αναρχική ταξιαρχία  Ντουρρούτι, για να μεταστραφεί στη συνέχεια σ’ έναν αναρχο-χριστιανικό γνωστικισμό. Στην Αγγλία, όπου στρατευμένη στη γαλλική αντίσταση προετοιμαζόταν να μεταβεί στη Γαλλία, θα προσβληθεί από φυματίωση και θ’ αποβιώσει τον Αύγουστο του ’43, σε ηλικία 34 ετών. 
Η ανάγκη για ρίζες είναι το τελευταίο σύγγραμμά της το οποίο ολοκλήρωσε τη χρονιά του θανάτου της. Μολονότι έχει ως βασικό θέμα τον γαλλικό πατριωτισμό και το μέλλον της Γαλλίας, η Βέιλ το συνδέει ευθύς εξ αρχής με το οικουμενικό ζήτημα της ανθρώπινης μοίρας. Στη σκέψη της η ανθρώπινη μοίρα σημαίνει τον σεβασμό των ατόμων ως ανθρώπινων όντων, και αυτό προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι είναι αυτοσκοπός. Για την ακρίβεια, είναι ο τελικός σκοπός χωρίς τον οποίο όλες οι αξίες είναι αδικαιολόγητες. 
Η Βέιλ για να θεμελιώσει την έποψή της για τον σεβασμό της ανθρώπινης μοίρας, θέτει ως αφετηρία μια κριτική της φιλελεύθερης θεωρίας των δικαιωμάτων. Ο άνθρωπος ως υποκείμενο έχει καθήκοντα και ηθικές υποχρεώσεις. Τα δικαιώματα είναι συγκυριακά και συνδέονται με ιστορικές θεσμίσεις που παρέρχονται, ενώ τα καθήκοντα προς τους συνανθρώπους είναι η αιώνια μοίρα μας. Αιώνιο καθήκον και υποχρέωση είναι ο σεβασμός των ανθρώπων, κι αυτός πραγματώνεται με την ικανοποίηση όχι μόνον των υλικών αναγκών μεμονωμένων ατόμων, αλλά και των πνευματικών αναγκών, στις οποίες ριζώνει η ταυτότητα των ανθρώπινων συλλογικοτήτων. Πατριωτισμός για την Βέιλ είναι ο σεβασμός των ανθρώπινων συλλογικοτήτων, που εάν καταστραφούν δεν αντικαθίστανται. Ριζική ανάγκη για τον άνθρωπο είναι το ρίζωμά του σ’ έναν πολιτισμό, κι αυτό καθορίζει τόσο τη σχέση του με τον τόπο όσο και με τον χρόνο. Χωρίς ρίζες, οι ξεριζωμένοι από τον πολιτισμό τους άνθρωποι είναι έρμαια των δεσποτικών εξουσιών.
Η Σιμόν Βέιλ εν όπλοις στην Ισπανία
Η Βέιλ δεν εξετάζει τον πατριωτισμό ως μία αναλλοίωτη, υπεριστορική πολιτική έννοια, αλλά εξηγεί τις αλλαγές της μορφής και του περιεχομένου του με βάση τις κοινωνικές σχέσεις και συγκρούσεις. Πρόκειται για μια γενεαλογία του πατριωτισμού, ο οποίος άλλοτε γίνεται σημαία της αριστεράς κι άλλοτε της δεξιάς, με σημείο τομής τον 18ο αιώνα: Το 1789 επιτελείται μια ρήξη με το παρελθόν κι ο πατριωτισμός συνδέεται με το παρόν και το μέλλον που συμβολίζεται από την ιδέα του κυρίαρχου έθνους. Το κυρίαρχο έθνος είναι η πολιτική έννοια που αντικαθιστά τον βασιλιά ως σύμβολο του παρελθόντος και συνάμα του κράτους. Προσήλωση στη γαλλική επανάσταση και πατριωτισμός γίνονται πολιτική της αριστεράς. Ο πατριωτισμός αλλάζει στρατόπεδο, από την αριστερά στη δεξιά, όταν συνταυτίζεται με το γαλλικό κράτος και αποστασιοποιείται από τη γαλλική επανάσταση, μ’ αποκορύφωμα το 1871 και τη σφαγή των κομμουνάρων από έναν λαϊκό στρατό.
Η σχέση του γαλλικού κράτους  με την κοινωνία αποτελεί τον βασικό κορμό της ερμηνείας της για τη στάση των Γάλλων στον πόλεμο και για την κυβέρνηση του Βισύ. Εκκινώντας από την ειδωλολατρία του κράτους ήδη από τον Ρισελιέ, από το βίαιο ξερίζωμα των τοπικών κοινοτήτων για τη συγκρότησή του, την απέχθεια του συνόλου των τάξεων προς μια ψυχρή, απρόσωπη κι εχθρική θέσμιση, προχωρεί ίσαμε την εμφάνιση των χαρισματικών ηγετών ως υπεραναπλήρωση της ικανοποίησης των ριζικών αναγκών. Οι αυτοκρατορικές βλέψεις της Γαλλίας στο όνομα μιας ψευδο-οικουμενικότητας, προϋπέθεταν το ξερίζωμα των Γάλλων από την πολιτιστική ταυτότητα που δημιούργησε η επανάσταση∙ συνεπάγονταν τη συμμετοχή τού συνόλου των τάξεων στο ξερίζωμα άλλων πολιτισμών. «Ξεριζώνει», γράφει, «αυτός που είναι ξεριζωμένος. Αυτός που έχει ρίζες δεν ξεριζώνει». 
Η Βέιλ διέθετε μία ξεχωριστή ευαισθησία και παιδεία που της επέτρεψε να δει με διαύγεια την ασθένεια της εποχής - το ξερίζωμα στο όνομα του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας- κρυμμένη κάτω από ρητορικές είτε της επανάστασης είτε της αντεπανάστασης. Αντιτάχθηκε στο κυρίαρχο ιστορικό ρεύμα της κατασκευής μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών, όπως γίνεται φανερό από την κριτική της στην τρίτη γαλλική δημοκρατία. Σε μια εποχή εκκοσμικευμένων ιδεολογιών πρόταξε σαν θεραπεία μια πολιτική θεολογία που εδράζεται στην αισθητική τάξη, σε αντίθεση με τη μηχανική τέτοια, και (όπως κάθε πολιτική θεολογία) επιδιώκει να ξεπεράσει μια θεμελιώδη αντίφαση της ανθρώπινης κατάστασης: τη σχέση του πεπερασμένου (της πατρίδας) με το άπειρο το οποίο εξυψώνει τον άνθρωπο στην υπερβατικότητα μιας πανανθρώπινης υποχρέωσης.
Δεκατριών ετών
Η Σιμόν Βέιλ γεννήθηκε το 1909 σ' ένα προάστιο του Παρισιού από γονείς Ισραηλίτες και το 1931 αποφοίτησε από την Ecole Normale Superieure με δίπλωμα καθηγήτριας της φιλοσοφίας. Παράλληλα με τη συγγραφική της δραστηριότητα ανέπτυξε ενεργό κοινωνική δράση. Εντάχθηκε αρχικά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Προικισμένη με σπάνια ευφυΐα και οξυδέρκεια ανησυχούσε για την όλο και αυξανόμενη κυριαρχία της γραφειοκρατικής μηχανής του κράτους, στην οποία διέβλεπε τον κίνδυνο μιας νέας μορφής καταπίεσης κοινωνικής πάνω στο άτομο. Η Σιμόν Βέιλ εγκατέλειψε το 1934 την καθηγητική της έδρα για να εργαστεί ως απλή εργάτρια εργοστασίου. Καρπός της εμπειρίας της αυτής είναι το βιβλίο «Η εργατική κατάσταση»Παράλληλα έζησε μια εσωτερική δραματική πορεία στην αναζήτηση της αλήθειας.  
Ως δεκάχρονο κορίτσι, έβλεπε τον εαυτό της ως μέλος των Μπολσεβίκων. Ως νεαρή άσκησε διορατική κριτική σ' αυτό που θεωρούσε μαρξισμό η εποχή της και είδε με πολύ απαισιόδοξο βλέμμα τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον σοσιαλισμό. Είναι περίφημοι οι πολιτικοί διάλογοι και οι αντιπαραθέσεις της με τον Λέοντα Τρότσκυ, τον οποίο φιλοξένησε στο σπίτι της στο Παρίσι. Παρά τις σταθερές ειρηνιστικές πεποιθήσεις της, πήγε το 1936 στην Ισπανία για να πολεμήσει «κατ' εξαίρεση» στο πλευρό της Δημοκρατικής κυβέρνησης εναντίον του πραξικοπηματος του Φράνκο, ενταγμένη στις στρατιωτικές μονάδες των αντιεξουσιαστών. Όμως η κακή της όραση την εμπόδισε να ευδοκιμήσει ως πολεμίστρια.
Αν και μεγάλωσε σε μη θρησκευόμενη εβραϊκή οικογένεια και διέτρεξε φιλοσοφικά και πολιτικά μια συνειδητή επαναστατική περίοδο, δέχτηκε ταπεινόφρονα τις εσωτερικές αποκαλύψεις που διεύρυναν την σκέψη της από πανανθρώπινες σε παν-κοσμικές διαστάσεις. Πρόσφυγας στον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, και λόγω εβραϊκής καταγωγής και λόγω πολιτικής βιογραφίας, πρώτα στη Μασσαλία, μετά στη Νέα Υόρκη, στη συνέχεια πίσω στην Ευρώπη, στις τάξεις των ελεύθερων Γάλλων στο Λονδίνο, κατέγραψε με ακρίβεια και απόλυτη ειλικρίνεια την ανθρώπινη κατάσταση, όπως της την έδινε πλέον η νέα, χριστοκεντρική προοπτική της. Μια εβραία κομμουνίστρια που έγινε χριστιανή. Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται και η εμβάθυνση της στην κλασική ελληνική σκέψη με τις δυνατές διαισθήσεις της για την αποστολή του ελληνικού στοχασμού ως προεργασία για τον "ερχόμενον λόγον".
Άλλα έργα της: «
Les Intuitions pré-chrétiennes», «Τετράδια», «Oppression et liberté», «La Source grecque», «Attente de Dieu», «Η υπερφυσική γνώση», «Διασωσμένη Βενετία» (τραγωδία μισοτελειωμένη).
«Το ρίζωμα» γράφτηκε απ' την Σιμόν Βέιλ το 1943, λίγο πριν το θάνατό της σ' ένα σανατόριο στην Αγγλία. Έτσι το βιβλίο αυτό, που είναι μια διακήρυξη των καθηκόντων της κοινωνίας απέναντι στο ανθρώπινο πλάσμα, στην πλήρωση των ψυχικών και φυσικών αναγκών του, πήρε τη θέση της πνευματικής της διαθήκης. Τα έξοχα δοκιμιακά της μελετήματα δεν είναι γι' αυτό λιγότερο η πνευματική της διαθήκη, όπως και κάθε άλλη της μαρτυρία.
Ο Αλμπέρ Καμύ, ειδικά για το
«Ρίζωμα», έγραψε τα χαρακτηριστικά: «Μου είναι αδύνατον να φανταστώ μιαν αναγέννηση για την Ευρώπη που να μην έχει υπ' υπόψη τα αιτήματα αυτά, όπως τα προσδιόρισε η Σιμόν Βέιλ».
   
Simone Weil - Wikipedia
http://www.biblionet.gr/book/151703/Weil,_Simone/%CE%97_%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CF%87%CE%AC%CF%81%CE%B7
Επιστολή προς έναν ιερέα http://www.biblionet.gr/book/103799/Weil,_Simone/%CE%97_%CE%99%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B1_%CE%AE_%CF%84%CE%BF_%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B7%CF%82
Simone Weil - της Susan Sontag

O Γιώργος Μερτίκας είναι Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, δοκιμιογράφος, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. 
     
Βιβλία, επιμέλειες μεταφράσεις και κριτικογραφία του Γιώργου Μερτίκα

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα: Πέθανε ο σπουδαίος συγγραφέας και μεταφραστής Κωστής Παπαγιώργης ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ(ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ"

Μεγάλη απώλεια για τα ελληνικά γράμματα: Πέθανε ο σπουδαίος συγγραφέας και μεταφραστής Κωστής Παπαγιώργης

Γράψτε ένα σχόλιο
1CA04264E6502F83330EA152C38659A7

Πέθανε το βράδυ της Παρασκευής 21-3-2014 σε ηλικία 67 ετών, ο Κωστής Παπαγιώργης διαπρεπής δοκιμιογράφος, συγγραφέας και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων. Ο Κ. Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Nεοχώριο Yπάτης. Ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά στη Θεσσαλονίκη αλλά εγκατέλειψε με την έλευση της χούντας και στη συνέχεια έφυγε στο Παρίσι όπου σπούδασε φιλοσοφία χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές . Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1975. Εξέδωσε περισσότερα από 20 βιβλία. Συνεργάστηκε επίσης με εφημερίδες και περιοδικά. Το 2002 τιμήθηκε με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο μαρτυρίας – χρονικού για τον «Κανέλλο Δεληγιάννη». [πηγή]
Αναλυτική εργογραφία του Κωστή Παπαγιώργη (πηγή: Βιβλιονέτ)
(2008) Περί μέθης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2008) Περί μνήμης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2006) Κέντρο δηλητηριάσεων, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2006) Τρία μουστάκια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2005) Εμμανουήλ Ξάνθος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2004) Τα γελαστά ζώα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Τα καπάκια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Κανέλλος Δεληγιάννης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2000) Ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998) Η κόκκινη αλεπού. Οι ξυλοδαρμοί, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998) Σύνδρομο αγοραφοβίας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1997) Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Ίμερος και κλινοπάλη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Λάδια ξίδια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Ζώντες και τεθνεώτες, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Σωκράτης, ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994) Γεια σου, Ασημάκη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994) Μυστικά της συμπάθειας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Η ομηρική μάχη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1990) Ντοστογιέφσκι, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1990) Σιαμαία και ετεροθαλή, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1988) Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, Εξάντας


(1983) Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νεφέλη (εξαντλημένο)
(1981) Οργή Θεού: μια πολιτική ανάγνωση της Βίβλου/ Κορνήλιος Καστοριάδης: ένας σοφιστής, Νεφέλη (εξαντλημένο) [θερμές ευχαριστίες οφείλουμε στον Μ.Κ. για την επισήμανση]
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2007) Αχιλλέας Χρηστίδης: Προσωπογραφίες, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αιγόκερως
(2000) Χρήστος Βακαλόπουλος, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
(1998) Santé, Ύψιλον
(1991) Τρία πορτρέτα, Εκδόσεις Καστανιώτη
Μεταφράσεις
(2010) Cioran, Emile Michel, 1911-1995, Στοχασμοί, Εξάντας
(2009) Derrida, Jacques, 1930-2004, Τρέλα και φιλοσοφία, Ολκός
(2008) Lyotard, Jean – Francois, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Γνώση
(2008) Foucault, Michel, 1926-1984, Οι λέξεις και τα πράγματα, Γνώση
(2008) Pascal, Blaise, Σκέψεις, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2008) Συλλογικό έργο, Συζητήσεις με φιλοσόφους, Μελάνι
(2007) Kierkegaard, Sören, 1813-1855, Ασθένεια προς θάνατον, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2007) Lévinas, Emmanuel, Ηθική και άπειρο, Ίνδικτος
(2007) Sartre, Jean – Paul, 1905-1980, Το Είναι και το Μηδέν, Εκδόσεις Παπαζήση
(2006) Συλλογικό έργο, Η φιλοσοφία, Γνώση
(2006) Συλλογικό έργο, Η φιλοσοφία, Γνώση
(2006) Montesquieu, Charles-Louis de Secondat, Baron de- , 1689-1755, Το πνεύμα των νόμων, Γνώση
(2005) Starobinski, Jean, 1920-, Ζαν – Ζακ Ρουσώ. Η διαφάνεια και το εμπόδιο, Ελληνικά Γράμματα
(2005) Bergson, Henri, 1859-1941, Η δημιουργική εξέλιξη, Πόλις
(2005) Cioran, Emile Michel, 1911-1995, Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν, Printa
(2004) Derrida, Jacques, 1930-2004, Μαρξ και υιοί, Εκκρεμές
(2004) Canto – Sperber, Monique, Σοσιαλισμός και Φιλελευθερισμός, Πόλις
(2003) Derrida, Jacques, 1930-2004, Η γραφή και η διαφορά, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2003) Scheler, Max, 1874-1928, Θάνατος και μετά θάνατον ζωή, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2003) Jünger, Ernst, Ναρκωτικά και μέθη, Ίνδικτος
(2003) Glucksmann, André, Ο Ντοστογιέβσκη στο Μανχάταν, Εκδόσεις Γκοβόστη
(2003) Scheler, Max, 1874-1928, Φύση και μορφές της συμπάθειας, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2002) Jullien, François, 1951-, Από την Ελλάδα στην Κίνα, Εξάντας
(2002) Scheler, Max, 1874-1928, Ο μνησίκακος άνθρωπος, Ίνδικτος
(2001) Besnier, Jean – Michel, Ιστορία της νεωτερικής και σύγχρονης φιλοσοφίας, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2001) Bataille, Georges, 1897-1962, Ο ερωτισμός, Ίνδικτος
(2000) Comte, Auguste, Έκκληση στους συντηρητικούς, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(2000) Pascal, Blaise, Σκέψεις, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1999) Kierkegaard, Sören, 1813-1855, Ασθένεια προς θάνατον, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1999) Arnauld, Antoine, Γενική και λελογισμένη γραμματική του Πόρ-Ρουαγιάλ, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1998) Rousseau, Jean – Jacques, 1712-1778, Δοκίμιο περί καταγωγής των γλωσσών, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1998) Ricoeur, Paul, 1913-2005, Η ζωντανή μεταφορά, Κριτική
(1998) Deleuze, Gilles, 1925-1995, Κάφκα, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1998) Bergson, Henri, 1859-1941, Τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1998) Kierkegaard, Sören, 1813-1855, Φιλοσοφικά ψιχία ή κνήσματα και περιτμήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1997) Bachelard, Gaston, 1884-1962, Η εποπτεία της στιγμής, Εκδόσεις Καστανιώτη [μετάφραση, επιμέλεια σειράς]
(1997) Senellart, Michel, Η τέχνη του κυβερνάν, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1997) Derrida, Jacques, 1930-2004, Η φωνή και το φαινόμενο, Ολκός
(1997) Κουλμάσης, Πέτρος, Οι πολίτες του κόσμου, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Lévinas, Emmanuel, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, Ίνδικτος
(1996) Derrida, Jacques, 1930-2004, Η έννοια του αρχείου, Εκκρεμές
(1995) Derrida, Jacques, 1930-2004, Φαντάσματα του Μαρξ, Εκκρεμές
(1994) Montesquieu, Charles-Louis de Secondat, Baron de- , 1689-1755, Το πνεύμα των νόμων, Γνώση
(1994) Montesquieu, Charles-Louis de Secondat, Baron de- , 1689-1755, Το πνεύμα των νόμων, Γνώση
(1993) Girard, René, 1923-, Σαίξπηρ, Εξάντας
(1991) Girard, René, 1923-, Το εξιλαστήριο θύμα, Εξάντας
(1990) Η φιλοσοφία, Γνώση
(1990) Η φιλοσοφία, Γνώση
(1990) Η φιλοσοφία, Γνώση
(1990) Derrida, Jacques, 1930-2004, Περί γραμματολογίας, Γνώση
(1989) Η φιλοσοφία, Γνώση
(1989) Lévinas, Emmanuel, Ολότητα και άπειρο, Εξάντας
(1987) Régnier, Marcel, Encyclopédie de la Pléiade. Ιστορία της φιλοσοφίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(1987) Cioran, Emile Michel, 1911-1995, Εγκόλπιο ανασκολοπισμού, Εξάντας
(1987) Foucault, Michel, 1926-1984, Η αρχαιολογία της γνώσης, Εξάντας
(1986) Goldmann, Lucien, 1913-1970, Διαλεκτικές έρευνες, Γνώση
(1980) Bataille, Georges, 1897-1962, Ηλιακός πρωκτός, Νεφέλη
(1978) Vincent, Jean – Marie, Η σχολή της Φρανκφούρτης και η κριτική θεωρία, Επίκουρος
Sartre, Jean – Paul, 1905-1980, Το Είναι και το Μηδέν, Εκδόσεις Παπαζήση

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Στρατής Τσίρκας Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Στρατής Τσίρκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Στρατής Τσίρκας (10 Ιουλίου 1911- 27 Ιανουαρίου 1980) είναι από τους αξιολογότερους πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Χατζηαντρέας.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου το 1911 και αποφοίτησε το 1928 από το εμπορικό τμήμα της Αμπετείου Σχολής. Για τα επόμενα δέκα χρόνια εργάστηκε ως λογιστής στην Άνω Αίγυπτο, όπου έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και διηγήματα για τη ζωή των φελάχων. Το 1930, γνωρίζει στην Αλεξάνδρεια τον Καβάφη, για τον οποίο έγραψε πολλά χρόνια αργότερα δύο βιβλία, Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) και Ο Πολιτικός Καβάφης (1971). Ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο, το διήγημα και το μυθιστόρημα, καθώς και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.
Το 1937 παντρεύεται την Αντιγόνη Κερασώτη (πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 2012) και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στο Παρίσι, όπου συμμετέχει στο Β΄ Διεθνές και Παγκόσμιο Συνέδριο Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας Ενάντια στον πόλεμο και στον Φασισμό. Εκεί συγγράφει μαζί με τον ποιητή Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes) τον Όρκο των ποιητών προς τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο διάβασε στο συνέδριο ο συγγραφέας Λουί Αραγκόν (Louis Aragon).
Το 1932 εργάστηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου.To 1938 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αλεξάνδρεια και από τον επόμενο χρόνο εργάζεται διεθυντής στο εργοστάσιο βυρσοδεψίας του Μικέ Χαλκούση, μια θέση που διατηρεί μέχρι την αναχώρησή του για την Αθήνα το 1963.
Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο αριστερό κίνημα της Αιγύπτου και συνδέθηκε αρχικά, πιθανόν το 1928, με την κομμουνιστική ομάδα του Σακελλάρη Γιαννακάκη στο Κάιρο. Μαζί με τον αλεξανδρινό ζωγράφο Γιάννη Μαγκανάρη (1918 - Αθήνα 2007) και άλλους έλληνες αιγυπτιώτες δημιουργούν τη δραστήριο Πνευματική Εστία Ελλήνων Αλεξανδρείας. Το 1935, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Θεοδόση Πιερίδη, εντάσσεται στην πολυεθνική οργάνωση Ligue Pacifiste, που ίδρυσε ο Ελβετός Paul Jacot-Descombes και αναλαμβάνει με τον Πιερίδη, τον συντονισμό του ελληνικού τμήματος της οργάνωσης. Την περίοδο αυτή αρθρογραφεί στο επίσημο όργανο της League, το περιοδικό Πολιτισμός-Civilisation, που εκδίδεται σε τρεις γλώσσες (Γαλλικά, Αραβικά και Ελληνικά).
Από το 1942, μαζί τον Θεοδόση Πιερίδη, τον Οδυσσέα Καραγιάννη, τον Στρατή Ζερμπίνη και άλλους, συμμετέχει στην έκδοση της αντιφασιστικής πολιτικής επιθεώρησης Έλλην, που εκδίδει ο δημοσιογράφος Άγγελος Κασιγόνης. Το 1943-44 είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά στελέχη του φιλο-ΕΑΜικού Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου (ΕΑΣ) και από το 1945 μέχρι το 1961 είναι στέλεχος της παροικιακής κομμουνιστικής οργάνωσης "Αντιφασιστική Πρωτοπορία", της οποίας διετέλεσε και γραμματέας από το 1946 μέχρι το 1951. Στο διάστημα αυτό γράφει συχνά το κύριο άρθρο στις εφημερίδες Φωνή (1952-53) και Πάροικος (1953-61), που διευθύνει ο δημοσιογράφος Σοφιανός Χρυσοστομίδης και είναι τα επίσημα όργανα της Αντιφασιστικής Πρωτοπορίας.
Έχοντας εκδόσει τρεις συλλογές διηγημάτων από το 1944 μέχρι το 1954, το 1957 γράφει σε δέκα μέρες τη νουβέλα Νουρεντίν Μπόμπα, που εμπνέεται από την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Νάσερ. Ο "Μπόμπα" εκδίδεται στην Αθήνα από τον Κέδρο, κάνοντας έτσι τον Τσίρκα γνωστό στο αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο έργο του όμως αποτελούν οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1960-1965), που απαρτίζεται από τρία μυθιστορήματα: τη "Λέσχη", την "Αριάγνη" και τη "Νυχτερίδα", τα οποία εισάγουν έναν τολμηρό και πειραματικό μοντερνισμό στο ελληνικό μυθιστόρημα.
Η έκδοση της "Λέσχης" το 1960 προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε., η οποία του ζήτησε να αποκηρύξει το έργο του. Ο Τσίρκας αρνήθηκε λέγοντας "Κατέγραψα τα γεγονότα, όπως ακριβώς τα έζησα. Η συνείδησή μου δεν είναι καπέλο να την πάρω απ' το ένα καρφί να την κρεμάσω στο άλλο". Λόγω της άρνησής του διαγράφηκε από το κόμμα, αλλά μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, προσχώρησε στο ΚΚΕ-Εσωτερικού. Η Αριάγνη (1962), το δεύτερο μέρος, που περιείχε ισχυρότερα δείγματα νοσηρών καταστάσεων της Αριστεράς, ανέλαβε ο Μάρκος Αυγέρης με «ασύγγνωστη εμπάθεια, να καταδικάσει για τη θέση της , ως ολίσθημα από τα ιδεολογικά θέσφατα».[1] Κέντρο της τριλογίας είναι τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου στη Μέση Ανατολή και στις συγκρούσεις, που εξελίχθηκαν σε τρεις ακυβέρνητες πολιτείες, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Ο Τσίρκας θεωρούσε ολόκληρη την τριλογία ως μια προσπάθεια δικαίωσης του κινήματος του Απρίλη του 1944, κατά το οποίο ο ελληνικός στρατός στη Μέση Ανατολή ξεσηκώθηκε ενάντια στην προσπάθεια διάλυσης και ολικής υποταγής του από τα Μεταξικά στοιχεία και την αγγλική διοίκηση.
Μετά το πραξικόπημα που εδραίωσε τη Δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967, ο Τσίρκας συμμετέχει στη "σιωπή" των λογοτεχνών και δε δημοσιεύει παρά μόνο μεταφράσεις. Όταν σταμάτησε η προληπτική λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση των 18 κειμένων.
Το μυθιστόρημα "Χαμένη Άνοιξη" (1976) προοριζόταν να είναι το πρώτο μέρος μιας νέας τριλογίας με τίτλο "Δίσεχτα χρόνια". Έμελλε όμως να είναι το τελευταίο του έργο.
Η μετάφραση των "Ακυβέρνητων Πολιτειών" στα γαλλικά από την Catherine Lerouvre και τη Χρύσα Προκοπάκη το 1971 απέσπασε το βραβείο των Κριτικών καί των Εκδοτών του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος της χρονιάς στη Γαλλία το 1972.
Ο Τσίρκας πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1980 σε ηλικία 68 ετών.

Εργογραφία

  • Το Φεγγάρι (1930), ποιητική συλλογή
  • Φελλάχοι (1937), ποιητική συλλογή
  • Το Λυρικό Ταξίδι (1938), ποιητική συλλογή
  • Αλλόκοτοι άνθρωποι (1944), συλλογή διηγημάτων
  • Προτελευταίος Αποχαιρετισμός και το Ισπανικό Ορατόριο (1946), ποιητική συλλογή
  • Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός (1947), συλλογή διηγημάτων
  • Ο ύπνος του θεριστή (1954), συλλογή διηγημάτων
  • Νουρεντίν Μπόμπα καί άλλα διηγήματα (1957), νουβέλα
  • Ο Καβάφης και η Εποχή του (1958) Κρατικό βραβείο καλύτερης μυθιστορηματικής βιογραφίας
  • Ακυβέρνητες Πολιτείες (1960-1965), τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα
    • Η Λέσχη (1960)
    • Αριάγνη (1962)
    • Η Νυχτερίδα (1965)
  • Στον Κάβο καί άλλα διηγήματα (1966), διήγημα
  • Αλλαξοκαιριά (1970), διήγημα (στον τόμο Δεκαοχτώ Κείμενα).
  • Ο Πολιτικός Καβάφης, (1971) ,ελέτη καί κριτικά άρθρα
  • Τα ημερολόγια της Τριλογίας 'Ακυβέρνητες Πολιτείες' (1973)
  • Χαμένη Άνοιξη (1976), πολιτικό μυθιστόρημα

Παραπομπές

  1. Jump up Αλέξανδρος Αργυρίου, «Η λογοτεχνική παραγωγή μετά το 1941», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.ΙΣΤ,Αθήνα, 2000,σελ. 561

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Πανδοχείο Συλλογικό – Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα. Πολιτικός οδηγός για τον 21ο (Επιμ. Robert Benewick – Philip Green)

Η σκέ1ψη που ονειρεύτηκε να γίνει δράση
Από τον Χάνα Άρεντ και την Σιμόν Βέιλ στον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τον Αντρέ Γκορζ, από τους Αντόνιο Γκράμσι, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Λέον Τρότσκι ως τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νίκο Πουλαντζά, από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Εξ στον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Μορίς Μερλό Ποντί, από τους Ζακ Ντεριντά και Ζαν – Φρανσουά Λιοτάρ στους Μισέλ Φουκό και Νόαμ Τσόμσκι, από τους Ερνστ Μπλοχ, Γκιόργκι Λούκατς και Ερρίκο Μαλατέστα στους Μιχαήλο Μάρκοβιτς, Φραντς Φανόν, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γιούργκεν Χάμπερμας, Μαξ Χορκχάιμερ και σε πλήθος άλλους στοχαστές λιγότερο γνωστούς σ’ εμάς, από κάθε σημείο του κόσμου, τα εκατόν εβδομήντα πέντε λήμματα της παρούσας έκδοσης καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της σκέψης που αναπτύχθηκε στον προηγούμενο αιώνα, αποτέλεσε οδηγό στη δράση και στο όνειρο, περιέγραψε κόσμους εφικτούς ή ανέφικτους, καθόρισε πολιτικές και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πνευματικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.
AdornoΑνοίγοντας βουλιμικά τον τόμο, μετά τον Λουί Αλτουσέρ και τον Μαξ Άντλερ, σταματώ στον Τέοντορ Αντόρνο που, σε μία από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας μαρξιστικής κριτικής της μαζικής κουλτούρας, διέκρινε, μαζί με τους συνεργάτες του στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης πως πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου στις καπιταλιστικές δημοκρατίες αλλά και σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο Αντόρνο πρώτος ανέπτυξε την κριτική αυτή σε μελέτη για τη λαϊκή μουσική, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να αναλύεται ως εμπόρευμα που παράγεται κυρίως για την ανταλλακτική του αξία, ενώ λίγα χρόνια μετά πάλι από τους πρώτους ανέπτυξε μια κριτική ανάλυση της τηλεόρασης (1932 και 1954 αντίστοιχα). Ολοένα και περισσότερο κριτικός απέναντι στα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα και σκεπτικιστής απέναντι στον μαρξισμό ο Αντόρνο υπερασπίστηκε την ατομική εξέγερση και αντίσταση, ενώ πριν το τέλος του πληγώθηκε βαθιά από την οξεία κριτική των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60.
marcuseΗ μαρξιστική θεωρία υπήρξε η βάση και για τον «πατέρα της Νέας Αριστεράς» και θεωρητικό της επαναστατικής αλλαγής Χέρμπερτ Μαρκούζε, που περιέγραψε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο ενός πολιτισμού που θα περιελάμβανε μη αλλοτριωτική και λιμπιντική εργασία, παιχνίδι και ελεύθερη σεξουαλικότητα· ένα όραμά του που προδιέγραψε πολλές από τις αξίες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δημιουργούσε επίπλαστες ανάγκες που ενσωματώνουν τα άτομα σ’ ένα παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα, που αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, την κουλτούρα, τη διαφήμιση και τους σύγχρονου τρόπους σκέψης και προσπαθεί να εξαλείψει την αρνητική διάθεση και την κριτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονοδιάστατο σύμπαν σκέψης και συμπεριφοράς όπου η ικανότητα κριτικής σκέψης και αντίστασης φθίνουν αδιάκοπα. Έτσι έσπασε το ταμπού στο κύκλο του σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στην ΕΣΣΔ καθώς αμφισβήτησε δύο από τα θεμελιώδη αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την επαναστατικότητα του προλεταριάτου και τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης.
albert-camus-by-JLB[66054]Ακόμα περισσότερο κυνικός απέναντι στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλμπέρ Καμύ ταυτίστηκε με την έννοια του παραλόγου, ως έννοιας που εκφράζει την κατάσταση των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν τη ζωή τους να έχει έναν υπερβατικό σκοπό αλλά ευρίσκονται σ’ ένα σύμπαν αδιάφορο για το μέλημά τους. Για τον Καμύ η μεταφυσική αυτή μοναξιά δεν αποτελούσε κατάληξη αλλά σημείο αφετηρίας και η πρόκληση ήταν να δει κανείς αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς την βοήθεια αιώνιων αξιών και έτσι ανέπτυξε ένα ηθικό και πολιτικό πλαίσιο συμπεριφοράς σ’ έναν κόσμο χωρίς «ηθικά απόλυτα». Η κριτική του αυτοκαταστροφικού μεσσιανισμού που διατρέχει τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία αποτέλεσε μια από τις κυριότερες θεωρητικές συνεισφορές του στη δυτική πολιτική σκέψη· αλλά και εδώ οι απόψεις του οδήγησαν στην απομόνωση από το κύκλο του διανοούμενων του Παρισιού και τον έριξαν σε προσωπική και πολιτική ερημιά.
x_42baf74fa9651111b2e527bd390d1207b44bcdbaΔιακεκριμένος μεταπολεμικός πολιτικός στοχαστής της Ιταλίας και εκφραστής της ηθικής της συνείδησης ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υποστήριζε πως η δημοκρατία είναι «η καλύτερη μέθοδος που ανακαλύφθηκε ποτέ, για το έλεγχο της ατέλειωτης αλαζονείας και ηλιθιότητας εκείνων που κυβερνούν», καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώμενους να ελέγχουν, να εναλλάσσουν και να απολύουν τους κυβερνώντες. Η δημοκρατία καθιστά την άσκηση εξουσίας ορατή, ενάντια στην τάση όλων εκείνων που κατέχουν εξουσία να είναι αόρατοι, όπως ο Θεός. Ο Μπόμπιο θεωρούσε ανεδαφικό το ρουσοϊκό όνειρο για μικρές αυτοδιοικούμενες δημοκρατίες και τεχνικώς αδύνατη την άμεση συμμετοχική δημοκρατία, προτείνοντας μια μεταφιλελεύθερη δημοκρατία που θα παρέχει τη δυνατότητα στους πολίτες να ψηφίζουν για πολλά περισσότερα θέματα απ’ ότι τώρα.
emma-goldmanΑπό τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η Έμμα Γκόλντμαν υπήρξε εξαιρετικά επικριτική απέναντι στην παραδοσιακή ηθικότητα, κατήγγειλε τον γάμο, την μονογαμία και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποδοκίμασε την πατριαρχική οικογένεια ως πηγή της γυναικείας εξάρτησης και ανισότητας και υποστήριξε τις ελεύθερες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλα και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η φλογερή της κριτική στον κομμουνισμό και η παράλληλη αδιαφορία γα τον καπιταλισμό την αποξένωσαν από δυνητικές συμμαχίες· σε κάθε περίπτωση προανήγγειλε τα αιτήματα του φεμινισμού και υπήρξε η περιεκτικότερη αναρχική κριτική της γενιάς της.
Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου μαχητική στα ίδια πεδία η Κέιτ Μίλλετ, η Σεξουαλική πολιτική [Sexual Politics] της oποίας αποτελεί βασικό κείμενο του σύγχρονου φεμινισμού, όρισε τη σχέση μεταξύ των δυο φύλων ως στηριζόμενη στην ισχύ και συντηρούμενη από μια ιδεολογία, είναι δηλαδή μια σχέση πολιτική. Στις «ελεύθερες» σύγχρονες κοινωνίες οι γυναίκες υποτάσσονται λόγω κοινωνικού εθισμού καθώς εκπαιδεύονται από τη νηπιακή ηλικία και αργότερα με τους θεσμούς στην υποτέλεια, μπροστά και στο φόβο να θεωρηθούν «αφύσικες». Η μελέτη της για τους D.H. Lawrence, HKateMillettenry Miller, Norman Mailer και Jean Genet αποκάλυψε ότι η ισχύς και όχι ο ερωτισμός ή το ερωτικό πάθος ήταν το πραγματικό τους θέμα, ενώ η έντονη επιθυμία της κυριαρχίας ήταν το διακύβευμα κάθε ερωτικής εμπλοκής που υπήρχε στα γραπτά τους.
Τα λήμματα είναι στο κατάλληλο μέγεθος (από μισή μέχρι πέντε σελίδες) και υπογράφονται από δεκάδες ερευνητές, ειδικούς, μελετητές, πανεπιστημιακούς κλπ. Στο τέλος κάθε λήμματος παρατίθεται βιβλιογραφία του εκάστοτε στοχαστή σε τρία μέρη: πρώτα τα βασικά του έργα, μετά οι εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα και, τέλος, άλλα σχετικά έργα, ολοκληρώνοντας την ιδιότητα του τόμου ως μιας πλήρους εισαγωγής στον βαθύτερο έργο τους.
Εκδ. Σαββάλας, 2011, μτφ. Λεωνίδας Βατικιώτης – Διονύσης Γράβαρης, σελ. 538, με ευρετήριο [The Routledge Dictionary of Twentieth – Century Political Thinkers, 1998].
Στις εικόνες: Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Albert Camus, Norberto Bobbio, Emma Goldman, Kate Millet.
 

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Λίγη ιστορία αντί για επικήδειο/Του Κρίτωνα Ηλιόπουλου/ΓΙΑ ΤΟΝ Ούγκο Τσάβες/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΟΣ

Λίγη ιστορία αντί για επικήδειο



Του Κρίτωνα Ηλιόπουλου


Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του Ούγκο Τσάβες και καθώς δεν μου αρέσουν οι μεταθανάτιοι ύμνοι θα μπορούσα να τον κατηγορήσω για διάφορα, τα οποία βρίσκονται όμως στην αντίθετη κατεύθυνση από όσα με λύσσα του προσάπτουν τα παπαγαλάκια της εξουσίας και σύσσωμοι οι Κροίσοι της Βενεζουέλας. Ο Τσάβες όμως ό,τι κι αν έκανε ήταν πάντα με τους «από κάτω» και οι κυβερνήσεις του βοήθησαν τους καταπιεσμένους της Βενεζουέλας (και όλης της Λατινικής Αμερικής) να αλλάξουν ζωή και συνείδηση. Δεν χρειάζεται να θεωρηθεί Μεσσίας αναληφθείς στους ουρανούς ούτε όμως και ως απλώς ένας εχθρός των εχθρών μας. Το σημαντικότερο ίσως έργο του δεν ήταν η εντυπωσιακή αναδιανομή πλούτου υπέρ των αδικημένων αλλά η συμβολή του στην προσπάθεια χειραφέτησης και αυτοδιάθεσης αυτών των κοινωνικών ομάδων που πριν δεν είχαν καν συνείδηση ότι δικαιούνται να υπάρχουν στην κοινωνία. Ακόμα και με το θάνατό του, πρόωρο και προτού φθαρεί ο ίδιος και η εξουσία του, συμβάλλει στην αντίσταση των καταπιεσμένων της χώρας του, για τους οποίους θα μείνει πάντα ήρωας και καθοδηγητής, κάνοντας δύσκολη τη ζωή των αφεντικών ακόμα και από τον άλλον κόσμο.

Παρά τις αντίθετες απόψεις, αποδεικνύεται ιστορικά ότι μπορεί μεν η εξαθλίωση να φέρνει εξεγέρσεις όμως οι επαναστατικές αλλαγές κυοφορούνται όταν υπάρχει ελπίδα και όχι πείνα. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι εξεγερμένοι ονειρεύονται απλώς την επιστροφή στις παλιές καλές μέρες, ενώ λίγοι είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Συνήθως παλεύουν για όσα έχασαν και όχι για όσα θα κερδίσουν, τα οποία αρχίζουν να τα βλέπουν στη διαδρομή. Αξίζει τον κόπο να μελετήσουμε λίγη πρόσφατη ιστορία πριν από την εμφάνιση του Τσάβες και θα εντυπωσιαστούμε από πολλά.

Καράκας 1989

Την ίδια εποχή που τα παγκόσμια μίντια έβλεπαν τις τρομερές αντιθέσεις που γκρέμισαν τα σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ, στο Καράκας της Βενεζουέλας πλήθη εξαθλιωμένων εξεγείρονταν κατά της νεοφιλελεύθερης καταστροφής της ζωής τους.

26 και 27 Φλεβάρη 1989: Με την αύξηση τιμής των καυσίμων οι ιδιοκτήτες λεωφορείων αποφασίζουν να αυξήσουν τα εισιτήρια. Μια γυναίκα σε μια φτωχογειτονιά αρνείται να πληρώσει και ο οδηγός την πετάει βίαια έξω. Ο κόσμος αντιδρά και αναποδογυρίζει το λεωφορείο. Είναι το πρώτο οδόφραγμα. Ακολουθούν φωτιές, λεηλασίες σούπερ μάρκετ, καταστροφές, εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένοι καταλαμβάνουν την πόλη. Η κυβέρνηση επιβάλει στρατιωτικό νόμο (αναφέρεται ότι ένα τμήμα της αστυνομίας αρνήθηκε στην πράξη να καταστείλει απειθαρχώντας στις διαταγές των ανωτέρων τους και μάλιστα αστυνομικοί συμμετείχαν σε λεηλασίες) και το αποτέλεσμα είναι εκατοντάδες νεκροί. Το επίσημο νούμερο είναι 327 (αυτό παραδέχτηκε η κυβέρνηση), όμως μελέτες αναφέρουν έως και 3000 νεκρούς. Η υπηρεσία Πληροφοριών του Στρατού μιλάει για 2227 νεκρούς από πυροβόλο όπλο και οι ξένοι ανταποκριτές ανάφεραν 1500 νεκρούς. «Ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούσαν όποιο κεφάλι έβγαινε σε παράθυρο» αναφέρει χαρακτηριστικά ένας αυτόπτης μάρτυρας αξιωματικός του στρατού.

Το πραξικόπημα των νεαρών αξιωματικών με επικεφαλής τον Τσάβες το 1992 εναντίον του Κάρλος Αντρές Πέρες ήθελε να είναι απάντηση σε αυτή την κατάσταση. Οι ιδιομορφίες του στρατού της Βενεζουέλας και η πολιτική οργάνωση στο εσωτερικό του (βλέπε Μάρτα Χαρνέκερ 2003) έφεραν αργότερα τα αποτελέσματα που ξέρουμε, την εκλογική νίκη του 1998 και τους αλλεπάλληλους εκλογικούς θριάμβους του … «δικτάτορα» Τσάβες που έκανε περισσότερες εκλογές και δημοψηφίσματα από πολλούς … «δημοκράτες».

Η κρίση της Βενεζουέλας
(αν σας θυμίζει κάτι, κάθε σύγκριση είναι δεκτή)

Η χώρα με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου πέφτει τη δεκαετία του ‘80 σε βαθιά οικονομική κρίση. Μέσα σε μόλις 3 χρόνια 1975-1978 το εξωτερικό χρέος από 6 δις σε 31 δις δολάρια ενώ η πτώση της τιμής του πετρελαίου ήταν καταλυτική (1973=29 δολ, 1986=11 δολ.) μετά το 1983, το κεφάλαιο εγκαταλείπει τη Βενεζουέλα διότι χάνει.

Το 1983 κηρύσσεται η πρώτη στάση πληρωμών εξωτερικού χρέους από την κυβέρνηση Ερέρα Καμπίνας, το 1984 η κυβέρνηση του προέδρου Χάιμε Λουσίνκσκι έφερε το πρώτο πακέτο οικονομικών μέτρων με στόχο την επαναχρηματοδότηση του εξωτερικού χρέους από το ΔΝΤ, (απελευθέρωση τιμών, αύξηση τιμής καυσίμων, μείωση κρατικών δαπανών, πάγωμα μισθών) και το 1988 γίνεται η τρίτη αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια.

Οι καπιταλιστές με την ομοσπονδία τους Fedecamaras (κάτι σαν Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο), απαίτησαν από την κυβέρνηση την πλήρη ανάληψη του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους που κυμαινόταν από 8 έως 10 δις ως «προαπαιτούμενο για να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα της Βενεζουέλας στο εξωτερικό και να αποφευχθεί το κλείσιμο επιχειρήσεων, έλλειψη αγαθών πρώτης ανάγκης, πληθωρισμός ...»

Αμέσως η κυβέρνηση έφτιαξε ένα μηχανισμό που εξασφάλιζε διαθεσιμότητα δολαρίων σε ευνοϊκή ισοτιμία για τον ιδιωτικό τομέα (κοινή ισοτιμία 1 προς 7 μπολίβαρες, προνομιακή ισοτιμία για τους επιχειρηματίες 1 προς 4,3) Honorio Martinez, 2008

Ακόμα και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας σκανδαλίστηκε με το φόρτωμα του ιδιωτικού χρέους στο δημόσιο γιατί σήμαινε, όπως δήλωσε, εύνοια προς όσους «έκαναν εισαγωγές, πλούτισαν και ευνοήθηκαν έπειτα από εξαγωγή κεφαλαίων». Τον επόμενο Φεβρουάριο η νέα κυβέρνηση του Ερέρα Καμπίνας τον αντικατέστησε. Ωστόσο και στη νέα κυβέρνηση εκφράστηκαν ανάλογες φωνές που εξέφραζαν τις εσωτερικές αντιθέσεις των κεφαλαιούχων και των πολιτικών εκφραστών τους και την «συναίνεση» που είχαν ισορροπηθεί από το 1958 με τη συμφωνία της Fedecamaras με τους εργατοπατέρες συνδικαλιστές και τη Συμφωνίας των δύο μεγάλων κομμάτων το 1968, που επιτεύχθηκε χάρη στα έσοδα από το πετρέλαιο.

Το Σεπτέμβριο του 1984 η κυβέρνηση Λουσίντσι «κατάφερε» να αναχρηματοδοτήσει το 94% του δημοσίου χρέους με προθεσμία ως το 1988 και έγινε δεκτή από τους διεθνείς δανειστές η ρύθμιση της ισοτιμίας για την κάλυψη και την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους.

Το ΔΝΤ υπέδειξε πακέτο μέτρων: απελευθέρωση τιμών, κατάργηση κρατικών επιδοτήσεων, περιορισμός δημόσιων δαπανών, πάγωμα μισθών, άνοδος τιμής καυσίμων και αύξηση φορολογίας.

Το Φεβρουάριο του 1984 o Λουσίντσι επέβαλε το πρώτο πακέτο μέτρων. Το Δεκέμβριο του 1986 κάνει νέα υποτίμηση και το Δεκέμβριο του 1988, ένα μήνα προτού παραδώσει στον Κάρλος Αντρές Πέρες ανακοίνωσε τη νέα αδυναμία πληρωμών εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια. Μέσα σε δύο χρόνια οι τιμές είχαν ανέβει 60% και το κόστος ζωής κατά 28%.
Το πακέτο μέτρων της επόμενης κυβέρνησης, του Κάρλος Αντρές Πέρες (1989) επέβαλε μεταξύ άλλων: νέα μείωση κρατικών δαπανών, μέτρα απελευθέρωσης εμπορίου, απελευθέρωση νομισματικής ισοτιμίας, κατάργηση δασμών, ενίσχυση των ξένων επενδύσεων, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, 100% αύξηση τιμής της βενζίνης και 30% των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Οι αμοιβές των εργαζομένων (σε μισθούς) που το 1960 αποτελούσαν το 61,2% του ΑΕΠ, το 50,4% του ΑΕΠ το 1970 και το 27% το 1980, είχαν φτάσει στο 15% στα τέλη της δεκαετίας του ‘80.
Στις 28 Φεβρουαρίου 1989, στη φτωχογειτονιά Γουαρένας οι επιβάτες των αστικών συγκοινωνιών άρχισαν να καταστρέφουν τα οχήματα.

Η εξέγερση του Καράκας που έγινε γνωστή ως «καρακάσο» ή «σακουδόν» ήταν αυθόρμητη χωρίς καμία οργανωμένη υποκίνηση ούτε εκπροσώπηση. Τα συνδικάτα ήταν κυβερνητικά και δεν υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις που να εκφράζουν εκείνο το 40% του πληθυσμού της πόλης, τους πιο φτωχούς από τα 4 εκατομμύρια που ζουν στριμωγμένοι σε λόφους που καλύπτουν μόλις το 10% της έκτασης του Καράκας.


Οι στρατιωτικοί μεταρρυθμιστές.

Έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφούν ακόμα περισσότερα για το τι λογής αριστερά είναι η Μπολιβαριανή του Τσάβες, πόσο αριστερά, τι προοπτικές έχει κλπ. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με την ιστορία.

Για τους συνωμότες της ομάδας του Τσάβες που ονομαζόταν MBR 200 (Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200) η εξέγερση του ‘89 ήταν ένα σοκ γιατί βρέθηκαν ταυτόχρονα σύμμαχοι και αντίπαλοι του εξεγερμένου πλήθους, όπως ο αδερφός του δολοφονημένου συντρόφου του Τσάβες Λουίς Φελίπε Ακόστα Κάρλες (σημερινός στρατηγός) ή ο υπολοχαγός Χεσούς Μανουέλ Ζαμπράνο Μάτα που αφηγείται πώς «έβαλε σε σειρά» τον κόσμο για να λεηλατήσει «με τάξη» ένα εμπορικό κέντρο, αντί να τους διαλύσει βίαια όπως τον έστειλαν να κάνει, ώστε ο κόσμος να παίρνει τρόφιμα και άλλα απαραίτητα χωρίς καταστροφές! (Χαρνέκερ, 2003)

Τα μετέπειτα γεγονότα είναι γνωστά: αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τον Τσάβες το ‘92 κατά του Αντρές Πέρες, έπειτα εμφάνισή του για δύο λεπτά στην τηλεόραση που καλεί σε παράδοση των όπλων «προς το παρόν»! όμως, και κερδίζει τη λαϊκή συμπάθεια, έπειτα φυλακή, αποφυλάκιση και συντριπτική νίκη στις εκλογές του 1998. Από τότε κι έπειτα, και μέσα σε 13 χρόνια, έγιναν πέντε δημοψηφίσματα, τέσσερις προεδρικές εκλογές, πέντε βουλευτικές και πέντε περιφερειακές εκλογές. Επιπλέον ηττήθηκε η απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Τσάβες το 2002 που είχε την υποστήριξη όλης της διεθνούς μαφίας των νεοφιλελεύθερων , από τον Αθνάρ μέχρι την Κοντολίζα Ράις. Πρόκειται πράγματι για έναν πολύ ιδιόμορφο «δικτάτορα» αλλά και στρατιωτικό. Και φυσικά η «δικτατορία» του Τσάβες δεν έστειλε ποτέ κανέναν εξορία, δεν έκανε βασανιστήρια ούτε σε αστυνομικά τμήματα ούτε πουθενά, δεν πετούσε από αεροπλάνα τους πολιτικούς αντιφρονούντες, ούτε απαγόρευσε κανένα πολιτικό κόμμα ή συνδικάτο. Μάλιστα έδωσε αμνηστία στους πραξικοπηματίες που προσπάθησαν να τον ανατρέψουν το 2002.

Ο στρατός της Βενεζουέλας αποτελεί αντικείμενο αναλύσεων λόγω των ιδιαιτεροτήτων του της ιστορίας του που έδωσε φαινόμενα ανάλογα, όχι όμοια, με την επανάσταση των γαρυφάλλων της Πορτογαλίας το ‘73. Στρατιωτικοί εισέρχονται στην πολιτική εξουσία όχι για να περιορίσουν τη δημοκρατία αλλά για να τη διευρύνουν.

Ο στρατός της Βενεζουέλας ήταν ένα σχολείο στον εθνικισμό του Σιμόν Μπολίβαρ που παρείχε μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου δίχως ταξικές διακρίσεις σε κοινωνικές ομάδες που δεν είχαν ποτέ πρόσβαση ούτε σε σχολείο, ούτε σε γιατρό, ούτε καν σε κρεβάτι και στέγη. Μέσω των στρατιωτικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του πενήντα οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε επαφή με την οικονομική ελίτ, ενώ ταυτοχρόνως οι οργανώσεις ένοπλης αντίστασης και οι αντάρτες μπορούσαν εύκολα να εισχωρήσουν στον κυβερνητικό στρατό. Τη δεκαετία του εβδομήντα τα στρατόπεδα της Βενεζουέλας έβραζαν από πολιτικές ομάδες, συζητήσεις και συνομωσίες κατά του πολιτικού συστήματος, τόσο που δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν από πανεπιστημιακά αμφιθέατρα άλλων χωρών! (Λόπες Μάγια, 2003)

Το MBR 200 και ο υπολοχαγός Τσάβες από το 1983 επιδίωξε συμμαχία με αριστερές οργανώσεις πολιτών και έκανε επαφές με το MAS (Κίνημα για το Σοσιαλισμό), to LCR (Υπόθεση R), που προήλθαν από διάσπαση του ΚΚ Βενεζουέλας. Ηγέτες οργανώσεων της αριστεράς, διανοούμενοι και ακτιβιστές συνεργάστηκαν με τους στρατιωτικούς και αργότερα συμμετείχαν στις κυβερνήσεις.

Παρά τις διασπάσεις, τις διαφωνίες και τα πισωγυρίσματα, παρ’ όλη τη διαφορά απόψεων για το ρόλο της «πρωτοπορίας» και το ποια είναι αυτή, είναι αξιοθαύμαστη η σχέση του κόμματος και των κυβερνήσεων Τσάβες με τις μάζες καθώς και οι δημοκρατικοί θεσμοί που προώθησαν.

Επιπλέον, είναι τρομερά άδικο να παραβλέπουμε τα κοινωνικά επιτεύγματα της «δεκαετίας Τσάβες», τον αλφαβητισμό, τις παροχές υγείας, τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη μέριμνα για λαϊκή στέγη και για τις φτωχογειτονιές, την υποστήριξη σε πειράματα οικονομικής αυτοδιαχείρισης, την υποστήριξη των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων σε όλη τη Λατινική Αμερική, τη βοήθεια στη ρημαγμένη Αϊτή και στη Βολιβία, μέχρι και στις … ΗΠΑ μετά τον τυφώνα Κατρίνα και στο Μπρονξ.
Οι κυβερνήσεις Τσάβες μπορεί να μην απάλλαξαν τη μειονοτική ελίτ των πλουσίων από το άχθος της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των μέσων παραγωγής του πλούτου, ούτε παρέδωσαν στην πλειονότητα της μάζας πλήρη δικαιώματα αυτοδιάθεσης, όμως στέρησαν από τους καπιταλιστές το εργαλείο του κράτους ως μέσου συνεχούς αύξησης του ποσοστού κέρδους τους σε βάρος των πολλών.

Δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με την κληρονομιά που αφήνει πίσω του όσοι πολέμησαν τον Τσάβες με λύσσα.

Μικρή Βιβλιογραφία στα Ισπανικά
Margarita Lopez Maya, Venezuela ascenso y gobierno de Hugo Chavez y sus fuerzas bolivarianas, Bogota 2008
Marta Harneker, Militares junto al pueblo, Editores Vadell Hermanos, Caracas, 2003
José Honorio Martínez, Universidad Nacional Autónoma de México, CAUSAS E INTERPRETACIONES DEL CARACAZO, HAOL no 16, Marzo 2008, Mexico.
(BINTEO αγγλικά) Joel Linares on Venezuela's 1989 'Caracazo' Uprising Against Neoliberalism

Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...