Ο ΜΠΑΟΥΜΑΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΒΙΩΣΙΜΗ ΤΗ ΖΩΗ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΙΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Στο πεδίο μάχης της ρευστής μοντέρνας ζωής, οι αψιμαχίες ανα γνώρισης, με στόχο την ενημέρωση του ευρετηρίου απειλών και ευκαιριών, δεν τελειώνουν ποτέ. Μια στιγμιαία απροσεξία αρκεί για να γίνει ο αποκλείων αποκλειόμενος. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από αυτό το πεδίο μάχης: το φάντασμα του αποκλεισμού, του μεταφορικού θανάτου,
Επισκοπήσαμε εν συντομία τις τρεις βασικές στρατηγικές που απο βλέπουν στο να κάνουν βιώσιμη μια ζωή με την επίγνωση του επικείμενου θανάτου. Η πρώτη συνίσταται στη γεφύρωση της θνητής ζωής α) με την αιωνιότητα – στην ανασκευή του θανάτου ως νέου ξεκινήματος (μιας αθάνατης ζωής αυτή τη φορά) αντί ως έσχατου τέλους. Η δεύτερη στρατηγική συνίσταται στην εκτροπή της προσοχής (και της ανησυχίας) από τον ίδιο το θάνατο, ως οικουμενικό και αναπόδραστο συμβάν, στα " ειδικά αίτια» θανάτου, τα οποία χρήζουν εξουδε τέρωσης ή καταπολέμησης. Και η τρίτη συνίσταται σε μια καθημερινή «μεταφορική πρόβα» του θανάτου στην αποτρόπαια αλήθεια του ως «απόλυτου», «έσχατου», «ανεπανόρθωτου» και «αμετάκλητου» τέλους - ώστε αυτό το «τέλος», όπως στην περίπτωση των «ρετρό» μανιών και μοδών, να μπορεί να φθάσει να θεωρείται σημαντικά λι γότερο απόλυτο, ανακλητό και αναστρέψιμο, ένα ακόμα απλό και τετριμμένο συμβάν μεταξύ τόσων άλλων.
Δεν διατείνομαι ότι κάποια από αυτές τις στρατηγικές, ή και όλες τους, αν εφαρμοστούν μαζί, είναι πλήρως αποτελεσματική (δεν μπο ρούν να είναι, άλλωστε δεν είναι παρά υπεκφυγέςκαι παυσίπονα), ή ότι δεν έχουν ανεπιθύμητες και ενίοτε αρκούντως επιβλαβείς παρε- νέργειες. Μέχρι ενός σημείου όμως αφαιρούν το δηλητήριο από το κεντρί, κι έτσι κάνουν το αβάσταχτο υποφερτό, εξημερώνουν στο βιωμένο κόσμο-του-είναι την «απόλυτη ετερότητα» του μη-είναι.
Ο Θάνατος είναι συστατικό στοιχείο της ζωής , δεν είναι κάτι το εντελώς έξω από τη ζωή , η μάλλον είναι κάτι και έξω και ενυπαρκτο στη ζωή , ζωή είναι είναι προς θάνατον .
Ο Παζολίνι έλεγε πως ο Θάνατος είναι για τη ζωή ότι το Μοντάζ για μια ταινία : προσδίδει νόημα στις πραξεις μας .
Αλλιώς τι νόημα θα ειχαν ;
Δεν νιώθετε και σεις όπως κι εγώ ότι παίζουμε σε μια ταινία και ότι μας παρακολουθουν άγνωστοι θεατές ; Η ζωή δεν είναι δική μας ζωή , παίζουμε για κάποιον άλλον.
Και ,από αυτόν προσδοκούμε να της δώσει νόημα . Κάποτε τον ονομάζαμε θεό.
Σημερα τον ψάχνουμε στους αλλους , στο Ίντερνετ .Όμως οι άλλοι δεν είναι Άλλος , δεν είναι κάτι ριζικά διαφορετικό , είναι ίδιοι με μένα ,εξίσου ανίκανοι να βρούνε νόημα στη δική τους ζωή . Εξάλλου είναι απορροφημένοι με την δική τους και αδιάφοροι για το νόημα της δικής μου ..... Έτσι, που θα βρεθεί το νόημα των πράξεών μου ; Ότι κάνω , ότι και να κάνω, είναι αμφίσημο ,έχει επισυνεπειες και παρασυνεπειες πολλαπλές και επιπλέον καθώς ο χρόνος μικραίνει ολοταχώς, άμεσα ορατές • όλες μαζί. Και ούτε ο θάνατος σήμερα προσδίδει ένα τελικό αναδρομικό νόημα καθώς , ακόμα και για τους πιο γνωστούς από μας , μετά από το πρώτο σοκ και εφήμερα ξεσπάσματα ακολουθεί η λήθη : Δεν είναι ευγεργητικη λήθη είναι σαν να πέφτει μια Πετρα στη λίμνη , μια μικρή αναταραχή και μετά τίποτε . . Στην εποχή μας ο θάνατος διαλύεται σαν τον υδράργυρο σε χιλιάδες μικρούς μικρούς θανατους που τρυπώνουν στην ζωή μας καθημερινά , πεθαίνοντας κάθε μέρα , βραχυβιοι έρωτες , φιλίες της μιας μέρας ,
Η Εποχή μας δεν αντέχει τον Θάνατο .
Δεν μαθαίνουμε να τον αντιμετωπίζουμε συνειδητά. Σε άλλες εποχές ο παππούς , η γιαγιά πέθαινε στο κρεβάτι δίνοντας ευχές στα εγγόνια και δισέγγονα . Υπήρχε το πένθος , το μοιρολόι.. Στην εποχή μας ο Θάνατος είναι κατι για το οποίο δεν πρέπει να μιλάμε , ο θάνατος κρύβεται σε λευκά δωμάτια νοσοκομείων , τωρα με τον Cοvid δεν επιτρέπονται και οι μεγάλες κηδείες ....
Ο Ετοιμοθάνατος είναι ο τελευταίος που γνωρίζει ότι πρόκειται να πεθάνει, σπάνια του μιλάνε για τον επικείμενο θάνατο του , είναι αυτός που Δεν πρέπει να γνωρίζει, τον αποφεύγουν ...
Σήμερα ο θάνατος γίνεται Ταμπού και στατιστική ... " Πόσους νεκρούς έχουμε εμείς ανα εκατομμύριο " .. Ο Θάνατος , ο συγκεκριμένος θάνατος θάβεται κάτω από την Πληροφορία και τα δεδομένα τα data . Σήμερα ο θάνατος συνοδεύεται από Ντροπή και αισχύνη ..
Ο Άνθρωπος που πεθαίνει νιώθει ανημπόρια και Ταπείνωση. Για αυτό και όλοι ελπίζουμε έναν ξαφνικό , ευτυχισμένο θάνατο : φοβόμαστε την άνοια, την ταπείνωση τον αργό δυστυχισμένο θάνατο. Κλείνουμε τα μάτια αποφεύγουμε να μιλάμε γι αυτό τον απωθούμε .. Όμως μια ζωή που τρέπεται σε φυγή ενώπιον του θανάτου είναι μια ζωή στη ζώνη του λυκόφωτος , μια Ημιζωή ..
Μια ζωή χωρίς πένθος είναι και μια ζωή χωρίς Ανάσταση
. Ο θάνατος είναι που δίνει το νόημα στη ζωή όπως η τρύπα, το μηδέν στη μέση είναι που κανει το Δαχτυλίδι.
Πέτρος Θεοδωρίδης ,
Δεν ξέρω πως να σας εξηγήσω το πώς η επιθυμια Ζωης γίνεται και επιθυμία Θανάτου .
Θα προσπαθήσω όμως: Η Δίψα για Ζωή είναι λιβιδικης τάξεως . Δεν πηγάζει από το Συνειδητό, αλλά το Ασυνείδητο.
Το Ασυνείδητο δεν μπορεί να φανταστεί το Μηδέν , γιατί ; γιατί σκέφτεται με εικόνες . μπορείτε να φανταστείτε ένα δέντρο αλλά όχι ένα Μη Δέντρο
Το Ασυνείδητο όμως δεν μπορεί να φανταστεί τον θάνατο όχι τουλάχιστον τον δικό του θάνατο.
Ακόμα και αν τον επιθυμεί , ως αυτοκτονικη τάση π.χ το θεωρεί προέκταση της δικης του ζωής..
.Έτσι αυτό που μοιάζει επιθυμία Θανάτου είναι στην ουσία επιθυμία ζωής , υπερβολική επιθυμία ζωής ως τον Θάνατο , επιθυμία Υπέρβασης της Ζωής μεσω ακομα και του θανάτου , Ζουισανς ...
καμμια φορά στα όνειρα
συγκρουόμαστε με τον σκληρό πυρήνα της Ύπαρξης - το Πραγματικό της
απόλυτης μας Τρωτότητας ,το βέβαιο του θανάτου μας .. Είμαστε ένα
Μηδέν- ένα Κενό που περικλείεται από το κέλυφος της Ύπαρξης μας . Όταν
συναντάμε το εσωτερικό κενό διάστημα στον Ύπνο μας - Ξυπνάμε
-τρομαγμένοι.
Η Ομορφιά είναι Θνητή .
η αύρα του ωραίου: λένε πως έχει να κάνει με τον υπαινιγμό της αιωνιότητας , όμως
νομίζω πως περισσότερο συνδέεται με την γνώση ότι είναι προσωρινή.
λέμε για ένα λουλούδι ,για ένα μπουμπούκι την άνοιξη " τι όμορφο!!!"",
όχι παραβλέποντας την θνητότητα του αλλά εξαιτίας της : ξέρουμε ότι θα μαραθεί
.
Μ'αυτη την έννοια η ομορφιά είναι Θνητή. Αλλά επίσης η απόλαυση της ομορφιάς ενέχει και ένα
προκαταβολικό , μικρό η μεγάλο ,πένθος : ξέρουμε πως , σε λίγο, θα χαθεί.
Πέτρος Θεοδωρίδης
Υ.Γ υπαρχει
και κατι αλλο: οταν -βλεπουμε μια εικονα, οατν απολαμβανουμε μια
ομορφια την αποθηκευουμε για αργοτερα ..Δεν απολαμβανουμε τωρα Απηλαμβανουμε - στο παρελθον
Η ενόρμηση ή
ορμή (Trieb) σύμφωνα με
το Λακάν θα πρέπει να διακριθεί από το ένστικτο (Instinkt). Το ένστικτο σχετίζεται με μια
μυθική προγλωσσική ανάγκη που έχει βιολογική βάση ενώ η ενόρμηση δεν έχει καμιά
σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών. Οι ενορμήσεις δεν μπορούν ποτέ να
ικανοποιηθούν και δεν στοχεύουν σε ένα αντικείμενο αλλά περιστρέφονται διαρκώς
γύρω από αυτό (Dylan,2005:207).Η ενόρμηση δεν είναι εξ αρχής ενοποιημένη αλλά
είναι αρχικά τεμαχισμένη σε μερικές ενορμήσεις.
Η ενόρμηση «ικανοποιείται» όταν
αποτυγχάνει να πετύχει το στόχο της, όταν επαναλαμβάνει αυτή την αποτυχία. Η
ατελείωτη κυκλοφορία γύρω από το αντικείμενο παράγει την ικανοποίησή της,
παράγει απόλαυση, jouissance. Έτσι ο πραγματικός σκοπός της ενόρμησης δεν είναι να επιτύχει
τον στόχο της αλλά να κυκλοφορεί ατελείωτα γύρω από αυτόν (Zizek,2006b:63) σχηματίζοντας ένα κλειστό
κύκλωμα. Η ενόρμηση σύμφωνα με το Λακάν είναι άμετρη, επαναληπτική και τελικά
καταστροφική και για αυτό το λόγο ο Λακάν υποστηρίζει ότι κάθε ενόρμηση, είναι
ενόρμηση θανάτου (Dylan,2005:210) .
Η ενόρμηση θα πρέπει να διακριθεί
από την επιθυμία. Η επιθυμία ωθεί στην εύρεση μιας αδύνατης πληρότητας μέσα από
την προσκόλλησή της σε ένα αντικείμενο που λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της
πληρότητας. Επίσης πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του αντικειμένου της
επιθυμίας και του αντικειμένου ως αίτιου της επιθυμίας. Το αντικείμενο της
επιθυμίας είναι χαμένο και αναδύεται ως επανευρεθέν. Το αντικείμενο της
ενόρμησης είναι η ίδια η απώλεια.
Η ενόρμηση θανάτου
Στο Λεξιλόγιο
της ψυχανάλυσης των Laplance
& Pontalis
(1986:196) η ενόρμηση θανάτου (Todestrieb)
ορίζεται ως αυτή που αντιτίθεται στην ενόρμηση της ζωής και τείνει στην
ολοκληρωτική μείωση των εντάσεων δηλαδή στην επαναφορά του έμβιου όντος στην
ανόργανη κατάσταση. Η ενόρμηση θανάτου είναι πρωτογενώς στραμμένη προς το
εσωτερικό και τείνει προς την αυτοκαταστροφή και δευτερογενώς στραμμένη στο
εξωτερικό οπότε και εκφράζεται ως επιθετική ενόρμηση ή ενόρμηση καταστροφής.
Αυτή είναι η φροϋδική εννοιολόγηση της ενόρμησης θανάτου σύμφωνα με τους Laplanche & Pontalis ωστόσο ο Λακάν
αντιτίθεται πλήρως σε αυτή την ερμηνεία.
Ο Φρόυντ με
τον όρο ενόρμηση θανάτου εννοούσε ένα ανοίκειο πλεόνασμα ζωής, μια
«απέθαντη» παρόρμηση που εμμένει πέρα από τον βιολογικό κύκλο της ζωής και του
θανάτου, της γέννησης και της καταστροφής. Ο Φρόυντ εξισώνει την ενόρμηση
θανάτου με τον λεγόμενο καταναγκασμό για επανάληψη, μια ανοίκεια παρόρμηση να
επαναλαμβάνει οδυνηρές παρελθούσες εμπειρίες, η οποία φαίνεται να υπερβαίνει
τους περιορισμούς του οργανισμού που επηρεάζεται από αυτή και εμμένει ακόμη και
πέρα από το θάνατο του οργανισμού (Zizek,2008:54).
Η ενόρμηση του θανάτου από τον Zizekγίνεται
κατανοητή ως ριζική εγελιανή αρνητικότητα.. Η ενόρμηση του θανάτου δεν θα
πρέπει να συγχέεται με την αρχή της νιρβάνα. Η ενόρμηση του θανάτου δεν
σχετίζεται με την αυτό-εκμηδένηση ή την επιστροφή στην ανόργανη ύλη εξαιτίας
της απουσίας κάποιας τάσης για ζωή αλλά ακριβώς το αντίθετο (Zizek,2006b:64). Η ενόρμηση του θανάτου
αντιτίθεται πλήρως στην αρχή της νιρβάνα. Η αρχή της νιρβάνα αναφέρεται στην
τάση κάθε ζωντανού συστήματος να βρεθεί στην κατάσταση της χαμηλότερης έντασης
και ουσιαστικά στο θάνατο. Η αρχή της νιρβάνα δεν αποτελεί το αντίθετο της
αρχής της ευχαρίστησης αλλά την υψηλότερη και πιο ριζική έκφρασή της (Zizek,2003:93). Έτσι σύμφωνα
με τον Zizek η ενόρμηση θανάτου πρέπει να οριστεί ως «η πιο ριζική τάση ενός ζώντος οργανισμού
είναι να διατηρεί μια κατάσταση έντασης, να αποφύγει μια τελική «χαλάρωση»
επιτυγχάνοντας μια κατάσταση πλήρους
ομοιόστασης. Η ενόρμηση θανάτου είναι πέρα της αρχής της ευχαρίστησης,
είναι το τυπικό παράδειγμα ενός οργανισμού που επαναλαμβάνει ατελείωτα την
κατάσταση της έντασης » (Zizek,2004:24). Η ενόρμηση θανάτου είναι το πραγματικό Κακό, είναι αυτό που μας οδηγεί να πράξουμε ενάντια
στα συμφέροντά μας. Η ενόρμηση θανάτου συνιστά μια τάση αυτό- υπονόμευσης.
Για αυτό αντιτίθεται τόσο στην αρχή της ευχαρίστησης όσο και στην αρχή της
πραγματικότητας (Zizek,2008b:87).
Η αρχή της
ευχαρίστησης οδηγεί στην «καλή ζωή» την προσανατολισμένη στην ευτυχία,
την
επιμέλεια του αυτού, τη σοφία της αυτοσυγκράτησης κτλ ενώ η ενόρμηση
θανάτου οδηγεί σε μια ζωή όπου δρούμε καταναγκαστικά εναντίον του δικού
μας
καλού (Zizek,2001b:149).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει
η άποψη του Boothby
σχετικά με την ενόρμηση θανάτου.Ο Boothby ερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου με βάση την αντίθεση
Φανταστικού και Πραγματικού. Το Εγώ κατά την συγκρότησή του μέσω της
φανταστικής ταύτισης εξοστράκισε την ενόρμηση θανάτου. Ο Boothby ερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου ως την επιστροφή της δύναμης της ζωής, την επιστροφή του Id που αποκλείστηκεαπό την επιβολή της πετροποιημένης μάσκας του
Εγώ (Zizek,1998:100). Η
επανα-ανάδυση τηςενόρμησης θανάτου
είναι η ανάδυση της ζωής ενώ το Εγώ την εκλαμβάνει ως απειλητική εξαιτίας του
«καταπιεστικού» του χαρακτήρα. Η ενόρμηση θανάτου εκδηλώνεται ως επιστροφή
του Πραγματικού με δύο τρόπους, είτε ως καταστροφική και άγρια μη
συμβολοποιημένη εκδήλωση είτε ως μετουσιωμένη στο συμβολικό επίπεδο (Zizek,1998:99). Έτσι το
Συμβολικό ερμηνεύεται ως ένας συμβιβασμός που επιτρέπει την αποσπασματική
έκφραση του Πραγματικού. Ο Zizek
σε αυτό το σημείο διαφωνεί με τον Boothby τονίζοντας ότι το να εκλάβεις το Συμβολικό ως αυτό που
πληρώνει το κενό μεταξύ του Φανταστικού και Πραγματικού παραγνωρίζει μια
σημαντική οπτική. Το Συμβολικό δημιουργεί τοτο τραύμα που διακηρύσσει ότι θεραπεύει (Zizek,1998:100). Έτσι ο Zizek υποστηρίζει ότι η
ενόρμηση θανάτου ενώ αρχικά θεωρείται ως το Συμβολικό, ταυτίζεταιτελικά από τον Lacan με το Πραγματικό.
Σύμφωνα με τον
Zizek
το υποκείμενο
στην ψυχανάλυση δεν καθορίζεται πλήρως από το ασυνείδητο. Έκφραση της
ελάχιστης
ελευθερίας του υποκειμένου αποτελεί η ενόρμηση θανάτου. Η ενόρμηση
θανάτου οδηγεί το υποκείμενο σε μια συμπεριφορά αυτόνομη που δεν
δεσμεύεται από
το περιβάλλον. Έτσι υπάρχει μια κρίσιμη αντίθεση που διέπει το
υποκείμενο. Από
τη μια η άρνηση της ελευθερίας του και η αποδοχή ότι καθορίζεται πλήρως
από το
περιβάλλον και από την άλλη η καντιανή (και σαδική) απροϋπόθετη
αυτονομία (Zizek,2006b:223).
Mερικές φορές η ξενότητα μοιάζει να ομοιοκαταληκτεί με την εχθρότητα.
Είναι όμως όντως έτσι; Ο στόχος των συλλογισμών μας είναι η σχέση μεταξύ
του Ξένου και του Εχθρού, ενώ στο φόντο βρίσκεται ο φιλοξενούμενος ως
μια μεταβατική μορφή. Και οι σκέψεις μας αφορούν τόσο τις σχέσεις μεταξύ
ατόμων και ομάδων όσο και την ανταλλαγή μεταξύ των πολιτισμών. Η
φιλοσοφική παράδοση της Δύσης προτρέπει, όπως και στην περίπτωση του
Άγριου, να διαφοροποιήσουμε μεταξύ ενός καλού και ενός κακού Ξένου. Στην
πρώτη περίπτωση, υπάρχει κατ’ αρχήν η δυνατότητα να κατανοήσουμε ο ένας
τον άλλο και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, στη δεύτερη περίπτωση αυτό
αποκλείεται. Ο καλός Ξένος είναι γενικώς ένας δικός μας, ο κακός Ξένος
αντιθέτως όχι. Ο κακός Ξένος είναι φυσικά πάντα ο Άλλος. Η μανιχαϊστική
δαιμονοποίηση του κακού Ξένου συνοδεύεται από μια προσπάθεια ο Ξένος να
παρουσιαστεί γενικώς πιο ανώδυνος· για τον καλό Ξένο υπεύθυνος είναι ο
διερμηνέας, για τον κακό η αστυνομία, συμπεριλαμβανομένης και μιας
αστυνομίας των ιδεών που συχνά δρα μυστικά. Εδώ γίνεται σαφές πόσο πολύ
συνδέονται μεταξύ τους η θεωρητική θεώρηση του Ξένου και η πρακτική
συναναστροφή με τον Ξένο. Και ενόψει αυτού πρέπει να αναρωτηθούμε, αν η
εχθρότητα δεν πηγάζει πολύ περισσότερο από μια αρχική αμφισημία του
Ξένου, δηλαδή εντεύθεν του καλού και του κακού. Θα αναπτύξουμε αυτό το
ερώτημα σε τρία στάδια, στην πορεία των οποίων η προβληματική οξύνεται
όλο και περισσότερο.
Ο Ξένος στο λυκόφως
Η φαινομενολογία του Ξένου δυσκολεύεται να βρει το δρόμο της, καθώς το
βλέμμα στον ή στο Ξένο ήταν ανέκαθεν και παραμένει μέχρι σήμερα
περιορισμένο. Βλέπει κανείς αυτό που νομίζει ότι γνωρίζει. Το πρώτο
στάδιο των σκέψεών μας περιορίζεται στη σύντομη διατύπωση ορισμένων
ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενων σημείων· αυτά αποφασίζουν αν θα εμπλακούμε στο
Ξένο ή αν θα προσπαθήσουμε επίμονα να το αποφύγουμε.1
Σχετική και ακραία ξενότητα
Σχετική ονομάζω μια ξενότητα που εμφανίζει μόνο έναν προσωρινό ή
μεταβατικό χαρακτήρα, η οποία δηλαδή μπορεί να ξεπεραστεί υπό ευνοϊκές
συνθήκες και σε βάθος χρόνου. Η σχετικοποιητική δράση ξεκινά στη δυτική
σκέψη αρχικά από μια συνολική τάξη πραγμάτων, δηλαδή από την παραδοχή
μιας οικουμενικής τάξης πραγμάτων, η οποία περιλαμβάνει εμένα τον ίδιο
και τους Άλλους, καθώς και όλα τα ιδία και τα ξένα. Το Ξένο με αυτό τον
τρόπο ενσωματώνεται. Στη σύγχρονη εποχή το Εγώ περνά στο κέντρο μιας
σφαίρας της μοναδικότητας (Eigenheitssphäre) σε σύγκριση με την οποία
καθετί Ξένο, ακόμη και το alter ego, εμφανίζεται ως δευτερεύον είδωλο ή
τροποποίηση. Το Ξένο υπο-τάσσεται στο εκάστοτε ιδίο. Στον επαπειλούμενο
κατακερματισμό του κόσμου σε μεμονωμένες προοπτικές και μεμονωμένα
συμφέροντα η νεωτερικότητα απαντά με την προσφυγή σε μια συνταγματική
και νομοθετική τάξη πραγμάτων, στην οποία υπόκειμαι τόσο εγώ ο ίδιος όσο
και όλοι οι άλλοι. Η ξενότητα με αυτό τον τρόπο εξουδετερώνεται. Η εν
είδει δικαίου κατηγορική προσταγή γνωρίζει μόνον έλλογα όντα, δεν
γνωρίζει Ξένους. Η ακραία ξενότητα σημαίνει αντιθέτως κάτι άλλο·
σημαίνει μια ξενότητα που έγκειται στις «ρίζες όλων των πραγμάτων».
Ανήκει, μιλώντας φαινομενολογικά, στα ίδια τα πράγματα και όχι μόνο στον
περιορισμένο τρόπο πρόσβασής μας. Αυτή η μορφή της ξενότητας
προϋποθέτει ότι κάθε τάξη πραγμάτων ως περιορισμένη τάξη επιλέγει
συγκεκριμένες δυνατότητες, αποκλείει άλλες και επίσης προϋποθέτει ότι
κανείς δεν είναι άρχοντας στο σπίτι του. Οι δύο πυλώνες ενός περιεκτικού
Λόγου και ενός αυτόνομου υποκειμένου κλυδωνίζονται. Και τότε
διαφαίνονται διάφορες διαστάσεις της ξενότητας. Η τάξη απελευθερώνει μια
έκτακτη ξενότητα. Εγώ ο ίδιος είμαι εκτός εαυτού με τη μορφή μιας
εκστατικής ξενότητας. Οι Άλλοι, οι οποίοι στη μακροεγγύτητά τους
(Fernnähe) προσλαμβάνουν τη σκιώδη μορφή σωσιών, μας χαρίζουν τελικά μια
ιδιαίτερη μορφή αντιγραφικής ξενότητας.2 Μια ακραία μορφή της ξενότητας
δεν μπορεί επομένως να νοηθεί, χωρίς να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης μας
όσον αφορά το λόγο, το υποκείμενο και τη διυποκειμενικότητα. Ο φόβος για
αυτή την αλλαγή σκέψης μπορεί να εξηγεί το ότι η ξενότητα μέχρι σήμερα
αποδυναμώνεται ξανά και ξανά ή και απορρίπτεται.
Αμφισημία του Ξένου
Αν ακολουθήσει κανείς τους παραδοσιακούς τρόπους σκέψης, τότε το Ξένο
μοιάζει πάντα ως έλλειψη, ως κάτι που για εμάς δεν είναι προσιτό ή δεν
είναι ακόμη προσιτό και κατανοητό. Αν αντιθέτως εκκινήσει κανείς από το
Ξένο, όπως το συναντούμε βιώνοντάς το, πριν το ορίσουμε, τότε σημαίνει
μια μορφή αποστέρησης. Εκδηλώνεται ως κάτι που δεν υπάρχει στη διάθεσή
μας ή στην κοινή διάθεση, ως κάτι που δεν υπάρχει στα πλέγματα της
εκάστοτε τάξης πραγμάτων. Το Ξένο εμφανίζεται καθώς επιδρά πάνω μας,
καθώς μας πλησιάζει από μακριά και αποτραβιέται μακριά, καθώς είναι
«σωματικά απόν» όπως το παρελθόν και το μέλλον. Με τον όρο του Ξένου
κλυδωνίζεται και ο όρος του εκτός. Αυτό αφορά τόσο το ότι εγώ ο ίδιος
είμαι έξω-από-μένα όσο και τον αποκλεισμό από δυνατότητες.3 Κατά την
παραδοσιακή θεώρηση, το εκτός συνδέεται με τον αρνητικό χαρακτήρα της
εξωτερικότητας· στην καλύτερη περίπτωση ανήκει σε ένα αναγκαίο
μεταβατικό στάδιο της αποξένωσης. Διαφορετικά είναι αν εκκινήσουμε από
μια ακραία μορφή της ξενότητας. Το έκτακτο που συνοδεύει κάθε τάξη ως
μια σκιά δεν σημαίνει ότι κάτι μένει εκτός της τάξης, αλλά ότι η ίδια η
τάξη ως δημιουργία και διατήρηση της τάξης δεν θεμελιώνεται σε αυτή
καθαυτή. Το εκτός εαυτού ημών των ιδίων δεν σημαίνει ότι χάνουμε τον
εαυτό μας αλλά ότι εκκινούμε από κάπου αλλού. Οι δυνατότητες που
αποκλείονται δεν έχουν εξαλειφθεί. Η συμπάθεια για μια τα πάντα
περιλαμβάνουσα κοινότητα, στην οποία στην ουσία τίποτα και κανείς δεν θα
ήταν εξωτερικός, ανήκει στις ιδέες που ωχριούν μόλις προσπαθήσει κανείς
να τις υλοποιήσει.4
Αμφισημία του Μεταξύ
Το μοτίβο του Μεταξύ απαντάται στη σύγχρονη σκέψη σε διάφορες μορφές, ως
καθαρό Μεταξύ, ως ενδιάμεσος κόσμος ή ενδιάμεσο βασίλειο ή στη
λατινίζουσα μορφή ως διυποκειμενικότητα, διασωματικότητα και
διαπολιτισμικότητα.5 Αυτό το Μεταξύ αποκτά ένα δικό του βάρος, μόνον
όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε ως κενό χώρο ανάμεσα στα πράγματα και ούτε
ως συναρμολόγηση ανεξάρτητων όντων, αλλά ως ένα πεδίο γεγονότων, μέσα
στο οποίο κάτι και κάποιος γίνεται αυτό το οποίο είναι. Αυτό
περιλαμβάνει ότι μεταξύ μας συμβαίνει κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί σε
μεμονωμένες επιδόσεις. Αν πάρουμε κατά λέξη τη διαπολιτισμικότητα, τότε
σημαίνει περισσότερα από μια απλή πολυπολιτισμικότητα, η οποία
περιλαμβάνει ένα πλήθος πολιτισμών. Μοιάζει με μαγνητικό πεδίο, όχι με
δοχείο. Αλλά ακόμη και αν αποδώσουμε στο Μεταξύ έναν συντακτικό
(konstitutiv) ρόλο, προσκρούουμε σε μια αμφισημία, η οποία συνδέεται με
την αμφισημία του Ξένου. Το Μεταξύ μπορεί να ερμηνευτεί ως Μεσαίο, ως
λόγος, νόμος ή δίκαιο που ρυθμίζει την επικοινωνία ανάμεσα στα
ανεξάρτητα όντα, χωρίς το ίδιο να προέρχεται από αυτή την επικοινωνία. Η
ιδέα ενός συμμετρικά διαμορφωμένου διαλόγου, οι εταίροι του οποίου
μπορούν να ανταλλάξουν τους ρόλους τους, δεν σημαίνει στην ουσία τίποτα
παραπάνω από έναν μονόλογο με κατανεμημένους ρόλους. Το ενδιάμεσο
γίγνεσθαι δεν θα ήταν δημιουργικό ως τέτοιο. Ακόμη και η υποτιθέμενη
διυποκειμενικότητα δεν θα ήταν τότε τίποτα περισσότερο από ένα πλήθος
υποκειμενικοτήτων που έχουν μια συνοχή χάρη σε μια δια-υποκειμενική
οντότητα. Αν σύμφωνα με τον Kleist σκεφτούμε μια «κατασκευή σκέψεων στην
ανταλλαγή λόγου»6, τότε αυτό παραπέμπει σε κάτι, το οποίο συμβαίνει
μεταξύ μας, και μάλιστα πέρα από ένα κατώφλι, το οποίο περνάμε με κάθε
δήλωση, αλλά δεν το ξεπερνάμε όπως ένα εμπόδιο που τίθεται στο δρόμο
μας. Η μία λέξη φέρνει την άλλη χωρίς η μία να ακολουθεί λόγω της άλλης.
Έτσι φτάνουμε σε ένα entretien infini με την έννοια του Maurice
Blanchot, μια συζήτηση που διατηρείται χάρη σε διακοπές. Ανάμεσα στο
ίδιο και το Ξένο η σύνθεση είναι τόσο ελάχιστη όσο ανάμεσα στο ξύπνημα
και τον ύπνο, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στη νεότητα και το
γήρας. Σύνθεση υπάρχει μόνο στο βαθμό που η ομιλία μας και η πράξη μας
έχουν ένα νόημα και ακολουθούν έναν κανόνα, όχι στο βαθμό που συμβαίνει
κάτι στην ομιλία και στην πράξη. Η σύνθεση είναι ζήτημα του ειπωμένου
και πεπραγμένου, όχι του λέγω και του πράττω. Υπόκειται στο σημείο
θεώρησης ενός τρίτου, ο οποίος επεμβαίνει διαμεσολαβητικά σε αυτό, το
οποίο συμβαίνει ανάμεσά μας, ως ουδέτερος παρατηρητής ή ως δικαστής, που
όμως δεν βρίσκεται υπεράνω. Το σημείο θεώρησης του γενικού δεν πρέπει
να συγχέεται με ένα γενικό σημείο θεώρησης, σαν να ήταν το ιδίο και το
Ξένο, η ιδία και η ξένη γλώσσα, η ιδία και η ξένη χώρα, η ιδία και η
ξένη κουλτούρα απλές μερικότητες. Το Ξένο αποτελεί το άμεσο εν μέσω όλων
των διαμεσολαβήσεων. Το Ξένο δεν μπορεί ούτε να εντοπιστεί ούτε να
παγκοσμιοποιηθεί, βρίσκεται πάντα κάπου αλλού.7
1. Για τη συμπλήρωση αυτού του σύντομου σκιαγραφήματος παραπέμπουμε στην
ακόλουθη βιβλιογραφία: Topographie des Fremden (Τοπογραφία του Ξένου),
Φρανκφούρτη: Suhrkamp 1997, Verfremdung der Moderne (Ξενοποίηση της
Νεωτερικότητας), Γκέτινγκεν: Wallstein 2001, Grundmotive einer
Phänomenologie des Fremden (Βασικά μοτίβα μιας φαινομενολογίας του
Ξένου), Φρανκφούρτη: Suhrkamp 2006.
2. Σχετικά με τη διαφοροποίηση των διαφόρων διαστάσεων της ξενικότητας
πρβλ. διεξοδικότερα: του ιδίου συγγραφέα Bruchlinien der Erfahrung
(Διακεκομμένες γραμμές της εμπειρίας), Φρανκφούρτη: Suhrkamp 2002, κεφ.
V-VI.
3. Δύο μαρτυρίες αυτής της αλλαγής στον τρόπο σκέψης: το πρώτο μεγάλο
σύγγραμμα του E. Levinas, Totalité et Infini του 1961 έχει τον υπότιτλο
Essai sur l’ extériorité, και ο M. Foucault συνέγραψε το 1966 για το
περιοδικό Critique ένα δοκίμιο με τίτλο Pense au dehors. Η κοινή τους
κατεύθυνση δεν αποκλείει αποκλίσεις.
4. Πρβλ. σχετικά J. Habermas, Die Einbeziehung des Anderen (Η εμπλοκή
του Άλλου), Φρανκφούρτη 1996. Ο συγγραφέας επικαλείται μια ηθική
κοινότητα, η οποία είναι καθαρά περιλαμβάνουσα. Η ξενικότητα του Άλλου
και κάθε άλλη ξενικότητα λιώνει κάτω από τον ήλιο του επικοινωνιακού
λόγου.
5. Σχετικά με τις διάφορες μορφές του Ενδιάμεσου πρβλ. Topografie des Fremden, ό.π. σελ. 85 κ.ε.
6. Θυμίζω έτσι το δοκίμιο του Kleist Über die allmähliche Verfertigung
der Gedanken beim Reden (Περί της σταδιακής κατασκευής των σκέψεων κατά
την ομιλία). Το δοκίμιο είναι γραμμένο από την προοπτική του ομιλητή,
αλλά ενός ομιλητή ο οποίος βλέπει πώς ακούει ο Άλλος ή η Άλλη, ο οποίος
δηλαδή υποδέχεται τις σκέψεις του στην κατασκευή. Εγώ αυτό το ονομάζω
δημιουργική αποκριτικότητα.
7. Παραπέμπω σε αυτό το πλαίσιο στην έκθεσή μου για την Ευρώπη «Anderswo
statt Überall» (Αλλού αντί Παντού) στο: Idiome des Denkens.
Deutsch-Französische Gedankengänge II, Φρανκφούρτη: Suhrkamp 2005, πρώτη
δημοσίευση στα Ιταλικά στο links I (2001), σελ. 13-19
Aπόσπασμα από το δοκίμιο (μετάφραση: Ανθή Βηδενμάιερ) που δημοσιεύτηκε
στο τεύχος 14 του περιοδικού ΕΝΕΝΕΝ, Οκτώβριος Νοέμβριος Δεκέμβριος
2009. Στο τεύχος υπάρχει αφιέρωμα στον σημαντικό αυτόν γερμανό φιλόσοφο.
Στο ίδιο τεύχος υπάρχει το δοκίμιό του με τίτλο ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ, ΜΕΤΑΞΥ
ΠΑΘΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΗΣ σε μετάφραση της Σοφίας Παντελιάδου.
Η
έννοια «χρόνος» είναι ούτως ή άλλως μια αφαίρεση: κανένα ζωντανό ον δεν
υπάρχει μέσα στον απόλυτο χρόνο.Και, βέβαια, οι άνθρωποι είναι θνητοί:
«Και στο μεταξύ, ο χρόνος συνεχίζει το πανάρχαιο έργο του να κάνει τους
πάντες να μοιάζουν, αλλά και να νιώθουν άσχημα». Κάποια αρχαία
ελληνική παράδοση, που διηγείται ο Nietzsche, λέει πως, ο βασιλιάς
Μίδας,κάποτε,κυνήγησε πολλή ώρα στο δάσος το γέρο Σειληνό, τον σύντροφο
του Διόνυσου, χωρίς να μπορέσει να τον φτάσει. Όταν επιτέλους κατόρθωσε
να τον πιάσει, ο βασιλιάς τον ερώτησε τι είναι για τον άνθρωπο το πιο
επιθυμητό και πιο πολύτιμο αγαθό. Ακίνητος και πεισμωμένος ο δαίμων
έμενε άφωνος, έως ότου, εξαναγκασμένος από τον νικητή του, ξέσπασε στα
γέλια και άφησε να του ξεφύγουν αυτά τα λόγια: «Φυλή άθλια κι
εφήμερη , παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου
αποκαλύψει πράγματα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ;
Ό,τι περισσότερο απ όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα
αποκτήσεις: το καλύτερο για σένα είναι να μην έχεις ποτέ γεννηθεί , να
μην υπάρχεις, να πέσεις στην ανυπαρξία. Ύστερα από αυτό ό,τι περισσότερο
πρέπει να επιθυμείς, είναι να πεθάνεις το γρηγορότερο». Ο
θάνατος ,όπως και η γέννηση , συμβαίνουν μόνο μια φορά και δεν υπάρχει
τρόπος να μάθει κανείς «να το κάνει σωστά την επόμενη φορά», γιατί
πρόκειται για ένα συμβάν που δεν θα το ξαναζήσει. Λίγα πράγματα
πλησιάζουν τόσο πολύ το θάνατο –λέει ο Ζ. Μπάουμαν - όσο ο έρωτας:
«Κανείς δεν μπορεί να μπει στον έρωτα ή στο θάνατο δυο φορές. Είναι και
οι δυο πιο μοναδικοί ακόμα και από τον ηρακλείτιο ρου. Είναι, πράγματι,
και κεφάλι και ουρά, που αποκλείουν και αγνοούν καθετί άλλο».
Κάθε εμφάνιση του ενός από τους δυο είναι φαινόμενο μοναδικό,
παντοτινό,ανεπίδεκτο,επανάληψης, ανάκλησης ή αναστολής. Κάθε ον
γεννιέται για πρώτη φορά ή ξαναγεννιέται, όποτε συμβαίνει , ερχόμενο
πάντα από το πουθενά, από το έρεβος μιας ανυπαρξίας, χωρίς παρελθόν ή
μέλλον. Καθώς ξετυλίγεται ο χρόνος, το αναπόφευκτο των αλλαγών,
η πίεση των πάμπολλων ερεθισμάτων επιθυμούμε να τον σταματήσουμε, να
τον ακινητοποιήσουμε, να τον εντάξουμε σε προκαθορισμένα σχήματα.
Αναπολούμε, νοσταλγούμε και εκλαμβάνουμε το παρελθόν και το μέλλον ως
πάγιες οντότητες, ακλόνητες, αδιαπέραστες από τον ρυθμό των
μεταβολών.Αυτή η τάση οντοποίησης του χρόνου, ως νοσταλγία του
παρελθόντος ή ως θεοποίηση του μέλλοντος, ξεκινά από το φόβο της
εξαφάνισης , του θανάτου. Όμως όπως μας προειδοποιεί οRichard Rorty η
έκφραση «φόβος της εξαφάνισης » δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει φόβος της
ανυπαρξίας,παρά μόνο φόβος μιας συγκεκριμένης απώλειας.
«Θάνατος » και «ανυπαρξία» είναι όροι εξίσου ηχηροί και εξίσου κενοί. Το
να λέμε πως μας φοβίζουν είναι το ίδιο αδέξιο όσο και η προσπάθεια του
Επίκουρου να πει, γιατί δεν θα έπρεπε να μας φοβίζουν. Ο Επίκουρος
λοιπόν έλεγε: Όσο υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών κι όταν πάλι
είναι παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Αντίθετα από ότι πίστευε ο
Επίκουρος εμείς υπάρχουμε χάρη στο θάνατο.
Ο Θάνατος, δίνει
μορφή,σχήμα και νόημα στη πεπερασμένη ζωή μας . Ο Θάνατος είναι παρών ,
εδώ ,τώρα τη στιγμή που ζούμε. Δεν βρίσκεται στο τέρμα της ζωής – όπως
υποθέτουμε αλλά παραμονεύει από κάτω της, ως το υπόστρωμα της ή το βάθρο
της. Ο προσανατολισμός προς τον θάνατο -έλεγε ο Μαξ Σελερ - υπονοείται ουσιωδώς από την εμπειρία κάθε ζωής.
Ο θάνατος αποκτά τη μορφή και την υφή, που ο καθένας του δίνει
ανάλογα με την προσωπικότητά του, αλλά και την εποχή στην οποία ζει.
Είναι ένα πλαίσιο, χωρίς το οποίο δεν θα υπήρχε η εικόνα μιας ζωής. «Αν
σβήσουμε με τη σκέψη μας την ενορατική βεβαιότητα του θανάτου, ευθύς θα
προέκυπτε μέσα στο μέλλον μια ριζικά διαφορετική στάση από την
πραγματική μας στάση. Θα βλέπαμε τότε μπροστά μας την ίδια μας τη ζωή να
εκτυλίσσεται σαν μια διαδικασία ατελεύτητη και εκ φύσεως ατέρμονη λόγω
της απουσίας προοπτικής μέσα στη σφαίρα αναμονής και κάθε μια από τις
έμπειρες μας θα έπαιρνε άλλη όψη και κάθε συμπεριφορά μας θα ήταν
διαφορετική από ό,τι είναι στη πραγματικότητα. Στ’ αλήθεια, τι άλλο μπορεί να ήταν η αθανασία των θεών, πάρα εκείνη η αιώνια βαρεμάρα ,«η
ήμερη λαχτάρα χωρίς συγκεκριμένο στόχο », όπως την περιέγραφε ο
Σοπενχάουερ: Σύμφωναμε τον Κίρκεργκορ «Οι θεοί βαριούνταν και γι’ αυτό
έφτιαξαν τα ανθρώπινα όντα .»Η μονότονη πλήξη , μοιάζει συχνά επουράνια.
Είναι, λες και το άπειρο ήρθε σε αυτό τον κόσμο από το υπερπέραν. Αλλά
αυτό το άπειρο ,η μονοτονία ,διαφέρει από αυτό που περιγράφουν οι
μυστικιστές. Η Simon Weil γράφει: «Η μονοτονία είναι ταυτοχρόνως
το πιο όμορφο και το πιο αποκρουστικό πράγμα που υπάρχει. Είναι το πιο
όμορφο, αν αντανακλά την αιωνιότητα και το πιο αποκρουστικό, αν είναι
ένδειξη κάτι ατέλειωτου και απαράλλακτου. Τοσύμβολο της όμορφης
μονοτονίας είναι ο κύκλος. Το σύμβολο της άσπλαχνης μονοτονίας είναι ο
χτύπος του εκκρεμούς». Στο διήγημα του Μπόρχες «ο Αθάνατος », ο
Ιωσήφ Καρτάφιλος από τη Σμύρνη, φτάνει στην Πολιτεία των Αθανάτων. Καθώς
περιπλανιέται στο λαβυρινθώδες ανάκτορο, πού αποτελούσε την πολιτεία,
καταπλήσσεται από την εντύπωση μιας παλαιότητας που κόβει την ανάσα, και
από την εντύπωση του ημιτελούς, το απροσδιόριστου, του απολύτως άνευ
νοήματος.
«Το πρώτο, που μου έκανε εντύπωση - διηγείται ο
Ιωσήφ Καρτάφιλος – σ’ εκείνο το απίστευτο μνημείο,ήταν η παλαιότητα του.
Αισθάνθηκα ότι ήταν αρχαιότερο των ανθρώπων, αρχαιότερο της γης. Αυτή η
πανηγυρική του παλαιότητα (παρόλο που , κατά κάποιο τρόπο, τρόμαζε το
βλέμμα) μου φάνηκε απολύτως ταιριαστή για έργο που έφτιαξαν αθάνατοι
τεχνίτες. Στην αρχή με προφυλάξεις, ύστερα με αδιαφορία και
στο τέλος με απόγνωση ,περιπλανήθηκα στις κλίμακες και στα πλακόστρωτα
του ανεξιχνίαστου ανακτόρου. … Αυτό το ανάκτορο είναι έργο των θεών,
σκέφτηκα στην αρχή. Όταν εξερεύνησα το ακατοίκητο εσωτερικό του διόρθωσα
την σκέψη μου: Οι θεοί που το έχτισαν έχουν πεθάνει . Όταν πρόσεξα τις
παραδοξότητες του, αποφάνθηκα : Οι θεοί που το έχτισαν ήταν τρελοί ».
Το ανάκτορο ήταν γεμάτο αδιέξοδους διαδρόμους: πανύψηλα
απροσπέλαστα παράθυρα,φανταχτερές πόρτες που έβγαζαν σε ένα κελί ή ένα
πηγάδι, απίστευτες ανάστροφες σκάλες ή κρεμαστές στο πλάι ενός
μνημειώδους τοίχου που δεν κατέληγαν πουθενά.Στο ανάκτορο που το έχτισαν
αθάνατοι, τίποτε δεν είχε νόημα , τίποτε δεν υπηρετούσε κάποιο σκοπό.
Επρόκειτο για μια πολιτεία όχι των οποιωνδήποτε αθανάτων αλλά κάποιων
που γνώρισαν την εμπειρία του να είναι θνητοί, διδάχθηκαν δεξιότητες που
αντιστοιχούσαν με μια τέτοια εμπειρία και μετά ,κατά κάποιο τρόπο,
απέκτησαν την αθανασία. Εκείνη την στιγμή, ένιωθαν ακόμη την ανάγκη να
εκφράσουν τη συνταρακτική ανακάλυψη ότι όλα όσα είχαν μάθει έγιναν
ξαφνικά άχρηστα και εντελώς κενά νοήματος. Τώρα όμως είχαν
εγκαταλείψει ακόμη και τα ανάκτορο που έχτισαν τη στιγμή της ανακάλυψης ,
και ο Ιωσήφ τους βρήκε μέσα σε αβαθή πηγάδια στην άμμο:«Από εκείνες τις
άθλιες τρύπες ξεπρόβαλλαν κάτι άνθρωποι γυμνοί , με γκρίζοδέρμα , με
ατημέλητες γενειάδες. Δεν μιλούσαν και καταβρόχθιζαν φίδια».Τα
συμπεράσματα είναι διαυγή: Τα πάντα στην ανθρώπινη ζωή έχουν σημασία,
επειδή οι άνθρωποι είναι θνητοί και το ξέρουν. Όσα κάνουν οι θνητοί
άνθρωποι ,έχουν νόημα ,εξαιτίας αυτής της επίγνωσης. Αν νικιόταν κάποτε ο
θάνατος, δεν θα είχαν πια νόημα όλα αυτά, που με τόσο μόχθο συνέθεσαν
οι άνθρωποι ,προκειμένου να ενσταλάξουν κάποιο σκοπό στην τόσο σύντομη
ζωή τους. Ο ανθρώπινος πολιτισμός–«συνελήφθη στον τόπο της τραγικής κι
ωστόσο αποφασιστικής συνάντησης, ανάμεσα στην πεπερασμένη έκταση της
σωματικής ανθρώπινης ύπαρξης και στην απεραντοσύνη της ανθρώπινης
πνευματικής ζωής.»
Το μηδέν ,το κενό ,ο θάνατος ,είναι
συστατική διάρθρωση του υπάρχοντος. Ζούμε μόνο μια φορά. Το όριο το
μηδενός ,(ή του θανάτου),την περιορίζει και ορίζει την πεπερασμένη
μοναδική ζωή μας: όπως το κενό στο κέντρο ενόςδακτυλιδιού ,συγκροτεί και
το ίδιο το δαχτυλίδι. Ο ποιητής Φίλιπ Λάρκιν έγραψε για το
θάνατο:"Μονάχα με τον καιρό,μισοαναγνωρίζουμε το τυφλό αποτύπωμα, που
φέρουν όλες μας οι συμπεριφορές. Μα κι αν ομολογήσουμε, εκείνο το
άωροαπόγευμα που αρχίζει ο θάνατος μας ,τι ακριβώς ήταν, μικρή
παρηγοριά,γιατί αφορούσε μόνο έναν άνθρωπο μια φορά, Και τούτον στο
κατώφλι του θανάτου. Και τι απομένει από τον εαυτό στο κατώφλι του
θανάτου;"
Όταν το τέλος πλησιάζει, έγραψε ο Καρτάφιλος στο
διήγημα του Μπόρχες , δεν μένουν πια αναμνήσεις εικόνων μένουν μόνο
λέξεις,δάνειες και ακρωτηριασμένες λέξεις, λέξεις άλλων, να ποια ήταν η
ισχνή ελεημοσύνη που του άφησαν οι ώρες και οι αιώνες».
δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της
πολιτικής: όταν αναζητείς το αισθητικά ενδιαφέρον ,το συγκλονιστικό ,αυτό
που θα σε βγάλει οριστικά από την πλήξη ,τότε-υποκύπτοντας στην
γοητεία του θεάματος,σκηνοθετείς την ίδια σου την πραγματικότητα με ένα
σκηνικό θανάτου..
ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν κι ένα αποτέλεσμά της μετατόπισης του
σκηνικού: προς μια αισθητικοποιηση της πολιτικής: να κάνουμε την Ζωή μας
..τέχνη, φουτουρισμός,ο πόλεμος ως θέαμα,ο ..Μουσολίνι ως
προσωποποίηση της ..δράσης και του ..ανδρισμού,λατρεία της..δράσης, βιβα
λα μορτε …!
είκοσι χρόνια από το'' τέλος των ιδεολογιών'' είμαστε κλεισμένοι στο τρουμαν
σώου ,παίζοντας ένα πελώριο Ματριξ .. Όμως η φρίκη της βαρεμάρας δεν
θαναι τίποτε μπροστά στη φρίκη της εξόδου προς την έρημο του
Πραγματικού
ναι ! όλων των πολιτισμών το ύφασμα συντίθεται μέσω της απώθησης του
Θανάτου.
Πάντα όμως υπήρχε και μια μικρή η μεγάλη εξοικείωση με τον θάνατο' και με τις διεργασίες
του πένθους ..
Η Οικογένεια τριγύριζε τον ετοιμοθάνατο ,άκουγε τα τελευταία λόγια, οι μοιρολογίστρες
περίμεναν(κάπως έτσι θυμάμαι που πρωτοαντίκρισα τον θάνατο στο χωριό)
Μόνο στην εποχή μας η απώθηση του θανάτου οδηγεί στην αποστείρωση και στα στεγανά
: ο Θάνατος , σαν μια Ντροπή , ως κάτι που πρέπει να κρύψουμε.
Δεν τον γευόμαστε πια ,δεν τον μυρίζουμε δεν είναι πλάι μας :
τον βλέπουμε μόνο πίσω από το Γυαλί, σε οθόνες , στον κινηματογράφο , στα μόνιτορ,
ως κάτι που συμβαίνει κάπου άλλου, σε άλλους πολιτισμούς , σε απόκοσμους άλλους
..
Και όταν μας συμβαίνει δεν μπορούμε πια να μιλήσουμε γι αυτό: έχουμε χάσει τις λέξεις
,την Μιλιά μας.
Ο Θάνατος περά από κάτι φοβερό έχει γίνει και κάτι χειρότερο . Ανείπωτος.
και γι αυτό έχει καταντήσει αβάσταχτος - στις μέρες μας-
ο ίδιος ο στυλοβάτης της ζωής , ο Θάνατος .