Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εντζο Τραβερσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εντζο Τραβερσο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Η Βιοεξοουσια του Φουκώ



Βιοεξουσια


Φουκώ γνώση


Ο όρος βιοεξουσια

 εμφανίζεται στη Βούληση για γνώση,

 πρώτο τομο της Ιστορίας της σεξουαλικότητας, όπου ορίζει ένα βαθύ μετασχηματισμό των μορφών δυτικής κυριαρχίας ανάμεσα στο τέλος του 18ου και την αρχή του 19ου αιώνα.


 Σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο της εξουσίας, ενσαρκωμένο από το κράτος και κωδικοποιημένο από τη νομοθεσία,

 η βιοπολιτική 

κατακλύζει την κοινωνία και εισχωρεί στον ιστό της ίδιας της ζωής. 


Ως κυριαρχική εξουσία, 

το κράτος διαθέτει τη νόμιμη βία, 

εγκεκριμένη από το λαό τον οποίο εκπροσωπεί και στον οποίο παραχωρεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιορίζοντας τους χώρους της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας του. 


Η βιοεξουσία, απεναντίας, δεν είναι εξαναγκαστικό σύστημα


 αλλά διάχυτος μηχανισμός 

διαχείρισης της ζωής από απρόσωπα μέσα, διοικητικές πρακτικές και συχνά άγραφους νόμους. 

Η ανάδυση της βιοεξουσίας συμπίπτει με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού αλλά –και εδώ έγκειται το παράδοξό της- 

φαίνεται να αντιφάσκει προς τη φιλελεύθερη αρχή του διαχωρισμού μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας.


 Από τον Χομπς ως τον Βέμπερ, το κυριαρχικό κράτος νοούνταν ως εξουσία ικανή ν' αποφασίζει για τη ζωή και το θάνατο των υπηκόων και πολιτών του, 

ενώ η βιοε-ξουσία «θεωρεί έργο της τη διαχείριση της ζωής». 17 


Ο άξονας της βιοεξουσίας

 δεν είναι πια η βία του κράτους 

αλλά η οικονομική πολιτική της διακυβέρνησης που δεν αποσκοπεί πια στην καταστολή αλλά στον έλεγχο και τη ρύθμιση της ζωής και των κινήσεων των πληθυσμών. 


Ο πληθυσμός δεν είναι πια ο «λαός» -δηλαδή το έθνος εννοημένο σε αφηρημένους όρους, ως νομικοπολιτική κοινότητα- 230

αλλά ένα σύνολο ζωντανών πλασμάτων, σω-μάτων ενταγμένων σ' ένα κοινωνικό και οικονομικό δίκτυο, αντικείμενο δημογραφικών, επισιτιστικών, ιατρικών, εκπαιδευτικών, υγειονομικών και οικολογικών πολιτικών. 


Σε αντίθεση με την κλασική πολιτική φιλοσοφία, που αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο αποκλειστικά ως «πολιτικό ζώο», διακριτό από τον άνθρωπο ως ζωντανό ον,

 η βιοπολιτική θεωρεί το νεοτερικό άνθρωπο ως «ένα ζώο στην πολιτική από το οποίο εξαρτάται η ζωή του ως ζωντανού όντος». 18 


Η περιοχή δράσης της βιοεξουσίας είναι το έδαφος που ορίζεται όχι τόσο από τα σύνορα της κρατικής κυριαρχίας αλλά ως χώρος κατοικημένος από ζωντανά όντα. 


Η τάξη πραγμάτων που κυριαρχεί εκεί δεν είναι η τάξη του νμου και της στρατιωτικής βίας αλλά, ιδεατά τουλάχιστον, μια τάξη που καθορίζεται από ένα «αόρατο χέρι» –ο Φουκό επαναλαμβάνει και ξαναορίζει τη μεταφορά του Άνταμ Σμιθ-19 το οποίο προσανατολίζει από το εσωτερικό, με αυτόματο και «φυσικό» τρόπο, τις πρακτικές και τους τρόπους ζωής. 


Η νεοτερική βιοεξουσία εκδηλώνεται σύμφωνα με δυο διακριτές τροπικότητες: από τη μία, πειθαρχικές και εξαναγκαστικές τεχνικές που υποτάσσουν τα σώματα (το πανοπτικό μοντέλο της φυλακής, του εργοστάσιου και του στρατώνα), 20 


από την άλλη η «κυβερνητικότητα», δηλαδή η εξουσία που ασκείται πάνω στον πληθυσμό, εννοημένο σαν ένα σύνολο ζωτικών διαδικασιών, η εξουσία που ενεργεί σαν τεχνική ρύθμισης μεταβολικών ανταλλαγών ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. 


Περισσότερο από κυρίαχος που κατέχει την εξουσία για θανάτωσηση  η βιοεξουσία είναι εργοστάσιο ζωντανών σωμάτων, των οποίων ρυθμίζει και προ στατεύει τη ζωή.

231

Η έννοια της βιοεξουσίας προσφέρει ένα κλειδί ανάγνωσης όχι αποκλειστικό μα ουσιαστικό- για να αναλυθεί μια μεγάλη γκάμα σύγχρονων φαινομένων. 



Προσανατόλισε τη μελέτη του μεταπολεμικού κράτους προνοίας, με τις στατιστικές και τα σχέδιά του, μια σειρά παρεμβάσεων στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης, τη μέριμνά του για τα παιδιά και για τους ηλικιώμένους. 


Άσκησε μια όχι αμελητέα επιρροή στη μελέτη φαινομένων όπως η μαζικοποίηση των πρότυπων ζωής, με την ευρύτερη έννοια, από την αγορά και η έλευση νέων μορφών κυριαρχίας.


 Στην Αυτοκρατορία, ο Μάικλ Χαρντ και ο Τόνι Νέγκρι χρησιμοποιούν την έννοια της βιοεξουσίας για να ορίσουν την «κοινωνία ελέγχου» του κόσμου σήμερα, όπου «οι μηχανισμοί επιστασίας γίνονται όλο και πιο “δημοκρατικοί”, όλο και πιο εγγενείς στο κοινωνικό πεδίο, διάχυτοι στο μυαλό και το σώμα των πολι- τών». 21 


Στο σύστημα αυτό, οι μορφές διάκρισης και αποκλεισμού εσωτερικεύονται από τα άτομα με αυξανόμενο τρόπο. «Η εξουσία -γράφουν – ασκείται τώρα από μηχανές που οργανώνουν άμεσα τα μυαλά (μέσω συστημάτων επικοινωνίας, δικτύων πλη ροφόρησης, κλπ) και τα σώματα (μέσω συστημάτων κοινωνικών πλεονεκτημάτων, μέσω πλαισιωμένων δραστηριοτήτων) προς μια κατάσταση αυτόνομης αλλοτρίωσης, ξεκινώντας από το νόημα της ζωής και την επιθυμία για δημιουργικότητα». 23 



επίσης Sandro Chignola, «L'impossibile del sovrano. Governamentalità e libe- ralismo in Michel Foucault», στο Sandro Chignola (επιμ.), Governare la vita. Un seminario sui Corsi di Michel Foucault al Collège de France (1977-1979), Ombre corte, Βερόνα, 2006, σελ. 37-70, και Pierre Lascoumes, «La gouverne- mentalité: de la critique de l'État aux technologies du pouvoir», Le Portique, 2004, τχ. 13-14, σελ. 2-14.


22. Michael Hardt & Antonio Negri, Empire, Exils, Παρίσι, 2000, σελ. 48 (ελλ. μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Αυτοκρατορία, Scripta, 2002]. 23. Ό.π., σελ. 49.

18. Ό.π., σελ. 188.


19. BX. Michel Foucault, Naissance de la biopolitique, Cours au Collège de France, 1978-1979, Gallimard-Seuil-EHESS, biopolitique, Cours 286-290 (ελλ μτφ. Βασίλης Πατσογιάννης. Η γέννηση της βιοπολιτικής. Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), Πλέθρον, 2012].


20. Michel Foucault, Surveiller et punir. Naissance de la prison, Gallimard, Παρίσι, 1975 (ελλ. μτφ. Τάσος Μπέτζελος, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Πλέθρον, 2011). 21. Bλ. Michel Foucault, «La gouvernementalité», Dits et Écrits, III, Ga


αλέγγρος τον


τε


C

16. BA. Thomas Lemke, «The birth of bio-politics. Michel Foucault's lec- ture at the Collège de France on neo-liberal governmentality», Economy and Society, 2001, τχ. 2, σελ. 190-207.


17. Michel Foucault, Histoire de la sexualité. 1. La volonté de savoir, Galli- mard, Παρίσι, 1976, σελ. 182 [ελλ. μτφ. Τάσος Μπέτζελος, Ιστορία της σεξουα- Δικότητας. 1. Η βούληση για γνώση, Πλέθρον, 2011].

Ο κομμουνισμός ως Τραγωδία


Enzo Traverso


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος


21ος παράλληλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ

67



Σελ 67 


Ο Χόμπσμπαουμ έγραψε μια τραγωδία. 


Η απελευθερωτική ελπίδα που ενσαρκώθηκε στον κομμουνισμό διάσχισε τον αιώνα σαν μετεωρίτης. 


Σκοπός του δεν ήταν η καταστροφή της δημο κρατίας αλλά η επικράτηση της ισότητας, η ανατροπή της κοινω- νικής πυραμίδας, το να πάρουν στα χέρια τους τη μοίρα τους εκείνοι που ήταν πάντα υποταγμένοι και καταπιεσμένοι. 


Η οκτωμβριανή επανάσταση –ένα όνειρο που «ζει ακόμα μέσα μου», βε- βαιώνει στην αυτοβιογραφία του- μεταμόρφωσε αυτή την απε- λευθερωτική ελπίδα σε «συγκεκριμένη ουτοπία». Ενσαρκωμένη στο σοβιετικό κράτος, γνώρισε αρχικά μια θεαματική άνοδο και μετά μια μακρά παρακμή, όταν η προωθητική του δύναμη εξα ντλήθηκε, ως την τελική πτώση. 


Ο σοβιετικός σοσιαλισμός ήταν τρομαχτικός, ο Χόμπσμπαουμ το αναγνωρίζει χωρίς δισταγμούς, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική. «Η τραγωδία της οκτωβριανής επανάστασης – γράφει έγκειται ακριβώς στο ότι το μόνο που μπορούσε να γεννήσει ήταν το δικό της είδος αυταρχικού, αδυ σώπητου και βάναυσου σοσιαλισμού», ο Ασφαλώς, η αποτυχία της ήταν εγγεγραμμένη στις προκείμενές της, όμως η διαπίστω ση αυτή δεν τη μετατρέπει σε μια ανωμαλία της ιστορίας. 



Ο Χόμπσμπαουμ δεν συμμερίζεται την άποψη του Φυρέ, σύμφωνα με τον οποίο η οκτωβριανή επανάσταση, όπως κι η Γαλλική Επανά σταση, ήταν ένας εκτροχιασμός που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.



 Ο κομμουνισμός δεν μπορούσε παρά να αποτύχει, εκ- πλήρωσε όμως μιαν αναγκαία λειτουργία. 



Η κλίση του ήταν θυσιαστική. «Το πιο διαρκές αποτέλεσμα της οκτωβριανής επανά- στασης, στόχος της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα – γράφει στην Εποχή των άκρων- ήταν ότι έσωσε τον αντίπαλό της, στον πόλεμο όπως και στην ειρήνη, παρακινώντας τον, από φόβο, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μεταρρυθμιστεί 

62. Eric Hobsbawm, Interesting Times. A Twentieth-Century Life. Allen Lane, Λονδίνο, 2002, σελ. 56 (ελλ. μτφ. Σταματίνα Μανδηλαρά, Συναρπαστικά χρόνια. Μια ζωή στον 20ο αιώνα, Θεμέλιο, 2003).


63. Eric Hobsbawm, L'Age des extrêmes, ό.π., σελ. 642.

Αιώνας - κόσμος

Enzo Traverso


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετ' .Νίκος κουρκουλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ.  

2016 

Αιώνας - κόσμος 

Σελ 

63


Οι Ηνωμένες πολιτείες παρά την ασύγκριτη πολεμικη τους δύναμη δεν μπορούν να επιβαλλουν την κυριαρχία τους πάνω στον υπόλοιπο πλανήτη. Δεν αποτελούν τον πυρήνα μιας νέας παγκόσμιας τάξης συγκρίσιμης με την Pax Britannica του 19ου αιώνα, ενώ έχουμε περάσει σε «μια βαθιά ασταθή μορφή παγκόσμιας αταξίας, τόσο σε διεθνή κλίμακα όσο και στο εσωτερικό των κρατών», 


 Σύμφωνα με μια σύγχρονη προοπτική, ο 20ός αιώνας θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ένας «αιώνας-κόσμος». Ο ιταλός ιστο ρικός Μαρτσέλο Φλόρες χρονολογεί την αρχή του το 1900, χρο νια που σημαδεύει συμβολικά μια τριπλή μετάλλαξη. Στη Βιέννη, ο Φρόιντ δημοσιεύει την Ερμηνεία των ονείρων, έργο που εγκαινιάζει την ψυχανάλυση: στην αυγή του φορντιστικού καπιταλισμού, ο αστικός κόσμος επιχειρεί μια αναδίπλωση στην εσωτερι-κότητά τκη τους δθου, ανάλογη με την «ενδοκοσμική άσκηση» που, σύμ φωνα με τον Βέμπερ, η προτεσταντική Μεταρρύθμιση είχε θέσει στην υπηρεσία του εκκολαπτόμενου καπιταλισμού. Στη νότια Αφρική, από τον πόλεμο των Μπόερς αναδύονται οι πρώτες μορ-φές στρατοπέδων συγκέντρωσης, με συρματοπλέγματα και πα ραπήγματα για τον εγκλεισμό αμάχων. Αυτός ο μηχανισμός ορ- γάνωσης και διαχείρισης της βίας έμελλε να ρίξει τη σκιά του σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Στην Κίνα, τέλος, η εξέγερση των Μπόξερ καταστέλλεται από την πρώτη διεθνή επέμβαση των συ- νασπισμένων μεγάλων δυνάμεων (Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Αυστρουγγαρία, Ρωσία, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιαπωνία).53 Θα επακολουθήσουν κι άλλες τέτοιες εκστρατείες (τιμωρητικές, «ανθρωπιστικές», «ειρηνευτικές», κλπ)



. Σύμφωνα με τον Φλόρες, ο 20ός αιώνας είναι η εποχή του οξιντενταλισμού, που βλέπει την επέκταση σε πλανητική κλίμακα του συστήματος των δυτικών αξιών, πολιτισμικών κωδίκων και πρότυπων ζωής. 54


52. Eric Hobsbawm, On Empire, America, War and Global Supremacy, Pan- theon Books, Νέα Υόρκη, 2008, σελ. 5.


53. Marcello Flores, Il secolo-mondo. Storia del Novecento, II Mulino, Μπο-


54. Ό.π., σελ. 39-52.

Περί Δημοκρατίας κατά τον 19ο αιώνα.Εντζο Τραβερσο

 

Enzo Traverso


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος


21ος παράλληλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ( 2011)


2016 

Σελ 49. .

Ο φιλελευθερισμός που προέκυψε από αυτή τη σύνθεση ανάμεσα σε παρακμάζουσα αριστοκρατία και ανερχόμενη αστική τάξη φο βόταν, ή για να το πούμε πιο σωστά μισούσε τη δημοκρατία, στην οποία έβλεπε μια μορφή αναρχίας και «οχλοκρατίας».



 Την αντίληψη αυτή τη μοιράζονταν π.χ. ένας θετικιστής και θεωρη τικός της φυλής όπως ο Γκυστάβ Λε Μπον, για τον οποίο η «εποχή του όχλου» –η δημοκρατία- ανάγγελλε την παρακμή του πο λιτισμού, 


κι ένας βρετανός φιλελεύθερος συντηρητικός πολιτικός όπως ο Άλφρεντ Μίλνερ, για τον οποίο, όπως αναφέρεται στην Εποχή των αυτοκρατοριών, το αγγλικό κοινοβούλιο ήταν απλώς «τα καθάρματα του Γουέστμινστερ». 18


 Αντί να αναδυθεί σαν φυσικό συμπλήρωμα του φιλελευθερισμού και της αγοράς, σύμφωνα μ' ένα διαδεδομένο κι εντελώς εσφαλμένο στερεότυπο, η δημοκρατία ήταν το αποτέλεσμα αγώνων που κράτησαν περισσότερο από έναν αιώνα, από τις επαναστάσεις του 18ου ως εκείνες του 20ού αιώνα. 


Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί του 19ου αιώνα ήταν εκείνο που ο Ντομένικο Λοζούρντο ονόμασε Her renvolk democracy: μια «δημοκρατία του λαού των κυρίων», αυ-στηρά περικλεισμένη από σύνορα τάξης, φύλου και φυλής, που απέκλειε από το δικαίωμα ψήφου τα εργαζόμενα στρώματα, τις γυναίκες και τους «ιθαγενείς» του αποικιακού κόσμου. 19 


Με άλλα λόγια, οι εκλογές ήταν μια υπόθεση για ιδιοκτήτες, άντρες  αι λευκούς.


Στον πρώτο τόμο της τετραλογίας του, ο Χόμπσμπαουμ ανα- έρει μετά βίας τους απελευθερωτικούς πολέμους στη Λατινική μερική της δεκαετίας του 1820, ενώ στους επόμενους περιγρά-


17. Christopher A. Bayly, La naissance du monde moderne, ό.π., σελ. 454. 18. Eric Hobsbawm, The Age of Empire 1875-1914, Vintage, Λονδίνο, 1989, 97.


9. Domenico Losurdo, Le Péché originel du XXe siècle, Aden, Βρυξέλες κεφ. 2.

Από την κοινωνία στην Μνήμη

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΕΝΤΖΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ 

ΕΚΔΟΣΕΙς ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ 

2016  


21


Το τέλος του 20ού αιώνα πήρε τη μορφή μιας συμπύκνωσης μνημών: οι πληγές του άνοιξαν και πάλι, μνήμη και ιστορία δια-σταυρώθηκαν και, σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Ντα νιέλ Μπενσαΐντ, «τα υδροφόρα στρώματα της συλλογικής μνήμης» συνάντησαν «το συμβολικό σπινθήρισμα του ιστορικού συμβάντος». 13 

Ο παγωμένος χρόνος του ψυχρού πολέμου έδωσε τη θέση του στην εκκόλαψη μιας πληθώρας από μνήμες που στο παρελθόν λογοκρίνονταν, κρύβονταν ή απωθούνταν. 

Έχοντας αναγορευτεί σε νέο υπόδειγμα των προσεγγίσεων του συγκαιρι νού κόσμου, η μνήμη εκτοπίζει σε δεύτερο επίπεδο την έννοια της κοινωνίας που, ανάμεσα στις δεκαετίες του 1960 και 1980, έμοιαζε να κυριαρχεί χωρίς αντίπαλο στο εργαστήρι των ιστορικών. 14

 Κι ενώ στο παρελθόν ασχολούνταν μαζί της μόνο κάποιοι πιστοί της προφορικής ιστορίας, η μνήμη απόχτησε ξαφνικά τη διπλή υπόσταση της πηγής και του αντικειμένου ιστορικής έρευνας, για να γίνει τελικά ένα είδος ετικέτας στη μόδα, μια λέξη του συρμού, που χρησιμοποιείται συχνά σαν συνώνυμο της ιστορίας. 

22

κυρίως όμως μέσα στην επόμενη δεκαετία η μνήμη μεταμορφώθηκε σε ιστοριογραφικό υπόδειγμα. Δεν θα ήταν δύσκολο να επισημάνουμε μιαν αναλογία ανάμεσα στις τροχιές της συλλογικής μνήμης και τις προσανατολιστικές κατευθύνσεις των κοινων νικών επιστημών. Στη Γαλλία, οι έρευνες γύρω από το αποικιακό παρελθόν, το καθεστώς του Βισί, τη Σοά ή την ιστορία της μετα μετανάστευσης ακολούθησαν, λίγο-πολύ, τη «λειτουργία της μνήμης» στην κοινωνία: απομονωμένες στη φάση της «απώθησης» (δεκαετίες 1950 και 1960), αυξήθηκαν στη φάση της «μνημονικής ανάκλησης» (δεκαετίες 1970 και 1980), για να πλημμυρίσουν τα ράφια των βιβλιοπωλείων όταν η μνημονική εμμονή έφτασε στο απόγειο (από τη δεκαετία του 1990).


 Η ίδια διαπίστωση θα μπορούσε να γίνει για την ιστορία του ναζισμού στη Γερμανία, του φρανκισμού στην Ισπανία ή του φασισμού στην Ιταλία. Από αυτή την άποψη, ο Ζακ Ρεβέλ έχει δίκιο όταν υπογραμματεία πως, αν η μνήμη - μια διαδικασία στην οποία συγκλί. νουν οι αναμνηστικές τελετές, η ένταξη των λειψάνων του παι ρελθόντος στην πολιτισμική κληρονομιά και η αναδιατύπωση των ομαδικών ταυτοτήτων- αποτελεί «μια κίνηση βάθους της κοινωνίας μας», τότε οι ιστορικοί την «ανακάλυψαν» και τη με τέτρεψαν σε αντικείμενο έρευνας, όμως «δεν την επινόησαν», Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου ερευνά τις διασυνδέσεις -όχι πάντα γόνιμες- μεταξύ ιστοριογραφίας και μνήμης, τις οποίες γέννησε το γύρισμα του αιώνα.

Τα σημάδια που αναγγέλλανε αυτή τη στροφή εμφανίστη ταν, κι αυτά, μέσα στη δεκαετία του 1980 –η δημοσίευση των τόπων μνήμης στη Γαλλία και του Ζαχόρ στις Ηνωμένες Πολι είες, η «διαμάχη των ιστορικών» (Historikerstreit) στη Γερμανια , η διεθνής επιτυχία ενός συγγραφέα όπως ο Πρίμο Λέβι....


13. Daniel Bensaid, Walter Benjamin. Sentinelle messianique, Les Prairies dinaires, Παρίσι, 2010, σελ. 39. 14


.

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΠΕΔΙΟ ΜΑΧΗΣ

Enzo Traverso


Η ιστορία ως πεδίο μάχη


ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα


Μετάφραση Νίκος Κούρκουλος


ΕΚΔΟΣΕΙΣ


του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ 2016 

Ο Ράινχαρτ Κοζέλεκ χαραχτήρισε Sattelzeit (κατά λέξη «χρονιό διάσελο», το διάστημα ανάμεσα σε δυο κορυφαίες χρονολογίες) την περίοδο ανάμεσα στο Παλαιό Καθεστώς καιτηνβ Παλινόρθωση. Στην πορεία της, το ευρωπαϊκό δυναστικό σύστημα αμφισβητήθηκε από μια νέα μορφή νομιμοποίησης και κυριαρχίας, θεμελιωμένη στην ιδέα του λαού και του έθνους, ενώ μια κοινωνία νομικών τάξεων αντικαταστάθηκε από μια κοινωνία ατόμων. Οι λέξεις άλλαξαν σημασία κι αποκρυσταλλωθηκε ένας νέος ορισμός της ιστορίας ως «ενιαίο συλλογικό»,Που περιλαμβάνει ταυτόχρονα ένα «γεγονοτολογικό σύμπλεγμα» και μια νοηματοδοτημένη αφήγηση (μια «ιστορική επιστήμη»). Η έννοια του Sattelzeit μπορεί ασφαλώς να μας βοηθήσει. να κατανοήσουμε τις αλλαγές του συγκαιρινού μας κόσμου. Τη-ρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε οτι το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο τέλος του πολέμου τουι Βετνάμ (1975) και την 11η Σεπτεμβρίου 2001 σημαδεύει μια ανατροπή, μια μετάβαση, στο τέλος της οποίας το διανοητικόκαι πολιτικό τοπίο τροποποιήθηκε ριζικά, το λεξιλόγιό μας άλλαξε και τα παλιά σημεία αναφοράς αντικαταστάθηκαν. Με άλλα  λόγια, η αλλαγή αιώνα που σημαδεύτηκε συμβολικά από την πτωώση του Τείχους του Βερολίνου αποτελεί το κρίσιμο σημείο μιας μεταβατικής εποχής, κατά την οποία το παλιό και το νέο αναμειγνύονται. Στη διάρκεια αυτού του τέταρτου του αιώνα, λεξεις όπως επανάσταση και κομμουνισμός πήραν διαφορετική


σημασία στο χώρο της κουλτούρας, των νοοτροπιών και του




15-99.

Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Αντεπανάσταση ( Μερικές σελίδες από το βιβλίο ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΖΟ ΤΡΑΒΕΡΣΟ )



Αντεπανάσταση


Όπως ο Καντ και ο Χέγκελ, οι μεγαλύτεροι στοχαστές της «νομιμοφροσύνης» (legitimisme) αναγνώρισαν κι αυτοί ρητά την ιστορική και οικουμενiκή σπουδαιότητα της Γαλλικής Επανάστασης. Η αντεπανάσταση δεν υπάρχει παρά μόνο μέσω της επανάστασης, με τις δυο τους να συνδέονται ότι να. Οι ιστορικοί διακρίνουν συνήθως δυο κύρια ιδεολογικά ρεύματα στο πλαίσιο της αντεπανάστασης: την αντίδραση και τον συντηρητισμό. 

Η αντίδραση είναι η ριζική απόρριψη της νεοτερικότητας και των αξιών που έφερε ο Διαφωτισμός των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πρώτα απ' όλα στο όνομα ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος ενσαρκωμένου στο Παλαιό Καθεστώς. Αυτή ήταν η θέση του Ζοζέφ ντε Μεστρ και του Λουί ντε Μπονάλντ. 

Ο συντηρητισμός είναι μια υπεράσπιση της παράδοσης και μια απόπειρα προσαρμογής της στις ιστορικές συνθήκες που δημιούργησε η επανάσταση. Το 1814, η Παλινόρθωση δεν ήταν απλή επιστροφή στην απολυταρχία: εγκαινίασε μάλλον την εποχή των συνταγματικών μοναρχιών που αναζητούσαν ένα συμβιβασμό ανάμεσα στη δυναστική τάξη πραγμάτων και τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που είχε φέρει η Γαλλική Επανάσταση. 

Μετά το 1814, το όψιμο καλοκαίρι της αριστοκρατίας συνοδεύτηκε από την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στην πορεία του 19ου αιώνα, o συντηρητισμός διατηρούσε μια ισορροπία ανάμεσα στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων και την αστική τάξη. Παρότι απαρχαιωμένη, η πρώτη συντηρούσε την ηγεμονία της σαν πολιτισμικό μοντέλο και διεύθυνε δυναστικά κράτη που αποδεικνύονταν ανθεκτικά (το «επίμονο παλαιό καθεστώς»). Η δεύτερη έλεγχε τη χρηματιστηριακή και βιομηχανική πλευρά της οικονομία ας, σε μια Ευρώπη που παρέμενε ακόμα κατά πολύ αγροτική, αλλά δεν διεθετε ακόμα μια κοσμοθεωρία, ένα στιλ ζωής και δικούς της θεσμούς.189 Ο Ρενe ντε Σατωμπριαν και ο Έντμουντ Μπερκ ήταν οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού  του συντηρητισμού, στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλεια αντίστοιχα


Το μισος του  Μπερκ εναντίον του γιακωβινισμού ήταν εξίσου βαθύ με την υποστήριξη του  στην οικονομία της αγοράς. Σε ορισμένες κρίσιμες ιστορικες  στιγμές, ωστόσο, η αντίδραση και ο συντηρητισμός έβρισκαν κοινό έδαφος  στην υποστήριξη της  αντεπανάστασης. Τη δεκαετία του 1790, ο Μπερκ και ο ντε Μεστρ ειχαν σταθει οι εμπνευστές του διεθνούς στρατιωτικού συνασπισμού  ενάντια στην επαναστατική Γαλλία. Μια ανάλογη σύγκλιση εκδηλώθηκε μισό αιώνα αργότερα, όταν ο απολυταρχικός Χουάν Ντονόσο Κορτές και ένας οπαδός του κλασικού φιλελευθερισμού όπως ο Τοκβίλ χαιρέτησαν με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σφαγή των παρισινών εργατών τον Ιούνιο  του 1848.


Τη δεκαετία του 1790, το φιλοσοφικό υπόβαθρο της αντεπανάστασης ηταν  ο ανορθολογισμός, που θεωρούσε απλώς παράλογη την ιδέα ενός κοσμου ρυθμισμένου απο τη λογικη. Δημιουργημένος απο τον Θεο  ο κοσμος της "νομιμοφροσυνης» είχε οργανωθεί από τη Θεία Πρόνοια, όχι από τη Λογική. Απορρίπτοντας τη θεωρία του φυσικού δικαίου, ο Έντμουντ Μπερκ αντιπαράθεσε τα «ιστορικά δικαιώματα» της αγγλικής αριστοκρατίας στα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη της γαλλικης Επανάσταση που ήταν, κατά τη γνώμη του, έκφραση μιας αφηρημένης και τεχνητής ορθολογικότητας. " Ο Μπερκ, ωστόσο, εκπροσωπούσε το πιο μετριοπαθές ρεύμα της αντεπανάστασης. Προσκολλημένος στο νομικό πλαίσιο  της βρεττανικης  μοναρχίας, είχε επιδοκιμάσει την αμερικανική ανεξαρτησία και έβλεπε με θετικό μάτι την ανάπτυξη μιας κοινωνίας της αγοράς.

Στην ηπειρωτική Ευρώπη, απεναντίας, η αντεπανάσταση ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική και έπαιρνε μερικές φορές αποκαλυψιακούς τόνους. Οι στοχαστές της πίστευαν ότι οι κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες ήταν τόσο φυσικές όσο και η κλίση των ανθρώπων να υπακούν στους ανώτερους τους. Άθλιο και ελεεινό, το ανθρώπινο γένος άξιζε μόνο επιπλήξεις και απέχθεια. Η ιστορία ήταν μια ατέλειωτη αιματοχυσία, μια συνεχής σφαγή, όπου οι άνθρωποι έβρισκαν άξια τιμωρία για τα κρίματά τους. Η αυθεντία, η ιεραρχία, η πειθαρχία, η παράδοση, η υπακοή και η τιμή ήταν οι αγαπημένες της αξίες της αντεπανάστασης.


Στα μάτια του Ζοζέφ ντε Μεστρ, η ανατροπή της απολυταρχίας και η εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ ήταν γεγονότα τόσο εξωφρενικά όσο η"στιγμιαία καρποφορία ενός δέντρου το Γενάρη». Πιστεύοντας σε μια θεόσταλτη ιστορία, αποδεχόταν ακόμα και την Τρομοκρατία σαν ένα είδος θειικής τιμωρίας ενάντια στην αμαρτωλή ανθρωπότητα και σαν αναγγελία μιας αποκαλυψιακής εκδίκησης. «Αν χρησιμοποιεί τα πιο ποταπά όργανα, είναι επειδή τιμωρεί για να αναζωογονήσει» και συνεπώς, «κάθε σταγόνα από το αίμα του Λουδοβικου ΙΣΤ 27. θα κοστίσει χείμαρρους αίματος στη Γαλλία», Ο ναι Μέστρ είναι μια από τις πιο ζοφερές και ιδιότυπες μορφές της αντεπανάστασης. Ο Εμίλ Φαγκά τον σκιαγραφεί με τούτα τα λόγια: "ανελεητος , απολυταρχικός, παθιασμένος Θεοκράτης, αδιάλλακτος νομιμόφρονας, απόστολος μιας τερατώδους Τριάδας που αποτελείται από τον πάπα, του βασιλιά και του δήμου. Ο ντε Μεστρ κατάγγειλε τη Γαλλική Επαναστάτη σαν ανίερη επίθεση στα μεταφυσικά θεμέλια μιας θεϊκής πολιτικής τάξης πραγμάτων. Σε αντίθεση με τον Μπερκ, που θεωρούσε την αντεπανάσταση μια κοινωνική και πολιτική διαδικασία που θα κορυφωνόταν με τον απαραίτητα πόλεμο ενάντια στη ρεπουμπλικανική Γαλλία, ο ντε Μεστρ την έβλεπε σαν αστάθμητο αποτέλεσμα της ίδιας της Θείας Πρόνοιας. Ενώ ο Μπερκ ασκούσε μια συντηρητική κριτική στο Διαφωτισμό, ο ντε Μεστρ τον απέρριπτε εν ονόματι μιας αποκαλυψιακής μορφής ανορθολογισμού. Αφού η  Γαλλική Επανάσταση ήταν «ριζικά κακή» και είχε «διαβολικό χαραχτήρα», η αντεπανάσταση ήταν κάτι πολύ παραπάνω από πολιτική στρατηγική καταστρωμένη από ανθρώπους: ήταν θεϊκό, θεόσταλτο και σχεδόν μεταφυσι κό έργο. Επομένως, κατ' αυτόν, «η αποκατάσταση της μοναρχίας [...] δεν θα είναι αντεπανάσταση αλλά το αντίθετο της Επανάστασης».

Σύμφωνα με τον Αϊζάια Μπερλίν, ο ντε Μεστρ, κάτω από το αναχρονιστικό και σκοταδιστικό ύφος του, προεικόνιζε τη νεοτερικότητα του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Πρότεινε μια πολιτική τάξη πραγμάτων θεμελιωμένη πάνω στην τρομοκρατία, θεολογικά εμπνευσμένη σαν μορφή απόλυτης κυριαρχίας. 

Σαγηνεμένος στην κυριολεξία από τη βία, ο ντε Μεστρ εξιδανίκευε τον εκτελεστή σαν λειτουργό της θεϊκής τάξης: η βία του δημίου είχε τη σφραγίδα της ιερότητας. Στους Διαλόγους του Σεντ Πετερσμπούρ (1921), που γράφτηκαν επί Παλινόρθωσης, ενώ βρισκόταν στη Ρωσία, παρουσιαζε τον  δήμιο σαν πυλώνα της δικής του πολιτικής θεολογίας. Όλα το μεγαλείο, όλη η ισχύς, όλη η υποταγή», έγραφε, «στηρίζεται πάνω στον  εκτελεστή, που τον ονόμαζε «η φρίκη και ο δεσμός της ανθρώπινης συμβίωσής», «Αφαιρέστε από τον κόσμο αυτόν τον ανεξιχνίαστο λειτουργό και αμέσως η τάξη θα δώσει τη θέση της στο χάος, οι θρόνοι θα καταρρεύσουν και η κοινωνία θα εξαφανιστεί». Και κατέληγε: «Ο Θεός, που είναι ο δημιουργός της κυριαρχίας, είναι επίσης ο δημιουργός της τιμωρίας».


Ο Ντονόσο Κορτές, τον οποίο ο Καρλ Σμιτ αναγνώριζε σαν μία από τις βασικές πηγές της έμπνευσης του, ενσάρκωνε το δεσμό ανάμεσα στην κλασσική αντεπανάσταση και το νεοτερικό φασισμό. Κατά τον Σμιτ, αυτός ο ισπανός φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και κρατικός αξιωματούχος ήταν ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς στοχαστές του 19ου αιώνα». Στο πρόσωπο του έβλεπε ένα παράξενο μείγμα «εσχατολογικού προφήτη» και "φιλόδοξου επαγγελματία διπλωμάτη». Την εποχή του κλασικού φιλελευθερισμού, ο Ντονόσο Κορτές είχε κατανοήσει στην εντέλεια το δίλημμα του 1848 μια ιστορική σύγκρουση ανάμεσα στην καθολική απολυταρχία και τον αθεϊστικό σοσιαλισμό- που προεικόνιζε την κρίσιμη εναλλακτική επιλογή του 20ού αιώνα: επανάσταση ή αντεπανάσταση, μπολσεβικισμός ή φασι- σμός, αναρχισμός ή αυταρχισμός. Στο πνεύμα του ντε Μεστρ, ο Ντονόσο Κορτές εμφανιζόταν σαν «ο πιο ριζοσπάστης από τους αντεπαναστάτες, ένας ακραίος αντιδραστικός, ένας συντηρητικός εμψυχωμένος από μεσαιωνικό φανατισμό», γνωρίσματα που γοήτευαν ακαταμάχητα τον ίδιο τον Σμιτ. Τα γραφτά του Ντονόσο, ιδίως ο Λόγος περί καθολικισμού, φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού (1851), είχαν βοηθήσει το γερμανό θαυμαστή του να επεξεργαστεί κάποιες από τις βασικές του έννοιες την απόφαση, την κυριαρχία, τη δικτατορία για να τις μετατρέψει από αφηρημένες νομικές νόρμες σε εκκο σμικευμένες πολιτικοθεολογικές έννοιες.(192) Ο Ντονόσο Κορτές ήταν εκείνος. που, έναν αιώνα πρωτύτερα, είχε κατακεραυνώσει τον φιλελευθερισμό σαν  καθρέφτη μιας «συζητήτριας τάξης» (clase discutidora), πάντα πρόθυμος να αναλώνεται σε κοινοβουλευτικές διαμάχες μα ανίκανης να δράσει," και είχε  διεκδικήσει τη νομιμότητα ενός δικτάτορα ενάντια στο απρόσωπο κράτος δικαίου. Όπως κι ο Χομπς, ο Ντονόσο ήξερε ότι το δίκαιο δεν εγκαθιστά και μία τάξη πραγμάτων αλλά ότι μπορεί να γίνει αποτελεσματικό μόνο αν στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη εξουσία. Ενσαρκωμένη σε στρατιώτες που προσεύχονταν με κατάνυξη, η καθολική απολυταρχία ήταν μια πνευματική δύναμη ασύγκριτα ανώτερη από τον φιλελευθερισμό, μια νομική και μηχανιστική τάξη βασισμένη στην αγορά και ένα σύστημα κανόνων (εκείνο πουο Χανς Κέλσεν ονόμαζε Gesetzmässigkeit). Το 1849, ο Ντονόσο χαιρέτισε την καταστολή της αποτυχημένης εξέγερσης σε Βαρκελώνη, Σεβίλλη και Βαλένθια με μια παθιασμένη ομιλία που ζητούσε ανοιχτά μια δικτατορία ενάντια στην επανάσταση. «Όταν αρκεί η νομιμότητα για να σωθεί μια κοινωνία, η νομιμότητα. Όταν δεν αρκεί, η δικτατορία». Θεωρούσε ότι, σε ορισμένες περιστάσεις, τη δικτατορία ήταν νόμιμη διακυβέρνηση». Δύο χρόνια αργότερα, εξήγησε ότι οι επαναστάσεις ήταν «ασθένειες» που πλήττουν τις χώρες που είναι ταυτόχρονα πλούσιες και ελεύθερες, το αντίθετο ενός κόσμου σκλάβων, όπου «η θρησκεία διδάσκει την ευσπλαχνία στους πλούσιους και την απαντοχή στους φτωχούς, διδάσκει στους φτωχούς την παραίτηση και στους πλούσιους το έλεος». Ο Σμιτ ήταν γοητευμένος με το αλληγορικό ύφος του Ντονόσο Κορτές, που ονόμαζε την ιστορία άλλοτε γιγάντιο λαβύρινθο στον οποίο πλανιόντουσαν, χαμένες, οι αμαρτωλές ανθρώπινες ψυχές κι άλλοτε με πλοίο μέσα στη θύελλα, κυβερνημένο από μεθυσμένους ναυτικούς. Ο Σμιτ αγαπούσε επίσης την εντελώς αριστοκρατική περιφρόνηση του Ντονόσο απέναντι στο ανθρώπινο γένος, που το παρουσίαζε σαν έναν όχλο διεφθαρμένων αμαρτωλών που άξιζαν μόνο να τους συντρίψει κάποιος (τη περιφρόνησή του απέναντι στους ανθρώπους δεν γνωρίζει όρια»). Θαύμαζε αυτή τη δυναμική φαντασία και προσυπόγραφε πρόθυμα τη συνηγορία του Ντονόσο υπέρ της αυταρχικής διακυβέρνησης: οι άνθρωποι έπρεπε να κυριαρχούνται, αυτή ήταν η μοίρα τους


Η αντιπαράθεση μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης διάρκεσε ως τον Μεγάλο Πόλεμο, ενισχυμένη και οξυμμένη από την τραυματική εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας. Στο Οι ρίζες της σύγχρονης Γαλλίας (1881)ο Ιππολιτ Τεν  ανέλυε τη Γαλλική Επανάσταση με τη βοήθεια των επιστημών που ήταν τότε του συρμού, από τη ζωολογία (τα ζωτικό ένστικτο της συντήρησης») ως τη φυλετική θεωρία (τα επαναστατικά πλήθη συγκρίνονται με ''νεγρους σε δουλεμπορικό καράβι») και ως τις θεωρίες της κληρονομικότητας (η επανάσταση ως αταβικη οπισθοδρόμηση της πολιτισμένης κοινωνίας προς μια αρχέγονη βαρβαρότητα). Κατά τη γνώμη του, οι γιακωβινοι ήταν τρελοί, όπως και οι κομμουνάροι, και στο βάθος των ξεσηκωμών του 1789 και 1991 υπήρχε ένα «παθολογικό μικρόβιο που , αφού εισχώρησε στο αίμα μιας καταπονημένης και βαθιά άρρωστης κοινωνίας, προκάλεσε πυρετό, παραλήρημα και επαναστατικούς σπασμούς». Με ανάλογο τρόπο, ο διάσημος Ιταλός εγκληματολόγος Τσέζαρε Λομπρόζο έκανε διάκριση ανάμεσα στην «επανάσταση» και την «εξέγερσης, θεωρώντας τις δυο βαθιά διαφορετικά κοινωνικά φαινόμενα, το πρώτο «φυσιολογικό», το δεύτερο παθολογικό». Σε πείσμα της ονομασίας της, η Γαλλική Επανάσταση ανήκε στη δεύτερη κατηγορία και πρόσφερε μια ανεξάντλητη δεξαμενή αντικειμένων για μελέτη στις εγκληματολογικές επιστήμες.


Το 1917 θα ξεκινήσει ένα νέο κύκλο στην ιστορία των επαναστάσεων. Για εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, ο ρωσικός Οχτώβρης αποτέλεσε, όπως το 1789, έναν οιωνό της μελλοντικής χειραφέτησης της ανθρωπότητας. Οι μπολσεβίκοι αναγνώρισαν τους γιακωβίνους σαν προδρόμους τους, σύμφωνα με μια ιστορική συνέχεια που την υπογράμμισε ο Αλμπέρ Ματιέ το 1920. Αντίθετα με το γαλλικό προηγούμενο, όμως, η Ρωσική Επανάσταση δεν κατάφερε ποτέ να προβληθεί σε όλη την ήπειρο. Όλες οι προσπάθειες για μίμηση του παραδείγματός της απέτυχαν, από τη Γερμανία ως την Ουγγαρία και από τις Βαλτικές Χώρες ως την Ιταλία, όπου το «biennio rosso του 1919-1920 το ακολούθησε η άνοδος του Μουσολίνι στην εξουσία. Αντί να επεκταθεί στη Δύση -σχέδιο για το οποίο οι μπολσεβικοι είχαν δημιουργήσει την Κομμουνιστική Διεθνή το 1919- η Ρωσική Επανάσταση χρειάστηκε να πολεμήσει υποχωρώντας και να παλέψει με νύχια  και με δόντια, σ' έναν αιματηρό εμφύλιο και ενάντια σ' ένα διεθνή συνασπισμό κατά πολύ παρόμοιο με εκείνο του 1792. Αυτή η αναδίπλωση γέννησε το σταλινισμό, όμως η έκκληση για επανάσταση ήταν σθεναρή και η (193)απήχηση της επεκτάθηκε σε όλο τον 20ο αιώνα, στη διάρκεια του οποίου παρά τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις ρήξεις, οι λέξεις «επανάσταση» και «κομμουνισμός» έγιναν σχεδόν συνώνυμες. Το 1920, ο Μπέρτραντ Ράσελ όρισε τον μπολσεβικισμό σαν σύνθεση Γαλλικής Επανάστασης και του αρχικού Ισλάμ, θεωρώντας ότι η έλξη που ασκούσε ο μεσσιανισμός του έμοιαζε το ίδιο ακαταμάχητη με την έλξη που είχε εμπνεύσει ο Μωάμεθ στον αραβικό κόσμο του 7ου αιώνα.

Όπως είχε συμβεί και με τη «νομιμοφροσύνη» μετά το 1814, η φυσιογνωμία της αντεπανάστασης άλλαξε κι αυτή μέσα στη δεκαετία του 1920 Η κατάρρευση της ευρωπαϊκής δυναστικής τάξης που είχε καθιερώσει το Συνέδριο της Βιέννης -τάξη που ο Καρλ Πολάνει την ονόμασε «εκατονταετή ειρήνη»- είχε κάνει απαρχαιωμένη τη φιλοσοφία που, στη διάρκεια ενός αιώνα, είχε εμπνεύσει τους οπαδούς της τάξης και είχε βρει τους πυλώνες της στον καθολικισμό, τον αντιρεπουμπλικανισμό και τον συντηρητισμό. Όπως έχουν παρατηρήσει οι Ζέεβ Στέρνχελ και Τζορτζ Λ. Μος, από τα τέλη του 19ου αιώνα η δεξιά έγινε «επαναστατική» και κέρδισε έτσι μαζική υποστήριξη που δεν είχε πετύχει ποτέ στους προηγούμενους αιώνες, ή ίσως μόνο σε πολύ σύντομες στιγμές. Με τον Μεγάλο Πόλεμο, η εθνικοποίηση των μαζών έκανε ένα άλμα μπροστά. Ο εθνικισμός απόχτησε σύμβολα και τελετές δανεισμένα από το γιακωβίνικο πρότυπο του ένοπλου λαού, προ τύπο που προηγουμένως απεχθανόταν. Οι ηγέτες του, συχνά με πληβειακή καταγωγή, είχαν ανακαλύψει την πολιτική στις οδομαχίες και το επανα στατικό λεξιλόγιο τους ταίριαζε περισσότερο από την κοινοβουλευτική ρητορική. Στη Γερμανία είναι που, μετά τον πόλεμο, σχηματοποιήθηκε ένας ιδεολογικός αστερισμός που ονομάστηκε «συντηρητική επανάσταση», με πιο δημοφιλή προσωπικότητα τον συγγραφέα Έρνστ Γιούνγκερ, πλάι σε σεβαστούς δοκιμιογράφους και ερευνητές όπως ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ο  Μέλερ φαν ντεν Μπρουκ και ο Βέρνερ Ζόμπαρτ. Όλοι αυτοί δεν νοσταλγούσαν πια το Παλαιό Καθεστώς και είχαν πάψει να στηλιτεύουν τη νεότερικότητα στο όνομα του πολιτισμικού πεσιμισμού. Φιλοδοξούσαν μάλλον να πετύχουν μια σύνθεση ανάμεσα στις κληρονομημένες αξίες του Αντιδι αφωτισμού και την τεχνολογική νεοτερικότητα που τους γοήτευε. Στην πορεία της δεκαετίας του 1920, οι «συντηρητικοί επαναστάτες» έτειναν σταδιακά προς το φασισμό. Ήθελαν να δημιουργήσουν μια νέα τάξη πραγμάτων, ή και ένα νέο πολιτισμό, σε ταυτόχρονη αντίθεση τόσο προς τον φιλελευθερισμό (που τον θεωρούσαν κληρονομιά του 19ου αιώνα) όσο και προς τον κομμουνισμό (τη νέα απειλή του σύγχρονου κόσμου). Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων ήταν αποφασιστικά νεοτερική, καθώς η φιλοδοξία του φασισμού ήταν να δημιουργήσει το δικό του «Νέο Άνθρωπο," εκπρόσωπο μιας νέας ανώτερης κυρίαρχης φυλής που είχε σφυρηλατηθεί στα χαρακώματα. Το 1932, ο Μουσολίνι γιόρτασε τη δέκατη επέτειο της «φασιστικής επανάστασης» που, μιμούμενη το γαλλικό προηγούμενο, επινόησε τη δική της κοσμική ιεροτελεστία. Με τα σύμβολά της, τις τελετές της, τις εικόνες της και τα συνθήματά της, δημιούργησε μια λατρεία του "Υπέρτατου Όντος», που τούτη τη φορά ενσαρκωνόταν σ' έναν, πολύ πραγματικό, χαρισματικό ηγέτη. " Ο εθνικοσοσιαλισμός, από τη μεριά του, υιοθέτησε μια εξίσου  επιθετική επαναστατική ρητορική. Αυτή, απεναντίας, απουσίαζε εντελώς σχεδόν στον φρανκισμό, που ανέβηκε στην εξουσία συντρίβοντας την αριστερά σ' έναν αιματηρό εμφύλιο. Στην Ισπανία, είχε υπάρξει ένας «επαναστατικός» λόγος στον πρώιμο φαλαγγιτισμό, που όμως αφομοιώθηκε πολύ γρήγορα στον εθνοκαθολικισμό. Όλα τα φασιστικά κινήματα ή κάθεστώτα είχαν ξεπεράσει την κληρονομιά της «νομιμοφροσύνης».

__----_------:::::-------------------------:--:------::::----::::-------

46. Bertrand Russell, The Practice and Theory of Bolshevism, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace & Howe, 1920, σελ. 3. 47. Zeev Sternhell. La Droite révolutionnaire 1885-1914. Les origines françaises du fascisme


Παρίσι, «Folio», Gallimard, 1997, και George L. Mosse, The Fascist Revolution: Towards


General Theory of Fascism, Νέα Υόρκη, Howard Fertig. 1999. 48. Βλ. Stefan Breuer, Anatomic de la Revolution conservatrice, Παρίσι, Editions de la MSH 1996. Βλ. επίσης Jeffrey Herf, Reactionary Modernism: Technology, Politics, and Culture in Wel mar and the Third Reich, Νέα Υόρκη, Cambridge University Press, 1985 (ελλ. μτφ. Παρασκευ άς Ματάλας, Αντιδραστικός μοντερνισμός: Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη βιταμίνη και στο Τρίτο Ράιχ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1996).8

43. Hyppolite Taine, Les Origines de la France contemporaine, τόμ. 3.1. Παρίσι, Hachette,


1904, art. 123.


Bolati 1995, σελ. 648-659. Βλ. επίσης Sergio Luzzatto, «Visioni europer della Ka 44. Cesare Lombroso, «Le rivoluzioni e il delitter, Delitto, genio, follia, Scritti scelti, Τορίνο, voluzione francese, Oro Ombre rosse. Il romanzo della Rivoluzione francese nelFOttocento Μπολόνια, 11 Mulino, 2004, κεφ. 1.


45. Albert Mathiez, Le Bolchevisme et le Jacobinisme, Παρίσι, Librairie du Parti socialiste e de l'Humanité, 1920.

40. Danosa Cortes, «Discurso sobre la dictadura» (1849), στο Discursos politices, επιμ Agapito Maestre, Μαδρίτη, Tecnos, 2002, σελ. 6-7. 41. Donoso Cortes, «Discurso sobre la situación general de Europa» (1850), στο Diseases politicas, ό.π., σελ. 38.


42. Carl Schmitt, Théologie politique, ό.π., σελ. 66.

36. Joseph de Maistre, Les Soirées de Saint Petersbourg, Flapion, Librairie de la bibliothèque nationale, 1891, σελ. 87. Το απόσπασμα αυτό παρατίθεται και αναλύεται από τον Αίκαια Μπερλίν στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism», ό.π., σελ. 1190 190 Carl Schmitt, «Der unbekannte Donoso Cortés (1929), Donoso Cortés in gesamteur


paischen Interpretation. Vier Aufsätze, Βερολίνο, Danker & Humiblot, 1991, σελ. 78 (γαλλ. μπρ στο La Visibilité de l'Eglise, Catholicisme romain et forme politique. Danese Cartes, Παρίση, Cent 2011). Βλ. επίσης Carl Schmitt, «La philosophie de l'Etat dans la contrerevolution 1o Maistre Bonald, Donoso Cortes)», στο Theologie politique, μτφ. Jean-Louis Schlegel, Παρίσι, Gallimard 1988, σελ. 62-75. (ελλ. μτφ. Παναγιώτης Κονδύλης, «Η αντεπαναστατική φιλοσοφία του κράτ τους (de Maistre, Bonald, Donoso Cortes)», στο Πολιτική θεολογία, Λεβιάθαν, 1994 / Κουκκί δα, 2016).


38. Carl Schmitt, «Der unbekannte Donoso Cortes», ό.π., σελ. 76. staurordischer Interpretation (1944), ό.π., σελ. 82.

32 Joseph de Maistre, Considerations sur la France, Παρίσι, PUF, 1989 (1797), σελ. 94 (ελλ. μτφ. Τάκης Αθανασόπουλος, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία», στο Κατά της Γαλλικής Επανα- στάσεως. Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999). 33. Ό.π., σελ. 98 και 103.


34. Emile Faguet, Politiques et moralistes du XIXe siècle, Παρίσι, Lecène, Oudin et Cle 1891, σελ. 1, αναφέρεται στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism (1990). The Crooked Timber of Humanity, επιμ. Henry Hardy, Πρίνστον, Princeton Univer Press, 2013, σελ. 97 (ελλ. μτφρ. Γιώργος Μερτίκας. «Ο Joseph de Maistre και οι απαρχές του


φασισμού». Το σαθρό υλικό του ανθρώπου, Κριτική, 2015). 35. Joseph de Maistre, Considerations sur la France, ό.π., σελ. 201.

32. Joseph de Maistre, Considérations sur la France, Παρίσι, PUF, 1989 (1797), σελ. 94 (ελλ. μτφ. Τάκης Αθανασόπουλος, «Στοχασμοί πάνω στη Γαλλία», στο Κατά της Γαλλικής Επανα- στάσεως, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999). 13. Ό.π., σελ. 98 και 103.


34. Emile Faguet, Politiques et moralistes du XIXe siècle, Παρίσι, Lecène, Oudine et Cie 1891, σελ. 1, αναφέρεται στο Isaiah Berlin, «Joseph de Maistre and the Origins of Fascism (1990), The Crooked Timber of Humanity, επιμ. Henry Hardy, Πρίνστον, Princeton University Press, 2013, σελ. 97. (ελλ. μτφ. Γιώργος Μερτίκας, «Ο Joseph de Maistre και οι απαρχές του φασισμού». Το σαθρό υλικό του ανθρώπου, Κριτική, 2015). 35. de Maistre, Considerations sur la France, ό.π., σελ. 201.


3. Edmund Burke, Reflections on the Revolution in France, επιμ. L. G. Mitchell, of (ed University Press 1993 (1790) (ελλ. μτφ. Χρήστος Γρηγορίου, Στοχασμό για σταση στη Γαλλία, Σαββάλας, 2010).

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Ισλαμοφοβία: ο νέος δυτικός ρατσισμός Εντσο Τραβέρσο*/ http://www.efsyn.gr/


Ισλαμοφοβία: ο νέος δυτικός ρατσισμός

islamofobia_pediga_roterdam.jpg

Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές του κινήματος Pegida, στο Ρότερνταμ Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές του κινήματος Pegida, στο Ρότερνταμ | ΕΡΑ
Ενα νέο κύμα ισλαμοφοβίας εξαπλώνεται στη Δύση. Εάν εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τραμπ, έχει υποσχεθεί ότι θα διώξει όλους τους μουσουλμάνους από τις ΗΠΑ, ενώ σε όλη την Ε.Ε. συντηρητικά κινήματα ζητούν νόμους ενάντια στο Ισλάμ.
Το Ισλάμ αντιμετωπίζεται σαν μια βαρβαρότητα και σαν απειλή για τον δυτικό, «ιουδαιο-χριστιανικό» πολιτισμό. Αυτή η τάση κερδίζει έδαφος στη Γαλλία, στην περίοδο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις.
Σ’ αυτή την κουλτούρα ακραίας ξενοφοβίας και προκατάληψης, η σκέψη να υποχρεωθούν οι μουσουλμάνοι πολίτες να φορούν ένα κίτρινο αστέρι στο πέτο, όπως οι Εβραίοι στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν φαίνεται πλέον να βρίσκεται έξω από το βασίλειο του πιθανού.
Στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, ο αντισημιτισμός εξαπλώθηκε σχεδόν παντού, από τα αριστοκρατικά και τα αστικά στρώματα -όπου έθεσε συμβολικά όρια- μέχρι τους διανοούμενους: πολλοί από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεκαετίας του 1930 δεν έκρυβαν το μίσος τους για τους Εβραίους.
Σήμερα ο ρατσισμός έχει πάρει άλλες μορφές και έχει αλλάξει τους στόχους του: ο μουσουλμάνος μετανάστης έχει αντικαταστήσει τον Εβραίο.
Ο φυλετισμός -μια επιστημονική αφήγηση βασισμένη στις βιολογικές θεωρίες- έχει ανοίξει τον δρόμο για μια πολιτισμική προκατάληψη, η οποία υπογραμμίζει μια ριζοσπαστική ανθρωπολογική διαφορά ανάμεσα στην «ιουδαιο-χριστιανική» Ευρώπη και το Ισλάμ.
Ο παραδοσιακός αντισημιτισμός, ο οποίος επί έναν αιώνα διαμόρφωσε όλους τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς, έχει γίνει υπολειμματικό φαινόμενο.
Με μια μορφή αντιστροφής, οι μνήμες του Ολοκαυτώματος έχουν οικοδομήσει ένα είδος «κοσμικής θρησκείας» στην Ε.Ε.
Σαν ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, ο προπολεμικός αντισημιτισμός έχει μειωθεί και η ισλαμοφοβία έχει αυξηθεί.
Η μετα-φασιστική αναπαράσταση του εχθρού αναπαράγει το παλιό ρατσιστικό παράδειγμα και, όπως ο παλιός εβραιο-μπολσεβικισμός, ο ισλαμιστής τρομοκράτης απεικονίζεται με φυσικά χαρακτηριστικά που τονίζουν την ετερότητά του.
Παρ’ όλα αυτά, οι διανοητικές φιλοδοξίες του μετα-φασισμού έχουν μειωθεί σημαντικά.
Δεν βλέπουμε σήμερα κάποιο αντίστοιχο του βιβλίου «Η Εβραϊκή Γαλλία» του Εντουάρ Ντριμόν ή των «Θεμελίων του Δέκατου Ενατου Αιώνα» του Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν.
Δεν βλέπουμε επίσης δοκίμια πάνω στη φυλετική ανθρωπολογία, όπως εκείνα του Χανς Γκίντερ ή του Αντρέ Ζίγκφριντ.
Η νέα ξενοφοβία ακόμα δεν έχει δώσει συγγραφείς όπως ο Λεόν Μπλουά, ο Λουί Φερντινάν Σελίν και ο Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, για να μη μιλήσουμε για φιλοσόφους όπως ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ.
Ο πολιτισμικός χυμός του μετα-φασισμού δεν τρέφεται με άξια λόγου λογοτεχνική δημιουργία - η πιο σημαντική του έκφραση είναι ένα πρόσφατο μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ, η «Υποταγή», το οποίο περιγράφει τη Γαλλία του 2022 ως μια Ισλαμική Δημοκρατία, μάλλον σε μια προσπάθεια να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ.
Πολλές πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, τηλεοπτικά κανάλια και λαϊκά περιοδικά, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν φασιστικά, έχουν συμβάλει σημαντικά στην καλλιέργεια αυτού του πολιτισμικού χυμού.
Μπορούμε να θυμηθούμε τη διάσημη δήλωση του Ζακ Σιράκ το 1991 σχετικά με «τον θόρυβο και τη μυρωδιά» από τα κτίρια στα οποία μένουν οι μετανάστες από το Μάγρεμπ.
Επίσης την αναφορά της Οριάνα Φαλάτσι στους μουσουλμάνους, οι οποίοι «αναπαράγονται σαν τα ποντίκια» και κατουράνε στους τοίχους των εκκλησιών μας.
Ακόμα, την παρομοίωση των μαύρων υπουργών με πιθήκους σε Γαλλία και Ιταλία ή, τέλος, τις αμέτρητες αναφορές στο Ισλάμ σαν «την πιο ηλίθια θρησκεία».
Ο Τζορτζ Λάχμαν Μος έχει δείξει ότι στον κλασικό φασισμό η εκφορά των λέξεων ήταν σημαντικότερη από τα γραπτά κείμενα.
Σε μια εποχή στην οποία η «βιντεόσφαιρα» έχει αντικαταστήσει τη «γραφόσφαιρα», δεν εκπλήσσει ότι η μετα-φασιστική αφήγηση εξαπλώνεται πρώτα απ’ όλα μέσω των μίντια, αναθέτοντας έναν δευτερεύοντα χώρο στις διανοητικές παραγωγές (οι οποίες γίνονται χρήσιμες -όπως η «Υποταγή»- στον βαθμό που μετατρέπονται σε μιντιακά γεγονότα).
Μου φαίνεται ότι οι πιο σημαντικές ομοιότητες μεταξύ της σημερινής ισλαμοφοβίας και του παλαιότερου αντισημιτισμού θυμίζουν περισσότερο το γερμανικό Ράιχ του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα παρά την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία.
Από την Υπόθεση Ντρέιφους, ο γαλλικός αντισημιτισμός στιγμάτιζε τους Εβραίους μετανάστες από την Πολωνία και τη Ρωσία, αλλά ο κύριος στόχος του ήταν οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι (Juifs d’Etat), οι οποίοι, υπό την Τρίτη Δημοκρατία, κατελάμβαναν πολύ σημαντικές θέσεις στη γραφειοκρατία, στον στρατό, στους ακαδημαϊκούς θεσμούς και στην κυβέρνηση.
Ο ίδιος ο λοχαγός Ντρέιφους υπήρξε το σύμβολο μιας τέτοιας κοινωνικής ανόδου.
Τον καιρό του Λαϊκού Μετώπου, στόχος του αντισημιτισμού ήταν ο Λεόν Μπλουμ, ένας Εβραίος και ομοφυλόφιλος δανδής, ο οποίος εκπροσωπούσε την εικόνα μιας δημοκρατίας κατειλημμένης από «αντι-Γάλλους».
Οι Εβραίοι ορίζονταν σαν «κράτος εν κράτει», μια θέση η οποία βέβαια δεν αντιστοιχεί στην παρούσα κατάσταση των αφρικανικών και αραβικών μουσουλμανικών μειονοτήτων, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό υποεκπροσωπούμενες στους κρατικούς θεσμούς των ευρωπαϊκών χωρών.
Ετσι, η σύγκριση με τη Γερμανία του Βίλχελμ του Δεύτερου (1890-1918) θα ήταν περισσότερο σχετική, όταν οι Εβραίοι αποκλείονταν προσεκτικά από την κρατική μηχανή, ενώ οι εφημερίδες προειδοποιούσαν για την «εβραϊκή εισβολή», η οποία αμφισβητούσε την εθνική και θρησκευτική μήτρα του Ράιχ.
Σ’ αυτή την περίπτωση, ο αντισημιτισμός έπαιξε τον ρόλο ενός «πολιτισμικού κώδικα», ο οποίος επέτρεψε στους Γερμανούς να ορίσουν αρνητικά μια εθνική συνείδηση, σε μια χώρα η οποία αντιμετώπιζε τον γρήγορο εκσυγχρονισμό και την εβραϊκή συγκέντρωση στις μεγαλουπόλεις, όπου αυτοί εμφανίζονταν ως η πιο δυναμική ομάδα.
Με άλλα λόγια, ένας Γερμανός ήταν πάνω απ’ όλα ένας μη Εβραίος.
Με ένα παρόμοιο τρόπο, το Ισλάμ γίνεται σήμερα ένας πολιτισμικός κώδικας που επιτρέπει σε κάποιον να βρει, με μια αρνητική οριοθέτηση, τη χαμένη «γαλλική ταυτότητα», η οποία απειλείται ή απορροφάται στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.
Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές στο Λινζ της Αυστρίας Ισλαμοφοβικοί ρατσιστές στο Λινζ της Αυστρίας | ΕΡΑ
Ο φόβος της πολυπολιτισμικότητας και της υβριδικότητας απλώς επικαιροποιεί την παλιά ανησυχία σχετικά με την «ανάμειξη του αίματος».
Σήμερα, η γλώσσα έχει αλλάξει, αλλά η πρόζα του Αλέν Φινκελκρό, ο οποίος εκφράζει τη «δυστυχή ταυτότητά» του μπροστά σε δύο συμφορές, τέτοιες όπως η πολυπολιτισμικότητα και μια λανθασμένα εξιδανικευμένη υβριδικότητα (η υβριδικότητα μιας Γαλλίας «Μαύρης-Ασπρης-βορειοαφρικανικής), δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη του [εθνικιστή ιστορικού] Χάινριχ Φον Τράιτσκε.
Το 1880, αυτός ο μεγάλος ιστορικός αποδοκίμασε την «εισβολή» των Εβραίων στη γερμανική κοινωνία, γράφοντας ότι διαταράσσουν τα ήθη της κουλτούρας και δρουν σαν μια δύναμη διαφθοράς.
Το απελπισμένο συμπέρασμα του Φον Τράιτσκε έγινε ένα είδος σλόγκαν: «Οι Εβραίοι είναι η δυστυχία μας».
Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της μετάβασης από τον παλιό αντισημιτισμό στη σημερινή ισλαμοφοβία διεξάγεται στα γαλλικά ΜΜΕ, αυτή βρίσκει όντως την έκφρασή της σε μια λογοτεχνική φιγούρα: στον Ρενό Καμί, έναν συγγραφέα ο οποίος δεν κρύβει τους δεσμούς του με το Εθνικό Μέτωπο.
Δεκαπέντε χρόνια πριν, ο Καμί παραπονιόταν στο περιοδικό του για την υπερβολική παρουσία των Εβραίων στα γαλλικά πολιτιστικά μίντια.
Τα επόμενα χρόνια, πάντως, εστίασε στους μουσουλμάνους, των οποίων η μαζική μετανάστευση έχει παράξει μια «μεγάλη αντικατάσταση», με άλλα λόγια την «ισλαμοποίηση» της Γαλλίας.
Ανήκοντας σε μια νεότερη γενιά, ο Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος εύχεται να γίνει ο Σελίν των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα, επίσης καταλήγει στη «μεγάλη αντικατάσταση» ως αφετηρία της «Υποταγής».
Και η ίδια ιδέα είναι ο πυρήνας ενός πετυχημένου δοκιμίου -πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα πουλήθηκαν σε έξι μήνες- γραμμένου από τον Ερίκ Ζεμούρ, «Η γαλλική αυτοκτονία», το οποίο είναι αφιερωμένο στη γαλλική παρακμή από το 1970 έως το 2008.
Πιο πρόσφατα, την ιδέα της «μεγάλης αντικατάστασης» υπερασπίστηκε κάποιο από τα κύρια άρθρα της «Φιγκαρό».
Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο μετα-φασισμός οικοδομεί την πολιτιστική του ηγεμονία, πέρα από την εκλογική του εκμετάλλευση.
Πάντως, η ισλαμοφοβία δεν είναι ένα απλό υποκατάστατο του παλιού αντισημιτισμού.
Οι ρίζες της είναι παλιές και έχει τη δική της παράδοση: την αποικιοκρατία.
Οι ρίζες της ισλαμοφοβίας βρίσκονται στη μνήμη του μακρού αποικιακού παρελθόντος της Ευρώπης και, στη Γαλλία, του Πολέμου της Αλγερίας.
Η αποικιοκρατία διαμόρφωσε μια πολιτική ανθρωπολογία βασισμένη στη διχοτομία ανάμεσα στους πολίτες και στα αποικιακά υποκείμενα (citoyens - indigenes), η οποία παγίωσε τα κοινωνικά, φυλετικά και πολιτικά όρια.
Ενώ αυτός ο νομικός διαχωρισμός, ο οποίος κωδικοποιήθηκε στην Τρίτη Δημοκρατία, καταστρατηγήθηκε, οι μουσουλμάνοι μετανάστες που έγιναν Γάλλοι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μια ξενοφοβική αντίδραση, η οποία διαμορφώνεται από αυτή την πολιτική ανθρωπολογία που τους εκλαμβάνει σαν ένα μολυσματικό παράγοντα, σαν «έναν λαό μέσα στον λαό».
Η αποικιακή μήτρα της ισλαμοφοβίας εξηγεί την τοξικότητα και την επιμονή της. Ενας τρόπος για να εξετάσουμε την υλική πραγματικότητα αυτών των φυλετικών και πολιτικών ορίων είναι μέσω της διάλυσης των ονομάτων των Ιταλών, Πολωνών και Ισπανών μεταναστών μέσα σε γαλλικά πατρωνύμια, μια διαδικασία που συχνά συμβαίνει μετά τρεις γενιές.
Αυτή η διάλυση έρχεται σ’ αντίθεση με την επιμονή των αφρικανικών και αραβικών ονομάτων και επωνύμων, τα οποία φανερώνουν αμέσως τους κατόχους τους, πως ανήκουν σε μια ειδική, δεύτερη κατηγορία: «προέρχεται από μετανάστευση».
Η αποικιακή μήτρα της ισλαμοφοβίας μάς παρέχει ένα κλειδί για την κατανόηση της ιδεολογικής μεταμόρφωσης του μετα-φασισμού (πολλά ακροδεξιά κινήματα όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, το Pegida στη Γερμανία και άλλα παρόμοια κινήματα αλλού στην Ε.Ε.), ο οποίος έχει εγκαταλείψει τις αυτοκρατορικές και κατακτητικές φιλοδοξίες του κλασικού φασισμού, προκειμένου να προσαρμοστεί σε μια πιο συντηρητική και αμυντική στάση.
Δεν επιθυμεί να κατακτήσει, αλλά να εξοβελίσει (ακόμα και κριτικάροντας τους νεο-ιμπεριαλιστικούς πολέμους που διεξάγονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τις ΗΠΑ και τους Δυτικούς της συμμάχους).
Ενώ η αποικιοκρατία του δέκατου ένατου αιώνα επιθυμούσε να εκπληρώσει την «εκπολιτιστική της αποστολή» μέσω των κατακτήσεων εκτός Ευρώπης, η μετα-αποικιακή ισλαμοφοβία μάχεται κατά ενός εσωτερικού εχθρού στο όνομα των ίδιων αξιών.
Η απόρριψη έχει αντικαταστήσει την κατάκτηση, αλλά τα κίνητρα δεν άλλαξαν: στο παρελθόν η κατάκτηση στόχευε στο να υποδουλώσει και να εκπολιτίσει τους βαρβάρους.
Σήμερα, η απόρριψη και η αποβολή στοχεύουν στο να προστατεύσουν το έθνος από τη βλαβερή τους επιρροή.
Αυτό εξηγεί τις επαναλαμβανόμενες συζητήσεις για την κοσμικότητα, ενώ το ισλαμικό βέλο οδηγεί σε ισλαμοφοβικούς νόμους, οι οποίοι ψηφίστηκαν στη Γαλλία πριν από δέκα χρόνια και το απαγορεύουν σε δημόσιους χώρους.
Αυτή η ομόφωνη συναίνεση σε μια νεο-αποικιακή και μεροληπτική αντίληψη της κοσμικότητας έχει συμβάλει σημαντικά στη νομιμοποίηση του μετα-φασισμού.
Αυτό το κύμα ισλαμοφοβίας, με την πολεμοχαρή του ρητορική -«βρισκόμαστε σε πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία»-, θέτει το Ισλάμ στη θέση του μοναδικού νομιμοποιημένου εχθρού της δυτικής τάξης, ο οποίος τελικά θρέφει την τρομοκρατία.
Οι μαχητές κατά του «ισλαμοφασισμού» και οι υπερασπιστές των «ανθρωπιστικών αξιών» πέτυχαν κάτι κρίσιμο: τα θύματα των δυτικών πολέμων στο Ιράκ, στη Λιβύη και στη Συρία -πολύ περισσότερα σε αριθμό από τα θύματα της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Ευρώπη- έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεχαστεί.
*Διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, ενώ το τελευταίο του «Το τέλος της Εβραϊκής Νεωτερικότητας» (2016) εκδόθηκε από τις εκδόσεις Pluto Press, από το blog των οποίων αναδημοσιεύεται και το παρόν άρθρο.
Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...