Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκτακτη αναγκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκτακτη αναγκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Στο όνομα των δημοκρατικών κατακτήσεων και της δημοκρατίας που δεν υπάρχει ακόμη, της Αθηνάς Αθανασίου απο το http://rednotebook.gr

Στο όνομα των δημοκρατικών κατακτήσεων και της δημοκρατίας που δεν υπάρχει ακόμη, της Αθηνάς Αθανασίου

rednotebook.gr

 


Σαράντα ένα χρόνια μετά το Νοέμβρη του 1973, υπερασπιζόμαστε σήμερα την ιστορική μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου απέναντι σ’ αυτούς που φοβούνται τα ανοιχτά πανεπιστήμια και την ιστορική μνήμη∙ που σκηνοθετούν την ένταση για να επιβάλουν τη λογική ενός κλειστού πανεπιστημίου και μιας φοβισμένης κοινωνίας. Οι αστυνομικές διαταγές για κλείσιμο του Πανεπιστημίου αποτελούν πρόκληση για τη δημοκρατία και φέρνουν στη μνήμη μας εκείνες τις σκοτεινές εποχές.
Σήμερα βαδίζουμε στο δρόμο του Νοέμβρη, υπερασπιζόμενοι/ες την αξιακή μας διαφορά από τις «ειδικές δυνάμεις» που επιτέθηκαν προχτές το βράδυ με ρόπαλα και χημικά, και με στρατιωτική και σεξιστική λύσσα, εναντίον μιας ειρηνικής φοιτητικής διαμαρτυρίας.
Σήμερα τιμάμε τη μνήμη του φοιτητή Ιάκωβου Κουμή και της εργάτριας Σταματίνας Κανελλοπούλου, θυμάτων της αστυνομικής βίας στην πορεία του Πολυτεχνείου του 1980. Τιμάμε τη μνήμη του 15χρονου μαθητή Μιχάλη Καλτεζά, που δολοφονήθηκε το βράδυ της 17ης Νοέμβρη 1985, μετά τη διαδήλωση του Πολυτεχνείου, στο πλαίσιο των βίαιων «επιχειρήσεων αρετής».
Μέσα από τα ερείπια της κρίσης
Τούτη την ιστορική στιγμή, μια νέα προοπτική αναδύεται μέσα από τα ερείπια της κρίσης. Αυτά τα χρόνια της κυριαρχίας της κρίσης, μάθαμε ότι ο αγώνας για επιβίωση, σε αντίθεση με τα κηρύγματα του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού, δεν είναι ατομική και ανταγωνιστική υπόθεση. Είναι αντίσταση στην καταστροφή των ζωών μας και αγώνας για συλλογική ανάκτηση της δυνατότητας για μια ζωή με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη.
Μέσα σ’ αυτό το καθεστώς που αυταρχικοποιείται ολοένα και περισσότερο, μάθαμε συλλογικά να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στην επ’ αόριστον διαστελλόμενη «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», που μετατρέπεται σε φρονηματική κοινοτοπία και κανοναρχεί στην υποταγή και τον ατομισμό. Καταλάβαμε πώς το επίπλαστο κενό δικαίου της έκτακτης ανάγκης μετατρέπεται σε διαρκή τάξη κανονικότητας που καταλύει το όριο ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό.
Αυτά τα χρόνια αγωνιστήκαμε για την απο-νομιμοποίηση του νόμου της «έκτακτης ανάγκης». Πήραμε θέση μαζί με αυτούς και αυτές που η ζωή τους καταπατήθηκε ως ανάξια λόγου και σημασίας, τους πεσόντες και τους παρίες της συστημικής κρίσης του ύστερου καπιταλισμού. Αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε ενάντια σε μια ακροδεξιά κυβέρνηση που νομοθετεί με γνώμονα τα κέρδη των λίγων και την κοινωνική οδύνη των πολλών, που μας μετατρέπει σε αναλώσιμα σώματα χωρίς προοπτική και δικαιώματα, που μας υποκλέπτει το αίσθημα του μέλλοντος, που λεηλατεί εργασιακά δικαιώματα, που μετατρέπει τη δημόσια παιδεία σε επιχείρηση, που υφαρπάζει τα μέσα διαβίωσης και παράλληλα συκοφαντεί τα μέσα αντίστασης και τους κοινωνικούς αγώνες, που στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες όταν δεν τους εγκαταλείπει στο Αιγαίο, που υποβάλλει την κοινωνία στη βία και στα χημικά της καταστολής, που καλλιεργεί τις συνθήκες για κάθε ρατσισμό, σεξισμό και ομοφοβία.
Η νεοφιλελεύθερη (και ακροδεξιά) δυσφορία με τη Μεταπολίτευση
Αυτές τις μέρες, όπως σχεδόν τελετουργικά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια γύρω από την επέτειο του Πολυτεχνείου, επανέρχεται στο προσκήνιο η κουρασμένη πια προπαγάνδα του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας, αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «δυσφορία με τη Μεταπολίτευση». Πρόκειται για το σημείο τομής ανάμεσα στους νεοφιλελεύθερους θιασώτες του εθνοσωτήριου μονόδρομου και τους ακροδεξιούς νοσταλγούς της επταετίας που μιλούν για το «μύθο του Πολυτεχνείου».
Αυτός ο κυνικός στιγματισμός της Μεταπολίτευσης ήταν άλλωστε το ιδεολογικό όχημα που έφερε την ακροδεξιά στην κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης «εθνικής σωτηρίας», πλήρως νομιμοποιημένη ως εθνικά «υπεύθυνη» δύναμη, ανοίγοντας το δρόμο στην επέλαση της νεοναζιστικής ακροδεξιάς και του φασισμού.
Ο ευσεβής πόθος του μπλοκ της νεοφιλελεύθερης δυσφορίας με τη Μεταπολίτευση δύσκολα μπορεί πια να κρυφτεί. Και δεν είναι άλλος από την κυριαρχική διακυβέρνηση αντί της δημοκρατίας. Η μεταδημοκρατία είναι η κυβερνητική πρακτική μιας αλλοτριωμένης δημοκρατίας μετά το δήμο και χωρίς το δήμο, που ανάγεται σε ένα κενό περίβλημα τυπικών λειτουργιών και σ’ έναν τεχνοκρατικό πραγματισμό της «διοίκησης» με γνώμονα ένα και μοναδικό εγγυημένο δικαίωμα –αυτό της ανταγωνιστικής κερδοσκοπίας. Πρόκειται για τη διακυβέρνηση που εξαλείφει τη διαφωνία του λαού και περνά στον έλεγχο αυτοαναφορικών τεχνοκρατών και ολιγαρχικών προνομιούχων ομάδων που χειραγωγούν τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις.
Σύμπτωμα της μετα-δημοκρατικής βιοπολιτικής του αυταρχικού ρεαλισμού είναι η φρονηματική εμπέδωση μιας ομοθυμίας γύρω από το ταυτόχρονα ενοχοποιητικό και σωτηριολογικό αφήγημα του υπο-χρεωμένου ανθρώπου: ενός τύπου υποκειμένου που πρέπει να λειτουργεί με γνώμονα τον οικονομικό λογισμό, και κυρίως τον ατομιστικό ωφελιμισμό και την ανταγωνιστική ιδιοτέλεια. Που πρέπει να είναι πάνω απ’ όλα ιδιώτης και επιχειρηματίας του εαυτού του.[1]
Η ανατροπή των κατακτήσεων των κινημάτων φυσικοποιήθηκε στο όνομα μιας πολιτικής θεολογίας του χρέους και της «θυσίας» και όλων των κλισέ που τη συνοδεύουν: οι συλλογικότητες καταγγέλλονται ως συντεχνίες σκοτεινών συμφερόντων, οι κινηματικές πρακτικές παθολογικοποιούνται ως ανεύθυνος λαϊκισμός, τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα απαξιώνονται ως αποτρόπαιες ιδεοληψίες της Μεταπολίτευσης που υπονομεύουν την «εθνική προσπάθεια». Για την κρίση ευθύνονται οι «σπάταλες» κοινωνικές παροχές, οι «ασύδοτες» διεκδικήσεις και η «ανευθυνότητα» της Αριστεράς.
Καθώς η πολιτική μετατρέπεται σε μια αποκαλυπτική θεολογία, χωρίς κριτική και πέραν της κριτικής, το κράτος γίνεται ο θεματοφύλακας της τάξης και της ηθικής. Απαλλαγμένο από τις ενοχλητικές δεσμεύσεις της πολιτικής, διοικεί για τις αγορές (όπως μας λέει ο Φουκώ), οι οποίες αναδεικνύονται στον μοναδικό «αυθεντικό» κριτή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Το κράτος υπάρχει για να διασφαλίζει τις συνθήκες της απρόσκοπτης αυτο-ρύθμισής τους, εισάγοντας και ενεργοποιώντας μηχανισμούς ασφάλειας.[2]
Καθώς η ακροδεξιά καθιερώνεται ως επιδραστική συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου, εμπεδώνονται ο αντιφεμινισμός, η ξενοφοβία και κάθε είδους κοινωνικός συντηρητισμός. Αναζωογονείται, σε διάφορες εκδοχές, το προ-μεταπολιτευτικό δόγμα «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Είναι ακριβώς αυτή η όσμωση της νεοφιλελεύθερης εργαλειακής κουλτούρας με την ακροδεξιά ατζέντα που αποθεώνεται όταν ο Υπουργός Παιδείας, μετά από την επιχείρηση διαπόμπευσης των οροθετικών για την προστασία του «Έλληνα οικογενειάρχη», κατεβάζει τη σελίδα στο facebook των μαθητικών καταλήψεων θυμίζοντας παιδονόμο παλαιότερων δεκαετιών, ενώ ταυτόχρονα φιλοδοξεί να καταργήσει τη μισθωτή εργασία προτείνοντας εθελοντική εργασία των αδιόριστων εκπαιδευτικών με αντάλλαγμα μοριοδότηση. Ή όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει, με απολυταρχικό ύφος, ότι «η ΕΡΤ θα διακοπεί τα μεσάνυχτα». Ή όταν ο Υπουργός Υγείας δηλώνει πως πρόκειται για μύθο ότι η κρίση αποτελεί αιτία χιλιάδων αυτοκτονιών.
Η λειτουργία του κράτους έκτακτης ανάγκης συνίσταται στη βιοπολιτική νομιμοποίηση του κρατικού αυταρχισμού σε βάρος όποιων λογίζονται ως περιττοί και μη-ανταγωνιστικοί. Γι’ αυτό και βασίζεται καταστατικά στην κοινωνική εκκαθάριση, τον εκφοβισμό και τη συλλογική ενοχοποίηση με στόχο να συμβιβαστούμε με την μνημονιακή εξαθλίωση και να συνηθίσουμε την περιστολή των δημοκρατικών κεκτημένων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι συναλλαγές με τους ναζί σε υψηλό κυβερνητικό επίπεδο (όπως ανέδειξε η υπόθεση Μπαλτάκου) δεν αποτελούν τυχαίο επεισόδιο αλλά συγκροτητικό πολιτικό γνώρισμα της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης.
Αυταρχικός κρατισμός και απόσυρση του κράτους
Σ’ αυτό το πλέγμα εξουσίας, κατέχουν καταστατική θέση η κρατική αυθαιρεσία και η καταστολή της κοινωνικής διαμαρτυρίας∙ η εντατικοποίηση του κοινωνικού ελέγχου, ο εκφοβισμός και η ολοένα επεκτεινόμενη επικράτεια της εκτελεστικής εξουσίας, σε σκοπό την απρόσκοπτη ανακατανομή κεφαλαίων και αγαθών προς τα πάνω. Μέσω της κρίσης, εμπεδώνεται η μορφή του ύστερου καπιταλισμού που εμπεριέχει στοιχεία ολοκληρωτισμού και που ο Νίκος Πουλαντζάς αποκάλεσε «αυταρχικό κρατισμό». [3] Με το δόγμα του νόμου και της τάξης, η συγκυβέρνηση τα παίζει όλα για όλα για να πειθαρχήσει κοινωνικά έναν οικονομικά εξουθενωμένο λαό και να εξουδετερώσει τις αντιστάσεις του.
Στο νεοφιλελευθερισμό, τα αντι-κρατικά ιδεολογήματα και η απόσυρση του κράτους από την ευθύνη του δημόσιου χώρου συνάδουν απόλυτα με τον αυταρχικό κρατισμό. Η απολυτότητα και η αυτοαναφορικότητα της κυριαρχικής διακυβέρνησης, η συσκότιση της βαθιάς της σχέσης με την αντι-δημοκρατία, αποτελεί την ύστατη ευκαιρία της για τη διαιώνιση της εξουσίας της.
Η λογική του φόβου και της ασφάλειας –το καθεστώς του «γύψου», σύμφωνα με την ορολογία της χούντας– επιστρατεύεται για να χαραχτούν ή να βαθύνουν ακόμη περισσότερο οι βιοπολιτικές διαχωριστικές γραμμές του πολιτικού σώματος έναντι των όποιων παρείσακτων και αναλώσιμων «ξένων σωμάτων» και «εσωτερικών εχθρών». Έτσι, η κρατική εξουσία μετέρχεται το ρατσισμό, εγγράφοντάς τον στους μηχανισμούς της.
Καπιταλισμός εναντίον δημοκρατίας
Η αντι-μεταπολίτευση επιστρατεύεται σήμερα, από το ηγεμονικό μπλοκ παραγωγής και διαχείρισης της κρίσης, ως υπέρτατο τεκμήριο πολιτικής και εθνικής ορθότητας. Ακριβώς όπως το «τέλος της ιστορίας» που διακήρυξαν ο κυρίαρχες ελίτ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 διά στόματος Φράνσις Φουκουγιάμα εκφράζοντας τον ευσεβή πόθο τους για την θριαμβευτική επικράτηση του καπιταλισμού, αλλά και αποκαλύπτοντας άθελά τους τη θανάσιμη αγωνία τους για τις εξεγερσιακές προοπτικές των καταπιεσμένων.
Σήμερα ο κορμός του επιχειρήματος των κηρύκων του τέλους της ιστορίας, που βασιζόταν στην υποτιθέμενη άρρηκτη σχέση καπιταλισμού και δημοκρατίας, έχει καταρρεύσει. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο καπιταλισμός καταπνίγει τη δημοκρατία. Τελειώνει οριστικά το τέλος της ιστορίας. Φανερώνεται, έτσι, αυτό που πάντα ήταν εδώ, ακόμη και στις υποτιθέμενα ανέμελες εποχές της καταναλωτικής σαγήνης: ότι ο καπιταλισμός, είτε με τη μορφή του καταναλωτισμού είτε με τη μορφή της λιτότητας, σκοτώνει. Σήμερα, ο νεοφιλελευθερισμός εξουθενώνει από την ανεργία, τη φτώχια, την αγωνία της επιβίωσης, τις αποδεκατισμένες υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Σκοτώνει μέσα στον ύπνο, από τις αναθυμιάσεις ενός μαγκαλιού (όπως έγινε με τη 13χρονη μαθήτρια Σάρα Πλέτσας από τη Σερβία, στη Θεσσαλονίκη την 1η Δεκεμβρίου 2013).
Αυτή η καταστροφική, ή θανατοπολιτική, διάσταση λειτουργεί παράλληλα με τον παραγωγικό, βιοπολιτικό ρόλο της εξουσίας στη συγκρότηση υποκειμένων: ατομιστικών, ανταγωνιστικών, καταναλωτικών, υπο-χρεωμένων. Αυτή η πολυεπίπεδη, διάχυτη και αποκεντρωμένη εκφορά της εξουσίας -ταυτόχρονα κυριαρχική και ρυθμιστική-«διοικητική» (managerial)- εγκαθιδρύει μια μόνιμη κατάσταση «έκτακτης ανάγκης». Κυριαρχία (sovereignty) και κυβερνολογική (governmentality) συνυφαίνονται. [4]
Το «πνεύμα» της επαναστατημένης αξιοπρέπειας
Η δυσφορία με τη Μεταπολίτευση είναι ένα σύμπτωμα της βαθιάς μνησικακίας εκ μέρους των κυρίαρχων τάξεων, η οποία σχετίζεται με την αγωνία διατήρησης των προνομίων τους. Επιστρατεύεται σήμερα για να αποσοβήσει το φάντασμα που πλανιέται ξανά πάνω από την Ελλάδα και την Ευρώπη –το «πνεύμα» της επαναστατημένης αξιοπρέπειας: ανανεωμένο, πολυσήμαντο, αυτο-κριτικό, και ανοιχτό σε μια νέα μεταφρασιμότητα της ίδιας του της «κληρονομιάς».
Σήμερα, οι πολιτικά απογυμνωμένες ζωές απογυμνώνουν την εξουσία, αποκαλύπτοντας την πιο τρομαχτική καθαρότητά της, αλλά και, ταυτόχρονα, ανασυντάσσοντας τις συνθήκες δυνατότητας για ένα πολιτικό πράττειν πέρα από τον αυταρχικό ρεαλισμό της έκτακτης ανάγκης. Μέσα από τις αντιξοότητες της ιστορίας συντελείται το άνοιγμα του κριτικού στοχασμού στον ορίζοντα της ιστορίας, «καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου».[5]
Στο όνομα των δημοκρατικών κατακτήσεων και της δημοκρατίας που δεν υπάρχει ακόμη, αγωνιζόμαστε ενάντια στις συνθήκες που μετατρέπουν το φασισμό σε «κοινοτοπία».
Σε μια συγκυρία που επιζητεί να αποτρέψει κάθε εναλλακτικό όραμα, κριτήριο και αισθητήριο, ενεργοποιούμε την ανατρεπτική δυναμική του δημοκρατικού πολιτικού ιδεώδους, πέραν της υπαρκτής αυταρχικής δημοκρατίας.
Γι’ αυτό δεν αρκεί να αναλάβουμε την ευθύνη της κυβέρνησης. Δεν αρκεί ακόμη και ένα οικονομικό και διαχειριστικό σχέδιο. Χρειάζεται να εμπεδώσουμε μια διαφορετική λογική όχι μόνο διακυβέρνησης αλλά και συμμετοχικής δημοκρατίας.
Το Νοέμβρη του ’73, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες εξέπεμπαν μέσα από το Πολυτεχνείο «είμαστε άοπλοι». Σήμερα, απαιτούμε να φύγουν τα ΜΑΤ από τις Σχολές μας. Λέμε «είμαστε άοπλοι», γι’ αυτό θα νικήσουμε.
Με εφόδια τη συλλογικότητα, την ανιδιοτέλεια και τη δημοκρατία, διεκδικούμε να ζούμε αλλιώς και μετατρέπουμε αυτή τη διεκδίκηση σε πολιτική πράξη ισότητας και δικαιοσύνης. Κι αυτός είναι ένας αγώνας στο όνομα των δημοκρατικών κατακτήσεων και της δημοκρατίας που δεν υπάρχει ακόμη.
Ομιλία στην κεντρική εκδήλωση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του εορτασμού του Πολυτεχνείου, «Πέρα από την ανάθεση, στο δρόμο για τη χειραφέτηση» (16/1/2014, Τεχνόπολις).
______________
Σημειώσεις
[1] Βλ. και Μαουρίτσιο Λαζαράτο, Η κατάσταση του χρεωμένου ανθρώπου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2014.
[2] Michel Foucault, Security, territory, population, διαλέξεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας 1977-1978. Επίσης, Η Γέννηση της Βιοπολιτικής. Μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης. Αθήνα: Πλέθρον, 2012.
[3] Βλ. Νίκος Πουλαντζάς, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός. Αθήνα: Θεμέλιο 2001.
[4] Βλ. Judith Butler, Ευάλωτη Ζωή: Οι Δυνάμεις του Πένθους και της Βίας. Μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου. Εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: νήσος 2009.
[5] Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για της Φιλοσοφία της Ιστορίας. Αθήνα: Ουτοπία, 1983. Η φράση αναφέρεται στο πώς ο ιστορικός υλισμός επιχειρεί να συλλάβει μια εικόνα του παρελθόντος, καθώς εμφανίζεται απροσδόκητα στο ιστορικό υποκείμενο.

βλ   επισης  και την   εργασια

Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014) / Θεοδωρίδης, Παντελής

Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014) / Θεοδωρίδης, Παντελής Πέτρου [GRI-2014-12513]

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Α. ΛΙΑΚΟΣ-Δ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ: Επείγει η διττή στροφή της Ε.Ε. - ΧΡΟΝΟΣ online magazine

Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας Δημήτρης...
chronosmag.eu


Ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος και ο πολιτικός επιστήμονας και υποψήφιος ευρωβουλευτής του Σύριζα Δημήτρης Χριστόπουλος, ιδρυτικά μέλη της Πρωτοβουλίας για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας, συζητούν για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Αριστερά εν όψει των Ευρωεκλογών του 2014

Αντώνης Λιάκος: Δημήτρη, από τη μια βλέπω τις αφίσες με καθημερινούς Ευρωπαίους που λένε «Ψήφισε στις ευρωεκλογές για να κάνεις εσύ κουμάντο στην Ευρώπη», από την άλλη διαβάζω τα δημοσιεύματα των Financial Times για την αποπομπή Παπανδρέου στη σύνοδο των G8 στις Κάννες. Δύο μηνύματα που στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου. Με το πρώτο σού λένε ψήφισε γιατί η Ευρώπη εξαρτάται από σένα, με το δεύτερο αντιλαμβάνεσαι ότι αλλάζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όχι απλώς ερήμην των λαών, αλλά ερήμην και των ίδιων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις Κάννες δεν συνήλθε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ούτε καν η Κομισιόν. Σε μια συνάντηση κορυφής των ηγετών των πλουσιότερων χωρών του κόσμου αποφασίζεται να αλλάξουν κυβερνήσεις δύο χώρες: η Ελλάδα και η Ιταλία. Αποφασίζεται πώς θα κυβερνηθούν. Εκεί μιλούν για «δικαιοσύνη Παλαιάς Διαθήκης», δηλαδή οφθαλμόν αντί οφθαλμού και σκληρή τιμωρία για παραδειγματισμό των άλλων Ευρωπαίων. Επομένως, γιατί ο πολίτης να ψηφίσει στις ευρωεκλογές, κι εσύ τι δουλειά έχεις εκεί ως υποψήφιος;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Αντώνη, εδώ και χρόνια η Ευρώπη έχει διέλθει από την εποχή του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» και έχει κάνει ένα άλμα στο δημοκρατικό κενό. Δεν συζητάμε απλώς για ένα έλλειμμα αρμοδιοτήτων του Ευρωκοινοβουλίου –καθώς αυτό υπήρχε ανέκαθεν– αλλά κάτι δομικά πιο κρίσιμο. Το Κοινοβούλιο σιγά σιγά αυξάνει τις δυνάμεις του, π.χ. τώρα πλέον εκλέγει τον πρόεδρο της Επιτροπής, αλλά το επίδικο είναι αυτό που λες: ότι τώρα πλέον οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται καν στο επίπεδο των θεσμών, αλλά σε αυτό της αμεσολάβητης ισχύος. Το δε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο παρακολουθεί αμήχανα… Εδώ πλέον έχουμε σταδιακά μια στροφή από κανόνες –όποιοι και να ήταν αυτοί– σε απλές αποφάσεις που επικυρώνονται απλώς διά της ηγεμονίας αυτών που τις λαμβάνουν. Ε, λοιπόν, αυτό δημοκρατία δεν είναι. Δεν ξέρω πώς να το πούμε, πάντως, σίγουρα η τιμή του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν του αξίζει. Αν ο πολίτης δεν ψηφίσει στις ευρωπαϊκές εκλογές, η αίσθησή μου είναι ότι η νέα αυτή κατάσταση πραγμάτων θα εδραιωθεί –εδραιώνεται δηλαδή ούτως ή άλλως–, με αποτέλεσμα την περαιτέρω απαξίωση του μοναδικού αντιπροσωπευτικού θεσμού της Ε.Ε. με ό,τι αποτελέσματα αυτό μπορεί να έχει για το ευρωπαϊκό μέλλον. Διότι να μην ξεχνάμε: ναι μεν η ευρωπαϊκή οικοδόμηση ξεκίνησε από τον άνθρακα και τον χάλυβα –δηλαδή το βαρύ ευρωπαϊκό βιομηχανικό κεφάλαιο–, αλλά στο επίπεδο του εποικοδομήματος υπήρξαν κάποια δημοκρατικά κεκτημένα. Αν τα απολέσουμε, τότε πραγματικά δεν βλέπω σε τι το σχέδιο μπορεί να αξίζει. Εξάλλου, τώρα πλέον ούτε άνθρακας ούτε χάλυβας υπάρχουν ώστε να δίνουν γραμμή. Τράπεζες έχουμε. Κάπως έτσι τα βλέπω τα πράγματα: αν η Ευρώπη συνεχίσει στον δρόμο του ευρωπαϊκού κενού, της απαξίωσης της εργασίας και του εκφυλισμού της δημοκρατίας, απλώς δεν θα έχει λόγο να υπάρχει. Όπως πάει λοιπόν, το τρώει το κεφάλι της, και η χώρα που είναι στην εμπροσθοφυλακή της κρίσης, η Ελλάδα, βιώνει πιο οδυνηρά τους κραδασμούς αυτούς.

Α.Λ.: Αυτό που λες, Δημήτρη, μου θυμίζει κάπως τη θεωρία του παρία. Ο παρίας, ο απόβλητος, είναι εκείνος που μπορεί να σώσει την κοινωνία γιατί μπορεί να θέσει ξανά τους κανόνες με τους οποίους συγκροτείται το σύστημα. Να τους θέσει με δίκαιο τρόπο, επειδή ο ίδιος βρίσκεται απέξω και στην πιο δυσμενή θέση. Όλες οι θεωρίες της κοινωνικής αλλαγής, αλλά και οι σωτηριολογικές, είχαν ως πυρήνα τους τη θεωρία του παρία και του απόβλητου – από τον χριστιανισμό έως τον μαρξισμό. Μπορεί να φαίνεται υπερβολικά θεωρητικό και αφηρημένο, αλλά αν ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι σήμερα είναι η αδιαμεσολάβητη ισχύς που θέτει τους κανόνες, τότε η Ελλάδα, ή μάλλον η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα, γιατί η χώρα βρέθηκε στη θέση του απόβλητου, πρέπει να μεταμορφωθεί σε μια επιδίωξη μιας νέας τάξης, νέων κανόνων. Από την άποψη αυτή, η ελληνική Αριστερά, κι εσύ ανάμεσά της, ερχόσαστε σ’ εμάς τους εκλογείς ή οφείλετε να πάτε στο Ευρωκοινοβούλιο με προτάσεις αναδιοργάνωσης της ίδιας της Ευρώπης. Ποιες είναι αυτές; Γιατί εδώ οφείλω να σου επισημάνω επίσης τον κίνδυνο η θεωρία του παρία να γίνει μια φενάκη του ίδιου του παρία, και να νομίζει ότι η παρουσία του μοναχά μπορεί να γίνει θρυαλλίδα αλλαγών στην Ευρώπη. Αυτό είναι το ένα ερώτημα.
Δ.Χ.: Όπως λες, «η συνείδηση του τι συνέβη στην Ελλάδα» είναι αυτή που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια δημιουργική αμφισβήτηση. Είναι αναγκαία και όχι ικανή προϋπόθεση. Σε αυτό επαυξάνω. Καμία παρουσία κανενός δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις κρίσιμες πολιτικές ανατροπές χωρίς πρόγραμμα και στρατηγικές. Ακόμη περισσότερο, το ότι επιλέγουμε το μέρος του αδύναμου στον πολιτικό ανταγωνισμό δεν συνεπάγεται βέβαια ότι ο αδύναμος –αδύναμος είτε από την άποψη του πολιτικού κύρους είτε της οικονομικής εξουσίας– έχει πάντα δίκιο επειδή είναι αδύναμος. Και αυτός πρέπει διαρκώς να τίθεται υπό τη βάσανο της κριτικής, ειδάλλως θα μένει μονίμως ανήλικος και ανώριμος, αδύναμος ων, υπό την πατερναλιστική προστασία αυτών που φέρονται πως τον εκφράζουν. Άρα ο παρίας ούτε έχει εξ ορισμού δίκιο, ούτε το δίκιο του φτάνει προκειμένου να ανατρέψει την κατάσταση. Η στρατηγική είναι το όπλο του αδυνάτου. Εδώ θα δοκιμαστεί και η δική μας δυνατότητα, ως Αριστερά, να μπορέσουμε την ίδια στιγμή που μαχόμαστε για την ανάσχεση της επίθεσης στην κοινωνία και τη δημοκρατία, να κρατήσουμε το μυαλό μας καθαρό για τη χάραξη συγκεκριμένων προτάσεων στις δημόσιες πολιτικές, τόσο στο επίπεδο της οικονομίας όσο και σε αυτό των θεσμών, που είναι, όπως ξέρεις, ζήτημα κοντά στα δικά μου ενδιαφέροντα. Το επείγον αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη είναι λοιπόν η διττή στροφή: στροφή από τη νεοφιλελεύθερη συνταγή μέσα από ένα ευρωπαϊκό new deal στην οικονομία, και συνάμα στροφή για την ανάταξη της δημοκρατίας. Δεν ξέρω αν «η Ευρώπη ή θα είναι κοινωνική ή δεν θα είναι Ευρώπη», όπως άκουσα πρόσφατα από υπεύθυνα χείλη, ξέρω όμως ότι αν η Ευρώπη δεν είναι δημοκρατική, δεν αξίζει να υπάρχει.
Α.Λ.: Από την απάντησή σου όμως προκύπτει και ένα άλλο ερώτημα: Αν η Ευρώπη συγκροτήθηκε ως οικονομικός και πολιτικός χώρος –αφενός ως αντίπαλο δέος στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. και αφετέρου ως ενοποίηση της βαριάς της βιομηχανίας, δηλαδή της παραγωγικής της βάσης–, σήμερα πού βρισκόμαστε; Άραγε μπορούν οι τράπεζες να αποτελέσουν στοιχείο ενοποίησης και μάλιστα ενοποίησης με κανόνες και δημοκρατικές διαδικασίες; Η Ευρώπη επικαλείται συνεχώς την ανταγωνιστικότητα απέναντι στους καινούριους οικονομικούς γίγαντες για να μειώσει τους μισθούς, να κατεδαφίσει το κράτος πρόνοιας, να απογυμνώσει την εργασία. Και τα δύο ζητήματα ανοίγουν το κεφάλαιο «Ευρώπη και παγκοσμιοποίηση». Κάποιος θα πρέπει να βάλει κανόνες στη νέα ιστορική φάση της παγκοσμιοποίησης. Ποιος; Εδώ η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα. Και τα δύο σκέλη της ερώτησής-σχολίου μου οδηγούν στην ανάγκη μιας πρότασης αναδιοργάνωσης της Ευρώπης.
Δ.Χ.: Η Ευρώπη είναι εμφατικά απούσα από τη συζήτηση αυτή για την πολιτική ρύθμιση των νέων προβλημάτων της εποχής της παγκοσμιοποίησης, διότι απλώς δεν έχει τι να πει. Βιάστηκε στο όνομα της πρόσδεσής της με τις στρατηγικές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα να φτιάξει νόμισμα, χωρίς προηγουμένως να έχουν σφυρηλατηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις οικοδόμησης αλληλεγγύης ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη. Τα έθνη φτιάχνουν νόμισμα, δεν φτιάχνει το νόμισμα έθνη. Έτσι λοιπόν, στην πρώτη δυσκολία –και μάλιστα σκληρή δυσκολία όπως η συγκυρία που ζούμε– τα ευρωπαϊκά έθνη επιστρέφουν στις δικές τους αφηγήσεις, αναβιώνουν τα οικεία στερεότυπα όλων έναντι όλων, και αναβιώνουν οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί. Η Ε.Ε. θέλησε μια νομισματική ένωση χωρίς ικανές προϋποθέσεις πολιτικής ένωσης και φυσικά η νεοφιλελεύθερη βιασύνη, η υπαρξιακή αναμέτρηση με τον χρόνο που ποτέ δεν φτάνει, μας οδήγησε στο αδιέξοδο που ζούμε: στη μετατροπή αυτού που στην αρχή ονομάσαμε κρίση, σε ένα νέο καθεστώς, σε μια νέα ρουτίνα στις ζωές μας. Η κυρίαρχη γραμμή που υπάρχει σήμερα, δηλαδή η μείωση του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας με τους νέους οικονομικούς γίγαντες της υφηλίου, δεν είναι απλώς κοινωνικά οδυνηρή. Είναι πρωτίστως ιστορικά ανεδαφική. Η Ευρώπη δεν μπορεί να «κινεζοποιηθεί» όσο και κάποιοι να το θεωρούν ως τη μόνη λύση. Να σ’ το προχωρήσω: ακόμη κι αν υποθέσουμε, για λόγους οικονομίας της κουβέντας, ότι αυτή είναι η μόνη λύση για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας –που δεν είναι φυσικά–, η λύση αυτή είναι επιεικώς ανιστόρητη. Κανείς δεν είναι μάντης να προβλέψει πού θα βρίσκεται η Ευρώπη σε μια δεκαετία από σήμερα, όπως κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει το 2000 πού θα βρισκόταν σήμερα. Ούτε μπορούμε να πούμε πως η Ευρώπη είναι καταδικασμένη από κάποια μοίρα να μένει ενωμένη. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι όταν η Ευρώπη δεν είναι ενωμένη, γεννάει τη βία και τη διαίρεση. Αυτός είναι ο μπούσουλας για μένα. Απέναντι στο νέο καθεστώς για το οποίο έκανα λόγο, η Αριστερά δεν μπορεί να είναι δύναμη παλινόρθωσης της προ κρίσης Ευρώπης, αλλά δύναμη που θα κομίσει νέες ιδέες δικαιοσύνης και δημοκρατίας ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Αυτό φυσικά θέτει τους «λαούς απέναντι στη Μέρκελ», αλλά μας θέτει και ενώπιον του κρίσιμου πολιτικού διλήμματος «μετά τη Μέρκελ τι;». Εδώ, θα συμφωνήσω πως η Αριστερά θέλει δουλειά πολύ. Πάντως, σήμερα το πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια να βγει μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ με ικανό εκλογικό προβάδισμα την Κυριακή των ευρωεκλογών ώστε τουλάχιστον να καταλάβουν κάποιοι κάποιοι ότι «η υπομονή μας τελείωσε». Διότι αν δεν γίνει αυτό, τότε θα καταλάβουν ότι αντέχουμε κι άλλο. Και αυτό θα συνεχίσει τον μονόδρομο της καταστροφής. Δεν συμφωνείς ότι σήμερα προέχει η ενίσχυση της Αριστεράς;
Α.Λ.: Ναι, η ενίσχυση της Αριστεράς στις Ευρωεκλογές προέχει. Και για έναν άλλο λόγο. Γιατί όσο αποκτά δύναμη η Αριστερά, τόσο ωριμάζει. Απόδειξη το debate των πέντε υποψηφίων στις Βρυξέλλες. Αφενός προσέδωσε στον Τσίπρα το statusενός Ευρωπαίου statesman και έφερε συνολικά την Αριστερά, και όχι μόνο την ελληνική στο κομβικό σημείο των ευρωπαϊκών προβλημάτων. Αφετέρου, η κατεύθυνση της συζήτησης, με τους ηγέτες της Αριστεράς και των Πρασίνων, δημιούργησε έναν άλλο ορίζοντα προσδοκιών. Επομένως ποια πρόταση, ποιο πρόγραμμα, ποιες προτεραιότητες και συμμαχίες για την αλλαγή στην Ευρώπη; Τι θα προτείνετε στο Ευρωκοινοβούλιο ως ομάδα που θα αντιπροσωπεύει την ελληνική Αριστερά σε μερικά φλέγοντα ζητήματα που είναι στο δικό σου πεδίο; Και εδώ θα ήθελα τη συμβολή σου σε δύο ζητήματα που ξέρω πως σε απασχολούν.

1) Μετανάστευση: βρισκόμαστε μάρτυρες καταστροφικής πολιτικής που κάνει τη Μεσόγειο νεκροταφείο ανθρώπων που ζητούν την ελπίδα. Η ευρωπαϊκή κοινωνία εθίζεται στην ωμότητα. Ποια θα πρέπει να είναι μια ευρωπαϊκή μεταναστατευτική πολιτική;
2) Πώς θα αποκρουστεί ο φασισμός από την ευρωπαϊκή ήπειρο; Με την ήπια μορφή της ενσωμάτωσης, την οποία αρχικά είχε επιλέξει ο Φίνι στην Ιταλία και τώρα ακολουθεί η Λεπέν στη Γαλλία, ή με τη μορφή της βίαιης αντιπαράθεσης, όπως στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής; Ο φασισμός έχει γίνει πια μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού, το στρέφει συνολικά προς τα δεξιότερα, ή συμμετέχει ακόμη και στη διακυβέρνηση, όπως στην Ουγγαρία και τη Νορβηγία (και βεβαίως στην Ουκρανία).

Δ.Χ.: Το μεταναστευτικό είναι η συμπύκνωση όλων των δύσκολων ταξικών, εθνικών και δημογραφικών αντιφάσεων των καιρών της παγκοσμιοποίησης. Αριστερή στρατηγική στο μεταναστευτικό σημαίνει κρίσιμες αξιακές αποστάσεις από τη λογική τής με κάθε κόστος ανάσχεσης των μεταναστευτικών ροών που είναι κυρίαρχη σήμερα στην Ευρώπη και οδηγεί στα Φαρμακονήσια, και ταυτόχρονα πολιτικές ενσωμάτωσης ως συμπερίληψης στον λαό για τους ανθρώπους που έχουν μεταφέρει εδώ το κέντρο των βιοτικών τους σχέσεων. Στο δύσκολο ερώτημα «Τι κάνουμε με τους ανθρώπους που έρχονται και δεν έχουν τι να κάνουν περιμένοντας να φύγουν;», η Αριστερά πρέπει να δώσει απαντήσεις συγκεκριμένες και να αποφεύγει τα ευχολόγια. Αλληλεγγύη χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί. Το πρώτο που έχουμε είναι ότι γενικώς στην Ελλάδα πλανάται –αριστερά και δεξιά– ο αστικός μύθος του Δουβλίνου ΙΙ ως αιτία του κακού. Το πρόβλημα –λέω και ξαναλέω– έχει να κάνει με τον χώρο Σένγκεν που επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία μόνο των νόμιμων μεταναστών. Εδώ η Ελλάδα καλείται να κάνει μία ακόμη δύσκολη διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. καθώς δέχεται δυσανάλογα μεγάλες ροές εξαιτίας της θέσης της. Αυτό όμως προϋποθέτει μια μεγάλη προσπάθεια ταυτοποίησης και καταγραφής ενός τμήματος του πληθυσμού, το οποίο θα πρέπει να βγει από τα υπόγεια στα οποία έχει μπει εξαιτίας του Ξένιου Διός. Και έπειτα μια προσπάθεια αναλογικού και δίκαιου καταμερισμού αυτού του πληθυσμού εντός της Ένωσης, το λεγόμενο burden sharing. Ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος, πάντως η σημερινή κατάσταση είναι σίγουρα αδιέξοδη και καταστροφική βάζοντας νερό στον ακροδεξιό μύλο.
Με τον φασισμό δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα. Όσο κυρίως η κατάσταση είναι αυτή που είναι, το ακροδεξιό ευρωπαϊκό κτήνος θα αφυπνίζεται. Αν δεν αλλάξει, όποια μέτρα ανάσχεσης του φασισμού και να λαμβάνουμε στο νομικό πεδίο, πάντα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τη σκοτεινή πλευρά μας. Και η ποινική δίωξη είναι μέσα στο οπλοστάσιο. Αλλά φυσικά δεν είναι πανάκεια. Κακά τα ψέματα: ο φασισμός είναι η σκοτεινή πλευρά της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Ούτε πρωτογονισμός είναι ούτε «υπανάπτυξη» όπως βάλθηκαν να μας πείσουν. Μια χαρά πάει και πήγε με την «ανάπτυξη»… Αν η Ευρώπη δεν στρίψει αριστερά, τότε μπροστά μας δεν έχουμε το όραμα του νεοφιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού που ευαγγελίζονται οι κυβερνώντες, αλλά αυταρχικές εθνικές διακυβερνήσεις οι οποίες ενώ στο επίπεδο της ιδεολογίας θα αναπαράγουν τον οικείο αγοραίο εθνικισμό τους, στο πεδίο της οικονομίας θα είναι πλήρως υποταγμένες στο μοντέλο της συμπίεσης του εργασιακού κόστους στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Ο χειρότερος συνδυασμός δηλαδή. Εκεί νομίζω πως τοποθετείται και ένας σύγχρονος κριτικός αριστερός λόγος στην Ευρώπη: σε μια έντιμη υπέρβαση τόσο της νεοφιλελεύθερης φιλοευρωπαϊκής απολογίας της συναίνεσης όσο και της αντιευρωπαϊκής εθνικιστικής υστερίας της απόρριψης και όχι βέβαια την προτίμηση σε κάποιο από τα δύο. Έτσι νομίζω πως θα βάλουμε τον φασισμό ξανά για ύπνο. Να τελειώνουμε εύκολα με δαύτον δεν το βλέπω. Εσύ τι λες;
Α.Λ.: Έως τώρα η θεσμική συγκρότηση της Ευρώπης βασίστηκε σε μια δυσπιστία προς τη λαϊκή νομιμοποίηση. Επιπροσθέτως δύο δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού έχουν διαποτίσει με αυτή τη συγκεκριμένη φιλοσοφία τους ανθρώπους που δουλεύουν για την ευρωπαϊκή ενοποίηση αλλά και τους θεσμούς που συγκροτούνται. Απέναντί τους όμως δεν έχουν έναν ευρωπαϊκό ομοιογενή δήμο. Ας θυμηθούμε την εμπειρία του αποτυχημένου Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μας έδειξε ότι στον αντίποδα δεν έχεις μόνο τις προοδευτικές δυνάμεις αλλά και τον δεξιό εθνικισμό. Αυτό που αντιμετωπίζει κανείς στην Ευρώπη είναι μια κατακερματισμένη κοινωνία. Την ίδια εικόνα μάς έδειξε και ο πρώτος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών στην Ελλάδα. Η κρίση δεν ομογενοποιεί την κοινωνία πολιτικά αναδιατάσσοντας από τη μια τις λαϊκές και προοδευτικές δυνάμεις της υπέρβασης της κρίσης, και από την άλλη μεριά τους ολίγους υποστηρικτές της πολιτικής λιτότητας και αυταρχισμού. Η κρίση κατακομμάτιασε τις παλιές δυνάμεις, αλλά δεν εκκαθάρισε το έδαφος για την επέλαση των νέων δυνάμεων, για την πρόοδο της Αριστεράς. Σε μια τετραετία κρίσης αναπτύχθηκε μια καινούρια πυκνή βλάστηση πάνω στο έδαφος της κρίσης. Και μέσα στη βλάστηση αυτή ελλοχεύουν κάθε είδους άγρια ζώα, και βεβαίως τα φασιστικά. Πρόκειται για ένα οικοσύστημα της κρίσης το οποίο θα πρέπει να το καταλάβουμε αποφεύγοντας δυϊστικά και απλουστευτικά σχήματα κατηγοριοποίησης. Έως τώρα λέγαμε ότι η κρίση παγιώθηκε σε καθεστώς. Αλλά κάθε καθεστώς δημιουργεί τις δυνάμεις αναπαραγωγής του. Εδώ καλείται η Αριστερά να παρέμβει. Το πρόβλημα της κοινωνικής αλλαγής θα πρέπει να το κατανοήσουμε ως πρόβλημα ανασύνταξης της κοινωνίας. Κι εδώ χρειάζεται μια θεωρητική και πολιτική ευρυχωρία που μπορεί να δεξιωθεί το σύνθετο και την πολυπλοκότητα. 
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


ΧΡΟΝΟΣ 13 (05.2014)

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΕΛΛΑ ΝΙΩΤΗ :Το ιστορικό πλαίσιο και οι κοινωνικές πρακτικές της σύγκρουσης ανάμεσα στην «Δεξιά» και την «Αριστερά»: Κοινωνιολογικές και Εγκληματολογικές προσεγγίσεις της ρητορικής του διχασμού /αναδημοσίευση απο το crimevssocialcontrol

Το ιστορικό πλαίσιο και οι κοινωνικές πρακτικές της σύγκρουσης ανάμεσα στην «Δεξιά» και την «Αριστερά»: Κοινωνιολογικές και Εγκληματολογικές προσεγγίσεις της ρητορικής του διχασμού



Η εξέταση ενός ιστορικού γεγονότος ή ενός ευρύτερου ιστορικού πλαισίου, οι συνέπειες του οποίου εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, από τις διαστάσεις του παρελθόντος και του παρόντος, έχει πάντα να προσφέρει στην κατανόηση των διαδικασιών της κατασκευής και της αναπαραγωγής του (1). Εκείνο που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση είναι η κατανόηση του σκοπού που εξυπηρετεί η συχνή αναφορά στο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο του εμφυλιοπολεμικού διχασμού και οι επιδράσεις του στις σύγχρονες πρακτικές του στιγματισμού πολιτικών απόψεων που έχουν ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό των πολιτών. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η συγκριτική προσέγγιση αυτών των πρακτικών σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους, τη μεταπολεμική και τη μεταπολιτευτική, οι οποίες θεωρούνται «εξαιρετικές» γιατί αφορούν στις συνέπειες μιας πολεμικής αναμέτρησης, και συγκεκριμένα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου που τον ακολούθησε, καθώς και της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης που επέφεραν οι πολιτικές των μνημονίων «συνεργασίας».  
Στο πλαίσιο αυτό ο Εμφύλιος πόλεμος, από την άποψη ενός ευρύτερου ιστορικού πλαισίου στο οποίο περιλαμβάνονται οι διαδικασίες ειρήνευσης και ομαλοποίησης της πολιτικής ζωής, που αποτυπώθηκαν στη  Συμφωνία της Βάρκιζας, αντιμετωπίζεται, ως αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης, από την οποία επιχειρήθηκε η ανάδειξη του μεταπολεμικού συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων. Το ζητούμενο αυτής της σύγκρουσης ήταν η  ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με την ηγεμονία της Δεξιάς, και ο πολιτικός αποκλεισμός των οργανώσεων της Αριστεράς, που είχε αποτέλεσμα τις  διώξεις αριστερών πολιτών. Το παραπάνω ιστορικό πλαίσιο εξετάζεται ως παράδειγμα, γιατί συμβάλλει στην κατανόηση της σύγκρουσης, καθώς και της συνολικότερης λειτουργίας των μηχανισμών του πολιτικού αποκλεισμού που καθορίζουν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, ακόμα και σήμερα, τις σχέσεις ανάμεσα στις παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς.
Η κατανόηση του εμφυλιοπολεμικού πλαισίου και της συμβολής του στις διαδικασίες ανασυγκρότησης του μεταπολεμικού πολιτικού συστήματος δεν περιορίζεται στην ιστορική αφήγηση και, κατά συνέπεια, δεν ακολουθεί αποκλειστικά την ιστορική μέθοδο και την ανάλυση περιεχομένου των ιστορικών και βιβλιογραφικών πηγών. Στην προκειμένη περίπτωση η ανάγνωση της ιστορίας δανείζεται επιχειρήματα και έννοιες από την κοινωνιολογία και την εγκληματολογία, προκειμένου να κατανοήσει τη ρητορική του διχασμού που κατασκεύασε το αριστερό «μειονέκτημα» (2), καθώς και τις πρακτικές του διαχωρισμού των πολιτών και του πολιτικού και κοινωνικού αποκλεισμού που ασκήθηκαν σε βάρος των «αντιφρονούντων», για να φωτίσει το πλαίσιο της σύγκρουσης ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς και της Αριστεράς, στη διάρκεια των τελευταίων εξήντα και πλέον ετών που μεσολάβησαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
1. Οι αφετηρίες του μεταπολεμικού πολιτικού πλαισίου
Σε αντίθεση με ότι συνέβη στις περισσότερες χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης που γνώρισαν την ιταλική και γερμανική κατοχή, και όπου η απελευθέρωση σήμανε την ειρήνευση και οδήγησε στην οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότησή τους, στην Ελλάδα η αποχώρηση των Γερμανών άνοιξε ένα νέο κύκλο αίματος ανάμεσα στις δυνάμεις του παλαιού πολιτικού συστήματος και την Αριστερά (3). Κατά την έννοια αυτή η περίπτωση της Ελλάδας αποτέλεσε μια εξαίρεση στην οποία συνέβαλαν εξωτερικοί και εσωτερικοί πολιτικοί παράγοντες. Στην αφήγηση της ελληνικής εξαίρεσης το «πέρασμα» στην ειρήνευση υπήρξε προϋπόθεση μιας νέας αναμέτρησης, αυτή τη φορά ανάμεσα στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ- που συνέβαλε με τις αντάρτικες ομάδες και τον τακτικό στρατό στην απελευθέρωση της χώρας-, τις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Άγγλους συμμάχους, από την οποία θα αναδεικνυόταν ο τελικός νικητής, ο οποίος θα αναλάμβανε και την ευθύνη της ανασυγκρότησης του πολιτικού συστήματος.
Στο παραπάνω πλαίσιο, το Δεκέμβριο του 1944, η Αθήνα μεταβλήθηκε σε ένα πραγματικό και συμβολικό πεδίο μάχης ανάμεσα στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ- που διεκδικούσε να έχει λόγο στις μεταπολεμικές εξελίξεις-, και τη συμμαχία μεταξύ των Άγγλων και των κυβερνητικών δυνάμεων, που μάχονταν για την αναπαραγωγή του συσχετισμού δυνάμεων, ο οποίος, επιπροσθέτως, θα εξυπηρετούσε και τα σχέδια των συμμαχικών δυνάμεων της εποχής, των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και της ΕΣΣΔ για τον διαχωρισμό των σφαιρών επιρροής (4). Έτσι, στην πρώτη περίπτωση, η απελευθέρωση της Αθήνας και στη δεύτερη η αποτροπή εισόδου του ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα πόλη άνοιξαν το νέο γύρο αίματος. Από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Άγγλους συμμάχους η στρατιωτική ήττα του ΕΛΑΣ αντιμετωπίστηκε σε πολιτική- ιδεολογική βάση και αποσκοπούσε στην αφαίρεση του πολιτικού πλεονεκτήματος που απέκτησαν οι εαμικές και, ευρύτερα, οι αριστερές δυνάμεις από τη συμμετοχή τους στην Εθνική Αντίσταση και την απελευθέρωση της χώρας. Στην πραγματικότητα το πολιτικό πλεονέκτημα αφορούσε στη σχέση ταύτισης της Αριστεράς με την υλική και φαντασιακή- ιδεολογική υπόσταση του έθνους (5), το οποίο απομείωνε τη σημασία της de facto μονοπώλησής του από τις δυνάμεις του συστήματος και, κυρίως, τη Δεξιά. Στην ίδια κατεύθυνση η υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν αφορούσε πλέον αποκλειστικά στις «εθνικόφρονες» δυνάμεις και γινόταν, εξίσου ή και περισσότερο, υπόθεση της Αριστεράς. Εν προκειμένω η διάσταση ανάμεσα στην εθνική δράση του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ και τη στάση των κυβερνητικών δυνάμεων, εκπρόσωποι των οποίων συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές, άφησε πολλαπλά εκτεθειμένη τη Δεξιά, ακόμα και στους οπαδούς της, πολλοί εκ των οποίων εντάχθηκαν και πολέμησαν με το ΕΑΜ- ΕΛΑΣ (6).
Σε αυτές τις συνθήκες η αντιστροφή του πολιτικού πλεονεκτήματος εξυπηρετούσε τους στόχους της ηθικής- ιδεολογικής αποκατάστασης και της πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας της Δεξιάς, μέσω της ανάκτησης της σχέσης ταύτισης με το έθνος. Στο ίδιο πλαίσιο ο υπαρκτός ή φαντασιακός κίνδυνος του κομμουνισμού, με τον οποίο επιχειρήθηκε να ταυτιστεί η δράση του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, και των μεταπολεμικών αριστερών δυνάμεων θεωρήθηκε ως ο μεγαλύτερος εσωτερικός εχθρός για την καταπολέμηση του οποίου το ΚΚΕ οδηγήθηκε στην παρανομία και επιβλήθηκαν σε βάρος των αριστερών πολιτών ποινικά, πολιτικά και διοικητικά μέτρα, που είχαν στόχο την ηθική- κοινωνική και πολιτική εξόντωσή τους. Οι παραπάνω στοχεύσεις εκφράστηκαν στις διαπραγματεύσεις και το περιεχόμενο της Συμφωνίας της Βάρκιζας που υπογράφτηκε στις 12.02.1945.
2. Τα διακυβεύματα και το πλαίσιο της Συμφωνίας της Βάρκιζας
Η αντίθεση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά καθόρισε τις διεκδικήσεις και τα διακυβεύματα που τέθηκαν αναφορικά με την κατεύθυνση και τις διαδικασίες ανασυγκρότησης του πολιτικού συστήματος.
Η παράταξη της Δεξιάς εξαρχής επεδίωξε τη μεγιστοποίηση της σημασίας που είχε η στρατιωτική ήττα του ΕΛΑΣ στην Αθήνα και απαίτησε την αποστράτευσή του, με σκοπό να περιοριστεί η επιρροή του στην επαρχία, τη συγκρότηση εθνικού στρατού- ο οποίος θα βοηθούσε στην ανασύνταξη των εθνικοφρόνων δυνάμεων-, και την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των νικητών στη νέα περίοδο. Κατά συνέπεια, οι δυνάμεις της Δεξιάς επεδίωξαν εξ αρχής τον περιορισμό της επιρροής που απέκτησε η Αριστερά, μέσω της απονομιμοποίησης των αριστερών οργανώσεων και εντύπων. Η δε αποτροπή της νομιμοποίησης του ΚΚΕ υπήρξε αποτέλεσμα μιας ευρύτερης συμφωνίας ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς και του Κέντρου, αλλά και τους Βρετανούς και Αμερικανούς επικυρίαρχους, που, σε ένα μεγάλο βαθμό, κατηύθυναν τις μεταπολεμικές εξελίξεις. Ο Γ. Παπανδρέου, μάλιστα, εκ των ηγετών της παράταξης του Κέντρου, υποστήριξε ότι «η αναγνώριση του ΚΚΕ ως νομίμου πολιτικού κόμματος σημαίνει την συνθηκολόγηση του έθνους» (7).
Στην αντίθετη κατεύθυνση, οι δυνάμεις της Αριστεράς, από τη θέση, πλέον, του ηττημένου, προέβαλαν τα αιτήματα της εκκαθάρισης του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία που λειτουργούσαν ανεξέλεγκτα και την τιμωρία των πολιτικά υπευθύνων, της προστασίας των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών, της άρσης του στρατιωτικού νόμου, της κατάργησης των ανελεύθερων νομοθετημάτων και της νομιμοποίησης του ΚΚΕ και των εαμικών οργανώσεων.
Η συμφωνία των «εθνικών» πολιτικών δυνάμεων και των άγγλων συμμάχων τους με τις εαμικές οργανώσεις κατέληξε σε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο, στο οποίο διασφαλιζόταν, καταρχήν, η προστασία των πολιτικών και των ατομικών ελευθεριών καθώς και η ελεύθερη έκφραση του φρονήματος, η άρση του στρατιωτικού νόμου που επεβλήθη από τους άγγλους προκειμένου να αναχαιτιστεί η είσοδος και επικράτηση του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, η αποστράτευση των ενόπλων τμημάτων της Αριστεράς και του ΕΛΑΣ, η απόλυση των ομήρων του πολέμου και η αμνήστευση των πολιτικών κρατουμένων, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αφορούσαν σε αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας. Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή επέτρεψε τη σύζευξη της πολιτικής πρακτικής με την ποινική μεταχείριση και οδήγησε στην ποινικοποίηση της Αριστεράς και τη δίωξη των αριστερών για τη δράση τους.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας συνάντησε ισχυρές αντιστάσεις από μέλη και στελέχη της Αριστεράς, γιατί δεν διασφάλιζε την ειρήνευση και το πέρασμα στην μεταπολεμική ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής. Ο Τ. Βουρνάς θα υποστηρίξει σχετικά ότι «το κίνημα της εθνικής αντίστασης παραδινόταν χωρίς όρους στη διάθεση του αντιπάλου και οι νικητές του πολέμου έγιναν οι ηττημένοι της περιόδου της νίκης» (8).
3. Τα αποτελέσματα της Συμφωνίας της Βάρκιζας και οι πρακτικές ανάκτησης της πολιτικής ηγεμονίας στο μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα  
Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, και περισσότερο ο τρόπος που εφαρμόστηκε, απέτυχε να οδηγήσει στην ειρήνευση και την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής με την αποκατάσταση της ενότητας του κράτους και τη συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η Συμφωνία αυτή αποτέλεσε ένα προκάλυμμα προκειμένου να ανασυνταχθεί και να δράσει απροκάλυπτα το δεξιό κράτος, υποβοηθούμενο από το παράλληλο θεσμικό πλαίσιο του παρασυντάγματος και τους μηχανισμούς του παρακράτους. Έτσι οι μαχητές του ΕΛΑΣ και τα πολιτικά στελέχη του ΕΑΜ περιθωριοποιήθηκαν και διώχθηκαν. Σε αυτό το πλαίσιο ο εμφύλιος πόλεμος έμοιαζε αναπότρεπτος, αφού έπρεπε να ανακαθοριστούν οι συσχετισμοί δυνάμεων από τους οποίους θα αναδεικνυόταν ο τελικός νικητής, που θα έπαιρνε ως λάφυρο το κράτος και τους θεσμούς του.
Στο επίπεδο των πρακτικών η ανάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας της Δεξιάς επιχειρήθηκε με τον απόλυτο έλεγχο του πολιτικού συστήματος. Ειδικότερα, ο έλεγχος αυτός αφορούσε στο εκλογικό σύστημα, στο πλαίσιο του στιγματισμού και της ποινικής μεταχείρισης των αντιφρονούντων και στη δράση των παρακρατικών μηχανισμών και οργανώσεων.  
Ι) Τα εκλογικά πλειοψηφικά συστήματα
Η προτίμηση και συμφωνία των παρατάξεων της Δεξιάς και του Κέντρου σε πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα αφενός συνέβαλε στη συσπείρωση των δυνάμεών τους σε ενιαίες πολιτικές και οργανωτικές δομές και αφετέρου εξυπηρέτησε την ανάγκη ελέγχου και περιορισμού της πολιτικής επιρροής της Αριστεράς. Επιπλέον, η κατευθυνόμενη πριμοδότηση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων συνέβαλε στην διασφάλιση ενός συστήματος κυβερνητικής εναλλαγής που δεν θα έθιγε τους πολιτικούς και εθνικούς στόχους (9).
Από τις διαδικασίες της κυβερνητικής εναλλαγής εξαιρέθηκε η Αριστερά και η εκπροσώπηση των δυνάμεών της περιορίστηκε ποσοτικά. Ο κανόνας της εκλογικής εξαίρεσης της Αριστεράς «παραβιάστηκε», στις εθνικές εκλογές του 1958, από την πολιτική πραγματικότητα που διαμόρφωσαν η παρατεταμένη οικονομική ύφεση, η αυξημένη ανεργία, η φτώχεια του πληθυσμού και η αυταρχική διοίκηση. Στις εκλογές αυτές η ΕΔΑ ήλθε δεύτερο κόμμα. Η ανάδειξη της ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντιμετωπίστηκε ως εξαίρεση εναντίον της οποίας κινητοποιήθηκαν οι μηχανισμοί του στιγματισμού (2) και της δίωξης των μελών και των στελεχών της. Το πρόσχημα που προβλήθηκε, προκειμένου να τύχουν κοινωνικής δικαιολόγησης οι διώξεις των αριστερών, ήταν ότι στις γραμμές της ΕΔΑ φιλοξενούνταν στελέχη του παράνομου ΚΚΕ (10), και, επομένως, αποτελούσε και αυτή εθνικό κίνδυνο.
Εν κατακλείδι, η εκλογική «μεταχείριση» της ΕΔΑ αποτέλεσε συνισταμένη ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων που αφορούσαν στον περιορισμό της πολιτικής και, κυρίως, της ηθικής- πολιτισμικής επιρροής της, με στόχο την απομάκρυνση του κινδύνου της επικράτησης και της ανάληψης της εξουσίας.
ΙΙ) Το πλαίσιο του στιγματισμού και της ποινικής μεταχείρισης των αριστερών
Το ειδικότερο πλαίσιο του στιγματισμού και της ποινικοποίησης της δράσης των μελών και των στελεχών της Αριστεράς αποτελεί συνέπεια του διαχωρισμού των πολιτών σε «εθνικόφρονες» και «αντιφρονούντες». Έτσι, η κατάληψη της εξουσίας από τα «εθνικόφρονα» κόμματα της Δεξιάς και του Κέντρου θεωρήθηκε περίπου αυτοδίκαιη, αφού συνδέθηκε με την υπόσταση του έθνους και τους στόχους της καπιταλιστικής οικονομίας, η υλοποίηση των οποίων προϋποθέτει ακόμα και σήμερα την εθνική επικράτεια, έστω και υπό περιορισμό (11). 
Η ταύτιση των παρατάξεων της Δεξιάς και του Κέντρου με την υπόσταση του έθνους (5) επιχείρησε να αφαιρέσει το σχετικό πολιτικό πλεονέκτημα από την Αριστερά, ανοίγοντας, παράλληλα, το δρόμο στο στιγματισμό των αριστερών πολιτών (2). Το «στίγμα» του αριστερού συνδέθηκε με τον κίνδυνο επικράτησης του κομμουνισμού, δηλαδή αφορούσε σε μια αρνητική ταυτότητα. Η ταύτιση του αριστερού με τον κίνδυνο ανατροπής του κοινωνικού συστήματος- το οποίο, σε ένα άρρητο επίπεδο, ταυτίζεται με το έθνος-, εξυπηρέτησε τις ανάγκες μιας «εθνικής» συσπείρωσης, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, στη βάση της οποίας βρισκόταν η πολιτική και πολιτισμική απομείωση του ρόλου της Αριστεράς και η περιθωριοποίησή της.
Στην πραγματικότητα η διαδικασία στιγματισμού της Αριστεράς αφορούσε στην εγκατάσταση ενός καθεστώτος διπλού, πολιτικού και κοινωνικού αποκλεισμού που εξηγούσε και δικαιολογούσε τη διαφορετική μεταχείριση γενικότερα των «αντιφρονούντων» και ειδικότερα των αριστερών. Εν κατακλείδι ο στιγματισμός της Αριστεράς άνοιξε το δρόμο στην ποινικοποίηση των πολιτικών πεποιθήσεων και της πολιτικής δράσης των αριστερών πολιτών, που στο πλαίσιο του ποινικού νόμου αντιμετωπίστηκαν ως επικίνδυνοι (12). Η επικινδυνότητα αφορούσε στις πεποιθήσεις και την πολιτική δράση τους, η οποία αποσκοπούσε στην ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος και την εγκατάσταση ενός άλλου καθεστώτος (του κομμουνισμού), το οποίο, επιπροσθέτως, θεωρούνταν απειλή για το (καπιταλιστικό) έθνος. Ο βαθμός επικινδυνότητας δικαιολογούσε, επίσης, την αυστηρότητα της ποινικής μεταχείρισης που στόχευε είτε στην εξόντωση, μέσω της εκτέλεσης, είτε στην τιμωρία, μέσω της φυλάκισης, είτε στην απομόνωση, μέσω της διοικητικής εκτόπισης (7, 8).   
 
ΙΙΙ) Η δράση των παρακρατικών οργανώσεων
Το αυταρχικό κράτος, που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά, στηρίχθηκε στην κατασταλτική δράση των μηχανισμών του επίσημου και ανεπίσημου κοινωνικού ελέγχου (13), που ανέλαβαν το καθήκον της επιτήρησης και της τρομοκράτησης των αντιφρονούντων, με σκοπό την ηθική, κυρίως, εξόντωση των οπαδών, των μελών και των στελεχών της Αριστεράς, και τον εκφοβισμό της κοινωνίας.
Ειδικότερα, η δράση των μηχανισμών του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, της δικαιοσύνης και της αστυνομίας, αφορούσε στη θυματοποίηση των αντιφρονούντων και δη των αριστερών πολιτών που είχαν χαρακτηριστεί ως εθνικά επικίνδυνοι. Μέσω της θυματοποίησης επιδιώκετο η «εγκατάσταση» του στίγματος που συνέδεε την αρνητική ταυτότητα του αριστερού με τις πεποιθήσεις και τη δράση του. Το καθήκον αυτό απαίτησε έναν πολυπρόσωπο μηχανισμό, ο οποίος αντλήθηκε από τους «εθελοντές» συνεργάτες των επίσημων μηχανισμών καταστολής και των εκπροσώπων τους (14).
Η δράση ενός παράλληλου και αυτόνομου, ως προς τη συγκρότηση, τις διαδικασίες και τις πρακτικές του, μηχανισμού καταστολής, που ήταν δομημένος σε παρακρατικές οργανώσεις, διευκόλυνε το έργο της «επιτήρησης» και της «τιμωρίας», με τη χρήση «τεχνικών» και «μεθόδων» που δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος της Συμφωνίας της Βάρκιζας, γιατί δεν θα γίνονταν αποδεκτές τόσο από τον επίσημο κρατικό μηχανισμό και τους εκπροσώπους του, τουλάχιστον στο επίπεδο των ρηματικών ανακοινώσεων, όσο και από το αριστερό και, ευρύτερα, δημοκρατικό ακροατήριο.
Κύριες δράσεις των παρακρατικών οργανώσεων, σε όλο το διάστημα από το 1945 έως το 1967, οπότε η επιβολή της δικτατορίας ανέστειλε τις πολιτικές ελευθερίες και, ως εκ τούτου, απαγόρευσε την ελεύθερη έκφραση της γνώμης και του φρονήματος, ήταν η στενή παρακολούθηση των αντιφρονούντων, ιδιαιτέρως, των αριστερών, και η παροχή σχετικών πληροφοριών στους επίσημους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου, η διάλυση των πολιτικών και κοινωνικών συγκεντρώσεων με την οργάνωση αντισυγκεντρώσεων και οι σωματικές επιθέσεις, μέχρι σημείου φυσικής εξόντωσης των θυμάτων (15). Η επιλογή αυτών των μεθόδων μπορεί να εξηγήσει τη στρατολόγηση «εθελοντών» από το κοινωνικό περιθώριο, ανάμεσα στο οποίο περιλαμβάνονταν και εγκληματικές αφηγήσεις ζωής, με αντάλλαγμα είτε το ακαταδίωκτο της προηγούμενης εγκληματικής δράσης είτε μια «νομιμοφανή» λειτουργία στις παρυφές της κοινωνίας, ώστε να γίνεται ανεκτή από τους διωκτικούς μηχανισμούς, η οποία, συνήθως, αφορούσε σε δραστηριότητες της παράλληλης ή και της παράνομης οικονομίας (16).
Η δράση των παρακρατικών οργανώσεων διευκόλυνε την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος στη μεταπολεμική περίοδο, υπό την ηγεμονία των πολιτικών δυνάμεων του παλιού πολιτικού συστήματος, γιατί μετέθεσε το πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης από το αίτημα της ειρήνευσης και της πολιτικής ομαλοποίησης σε εκείνο της αντιπαράθεσης ανάμεσα σε ένα κοινωνικό και ένα πολιτικό περιθώριο, η κατασκευή του οποίου εξυπηρετούσε την αναπαραγωγή του συσχετισμού δυνάμεων.
4) Το πλαίσιο της σύγκρουσης ανάμεσα στην Δεξιά και την Αριστερά από τη μεταπολίτευση έως σήμερα
Στη μεταπολιτευτική περίοδο και αυτή που ακολουθεί με την ένταξη της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης, η σύγκρουση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά κυριαρχείται από τον ίδιο στόχο, τον περιορισμό της επιρροής της Αριστεράς, ώστε να μην ανατραπούν οι συσχετισμοί δυνάμεων και το σύστημα εναλλαγής των δεξιών και κεντρώων κομμάτων στην εξουσία. Μπορεί, λοιπόν, στο διάστημα που μεσολάβησε, να μεταβλήθηκε το περιεχόμενο της σύγκρουσης ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, αλλά διατηρήθηκαν οι βασικοί πυλώνες της, το εκλογικό σύστημα και η δράση των παρακρατικών οργανώσεων, όπως επίσης και οι πρακτικές του στιγματισμού των αριστερών ιδεών και πολιτικών. 
Α) Το εκλογικό σύστημα
Η ένταξη στοιχείων απλής αναλογικής στα μεταπολιτευτικά εκλογικά συστήματα, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα, είχε σκοπό την συμπερίληψη και την συνευθύνη της Αριστεράς με τη συμμετοχή της στη διακυβέρνηση της χώρας, είτε μέσω της «αξιοποίησης» στελεχών της σε θέσεις του κρατικού μηχανισμού είτε μέσω της συγκρότησης κυβερνήσεων συνεργασίας (17). Ωστόσο τα χαρακτηριστικά των κυβερνήσεων στα οποία συμμετείχαν πολιτικά κόμματα της Αριστεράς- όπως συνέβη την περίοδο 1989- 1990 με τη συμμετοχή του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ στην «κυβέρνηση Τζανετάκη» και, ακολούθως, την οικουμενική, αλλά και το 2012 με τη συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση «εθνικού σκοπού»- αποτελούν εξαιρέσεις που συνδέονται με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπών και στόχων, οι οποίοι προϋποθέτουν ευρύτερες «συναινέσεις» και προσβλέπουν στον περιορισμό της κοινωνικής αντίδρασης με την περαιτέρω απομείωση του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, το οποίο εξακολουθεί να αφορά στον ενεργό ρόλο της στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες.
Γενικότερα, σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, τα κόμματα εξουσίας, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, πέτυχαν να περιορίσουν την εκλογική επιρροή της Αριστεράς σε ποσοστά που, συνολικά, δεν υπερέβησαν το 10- 15%. Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτέλεσαν οι περίοδοι 1989- 1990 και 2012 έως σήμερα, στις οποίες το άθροισμα των αριστερών κομμάτων υπερέβαινε το 20%.
Ωστόσο, στους παράγοντες που ευθύνονται για τον περιορισμό της πολιτικής και εκλογικής επιρροής της Αριστεράς θα πρέπει να περιληφθούν και εσωγενείς αδυναμίες, που, κυρίως, αφορούν στην πολυδιάσπαση των δυνάμεών της, εξαιτίας των διαφορετικών προσεγγίσεων και των αποκλίσεων που δημιουργήθηκαν στους στρατηγικούς στόχους και την προοπτική των αριστερών οργανώσεων. Οι αδυναμίες αυτές προσέθεσαν ένα επιπλέον πεδίο σύγκρουσης, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον περαιτέρω περιορισμό του ρόλου και του εκλογικού μεγέθους της Αριστεράς στη νέα περίοδο.
Μετά την ένταξη της χώρας στον Μηχανισμό Στήριξης και, κυρίως, τις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων που περιλαμβάνονται στα μνημόνια «συνεργασίας», η εκλογική επιρροή της Αριστεράς παρουσιάζει σημαντική διεύρυνση, η οποία εκφράστηκε με την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στις εθνικές εκλογές του 2012. Η δε προοπτική ανάδειξής της στην εξουσία δημιουργεί ένα καινούργιο πεδίο σύγκρουσης με τη Δεξιά, όσο και με τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα που αθροίζονται στην κυβέρνηση «εθνικού σκοπού», το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το εκλογικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι τέθηκε, κυρίως από τη ΔΗΜΑΡ, το ζήτημα καθιέρωσης της απλής αναλογικής, με το επιχείρημα ότι αποτελεί πάγιο αίτημα της Αριστεράς.
Στην προκειμένη περίπτωση η απλή αναλογική αποτελεί το πρόσχημα, μέσω του οποίου προσδοκάται η διάχυση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και η διασπορά της ψήφου σε περισσότερα κόμματα, γεγονός που από τη μια θα δυσχεράνει την ανάδειξη της Αριστεράς στην εξουσία και από την άλλη θα δημιουργήσει νέες προοπτικές συσπείρωσης πολιτικά συγγενών ιδεών σε ενιαίες οργανωτικές δομές, από τις οποίες θα προκύψουν νέες ισχυρές κυβερνήσεις που θα αναδειχθούν από πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα.  
Β) Το πλαίσιο του στιγματισμού και της ενοχοποίησης της Αριστεράς
Στη διάρκεια της μεταπολίτευσης ο στιγματισμός της Αριστεράς, των μελών και των στελεχών της παραμένει ισχυρός και τροφοδοτεί τη συλλογική συνείδηση με τις αναπαραστάσεις μιας αρνητικής ταυτότητας. Ωστόσο τα αρνητικά στοιχεία αυτής της ταυτότητας μεταβάλλονται και προσλαμβάνουν περισσότερο πολιτισμικά παρά πολιτικά χαρακτηριστικά. Στα χαρακτηριστικά αυτά εντάσσεται και ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας και της σημασίας του εθνικού κινδύνου, ο οποίος, μετά την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, δεν αφορά πλέον στην ανατροπή του κοινωνικοοικονομικού οικοδομήματος και την κατάλυση των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων και διαδικασιών, αλλά στην υπεράσπιση της εθνικής υπόστασης, στο περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, όπου οι ανάγκες της κινητικότητας του κεφαλαίου περιορίζουν τα όρια και τη σημασία της εθνικής επικράτειας (11, 18).
Στο παραπάνω πλαίσιο ο στιγματισμός των ιδιαίτερων πολιτικών εκφράσεων της Αριστεράς, καθώς και της δράσης των μελών και των στελεχών της, αφορά περισσότερο σε μια διαδικασία ενοχοποίησης θέσεων και στάσεων που δεν οδηγεί πάντα στην ποινικοποίηση και τη δίωξη, αλλά διασπείρεται στο κοινωνικό σώμα για να τροφοδοτήσει την αντίδρασή του, που κυμαίνεται από την απαξίωση έως τον φόβο της κοινωνικής ανισορροπίας και της εκτροπής. Αυτό γίνεται εμφανέστερο μετά την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού.  
Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού χρέωσε την Αριστερά με μια μεγάλη ήττα στρατηγικής και πολιτικής, με αποτέλεσμα αυτή να εκτεθεί ακόμα περισσότερο σε πρακτικές πολιτικού περιορισμού. Παράλληλα η μονοκρατορία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού- στον οποίο κυριάρχησε η ιδιωτικότητα και η ατομική ευθύνη- ισχυροποίησε τη σημασία της ισορροπίας του συστήματος και από αυτήν την άποψη οι συνέπειες του στιγματισμού εμφανίζονται μεγαλύτερες και διαρκέστερες, εφόσον συνεπάγονται την περαιτέρω ηθική απομείωση των αριστερών ιδεών και των φορέων τους. Στο πλαίσιο αυτό η επικινδυνότητα αντιμετωπίζεται, πλέον, αυστηρά στην εγκληματολογική της διάσταση και συνδέεται με την αντικοινωνική συμπεριφορά και δράση που οδηγεί στην ποινική καταδίκη και τον εγκλεισμό (12, 13). Η σχέση επικινδυνότητας και εγκληματικότητας, καθώς και η συνταύτισή τους με τις πολιτικές αντιλήψεις και επιλογές, κυρίως, του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζεται από ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών λιτότητας, στο οποίο περιλαμβάνονται η μείωση των εισοδημάτων, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Στην πραγματικότητα ο λόγος  του πολιτικού αυταρχισμού και οι πρακτικές της επιτήρησης και της τιμωρίας επικρατούν και προτάσσονται εκείνων της αναδιανομής και της κοινωνικής ένταξης ή επανένταξης των χαμηλών, κυρίως, κοινωνικών στρωμάτων.
Στο σύγχρονο πλαίσιο, το εγχείρημα της «εγκληματοποίησης» των πολιτικών επιλογών και εκφράσεων της Αριστεράς εξελίσσεται σε ένα διευρυμένο πεδίο, στο οποίο συμμετέχουν το κράτος και οι θεσμοί του, καθώς και τα mas media, τα οποία, από τη θέση του διαμορφωτή γνώμης, έχουν αναλάβει τη διαχείριση της «ποινικής» εικόνας της Αριστεράς, με σκοπό τον περαιτέρω περιορισμό της επιρροής της. Ο ειδικότερος ρόλος των media αφορά στην ανα- κατασκευή της εικόνας του επικίνδυνου αριστερού, στην οποία το πρόσωπο «προεξέχει» των ιδεών και του πολιτικού φορέα που εκπροσωπεί. Η μεσολάβηση των media στην κατασκευή του επικίνδυνου αριστερού προβάλλει ένα ισχυρό μήνυμα αποτροπής- και ντροπής, που συνδέεται με ακραίες και εν ολίγοις εγκληματικές συμπεριφορές-, με αποδέκτη το κοινωνικό- εκλογικό σώμα. Επομένως, στο σύγχρονο πλαίσιο, η επικινδυνότητα του αριστερού έχει διαφύγει από τη σχέση ανάμεσα στο κράτος, το πολιτικό σύστημα και τον πολίτη για να περιοριστεί σ’ εκείνη ανάμεσα στους μηχανισμούς του άτυπου και του επίσημου κοινωνικού ελέγχου και τα μέλη και στελέχη αριστερών οργανώσεων που θεωρήθηκαν ύποπτα για τις πολιτικές θέσεις και απόψεις τους (13).
Ωστόσο, στις δύο περιόδους που εξετάζονται, τη μεταπολεμική και τη μεταπολιτευτική, ο διαχωρισμός των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων παραμένει το κρίσιμο στοιχείο της αναπαραγωγής του συσχετισμού δυνάμεων. Ειδικότερα, στη μεταπολεμική περίοδο αυτός ο διαχωρισμός έχει πολιτικές- ιδεολογικές βάσεις, ενώ στη μεταπολιτευτική περίοδο επικρατούν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Στην ουσία πρόκειται για ένα διαχωρισμό που αφορά στην τήρηση κανόνων (19) και διακρίνει τους πολίτες σε ενσωματωμένους- προσαρμοσμένους και συμμορφωμένους, δηλαδή συντηρητικούς- δεξιούς, και περιθωριακούς- δυσπροσάρμοστους και  παραβατικούς, δηλαδή αριστερούς. Η συνισταμένη της τήρησης των κανόνων αξιολογεί το επίπεδο της πολιτικής κοινωνικοποίησης, δηλαδή της εσωτερίκευσης των βασικών αξιών του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, διαδικασία που στο συγκείμενο της κρίσης δεσμεύει εξίσου τις παρατάξεις της Δεξιάς και της Αριστεράς. Εφόσον αυτή η δέσμευση αφορά στο πλαίσιο του υπάρχοντος πολιτικού σσυτήματος δημιουργεί περιθώρια συγκλίσεων στον πολιτικό λόγο και τις πρακτικές της Δεξιάς και της Αριστεράς. Στην προκειμένη περίπτωση η Αριστερά ελέγχεται για την ικανότητα προσαρμογής της στις συστημικές αξιώσεις, από την οποία θα εξαρτηθεί είτε η ανάδειξή της στην εξουσία είτε η περιθωριοποίησή της.
Γ) Η περίπτωση της «Χρυσής Αυγής»: Ακροδεξιά έκφραση και παρακρατική δράση
Το πνεύμα του εκδημοκρατισμού, που κυριάρχησε με την πτώση της δικτατορίας και το οποίο επέδρασε στην ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος, απέκλεισε τις ακροδεξιές αντιλήψεις και πρακτικές από την οργάνωση και λειτουργία των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών. Η περιθωριοποίηση των ακροδεξιών ιδεών και πρακτικών έγινε ιδιαίτερα εμφανής στην ανασυγκρότηση της Δεξιάς παράταξης που επέλεξε να μην διαφοροποιηθεί από το γενικότερο αίτημα του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας και της πολιτικής. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποστηριχθεί ότι το αποκαλούμενο «κλίμα της μεταπολίτευσης» επέδειξε μεγαλύτερη αποδοχή στις ιδέες της Αριστεράς, οι οποίες, σε ένα μεγάλο βαθμό, επηρέασαν τις δομές και τις αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό η ανασυγκρότηση των ακροδεξιών οργανώσεων αποτέλεσε μια διαδικασία που εξελίχθηκε στο περιθώριο της επίσημης πολιτικής, έξω από τους επίσημους μηχανισμούς του κράτους, παρόλο που στις παρυφές τους διατηρήθηκαν οι μεταξύ τους παράλληλοι δεσμοί. Οι οργανώσεις αυτές αξιοποίησαν τις αδυναμίες και τις παραλείψεις του μεταπολιτευτικού οικοδομήματος για να εδραιώσουν σταδιακά την παρουσία τους στις παρυφές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Και παρά το γεγονός ότι οι πρακτικές τους έχουν πολλά κοινά στοιχεία με τις δραστηριότητες των παρακρατικών οργανώσεων της μεταπολεμικής περιόδου, εν τούτοις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιες.   
Τα στοιχεία που διαφοροποιούν την φυσιογνωμία και τη δράση της «Χρυσής Αυγής», που αποτελεί τη μεγαλύτερη ακροδεξιά οργάνωση, από τις παρακρατικές οργανώσεις της μεταπολεμικής περιόδου μπορούν να εντοπιστούν στην κομματική συγκρότηση, την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, καθώς και τη διαδικασία θυματοποίησης. Η «Χρυσή Αυγή» αποτελεί κόμμα με στρατοκρατική δομή που εισήγαγε την βία στην πολιτική έκφραση και δράση. Η δράση αυτή ασκείται αυτόνομα και όχι παράλληλα προς τους μηχανισμούς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής και πολιτικής εδραίωσης και της κοινοβουλευτικής της εκπροσώπησης. Αντλεί τους στόχους των επιθέσεών της από το πολιτικό σύστημα, στρεφόμενη κατά των οργανώσεων, των στελεχών και των μελών των κομμάτων της Αριστεράς, και τα θύματά της από το κοινωνικό περιθώριο, κυρίως, από τις «μειονότητες» των μεταναστών και των αθιγγάνων. Η αναζήτηση των πολιτικών στόχων και των θυμάτων της από συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα εξυπηρετεί τους στόχους μιας διπλής θυματοποίησης που αφορά στην ανακατασκευή του εσωτερικού εχθρού και την αναζήτηση των ενόχων- υπευθύνων από τους «αντιφρονούντες» και τους «αλλογενείς». Από αυτήν την άποψη η δράση της «Χρυσής Αυγής», που εντοπίζεται, κυρίως, στον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση των πολιτών, γίνεται πιο ισχυρή από εκείνη των παρακρατικών οργανώσεων, αφού η τρομοκράτηση των παραπάνω κοινωνικών κατηγοριών από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα συμβάλλει στην ενίσχυση του αυταρχισμού της εξουσίας και την ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος σε συντηρητική και αυταρχική κατεύθυνση.
5. Επίλογος
Στην εποχή της κρίσης η «ελαστικοποίηση» των πολιτικών ταυτοτήτων και των ορίων που χωρίζουν τους παραδοσιακούς αντιπάλους, τη Δεξιά και την Αριστερά, ανατρέπει το οικοδόμημα της ιδιαιτερότητας που δημιούργησε το πλαίσιο της σύγκρουσης στη μεταπολεμική περίοδο. Το διακύβευμα της νέας περιόδου, που ακολούθησε τη μεταπολίτευση, αφορά πλέον στην πλήρη απομείωση του ηθικού πλεονεκτήματος που διατήρησε η Αριστερά με την ενσωμάτωσή της στο σύστημα διακυβέρνησης.
Στο περιβάλλον της οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, η απομείωση του ηθικού- πολιτισμικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς και η προοδευτική ιδεολογική και πολιτική σύγκλιση με τη Δεξιά εξελίσσεται στο επίπεδο της διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων και της τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που συνάπτονται στο πλαίσιο της μονοκρατορίας του καπιταλισμού. Η συμμετοχή πολιτικών κομμάτων και εκπροσώπων της Αριστεράς στους μηχανισμούς εξουσίας αποδεικνύεται εξίσου καταπιεστική, εφόσον συμπράττει σε πολιτικές που καταργούν το δικαίωμα στην εργασία, μειώνουν το εργατικό εισόδημα, συρρικνώνουν τις κοινωνικές παροχές και περιστέλλουν τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών. Το στοιχείο που κυριαρχεί στις τρέχουσες αντιλήψεις και τις πρακτικές των παρατάξεων της Δεξιάς και Αριστεράς αφορά στην αποδοχή του γενικότερου πλαισίου της παγκοσμιοποίησης, το οποίο διακρίνεται από την «ελεύθερη» και απεριόριστη κινητικότητα του κεφαλαίου και του ανθρώπινου δυναμικού, με την απομείωση του ρόλου του κράτους και των εθνικών πολιτικών.
Μπορεί στο νέο περιβάλλον που δημιούργησε η παγκόσμια οικονομική κρίση και η ανάγκη αντιμετώπισης των συνεπειών της σε εθνικό επίπεδο να επετεύχθη η πολιτική σύγκλιση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, αλλά η σύγκρουση παραμένει βασικό στοιχείο στη μεταξύ τους σχέση. Στις παρούσες συνθήκες η σύγκρουση θεωρείται απόρροια των ανισορροπιών που δημιούργησε στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα η ένταξη της χώρας στον Μηχανισμό Στήριξης. Οι δε ανισορροπίες αφορούν στην ουσιαστική διάλυση του ΠΑΣΟΚ, που μεταπολιτευτικά αποτέλεσε τη συγκροτημένη έκφραση του χώρου του πολιτικού κέντρου και τη μετατόπιση προς αυτό δυνάμεων της Αριστεράς, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ανακτηθεί σε μια νέα βάση και με άλλους συσχετισμούς η ηγεμονία του αριστερού και δημοκρατικού ακροατηρίου, παράλληλα με την κατάθεση μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Το εγχείρημα ανασυγκρότησης του αριστερού και δημοκρατικού ακροατηρίου σε συλλογικό υποκείμενο δημιουργεί αντίστοιχες πολιτικές μετατοπίσεις στην παράταξη της Δεξιάς που επιστρέφει στην πολιτική παράδοσή της προκειμένου να αντλήσει επιχειρήματα και πρακτικές για να ανακατασκευάσει τον «εθνικό» εχθρό και να «αναχαιτίσει» τον αριστερό κίνδυνο. Στο εγχείρημα αυτό συμβάλλει η ενσωμάτωση εθνικιστικών και ακροδεξιών εκφράσεων (λ.χ. Μ. Βορίδης, Θ. Πλεύρης, Χ. Λαζαρίδης, Φ. Κρανιδιώτης κ.α.) στο κυρίαρχο δεξιό μέτωπο, που, στην ουσία, ανασυγκροτεί το κόμμα της «Νέας Δημοκρατίας», αλλά και η διακριτή και συγκροτημένη παρουσία της ακροδεξιάς έκφρασης, μέσω της «Χρυσής Αυγής» (20).   
Οι μετατοπίσεις και οι ανακατατάξεις που εξελίσσονται στο δεξιό και ακροδεξιό «στρατόπεδο» αφορούν σε ιδεολογικές επιλογές, οι οποίες επιχειρούν να επαναφέρουν τη σύγκρουση της Δεξιάς με την Αριστερά στο ηθικό- πολιτισμικό και ιδεολογικό επίπεδο της μεταπολεμικής περιόδου, όπου κυριαρχούσαν οι πρακτικές εξόντωσης ή του πολιτικού αποκλεισμού των αντιφρονούντων. Η επαναφορά αυτή δεν είναι προσχηματική αλλά ουσιαστική, αφού αξιοποιεί την πολιτική και ιδεολογική φθορά, καθώς και την ηθική- πολιτισμική απαξίωση της Αριστεράς. Σε κάθε περίπτωση η επιστροφή της πολιτικής αντιπαράθεσης στο μετεμφυλιακό πλαίσιο και η έμφαση στη ρητορική του διχασμού διευκολύνει την πολιτική πόλωση, στη βάση της οποίας ανατροφοδοτείται και αναζωπυρώνεται η ιδεολογική- πολιτική και ηθική- πολιτισμική σύγκρουση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά και επιχειρείται η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος σε συντηρητική κατεύθυνση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Μπέργκερ, Π. & Λούκμαν, Τ. (2003) Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας, Μετάφραση. Κ. Αθανασίου, Επιμέλεια: Γ. Κουζέλης, Δ. Μακρυνιώτη, Νήσος, Αθήνα
(2) Goffman, E. (2000) Στίγμα, Σημειώσεις για τη διαχείριση της φθαρμένης ταυτότητας, Εισαγωγή- Μετάφραση: Δ. Μακρυνιώτη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα
 (3) Λιναρδάτος Σ. (1977) Από τον εμφύλιο στη χούντα, Τόμος Α΄, 1949- 1952, Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Παπαζήσης, Αθήνα
(4) Μαργαρίτης, Γ. (2009) Γενική Επισκόπηση του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, στο «Εμφύλιος Πόλεμος, 60 χρόνια από τη λήξη του», Ιστορικά, Ελευθεροτυπία, σελ. 9-36
(5) Γουργουρής, Σ. (2007) Έθνος- όνειρο, Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας, Μετάφραση: Α. Κατσίκερος, Κριτική, Αθήνα
(6) Σαμπατακάκης, Θ. (2010) Από τα Δεκεμβριανά, στη Συμφωνία της Βάρκιζας και την προκήρυξη των εκλογών του 1946, Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, σελ. 33- 56
(7) Λιναρδάτος Σ. (1977) Από τον εμφύλιο στη χούντα, Τόμος Α΄, 1949- 1952, Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Παπαζήσης, Αθήνα, σελ. 54-56
(8)  Βουρνάς, T. (2009, 1981) Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, ο Εμφύλιος, Τόμος Δ΄, Πατάκης, σελ. 5
(9) Νικολακόπουλος, Η. (1985) Κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα 1946-1964. Η εκλογική γεωγραφία των πολιτικών δυνάμεων, ΕΚΚΕ, Αθήνα
(10) Λιναρδάτος Σ. (1978) Από τον εμφύλιο στη χούντα, Τόμος Γ΄, 1955- 1961, Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Παπαζήσης, Αθήνα
(11) Hobsbawm, E. (2006) Η εποχή των άκρων, Ο σύντομος 20ος αιώνας 1914- 1991, Μετάφραση: Β. Καπετανγιάννης, Θεμέλιο, Αθήνα.
(12) Αλεξιάδης Στ., Εγχειρίδιο Εγκληματολογίας, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη 1996
(13) Λαμπροπούλου Ε., Κοινωνικός έλεγχος του εγκλήματος, Παπαζήσης, Αθήνα 1994
(14) Λιναρδάτος Σ. (1986) Από τον εμφύλιο στη χούντα, Τόμος Δ΄, 1961- 1964, Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Παπαζήσης, Αθήνα
(15) Βουρνάς, Τ. (2007, 1986) Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, 1967- 1974, Χούντα, Φάκελος της Κύπρου, Τόμος Στ΄, Πατάκης
(16) Σακελλαρόπουλος Θ., Υπερεθνικές Κοινωνικές Πολιτικές την Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Κριτική, Αθήνα 2001
(17) Wallerstein, I. (2011) Σύγκρουση Πολιτισμών; Η Μεγάλη Εικόνα και το Μελλοντικό Σύστημα, Πρόλογος: Σπ. Μαρκέτος, Μετάφραση: Σπ. Μαρκέτος, Ελ. Φωτεινού, Θύραθεν, Αθήνα  
(18) Williams, R. (1994) «The Sociology of Ethnic Conflict: Comparative International Perspectives», Annual Review of Sociology, Vol. 20, σελ. 49-79
(19) Sellin, T. (2003) Πολιτισμική σύγκρουση και έγκλημα, Μετάφραση: Η Σαγκουνίδου- Δασκαλάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα
(20) ΙΟΣ, «Οι κρυφές συνιστώσες» της ΝΔ, Η κατάληψη της κυβέρνησης από την ακροδεξιά», Η εφημερίδα των συντακτών, www.efsyn.gr, 20/01/2013 

ΣΤΕΛΛΑ ΝΙΩΤΗ

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Πώς η εμμονή με την ασφάλεια φιμώνει τη δημοκρατία Agamben Giorgio /αναδημοσιευση απο την monde-diplomatique.gr www.monde-d


ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Πώς η εμμονή με την ασφάλεια φιμώνει τη δημοκρατίαhttp://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article516

samedi 1er février 2014, par Agamben Giorgio , [Κούτσης Θανάσης (μτφ)]
Ασφάλεια : μια λέξη τόσο οικεία και πολυχρησιμοποιημένη, που δεν της δίνουμε πια σημασία. Ανυψωμένη σε πολιτική προτεραιότητα εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, αυτή η καινούργια ονομασία της τήρησης της τάξης αλλάζει συχνά το πρόσχημά της (πότε είναι η πολιτική ανατροπή, πότε η « τρομοκρατία »), διατηρεί, όμως, ακέραια τη στόχευσή της : τη διακυβέρνηση του πληθυσμού. Προκειμένου να κατανοήσουμε και να αποδομήσουμε το λόγο περί ασφάλειας, πρέπει να εντοπίσουμε τις απαρχές του, επιστρέφοντας στον 18ο αιώνα.

Η διατύπωση « για λόγους ασφαλείας » (« for security reasons », « pour raisons de sécurité ») λειτουργεί ως εξουσιαστικό επιχείρημα, το οποίο, κόβοντας κάθε συζήτηση, επιτρέπει την επιβολή μέτρων και προοπτικών που χωρίς την επίκλησή του δεν θα αποδεχόμασταν. Θα πρέπει να του αντιτάξουμε την ανάλυση μιας φαινομενικά ανώδυνης έννοιας, που όμως μοιάζει να έχει παραμερίσει κάθε άλλη πολιτική αντίληψη : της ασφάλειας.
Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι στόχος κάθε πολιτικής που προτάσσει την ασφάλεια είναι απλώς η αποτροπή των κινδύνων, των ταραχών, εντέλει των καταστροφών. Με μια κάποια « γενεαλογική » αναδρομή μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε την προέλευση της έννοιας στο ρωμαϊκό ρητό Salus publica suprema lex (« Υπέρτατος νόμος η σωτηρία του λαού ») –κάτι που συνεπώς την εγγράφει στο μοντέλο της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Ας σκεφθούμε το senatus consultum ultimum και τη δικτατορία στην αρχαία Ρώμη [1]· την αρχή του καθολικού εκκλησιαστικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο Necessitas non habet legem (« Η ανάγκη δεν υπόκειται σε νόμο »)· τις επιτροπές κοινής σωτηρίας [2] κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης· το Σύνταγμα της 22ης Φριμέρ του Έτους VIII της Γαλλικής Επανάστασης (1799), το οποίο επικαλούνταν « τις ταραχές που απειλούν την ασφάλεια του Κράτους »· ή ακόμη και το άρθρο 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης (1919), νομικό θεμέλιο του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, το οποίο επίσης αναφερόταν στη « δημόσια ασφάλεια ».
Αν και ορθή, αυτή η « γενεαλογία » δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους σύγχρονους μηχανισμούς ασφαλείας. Οι κατ’ εξαίρεση διαδικασίες αποσκοπούν στην αντιμετώπιση μιας άμεσης και πραγματικής απειλής, αναστέλλοντας για περιορισμένο χρόνο τις εγγυήσεις του νόμου· αντιθέτως, οι « λόγοι ασφαλείας » για τους οποίους μιλάμε σήμερα, αποτελούν μια κανονική και μόνιμη τεχνική διακυβέρνησης.
Περισσότερο και από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ο Μισέλ Φουκό [3] μάς συμβουλεύει να αναζητήσουμε την προέλευση της σύγχρονης έννοιας της ασφάλειας στις απαρχές της σύγχρονης οικονομίας, στον Φρανσουά Κενέ (1694-1774) και τους Φυσιοκράτες [4]. Παρ’ όλο που, λίγο μετά τις Συνθήκες της Βεστφαλίας [5], τα μεγάλα απολυταρχικά κράτη εισήγαγαν στο δημόσιο λόγο τους την αντίληψη ότι ο ηγεμόνας οφείλει να επαγρυπνεί για την ασφάλεια των υπηκόων του, χρειάστηκε να περιμένουμε τον Κενέ, ώστε η ασφάλεια να καταστεί η κεντρική έννοια του δόγματος διακυβέρνησης.

Πρόληψη ή διαχείριση των αναταραχών ;

Το αφιερωμένο στα « Σιτηρά » άρθρο του στην Εγκυκλοπαίδεια παραμένει, δυόμιση αιώνες αργότερα, απαραίτητο, προκειμένου να κατανοήσουμε το σύγχρονο τρόπο διακυβέρνησης. Εξάλλου, ο Βολταίρος έλεγε ότι, από τη στιγμή που δημοσιεύθηκε το άρθρο, οι Παριζιάνοι έπαψαν να συζητούν για θέατρο και λογοτεχνία, προκειμένου να συζητήσουν περί οικονομικών και γεωργίας...
Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που οι τότε κυβερνήσεις έπρεπε να αντιμετωπίσουν, ήταν εκείνο της σιτοδείας και του λιμού. Μέχρι τον Κενέ, προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν δημιουργώντας δημόσιους σιτοβολώνες και απαγορεύοντας την εξαγωγή σιτηρών. Αυτά, όμως, τα προληπτικά μέτρα είχαν επιπτώσεις στην παραγωγή. Η ιδέα του Κενέ ήταν να αντιστρέψουν τη διαδικασία : αντί να προσπαθούν να αποτρέψουν τους λιμούς, έπρεπε να τους αφήνουν να εμφανίζονται και, μέσω της απελευθέρωσης του εξωτερικού και εσωτερικού εμπορίου, να τους διαχειρίζονται αφότου εκδηλωθούν. Η συγκεκριμένη έννοια της « διαχείρισης » είχε αναλογίες με τη διακυβέρνηση ενός πλοίου : ένας καλός καπετάνιος δεν μπορεί να αποφύγει τη φουρτούνα, αν όμως πέσει σε αυτή, οφείλει να είναι ικανός να κουμαντάρει το σκάφος του.
Με αυτήν την έννοια θα πρέπει να αντιληφθούμε την έκφραση που αποδίδεται στον Κενέ, την οποία όμως στην πραγματικότητα ποτέ δεν έγραψε : « Laisser faire, laisser passer ». Μακριά από την αποκλειστική χρήση της ως εμβληματικού ρητού του οικονομικού φιλελευθερισμού, η φράση ορίζει ένα πρότυπο διακυβέρνησης, το οποίο τοποθετεί την ασφάλεια –ο Κενέ επικαλείται την « ασφάλεια των αγροτών και των καλλιεργητών »– όχι στην πρόληψη των αναταραχών και των καταστροφών, αλλά στην ικανότητα διοχέτευσής τους προς μια χρήσιμη κατεύθυνση.
Οφείλουμε να υπολογίσουμε τη φιλοσοφική εμβέλεια αυτής της αντιστροφής, καθώς ανατρέπει την παραδοσιακή ιεραρχική σχέση ανάμεσα στα αίτια και τα αποτελέσματα : αφού είναι μάταιο ή, εν πάση περιπτώσει, δαπανηρό να διαχειριστούμε τις αιτίες, είναι πιο ωφέλιμο και πιο σίγουρο να διαχειριστούμε τα αποτελέσματα. Η σπουδαιότητα αυτού του αξιώματος δεν είναι αμελητέα : διέπει τις κοινωνίες μας, από την οικονομία έως την οικολογία, από την εξωτερική και την αμυντική πολιτική έως τα μέτρα εσωτερικής ασφαλείας και την αστυνομία. Επίσης, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη διαφορετικά μυστηριώδη σύγκλιση μεταξύ ενός απόλυτου φιλελευθερισμού στην οικονομία και ενός δίχως προηγούμενο ελέγχου εν ονόματι της ασφάλειας.
Ας πάρουμε δύο παραδείγματα, προκειμένου να καταδείξουμε αυτήν την προφανή αντίφαση. Καταρχάς, το παράδειγμα του πόσιμου νερού. Μολονότι γνωρίζουμε ότι σύντομα θα εκλείψει από μεγάλο μέρος του πλανήτη, καμία χώρα δεν εφαρμόζει κάποια σοβαρή πολιτική αποφυγής της κατασπατάλησής του. Από την άλλη, βλέπουμε να αναπτύσσονται και να πολλαπλασιάζονται, σε όλον τον κόσμο, τεχνικές και εργοστάσια επεξεργασίας μολυσμένων υδάτων –μια τεράστια αγορά εν τω γίγνεσθαι.
Ας εξετάσουμε τώρα τα βιομετρικά συστήματα, που αποτελούν μία από τις πιο ανησυχητικές όψεις των σημερινών τεχνολογιών ασφαλείας. Η βιομετρία εμφανίστηκε στη Γαλλία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο εγκληματολόγος Αλφόνς Μπερτιγιόν (1853-1914) βασίστηκε στη φωτογραφία της σήμανσης και στις ανθρωπομετρικές τεχνικές για να συνθέσει το « αφηγηματικό πορτρέτο », το οποίο χρησιμοποιεί ένα τυποποιημένο λεξικό, προκειμένου να περιγράψει τα άτομα σε ένα δελτίο σήμανσης. Λίγο αργότερα, στην Αγγλία, ένας εξάδελφος του Καρόλου Δαρβίνου και μεγάλος θαυμαστής του Μπερτιγιόν, ο Φράνσις Γκάλτον (1822-1911), τελειοποίησε την τεχνική των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Είναι προφανές ότι οι τεχνικές αυτές δεν επέτρεπαν την πρόληψη των εγκλημάτων, αλλά την αποκάλυψη υπότροπων εγκληματιών. Εδώ συναντάμε και πάλι την περί ασφαλείας αντίληψη των Φυσιοκρατών : το κράτος δεν μπορεί να επέμβει αποτελεσματικά, παρά μόνο όταν τελεστεί το έγκλημα.
Επινοημένες για τους υπότροπους και τους αλλοδαπούς, οι ανθρωπομετρικές τεχνικές, για πολύ καιρό, παρέμειναν αποκλειστικό προνόμιο των συγκεκριμένων ομάδων. Το 1943, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών απέρριπτε για ακόμη μία φορά το Citizen Identification Act (Νομοθετική Πράξη για την Αναγνώριση των Πολιτών), που αποσκοπούσε στον εφοδιασμό όλων των πολιτών με δελτία ταυτότητας τα οποία θα έφεραν και τα δακτυλικά αποτυπώματά τους. Μόνο στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα γενικεύτηκε η χρήση τους. Το τελευταίο βήμα, όμως, δεν έγινε παρά πρόσφατα. Οι οπτικοί σαρωτές, που επιτρέπουν τη γρήγορη αναγνώριση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, όπως και της ίριδας του ματιού, έκαναν τις βιομετρικές μεθόδους να βγουν από τα αστυνομικά τμήματα και να ενταχθούν για τα καλά στην καθημερινότητα. Έτσι, σε μερικές χώρες, η είσοδος στα σχολικά κυλικεία ελέγχεται από μια συσκευή οπτικής αναγνώρισης, πάνω στην οποία το παιδί τοποθετεί αφηρημένα το χέρι του.
Αρκετές φωνές υψώθηκαν για να τραβήξουν την προσοχή στους κινδύνους που ενέχει ένας απόλυτος και χωρίς όρια έλεγχος εκ μέρους μιας εξουσίας που έχει στη διάθεσή της τα βιομετρικά και γενετικά δεδομένα των πολιτών της. Με τέτοια εργαλεία, η εξόντωση των Εβραίων (ή κάθε άλλη γενοκτονία που θα μπορούσαμε να φανταστούμε), υλοποιημένη στη βάση μιας ασύγκριτα πιο αποτελεσματικής τεκμηρίωσης, θα ήταν ολική και εξαιρετικά ταχεία. Η ισχύουσα, σήμερα, νομοθεσία για θέματα ασφαλείας στις ευρωπαϊκές χώρες είναι, σε ορισμένα θέματα, αισθητά πιο αυστηρή από εκείνη των φασιστικών κρατών του 20ού αιώνα. Στην Ιταλία, το ενιαίο κείμενο νόμων για τη δημόσια ασφάλεια (Testo unico delle leggi di pubblica sicurezza, συντομογραφικά Tulsp), υιοθετημένο το 1926 από το καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, επί της ουσίας βρίσκεται ακόμη σε ισχύ –όμως οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια των « μολυβένιων χρόνων » (από το 1968 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980) περιόρισαν τις εγγυήσεις που περιείχε. Και, καθώς η γαλλική αντιτρομοκρατική νομοθεσία είναι ακόμη πιο αυστηρή από την ομόλογή της ιταλική, το αποτέλεσμα της σύγκρισης με τη φασιστική νομοθεσία δεν θα ήταν πολύ διαφορετικό.
Ο αδιάκοπος πολλαπλασιασμός των μηχανισμών ασφαλείας μαρτυρά μια αλλαγή στην πολιτική εννοιολόγηση, σε σημείο που μπορούμε δικαιολογημένα να αναρωτηθούμε, όχι μόνο αν οι κοινωνίες μέσα στις οποίες ζούμε μπορούν ακόμη να χαρακτηρίζονται δημοκρατικές, αλλά, επίσης και πάνω απ’ όλα, αν μπορούν ακόμη να θεωρούνται πολιτικές κοινωνίες.
Τον 5ο π.Χ. αιώνα, όπως κατέδειξε ο ιστορικός Κρίστιαν Μάιερ, στην Ελλάδα είχε ήδη προκύψει ένας μετασχηματισμός του τρόπου αντίληψης της πολιτικής μέσω της πολιτικοποίησης (Politisierung) της ιδιότητας του πολίτη. Ενώ η ιδιότητα του μέλους της πόλεως μέχρι τότε οριζόταν από την κοινωνική θέση και την ιδιότητα –ευγενείς και λατρευτικές κοινότητες, χωρικοί και έμποροι, άρχοντες και υποτελείς, πατριάρχες και συγγενείς κ.λπ.– η άσκηση της πολιτικής ιδιότητας γίνεται κριτήριο της κοινωνικής ταυτότητας. « Δημιουργήθηκε, έτσι, μια συγκεκριμένα ελληνική πολιτική ταυτότητα, μέσα στην οποία η αντίληψη ότι τα άτομα όφειλαν να συμπεριφέρονται ως πολίτες θα έβρισκε τη θεσμοθετημένη μορφή της », γράφει ο Μάιερ. « Η συμμετοχή σε ομάδες σχηματισμένες με βάση οικονομικές ή θρησκευτικές κοινότητες πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Στον βαθμό που οι πολίτες μιας δημοκρατίας αφιερώνονταν στην πολιτική ζωή, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως μέλη της πόλεως. Η πόλις και η πολιτεία (η ιδιότητα και τα δικαιώματα του πολίτη) αλληλοπροσδιορίζονταν αμοιβαία. Έτσι, η ιδιότητα του πολίτη κατέστη ασχολία και τρόπος ζωής, μέσω του οποίου η πόλις συγκροτήθηκε ως πεδίο σαφώς διακριτό από τον οίκο. Η πολιτική έγινε ένας ελεύθερος δημόσιος χώρος, αντιπαρατασσόμενος ως τέτοιος στον ιδιωτικό χώρο, στον οποίο βασίλευε η ανάγκη [6] ». Σύμφωνα με τον Μάιερ, αυτή η συγκεκριμένα ελληνική διαδικασία πολιτικοποίησης μεταβιβάστηκε ως κληροδότημα στη δυτική πολιτική, μέσα στο πλαίσιο της οποίας, η ιδιότητα του πολίτη παρέμεινε –με πολλές διακυμάνσεις, βεβαίως– ο αποφασιστικός παράγοντας.
Και ακριβώς αυτός ο παράγοντας είναι που βρίσκεται σταδιακά εμπλεκόμενος σε μια αντίστροφη διαδικασία : μια διαδικασία αποπολιτικοποίησης. Κάποτε ενεργό και απαρασάλευτο όριο της πολιτικοποίησης, η ιδιότητα του πολίτη μετατρέπεται σε μια καθαρά παθητική συνθήκη, όπου η δράση και η αδράνεια, το δημόσιο και το ιδιωτικό θολώνουν και μπερδεύονται. Εκείνο που μετατρεπόταν σε απτή πραγματικότητα μέσα από μια καθημερινή δραστηριότητα και έναν τρόπο ζωής, πλέον περιορίζεται σε ένα απλό νομικό καθεστώς και στην άσκηση ενός δικαιώματος ψήφου που όλο και περισσότερο προσομοιάζει με σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης.
Οι μηχανισμοί ασφαλείας έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Η σταδιακή επέκταση, σε όλους τους πολίτες, τεχνικών αναγνώρισης που άλλοτε προορίζονταν για τους εγκληματίες, επιδρά αναπόφευκτα στην πολιτική ταυτότητά τους. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η ταυτότητα δεν αποτελεί πλέον συνάρτηση του κοινωνικού « ατόμου » και της αναγνώρισής του, μέσω του « ονόματος » και της « υπόληψης », αλλά βιολογικών δεδομένων που δεν μπορούν να διατηρήσουν καμία σχέση με το υποκείμενο, όπως τα δίχως νόημα αραβουργήματα που ο λεκιασμένος με μελάνι αντίχειράς μου άφησε πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού ή η διάταξη των γονιδίων μου μέσα στη διπλή έλικα του DNA. Έτσι, τα πιο ουδέτερα και τα πιο ιδιωτικά δεδομένα μετατρέπονται σε όχημα της κοινωνικής ταυτότητας, αφαιρώντας τον δημόσιο χαρακτήρα της.
Αν βιολογικά κριτήρια, που σε τίποτε δεν εξαρτώνται από τη βούλησή μου, προσδιορίζουν την ταυτότητά μου, τότε η κατασκευή μιας πολιτικής ταυτότητας καθίσταται προβληματική. Τι είδους σχέση μπορώ να συγκροτήσω με τα δακτυλικά αποτυπώματα ή με τον γενετικό κώδικά μου ; Ο χώρος της ηθικής και της πολιτικής που είχαμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε χάνει το νόημά του και απαιτεί εκ βάθρων επανεξέταση. Εκεί που ο Έλληνας πολίτης οριζόταν από την αντίθεση μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου, του οίκου (έδρα της αναπαραγωγικής ζωής) και της πόλης (τόπος του πολιτικού φαινομένου), ο σύγχρονος πολίτης μοιάζει μάλλον να αναπτύσσεται μέσα σε μια ζώνη όπου το δημόσιο δεν διαφοροποιείται από το ιδιωτικό ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Τόμας Χομπς, το φυσικό σώμα δεν διαφοροποιείται από το πολιτικό σώμα.

Βιντεοεπιτήρηση : από τη φυλακή στο δρόμο

Αυτή η απουσία διαφοροποίησης αποκτά υπόσταση στην επιτήρηση των δρόμων των πόλεών μας από κλειστά κυκλώματα βιντεοσκόπησης. Αυτή η μέθοδος γνώρισε την ίδια μοίρα με τα δακτυλικά αποτυπώματα : επινοημένη για τις φυλακές, η χρήση της σταδιακά επεκτάθηκε στους δημόσιους χώρους. Διότι ένας βιντεοεπιτηρούμενος χώρος δεν αποτελεί πλέον μια αγορά [7], δεν έχει πλέον κανέναν δημόσιο χαρακτήρα : αποτελεί μια γκρίζα ζώνη μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, της φυλακής και του χώρου κοινωνικής συνάθροισης. Ένας τέτοιος μετασχηματισμός οφείλεται σε μια πληθώρα λόγων, ανάμεσα στους οποίους, η παρέκκλιση της σύγχρονης εξουσίας προς τη βιοπολιτική κατέχει μια ιδιαίτερη θέση : αφορά τη διακυβέρνηση της βιολογικής ζωής των ατόμων (υγεία, γονιμότητα, σεξουαλικότητα κ.λπ.) και όχι πλέον μόνο την άσκηση κυριαρχίας σε μια περιοχή. Αυτή η μετατόπιση της έννοιας της βιολογικής ζωής προς το κέντρο της πολιτικής, εξηγεί το πρωτείο της βιολογικής ταυτότητας έναντι της πολιτικής.
Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι η ευθυγράμμιση της κοινωνικής με τη σωματική ταυτότητα ξεκίνησε από τη μέριμνα για τον εντοπισμό υπότροπων εγκληματιών και επικίνδυνων ατόμων. Δεν προκαλεί, λοιπόν, καμία έκπληξη το γεγονός ότι οι πολίτες, αντιμετωπιζόμενοι σαν εγκληματίες, καταλήγουν να αποδέχονται ως αυτονόητο ότι η σχέση που διατηρεί μαζί τους το κράτος είναι φυσιολογικό να ενέχει την υποψία, το φακέλωμα και τον έλεγχο. Το αξίωμα που σιωπηρά υπονοείται, και το οποίο οφείλουμε να διακινδυνεύσουμε εδώ να διατυπώσουμε, είναι : « Κάθε πολίτης –στον βαθμό που είναι ζωντανό πλάσμα– είναι πιθανός τρομοκράτης ». Τι είναι όμως ένα κράτος, τι είναι μια κοινωνία που διέπεται από ένα τέτοιο αξίωμα ; Μπορούν ακόμη να οριστούν ως δημοκρατικά, ή ακόμη και ως πολιτικά ;
Στις διαλέξεις του στο Κολλέγιο της Γαλλίας, όπως και στο βιβλίο του Επιτήρηση και Τιμωρία : Η Γέννηση της Φυλακής [8], ο Φουκώ σκιαγραφεί μια τυπολογική ταξινόμηση των σύγχρονων κρατών. Ο φιλόσοφος καταδεικνύει πώς το κράτος του γαλλικού προεπαναστατικού Παλαιού Καθεστώτος, οριζόμενο ως κράτος εδάφους ή κυριαρχίας, του οποίου το έμβλημα ήταν « Κάνε να πεθάνουν και άσε να ζήσουν », σταδιακά εξελίσσεται σε κράτος πληθυσμού, όπου ο δημογραφικός πληθυσμός αντικαθιστά το πολιτικό πλήθος, και σε κράτος υπακοής, του οποίου το έμβλημα αντιστρέφεται σε « Κάνε να ζήσουν και άσε να πεθάνουν » : ένα κράτος που ασχολείται με τη ζωή των υπηκόων του, προκειμένου να παράγει σώματα υγιή, πειθήνια και συμμορφωμένα.
Το κράτος εντός του οποίου ζούμε σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι κράτος υπακοής αλλά μάλλον –σύμφωνα με τη διατύπωση του Ζιλ Ντελέζ– « κράτος ελέγχου » : δεν έχει στόχο να επιβάλλει συμμόρφωση και πειθαρχία, αλλά διαχείριση και έλεγχο. Μετά τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων εναντίον των G8 στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001, ένας αξιωματούχος της ιταλικής αστυνομίας δήλωνε ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε η αστυνομία να τηρήσει την τάξη, αλλά να διαχειριστεί την αταξία : δεν είχε ιδέα πόσο καλά το διατύπωνε. Από την πλευρά τους, Αμερικανοί διανοούμενοι που προσπάθησαν να στοχαστούν πάνω στις συνταγματικές μεταλλαγές που προκλήθηκαν από τον Πατριωτικό Νόμο και τη μετά την 11η Σεπτεμβρίου νομοθεσία [9], προτιμούν να μιλούν για « κράτος ασφαλείας » (security state). Τι εννοείται, όμως, εδώ με τον όρο « ασφάλεια » ;
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η έννοια της ασφάλειας συμπλέχθηκε με εκείνη της αστυνομίας. Ο νόμος της 16ης Μαρτίου 1791, και κατόπιν εκείνος της 11ης Αυγούστου 1792, εισήγαγαν στη γαλλική νομοθεσία την ιδέα, προορισμένη να αποκτήσει μακρά ιστορία μέσα στη νεωτερικότητα, της « αστυνομίας ασφαλείας ». Στον διάλογο που προηγήθηκε της υιοθέτησης αυτών των νόμων, φαίνεται ξεκάθαρα ότι αστυνομία και ασφάλεια αλληλοπροσδιορίζονται αμοιβαία· όμως οι ομιλητές –ανάμεσά τους οι Αρμάν Ζανσονέ, Μαρί-Ζαν Ερό ντε Σεσέλ, Ζακ Πιερ Μπρισό– δεν είναι σε θέση να ορίσουν ούτε τη μία ούτε την άλλη. Οι συζητήσεις αφορούν κυρίως τις σχέσεις μεταξύ της αστυνομίας και της Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Ζανσονέ, πρόκειται για « δύο εξουσίες εντελώς διαφορετικές και ξεχωριστές μεταξύ τους » –ωστόσο, ενώ ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας είναι ξεκάθαρος, εκείνος της αστυνομίας μοιάζει αδύνατο να οριστεί.
Η ανάλυση των αγορεύσεων των βουλευτών καταδεικνύει ότι ο χώρος λειτουργίας της αστυνομίας είναι καθαρά μη-αποφασίσιμος[([Σ.τ.Ε.) : Όρος που προέρχεται από τη μαθηματική λογική και αναφέρεται στην αδυναμία λήψης απόφασης για ένα πρόβλημα, στο οποίο δεν μπορεί να βρεθεί σταθερός τρόπος επίλυσης.]] και ότι πρέπει να παραμείνει τέτοιος, διότι αν απορροφούνταν πλήρως από τη Δικαιοσύνη, η αστυνομία δεν θα μπορούσε πλέον να υπάρξει. Είναι η περίφημη « διακριτική ευχέρεια », που ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζει τη δράση του αστυνομικού : ενεργεί ως υπέρτατη αρχή σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση που απειλεί τη δημόσια ασφάλεια. Κάνοντας κάτι τέτοιο, ο αστυνομικός δεν κρίνει ούτε προλαμβάνει –όπως λανθασμένα επαναλαμβάνεται– την κρίση του δικαστή : κάθε κρίση προϋποθέτει αίτια και η αστυνομία παρεμβαίνει στα αποτελέσματα, δηλαδή σε κάτι μη-αποφασίσιμο.

Μια πολιτική ζωή που καθίσταται αδύνατη

Πρόκειται για μια μη-αποφασίσιμη συνθήκη, που δεν ονομάζεται πλέον, όπως κατά τον 17ο αιώνα, « raison d’Etat » (« εθνικό συμφέρον »), αλλά « λόγοι ασφαλείας ». Το security state είναι επομένως ένα αστυνομικό κράτος, έστω και αν ο ορισμός της αστυνομίας αποτελεί μαύρη τρύπα στις αρχές του Δημοσίου Δικαίου : όταν, κατά τον 18ο αιώνα, εκδίδονται στη Γαλλία η Traité de la police (« Πραγματεία περί Αστυνομίας ») του Νικολά ντε Λα Μαρ και στη Γερμανία οι Grundsätze der Policey-Wissenschaft (« Αρχές της Αστυνομικής Επιστήμης ») του Γιόχαν Χάινριχ Γκότλομπ φον Γιούστι, η αστυνομία (police) επαναβεβαιώνει την ετυμολογική καταγωγή της από την πολιτεία και επιχειρεί να προσδιορίσει την πραγματική πολιτική, όπου ο όρος « πολιτική » αναφέρεται αποκλειστικά στην εξωτερική πολιτική. Έτσι, ο φον Γιούστι ονομάζει Politik τη σχέση ενός κράτους με τα υπόλοιπα κράτη και Polizei τη σχέση ενός κράτους με τον εαυτό του : Η αστυνομία είναι η αναλογία δύναμης ενός κράτους με τον εαυτό του ».
Τοποθετούμενο κάτω από το έμβλημα της ασφάλειας, το σύγχρονο κράτος βγαίνει από την επικράτεια της πολιτικής για να εισέλθει σε μια no man’s land, μια νεκρή ζώνη, τη γεωγραφία και τα σύνορα της οποίας δεν αντιλαμβανόμαστε ορθά και από την οποία μας λείπει η εννοιολόγηση. Αυτό το κράτος ασφαλείας, του οποίου η ονομασία ετυμολογικά παραπέμπει στην έλλειψη ανησυχίας (η λέξη security / securité προέρχεται από το λατινικό securus : sine cura, δηλαδή « χωρίς έγνοια »), απεναντίας δεν μπορεί παρά να μας ανησυχήσει ακόμη περισσότερο για τους κινδύνους που επιφέρει στη δημοκρατία, αφού σε αυτό η πολιτική ζωή έχει καταστεί αδύνατη, καθώς δημοκρατία και πολιτική ζωή είναι –τουλάχιστον στη δική μας παράδοση– συνώνυμες.
Απέναντι σε ένα τέτοιο κράτος, οφείλουμε να επανεξετάσουμε τις παραδοσιακές στρατηγικές της πολιτικής σύγκρουσης. Εντός του μοντέλου της ασφάλειας, κάθε σύγκρουση και κάθε απόπειρα ανατροπής της εξουσίας, λιγότερο ή περισσότερο βίαιη, παρέχει στο κράτος την ευκαιρία να διαχειριστεί τις επιπτώσεις της, προς όφελος οικείων του συμφερόντων. Αυτό δείχνει η διαλεκτική που φέρνει κοντά την τρομοκρατία και την αντίδραση του κράτους σε έναν φαύλο κύκλο. Η πολιτική παράδοση της νεωτερικότητας αντιλαμβανόταν τη ριζοσπαστική πολιτική αλλαγή με τη μορφή επανάστασης που λειτουργεί ως συντακτική εξουσία μιας υπό σύνθεση νέας τάξης πραγμάτων. Πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτό το μοντέλο, προκειμένου να αναλογιστούμε καλύτερα μια γνήσια δύναμη καθαίρεσης, που θα κατάφερνε να μην συλληφθεί από τους μηχανισμούς ασφαλείας και να μην βυθιστεί στον φαύλο κύκλο της βίας. Αν θέλουμε να σταματήσουμε την αντιδημοκρατική παρέκκλιση του κράτους ασφαλείας, η προβληματική των μορφών και των μέσων μιας τέτοιας δύναμης καθαίρεσης προσδιορίζει επαρκώς το θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα, με το οποίο οφείλουμε να καταπιαστούμε κατά τη διάρκεια των χρόνων που έρχονται.

Notes

[1] Σε περίπτωση σοβαρών αναταραχών, η ρωμαϊκή δημοκρατία πρόβλεπε τη δυνατότητα ανάθεσης, κατ’ εξαίρεση, πλήρους εξουσίας σε έναν αξιωματούχο (τον δικτάτορα).
[2] Δημιουργημένες από τη Συμβατική Συνέλευση, οι επιτροπές αυτές είχαν ως αποστολή την προστασία της Δημοκρατίας από τον κίνδυνο εξωτερικής εισβολής και εμφυλίου πολέμου και οδήγησαν στην περίοδο της Τρομοκρατίας.
[3] Michel Foucault, Sécurité, territoire, population. Cours au Collège de France, 1977-1978, Gallimard-Seuil, Συλλογή « Hautes études », Παρίσι, 2004.
[4] Η Φυσιοκρατία θεμελιώνει την οικονομική ανάπτυξη στη γεωργία και τάσσεται υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας.
[5] Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας (1648) τερματίστηκε ο Τριακονταετής Πόλεμος, που έφερε αντιμέτωπο το στρατόπεδο των Αψβούργων, υποστηριζόμενο από την Καθολική Εκκλησία, με τα προτεσταντικά γερμανικά κράτη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθιέρωσαν μια ευρωπαϊκή τάξη βασισμένη στα έθνη-κράτη.
[6] Christian Meier, « Der Wandel der politischsozialen Begriffswelt im V Jahrhundert v. Chr. », στο Reinhart Koselleck (επιμ.), Historische Semantik und Begriffsgeschichte, Klett-Cotta, Στουτγάρδη, 1979. Οι λέξεις με διαφορετική σήμανση : ελληνικά στο πρωτότυπο.
[7] (Σ.τ.Ε.) : ελληνικά στο κείμενο, με την αρχαιοελληνική έννοια του κέντρου της δημόσιας ζωής.
[8] Michel Foucault, Surveiller et punir, Gallimard, Παρίσι, 1975. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πλέθρον.
[9] Βλ. Chase Madar, « Le président Obama, du prix Nobel aux drones », Le Monde Diplomatique, Οκτώβριος 2012.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...