Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος πολιτισμικος ρατσισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος πολιτισμικος ρατσισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Η γλώσσα των ναζί :Άννα Φραγκουδάκη, Γλώσσα και ιδεολογία/απο το Μπλογκ οπορτουνιστική παρέκκλιση


Η γλώσσα των ναζί

Χρήση των λέξεων παρά το νόημά τους γίνεται και είναι γενικά αποδεκτή κυρίως στις λέξεις με πολιτικές αξίες, όπως είναι ο όρος «έθνος» που συστηματικά στον πολιτικό λόγο κι ακόμα σήμερα χρησιμοποιείται όχι σαν ιστορική έννοια, αλλά σαν συνώνυμος της λέξης «φυλή», καταργώντας, όπως ήδη αναφέρθηκε, την ιστορία και την έννοια της εξέλιξης.
Η παραβίαση των σημασιών στον πολιτικό λόγο είναι πολύ σοβαρότερο φαινόμενο από αλλού, όπως δείχνει το πιο ακραίο παράδειγμα, που η ακρότητά του ακριβώς τονίζει την τεράστια σημασία που έχει η καταστροφή των νοημάτων στον πολιτικό λόγο. Ο Γάλλος ιστορικός των ιδεών Ζαν Πιερ Φάιγ έχει αναλύσει ότι η χρήση της γλώσσας από τη ναζιστική εξουσία αποδείχτηκε ο πιο επικίνδυνος πειραματισμός που έγινε ποτέ στην ιστορία της Ευρώπης πάνω στη σχέση που έχει η γλώσσα με την πολιτική πράξη. Ο λόγος των ηγετών του ναζισμού είχε τρία κύρια χαρακτηριστικά. Ήταν πριν απ’ όλα λόγος προφητικός και κοσμοσωτήριος, με κύριο στοιχείο του την υπερβολή. Επίσης κατασκεύασε μια γέφυρα από το παρελθόν στο μέλλον παρακάμπτοντας το παρόν. Δηλαδή, υπεραξιολόγησε το παρελθόν, στο οποίο έβλεπε μόνο θετικά στοιχεία και κυρίως την αυθεντικότητα του γερμανικού λαού. Συγχρόνως καταδίκασε απόλυτα το παρόν, στο οποίο έβλεπε μόνο αρνητικά στοιχεία και κυρίως την αλλοίωση της αυθεντικότητας με την απώλεια της καθαρότητας των ριζών. Και κήρυξε τη σωτηρία στο μέλλον, με κύριο στόχο την αποκατάσταση της αυθεντικότητας καθαρότητας (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα»). Τέλος, ο λόγος αυτός κατασκεύασε λεκτικά μίγματα από όρους, λέξεις, ιδέες, συνθήματα, σύμβολα, που είχαν νόημα έντονα αντίθετο και συχνά αλληλοαναιρούμενο. Πρόκειται για το χαρακτηριστικότερο τέχνασμα, γράφει ο Φάιγ, αυτής της εξουσίας, ένα από τα κυριότερα αίτια που επέτρεψε στο «φασιστικό παράλογο» να γίνει αποδεκτό «από το λαό της φιλοσοφίας», τον γερμανικό λαό, γιατί το φασιστικό παράλογο ξεκίνησε σαν νοηματικός παραλογισμός. Η ναζιστική εξουσία ένωσε τα αντίθετα στο λόγο της. Στήριξε την προπαγάνδα της στην καταγγελία του κεφαλαίου και της κεφαλαιοκρατίας, ενώ συνεργάστηκε στενά με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά εμπόδισε την κατανόηση της αντίφασης ταυτίζοντας το κεφάλαιο με τους λίγους εβραίους τραπεζίτες, καταδίκη που σε λίγα χρόνια μετατοπίστηκε ανεπαίσθητα και αφορούσε τους Εβραίους γενικά. Χρησιμοποίησε τη λέξη «επανάσταση», που ανήκε στην ευρωπαϊκή αριστερά, ενώνοντάς την με τον «εθνικισμό» και τη συντηρητική ιδεολογία της πιο αντιδραστικής μερίδας της γερμανικής δεξιάς. Οικειοποιήθηκε το επίθετο «σοσιαλιστικός». ενώνοντάς το με το ακριβώς αντίθετό του την εποχή εκείνη «εθνικός». Έφτιαξε έτσι λεκτικά τέρατα, όπως «εθνικοσοσιαλισμός», «συντηρητική» και «οπισθοδρομική επανάσταση». Κατασκεύασε το σύνθημα «δεν είναι προδοσία να προδίδεις τους προδότες» και ονόμασε «μετριοπαθή λύση» της οικονομικής κρίσης, αυτήν που αργότερα ονομάστηκε «τελική λύση». Η κατάργηση των σημασιών αποδείχτηκε όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία πόσο επικίνδυνη είναι κοινωνικά. Από νοηματικά, από λεκτικά, τα τέρατα έγιναν πολιτικά και η εκτελεστική εξουσία έγινε εκτελεστική στην κυριολεξία.
Άννα Φραγκουδάκη, Γλώσσα και ιδεολογία

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Από το βιβλίο του Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα, 2006, σελίδες 124 – 129αναδημοσίευση απο το prismaprisma.net

pdf: Η ανατομία του φασισμού σελίδες 124-129



Από το βιβλίο του Robert Paxton, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα, 2006, σελίδες 124 – 129
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο 4
Η κατάληψη της εξουσίας
Ο Μουσολίνι και η «Πορεία προς τη Ρώμη»

O μύθος ότι οι φασίστες του Μουσολίνι κατέκτησαν την εξουσία μόνο με τα ηρωικά τους κατορθώματα αποτελεί προπαγάνδα — προφανώς ένα από τα πιο πετυχημένα τους θέματα, αφού πολλοί εξακολουθούν να το πιστεύουν. Εφόσον η «Πορεία προς τη Ρώμη» κρύβει πίσω της την ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι η άνοδος των φασιστών στην εξουσία έγινε με βίαιο τρόπο, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά το γεγονός αυτό, απογυμνώνοντας το από τη μυθολογία που το περιβάλλει.
Κατά τη διάρκεια του 1922 οι squadristi, λεηλατώντας και καίγοντας τα γραφεία των σοσιαλιστικών οργανώσεων, γραφεία εφημερίδων, γραφεία συνδικάτων και σπίτια των σοσιαλιστών ηγετών, έφτασαν να καταλάβουν βίαια ολόκληρες πόλεις, κι όλα αυτά χωρίς να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση από τις τοπικές αρχές. Στις 3 Μαρτίου ανακατέλαβαν το Φιούμε που βρισκόταν κάτω από διεθνή διακυβέρνηση και το Μάιο εισέβαλαν στη Φεράρα και στην Μπολόνια, εκδιώκοντας τις σοσιαλιστικές δημοτικές αρχές των πόλεων και επιβάλλοντας το δικό τους πρόγραμμα δημοσίων έργων.
Στις 12 Ιουλίου κατέλαβαν την Κρεμόνα, έκαψαν τα γραφεία των σοσιαλιστικών και των καθολικών συνδικάτων και ρήμαξαν το σπίτι του Γκουίντο Μιλιόλι, ενός αριστερού καθολικού ηγέτη που είχε οργανώσει τους εργάτες των γαλακτοπαραγωγικών μονάδων της περιοχής. Μια «γλώσσα φωτιάς» έφτασε μέσω της Ρομάνια και στη Ραβένα στις 26 Ιουλίου. Το Τρέντο και το Μπολτζάνο, με τις μεγάλες γερμανόφωνες μειονότητες τους, «είχαν ιταλοποιηθεί» στις αρχές του Οκτωβρίου. Οι μελανοχίτωνες είχαν τέτοια ορμή, ώστε πιθανότατα επόμενη στη σειρά θα ήταν η πρωτεύουσα Ρώμη.
Στο ετήσιο φασιστικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου στη Νάπολη, η πρώτη τους στάση κατά την προέλαση τους στο Νότο, ο Μουσολίνι ήταν έτοιμος να δει πόσο μακριά θα τον πήγαινε το κύμα. Διέταξε τους μελανοχίτωνες να καταλάβουν δημόσια κτίρια, να επιτάξουν τρένα και να κατευθυνθούν σε τρία σημεία, περικυκλώνοντας την πόλη. Την «Πορεία» οδηγούσαν τέσσερα στελέχη που αντιπροσώπευαν τις διάφορες τάσεις του φασισμού: ο Ιταλό Μπάλμπο, βετεράνος και αρχηγός των squadristi στη Φεράρα· ο στρατηγός Εμίλιο Ντε Μπόνο· ο Μικέλε Μπιάνκι, πρώην συνδικαλιστής και από τους ιδρυτές της Μαχητικής Ομάδας του Μιλάνου το 1915· και ο Τσέζαρε Μαρία ντε Βέκι, ο φιλομοναρχικός αρχηγός του φασισμού στο Πιεμόντε. Ο ίδιος ο Μουσολίνι πήρε τη συνετή απόφαση να περιμένει στα γραφεία της εφημερίδας του στο Μιλάνο, πολύ κοντά σ’ ένα πιθανό ελβετικό καταφύγιο για την περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά. Στις 27 Οκτωβρίου οι squadristi κατέλαβαν ταχυδρομεία και σιδηροδρομικούς σταθμούς σε πολλές πόλεις της Βόρειας Ιταλίας χωρίς να συναντήσουν καμία αντίσταση.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν ήταν καλά προετοιμασμένη για ν’ αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση. Ουσιαστικά, μετά το Φεβρουάριο του 1922 δεν είχε υπάρξει καμία αποτελεσματική κυβέρνηση στην Ιταλία.
Στο προηγούμενο κεφάλαιο επισημάναμε ότι τα μεταπολεμικά όνειρα για βαθιά αλλαγή έφεραν μια μεγάλη πλειοψηφία της Αριστεράς στη βουλή στις πρώτες εκλογές που διεξήχθησαν μετά τον πόλεμο, στις 16 Νοεμβρίου του 1919. Αυτή όμως η αριστερή πλειοψηφία, που μοιραία χωρίστηκε σε δύο ασυμφιλίωτα μεταξύ τους τμήματα, δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Το μαρξιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας (PSI) κατείχε περίπου το ένα τρίτο των εδρών. Πολλοί Ιταλοί σοσιαλιστές — οι «μαξιμαλιστές» – είχαν υπνωτιστεί από την επιτυχία των μπολσεβίκων στη Ρωσία και ένιωθαν ότι μια απλή μεταρρύθμιση αποτελούσε προδοσία εκείνη τη στιγμή των μεγάλων ευκαιριών. Το άλλο τρίτο της ιταλικής βουλής κατείχε ένα νέο καθολικό κόμμα, πρόγονος της ισχυρής Χριστιανικής Δημοκρατίας της περιόδου μετά το 1945, το Λαϊκό Ιταλικό Κόμμα- ορισμένα μέλη του επιθυμούσαν μια ριζική κοινωνική μεταρρύθμιση σε καθολικό πλαίσιο. Οι καθολικοί, ακόμα κι εκείνοι που υποστήριζαν
τις βαθιές αλλαγές στους όρους ιδιοκτησίας της γης και στις σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, διαφωνούσαν ριζικά με τους άθεους μαρξιστές σχετικά με το θέμα της θρησκείας στα σχολεία. Άρα, ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε συνεργασία ανάμεσα στα δυο τμήματα μιας κατά τα άλλα προοδευτικής πλειοψηφίας. Καθώς δεν υπήρχαν άλλες αποτελεσματικές λύσεις, δημιουργήθηκε ένας συνασπισμός φιλελεύθερων (με την έννοια που είχε η λέξη εκείνη την περίοδο) και συντηρητικών, ο οποίος μετά το 1919 προσπαθούσε να κυβερνήσει χωρίς να έχει σταθερή πλειοψηφία.
H λύση που υιοθέτησε ο πρωθυπουργός Τζολίτι ήταν να συμπεριλάβει τους φασίστες στο ψηφοδέλτιο του (το «Εθνικό Μπλοκ») για τις εκλογές του Μαΐου το 1921. Ήταν το πρώτο από μια σειρά κρίσιμων βημάτων με τα οποία το ιταλικό καθεστώς προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το φασιστικό δυναμικό και τα ποσοστά για τη δική του επιβίωση. Κάτω από κανονικές συνθήκες, ενδεχομένως οι πειρασμοί της εξουσίας να είχαν «μεταμορφώσει» τους φασίστες, όπως είχαν πτοήσει και διασπάσει τους Ιταλούς σοσιαλιστές πριν από το 1914, μόνο που η Ιταλία το 1921 δε ζούσε κάτω από κανονικές συνθήκες.
Όταν η κυβέρνηση του καλοπροαίρετου αλλά καταπτοημένου Ιβανόε Μπονόμι, συνεργάτη της Κεντροαριστεράς του Τζολίτι, δεν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης το Φεβρουάριο του 1922, χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες μέχρι να βρουν αντικαταστάτη. Τελικά, την πρωθυπουργία ανέλαβε απρόθυμα ένα ακόμα στέλεχος του Τζολίτι: ο Λουίτζι Φάκτα. Η κυβέρνηση του έχασε την πλειοψηφία στις 19 Ιουλίου. Όταν παρουσιαζόταν ανάγκη, ο Φάκτα λειτουργούσε απλώς ως υπηρεσιακός πρωθυπουργός.
Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός άρχισε να λαμβάνει δυναμικά αντίμετρα. Με την έγκριση του βασιλιά ο Φάκτα είχε ήδη ενισχύσει τη φρουρά της Ρώμης με πέντε τάγματα πειθαρχημένων αλπίνων. Στη συνέχεια διέταξε τους αξιωματικούς της αστυνομίας και τους υπεύθυνους των σιδηροδρόμων να σταματήσουν τα φασιστικά τρένα σε πέντε σημεία ελέγχου και άρχισε να προετοιμάζεται για την επιβολή στρατιωτικού νόμου.
Στο μεταξύ ο Μουσολίνι άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικής συναλλαγής. Πολλοί παλαίμαχοι πολιτικοί προσπαθούσαν να εκτονώσουν την κρίση «μετατρέποντας» τον Μουσολίνι σε έναν απλό υπουργό μιας ακόμα φιλελευθερο-συντηρητικής κυβέρνησης συνασπισμού. Ο γηραιός διαμεσολαβητής Τζολίτι θεωρούνταν ευρέως ως ο πιο πιθανός σωτήρας (είχε εκδιώξει βιαίως τον ντ’ Ανούντσιο το 1920 και είχε συμπεριλάβει τον Μουσολίνι στην εκλογική του λίστα του 1921), όμως δε βιαζόταν να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα, ενώ ο Μουσολίνι παρέμεινε επιφυλακτικός στις συναντήσεις με τους αντιπροσώπους του. Ακόμα πιο δεξιά, ο εθνικιστής πρώην πρωθυπουργός Αντόνιο Σαλάντρα πρόσφερε κυβερνητικές έδρες στο κόμμα του Μουσολίνι. Όταν οι squadristi άρχισαν πλέον να κινητοποιούνται, οι διαπραγματεύσεις είχαν διακοπεί λόγω αμοιβαίων ανταγωνισμών, της άρνησης των περισσότερων σοσιαλιστών να στηρίξουν μια «αστική» κυβέρνηση, της αναποφασιστικότητας σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι του Μουσολίνι και των σκόπιμων ενδοιασμών του Μουσολίνι.
Και οι σοσιαλιστές συνέβαλαν στην επιτακτικότητα της κατάστασης. Αν και σχεδόν οι μισοί σοσιαλιστές βουλευτές, με αρχηγό τον Φιλίπο Τουράτι συμφώνησαν τελικά στις 28 Ιουλίου να στηρίξουν μια κεντρώα κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή του Μουσολίνι, αν ήταν εφικτό, οι άλλοι μισοί τους απέπεμψαν από το κόμμα με την κατηγορία της προδοτικής ταξικής συνεργασίας. Εκείνο στο οποίο κατάφερε να συμφωνήσει η Αριστερά ήταν η γενική απεργία στις 31 Ιουλίου. Παρ’ όλο που είχε αναγγελθεί ως «απεργία για νομιμότητα», με σκοπό να συνδράμει τη συνταγματική εξουσία, είχε ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί η εικόνα του Μουσολίνι ως προπυργίου ενάντια στην επανάσταση. Η ραγδαία αποτυχία της απεργίας αποκάλυψε επίσης την αδυναμία της Αριστεράς.
Τα έκτακτα μέτρα του πρωθυπουργού Φάκτα σχεδόν κατάφεραν να ανακόψουν τη φασιστική πορεία του Οκτωβρίου. Τετρακόσιοι αστυνομικοί σταμάτησαν τρένα που μετέφεραν είκοσι χιλιάδες μελανοχίτωνες σε τρία σημεία ελέγχου — Τσιβιταβέκια, Όρτε και Αβετσάνο. Περίπου εννέα χιλιάδες μελανοχίτωνες ξέφυγαν από τα σημεία ελέγχου ή συνέχισαν πεζοί, σχηματίζοντας ένα ετερόκλητο πλήθος στις πύλες της Ρώμης το πρωί της 28 Οκτωβρίου, σχεδόν άοπλοι, φορώντας αυτοσχέδιες στολές, πεινασμένοι και διψασμένοι, περιπλανώμενοι κάτω από μια εκνευριστική βροχή. «Στην αρχαία και στη σύγχρονη ιστορία δεν υπήρξε άλλη απόπειρα κατά της Ρώμης που να απέτυχε τόσο αξιοθρήνητα πριν καλά καλά ξεκινήσει.»
Την τελευταία στιγμή ο βασιλιάς Βιτόριο Εμμανουέλε Γ’ υπαναχώρησε. Αποφάσισε να μην υπογράψει το διάταγμα επιβολής του στρατιωτικού νόμου του πρωθυπουργού Φάκτα. Αρνήθηκε να αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη απειλή του Μουσολίνι και να χρησιμοποιήσει τις ήδη διαθέσιμες δυνάμεις για να εκδιώξει τους μελανοχίτωνες από τη Ρώμη. Απέρριψε τις προσπάθειες της τελευταίας στιγμής που έκανε ο Σαλάντρα για να δημιουργήσει μια συντηρητική κυβέρνηση χωρίς τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε ήδη αρνηθεί την πρόταση του Σαλάντρα για κυβέρνηση συνασπισμού. Αντίθετα, πρόσφερε κατευθείαν την πρωθυπουργία στον νεαρό τυχοδιώκτη αρχηγό των φασιστικών.
Ο Μουσολίνι έφτασε στη Ρώμη από το Μιλάνο το πρωί της 30ής Οκτωβρίου, όχι επικεφαλής των μελανοχιτώνων αλλά με μια κλινάμαξα. Εμφανίστηκε ενώπιον του βασιλιά ντυμένος παράταιρα, με φράκο και μαύρο πουκάμισο, μια ενδυματολογική απεικόνιση της αμφιλεγόμενης κατάστασης του: εν μέρει νόμιμος διεκδικητής της εξουσίας και εν μέρει αρχηγός μιας στασιαστικής συμμορίας. «Μεγαλειότατε, συγχωρήστε την αμφίεση μου», λέγεται ότι είπε στον βασιλιά, «έρχομαι από το πεδίο της μάχης.»
Για ποιο λόγο ο βασιλιάς έσωσε τον Μουσολίνι από τη βιαστική του επιλογή που οφειλόταν στην υπερεκτίμηση των δυνάμεων του; Ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά μια δύσκολη επιλογή: η κυβέρνηση θα χρησιμοποιούσε βία για να διαλύσει τους χιλιάδες μελανοχίτωνες που πλησίαζαν στη Ρώμη, με μεγάλο κίνδυνο αιματοχυσίας και οδυνηρής εσωτερικής ρήξης, ή ο βασιλιάς θα αναγκαζόταν να δεχτεί τον Μουσολίνι ως επικεφαλής της κυβέρνησης.
Η πιο πιθανή εξήγηση για το γεγονός ότι ο βασιλιάς προτίμησε τη δεύτερη λύση είναι μια ανεπίσημη προειδοποίηση (δεν υπάρχει πλέον κανένα ίχνος της στα αρχεία) από το στρατάρχη Αρμάντο Ντίαζ ή από κάποιον άλλο ανώτερο αξιωματικό του στρατού ότι πιθανόν τα στρατεύματα θα πήγαιναν με το μέρος των μελανοχιτώνων, αν λάμβαναν διαταγή να τους σταματήσουν. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, ο βασιλιάς φοβήθηκε πως, αν επιχειρούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια στον Μουσολίνι, τότε ο ξάδερφος του, ο δούκας της Αόστα, που λέγεται ότι ήταν φιλικά διακείμενος προς τους φασίστες, ίσως πήγαινε με το μέρος τους διεκδικώντας παράλληλα το θρόνο. Το πιθανότερο είναι πως ποτέ δε θα μάθουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη. Εκείνο που φαίνεται σίγουρο είναι ότι ο Μουσολίνι είχε μαντέψει σωστά πως ο βασιλιάς και ο στρατός δε θα επέλεγαν τη χρήση βίας εναντίον των μελανοχιτώνων. Αυτό που έκρινε την τελική έκβαση δεν ήταν η δύναμη του φασισμού αλλά η απροθυμία των συντηρητικών να αναλάβουν το ρίσκο και να αντιπαρατάξουν τις δικές τους δυνάμεις. Η «Πορεία προς τη Ρώμη» αποτέλεσε μια γιγαντιαία μπλόφα που έπιασε τότε και εξακολουθεί ακόμα, συμφωνά με την άποψη που έχει ο κόσμος σχετικά με την «κατάληψη της εξουσίας» από τον Μουσολίνι.
Στις 31 Οκτωβρίου, με τον Μουσολίνι να έχει μόλις αναλάβει καθήκοντα, περίπου δέκα χιλιάδες μελανοχίτωνες, στους οποίους δόθηκαν τελικά στεγνά ρούχα και φαγητό, πήραν την άδεια ως αποζημίωση να παρελάσουν στους δρόμους της Ρώμης, όπου προκάλεσαν αιματηρά επεισόδια. Το ίδιο βράδυ ο νέος πρωθυπουργός έσπευσε να απομακρύνει τα ενοχλητικά αποσπάσματα του από την πόλη, επιβιβάζοντας τα σε πενήντα ειδικά τρένα.
Αργότερα ο Μουσολίνι δούλεψε σκληρά για να εδραιώσει το μύθο ότι οι μελανοχίτωνες είχαν καταλάβει την εξουσία με τη θέληση και τη δύναμη τους. Η πρώτη επέτειος της υποτιθέμενης άφιξης τους στη Ρώμη γιορτάστηκε το 1923 με τέσσερις ημέρες θεαματικών εκδηλώσεων, ενώ η 28η Οκτωβρίου θεσμοθετήθηκε ως εθνική γιορτή. Έγινε επίσης η πρώτη μέρα του Φασιστικού Νέου Έτους όταν άρχισε να ισχύει το νέο ημερολόγιο, το 1927. Στη δέκατη επέτειο, τον Οκτώβριο του 1932, πραγματοποιήθηκε μια εθνική έκθεση της Φασιστικής Επανάστασης, που είχε ως κεντρικό της θέμα τα ηρωικά κατορθώματα των «μαρτύρων» της πορείας.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Η Αμερική μοιάζει τώρα με την Ευρώπη Έρχεται το επόμενο τσίρκο στις 8 Νοέμβρη; του Ιβάν Κράστεφ /ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ aftercrisisblog.blogspot.gr

Η Αμερική μοιάζει τώρα με την Ευρώπη
Έρχεται το επόμενο τσίρκο στις 8 Νοέμβρη;

Αναδημοσίευση: Tr@nsit online - Institute for Human Sciences (IWM) in Vienna, 18.4.2016
 

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι που ταξιδεύουν αυτή την εποχή στην Αμερική, αισθάνονται σαν να προσεδαφίζονται στον πλανήτη Άρη. Ακόμη και οι πιο ευφείς αναλυτές της πολιτικής, δεν μπορούν να βγάλουν άκρη για το τι συμβαίνει σ΄ αυτή τη χώρα. Βρίσκουν ενοχλητική την άνοδο του Donald J. Trump, προβληματίζονται με τους νεαρούς Αμερικανούς ψηφοφόρους και με την έλξη που αυτοί αισθάνονται για την σοσιαλδημοκρατική πολιτική του Bernie Sanders, νοιώθουν σύγχυση για την ψυχρά υπολογισμένη και χωρίς «συναισθηματικές εξάρσεις» εξωτερική πολιτική αποστροφής του ρίσκου του Προέδρου Ομπάμα, ο οποίος π.χ. αποφάσισε να μη «τιμωρήσει» τον πρόεδρο Μπασάρ αλ-Άσαντ της Συρίας, παρόλο που πέρασε την κόκκινη γραμμή για τη χρήση χημικών όπλων.
Είμαι σε έντονη αντίθεση με όσους συναδέλφους μου Ευρωπαίους μυθοποιούν την κατάσταση στις ΗΠΑ. Βλέποντας την οργή της μεσαίας τάξης, την αλαζονεία των αντιπαθητικών ελίτ, την πολύ διαδεδομένη δυσπιστία για την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ και το κλίμα φόβου για το μέλλον, ίσως για πρώτη φορά, αισθάνομαι ότι μπορώ να κατανοήσω τι ακριβώς συμβαίνει στη Αμερική.
Ας δούμε την ανταρσία του κ. Τραμπ, ο οποίος υψώθηκε στο πολιτικό στερέωμα με το να φέρνει στο προσκήνιο τον πιο χυδαίο και πιο ανορθολογικό λόγο. Η επιτυχία του, που έκανε ακόμη και τον εξτρεμιστή αντίπαλό του μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τον Τεντ Κρουζ, να φαίνεται mainstream ή και «μετριοπαθής», αφήνει άναυδους πολλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο εξωτερικό, οι οποίοι είχαν συνηθίσει να βλέπουν τους Αμερικανούς πολιτικούς να ακολουθούν μια προσεκτική γραμμή, μεταξύ του επαρχιακού δεξιόστροφου λαϊκισμού των λευκών με χαμηλή μόρφωση («red necks») και του επικρατούντος «μετριοπαθούς» ρεύματος. Το κέντρο, μέχρι τώρα, πάντοτε άντεχε.

Όμως άν ο κ. Trump βρισκόταν εδώ σε μας στην Ευρώπη, θα ήταν σαν να βρίσκεται στο σπίτι του. Τα mainstream ευρωπαϊκά κόμματα δύσκολα παίρνουν πια στις εθνικές εκλογές τις μισές από το σύνολο των ψήφων. Αντίθετα, αυτός που κερδίζει όλο και περισσότερες, είναι ο λόγος της πολιτικής δυσαρέσκειας που δεν βγαίνει από το μυαλό αλλά από το στομάχι. Όταν μπαίνω σ' ένα καφέ εδώ στη Σόφια, ή στη Βαρσοβία, ή στο Άμστερνταμ, ακούω παρέες γυναικών και ανδρών να συζητούν για τους ξένους που πρέπει να διωχτούν από τη χώρα, για μουσουλμάνους που πρέπει να παρεμποδιστεί ο ερχομός τους και για τοίχους που πρέπει να σηκωθούν στα σύνορά μας.
Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν εξ ονόματος πλειοψηφιών, οι οποίες βλέπουν τους εαυτούς τους να απειλούνται από την απώλεια της πολιτικής ισχύος που διέθεταν πριν και από την γρήγορη μείωση της οικονομικής τους ευημερίας. Νιώθουν ξεγελασμένοι και από τη δημογραφική επανάσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλο τον κόσμο. Είναι αυτό που απειλεί να τους κάνει μειονότητες μέσα στις δικές τους χώρες. Η ωμή αμεσότητα του κ. Trump και η απαράμιλλη ικανότητά του να χειρίζεται τα Μέσα Ενημέρωσης, μοιάζει τόσο πολύ με το πολιτικό ύφος του Ιταλού πρώην πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ώστε μερικές φορές αναρωτιέμαι μήπως τυχόν ο κ. Μπερλουσκόνι προπονεί κρυφά τον κ. Τραμπ από τα παρασκήνια. 
Αλλά και ο Bernie Sanders μάλλον θα φαινόταν οικείος στους Ευρωπαίους. Οι περισσότεροι από τους νέους Ευρωπαίους που γνωρίζω, βλέπουν τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα χειραγωγημένο και άδικο. Αυτοί οι νέοι, τον πραγματικό σοσιαλισμό - όχι ακριβώς τον σοσιαλισμό της γερμανικού στιλ «νεο-φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας» - πολύ δύσκολα θα τον θεωρούσαν βρώμικη λέξη. Βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους μεγαλύτερους χαμένους του status quo και συχνά, χωρίς να το κρατούν κρυφό, ονειρεύονται μιαν επανάσταση (αν και, ευτυχώς, μη βίαιου είδους). Γι' αυτούς τους νέους, ο πόλεμος μεταξύ των γενεών είναι η νέα έκδοση του ταξικού πολέμου της εποχής των γονέων τους (και των παππούδων ή και προ-παππούδων τους).
Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, σχεδόν το μισό των νέων είναι άνεργοι, παρά τα πανεπιστημιακά πτυχία που έχουν πολλοί από αυτούς. Κρίνουν την παγκοσμιοποίηση ως μια ολοκληρωτική καταστροφή και απεχθάνονται την ιδέα του ελεύθερου εμπορίου. Και παρόλο που ο κ. Sanders δεν είναι ο Γάλλος σοσιαλιστής του αρχών του 20ού αιώνα Ζαν Ζωρές (Jean Jaurès) [ήταν έξοχος ρήτορας], ούτε ο Λέων Τρότσκι (τον κ. Σάντερς τον βρίσκω τόσο συναρπαστικό, όσο περίπου ένα σάντουιτς με αγγούρι), εντούτοις πολλοί από τους νεαρούς ριζοσπάστες στην Αμερική και την Ευρώπη βλέπουν ακόμη και αυτό το γεγονός, το ότι δεν είναι χαρισματικός, ως ένα επιπλέον σημάδι της ακεραιότητας του χαρακτήρα του και της αυθεντικότητάς του.
Ούτε και η απότομη στροφή του Ομπάμα προς τον ρεαλισμό στην εξωτερική πολιτική μου φέρνει σύγχυση. Ο Ομπάμα λέει ότι έχει πετάξει το «βιβλίο της Ουάσιγκτον με τις οδηγίες χρήσης». Αυτό έχει εκπλήξει και τρομάξει τους συμμάχους της Αμερικής στην Ευρώπη. Όμως η διαβόητη πολιτική ρήση του Ομπάμα «μην κάνετε ηλίθια πράγματα», ήταν και είναι η μόνη οργανωτική αρχή της εξωτερικής πολιτικής των Ευρωπαίων εδώ και χρόνια. Απλά, ο Ομπάμα δηλώνει ρητά και φανερά κάτι που μας είναι γνωστό στην Ευρώπη εδώ και πολύ καιρό: ότι η Αμερική γίνεται όλο και πιο προσεκτική στην εξωτερική της πολιτική, δηλαδή πιο ευρωπαϊκή. Οι Αμερικανοί δεν είναι πια από τον πλανήτη Άρη και οι Ευρωπαίοι δεν είναι πια από την Αφροδίτη. Ίσως, όλοι μαζί είμαστε τώρα πια από τον πλανήτη Κρόνο και προσπαθούμε να κρατήσουμε τον χυδαίο όχλο μακριά, για να μη λερώσει τους όμορφους δακτυλίους μας.
Αν αυτό τον καιρό κάποιοι αδυνατούν να «καταλάβουν» την Αμερική, αυτοί είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Δεν βλέπουν ότι η χώρα τους γίνεται γρήγορα «κανονική», ότι δεν μπορεί πια να βασίζεται σε μια οικονομική ανάπτυξη μέχρι το άπειρο, από την οποία υποτίθεται ότι θα επωφελούνταν ευρέα στρώματα, ούτε και σε μια πριγκηπική γεωπολιτική απομόνωση.  
«Ήταν η μοίρα μας ως έθνος να μην έχουμε ιδεολογίες, αλλά να είμαστε εμείς οι ίδιοι μία ιδεολογία», είπε κάποτε ο Αμερικανός ιστορικός Richard Hofstadter.
Πολιτικό γκράφιτι στη Σαρδηνία
Συγκρίνοντας τον εαυτό τους με την Ευρώπη, οι Αμερικανοί υπερηφανεύονταν ότι «αυτά δεν μπορούν να συμβούν εδώ» - δηλαδή, ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός και ο ευρωπαϊκός φασισμός. Θεωρούσαν τη χώρα τους απρόσβλητη από τις παθολογίες της δημοκρατίας: Τα πλήθη μπορεί να τρελαθούν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, αλλά όχι στην Αμερική, στη γη της κοινής λογικής. Όμως, μετά από τα τελευταία χρόνια της ακραίας πόλωσης και της δυσλειτουργικής διακυβέρνησης, εξακολουθούν άραγε οι Αμερικανοί να είναι πεπεισμένοι ότι η δημοκρατία τους δεν μπορεί να απειληθεί; 
Τώρα που η διαδικασία «εξομάλυνσης» της Αμερικής ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, έχω την αίσθηση ότι πολλοί Ευρωπαίοι αρχίζουν να νοσταλγούν εκείνη την Αμερική, για την οποία ποτέ δεν αισθανθήκαμε πραγματική κατανόηση. Αυτή είναι η Αμερική που κρατά στη φυλακή ένα μεγάλο μέρος των νέων μαύρων ανθρώπων της, ωστόσο εκλέγει έναν μαύρο άνθρωπο ως πρόεδρό της. Μια Αμερική που μπορεί ακόμα να εφαρμόζει τη θανατική ποινή, αλλά ταυτόχρονα να προστατεύει και τα δικαιώματα των μεταναστών. Μια Αμερική που δεν προσπαθεί πια να δίνει διαταγές σε όλο τον κόσμο, αλλά που είχε κάποτε μεγάλο πάθος να τον αλλάξει. Μια Αμερική με τις ατέλειες και ελαττώματά της, αλλά και με τις υποσχέσεις της. Μια Αμερική που ήταν κάποτε πιο φιλόδοξη και λιγότερο αμφίσημη. Εκείνη η Αμερική ήδη μας λείπει.
Ο Ιβάν Κράστεφ (1965) είναι πρόεδρος του Centre for Liberal Strategies στη Σόφια και μόνιμος συνεργάτης του Institute for Human Sciences στη Βιέννη. Ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Κέντρου για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ανάλυση (CEPA), του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Ιδρύματος (ECF) και αλλων φορέων.Μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Transit - Europäische Revue.
Από το 2004-2006 ο Ιβάν Κράστεφ υπήρξε ο εκτελεστικός διευθυντής της Διεθνούς Επιτροπής για τα Βαλκάνια υπό την προεδρία του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζουλιάνο Αμάτο. Ήταν η editor-in-chief της βουλγαρικής έκδοσης του Εξωτερικής Πολιτικής και ήταν μέλος του Συμβουλίου του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών του Λονδίνου (2005-2011). Συνεργασίες σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Οξφόρδη (St. Antony’s College), ΗΠΑ, Βουδαπέστη, Βερολίνο, Ελβετία. 

 
Εκτενές βιογραφικό και επιλεγμένες δημοσιεύσεις


Αρθρογραφία του Ιβάν Κράστεφ στο National Endowment for Democracy

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Νέα Δεξιά, παλιοί στοχαστές, εκκρεμότητες της Αριστεράς του Μίχα Μπρούμλικ /αναδημοσίευση απο το (εξαιρετικο) μπλογκ http://aftercrisisblog.blogspot.gr

Νέα Δεξιά, παλιοί στοχαστές, εκκρεμότητες της Αριστεράς

του Μίχα Μπρούμλικ
© Blätter für deutsche und internationale Politik - Micha Brumlik: Das alte Denken der neuen Rechten - Mit Heidegger und Evola gegen die offene Gesellschaft, «Blätter» 3/2016,
 
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή τη στιγμή σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης παγιώνεται μια βασική τάση όχι πια απλώς συντηρητική αλλά σαφώς προς τα δεξιά. Και αυτό συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι σε καμμιά περίπτωση δεν αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες τις συνηθισμένες αιτίες και αφορμές τέτοιων διαθέσεων. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση είναι η συγκριτικά καλύτερη που έχει παρατηρηθεί εδώ πάνω από είκοσι χρόνια: Η ανεργία έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 6 %, τα έσοδα του κράτους από τη φορολογία αυξάνουν, ακόμη και οι συντάξεις έχουν αυξηθεί ελαφρώς, η εξαγωγική δραστηριότητα εξακολουθεί να ανθεί αμείωτη και το εμπόριο επωφελείται από τη σταθερή ζήτηση (εκτός των άλλων, και εξαιτίας του προσφυγικού κύματος). 
Βεβαίως και στη Γερμανία μεγαλώνει όλο και περισσότερο το χάσμα μεταξύ των ισχυρότερων και των ασθενέστερων εισοδηματικών ομάδων, ενώ ο αριθμός όσων απασχολούνται σε επισφαλείς εργασιακές σχέσεις παραμένει σε σταθερά υψηλό επίπεδο. Αρκούν όμως αυτά για να εξηγήσουν την εκπληκτική άνοδο των δεξιών λαϊκιστικών διαθέσεων και των ριζοσπαστικών δεξιών ρευμάτων; Και πώς μπορεί αυτή η Νέα Δεξιά να στηριχτεί σε ένα πρόγραμμα με θεωρητικές αξιώσεις - ειδικά στη Γερμανία, όπου φαίνεται να ισχύει και τώρα ο κανόνας, ότι στην αρένα της δημόσιας σφαίρας είναι ταμπού όλα όσα υπενθυμίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εποχή του Εθνικοσοσιαλισμού ;  
Princess Ateh © dumkaptaha
Από τους «Ταυτοτιστές» (Identitären) στο κόμμα Εναλλακτική πρόταση για τη Γερμανία (AfD)
Ο κοινωνιολόγος Armin Nassehi, ο οποίος  ακολουθεί τη σκέψη του θεωρητικού των συστημάτων Νίκλας Λούμαν (Niklas Luhmann), διδάσκει και κάνει έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 2015 δημοσίευσε ένα αξιοσημείωτο και προκλητικό βιβλίο με τίτλο «Η τελευταία ώρα της αλήθειας. Γιατί η Αριστερά και η Δεξιά δεν είναι πια εναλλακτικές λύσεις και γιατί η κοινωνία πρέπει να περιγράφεται εντελώς διαφορετικά» (Die letzte Stunde der Wahrheit. Warum rechts und links keine Alternativen mehr sind und Gesellschaft ganz anders beschrieben werden muss). Σ' αυτό το βιβλίο, στο οποίο, εκτός των άλλων, τραβά την προσοχή και η αλληλογραφία του συγγραφέα με τον δεξιό διανοούμενο Γκετς Κούμπιτσεκ (Götz Kubitschek), ο Nassehi όχι μόνον θέλει να αποδείξει ότι η αριστερή οικουμενική σκέψη δεν μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, εκτός των άλλων επειδή οι εκπρόσωποι αυτής της αριστερής σκέψης ζουν de facto με τρόπο «δεξιό», αλλά επίσης επιχειρεί να δείξει τα χαρακτηριστικά της «δεξιάς» σκέψης· ωστόσο το κάνει πολύ επιφανειακά.  
Το «να σκέφτεσαι με δεξιό τρόπο», σύμφωνα με τον Nassehi «σημαίνει να μπορείς να κατανοείς την ανθρώπινη ύπαρξη μόνον ως αναπόφευκτα ενταγμένη σε μια συγκεκριμένη ομάδα, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό, θεωρητικές, κανονιστικές και πολιτικές. Συνακόλουθα, οι άνθρωποι είναι κατά κύριο λόγο μέλη μεγάλων κοινοτήτων και η λύση των κοινωνικών προβλημάτων επιτάσσει σε τελευταία ανάλυση την ομοιογένεια ή την εσωτερική συνοχή μιας τέτοιας ομάδας. Η προϋπόθεση για τη δεξιά ιδέα της εθνικολαϊκής αλληλεγγύης ήταν η αριστερή ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας. Και οι δύο είναι εξίσου παλιές και πρωταρχικές» [1]
Αναμφίβολα, η υπόθεση περί ομοιογένειας, εννοούμενης πολιτισμικά, αποτελεί μια από τις βάσεις της σκέψης αυτών των νέων δεξιών, αλλά μόνον μία μεταξύ άλλων. Τουλάχιστον εξίσου σημαντικές είναι οι έννοιες της πολιτικοποίησης του χώρου, καθώς επίσης ιδέες για (επαν)ϊεροποίηση κοινωνικών λειτουργιών, ιδιαίτερα της κυριαρχίας.
Και τα τρία στοιχεία - η πολιτισμικά εννοούμενη ομοιογένεια, η πολιτικοποίηση του χώρου και η εκ νέου μυθοποίηση των κοινωνικών λειτουργιών - περιλαμβάνονται στις πολιτικές πεποιθήσεις εκείνων των ομάδων, οι οποίες στην Αυστρία και τη Γερμανία αυτοαποκαλούνται «ταυτοτιστές». Ο χαρακτηρισμός αυτός παραπέμπει στην Γαλλία, στην γαλλική Νέα Δεξιά («Nouvelle Droite») του ακόμη και τώρα ενεργού πολιτικά Αλαίν ντε Μπενουά (Alain de Benoist) και αντιπροσωπεύει τις ιδέες του. Σύμφωνα με αυτές, κάθε εθνική ομάδα έχει το δικό της δικαίωμα ύπαρξης, αλλά μόνον στον χώρο που δικαιωματικά της ανήκει. Στην ιστοσελίδα του αυστριακού βραχίονα του κινήματος, η ιδέα του ταυτοτισμού παρουσιάζεται ως «μήνυμα ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης του κάθε λαού και του κάθε πολιτισμού μέσα στα πλαίσιο του ιδιαίτερου χαρακτήρα του». [2]  
Όποιος είναι προσηλωμένος στην περιφερειακή, εθνική και πολιτισμική καταγωγή του, είναι «ταυτοτιστής» και αυτό είναι βίωμά του. Δεν αναφερόμαστε εδώ στα στενόμυαλα αισθήματα δυσαρέσεκιας και εχθρότητας των διαδηλωτών του Pegida, αλλά σε ένα φάσμα ανθρώπων και μέσων ενημέρωσης, από τον δεξιό μεταρρυθμισμό της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Junge Freiheit» τα βιβλία του εκδοτικού οίκου «Ανταίος», τις εκδόσεις του «Instituts für Staatspolitik» («Ινστιτούτο για την κρατική πολιτική»), το νεανικό περιοδικό «Blaue Narzisse» («Γαλάζιος Νάρκισσος») και το περιοδικό «Sezession» («Απόσχιση»), που εργάζονται για την πολιτική αποκατάσταση της δεξιάς σκέψης. Να μη λησμονούμε τον εκδότη του περιοδικού «Compact» Γιούργκεν Ελζέσερ (Jürgen Elsässer), ο οποίος προπαγανδίζει με ειρηνιστικά επιχειρήματα μια γερμανο-ρωσική συμμαχία, όπως εκείνη που επιδίωκε η «συντηρητική επανάσταση» του Μεσοπολέμου, συνακόλουθα και μια ξενοφοβική, αυταρχική διακυβέρνηση. Όλα αυτά ασφαλώς διασυνδέονται με το κόμμα Εναλλακτική πρόσταση για τη Γερμανία (AfD), πράγμα που φαίνεται, εκτός των άλλων, από το γεγονός ότι ένας πρώην συνεργάτης του Πέτερ Σλότερντικ (Peter Sloterdijk) στο πανεπιστήμιο, ο Μαρκ Γιόνγκεν (Marc Jongen), «κομματικός φιλόσοφος» της AfD στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, προσπαθεί να προσανατολίσει ιδεολογικά το κόμμα του προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη από τον Ιανουάριο του 2014 το είχε δημοσιοποιήσει στο περιοδικό «Cicero», χωρίς όμως να τύχει της δέουσας προσοχής[3].
Οι συγγραφείς όλων αυτών θεωρούν τον εαυτό τους δεσμευμένο σ' αυτό ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είχε αποκαλέσει «μετα-πολιτική»· δηλαδή σ' ένα δόγμα για την πολιτική που περιγράφεται μεν με φιλοσοφικό τρόπο, πρέπει όμως προωθείται με τέτοιο τρόπο στην κοινωνία, ώστε να αλλάζει τα πολιτισμικά πρότυπα επικοινωνίας ήδη στο προ-πολιτικό πεδίο, ως ένα είδος «Γκραμσιανισμού από τα δεξιά». Με αυτό τον τρόπο, η πολιτική αυτή θα παρακινεί τους πολίτες να αποδεχτούν το κλείσιμο του έθνους στον εαυτό του, να υποταγούν στον αυταρχισμό και να υποστηρίζουν το ομοιογενές εθνικό κράτος.  
Self – Olguinjr_1981
Από τον Μάρτιν Χάιντεγκερ στον Αλεξάντρ Ντούγκιν 
Μ' αυτό τον τρόπο περνούν πέρα από τα όρια του ιστορικού φασισμού: με τα μέσα επικοινωνίας της εποχής μας, όπως είναι π.χ. το ιστολόγιο του κινήματος των ταυτοτιστών «Metapolitika», διαδίδουν τις απόψεις του φιλοσόφου Ιούλιου Έβολα (Julius Evola), ο οποίος ασκούσε κριτική «από τα δεξιά» στον Μουσολίνι, ιδιαίτερα όμως τις απόψεις του Αλεξάντρ Ντούγκιν, ο οποίος για ένα διάστημα ήταν προστατευόμενος του Βλαντίμιρ Πούτιν. Όπως πρόσφατα αποκαλύφθηκε, ακόμη και ένας από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, παρέπεμπε στον Έβολα, που είναι μια μορφή ελάχιστα γνωστή στη σημερινή Γερμανία, επιδοκιμάζοντας μάλιστα τις απόψεις του [4]. Εδώ ήταν φανερή μια εκλεκτική συγγένεια, γιατί ο Έβολα, όπως και ο Χάιντεγκερ, στρέφονταν ταυτόχρονα εναντίον του κομμουνισμού και του «αμερικανισμού». 
Ξανά και ξανά Μάρτιν Χάιντεγκερ. Δεν είναι τυχαίο, ότι ακόμη και σήμερα δεν λέει να τελειώσει η συζήτηση γι' αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ποτέ δεν παραιτήθηκε από την συμμετοχή του ως μέλους στο Ναζιστικό Κόμμα, ήταν από πεποίθηση αντισημίτης και απέδιδε την ευθύνη για την εξόντωση των Εβραίων σ΄ αυτούς τους ίδιους. Όλα αυτά τα απέδειξαν με τρόπο αδιαμφισβήτητο τα «Μαύρα Σημειωματάριά» του (Schwarze Hefte), που δημοσιεύτηκαν το 2013. Ωστόσο, αυτή η συζήτηση περί τον Χάιντεγκερ, ειδικά μετά την αποκάλυψη του «ιστορικού του αντισημιτισμού τού Είναι» (κατά την έκφραση του Peter Trawny), θα αποδείξει κατά πόσον ένας τρόπος σκέψης εχθρικός προς τον Διαφωτισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία του ατόμου και τη φιλελεύθερη δημοκρατία, θα έχει μια ακόμη ευκαιρία να καθιερωθεί.
Για τον Αλεξάντρ Ντούγκιν, ο Χάιντεγκερ είναι σε κάθε περίπτωση ο βασικός εγγυητής της δικής του ριζικά αντι-οικουμενικής θεωρίας. Ταυτόχρονα, η γερμανική Νέα Δεξιά προσανατολίζεται όλο και περισσότερο προς τον Αλεξάντρ Ντούγκιν. Έτσι, ο Jürgen Elsässer δημοσίευσε στο περιοδικό του «Compact» μια συνέντευξη με τον Ντούγκιν, ο οποίος απάντησε ως εξής στο ερώτημα γιατί προπαγανδίζει την ευρασιανική ιδέα:
«Επειδή είναι μια ιδέα που εναρμονίζεται με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ρωσία και η ρωσική κοινωνία. Ποιες εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν; Υπάρχει ο φιλελεύθερος Δυτικός κοσμοπολιτισμός, όμως η ρωσική κοινωνία δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθεί αυτή την ιδέα. Υπάρχει επίσης ο εθνικισμός, ο οποίος επίσης δεν είναι κατάλληλος για την Ρωσία, η οποία είναι μια χώρα πολυεθνική. Ούτε ο σοσιαλισμός είναι κατάλληλος ως υποστηρικτικό ιδανικό για τη Ρωσία· και βασικά, ποτέ δεν λειτούργησε πραγματικά εκεί, ούτε στο παρελθόν. Συνακόλουθα η ευρασιανική ιδέα είναι μια ρεαλιστική και ιδεαλιστική σύλληψη. Δεν είναι μια απλή ρομαντική ιδέα· είναι μια τεχνική, γεωπολιτική και στρατηγική αντίληψη, η οποία υποστηρίζεται από όλους εκείνους τους Ρώσους που σκέφτονται συνειδητά και με υπευθυνότητα» [5]
Είτε το ένα, είτε το άλλο. Αυτοκτονία του ανθρώπινου γένους ή μεταστροφή
Ο Αλεξάντρ Ντούγκιν, γεννημένος το 1962, στη δεκαετία του 1990 ήταν αναπληρωτής πρόεδρος του απαγορευμένου σήμερα Εθνικο-Μπολσεβίκικου Κόμματος της Ρωσίας και στην περίοδο 2010-2014 ήταν καθηγητής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Ως θεωρητικός ενός «ευρασιατικού» πολιτισμικού χώρου (σε αντίθεση με τον αντίστοιχο «Ατλαντικό» χώρο), προπαγανδίζει μια «Τέταρτη Πολιτική Θεωρία», η οποία, μετά τον φιλελευθερισμό, τον φασισμό και τον κομμουνισμό, είναι καταλληλότερη για να εξασφαλιστεί η επιβίωση της ανθρωπότητας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Στο «Μανιφέστο της Παγκόσμιας Επαναστατικής Συμμαχίας» που έγραψε ο Ντούγκιν, σημειώνει ότι η φάση του καπιταλισμού έφτασε στα φυσικά της όρια, οι πόροι εξαντλήθηκαν, ο δυτικός φιλελεύθερος, κοσμοπολίτικος τρόπος ζωής και η  ψυχρότητα του Διαδικτύου καταλήγουν να καταστρέφουν όλες τις κοινωνικές σχέσεις και συνακόλουθα καταστρέφεται η συμβατική εικόνα της ατομικότητας και του ατόμου.
Ποτέ πριν δεν είχε τόσο πολύ θεοποιηθεί ο ατομικισμός, ποτέ πριν οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δεν είχαν εξομοιωθεί τόσο πολύ μεταξύ τους όσο σήμερα - στη συμπεριφορά, στις συνήθειες, στην εμφάνιση, στις τεχνικές και στα γούστα τους. Με την υπόσχεση των ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η ανθρωπότητα έχει χάσει τον εαυτό του. Σύντομα θα αντικατασταθεί από το μετα-ανθρώπινο: από κλωνοποιημένα ανδροειδή [6]. 
Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η παγκοσμιοποίηση και η «παγκόσμια διακυβέρνηση» οδηγούν στο τέλος των λαών και των εθνών, στο τέλος της γνώσης με πραγματικό περιεχόμενο, προς όφελος μιας ψευδο-«πραγματικότητας» που διαδίδεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Επίσης, αυτά οδηγούν στο τέλος οποιουδήποτε εκδοχής της προόδου. Άν η σημερινή κατάσταση συνεχίσει να εξελίσσεται, δεν πρέπει να αναμένουμε τίποτε άλλο, παρά μόνον μια καταστροφή Αποκαλυψιακού τύπου. Όλα αυτά τα φαινόμενα υποδηλώνουν το τέλος ενός μακροχρόνιου ιστορικού κύκλου, οι χαρακτηριστικές φάσεις του οποίου είναι η άνοδος και η πτώση του δυτικού κόσμου. Ο κύκλος αυτός άρχισε από την αρχαιότητα, ή το αργότερο από την Αναγέννηση· το τέλος του, σύμφωνα με τον Ντούγκιν, θα είναι η αυτοκτονία του ανθρώπινου είδους. Η σωτηρία είναι δυνατή μόνον μέσω μιας ριζικής μεταστροφής, μέσω ενός αναστοχασμού εκ θεμελίων, με προσανατολισμό προς άλλες κατηγορίες σκέψης, μέσω στοχασμού που θα οδηγήσει τελικά σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Αυτοί θα επιταχύνουν την παρακμή της Δύσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, προκειμένου να επιβιώσουν οι ίδιοι: Οι σχηματισμοί αυτοί θα είναι λαοί περιορισμένοι και δεσμευμένοι σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς χώρους, χωρίς καμμιά αμοιβαία αξίωση ανωτερότητας του ενός επί του άλλου.
Η επιστροφή στη Δεξιά, στο εθνοφυλετικό (Völkische)
Με αυτή την ιδέα μιας ριζικής μεταστροφής, μιας «επιστροφής» («Kehre»), ο Ντούγκιν, εκτός από την γεωπολιτική ιδέα της Ευρασίας, παραπέμπει ειδικά στον Μάρτιν Χάιντεγκερ [7]. Παρεμπιπτόντως, από τις σκέψεις του Ντούγκιν για τον Χάιντεγκερ, αποκαλύπτεται και το εξής: δεν είναι καθόλου ακριβές ότι ο Χάιντεγκερ ήρθε για πρώτη φορά ιδεολογικά κοντά στον Ναζισμό στην [μεταγενέστερη] περίοδο που έγραφε τα «Μαύρα Σημειωματάρια». Αντίθετα, ήταν ήδη κοντά στον Ναζισμό από την προγενέστερη φάση, όταν έγραφε το πιο σημαντικό βιβλίο του «Sein und Zeit» («Είναι και Χρόνος»), το οποίο έγραψε ιστορία στην φιλοσοφική σκέψη. Η πρόσληψη αυτού του βιβλίου από τον Ντούγκιν πρέπει να διευκρινιστεί, μεταξύ άλλων, και επειδή το εθνοφυλετικό, δεξιό περιεχόμενο αυτού του βιβλίου δεν  πέρασε τότε απαρατήρητο από φοιτητές και φίλους του Χάιντεγκερ, όπως ήταν ο Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse), ο Καρλ Λέβιτ (Karl Löwith) και -  last but not least - η Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt). Ούτως ή άλλως, ο Ντούγκιν παραπέμπει ρητά στο βιβλίο «Είναι και Χρόνος» και στην κατηγορία τού «Είναι-εδώ» («Dasein»).
Λαός σημαίνει Dasein. Ο Χάιντεγκερ είπε: Dasein existiert völkisch (Το Είναι-εδώ υπάρχει λαϊκο-εθνοφυλετικά) [...] Για ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο ον, το να είναι [zu sein], σημαίνει κατά πρώτον να είναι [zu sein] Γερμανός, Γάλλος, Ρώσος, Αμερικανός, Αφρικανός κτλ [...] Το λαϊκο-εθνοφυλετικό (Das Völkische) είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται πλησιέστερα στην ουσία του ανθρώπου [8] 
Στην πραγματικότητα, ο Ντούγκιν μεταφέρει ανακριβώς τα αποσπάσματα, βασικά όμως παραπέμπει στα σωστά χωρία του βιβλίου του Χάιντεγκερ «Είναι και Χρόνος», δηλαδή στην παράγραφο 74, όπου αναφέρεται:
Αλλ' αν το μοιραίο εδωνά-Είναι [schicksalhafte Dasein] ως μες-στον-κόσμον-Είναι υπάρχει ουσιαστικά μες στο Συνείναι με Άλλους, το γίγνεσθαί του είναι συγγίγνεσθαι [ist sein Geschehen ein Mitgeschehen] και ορίζεται ως πεπρωμένο [Geschick]. Πεπρωμένο είναι το γίγνεσθαι της κοινότητας, του λαού [Volk: πάντα με την εθνικοφυλετική επίγευση της λέξης στα γερμανικά της μεσοπολεμικής εποχής]. Το πεπρωμένο δεν συντίθεται από ατομικές μοίρες [Schicksal = στον Χάιντεγκερ η μοίρα του ατόμου, ενώ σε διάκριση απο αυτήν Geschick = πεπρωμένο της ευρύτερης ομάδας, του λαού], όπως η συναλληλία δεν μπορεί να νοηθεί ως συμπαρεύρεση πολλών υποκειμένων. Οι μοίρες έχουν ήδη εκ των προτέρων αχθεί στη συναλληλία μέσα στον ίδιο κόσμο και στην αποφασιστικότητα για ορισμένες δυνατότητες. Με την κοινοποίηση και τον αγώνα πρωτοελευτερώνεται η δύναμη του πεπρωμένου. Το μοιραίο πεπρωμένο [schicksalhafte Geschick] του εδωνά-Είναι μέσα στην- και μαζί με την «γενιά» του συγκροτεί το πλήρες, αυθεντικό γίγνεσθαι του εδωνά-είναι.
[η ελληνική μετάφραση του Γιάννη Τζαβάρα, μερικές από τις επεξηγήσεις είναι δικές του: Μάρτιν Χάιντεγκερ, Είναι και Χρόνος, Δωδώνη, Αθήνα 1985, τόμ. 2, σ. 633-634]. Το πρωτότυπο στη γερμανική γλώσσα:
Wenn aber das schicksalhafte Dasein als In-der-Welt-sein wesenhaft im Mitsein mit anderen existiert, ist sein Geschehen ein Mitgeschehen und bestimmt als Geschick. Damit bezeichnen wir das Geschehen der Gemeinschaft, des Volkes. Das Geschick setzt sich nicht aus einzelnen Schicksalen zusammen, sowenig als das Miteinandersein als ein Zusammenkommen mehrerer Subjekte begriffen werden kann. Im Miteinandersein in derselben Welt und in der Entschlossenheit für bestimmte Möglichkeiten sind die Schicksale im vorhinein schon geleitet. In der Mitteilung und im Kampf wird die Macht des Geschickes erst frei. Das schicksalhafte Geschick des Daseins in und mit seiner ‚Generation’ macht das volle, eigentliche Geschehen des Daseins aus. [9]
Ήδη το 2005 από τον Emmanuel Faye [10] και αργότερα από τον Johannes Fritsche [11], αυτές οι φράσεις αναγνωρίστηκαν ως σχήματα - φορείς μιας φιλοσοφίας λαϊκο-εθνοφυλετικής (völkisch) σε τελευταία ανάλυση. Στην πραγματικότητα, αυτά τα σχήματα δεν αναφέρονται για πρώτη φορά στην παράγραφο 74, η οποία βρίσκεται προς το τέλος του βιβλίου, αλλά εισάγονται ήδη στην αρχική έκθεση του περιεχομένου του «Είναι και Χρόνος», στην παράγραφο 6. Σ' αυτή την παράγραφο, ο Χάιντεγκερ, επιχειρεί να απορρίψει έναν τρόπο παρατήρησης της ιστορίας που την αντικειμενοποιεί και να καταστήσει σαφές ότι το κάθε φορά παρελθόν, άν κατανοηθεί σωστά, προηγείται του «είναι-εδώ» («Dasein»)· πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το παρελθόν προσδιορίζει τo πεπρωμένο  της γενιάς του Dasein - άν αυτή η γενιά πάρει μαχητικά την μοίρα της στα χέρια της. 
Από το Είναι στον χώρο: Ένας στοχαστής του ευρασιανισμού
Κατά τον Αλεξάντρ Ντούγκιν αυτός ο προσδιορισμός από την ιστορία του Είναι (seinsgeschichtliche Bestimmung), αποκτά ένα νόημα και γίνεται σημαντικός μόνον μέσα στο πλαίσιο μιας θεωρίας του χώρου, ο οποίος κατανοείται πολιτισμικά· το σχέδιο μιας τέτοιας θεωρίας, ο Ντούγκιν το δανείζεται από πρώιμους «ευρασιανιστές» στοχαστές, καθώς επίσης από τον όψιμο Χάιντεγκερ (και πάλι). Ο Ντούγκιν παραπέμπει στον εθνολόγο, ποιητή και φιλόσοφο Λεβ Νικολάγιεβιτς Γκουμιλιόφ (1912-1992), τον γιο της μεγάλης ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα· με τη βοήθεια του έργου του επιχειρεί να ορίσει ως «ευρασιανικό» ιδεαλισμό μια κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία κάθε «εθνότητα» είναι ένας φυσικός σχηματισμός που δέχεται την επιρροή κοσμικών ενεργειών, οι οποίες μπορούν να μεταβάλλουν τη μοίρα του. [Ωστόσο ο Ανατόλι Λίμπερμαν υποστηρίζει ότι τα έργα του Λ. Ν. Γκουμιλιόφ για την σχέση του γεωγραφικού χώρου με την εθνογένεση, ιδιαίτερα στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας, στην πραγματικότητα δεν έχουν καμμία σχέση με τις θεωρίες των «ευρασιανιστών» - βλ. N.S. Trubetzkoy and his works on history and politics, επίμετρο στην έκδοση δοκιμίων του σημαντικού ευρασιανιστή του μεσοπολέμου Ν. Σ. Τρουμπετσκόι, The Legacy of Genghis Khan, 1991].
Σύμφωνα με την θεωρία του Ντούγκιν, ως «εθνότητες» νοούνται σύνολα ανθρώπων κάθε μορφής, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν μια κοινή ιστορία. Όμως, διαφέροντας από τον δυτικό τρόπο σκέψης, η πολιτική μορφή που υιοθετούν τέτοιου είδους ομάδες στον ευρασιατικό χώρο δεν είναι η «δημοκρατία» αλλά η «δημοτεία»:
«Η τέτοιου είδους συμμετοχή», λέει και πάλι ο Ντούγκιν, «αρνείται κάθε ιεραρχημένη δομή και δεν πρέπει να παίρνει φορμαλιστική μορφή μέσω των κοινοβουλευτικών κομματικών δομών. Η δημοτεία κυβερνάται με ένα σύστημα επαρχιακών Δικαστηρίων και περιφερειακών ή εθνικών κυβερνήσεων. Αναπτύσσεται με βάση το κοινωνικό αυτεξούσιο και τον αγροτικό κόσμο. Ένα παράδειγμα δημοτείας ήταν η εκκλησιαστική ιεραρχία, η οποία εκλέγονταν από τους ενορίτες του πρώιμου Ρους της Μόσχας» [η δεύτερη φάση του μεσαιωνικού ρωσικού κράτους, με κέντρο τη Μόσχα, μετά το Ρους του Κιέβου] [12] 
Αυτή η «νεο-ευρασιανική» θεωρία του Πολιτικού, κληρονομεί συνειδητά τις ιδέες της γερμανικής «συντηρητικής επανάστασης» [του Μεσοπολέμου] και αντιπαραθέτει στη σύγχρονη σκέψη μιαν αντίληψη του χρόνου όχι πια γραμμική, αλλά κυκλική, καθώς επίσης το δόγμα ριζικά διαφορετικών τρόπων του Είναι και μια «ιερή γεωγραφία». Όμως από αυτά προκύπτει ένα δόγμα της μη-μεταφρασιμότητας διαφορετικών αυτοδύναμων, κλειστών στον εαυτό τους πολιτισμών και η απαίτηση για αμοιβαία αναγνώριση και αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ τους:
Είμαστε βαθιά πεπεισμένοι ότι ο κοινός μας στόχος είναι η προστασία της ιδιαίτερης φύσης των εθνών, των πολιτισμών, των θρησκειών, των γλωσσών, των αξιών και των φιλοσοφικών συστημάτων, γιατί ακριβώς αυτό ως όλον, σηματοδοτεί την «πλούσια ανθοφορία» της ηπείρου μας [13]
Η υψηλότερη αξία αυτής της αντίληψης του κόσμου, συνίσταται λοιπόν στην διαφύλαξη της ιδιαίτερης ταυτότητας, δηλαδή εκείνου του πεπρωμένου (Geschick), εκείνης της ιστορίας, από τα οποία προέκυψε καθένα από αυτά τα σύνολα· γι' αυτό το λόγο, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει τη δική του «αλήθεια», το δικό του «σύστημα αξιών» σε κάποιον άλλο. «Η Δύση και η Ανατολή, το κάθε θρησκευτικό δόγμα, το κάθε εθνοτικό και πολιτισμικό σύνολο», λέει ο Ντούγκιν, «έχουν την ιδιαίτερη δική τους αλήθεια. Έχουμε κάθε λόγο να μοιραζόμαστε την δική μας αλήθεια με άλλους, αλλά ποτέ δεν πρέπει να τους την επιβάλλουμε με τη βία».
Με τον λαό (Volk) και με τον χώρο εναντίον του οικουμενισμού 
Ο «νεο-ευρασιανισμός» θεωρεί την σημερινή μορφή της παγκοσμιοποίησης ως το πολιτικό εγχείρημα της Ατλαντικής Δύσης και αντιτάσσει σ΄ αυτήν ένα άλλο σχήμα πολιτικής οργάνωσης του κόσμου, δηλαδή το σχέδιο μιας στρατηγικής, γεωπολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης της ευρασιατικής ηπείρου, ως του λίκνου της ευρωπαϊκής ιστορίας και των λαών της [14]. Αλλά και στον «νεο-ευρασιανισμό», όπως τον προτείνει ο Ντούγκιν, ο ρόλος του Χάιντεγκερ δεν είναι ασήμαντος. Όπως έγινε γνωστό μόλις τώρα, μετά τη δημοσίευση των «Μαύρων Σημειωματαρίων», ο Χάιντεγκερ έτρεφε μεγάλες ελπίδες και έστρεφε το βλέμμα του προς τη Ρωσία, το ρωσικό λαό, τη ρωσική ψυχή, πράγμα που τον συνέδεε - και αυτό - με τους ιδεολόγους της «συντηρητικής επανάστασης». Ούτως ή άλλως, το 1938/1939, προφανώς έχοντας υπόψη του Νόμους της Νυρεμβέργης, ο Χάιντεγκερ αναφέρει:  
Γιατί δεν θα 'πρεπε, ο καθαρισμός και η διασφάλιση της φυλής να έχει ως προορισμό και να καταλήξει κάποτε σε μια μεγάλη ανάμειξη; Στην ανάμειξη με τον κόσμο των Σλάβων, τον ρωσικό, στον οποίο ο Μπολσεβικισμός επιβλήθηκε με εξαναγκασμό και δεν είναι κάτι ριζωμένο. Το γερμανικό πνεύμα, με την υψηλή του ψυχρότητα και αυστηρότητα, δεν θα έπρεπει να γίνει ο δάσκαλος ενός άλλου, αυθεντικά σκοτεινού, και ταυτόχρονα να το αναγνωρίσει ως το έδαφος στο οποίο βρίσκονται οι δικές του ρίζες;[15] 
Σε άλλες σημειώσεις ο Χάιντεγκερ στρέφει την προσοχή στον Ντοστογιέφσκι (ο οποίος έβαλε τους Δαίμονές του να πουν: «Όποιος όμως δεν έχει λαό, αυτός δεν έχει ούτε Θεό») και στη συνέχεια, περίπου κατά την εποχή της εισβολής του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση, ισχυρίζεται με προγραμματικό τρόπο: «Στην ουσία του Ρωσισμού βρίσκονται κρυμμένοι οι θησαυροί της προσδοκίας του Θεού, που είναι πολύ πιο σημαντικοί από όλες τις αποθήκες πρώτων υλών» [16]. Ο Χάιντεγκερ φαινόταν να κατανοεί ότι η κατάκτηση αυτών των θησαυρών δεν ήταν δυνατή χωρίς πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ωστόσο έγραφε: 
Είναι όμως ακόμη πιο φρικτό [από τον πόλεμο], όταν, χωρίς θυσία αίματος και καταστροφή εκ των έξω, ένας λαός που αδυνατεί να αντιληφθεί το ξερίζωμα του, παραπαίει και ολισθαίνει προς την έξοδό του από την ιστορία, υπό την κραυγαλέα φλυαρία περί ιστορίας όλων των ρητόρων του και των δημοσιογράφων του [17]  
Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται σαφές γιατί, μετά το τέλος του γραφειοκρατικού κρατικο-καπιταλιστικού «κομμουνισμού» της Σοβιετικής Ένωσης, η ριζοσπαστική ευρωπαϊκή δεξιά αισθάνεται συνδεδεμένη με τη Ρωσία του Πούτιν και γιατί ο Πούτιν ενισχύει οικονομικά αλλά και τροφοδοτεί με ιδέες την ευρωπαϊκή Δεξιά της Μαρίν Λε Πεν και του Βίκτορ Ορμπάν. Οι καλές σχέσεις μεταξύ του Εθνικού Μετώπου και του Πούτιν φαίνονται εκ πρώτης όψεως αντιφατικές, δεδομένου ότι η Λε Πεν ποτέ δεν σταματά να καυχάται για τα επιτεύγματα της Γαλλικής Επανάστασης και της Δημοκρατίας. Ωστόσο, άν την Επανάσταση και τη Δημοκρατία τις εξαίρει μόνον ως αποκλειστικά εθνικά επιτεύγματα της Γαλλίας, όπως π.χ. την Ιωάννα της Λωραίνης, τότε ακρωτηριάζει τις ιδέες της Επανάστασης, αφαιρεί την οικουμενική αιχμή τους που υπερβαίνει τα σύνορα των κρατών· μετατρέπει την κληρονομιά της Γαλλίας σε μια απλή πτυχή της η «Ευρώπης των εθνών», εντελώς στο πνεύμα του ντε Γκωλ. Στο θέμα αυτό, την ακολουθούν ουκ ολίγοι από τους πρώην αντι-ολοκληρωτικούς αριστερούς διανοούμενους, τώρα με αντι-μεταναστευτικό και εθνικιστικό πνεύμα, όπως τελευταία ο Αλαίν Φινκελκρότ (Alain Finkielkraut), ο οποίος πρόσφατα έγινε μέλος της Académie française, αυτού του ιερού ναού της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού. Έτσι, ο πολιτικός χώρος για το «ευρασιανικό εγχείρημα» εκτείνεται τώρα από τη Σιβηρία μέχρι και τα Πυρηναία.
Μια πολιτική θεωρία του χώρου
Ωστόσο σ' αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε μια πτυχή της ευρασιανικής ιδέας που είναι σωστή, αλλά μόνον σχετικά. Είναι σωστή στο βαθμό που ισχυρίζεται ότι ο «χώρος» είναι μια ουσιαστική πολιτική κατηγορία, πράγμα που οι δυτικές φιλελεύθερες κοινωνίες είχαν την πολυτέλεια να λησμονούν κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εύστοχα θα μπορούσε κανείς να καταλογίσει στο μεγαλύτερο μέρος της σημερινής πολιτικής σκέψης «παράβλεψη και λησμοσύνη του χώρου». Όταν γίνεται λόγος και αντιπαράθεση για τις χωρικές πτυχές του Πολιτικού, γίνεται μόνον για τον χώρο ως «περιβάλλον» στη συζήτηση περί την οικολογία ή σε σχέση με τον σχεδιασμό και προγραμματισμό στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Αλλά το γεγονός ότι ο «χώρος» δεν είναι μόνον μια μορφή εποπτείας, αλλά επίσης και ένας ουσιώδης τρόπος της ανθρώπινης ύπαρξης, πράγμα που είχε ήδη επισημάνει ο Καντ στην «Κριτική του Καθαρού Λόγου», τονίσθηκε προπαντός από τον Χάιντεγκερ στο έργο του «Είναι και Χρόνος». Οι άνθρωποι υπάρχουν πρώτα και κύρια σε χώρους που είναι ήδη μορφοποιημένοι με διαφορετικούς τρόπους.
Είναι φανερό ότι χρειάστηκε να συμβεί η κρίση των προσφύγων, η οποία μόνον υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης μπορούσε να συμβεί, να δούμε ανθρώπους που αναζητούν έναν καλύτερο τόπο διασχίζοντας μεγάλες και επικίνδυνες διαδρομές, για να περιέλθει και πάλι με αδιαμφισβήτητο τρόπο στη γνώση των δυτικών κοινωνιών ο δεσμός του ανθρώπου με το χώρο. Παρεπιμπτόντως, αυτή την εξάρτηση από τον χώρο, ο Ιμμάνουελ Καντ την λάμβανε πάντοτε συνειδητά υπόψη, και όχι μόνον στο επιστημολογικό πεδίο, δηλαδή στη θεωρία της γνώσης, αλλά και στο πεδίο της πολιτικής-ηθικής σκέψης. Στην παράγραφο 62 της «Μεταφυσικής των Ηθών» διαβάζουμε: 
Η φύση τους έχει περιορίσει [δηλαδή τους λαούς της Γης, σημ. M. M.] όλoυς μαζί (λόγω του σφαιρικού σχήματος του πλανήτη-διαμονής μας, του globus terraqueus) μέσα σε συγκεκριμένα όρια· και επειδή πάντα η κατοχή του εδάφους, πάνω στο οποίο μπορεί να ζήσει ο κάτοικος της Γης, μπορεί να νοηθεί μόνον ως κατοχή μέρους ενός ορισμένου όλου, συνακόλουθα μέρους στο οποίο ο καθένας έχει ένα πρωταρχικό δικαίωμα [γι' αυτό προκύπτει το εξής]: όλοι οι λαοί κατοικούν σε ένα πρωταρχικά κοινό έδαφος, όχι όμως με νομικά κοινή την κατοχή του.
Με άλλα λόγια, μόνον άν ο ζωτικός χώρος της ανθρωπότητας ήταν μια απεριόριστη, άπειρη επιφάνεια, μόνον τότε θα εξέλιπε η ανάγκη μιας νομικά (πράγμα που σημαίνει σε τελευταία ανάλυση πολιτικά) σχεδιασμένης μορφής του χώρου που είναι κατοικημένος από ανθρώπους.
Φυσικά, χωρίς αναφορά στο χώρο είναι αδύνατο να κατανοηθούν και οι εντός της κοινωνίας πολιτικές αρχές και θεσμοί. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την κατηγορία της «δημόσιας σφαίρας» (Öffentlichkeit), την οποία επικαλούνται συχνά οι ευρύτεροι αριστεροί-φιλελεύθεροι κύκλοι, μετά τις εργασίες του Γιούργκεν Χάμπερμας (Jürgen Habermas), καθώς επίσης των Αλεξάντερ Κλούγκε (Alexander Kluge) και Όσκαρ Νεγκτ (Oskar Negt). Η Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt) ήταν εκείνη η οποία επισήμανε στο βιβλίο της «Vita Activa», ότι το «Πολιτικόν» είναι αδιανόητο χωρίς την συγκεκριμένη χωρική ιδιότητα ενός χώρου προσβάσιμου σε όλους τους (ελεύθερους) πολίτες, δηλαδή της «Αγοράς» στην ελληνική πόλι (σε αντίθεση με το κλειστό του ιδιωτικού νοικοκυριού). Επίσης δεν είναι τυχαίο, ότι στην σημερινή έννοια της «δημόσιας σφαίρας» (Öffentlichkeit), όπως ισχύει μέσα στα πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών, συνηχεί η χωρική κατηγορία του «ανοικτού», του «δημόσιου» [Οffen = το ανοικτό], σε αντίθεση με τo «κλειστό» (Ge-schlossen) ή το «αποκλεισμένο» (Ver-schlossen)· δηλαδή ενός χώρου, στον οποίο αναγνωρίζονται αμοιβαία τα μέλη της πολιτικής κοινότητας επιδεικνύοντας το πρόσωπό τους, άρα την ατομικότητα τους, επιλύουν τις διαφορές μεταξύ τους και συμπράττουν.
Όποιος φεύγει, μετακινείται από τον ένα τόπο στον άλλο, όποιος φεύγει περνά «φυσικά» σύνορα, δηλαδή εμπόδια που θέτει το τοπίο, αλλά και «πολιτικά» σύνορα - διαχωριστικές γραμμές. Έτσι, υπό τις συνθήκες της προσφυγικής κρίσης, η οριοθετούσα «ευρασιανική» ιδεολογία αποτελεί μια τεράστια πρόκληση, ιδιαίτερα για όσους υποστηρίζουν μιαν οικουμενική, παγκόσμια πολιτική δεοντολογία. Θα πρέπει τώρα να την αντιμετωπίσουν, άν δεν θέλουν να παραχωρήσουν τον πολιτικό χώρο στη δεξιά σκέψη.
Έτσι, τον «χώρο» ως θεμελιώδη πολιτική κατηγορία πρέπει αναγκαστικά να τον επαν-ανακαλύψουμε, ακόμη και άν, αρχικά, ως συγγραφείς αναφοράς είναι διαθέσιμοι μόνον «δεξιοί» στοχαστές, όπως ο Καρλ Σμιτ (Carl Schmitt) ή και ο Χάιντεγκερ [18].
Η Ουγγαρία ως παράδειγμα, ο Evola ως θεωρητικός
Προκειμένου όμως να μορφοποιήσουν τον «χώρο» πολιτικά, τα σημερινά δεξιά ρεύματα σκέψης προβάλλουν πρώτα-πρώτα απαιτήσεις άμυνας και εναντίωσης: κατά της μετανάστευσης, ενάντια σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, εναντια στο Ισλάμ ή στον εξισλαμισμό. Ως κατάλληλη πολιτική μορφή προπαγανδίζουν το κλειστό, κλασικό εθνικό κράτος, μέσα στο οποίο βέβαια, σταδιακά θα περιορίζονται όλο και περισσότερο τα δικαιώματα του πολίτη και του ανθρώπου και ιδίως τα δικαιώματα της αντιπολίτευσης, όπως βλέπουμε σήμερα να συμβαίνει στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Ως αποτέλεσμα, τίθενται σε ισχύ συντάγματα στα οποία εξακολουθούν μεν να υπάρχουν η δημοκρατία και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ωστόσο παίζουν πολύ υποδεέστερο ρόλο. Αυτό είναι σαφές στο νέο ουγγρικό Σύνταγμα, που εγκρίθηκε τον Απρίλιο του 2011 με μεγάλη πλειοψηφία και στο οποίο απεικονίζεται σε καθαρή μορφή το πολιτικό πρόγραμμα του εθνοπλουραλισμού.
Στο προοίμιο αυτού του Συντάγματος και με βάση την επίσημη γερμανική μετάφραση του αναφέρονται τα εξής:
Εμείς, τα μέλη του ουγγρικού έθνους, στο όνομα όλων των Ούγγρων, διακηρύσσουμε κατά την έναρξη της νέας χιλιετίας τα εξής: Είμαστε υπερήφανοι για το γεγονός ότι ο βασιλιάς μας Άγιος Στέφανος ο 1ος οικοδόμησε πριν από χίλια χρόνια το ουγγρικό κράτος σε στέρεες βάσεις και έκανε την πατρίδα μας συστατικό μέρος της χριστιανικής Ευρώπης. Είμαστε υπερήφανοι για τους προγόνους μας που πολέμησαν για την ύπαρξη, την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας μας. Είμαστε υπερήφανοι για τις μεγάλες πνευματικές δημιουργίες του ουγγρικού λαού. Είμαστε υπερήφανοι που ο λαός μας υπερασπίζεται με αγώνες την Ευρώπη διαμέσου των αιώνων και με τις ικανότητές του και την επιμέλειά του ενίσχυσε τις κοινές αξίες της Ευρώπης. Αναγνωρίζουμε το ρόλο του Χριστιανισμού για τη διατήρηση του έθνους μας. Σεβόμαστε τις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις της χώρας μας. Υποσχόμαστε να διατηρούμε την πνευματική και ψυχική ενότητα του έθνους, που ραγίστηκαν και κομματιάστηκαν στις καταιγίδες του περασμένου αιώνα. Οι εθνικότητες οι οποίες συμβιώνουν μαζί μας είναι μέρη που συνοικοδομούν το κράτος της ουγγρικής πολιτικής κοινότητας. Θεωρούμε καθήκον μας να καλλιεργούμε και να προστατεύουμε την κληρονομιά μας, την μοναδικού είδους γλώσσα μας, τον ουγγρικό πολιτισμό, τη γλώσσα και τον πολιτισμό των εθνικοτήτων που ζουν στην Ουγγαρία, τις ανθρωπογενείς και τις δοσμένες από τη φύση αξίες της Λεκάνης των Καρπαθίων. Φέρουμε ευθύνη για τους απογόνους μας και για το λόγο αυτό προστατεύουμε τις βάσεις για τη ζωή των μελλοντικών γενεών, συμπεριφερόμενοι προσεκτικά ως προς τη χρήση των υλικών, πνευματικών και φυσικών πόρων μας. Πιστεύουμε ότι ο εθνικός μας πολιτισμός συμβάλλει με πλούσιο περιεχόμενο στην ποικιλομορφία της ευρωπαϊκής ενότητας. Σεβόμαστε την ελευθερία και τον πολιτισμό άλλων λαών και αποσκοπούμε στη συνεργασία με όλα τα έθνη του κόσμου. Είμαστε δεσμευμένοι στην αρχή, ότι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σ' αυτό το σημείο πρέπει να παραμείνει ανοικτό ζήτημα εάν και σε ποιο βαθμό, οι συγγραφείς έχουν χρησιμοποιήσει βασικά κείμενα της Νέας Δεξιάς. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αγνοηθεί κάτι εκπληκτικό: αυτό το Σύνταγμα παρουσιάζει αντιστοιχίες όχι μόνον με το ευρασιανικό πρόγραμμα του Ντούγκιν, αλλά και με το έργο ενός θεωρητικού που έχει παραμείνει μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό άγνωστος στο ευρύ κοινό, συγκεκριμένα τον Ιταλό φιλόσοφο και ιστορικό Ιούλιο Έβολα (Julius Evola, 1898-1974) [19]. Ο Έβολα, ο οποίος στην εποχή του Μουσολίνι ασκούσε κριτική («από δεξιά» θα μπορούσε να πεί κανείς) στον φασισμό, ακολουθώντας και συνεχίζοντας ιδίως τον Όσβαλντ Σπένγκλερ (Oswald Spengler), διατύπωσε μια ιστορία της παρακμής που συνεχίζεται εδώ και περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, μια ιστορία που από την εποχή των σοφιστών στην αρχαία Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την οριστική κατάργηση και καταστροφή όλων των δεσμών με το υπερβατικό. 
Ο Έβολα επέκρινε τον εθνικισμό και τον ιμπεριαλισμό ως μορφές της σύγχρονης μαζικής κοινωνίας. Ακόμη και την Καθολική Εκκλησία την αποδέχονταν απλά και μόνον ως «οχυρό» ενάντια στο σύγχρονο Ζeitgeist. Συνακόλουθα, στηριζόταν σε τελευταία ανάλυση στα μεμονωμένα άτομα που αντιστέκονται, σ' αυτά που χωρίς αυταπάτες και εντελώς στωικά δεσμεύονται στις ιδέες μιας υψηλότερης πνευματικής ζωής. Και με αυτό τον τρόπο,
«χάρις στην εσωτερική τους σταθερότητα και επειδή είναι προσανατολισμένοι προς το Υπερβατικό, αντί να οδηγούν τον μη ανθρώπινο σύγχρονο κόσμο, τον ρεαλιστικό και εμμονικό με τη δράση, προς έναν κόσμο υπανθρώπων, όπως γίνεται σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μας, προσπαθούν να προωθούν τα βιώματα μιας υψηλότερης ζωής και μια μεγαλύτερη ελευθερία» [20]
Ο Έβολα ήταν προσανατολισμένος προς το ινδουιστικό σύστημα των καστών και έβλεπε ως βασική αντίθεση τον αγώνα του «αρσενικού-ηλιακού» εναντίον του «θηλυκού-σεληνιακού» τρόπου σκέψης. Υποστήριζε ότι η ιστορία της παρακμής άρχισε από την πτώση των βασιλέων που λατρεύονταν ως θεοί στους αρχαίους πολιτισμούς, δηλαδή από την πτώση της ιεροποιημένης εξουσίας. Έτσι, θα μπορούσε να δει κανείς στο ουγγρικό Σύνταγμα του 2011 τις απαρχές μιας «μεταστροφής», δεδομένου ότι ο «βασιλιάς Άγιος Στέφανος» καταλαμβάνει περίοπτη θέση, και με αυτό τον τρόπο υποστηρίζεται η ιδέα ενός τρόπου πολιτικής ύπαρξης «καθαγιασμένου», δηλαδή αναδρομικά συνδεδεμένου με το «υπερβατικό».  
Εθνοφυλετικός (Völkischer) ακτιβισμός και Γκραμσιανισμός από τα δεξιά
Αλεξάντρ Ντούγκιν, Ιούλιος Έβολα και ακόμη μια φορά, παντού και πάντα ο Μάρτιν Χάιντεγκερ: Αυτοί είναι οι θεωρητικοί στους οποίους αναφέρονται οι ιδεολογικοί εκπρόσωποι του κινήματος των ταυτοτιστών, της Νέας Δεξιάς, λόγου χάρη ο Βιεννέζος Μάρτιν Ζέλνερ (Martin Sellner) και ο Γερμανός Βάλτερ Σπατς (Walter Spatz), μια συζήτηση των οποίων για τον Χάιντεγκερ δημοσιεύτηκε σε βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο «Ανταίος» του Κούμπιτσεκ. Παρεμπιπτόντως: Το όνομα αυτού του εκδοτικού οίκου που δημοσιεύει ακροδεξιού περιεχομένου βιβλία, αναφέρεται σε μια μορφή της ελληνικής μυθολογίας, έναν Γίγαντα, τον οποίο προσπάθησε επανειλημμένα ο Ηρακλής να νικήσει στην πάλη, αλλά κάθε φορά, τη στιγμή που ο Ηρακλής τον έρριχνε κάτω στο έδαφος, εκείνος έπαιρνε νέα δύναμη από τη γη και έτσι ήταν ανίκητος. Αυτόν τον γίγαντα και γιο της Γης, δεν μπορούσε να τον νικήσει ούτε και ο ημίθεος Ηρακλής. 
Στη συζήτηση αυτή, που αποκαλύπτει πλούσιες γνώσεις και των δύο συζητητών για τον Χάιντεγκερ, ιδίως όσον αφορά τα «Μαύρα Σημειωματάρια» του φιλοσόφου, αυτοί αξιολογούν τί δυνατότητες για δράση και για επιτυχία στο μέλλον έχει ένα κίνημα της Νέας Δεξιάς. Οι στόχοι είναι σαφείς: Εκτός από το κλείσιμο μέσα στα εθνοτικά πλαίσια του εθνικού κράτους, πρέπει ιδιαίτερα να εμποδιστεί η μετανάστευση, να αποκλεισθεί το Ισλάμ και να καταπολεμηθεί η φιλελεύθερη, συνακόλουθα και η πολυπολιτισμική κοινωνία· σ' αυτό το πρόγραμμα, κατά πρώτο λόγο περιλαμβάνεται η απόρριψη της ιδέας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Βάλτερ Σπατς,
ο συλλογικός όρος «άνθρωπος», υπό την ταυτοτική του σημασία, είναι σκόπιμο να χρησιμοποιείται μόνον μέσα στα πλαίσια του κάθε συγκεκριμένου λαού. Δεν υπάρχει δικαιωματική αξίωση και υποστήριξη μιας παγκόσμιας ισχύος του. Σε τελευταία ανάλυση, η αξίωση αυτή είναι έκφραση της μηχανορραφίας ενός αφηρημένου ιδεαλισμού, που μας αποχωρίζει από το «δικό μας και ιδιαίτερό μας» [21]
Συνακόλουθα, το κίνημα του ταυτοτισμού είναι σύμφωνο με τον Χάιντεγκερ στην αντίθεσή του προς τον «υπό αγγλο-αμερικανική κυριαρχία τρόπο ζωής», με στην εναντίωσή του κατά της παγκοσμιοποίησης, της «πολιτιστικής βιομηχανίας» και της «μιντιοκρατίας»· είναι εναντίον όλης αυτής της κίνησης που οδήγησε στην «αναίρεση της πολυμορφίας των λαών και στην παρεμπόδιση της αυτοδυναμίας τους και της αυτο-νοηματοδότησής τους» [22]
Η συζήτηση μεταξύ των δύο δεξιών διανοούμενων αποκαλύπτει μια βαθιά διαφορά στρατηγικής: είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική δημόσιας εξέγερσης (όπως τη βλέπουμε στους Pegida και σε πολλούς πολιτικούς της AfD) και σε μια πολιτική «ψύχραιμης αντίστασης» που αποσκοπεί υπομονετικά στην πολιτισμική ηγεμονία κατά τα πρότυπα του Γκράμσι· φυσικά και η δεύτερη στρατηγική δεν διστάζει να συμμαχεί ακόμη και με ακτιβιστές που προβαίνουν σε βίαιες πράξεις. Μάλιστα ο Μάρτιν Ζέλνερ επικρίνει τον Χάιντεγκερ, διότι παρέλειψε να ασκήσει κριτική στην παράλογη εθνικιστική προσωπολατρεία του Εκλεκτού [του Φύρερ], διότι και εκείνος προσωποποίησε την πολιτική σκέψη (ο Χάιντεγκερ πίστεψε στον Χίτλερ) και διότι πίστευε στην «μαχητική πραγματοποίηση» [“kämpferische Erringung„] ενός σημαντικού πολιτικού «γεγονότος» [“Ereignis„ - όρος που μας παραπέμπει και στην ορολογία ή και στις σκέψεις του Αλαίν Μπαντιού]· με αυτό τον τρόπο ο Ζέλνερ ακολουθεί το πνεύμα του εθνοπλουραλισμού και παίρνει θέση ενάντια σε κάθε σοβινιστικό εθνικισμό. Αυτό βέβαια δεν αλλάζει καθόλου τον πολιτικό στόχο της αντίστασης στη μετανάστευση, στο Ισλάμ και στην πολυπολιτισμική κοινωνία:
«Στόχος μας είναι η όξυνση των πνευματικών ικανοτήτων και αντιδράσεων. Θέλουμε να ανάψουμε πυρκαγιά στις καρδιές, να θέσουμε τα πράγματα σε κίνηση, να θέσουμε και πάλι τα κρίσιμα ερωτήματα με τρόπο νέο, πιο βαθύ και με πολιτικές συνέπειες. Σε μας συσσωρεύεται η πνευματική ανησυχία, ο κοιμισμένος Furor teutonicus [τευτονική οργή], ο αιώνιος αρχαίος γερμανικός πυρετός, που είναι αδύνατο να εξημερωθεί και ακτινοβολεί πάνω μας από τα απάτητα γερμανικά δάση της αρχαιότητας αλλά και από τους καθεδρικούς ναούς. Οι εχθροί μας το γνωρίζουν αυτό και φοβούνται. Ξέρουν ότι μπορεί να εκραγεί αυθόρμητα και να αναγεννηθεί. Και ξέρουν ότι δεν πιανόμαστε πια στις παγίδες τους, ξέρουν ότι έχουμε ξεφύγει από τα πρότυπά τους και από τα νήματά τους που μας κινούσαν σαν μαριονέτες». Και κλείνει ο Ζέλνερ αυτή την ομολογία της πολιτικής πίστης του ως εξής: «Πιστεύω ότι ζούμε σε μια εποχή της απόφασης. Πιστεύω ότι το έργο μας, ως κύκλου που στοχάζεται πάνω στο Είναι και πειθαρχεί το Είναι, έχει ενσωματωθεί οργανικά στον πολιτικό αγώνα ενός μαζικού κινήματος, στο πολιτικό έργο ενός κόμματος». [23]
Όλα αυτά μπορεί κανείς να τα θεωρήσει αποκρυφιστικές ανοησίες και να έχει την εντελώς βάσιμη πεποίθηση, ότι οι ηλίθιοι και θερμοκέφαλοι που τρέχουν στις διαδηλώσεις των Pegida και ψηφίζουν ή θα ψηφίσουν την Εναλλακτική (AfD) στις εκλογές για τα κοινοβούλια των ομόσπονδων χωρών της Γερμανίας ή για την κεντρική Bundestag, δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον να εμπλακούν σε περίπλοκες φιλοσοφικές συζητήσεις. Μήπως λοιπόν μια κριτική αυτών των ιδεολογημάτων είναι μόνον χρόνος και κόπος άσκοπα χαμένος; 
Ωστόσο, το θέμα έχει και μιά άλλη διάσταση:  Ακριβώς επειδή οι θεωρίες του κινήματος των ταυτοτιστών έχουν σημαντικές τομές και αλληλοεπικαλύψεις με αριστερές απόψεις και στάσεις για τον καπιταλισμό, για την παγκοσμιοποίηση, για την ηγεμονία των ΗΠΑ, για την «ψηφιακή επανάσταση» και για την πολιτιστική βιομηχανία, ίσως να είναι απαραίτητο, σε αντίθεση με όλα αυτά και υπό την έννοια του Διαφωτισμού, να αναδιατυπωθεί το εγχείρημα της Αριστεράς: ως εγχείρημα πανανθρώπινο, οικουμενικό, με σαφή συνείδηση ότι σήμερα, αύριο και μεθαύριο μια αριστερή πολιτική πρέπει να ενδιαφέρεται όχι μόνον για την Ευρώπη αλλά και για τον κόσμο ως όλον. Ο διεθνισμός της Αριστεράς, μαζί με την δοκιμασία του στη θεωρία και στην πράξη, έχει και το έργο αυτό ακόμη ανάμεσα στα μελλοντικά του καθήκοντα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Armin Nassehi, Die letzte Stunde der Wahrheit. Warum rechts und links keine Alternativen mehr sind und Gesellschaft ganz anders beschrieben werden muss, Hamburg 2015, σ. 35.
      
[2] Βλ. https://iboesterreich.at/?page_id=505.
   
[3] Marc Jongen, Das Märchen vom Gespenst der AfD, στο περιοδικό „Cicero“, 1/2014.
     
[4] Βλ. „Frankfurter Allgemeine Zeitung“, 30.12.2015.
  
[5] Βλ. „Compact“, 10/2013.
  
[6] Αλεξάντρ Ντούγκιν, The Manifesto of the Global Revolutionary Alliance, στου ιδίου: Eurasian Mission. An Introduction to Neo-Eurasianism, London 2014, σ. 129-133.
  
[7] Το 2011 δημιοσίευσε σε ρωσική γλώσσα το βιβλίο: Heidegger: Οι Δυνατότητες της Ρωσικής Φιλοσοφίας.
  
[8] Αλεξάντρ Ντούγκιν: Heidegger: Οι Δυνατότητες της Ρωσικής Φιλοσοφίας, Mόσχα,2011, σ. 115.
  
[9] Martin Heidegger, Sein und Zeit, Tübingen 1967, σ. 384 κ.ε.
  
[10] Emmanuel Faye, Heidegger. Die Einführung des Nationalsozialismus in die Philosophie, Bερολίνο 2005.
  
[11] Johannes Fritsche, Geschichtlichkeit und Nationalsozialismus in Heideggers „Sein und Zeit“, Baden-Baden 2014.
   
[12] Εδώ και στη συνέχεια, Αλεξάντρ Ντούγκιν, Eurasian Mission, ό. π., σ. 21.
   
[13] Ό. π., σ. 39.
  
[14] Δεν πρέπει να μείνουν απαρατήρητες οι συμπτώσεις μερικών πτυχών αυτού του προγράμματος με ορισμένες μορφές της λεγόμενης μετα-αποικιακής (postcolonial) θεωρίας – λόγου χάρη της «μετα-αποικιακής» θεωρητικής πρότασης του Αργεντινού Walter Mignolo, ο οποίος απαιτεί μια επιστημολογική απο-αποικιοποίηση, δηλαδή μιαν απελευθέρωση απο τους δυτικούς τρόπους σκέψης.
   
[15] Martin Heidegger, Überlegungen VII-XI, Gesamtausgabe τόμ. 95, Frankfurt a. M. 2014, σ. 68.
  
[16] Martin Heidegger, Überlegungen XII-XV, Gesamtausgabe τόμ. 96, Frankfurt a. M. 2014, σ. 128.
  
[17] Ό.π. σ. 131.
    
[18] Κάθε άλλο παρά απλή σύμπτωση είναι το γεγονός, ότι η θεματική περί «Χώρου και Συνόρων» βρίσκει σήμερα και πάλι έντονη απήχηση – λόγου χάρη στις εργασίες της ιστορικού Susanne Rau (βλ. συνέντευξή της στην εφημερίδα „die tageszeitung“, 6./7.2.2016) ή στις έρευνες της κοινωνιολογίας του χώρου από την Martina Löw.
  
[19] Στη γερμανική γλώσσα υπάρχει το μεγάλο βασικό έργο του „Revolte gegen die moderne Welt“ (Εξεγέρσεις εναντίον του σύγχρονου κόσμου), καθώς και άλλα μικρότερα, όπως „Tradition und Herrschaft“ (Παράδοση και Κυριαρχία).
  
[20] Εδώ και στη συνέχεια: Julius Evola, Revolte gegen die moderne Welt, Interlaken 1982, σ. 419.
  
[21] Martin Sellner και Walter Spatz, Gelassen in den Widerstand. Ein Gespräch über Heidegger, Steigra 2015, σ. 33.
  
[22] Ό.π., σ. 51 κ.ε.
  
[23] Ό.π., σ. 90.
   
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Blätter für deutsche und internationale Politik, τεύχος 3/2016, σ. 81-92.
Ο Micha Brumlik (1947), Ελβετός ομότιμος καθηγητής της παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Γκαίτε στη Φρανκφούρτη, κατάγεται από οικογένεια Εβραίων προσφύγων στην Ελβετία στην περίοδο του Ναζισμού. Δίδαξε επίσης στα πανεπιστήμια του Γκέτινγκεν, του Μάιντς, της Χαιδελβέργης και του Αμβούργου. Ως εκλεγμένος με το κόμμα των Πρασίνων ασχολήθηκε με την τοπική αυτοδιοίκηση στη Φρανκφούρτη, διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας Έρευνας Χριστιανών και Εβραίων της Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας και διετέλεσε μέλος του Σοσιαλιστικού Γραφείου.Σήμερα είναι συνεκδότης των περιοδικών Blätter für deutsche und internationale Politik και Babylon. Μεταξύ των πολλών βιβλίων του στα πεδία της Παιδαγωγικής, της Ιστορίας, της Ηθικής, της Κοινωνιολογίας, της Θρησκειολογίας και της διεθνούς Πολιτικής, είναι:
http://www.biblionet.gr/book/115078/Brumlik,_Micha/%CE%9F%CE%B9_%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AFDie Gewalt des einen Gottes. Die Monotheismusdebatte (2014), Kindliche Sexualität (2012), Kritik des Zionismus (2007), Vom Missbrauch der Disziplin (2007), Sigmund Freud. Der Denker des 20. Jahrhunderts (2006), Aus Katastrophen lernen? Grundlagen zeitgeschichtlicher Bildung in menschenrechtlicher Absicht (2004), Advokatorische Ethik. Zur Legitimation pädagogischer Eingriffe (2004), Bildung und Glück. Versuch einer Theorie der Tugenden (2002), Gerechtigkeit zwischen den Generationen (1997), Die Gnostiker. Der Traum von der Selbsterlösung des Menschen (1992, 2004), Weltrisiko Naher Osten – Moralische und politische Perspektiven in einem Konflikt ohne Ende (1991).
Στα Ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του Οι Γνωστικοί - Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου, Νήσος, 2006.

Άρθρα του Micha Brumlik στο περιοδικό Blätter für deutsche und internationale Politik

Στον ιστότοπο Μετά την Κρίση:
  

Γιαν-Βέρνερ Μύλλερ: H νέα Δεξιά στη Γερμανία και οι διανοούμενοί της 
  
Λόρεν Γκόλντνερ: Πολιτισμικά ρεύματα της αποδόμησης και η αποβιομηχάνιση στη Δύση μετά το 1968 
  
Ουμπέρτο Έκο: Ο πρωτο-φασισμός και τα σημάδια του 
  
Ζίζεκ: Η πολιτισμική ταυτότητα των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην εποχή των μεταναστεύσεων 
  
Αλεξάντερ Γκράου: Ο Χάιντεγκερ ήταν ο πιο μαύρος Ναζιστής. Οι προκαταλήψεις ενός μεγάλου στοχαστή 
     
Esprit: Χάμπερμας, ο τελευταίος φιλόσοφος: Κριτική και επικοινωνιακή πράξη· από τον Ψυχρό Πόλεμο στα αδιέξοδα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...