Στο βιβλίο του για την Λακανικη Αριστερά , προς το τέλος του ο Γιάννης Σταυρακάκης αναρωτιέται - μέσα από μια πλούσια και δαιδαλώδη διαδρομή επιχειρημάτων στοχασμών και αναζητήσεων -για το πώς μπορεί να εναρμονιστεί η Δημοκρατία και Δη η Μεταδημοκρατια όπου ζούμε με το πάθος και την Απόλαυση , πως θα αποφύγουμε την απώθηση του πάθους που γεννά" τέρατα" ..( το λέω με δικα μου λόγια) ... ε μπορώ να θυμηθώ μια περίοδο όπου πράγματι είχαμε πάθος για την Δημοκρατία, ήταν η Πρώτη Πρώτη περίοδος της μεταπολίτευσης. χονδρικά από το 74 μέχρι το 79 ( αγώνας ενάντια στον Ν.8.15 ) ..Ναι. Είμασταν παθιασμένοι με την Δημοκρατία ...............Μόνο που το τότε πάθος και η εννοιολογηση της τότε Δημοκρατίας ήταν κάτι σχεδόν εντελώς διαφορετικό από αυτό που εννοούμε σήμερα. είχαμε πάθος γιατην Δημοκρατία ως μέρος του Πάθους για τα " κομμουνιστικά"" κόμματα και ομάδες όπου συμμετείχαμε. ...Με αληθινή ζουισανσς. Η καλύτερη περίοδος της Μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας προέκυψε ως έμμεσο αποτέλεσμα αυτού του Πάθους η μάλλον των Παθών ..Πανουργία του λόγου. ; Ίσως ..Πάντως έτσι ήταν πως αλλιώς :
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021
Τρίτη 15 Αυγούστου 2017
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ¨ Από την ηθική της απαγόρευσης στην ηθική της επιβεβλημένης απόλαυσης και πίσω: Μετασχηματισμοί του κοινωνικού δεσμού και αδιέξοδα του σύγχρονου υποκειμένου../ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΥΝΑΞΙΣ (ΤΕΥΧΟΣ 116)
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ¨ Από την ηθική της απαγόρευσης στην ηθική της επιβεβλημένης απόλαυσης και πίσω: Μετασχηματισμοί του κοινωνικού δεσμού και αδιέξοδα του σύγχρονου υποκειμένου../ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΥΝΑΞΙΣ (ΤΕΥΧΟΣ 116)
απαγόρευση/Υπαγόρευση: δύο μορφές της κυριαρχίας
απαγόρευση/Υπαγόρευση: δύο μορφές της κυριαρχίας
Είναι βέβαιο ότι η καταναλωτική κοινωνία αυτο-κατανοείται ιδεολογικά ως μια κοινωνία «απελευθερωμένη», ως μια κοινωνία που έχει ξεφύγει από το καταπιεστικό μοτίβο της απαγόρευσης και επιτρέπει στα άτομα την απρόσκοπτη επιδίωξη της ατομικής τους απόλαυσης. Στο σημείο, όμως, αυτό οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ορισμένα στοιχεία που συνήθως απωθούνται. Καταρχάς, το γεγονός ότι το κυνήγι της (ιδιωτικής, καταναλωτικής) απόλαυσης τίθεται στο επίκεντρο του κοινωνικού δεσμού, δεν σημαίνει ότι εμείς, οι πολίτες των σημερινών δυτικών κοινωνιών, απολαμβάνουμε πιο πολύ από ότι άλλοτε. Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε πως παίζεται το παιχνίδι της κατανάλωσης: η φαντασίωση μιας απόλυτης, τελικής απόλαυσης κινητοποιεί την επιθυμία μας για αγορές, αλλά μόλις έρχεται στην κατοχή μας το αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας μας, το επίκεντρο της φαντασίωσης μας – π.χ. ένα καινούργιο αυτοκίνητο – την προσδοκία και την στιγμίαια ευωχία διαδέχεται η δυσαρέσκεια. Όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριό του Encore, «Δεν είναι αυτό! Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε»
Σάββατο 29 Ιουλίου 2017
Γιάννη Σταυρακάκη, Η λακανική αριστερά, εκδόσεις Σαβάλλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κιουπκιολή ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ στο περιοδικο ΕΝΕΚΕΝ .
Πέτρος
Θεοδωρίδης ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ στο περιοδικο ΕΝΕΚΕΝ .: Γιάννη
Σταυρακάκη, Η λακανική αριστερά, εκδόσεις Σαβάλλα σε μετάφραση
Αλέξανδρου Κιουπκιολή (1η έκδοση: The Lacanian Left: Psychoanalysis,
Theory, Politics, Εδιμβούργο/Albany: Edinburgh University Press/State
University of New York Press, 2007).
Η Λακανική αριστερά - Ψυχανάλυση, θεωρία, πολιτική
Η Λακανική αριστερά - Ψυχανάλυση, θεωρία, πολιτική
Το βιβλίο αποτελεί μια σειρά κριτικών αναγνώσεων της πολιτικής
θεωρίας και φιλοσοφίας που δίνει την ευκαιρία να εισαχθεί ο
αναγνώστης σε μερικές από τις πλέον κεντρικές διαστάσεις της λακανικής
θεωρίας . Είναι επίσης, μια συλλογή κειμένων που ενδιατρίβει – στο πρώτο
μέρος της – σε επιμέρους σημεία του έργου του Καστοριάδη (τις
αμφισημίες της ριζικής δημιουργικότητας και φαντασίας), του Λακλάου (τα
συναισθηματικά όρια του λόγου), του Ζίζεκ (το νόημα της πράξης στην
ψυχανάλυση και την πολιτική) και του Μπαντιού (τις ηθικές και πολιτικές
συνέπειες του συμβάντος). Η κεντρική υπόθεση του Σταυρακακη είναι ότι η
λακανική θεωρία, παρέχει μια σειρά πολύτιμων εργαλείων για την ανάλυση
της κοινωνικής - πολιτικής πραγματικότητας’ προτείνει επίσης έναν νέο
τρόπο θεωρητικής κατανόησης της στιγμής του πολιτικού: ως επαφή με το
λακανικό πραγματικό, ως απόλαυση: Ο Σταυρακάκης εξετάζει το πώς
εννοιολογούνται το συναίσθημα [[affect]] και η απόλαυση στο φροϊδικό και
το λακανικό corpus, καθώς επίσης και τους τρόπους με τους οποίους
μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτές οι εννοιολογήσεις σε συγκεκριμένες
πολιτικές αναλύσεις, αναπτύσσοντας έτσι, μια τυπολογία της jouissance,
Το εναρκτήριο κεφάλαιο στο πρώτο μέρος του βιβλίου ξεκινά ένα διάλογο ανάμεσα στη λακανική (πολιτική) θεωρία και την κοινωνική και πολιτική θεωρία που ανέπτυξε ο Κορνήλιος Καστοριάδης:ο Καστοριάδης τονίζει τη σημασία της δημιουργικότητας ενώ ο Λακάν υπογραμμίζει την αλλοτριωτική διάσταση κάθε κοινωνικής κατασκευής .Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει το έργο του Eρνέστο Λακλάου και της Σανταλ Moυφ (ο Eρνέστο Λακλάου, ενσωματώνει την κατηγορία της jouissance στο εννοιολογικό οπλοστάσιο της θεωρίας του λόγου, ενώ η Moυφ εστιάζει στον ρόλο του πάθους στη δημοκρατική πολιτική). Η προσέγγισή του Σταυρακάκη στο έργο του Λακλάου επιδιώκει να συναρθρώσει την επίγνωση της έλλειψης και των ορίων του λόγου με τον άξονα της απόλαυσης. Το κύριο θέμα που εξετάζεται στο τρίτο τρίτο κκεφάλαιο είναι η σχέση ανάμεσα στην αρνητική οντολογία της λακανικής θεωρίας και την πιο θετική πολιτική στάση που εκφράζεται τελευταία από τον Zίζεκ, ενώ μια παρέκβαση που ακολουθεί πραγματεύεται τη στάση του Μπαντιού..Το έργο του Aλέν Μπαντιού (ιδιαίτερα η ιδέα του «συμβάντος» και οι ηθικές της συνέπειες) και οι στοχασμοί του Ζίζεκ για τον καπιταλισμό, τη «ριζοσπαστική πράξη», και το ηθικο-πολιτικό παράδειγμα της Αντιγόνης, παρουσιάζονται συχνά ως αναπόσπαστα μέρη μιας ριζοσπαστικής πολιτικής φιλοσοφίας εμπνευσμένης από τον Λακάν.
Αν το πρώτο (κατεξοχήν θεωρητικό) μέρος οργανώνεται με άξονα τις διαλεκτικές της απάρνησης, το δεύτερο (κατεξοχήν αναλυτικό) μέρος του βιβλίου δομείται με άξονα τις διαλεκτικές της απόλαυσης ..Στο δεύτερο μέρος ο Σταυρακάκης υποστηρίζει ότι ο πιο γόνιμος τρόπος εννοιολόγησης του συναισθήματος, προκύπτει από τη λακανική ερμηνεία της σχέσης ανάμεσα στο συναίσθημα και στον λόγο [[discourse]]. Στην προσπάθεια αυτή, η λακανική έννοια της jouissance παίζει και πάλι καθοριστικό ρόλο:η λακανική θεωρία υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συμβολικές και φαντασιακές μας παραστάσεις επενδύονται με τη «φαντασιωτική» και/ή «συμπτωμική» ενέργεια της jouissance. Έτσι, σε αντίθεση με τον μεταδομισμό – ο οποίος επικεντρώνει κυρίως στη ρευστότητα της ταυτότητας, μια προσέγγιση που εμπνέεται από τον Λακάν διαθέτει επαρκέστερα εφόδια για να αναμετρηθεί με αυτό το κρίσιμο πρόβλημα: όταν τα πράγματα κολλάνε και σταθεροποιούνται, αυτό δεν οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι προσφέρουν μια ηγεμονική συμβολική αποκρυστάλλωση, αλλά και στο ότι, επίσης, χειραγωγούν αποτελεσματικά μια συναισθηματική, λιμπιντική διάσταση. Το ιδεολογικό capitonnage που πραγματοποιείται μέσω ενός σημειωτικού κομβικού σημείου ,θα πρέπει,για να εδραιωθεί, να υποστηριχθεί από ένα δέσιμο στο συναισθηματικό επίπεδο της jouissance. Η συμβολική εξουσία βρίσκει πραγματικό, έτσι, στήριγμα στις συναισθηματικές δυναμικές της φαντασίωσης και της (μερικής) απόλαυσης. Παρομοίως, καμία κοινωνική και πολιτική αλλαγή δεν είναι δυνατό να θεσμοποιηθεί αποτελεσματικά όταν επιδιώκεται μόνο στο επίπεδο της γνώσης: και πάλι, η διάσταση του συναισθήματος και της λιμπιντικής επένδυσης είναι κρίσιμη.. Ο Σταυρακάκης τονίζει τη σημασία της της διάστασης του συναισθήματος, της λίμπιντο και της jouissance:για παράδειγμα, είναι δυνατόν να εξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο ο ύστερος καπιταλισμός στηρίζεται στην κατανάλωση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιθυμία και η απόλαυση; Και, πίσω από την εθιμική επανάληψη κοινωνικών πράξεων και συμπεριφορών που αναπαράγουν δομές υποταγής και υπακοής δεν βρίσκεται συνήθως μια ασυνείδητη jouissance του (κοινωνικού) συμπτώματος;
Ο Σταυρακάκης ,στα κεφάλαια κεφάλαια 5, 6 και 7 δοκιμάζει όλες αυτές τις υποθέσεις στην ανάλυση τριών συγκεκριμένων ζητημάτων: της εθνικής ταύτισης, της ευρωπαϊκής ταυτότητας, του καταναλωτισμού και της διαφήμισης. Γιατί είναι τόσο δύσκολο, , να μετασχηματιστούν οι εθνικοί δεσμοί πίστης των ευρωπαϊκών λαών και αποτυγχάνει η ταύτιση με την Ευρώπη ως όλον, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα; Το ερωτήμα δεν είναι ασύνδετο με την όλη προβληματική της jouissance. Το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει αναπτυχθεί ως μια τεχνοκρατική στρατηγική που στερείται οποιασδήποτε συναισθηματικής σαγήνης. Ο εθνικισμός, από την άλλη, έχει ωφεληθεί από την επικέντρωσή του στη συναισθηματική διάσταση του σχηματισμού ταυτότητας: στη jouissance στις πιο σκοτεινές μορφές της:Το γεγονός ότι ο εθνικισμός κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον δικό του ρηματικό σχηματισμό ως φαντασιακό ορίζοντα της νεωτερικότητας, και η ανικανότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας να ανταγωνιστεί τη δύναμή του και να λειτουργήσει με έναν εξίσου δελεαστικό τρόπο δείχνουν ότι η ηγεμονική επιτυχία ενός λόγου προϋποθέτει τον αποτελεσματικό χειρισμό της απόλαυσης. Όταν αυτός λείπει – όπως στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας –, το εκάστοτε ηγεμονικό σχέδιο είναι πιθανό να αποτύχει.Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι οι μακροχρόνιοι ταυτιστικοί δεσμοί δεν αλλάζουν ποτέ. Στο κεφάλαιο 7 ο Σταυρακάκης υποστηρίζει ότι ο παράγοντας της απόλαυσης εξηγεί επίσης την επιτυχία ορισμένων σχεδίων κοινωνικής αλλαγής. Μια τέτοια χειραγώγηση της απόλαυσης βρίσκεται πίσω από την τεράστια επιτυχία του καταναλωτισμού και την ικανότητα του διαφημιστικού λόγου να ηγεμονεύει τη σύγχρονη κουλτούρα. Είναι κοινός τόπος σήμερα η διαπίστωση ότι η διαφήμιση και η δημιουργία εταιρικής ταυτότητας ([branding]) συνιστούν ηγεμονικούς τροπισμούς του λόγου στην ύστερη νεωτερικότητα, ότι ο λόγος της διαφήμισης και του πολιτικού μάρκετινγκ εποικίζει όλο και περισσότερο τον πολιτικό χώρο, πράγμα που οδηγεί σε μια απο-δημοκρατικοποίηση των θεσμών. Ωστόσο,, είναι προφανές ότι μέχρι τώρα η κριτική του καταναλωτισμού και της διαφήμισης δεν έχει κατακτήσει το επίπεδο εκλέπτυνσης και συστηματικότητας που θα ενίσχυε την κοινωνική της απήχηση. Η επαφή με ορισμένες λακανικές ιδέες – ιδιαίτερα με τη λογική της επιθυμίας και της απόλαυσης που αναπτύσσεται λεπτομερώς στα προηγούμενα κεφάλαια – μπορεί να ωφελήσει ολόκληρο το πεδίο της ανάλυσης και της κριτικής του καταναλωτισμού και της διαφήμισης. Το σημαντικότερο είναι ότι μπορεί να φωτίσει τις βαθιές κοινωνικο-πολιτικές συνέπειες της καταναλωτικής κουλτούρας, η ηγεμονία της οποίας σηματοδοτεί, θα λέγαμε, το πέρασμα από μια κοινωνία της απαγόρευσης σε μια κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Σταυρακάκης σκιαγραφεί μια λακανική απάντηση στις «μετα-δημοκρατικές» τάσεις στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Μια επανενεργοποίηση της δημοκρατικής επανάστασης που θα αντλεί έμπνευση από τον Λακάν – και θα έχει πάντα συνείδηση της συνεχούς αλληλοδιείσδυσης του αρνητικού και του θετικού, της έλλειψης και της περίσσειας – μπορεί να συνδυάσει τη συνεπή δημοκρατική ηθική του πολιτικού με ένα πάθος για πραγματικό μετασχηματισμό, ικανό να διεγείρει το πολιτικό σώμα χωρίς να αναπαράγει τις ουτοπικές φαντασιώσεις της παλιάς αριστεράςαριστεράς. Ωστόσο, οι προοπτικές ενός τέτοιου σχεδίου εξαρτώνται πάντα από την ικανότητά του να συνυφάνει τη θεσμοποίηση της έλλειψης με μιαν άλλη, μη φαλλική jouissance, η οποία θα μπορέσει να εκτοπίσει σταδιακά ή να περιορίσει τις κυρίαρχες μορφές διαχείρισης της απόλαυσης και να ανοίξει το πεδίο για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος πέρα από ουτοπικές φαντασιώσεις ολότητας και ολοκλήρωσης.
Το εναρκτήριο κεφάλαιο στο πρώτο μέρος του βιβλίου ξεκινά ένα διάλογο ανάμεσα στη λακανική (πολιτική) θεωρία και την κοινωνική και πολιτική θεωρία που ανέπτυξε ο Κορνήλιος Καστοριάδης:ο Καστοριάδης τονίζει τη σημασία της δημιουργικότητας ενώ ο Λακάν υπογραμμίζει την αλλοτριωτική διάσταση κάθε κοινωνικής κατασκευής .Το δεύτερο κεφάλαιο εξετάζει το έργο του Eρνέστο Λακλάου και της Σανταλ Moυφ (ο Eρνέστο Λακλάου, ενσωματώνει την κατηγορία της jouissance στο εννοιολογικό οπλοστάσιο της θεωρίας του λόγου, ενώ η Moυφ εστιάζει στον ρόλο του πάθους στη δημοκρατική πολιτική). Η προσέγγισή του Σταυρακάκη στο έργο του Λακλάου επιδιώκει να συναρθρώσει την επίγνωση της έλλειψης και των ορίων του λόγου με τον άξονα της απόλαυσης. Το κύριο θέμα που εξετάζεται στο τρίτο τρίτο κκεφάλαιο είναι η σχέση ανάμεσα στην αρνητική οντολογία της λακανικής θεωρίας και την πιο θετική πολιτική στάση που εκφράζεται τελευταία από τον Zίζεκ, ενώ μια παρέκβαση που ακολουθεί πραγματεύεται τη στάση του Μπαντιού..Το έργο του Aλέν Μπαντιού (ιδιαίτερα η ιδέα του «συμβάντος» και οι ηθικές της συνέπειες) και οι στοχασμοί του Ζίζεκ για τον καπιταλισμό, τη «ριζοσπαστική πράξη», και το ηθικο-πολιτικό παράδειγμα της Αντιγόνης, παρουσιάζονται συχνά ως αναπόσπαστα μέρη μιας ριζοσπαστικής πολιτικής φιλοσοφίας εμπνευσμένης από τον Λακάν.
Αν το πρώτο (κατεξοχήν θεωρητικό) μέρος οργανώνεται με άξονα τις διαλεκτικές της απάρνησης, το δεύτερο (κατεξοχήν αναλυτικό) μέρος του βιβλίου δομείται με άξονα τις διαλεκτικές της απόλαυσης ..Στο δεύτερο μέρος ο Σταυρακάκης υποστηρίζει ότι ο πιο γόνιμος τρόπος εννοιολόγησης του συναισθήματος, προκύπτει από τη λακανική ερμηνεία της σχέσης ανάμεσα στο συναίσθημα και στον λόγο [[discourse]]. Στην προσπάθεια αυτή, η λακανική έννοια της jouissance παίζει και πάλι καθοριστικό ρόλο:η λακανική θεωρία υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συμβολικές και φαντασιακές μας παραστάσεις επενδύονται με τη «φαντασιωτική» και/ή «συμπτωμική» ενέργεια της jouissance. Έτσι, σε αντίθεση με τον μεταδομισμό – ο οποίος επικεντρώνει κυρίως στη ρευστότητα της ταυτότητας, μια προσέγγιση που εμπνέεται από τον Λακάν διαθέτει επαρκέστερα εφόδια για να αναμετρηθεί με αυτό το κρίσιμο πρόβλημα: όταν τα πράγματα κολλάνε και σταθεροποιούνται, αυτό δεν οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι προσφέρουν μια ηγεμονική συμβολική αποκρυστάλλωση, αλλά και στο ότι, επίσης, χειραγωγούν αποτελεσματικά μια συναισθηματική, λιμπιντική διάσταση. Το ιδεολογικό capitonnage που πραγματοποιείται μέσω ενός σημειωτικού κομβικού σημείου ,θα πρέπει,για να εδραιωθεί, να υποστηριχθεί από ένα δέσιμο στο συναισθηματικό επίπεδο της jouissance. Η συμβολική εξουσία βρίσκει πραγματικό, έτσι, στήριγμα στις συναισθηματικές δυναμικές της φαντασίωσης και της (μερικής) απόλαυσης. Παρομοίως, καμία κοινωνική και πολιτική αλλαγή δεν είναι δυνατό να θεσμοποιηθεί αποτελεσματικά όταν επιδιώκεται μόνο στο επίπεδο της γνώσης: και πάλι, η διάσταση του συναισθήματος και της λιμπιντικής επένδυσης είναι κρίσιμη.. Ο Σταυρακάκης τονίζει τη σημασία της της διάστασης του συναισθήματος, της λίμπιντο και της jouissance:για παράδειγμα, είναι δυνατόν να εξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο ο ύστερος καπιταλισμός στηρίζεται στην κατανάλωση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιθυμία και η απόλαυση; Και, πίσω από την εθιμική επανάληψη κοινωνικών πράξεων και συμπεριφορών που αναπαράγουν δομές υποταγής και υπακοής δεν βρίσκεται συνήθως μια ασυνείδητη jouissance του (κοινωνικού) συμπτώματος;
Ο Σταυρακάκης ,στα κεφάλαια κεφάλαια 5, 6 και 7 δοκιμάζει όλες αυτές τις υποθέσεις στην ανάλυση τριών συγκεκριμένων ζητημάτων: της εθνικής ταύτισης, της ευρωπαϊκής ταυτότητας, του καταναλωτισμού και της διαφήμισης. Γιατί είναι τόσο δύσκολο, , να μετασχηματιστούν οι εθνικοί δεσμοί πίστης των ευρωπαϊκών λαών και αποτυγχάνει η ταύτιση με την Ευρώπη ως όλον, με την ευρωπαϊκή ταυτότητα; Το ερωτήμα δεν είναι ασύνδετο με την όλη προβληματική της jouissance. Το ευρωπαϊκό σχέδιο έχει αναπτυχθεί ως μια τεχνοκρατική στρατηγική που στερείται οποιασδήποτε συναισθηματικής σαγήνης. Ο εθνικισμός, από την άλλη, έχει ωφεληθεί από την επικέντρωσή του στη συναισθηματική διάσταση του σχηματισμού ταυτότητας: στη jouissance στις πιο σκοτεινές μορφές της:Το γεγονός ότι ο εθνικισμός κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον δικό του ρηματικό σχηματισμό ως φαντασιακό ορίζοντα της νεωτερικότητας, και η ανικανότητα της ευρωπαϊκής ταυτότητας να ανταγωνιστεί τη δύναμή του και να λειτουργήσει με έναν εξίσου δελεαστικό τρόπο δείχνουν ότι η ηγεμονική επιτυχία ενός λόγου προϋποθέτει τον αποτελεσματικό χειρισμό της απόλαυσης. Όταν αυτός λείπει – όπως στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας –, το εκάστοτε ηγεμονικό σχέδιο είναι πιθανό να αποτύχει.Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι οι μακροχρόνιοι ταυτιστικοί δεσμοί δεν αλλάζουν ποτέ. Στο κεφάλαιο 7 ο Σταυρακάκης υποστηρίζει ότι ο παράγοντας της απόλαυσης εξηγεί επίσης την επιτυχία ορισμένων σχεδίων κοινωνικής αλλαγής. Μια τέτοια χειραγώγηση της απόλαυσης βρίσκεται πίσω από την τεράστια επιτυχία του καταναλωτισμού και την ικανότητα του διαφημιστικού λόγου να ηγεμονεύει τη σύγχρονη κουλτούρα. Είναι κοινός τόπος σήμερα η διαπίστωση ότι η διαφήμιση και η δημιουργία εταιρικής ταυτότητας ([branding]) συνιστούν ηγεμονικούς τροπισμούς του λόγου στην ύστερη νεωτερικότητα, ότι ο λόγος της διαφήμισης και του πολιτικού μάρκετινγκ εποικίζει όλο και περισσότερο τον πολιτικό χώρο, πράγμα που οδηγεί σε μια απο-δημοκρατικοποίηση των θεσμών. Ωστόσο,, είναι προφανές ότι μέχρι τώρα η κριτική του καταναλωτισμού και της διαφήμισης δεν έχει κατακτήσει το επίπεδο εκλέπτυνσης και συστηματικότητας που θα ενίσχυε την κοινωνική της απήχηση. Η επαφή με ορισμένες λακανικές ιδέες – ιδιαίτερα με τη λογική της επιθυμίας και της απόλαυσης που αναπτύσσεται λεπτομερώς στα προηγούμενα κεφάλαια – μπορεί να ωφελήσει ολόκληρο το πεδίο της ανάλυσης και της κριτικής του καταναλωτισμού και της διαφήμισης. Το σημαντικότερο είναι ότι μπορεί να φωτίσει τις βαθιές κοινωνικο-πολιτικές συνέπειες της καταναλωτικής κουλτούρας, η ηγεμονία της οποίας σηματοδοτεί, θα λέγαμε, το πέρασμα από μια κοινωνία της απαγόρευσης σε μια κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Σταυρακάκης σκιαγραφεί μια λακανική απάντηση στις «μετα-δημοκρατικές» τάσεις στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Μια επανενεργοποίηση της δημοκρατικής επανάστασης που θα αντλεί έμπνευση από τον Λακάν – και θα έχει πάντα συνείδηση της συνεχούς αλληλοδιείσδυσης του αρνητικού και του θετικού, της έλλειψης και της περίσσειας – μπορεί να συνδυάσει τη συνεπή δημοκρατική ηθική του πολιτικού με ένα πάθος για πραγματικό μετασχηματισμό, ικανό να διεγείρει το πολιτικό σώμα χωρίς να αναπαράγει τις ουτοπικές φαντασιώσεις της παλιάς αριστεράςαριστεράς. Ωστόσο, οι προοπτικές ενός τέτοιου σχεδίου εξαρτώνται πάντα από την ικανότητά του να συνυφάνει τη θεσμοποίηση της έλλειψης με μιαν άλλη, μη φαλλική jouissance, η οποία θα μπορέσει να εκτοπίσει σταδιακά ή να περιορίσει τις κυρίαρχες μορφές διαχείρισης της απόλαυσης και να ανοίξει το πεδίο για τη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος πέρα από ουτοπικές φαντασιώσεις ολότητας και ολοκλήρωσης.
Ο ΛΑΚΑΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ(LACAN AND THE POLITICAL)

Μας λέει για το Λακανικό συμβολικό: ένα Συμβολικό δίκτυο στο οποίο το νήπιο εντάσσεται από τη στιγμή της γέννησης (και ίσως πριν από αυτήν ) και που κατασκευάζεται από τους γονεις και την ευρύτερη οικογένεια .
Μας υπενθυμίζει τον φορέα του Λακανικου Νόμου που είναι το Όνομα του Πατρός ,ο συμβολικός και όχι ο πραγματικός πατέρας , και που σημαίνει τον Άλλο ,δηλαδή το πεδίο του συμβολικού ,την ταξη του Κυρίου και Εγγυητή.
Μας προσφερει τον Λακανικό ορισμό για το πραγματικό ,δηλαδή αυτό που αντιστέκεται στην συμβολοποιηση, δηλαδή το αδύνατον .
Μας προσφερει τον Λακανικό ορισμό για το πραγματικό ,δηλαδή αυτό που αντιστέκεται στην συμβολοποιηση, δηλαδή το αδύνατον .
Μας μιλά για την αδύνατη ‘’πληρότητα της ταυτότητας που επιζητά το υποκείμενο : το υποκείμενο είναι καταδικασμένο να συμβολοποιεί για να συγκροτηθεί ως τέτοιο ,αλλά η συμβολοποιηση δεν μπορεί να συλλάβει την ολότητα και την μοναδικότητα τού πραγματικού σώματος .
Ο Σταυρακακης μας θυμίζει την (σκληρή) Λακανική αλήθεια: Η Ταυτότητα μπορεί να υπάρξει μόνο ως αποτυχημένη ταυτότητα και παραμένει επιθυμητή ακριβώς επειδή είναι κατ ‘ ουσίαν αδύνατη .
Έτσι, αντί για πολιτική της ταυτότητας (identity politics )Θα έπρεπε να μιλάμε για πολιτική της ταύτισης(identification politics)
O Σταυρακακης επίσης μας αποκαλύπτει ξανά, το μεγάλο μυστικό της ψυχανάλυσης όπως το αποκαλεί ο Λακαν, ήδη από το σεμινάριο του 1958-9: Κατι λείπει στον Άλλο-δεν υπάρχει Άλλος του Άλλου,η δομή του Άλλου είναι ένα κενό, το κενό της έλλειψης εγγυήσεων για τη δομή αυτή στο πραγματικό: Το νόημα βασίζεται πάντα σε μια ομοίωση ακριβώς επειδή ‘’δεν υπάρχει πουθενά τελευταία λέξη’’ :το νόημα δείχνει πάντοτε προς την κατεύθυνση της αποτυχίας του να αγκιστρωθεί στο πραγματικό.
Αυτό εκφράζεται στην πραξη με τον διχασμένο χαρακτήρα όλων των αντικειμένων ταύτισης- με την τελική ”αδυνατότητα της κοινωνίας’’ όπως το θέτει ο Λακλάου. Έτσι το κοινωνικό πεδιο αποκαλύπτεται ως ένα ρηματικό πεδίο αναπαράστασης που αρθρώνεται στη βάση της απώθησης , της εξαίρεσης , της αναγωγής ενός πραγματικού που είναι εν τέλει αδύνατον να αναπαρασταθεί , ενός πραγματικού που έρχεται όμως ξανά και ξανά την επιφάνεια, φανερώνοντας έτσι την αμετάκλητη αποτυχία που εγγράφεται στη καρδιά του Άλλου, του νοήματος: «Υπάρχει-έλεγε ο Λακάν- μια τρύπα , μια απώλεια εκεί μέσα [ στον Αλλο]
Έτσι,όπως μας λέει ο Σταυρακάκης, για την Λακανική σκέψη ‘’το αντικειμενικό είναι και αυτό ελλειπτικό’’(σ 95)
Το υποκείμενο ταυτίζεται με τον Άλλο , αλλά ο Άλλος είναι ελλειπτικός ,δεν μπορεί να μας προσφέρει σταθερή ταυτότητα και , συνεπώς , δεν μπορεί από μόνος του να συντηρήσει την επιθυμία της ταύτισης :Όταν λοιπόν το υποκείμενο ‘’σβηνει’’, ‘’εξασθενεί ‘’ διαπιστώνοντας την έλλειψη του σημαίνοντος στη θέση που του αντιστοιχεί μέσα στον μεγάλο Άλλο αναζητεί έρεισμα στο αντικείμενο,στον πυρήνα της φαντασίωσης.
Οδηγούμαστε έτσι στο να εισάγουμε κάτι από μια άλλη τάξη , το οιονεί φαντασιακό αντικείμενο άλφα μικρό (Objet petit a) .
Έτσι, η φαντασίωση’’ είναι μια κατασκευή που διεγείρει ,που προκαλεί την επιθυμία , ακριβώς επειδή υπόσχεται να καλύψει την έλλειψη στον Άλλον και που λειτουργεί επίσης ως άμυνα απέναντι στον ευνουχισμό’’ .
Στον Λακάν η δομή της φαντασίωσης συνιστάται πάντοτε σε αυτή τη σχέση ανάμεσα στο διχασμένο υποκείμενο , και την υπόσχεση εξάλειψης της έλλειψης, η εξασφάλιση ενός αντισταθμίσματος που θα την εξουδετερώνει :
Η Φαντασίωση προσπαθεί να καταστήσει υποφερτή την έλλειψη στον Άλλο ,προσπαθεί να πετύχει ‘’μια λήθη των απαρχών ‘’ της πραγματικότητας και να παγιώσει μια αντικειμενικότητα που συρράπτει την ‘’απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό και την πραγματικότητα ‘’.
Η υπόσχεση αυτή όμως προϋποθέτει τη διαρκή αναβολή της πραγμάτωσης της: Η πραγματοποίηση της ,είναι πάντοτε απούσα .
Έτσι το αντικείμενο συνδέεται άρρηκτα με την έλλειψη: εμφανίζεται πάντα ως ελλείπον Συνεπώς , το αντικείμενο μπορεί να λειτουργήσει ως αντικείμενο της επιθυμίας μόνον όταν είναι απόν ,μπορεί να προκαλέσει και να διατηρήσει την επιθυμία μόνο εφόσον λείπει, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ικανοποίηση της
Με άλλα λόγια το αντικείμενο- αυτό που ενσαρκώνει την έλλειψη του Άλλου μαζί με την υπόσχεση της κάλυψης της διασφαλίζοντας έτσι μια απατηλή συνοχή στον κόσμο μας – είναι εκείνο ακριβώς το στοιχείο που συνδέει την επιθυμία με την απόλαυση:
Η επιθυμία προκαλείται από την έλλειψη και δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί: μας κρατά μακριά από την απόλαυση. Η απόλαυση από την άλλη είναι κάτι πλήρες , αλλά Αδύνατο και η επιθυμία δεν μπορεί να τη φτάσει.
Το αντικείμενο είναι το στοιχείο ακριβώς που ενώνει αυτές τις δυο διαστάσεις . Ενσαρκώνει την αδύνατη απόλαυση ως απαγορευμένη πληρότητα και με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει μια ορισμένη συνοχή στην επιθυμία
Ο Σταυρακακης υπογραμμίζει το παράδοξο της ανθρώπινης κατάστασης κατά Λακάν : Το πεδίο της ρηματικής αναπαράστασης ,παίζει καταστατικό ρόλο σε όλες τις καταδικασμένες προσπάθειες να πετύχουμε την τέλεια ταυτότητα με τον εαυτό μας .
Αλλά το κεντρικό χαρακτηριστικό της γλώσσας , του συμβολικού είναι η ασυνέχεια : κάτι λείπει πάντοτε στη γλώσσα , το ίδιο το συμβολικό είναι ελλειπτικό. Η γλώσσα –όπως έχει πει ο Λακάν – Δεν μπορεί να πει Όλη την Αλήθεια ,μας λείπουν οι απαραίτητες λέξεις , είναι Υλικά αδύνατον να πει όλη την αλήθεια και αυτό είναι μια πηγή αλλοτρίωσης .
Γι αυτό ακριβώς αν και η είσοδος μας στο πεδίο της γλωσσικής αναπαράστασης επιτρέπει την ανάπτυξη της επιθυμίας μας και μια σχετική δόμηση της ταυτότητας μας επιβάλλει συγχρόνως το ότι η ταυτότητα αυτή δεν μπορεί να είναι ποτέ πλήρης, γιατί το ίδιο το συμβολικό δεν είναι πλήρες. Η είσοδος μας στη γλώσσα συνεπάγεται μια απώλεια της αμεσότητας , τον συμβολικό ευνουχισμό.
«Ο Λακάν και το πολιτικό» αναδεικνύει τη ριζοσπαστική οπτική του Γάλλου στοχαστή πάνω στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Παράλληλα, οριοθετεί τη συμβολή του σ’ ένα θεωρητικό στερέωμα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αποδόμηση, τη θεωρία του λόγου, την κοινωνιολογία του ρίσκου και τις ουτοπικές σπουδές. Όπως μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στην εισαγωγή του‘’ ο τίτλος οφείλει να διαβαστεί ως ‘’ Ο Λακαν και το πολιτικό ‘’ Ακριβώς επειδή ο Λακαν δεν είναι πολιτικός στοχαστής και τα μονοπάτια της πολιτικής δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ψυχαναλυτικά σταυροδρόμια, αυτό το ‘’και ‘’έχει πρωταρχική σημασία . Παραπέμπει στο έργο μιας πληθώρας μελετητών ,οι παρεμβάσεις των οποιων ανοίγουν τον δρόμο για την σύνδεση του Λακάν με το πολιτικό και αποκαλύπτει την φύση ενός δύσβατου πεδίου που παραμένει , εν πολλοίς , no man’s land ‘’
Ο Γιαννης Σταυρακάκης
ειναι Αν. καθηγητης ‘’Αναλυσης Πολιτικου Λόγου’’στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , visiting fellow στο Κέντρο Θεωρητικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Έσεξ. Συμμετέχει στις συντακτικές επιτροπές των περιοδικών Σύγχρονα Θέματα, Journal for Lacanian Studies, Τοπικά, και α: αθηναϊκή επιθεώρηση σύγχρονης τέχνης. Στις κυριότερες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται οι μονογραφίες Lacan and the Political (1999)(μεταφραση του οποιου είναι το παρουσιαζομενο βιβλιο) και The Lacanian Left ενώ έχει (συν)επιμεληθεί τους συλλογικούς τόμους Φύση, κοινωνία και πολιτική (1997), Discourse Theory and Political Analysis (2000) και Lacan & Science (2002) και το βιβλιο που παρουσιαζουμε . Είναι επίσης εκ των συγγραφέων της μελέτης Φύση, κοινωνία, επιστήμη στην εποχή των «τρελών αγελάδων»: διακινδύνευση και αβεβαιότητα (1999).
Η Βιβλιοπαρουσιαση του Πετρου ΘεοδωριδηΔημοσιευτηκε στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τευχος 11:
Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016
Θανάσης Τζαβάρας, 1939-2016 Γιάννης Σταυρακάκης /Εφ. των Συντακτών
Θανάσης Τζαβάρας, 1939-2016
Συντάκτης:
Γιάννης Σταυρακάκης *
Εκτός από λύπη και θλίψη για
την απώλεια ενός ξεχωριστού φίλου, ενός άξιου κλινικού και δασκάλου της
ψυχανάλυσης, η είδηση για τον θάνατο του ψυχίατρου και ψυχαναλυτή Θανάση
Τζαβάρα προκάλεσε πάνω απ’ όλα έκπληξη. Οχι μόνο γιατί ο Θανάσης ήταν
ακόμα ακμαίος πνευματικά.
Αλλά και γιατί είχε κατορθώσει, με τον σπάνιο και τολμηρό αναστοχασμό
του πάνω στο ζήτημα του θανάτου –και μάλιστα όχι μόνο του θανάτου εν
γένει, αλλά και του ίδιου του δικού του θανάτου–, να δημιουργήσει την
εντύπωση ότι είχε γεφυρώσει το κατώφλι ανάμεσα στη ζωή και το επέκεινα.
Και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε για πάντα να θρονιαστεί ανάμεσά τους,
τρώγοντας και πίνοντας, κουβεντιάζοντας με φίλους και αφηγούμενος, όπως
πάντα, τις πιο γοητευτικές ιστορίες.
Γιατί ο Τζαβάρας, χωρίς αστεία, ενσάρκωσε με τον πιο σαφή και
αμετακίνητο τρόπο το φροϋδικό παράδειγμα. Ως γνωστόν, ο Freud
παραλαμβάνει το παλιό λατινικό γνωμικό «Si vis pacem, para bellum» («Αν
θέλεις την ειρήνη, προετοιμάσου για τον πόλεμο») και το μετουσιώνει σε
μια προσωπική ηθική προστακτική:
«Si vis vitam, para mortem» («Αν
θέλεις τη ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο).
Πιστός στη θεωρητική επεξεργασία του, ο Freud θα αφήσει την τελευταία
του πνοή στο Λονδίνο, το 1939, έχοντας συμφωνήσει με τον γιατρό του,
Max Schur, την πραγματοποίηση ενεργού ευθανασίας. Ο Θανάσης Τζαβάρας,
πιστός και ο ίδιος στο παραπάνω φροϋδικό ήθος, δεν θα αναδείξει απλώς
στα κείμενά του τη στάση του Freud (από τους λίγους ψυχαναλυτές που το
έχουν κάνει), ούτε και θα αρκεστεί να αντιμετωπίσει με τους ασθενείς του
το φάσμα του θανάτου και τις προκλήσεις της ζωής – εκείνης που φεύγει
και εκείνης που έρχεται στον κόσμο και καλείται να πορευτεί εντός του.
Οταν θα βιώσει και ο ίδιος μια σοβαρή περιπέτεια υγείας, που θα τον
φέρει στο χείλος του θανάτου, θα βρει το κουράγιο και το θάρρος να
εξιστορήσει την ψυχο-σωματική αλλά και ψυχο-κοινωνική πορεία από τη
μεταφορά στο νοσοκομείο και την τρίμηνη παραμονή στη μονάδα εντατικής
θεραπείας του «Ευαγγελισμού» πίσω στον κόσμο, αλλά με μια σοφία
παραπάνω, ικανή να εμφυσήσει στους γύρω του την ωριμότητα της φροϋδικής
στάσης, την οριακή υπέρβαση του φόβου και την αναστοχαστική αποδοχή της
έλλειψης στην πιο ριζική της εκδοχή.
Ολα αυτά θα αποτυπωθούν και σε ένα βιβλίο του («Ταξείδι από τα
Κύθηρα»), που θα παραμείνει πολύτιμη μαρτυρία αυτής της διαδρομής,
συνοψίζοντας τόσο το βιωματικό όσο και το ψυχαναλυτικό παράδειγμα που
συνιστά.
Ο Τζαβάρας, βέβαια, δεν αφήνει πίσω του μόνο αυτήν την παρακαταθήκη.
Ως νευρολόγος-ψυχίατρος δραστηριοποιήθηκε στη Γαλλία αλλά και στην
Ελλάδα σε μια σειρά από θεματικές αιχμής (τη σχέση νευροψυχολογίας και
ψυχανάλυσης, την ιστορία της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, τη
μεθοδολογία και τη θεωρία των πεδίων αυτών, αλλά και τις συγκλίσεις τους
με τη γλωσσολογία, τη λογοτεχνία κ.λπ.).
Πρωτοστάστησε στην καταξίωση του φροϋδικού και του λακανικού λόγου,
συμμετέχοντας σε όλες τις προσπάθειες εκκίνησης και στήριξης σχετικών
πρωτοβουλιών (σεμιναριακών, εκδοτικών κ.λπ.) που πραγματοποιήθηκαν στον
ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες. Υπήρξε από τους εμψυχωτές της
δεύτερης γενιάς ψυχαναλυτών που, μετά τη μάλλον άδοξη προσπάθεια της
πρώτης γενιάς (Εμπειρίκος, Κουρέτας, Ζαβιτσιάνος) υπό την αιγίδα της
Μαρίας Βοναπάρτη, θα επιτύχουν την εδραίωση ενός ακμαίου ψυχαναλυτικού
πεδίου στον ελληνικό χώρο.
Ταυτίστηκε με το σημαντικό περιοδικό «Εκ των υστέρων» και με την
ψυχαναλυτική σειρά βιβλίων «Τρίαψις λόγος», ενώ δίδαξε σε πληθώρα
πανεπιστημίων, ολοκληρώνοντας την υπηρεσία του ως καθηγητής της
Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Νευροεπιστημών και της
Ψυχιατρικής στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Επιστημών
του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Τέλος, δεν κουράστηκε ποτέ να βοηθά το έργο των νέων ανθρώπων μέσα
από την καθοδήγηση διδακτορικών διατριβών, ερευνητικών προσπαθειών και
εκδόσεων, μέσα από την πληθωρική του παρουσία και το γάργαρό του γέλιο.
Για όλα αυτά θα μας λείψει. Πολύ.
*καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, ΑΠΘ
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014
ALBERT HIRSCHMAN Τα πάθη και τα συμφέροντα Πολιτικά επιχειρήματα υπέρ του καπιταλισμού πριν από τον θρίαμβό του ΕΠΙΜ.: Κ. Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΜΤΦΡ.: ΙΟΥΛΙΑ ΤΣΟΛΑΚΙΔΟΥ «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, βιβλιοπαρουσιαση του ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 16/04/2004
ALBERT HIRSCHMAN
Τα πάθη και τα συμφέροντα Πολιτικά επιχειρήματα υπέρ του καπιταλισμού πριν από τον θρίαμβό του
ΕΠΙΜ.: Κ. Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΤΦΡ.: ΙΟΥΛΙΑ ΤΣΟΛΑΚΙΔΟΥ
«ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ», ΣΕΛ. 219
«Ο Αλμπερτ Χίρσμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της εποχής μας». Ετσι ξεκινά τον πρόλογό του στα Πάθη και τα συμφέροντα ο νομπελίστας οικονομολόγος Amartya Sen. Δεν πρόκειται καθόλου για υπερβολή. Ο Albert Hirschman αποτελεί σπάνια περίπτωση στοχαστή. Γεννημένος στο Βερολίνο το 1915, σπούδασε στα σημαντικότερα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (όπως η Σορβόνη και το London School of Economics), πριν αναμειχθεί ενεργά στον αντιναζιστικό και αντιφασιστικό αγώνα στην Ιταλία και τη Γαλλία. Μετά τη φυγάδευσή του στις ΗΠΑ, εργάστηκε σε διάφορους οργανισμούς και επιχειρήσεις, το διάστημα 1952-56 στην Κολομβία, ξεκινώντας μάλλον αργά μια, θαυμαστή πάντως, ακαδημαϊκή καριέρα, η οποία τον οδήγησε από το Πανεπιστήμιο Yale στο Columbia και από το Harvard στο Princeton. Εντυπωσιακή πράγματι πορεία για κάποιον που θα πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί ανορθόδοξος διανοητής. Ανορθόδοξος υπό την έννοια ότι τα γραπτά και οι παρεμβάσεις του δεν παγιδεύτηκαν ποτέ στα κατεστημένα σύνορα των επιστημονικών πειθαρχιών -κινούμενα συνήθως στην τομή οικονομίας και πολιτικής-, τα οποία δεν σταμάτησε να ανατρέπει με το οξυδερκές και αναλυτικό του βλέμμα. Ανορθόδοξος και εικονοκλάστης στο βαθμό που δεν διστάζει να «αυτοανατρέπει» ακόμα και δικά του προγενέστερα επιχειρήματα, σε μια προσπάθεια διαύγασης της οικονομικής και πολιτικής μας πραγματικότητας. Και όλα αυτά αρθρωμένα σε έναν λόγο διαυγή και απλό, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση.
Το βιβλίο του Τα πάθη και τα συμφέροντα, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1977, είναι το δεύτερο που μεταφράζεται στα ελληνικά, αφού προηγήθηκε το Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση: αντιδράσεις στην παρακμή επιχειρήσεων, οργανώσεων και κρατών («Παπαζήσης», 2002). Τα πάθη και τα συμφέροντα ανασυγκροτούν ένα λησμονημένο επεισόδιο της πνευματικής (οικονομικοπολιτικής) μας ιστορίας. Πρόκειται για μια λεπτομερή μελέτη των επιχειρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την έλευση και επικράτηση του καπιταλισμού πριν ακόμα εκείνος εδραιωθεί, επιχειρήματα που ο Hirschman ανιχνεύει στο έργο μεγάλων στοχαστών: του Montesqieue στη Γαλλία, του sir James Stuart στη Σκοτία, αλλά και άλλων. Εκείνο που ακούγεται σήμερα ιδιαίτερα παράδοξο είναι ο χαρακτήρας των επιχειρημάτων αυτών. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καπιταλισμός, η εμπορευματοποίηση και η οικονομική επέκταση, δεν προτάσσονται στη βάση ενός οικονομικού σκεπτικού, αλλά ως εξελίξεις που υπόσχονται να βελτιώσουν την πολιτική τάξη, μια πολιτική τάξη που όλοι σχεδόν αντιλαμβάνονταν ως κάτι συνεχώς απειλούμενο από τα αχαλίνωτα ανθρώπινα πάθη και τις καταστροφικές συνέπειές τους για την κοινωνική ζωή.
Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και μέχρι το 17ο αιώνα είχε πλήρως επικρατήσει η άποψη ότι οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές δεν επαρκούσαν για τον περιορισμό των ανθρώπινων παθών. Ως μέσο χαλιναγώγησής τους πρόβαλε λοιπόν η επιδίωξη του συμφέροντος. Κυρίαρχος λόγος κατέστη η αντιπαραβολή «των θετικών συνεπειών που προκύπτουν όταν οι άνθρωποι καθοδηγούνται από τα συμφέροντά τους με την καταστροφική κατάσταση που επικρατεί όταν οι άνθρωποι αφήνουν αχαλιναγώγητα τα πάθη τους» (σελ. 66). Ετσι το συμφέρον αναδείχθηκε σε ένα νέο μοντέλο, ένα νέο παράδειγμα, με την έννοια που δίνει στον όρο ο Thomas Kuhn (σελ. 78). Ο πλουτισμός προσέλαβε μια θετική και θεραπευτική σημασία τόσο για την ιδιωτική όσο και για τη δημόσια ζωή. Χωρίς υπερβολή, «η θεωρία του συμφέροντος έγινε δεκτή την εποχή εκείνη ως μήνυμα σωτηρίας!» (σελ. 80), αφού έγινε πιστευτό ότι είχε επιτέλους ανακαλυφθεί μια ρεαλιστική βάση για μια εύτακτη και βιώσιμη κοινωνικο-πολιτική τάξη, προβλέψιμη και σταθερή.
Το τέλος αυτού του τύπου των επιχειρημάτων τοποθετείται γύρω στα 1776, με τη δημοσίευση του Πλούτου των Εθνών από τον Adam Smith, όταν η οικονομία παίρνει το πάνω χέρι. Οπως παρατηρεί ο Hirschman: «Ο κύριος αντίκτυπος του Πλούτου των εθνών συνίστατο στην καθιέρωση μια ισχυρής οικονομικής αιτιολογίας για την απρόσκοπτη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, ενώ στα προηγούμενα έργα που εξετάστηκαν εδώ, είχε δοθεί έμφαση στις πολιτικές συνέπειες της επιδίωξης αυτής» (σελ. 151). Εξάλλου, όταν κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα άρχισε να γίνεται αντιληπτή σε όλη της την έκταση η πραγματικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μια πραγματικότητα ξεριζωμού, φτώχειας, ανεργίας και μαζικοποίησης, μια πραγματικότητα αλλοτρίωσης, ανομίας και συνεχών κρίσεων, η ιδέα ότι η επιδίωξη του συμφέροντος μπορεί να αποτελεί την τελική λύση για τα πολιτικά προβλήματα της κοινωνίας εγκαταλείφθηκε οριστικά (σελ. 181). Εντούτοις, το λησμονημένο επεισόδιο της άρθρωσης όλων αυτών των επιχειρημάτων διαφωτίζει τη γένεση του καπιταλισμού, συμπληρώνοντας επιχειρήματα όπως αυτό του Max Weber στην Προτεσταντική ηθική.
Επιπλέον, η λησμόνηση όλης αυτής της ιστορίας που μας παρουσιάζει με τόσο αποκαλυπτικό τρόπο ο συγγραφέας, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί και τόσο αθώα: «Ποια κοινωνική τάξη θα μπορούσε να επιβιώσει της διττής συνειδητοποίησης ότι θεσπίστηκε με τη σθεναρή προσδοκία ότι θα επέλυε συγκεκριμένα προβλήματα και ότι αποτυγχάνει προφανώς και παταγωδώς να κάνει κάτι τέτοιο;» (σελ. 187). Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο του Hirschman αποτελεί βήμα αυτογνωσίας και αναστοχασμού για όσους ζούμε σε κοινωνίες και οικονομίες καπιταλιστικές. Πολλώ δε μάλλον που, όσο παράξενα και αν ακούγονται, επιχειρήματα που συνδέουν τον καπιταλισμό με οριστικές πολιτικές διευθετήσεις κι εξαίρουν τις επωφελείς πολιτικές του συνέπειες επανεμφανίζονται και στον εικοστό αιώνα: ο Hirschman εντοπίζει ψήγματα τέτοιων απόψεων ακόμα και σε διανοητές όπως ο Keynes, αλλά και ο Schumpeter (σελ. 190-91). Ομως και σήμερα, η αυξανόμενη ταύτιση δημοκρατίας και καπιταλισμού -που ακολούθησε τα γεγονότα του 1989 και την κρίση του αριστερού φαντασιακού- δεν αναβιώνει τελικά μιαν αυταπάτη αυτού του είδους; Ισως στις μέρες μας η σχέση ανάμεσα στα πάθη και τα συμφέροντα, την πολιτική και την οικονομία, να είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.
Τα πάθη και τα συμφέροντα Πολιτικά επιχειρήματα υπέρ του καπιταλισμού πριν από τον θρίαμβό του
ΕΠΙΜ.: Κ. Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΤΦΡ.: ΙΟΥΛΙΑ ΤΣΟΛΑΚΙΔΟΥ
«ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ», ΣΕΛ. 219
«Ο Αλμπερτ Χίρσμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της εποχής μας». Ετσι ξεκινά τον πρόλογό του στα Πάθη και τα συμφέροντα ο νομπελίστας οικονομολόγος Amartya Sen. Δεν πρόκειται καθόλου για υπερβολή. Ο Albert Hirschman αποτελεί σπάνια περίπτωση στοχαστή. Γεννημένος στο Βερολίνο το 1915, σπούδασε στα σημαντικότερα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια (όπως η Σορβόνη και το London School of Economics), πριν αναμειχθεί ενεργά στον αντιναζιστικό και αντιφασιστικό αγώνα στην Ιταλία και τη Γαλλία. Μετά τη φυγάδευσή του στις ΗΠΑ, εργάστηκε σε διάφορους οργανισμούς και επιχειρήσεις, το διάστημα 1952-56 στην Κολομβία, ξεκινώντας μάλλον αργά μια, θαυμαστή πάντως, ακαδημαϊκή καριέρα, η οποία τον οδήγησε από το Πανεπιστήμιο Yale στο Columbia και από το Harvard στο Princeton. Εντυπωσιακή πράγματι πορεία για κάποιον που θα πρέπει μάλλον να χαρακτηριστεί ανορθόδοξος διανοητής. Ανορθόδοξος υπό την έννοια ότι τα γραπτά και οι παρεμβάσεις του δεν παγιδεύτηκαν ποτέ στα κατεστημένα σύνορα των επιστημονικών πειθαρχιών -κινούμενα συνήθως στην τομή οικονομίας και πολιτικής-, τα οποία δεν σταμάτησε να ανατρέπει με το οξυδερκές και αναλυτικό του βλέμμα. Ανορθόδοξος και εικονοκλάστης στο βαθμό που δεν διστάζει να «αυτοανατρέπει» ακόμα και δικά του προγενέστερα επιχειρήματα, σε μια προσπάθεια διαύγασης της οικονομικής και πολιτικής μας πραγματικότητας. Και όλα αυτά αρθρωμένα σε έναν λόγο διαυγή και απλό, χωρίς την παραμικρή επιτήδευση.
Το βιβλίο του Τα πάθη και τα συμφέροντα, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1977, είναι το δεύτερο που μεταφράζεται στα ελληνικά, αφού προηγήθηκε το Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση: αντιδράσεις στην παρακμή επιχειρήσεων, οργανώσεων και κρατών («Παπαζήσης», 2002). Τα πάθη και τα συμφέροντα ανασυγκροτούν ένα λησμονημένο επεισόδιο της πνευματικής (οικονομικοπολιτικής) μας ιστορίας. Πρόκειται για μια λεπτομερή μελέτη των επιχειρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την έλευση και επικράτηση του καπιταλισμού πριν ακόμα εκείνος εδραιωθεί, επιχειρήματα που ο Hirschman ανιχνεύει στο έργο μεγάλων στοχαστών: του Montesqieue στη Γαλλία, του sir James Stuart στη Σκοτία, αλλά και άλλων. Εκείνο που ακούγεται σήμερα ιδιαίτερα παράδοξο είναι ο χαρακτήρας των επιχειρημάτων αυτών. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο καπιταλισμός, η εμπορευματοποίηση και η οικονομική επέκταση, δεν προτάσσονται στη βάση ενός οικονομικού σκεπτικού, αλλά ως εξελίξεις που υπόσχονται να βελτιώσουν την πολιτική τάξη, μια πολιτική τάξη που όλοι σχεδόν αντιλαμβάνονταν ως κάτι συνεχώς απειλούμενο από τα αχαλίνωτα ανθρώπινα πάθη και τις καταστροφικές συνέπειές τους για την κοινωνική ζωή.
Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης και μέχρι το 17ο αιώνα είχε πλήρως επικρατήσει η άποψη ότι οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές δεν επαρκούσαν για τον περιορισμό των ανθρώπινων παθών. Ως μέσο χαλιναγώγησής τους πρόβαλε λοιπόν η επιδίωξη του συμφέροντος. Κυρίαρχος λόγος κατέστη η αντιπαραβολή «των θετικών συνεπειών που προκύπτουν όταν οι άνθρωποι καθοδηγούνται από τα συμφέροντά τους με την καταστροφική κατάσταση που επικρατεί όταν οι άνθρωποι αφήνουν αχαλιναγώγητα τα πάθη τους» (σελ. 66). Ετσι το συμφέρον αναδείχθηκε σε ένα νέο μοντέλο, ένα νέο παράδειγμα, με την έννοια που δίνει στον όρο ο Thomas Kuhn (σελ. 78). Ο πλουτισμός προσέλαβε μια θετική και θεραπευτική σημασία τόσο για την ιδιωτική όσο και για τη δημόσια ζωή. Χωρίς υπερβολή, «η θεωρία του συμφέροντος έγινε δεκτή την εποχή εκείνη ως μήνυμα σωτηρίας!» (σελ. 80), αφού έγινε πιστευτό ότι είχε επιτέλους ανακαλυφθεί μια ρεαλιστική βάση για μια εύτακτη και βιώσιμη κοινωνικο-πολιτική τάξη, προβλέψιμη και σταθερή.
Το τέλος αυτού του τύπου των επιχειρημάτων τοποθετείται γύρω στα 1776, με τη δημοσίευση του Πλούτου των Εθνών από τον Adam Smith, όταν η οικονομία παίρνει το πάνω χέρι. Οπως παρατηρεί ο Hirschman: «Ο κύριος αντίκτυπος του Πλούτου των εθνών συνίστατο στην καθιέρωση μια ισχυρής οικονομικής αιτιολογίας για την απρόσκοπτη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, ενώ στα προηγούμενα έργα που εξετάστηκαν εδώ, είχε δοθεί έμφαση στις πολιτικές συνέπειες της επιδίωξης αυτής» (σελ. 151). Εξάλλου, όταν κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα άρχισε να γίνεται αντιληπτή σε όλη της την έκταση η πραγματικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μια πραγματικότητα ξεριζωμού, φτώχειας, ανεργίας και μαζικοποίησης, μια πραγματικότητα αλλοτρίωσης, ανομίας και συνεχών κρίσεων, η ιδέα ότι η επιδίωξη του συμφέροντος μπορεί να αποτελεί την τελική λύση για τα πολιτικά προβλήματα της κοινωνίας εγκαταλείφθηκε οριστικά (σελ. 181). Εντούτοις, το λησμονημένο επεισόδιο της άρθρωσης όλων αυτών των επιχειρημάτων διαφωτίζει τη γένεση του καπιταλισμού, συμπληρώνοντας επιχειρήματα όπως αυτό του Max Weber στην Προτεσταντική ηθική.
Επιπλέον, η λησμόνηση όλης αυτής της ιστορίας που μας παρουσιάζει με τόσο αποκαλυπτικό τρόπο ο συγγραφέας, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί και τόσο αθώα: «Ποια κοινωνική τάξη θα μπορούσε να επιβιώσει της διττής συνειδητοποίησης ότι θεσπίστηκε με τη σθεναρή προσδοκία ότι θα επέλυε συγκεκριμένα προβλήματα και ότι αποτυγχάνει προφανώς και παταγωδώς να κάνει κάτι τέτοιο;» (σελ. 187). Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο του Hirschman αποτελεί βήμα αυτογνωσίας και αναστοχασμού για όσους ζούμε σε κοινωνίες και οικονομίες καπιταλιστικές. Πολλώ δε μάλλον που, όσο παράξενα και αν ακούγονται, επιχειρήματα που συνδέουν τον καπιταλισμό με οριστικές πολιτικές διευθετήσεις κι εξαίρουν τις επωφελείς πολιτικές του συνέπειες επανεμφανίζονται και στον εικοστό αιώνα: ο Hirschman εντοπίζει ψήγματα τέτοιων απόψεων ακόμα και σε διανοητές όπως ο Keynes, αλλά και ο Schumpeter (σελ. 190-91). Ομως και σήμερα, η αυξανόμενη ταύτιση δημοκρατίας και καπιταλισμού -που ακολούθησε τα γεγονότα του 1989 και την κρίση του αριστερού φαντασιακού- δεν αναβιώνει τελικά μιαν αυταπάτη αυτού του είδους; Ισως στις μέρες μας η σχέση ανάμεσα στα πάθη και τα συμφέροντα, την πολιτική και την οικονομία, να είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 16/04/2004
Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ¨ Από την ηθική της απαγόρευσης στην ηθική της επιβεβλημένης απόλαυσης και πίσω: Μετασχηματισμοί του κοινωνικού δεσμού και αδιέξοδα του σύγχρονου υποκειμένου../ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΥΝΑΞΙΣ (ΤΕΥΧΟΣ 116)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ
Από την ηθική της απαγόρευσης στην ηθική της επιβεβλημένης απόλαυσης και πίσω: Μετασχηματισμοί του κοινωνικού δεσμού και αδιέξοδα του σύγχρονου υποκειμένου
( αποσπασμα απο το αρθρο που δημοσιευτηκε στο :
το αποσπασμα δημοσιευτηκε με την αδεια του συγγραφεα )
Πολύ συχνά ακούμε για κρίση αξιών, για την υποχώρηση του καθήκοντος και την επικράτηση του καταναλωτικού ηδονισμού, για την ηθική κατάπτωση των σύγχρονων κοινωνιών. Η πρόσφατη οικονομική κρίση έδωσε λαβή για τέτοιου είδους σχόλια στο πλαίσιο της σχεδόν ομόθυμης καταδίκης των λεγόμενων «γκόλντεν μπόυς» και της απύθμενης απληστίας τους. Ωστόσο, ο εύκολος στιγματισμός κάποιων ολίγων δεν θα πρέπει να μας αποπροσανατολίσει, ιδίως όταν η επίμαχη πρακτική τους δεν φαίνεται να παραβίασε κατ’ουσίαν την ηγεμονική ηθική προστακτική των υστεροκαπιταλιστικών κοινωνιών. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι, ασφαλώς, να διακρίνουμε τους όρους δυνατότητας τέτοιων φαινομένων και να αποτιμήσουμε την δυναμική τους στο μακρο-επίπεδο, και μάλιστα στο επίπεδο της ηθικής πρότασης, του πνεύματος, που δομεί και ρυθμίζει σε κάθε συγκυρία τον κοινωνικό δεσμό, απαιτώντας και την συμμόρφωση των υποκειμένων. Καθώς ο συντονισμός αυτός ανάμεσα σε κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο και υποκειμενική στάση αποτελεί προνομιακό αντικείμενο του ψυχαναλυτικού στοχασμού – στον άξονα Φρόυντ-Λακάν –, έχοντας παράλληλα απασχολήσει δια μακρών τόσο την κλασική όσο και την σύγχρονη κοινωνική θεωρία, η διαύγαση των παραπάνω ερωτημάτων θα επιχειρηθεί εδώ μέσα από την σύγκλιση της ψυχαναλυτικής με την κοινωνική θεωρία.
Κοινωνία της απαγόρευσης/Κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταπολεμική επικράτηση της καταναλωτικής κουλτούρας σηματοδότησε μια βαθύτερη αλλαγή στην ιδιοσυστασία των κοινωνιών που κινούνται στη σφαίρα του ύστερου καπιταλιστικού μοντέλου. Η αλλαγή αυτή δεν μένει απλώς στο οικονομικό ή στο επικοινωνιακό επίπεδο – όπου και το αυξανόμενο ειδικό βάρος της «κατανάλωσης» σε σχέση με την «παραγωγή», αλλά και η πανταχού παρουσία του διαφημιστικού λόγου στην δημόσια σφαίρα – αλλά αγγίζει την ίδια την ραχοκοκαλιά του καθημερινού βίου. Όπως ορθά επισημαίνει ο λακανικός θεωρητικός Todd McGowan, η επικράτηση του καταναλωτισμού αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή στην ηθική ρύθμιση και, συνακόλουθα, στην κοινωνικο-πολιτική οργάνωση των κοινωνιών μας: πρόκειται για το πέρασμα από την «κοινωνία της απαγόρευσης» σε μια «κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης» (McGowan 2004: 1-2). Ενώ παλαιότερα, στις κοινωνίες της απαγόρευσης, η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού απαιτούσε την θυσία της απόλαυσης του υποκειμένου προς χάριν του κοινωνικού καθήκοντος, τώρα πια, στην καταναλωτική κοινωνία, το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση. Πράγματι, αυτό το κάλεσμα μας απευθύνεται από παντού: από την τηλεόραση, από τις διαφημίσεις, από τον κινηματογράφο, από τις ίδιες τις παρέες μας και τους φίλους που δεν ξεχνούν να μας υπενθυμίζουν πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από τα να μην «περνάμε καλά».
Στο σχήμα αυτό, η κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης δεν είναι ταυτόσημη με τον καπιταλισμό εν γένει, αλλά με τον ύστερο καπιταλισμό. Στις αρχικές του φάσεις, επαφιόμενος στην «ηθική της εργασίας» και στην αναστολή/αναβολή της ικανοποίησης [delayed gratification], «ο καπιταλισμός βασίστηκε και αναπαρήγαγε τη δική του μορφή απαγόρευσης» (McGowan 2004: 31). Με απλά λόγια, ο πρώιμος καπιταλισμός εμπόδισε ή ανέστειλε την απόλαυση στον ίδιο βαθμό με πολλές παραδοσιακές κοινωνίες (McGowan 2004: 31). Η κλασική αστική στάση – που χαρακτηρίζει και μεγάλο μέρος της αστικής πολιτικής οικονομίας – βασίστηκε αρχικά στην «αναστολή των απολαύσεων, στην υπομονετική αυτοσυγκράτηση με απώτερο σκοπό την πρόσκτηση μιας μελλοντικής συμπληρωματικής απόλαυσης. Συσώρευση προς χάριν της συσώρευσης, παραγωγή προς χάριν της παραγωγής» (Goux 1990: 203-4). Πρόκειται για το πρώτο πνεύμα του καπιταλισμού – με την βεμπεριανή έννοια του όρου, όπου το «πνεύμα» σημαίνει μια ιδιαίτερη μορφή υποχρεώσης και οριοθετεί ένα διακριτό ηθικό πρότυπο, έναν τύπο κατηγορικής προστακτικής (Weber 2006: 45, 267). Ειδικότερα, όπως μας λέει ο Μαξ Βέμπερ, το πνεύμα αυτό συνδέθηκε με μια αίσθηση του εργασιακού καθήκοντος βασισμένη σε μια μορφή εξορθολογισμένου ασκητισμού – εκκοσμικευμένη εκδοχή του προτεσταντικού ασκητισμού – και στην συνακόλουθη ανάδειξη της απόλαυσης σε ταμπού, την καταδίκη της επιδεικτικής κατανάλωσης και της πολυτέλειας (Weber 2006: 149).
Για να δώσουμε και ένα σχετικό παράδειγμα, ένα από τα κομβικά σημεία αυτού του ηθικού και πολιτισμικού πλαισίου υπήρξε φυσικά η ιδέα της «αποταμίευσης»: «Μέσα από την εδραίωση μιας ηθικής της αποταμίευσης μεταβιβάστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, και οι αξίες του αυτοελέγχου, της αυτοσυγκράτησης, της μετριοπάθειας, της σκληρής δουλειάς, της κανονικότητας, της επιμονής και της σταθερότητας που προωθούσαν οι εταιρείες» (Boltanski και Chiapello 2005: 152). Σε χώρες της ημι-περιφέρειας όπως η Ελλάδα αυτή η ιδέα της αποταμίευσης συνέχισε να διατηρεί την αίγλη της ακόμα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970: πολλοί από τους αναγνώστες θα θυμούνται ίσως τις αντίστοιχες σχολικές εκθέσεις που είμασταν αναγκασμένοι να γράφουμε στο δημοτικό, όπως και τον ετήσιο εορτασμό της ημέρας της αποταμίευσης. Όλα αυτά σταμάτησαν κάπου εκεί, σηματοδοτώντας το πέρασμα σε αυτό που ονομάσαμε «κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης», το πέρασμα – με τα λόγια του Ζαν Μποντριγιάρ – από ένα ασκητικό μοντέλο ηθικού βίου οργανωμένο γύρω από την θυσία, την απαγόρευση και την αποταμίευση, στην ηθική ηγεμονία της απόλαυσης: «το status ενός ολόκληρου πολιτισμού μεταβάλλεται μαζί με τον τρόπο που παρουσιάζονται και γίνονται αντικείμενα απόλαυσης τα καθημερινά του αντικείμενα ... Ο ασκητικός τρόπος της συσώρευσης που είχε τις ρίζες του στην θυσία ... υπήρξε το θεμέλιο ενός ολόκληρου πολιτισμού της τσιγκουνιάς που έζησε την δική του ηρωική περίοδο» (Baudrillard 1996: 172), πριν παραχωρήσει τη θέση του στον καταναλωτικό ηδονισμό της κοινωνίας της επιβεβλημένης απόλαυσης, στο δεύτερο πνεύμα του καπιταλισμού, για να δανειστούμε την ορολογία των Boltanski και Chiapello.
Είναι τόσο διάχυτα τα επακόλουθα αυτής της αλλαγής, τόσο εύκολα ψηλαφητά τα αποτυπώματά της στον κοινωνικό ιστό και την ατομική συμπεριφορά, που λίγοι θα αμφισβητούσαν την σημασία της. Ωστόσο, παραμένουν ακόμα σκοτεινές αρκετές διαστάσεις της και είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε τον κριτικό φωτισμό τους. Οι διαστάσεις αυτές αφορούν το οιονεί απελευθερωτικό περιεχόμενο του περάσματος από απαγόρευση σε απόλαυση, την ιστορική πλαισίωσή του, και την δυνατότητα κριτικής υπέρβασης. Ας τις εξετάσουμε συνοπτικά στη διαπλοκή τους.
Απαγόρευση/Υπαγόρευση: δύο μορφές της κυριαρχίας
Είναι βέβαιο ότι η καταναλωτική κοινωνία αυτο-κατανοείται ιδεολογικά ως μια κοινωνία «απελευθερωμένη», ως μια κοινωνία που έχει ξεφύγει από το καταπιεστικό μοτίβο της απαγόρευσης και επιτρέπει στα άτομα την απρόσκοπτη επιδίωξη της ατομικής τους απόλαυσης. Στο σημείο, όμως, αυτό οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ορισμένα στοιχεία που συνήθως απωθούνται. Καταρχάς, το γεγονός ότι το κυνήγι της (ιδιωτικής, καταναλωτικής) απόλαυσης τίθεται στο επίκεντρο του κοινωνικού δεσμού, δεν σημαίνει ότι εμείς, οι πολίτες των σημερινών δυτικών κοινωνιών, απολαμβάνουμε πιο πολύ από ότι άλλοτε. Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε πως παίζεται το παιχνίδι της κατανάλωσης: η φαντασίωση μιας απόλυτης, τελικής απόλαυσης κινητοποιεί την επιθυμία μας για αγορές, αλλά μόλις έρχεται στην κατοχή μας το αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας μας, το επίκεντρο της φαντασίωσης μας – π.χ. ένα καινούργιο αυτοκίνητο – την προσδοκία και την στιγμίαια ευωχία διαδέχεται η δυσαρέσκεια. Όπως το θέτει ο Λακάν στο σεμινάριό του Encore, «Δεν είναι αυτό! Αυτή είναι η ίδια η κραυγή μέσω της οποίας η απόλαυση (jouissance) που λαμβάνουμε διαφοροποιείται από την απόλαυση που περιμέναμε» (Λακάν 1998: 111).
Με κάθε εμπειρία απογοήτευσης αυτού του είδους, μια έλλειψη επανεγγράφεται στο υποκείμενο. Όσο για την πλήρη ικανοποίηση της επιθυμίας, αυτή αναβάλλεται από λόγο σε λόγο, από διαφήμιση σε διαφήμιση, από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση πού συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού. Με άλλα λόγια, η απόλαυση είναι μεν επιβεβλημένη, αλλά κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη. Ποτέ δεν βιώνουμε την διηνεκή πληρότητα που μας λείπει, παρά μόνον στιγμίαιες εμπειρίες μερικής απόλαυσης. Παραδόξως, όμως, η αδυναμία τελικής ικανοποίησης της επιθυμίας δεν θέτει σε αμφισβήτηση την πολιτισμική ηγεμονία του καταναλωτισμού και της διαφήμισης στον ύστερο καπιταλισμό. Εξάλλου, όπως το θέτει συνήθως ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, σκοπός της φαντασίωσης δεν είναι ποτέ να ικανοποιήσει πλήρως την επιθυμία• κάτι που είναι, έτσι κι αλλιώς, αδύνατον. Αρκεί η συγκρότηση και υποστήριξη της ως τέτοιας: μέσα από την φαντασίωση «μαθαίνουμε» πώς να επιθυμούμε. Έτσι, η αδυναμία επίτευξης κάθε τελικής ικανοποίησης δεν «σκοτώνει» την επιθυμία, αλλά, αντιθέτως, εγκαινιάζει μια «κυκλική αναζήτηση» (Andersen 1995: 90) που αναπαράγει τις ηγεμονικές φαντασιώσεις. Οι συνεχείς απογοητεύσεις και ματαιώσεις, σε συνδυασμό με τις μικρές, μερικές απολαύσεις που βιώνουμε, τελικά ενδυναμώνουν την επιθυμία αναπροσανατολίζοντας διαρκώς το αντικείμενο της.
Ο Albert Hirschman έχει πολύ δίκιο όταν συμπεραίνει πως ο κόσμος που προσπαθούμε να κατανοήσουμε, ο κόσμος στον οποίο ζούμε, «είναι ένας κόσμος στον οποίον οι άνθρωποι νομίζουν ότι θέλουν κάτι, αλλά μόλις το αποκτούν συνειδητοποιούν με δυσφορία ότι δεν το θέλουν τελικά όσο νόμιζαν ή ότι δεν το θέλουν και καθόλου, και ότι κάτι άλλο, που δεν τους ήταν καθόλου συνειδητό, είναι εκείνο που πραγματικά θέλουν» (Hirschman 2002: 21). Τόσο ο Spinoza όσο και ο Immanuel Kant είχαν επίγνωση αυτής της συστατικής διαλεκτικής. Όχι μόνο της πλαστικότητας και των αντιφάσεων του ανθρώπινου επιθυμείν (Spinoza 1993: 126), αλλά και της ίδιας της έλλειψης που είναι εγγεγραμμένη στον πυρήνα του: «Δώσε σε έναν άνθρωπο όλα όσα επιθυμεί και την ίδια στιγμή θα αισθανθεί ότι αυτό το όλα δεν είναι όλα» (Kant στο Hirschman 2002: 11). Το ίδιο και ο Πασκάλ (και, στο σημείο αυτό, αντλώ από πρόσφατο κείμενο του Γεράσιμου Βώκου): «Μόλις οι άνθρωποι που επιθυμούν και κυνηγούν ένα πράγμα το κατακτήσουν μένουν σαν αποσβολωμένοι, η ευτυχία τους διαρκεί για πολύ λίγο, και μεταβάλλεται, σχεδόν την άλλη μέρα σε ανία, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην αηδία ... αυτός που είχε εναποθέσει την ευτυχία του στον πλούτο τώρα που έγινε πλούσιος δεν θα ησυχάσει ποτέ γιατί θέλει περισσότερα. Ο άλλος που ονειρεύεται αξιώματα, καταξιωμένος δεν ηρεμεί, γιατί θέλει να γίνει βασιλιάς και βλέπουμε ...» (Βώκος 2005). Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η μετωνυμική υπόσταση της επιθυμίας, το έναυσμα της καταναλωτικής λογικής, αναγνωρίζεται πλέον από στοχαστές τόσο διαφορετικούς όσο ο Guy Debord (2000) και ο Richard Sennet (2008).
Αρχίζει έτσι να διαφαίνεται σιγά σιγά και η απώτερη κυριαρχική λειτουργία της καταναλωτικής προστακτικής. Είδαμε ότι η καταναλωτική «κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης» δεν απελευθερώνει στην πράξη την επιθυμία, ούτε επιτρέπει την πλήρη ικανοποίησή της όπως μας υπόσχεται ο διαφημιστικός λόγος. Στην πραγματικότητα, η αναπαραγωγή της εδράζεται, σε μεγάλο βαθμό, στο κάλεσμα του καθήκοντος, αν και πρόκειται για ένα καθήκον πολύ διαφορετικό από εκείνο των παραδοσιακών ή πρώιμων νεωτερικών κοινωνιών: «το καθήκον μετασχηματίζεται σε ένα καθήκον να απολαμβάνουμε, που δεν είναι παρά η εντολή του υπερεγώ» (McGowan 2004: 34). Μήπως τελικά η φαινομενικά αθώα και καλοήθης πρόσκληση για κατανάλωση – όπως στο διαφημιστικό κάλεσμα «Απολαύστε Coca-Cola!» – εμπεριέχει την βιαιότητα μιας αδιαπραγμάτευτης εντολής; Ο Lacan υπήρξε ο πρώτος που ανέδειξε το παράδοξο αυτό υβρίδιο όταν συνέδεσε το κάλεσμα «Απόλαυσε!» με την ελεγκτική λειτουργία του υπερεγώ: «Το υπερεγώ είναι η προστακτική της απόλαυσης [jouissance]– Απόλαυσε!» (Lacan 1998: 3). Ήταν ο πρώτος που ανίχνευσε στο αθώο αυτό κάλεσμα την αδιάψευστη σφραγίδα της εξουσίας και της κυριαρχίας. Μιας εξουσίας και μιας κυριαρχίας που δεν δεσμεύουν μέσω της καταστολής και τις περιστολής των δυνατοτήτων μας, αλλά μέσω της φαινομενικής, απατηλής διεύρυνσης των όρων της ελευθερίας μας. Μιας εξουσίας και μιας κυριαρχίας που δεν λειτουργούν με την απαγόρευση, αλλά με την υπαγόρευση.
Υπό την έννοια αυτή, ο Λακάν και ο μετα-λακανικός στοχασμός μάς προσφέρουν μιαν αποκαλυπτική θέαση εκείνου που έχει αποκληθεί «παράδοξο της κατανάλωσης»: ενώ ο καταναλωτισμός μοιάζει αρχικά να διευρύνει τις δυνατότητές μας, τις επιλογές και τις εμπειρίες μας ως άτομα, την ίδια στιγμή μάς κατευθύνει σε προκαθορισμένα κανάλια συμπεριφοράς και, επομένως, «τελικά όσο διευρύνει, άλλο τόσο περιορίζει» (Miles 1998: 147). Ήδη από το 1968, ο Ζαν Μποντριγιάρ είχε συλλάβει αυτήν την ηθική δυναμική της «υποχρέωσης να αγοράσουμε», ενώ πρόσφατες έρευνες της κατανάλωσης αποκαλύπτουν όλο και διαυγέστερα την «αναγκαστική/βιασμένη επιλογή» που ενέχει ο καταναλωτισμός: «Σήμερα η διερεύνηση της ατομικής ταυτότητας μέσω της κατανάλωσης έχει καταστεί ένα είδος καθήκοντος» (Daunton και Hilton 2001: 31). Γι αυτό, εξάλλου, εκείνος που δεν είναι σε θέση να καταναλώσει ή, εν πάσει περιπτώσει, να καταναλώσει όπως αναμένει κανείς από ανθρώπους της κοινωνικής του τάξης και του βιωτικού του επιπέδου, αισθάνεται συνήθως ντροπή και ενοχή και κάνει ότι μπορεί για να μην βιώσει το κόστος αυτής της αδυναμίας – προτιμά, π.χ., να υπερχρεωθεί. Εδώ έγκειται, λοιπόν, ο θρίαμβος της διαφημιστικής κουλτούρας, όπως προφητικά το είχαν διαγνώσει οι Adorno και Horkheimer: «οι καταναλωτές αισθάνονται υποχρεωμένοι να αγοράσουν και να χρησιμοποιήσουν τα διαφημιζόμενα προϊόντα, ακόμα και όταν δεν ξεγελιούνται από αυτά» (Adorno και Horkheimer 1997: 167).
........................................................................................................
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013
Λελογισμένες μεταρρυθμίσεις ή θέατρο της ωμότητας; του ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ ... αναδημοσιευση απο το απο το
![]() |
|
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013
Debt society: Greece and the future of post-democracy Yannis Stavrakakis/radical philosophy
Radical Philosophy is a UK-based journal of socialist and
feminist philosophy. The journal appears 6 times a year and features
major academic articles, commentaries, news and a large & diverse
reviews section.
Debt society: Greece and the future of post-democracy
Dossier: The Greek Symptom: Debt, Crisis and the Crisis of the Left
RP 181 (Sept/Oct 2013)
Yannis Stavrakakis
The passage from early to late modernity is generally associated with a gradual process of democratization, in
both political and economic realms. Politically speaking,
representative democracy has enjoyed an unprecedented global spread. In
the West, especially, political and social rights seemed to have
flourished until quite recently. Economically speaking, we have
witnessed a ‘democratization of consumption’ with the gradual spread of a
consumerist culture of ‘luxury’: having emerged with the ‘conspicuous
consumption’ typical of court society, this ethos gradually colonized,
first, the bourgeoisie and then the lower classes, creating a
predominantly consumerist society. Up to a certain point the two
processes progressed together, which is how the system managed to co-opt
popular pressures and social movements and create relative stability:
by largely replacing prohibition with commanded enjoyment and
disciplinary power with the productive regulation of desire. Both
pillars of this process are currently in crisis. The crisis first
affected the political realm, marking the post-democratic mutation of representative democracy.
Jacques Rancière is one of the political theorists who coined the
term ‘post-democracy’. According to his schema, it denotes ‘the paradox
that, in the name of democracy, emphasises the consensual practice of
effacing the forms of democratic action’.1 This diagnosis is
largely congruent with the sociological observations of Colin Crouch:
while the formal aspect of democratic institutions remains more or less
in place, politics and government are gradually slipping back into the
control of privileged groups in a way reminiscent of pre-democratic
times.2 What accompanies the development of post-democracy,
Rancière argues, is an outright identification of democratic form with
the ‘necessities’ of globalized capital:
From an allegedly defunct Marxism, the supposedly reigning liberalism borrows the theme of objective necessity, identified with the constraints and caprices
of the world market. Marx’s once scandalous thesis that governments are simple business agents for international capital is today an obvious fact on which ‘liberals’ and ‘socialists’ agree. The absolute identification of politics with the management of capital is no longer the shameful secret hidden behind the ‘forms’ of democracy; it is the openly declared truth by which our governments acquire legitimacy.3
How was the passage to this hybrid regime achieved without the
development of significant resistance? What permitted the slow but
steady development of ‘post-democracy’?
It is important to note that, at first, the post-democratic dynamic
did not affect the ‘democratization of consumption’, although it
signalled a significant increase in inequality. This delicate balancing
act was accomplished through the accumulation of debt. The loss of
political and social rights went largely ‘unobserved’ to the extent that
the lower strata could still function as consumers by getting more and
more loans. The hegemony of finance managed to exchange rights for
credit and debt. Thus, if the welfare state was instrumental in
sustaining ‘mass consumption’ through income redistribution, in consumerist post-democracy ‘consumer credit has taken the role that belonged to the welfare state in the Fordist regime’.4
Multiple faces of debt
It is here, however, that things acquire an extra moral, subjective gravitas with
immense social and political implications. Although Maurizio Lazzarato
fails to inscribe his analysis within the long sociological and
psychoanalytic traditions of ethics, morality and the spirits of
capitalism, his impressive The Making of the Indebted Man offers a
revealing account of the way in which the hegemonization of economic
behaviour by debt/credit started producing effects well beyond the
economic field. How? Because debt acts as a ‘capture’, ‘predation’, and
‘extraction’ machine on the whole of society, as an instrument for
macroeconomic prescription and management, and as a mechanism for income
redistribution. It also functions as a mechanism for the production and
‘government’ of collective and individual subjectivities.5
It is the realm of subjectivity that stands at the epicentre of this
functioning: ‘debt breeds, subdues, manufactures, adapts, and shapes
subjectivity’.6 It works at the intersection of power, morality and the economy.
Starting with the role of Christianity that ‘interiorizes’ debt as
‘feeling of guilt’ and then drawing primarily on Nietzsche and Deleuze,
Lazzarato shows how debt involves a special type of power relation ‘that
entails specific forms of production and control of subjectivity – a
particular form of homo economicus, the “indebted man’”. This is a type of power that operates through the establishment of a specific morality of promise (to honour one’s debt) and fault (for
having entered it). This creditor-debtor relationship involves ‘an
ethico-political process of constructing a subjectivity endowed with a
memory, a conscience, and a morality that forces him to be both
accountable and guilty. Economic production and the production of
subjectivity, labour and ethics, are indissoluble.’7
As we all know, the problem with this model is that it facilitated
the banking crisis of 2008. Once interest rates rise, once the housing
market stalls, once banking risk assessment models fail, ‘the whole
mechanism of income “distribution” through debt and finance collapses’.
It is rather surprising, however, that although, in the beginning, the
crisis seemed to provide the condition of possibility for a progressive
repoliticization of the economy – highlighting the need to reverse the
trend of ‘deregulation’ – it is currently being used in a bid to
reinforce further the neoliberal post-democratic orthodoxy, at least
within the European context. Having first encouraged the spirit of
loan-dependant consumerism, having allowed a prolonged bankers’ party,
the same neoliberal power bloc uses debt – now passed on to state
budgets – in order to reverse democratization. Now the process of
de-democratization, which first affected the political field, is also
affecting consumption: the consumerist society of ‘commanded enjoyment’
is violently turned back into a ‘society of prohibition’.8 By
turning private debt into sovereign debt, by individualizing and
spreading the blame for both of them (public and private debt), ‘the
blow to neoliberal governmentality from the subprime crisis will, in the
short run, be transformed into a victory for the universal debt
economy’. Indeed, without taking into account this multi-modal function
of debt, its ability to operate at a plurality of levels, its
historical/subjective association with shame and guilt, it is impossible
to make sense of the way the crisis has been managed up to now.
Not only has neoliberalism, since its emergence, been founded on a
logic of debt, but crucially ‘the power bloc of the debt economy has
seized on the latest financial crisis as the perfect occasion to extend
and deepen the logic of neoliberal polities’. Using the threat of
sovereign debt default, the neoliberal power bloc ‘seeks to follow
through on a program it has been fantasizing about since the 1970s:
reduce wages to the minimum, cut social services so that the Welfare
State is made to serve its new “beneficiaries” – business and the rich –
and privatize everything.’9 Ironically, it is here that we
encounter the bizarre reversal marking the end of the process of the
‘democratization of consumption’. If debt/credit was initially used to
safeguard our access to consumption in an increasingly unequal society,
if it functioned to sustain our aristocratic fantasies of ‘conspicuous
consumption’, now it violently ‘brings us back to a [very different]
situation [equally] characteristic of feudalism, in which a portion of
labour is owed in advance, as serf labour, to the feudal lord’.10
The Greek lab: metaphors and repertoires
Having been the experimental laboratory of neoliberal and other
strategies (before, that is, Cyprus took over), Greece provides the
perfect ground to test the validity of these hypotheses regarding the
multiple and changing faces of debt – highlighting the successive
endorsement and enforcement of antithetical ethico-political
orientations (from encouraging to stigmatizing debt and individualizing
blame, shame and guilt, and even to experimenting with debt
cancellation) – and its political effectivity. What if debt is not only a
problem but also a mechanism of domination, in other words a solution
of sorts? What if the sense of guilt it creates is so pervasive
precisely because it precedes its current deployment and builds on
subjective infrastructures sedimented in the longue durée?
Crises usually disturb dominant representations, shake up our sense
of continuity and generate new narratives attempting to regulate the
social bond, often in favour of pre-existing social hierarchies. After
three years of being subjected to them, we can certainly map them with
great accuracy. I am referring mainly to the dominant discourse of
European institutions, which is also accepted and largely reproduced by
mainstream intellectuals and the media in Greece. Examined in its
genealogical unfolding (before and after the crisis) this discourse is
itself marked by a certain irregularity or discontinuity. Where is this
located? Almost overnight the country that entered the euro and hosted
the Olympics, winning unconditional international acclaim, the EU’s
agent and preferential business partner in the Balkans, a valued market
for European commodities (from lucrative arms deals and overpriced
medical supplies to luxury cars and hi-tech products), became the sick
man of Europe, a bete noire to be ridiculed, condemned and disciplined in the most severe and exemplary way.
In mapping the discourses that expressed this gigantic disciplining
operation, driving a huge experiment in violent downward social mobility
and neoliberal restructuring, we encounter a process of creating and
sustaining shame and guilt – and thus legitimizing punishment, in the
form of radical impoverishment, skyrocketing unemployment, liquidation
of labour and other social rights – that relies, at least on a first
level, on a series of metaphors, all of them supported by what Lacan
called the ‘discourse of the university’, that is to say expert
knowledge. As if the characters from Norbert Elias’s and Foucault’s
books had returned to life, we encounter the doctor and the teacher
assuming once more their ‘civilizing’, disciplinary and pastoral roles
and practices.
We can clearly see the operation of a medical metaphor, for example.
The crisis is declared a serious illness, the result of an inherent
social pathology; ‘contagion’ and ‘contamination’ are feared, severe
medication needs to be prescribed – like an experimental chemotherapy,
even if it puts at risk the life of the patient, it is the only thing
that promises to restore her or his functions; or so the argument goes.
We can also discern a very traditional pedagogical metaphor, where the
problem, the cause of the crisis, is now attributed to a certain
immaturity and/or misbehaviour. Greece is to be treated the way one
treats a truant child, who deserves to be punished not only in order to
straighten out his or her own behaviour but also as an example to other
children. The list can be extended, but at least one more central
metaphor needs to be mentioned, besides the two already presented: the zoomorphic one.
The moral contempt energizing this discourse is revealed at its purest
in the equation between peoples and animals, a rhetorical move that
greatly enriches the discursive repertoire of the disciplining process
under way: the South of Europe is thus designated as PIIGS, devoid of
humanity, rationality and dignity. The distance between pigs and ‘guinea
pigs’ is not that substantial, after all.
In these narratives, these new representations, crisis does not
appear merely as a neutral fact, as a simple disruption; it is clearly
reconstructed as a major failure. If the crisis itself represents something, it is failure; but not, of course, any failure.
We are not talking about the collapse of a system, a systemic failure,
but about a personalized failure. It is not a question of ‘what?’ but of
‘who?’ It is here that a whole process of localization starts, a
process that, as we have seen, in order to localize and narrate this
failure incorporates medical, rationalistic and moralistic categories
and tropes in a political blend of great salience. However, what are the
conditions of possibility for the political effectivity of these
discourses? How do they manage to affect so many people and social
groups and so efficiently perform the sleight of hand of camouflaging a
systemic failure as an exceptional/individual failure?
Let us, then, move from metaphors to discursive strategies. It is not
by coincidence that Greece is often presented by mainstream
commentators and academics (both inside the country and abroad) as an exceptional case that deserves its predicament due to the irrational and immoral excesses in which its inhabitants engaged. Hubris and nemesis acquire
thus a new meaning in a narrative employed to legitimize the revolt of
European (and Greek) elites. What this moralistic argument fails to
register is, first, that Greece is not alone in this; it enjoys the
company of an expanding list of other ‘exceptional cases’. What, then,
if exceptionalism is used here within the scope of a neocolonial ‘divide-and-rule’
strategy with universal applicability? Needless to say, the use of the
category ‘neocolonial’ in this text does not imply a one-dimensional
relation of subordination and subjection. The neocolonialism we are
currently experiencing is so pervasive that metropolitan centre and
periphery are both affected. The free association that springs to mind
here is that of a song by the well-known Greek electronic music band
Stereo Nova from 1992: ‘My country is a colony of a larger colony’ One
should not forget that the austerity trend started in Germany and is
bound to return to Germany, sooner or later.
Interestingly enough, this is a strategy used both to regulate
relations between states – each time one case is stigmatized in order to
discipline the rest, before a new one enters the stigmatized group
(PIIGS) – as well as relations between social/professional groups,
between whole generations and between individuals within states. In
Greece, for example, the same strategy was used first to demonize civil
servants before encompassing the private sector. We could, perhaps,
interpret this move within the general political technology of
individualizing blame and shame/guilt. If a particular country is facing
difficulties, this has nothing to do with systemic faults and is solely
attributed to internal failings and pathologies – so the argument goes;
similarly, within each country, social groups are stigmatized as
irrational and immoral one after the other so that any feeling of common
purpose between them is minimized and resistance to the austerity
avalanche is disarmed. Everyone is responsible for her- or himself all
the way down to the individual level: if one is poor or unemployed this
is one’s own personal fault.
Paradoxes of Greek debt
What is, however, the proof of Greece’s failure, the symptom of
its illness? What is the indisputable evidence that constitutes the
basis of blame, the source of shame and guilt? The answer is simple: the
accumulation of debt. Debt emerges as the nodal point of all the
aforementioned practices of discipline, punishment and blame. Debt,
however, as a mere numerical value has no inherent meaning; its
implications are relative to the economic, social and political
environment. Due to a shift in this environment, Greece’s debt and
deficit were, almost overnight, declared unsustainable and a series of
brutal ‘internal devaluation’ measures were imposed as the only
solution, as the only cure – with all their catastrophic repercussions:
as a result of the ensuing depression, GDP shrank by 20 per cent in
2008-12 and unemployment stands at 26 per cent, with youth unemployment
well over 50 per cent.
It is here that some really puzzling paradoxes start to emerge. How
is it possible that the policies imposed to remedy this problem – the
economic and moral failure of excessive debt – while gradually bringing
the deficit under control, only promise to ‘stabilize’ debt in 2020
almost at the same level as in 2008-09, at the start of the crisis?
Isn’t that revealing of the fact that, at least during this delicate
phase, debt functions both as a failure and as a pathology to be
remedied but also as a controlling mechanism to be sustained and
utilized in the ‘proper’ ways? This is, then, the paradox in which we
find ourselves (and it’s only the first one in a series and one with a
quasi-universal function). On the one hand, debt is declared unethical après coup,
blame for it is retroactively individualized – ownership is ascribed to
particular states, groups and individuals, largely ignoring broader
systemic inequalities – and a pound of flesh is demanded from all, with
the normal exclusion of the elites, of course. On the other hand, debt
is accepted as something that is here to stay, as something that needs
to be somehow stabilized and protected – even ‘cultivated’ – in order to
be used as a tool to threaten, subject, control. Indeed, no one can
escape today the web of indebtedness, and this applies not only to
Greece but to a wide range of institutional entities and subjects, from
states that are obliged to bail out their collapsing banks to students
who instead of scholarships now receive loans so that their life starts
overdetermined by a huge burden.
How is it possible for so many people to accept this course of events
given that debt accumulation constituted thoroughly ethical behaviour
within recent capitalist consumerist societies? How is it possible for
debt to turn overnight from good to bad object – from an accomplishment
to a failure for which each and everyone (from states to individuals) is
fully accountable and for which eternal suffering can be the only
reward? It is impossible to make sense of this miraculous transformation
without reversing causality, highlighting retroactivity, and taking
into account long-term structures of subjection.
There is plenty of evidence to suggest that the assumption of shame
and guilt is always already presupposed as a long-term subjective
infrastructure well before each of its (contingent) historical
instantiations. For example, how else can one explain the fact that
today many are forced to feel ashamed and guilty because of their
(national, family and personal) indebtedness, while a few years ago the
same people were actively encouraged to accumulate credit and debt in
order to spend, consume and enjoy? Shame and guilt plagued only those
who could not keep up with the generalized/democratized spirit of
‘conspicuous consumption’. Clearly some sort of pre-existing propensity
needs to be posited, which has nothing to do with the particular (very
different if not contradictory) contents involved. What is at stake with
credit and debt is something that goes far beyond economics and
involves subject formation at the most profound level, vindicating
Lazzarato’s argument, albeit with a psychoanalytic twist. If such
construction works through the (impossible) assumption of duty, shame
and guilt and their political regulation, we need to register what
psychoanalysis adds to this picture when it acknowledges them as
founding gestures of modern subjectivity. This type of political
regulation and social control operates through the multiple and
alternating faces of the superego: prohibitive and brutal (Freud) as
well as permissive and generative (Lacan). Such constitutive ambivalence
and historical variability in the subjective infrastructure within
civilization emerges as an indispensable technology of domination
through its association with other processes in which splitting and
mutual engagement continuously alternate: the dialectic between the two
spirits of capitalism as well as that between the different faces of
power, as formulated by Foucault.
Enforced accumulation of debt and stigmatization and punishment of
indebtedness constitute internal if antithetical moments of the same
mechanism, utilizing subject construction in the service of social
hierarchy. And when the loop between the two fails, debt cancellation
and debt forgiveness are called for to sustain social order.
Historically, these three options have alternated, sustaining but also
gradually shifting power relations. We know, for example, that debt
cancellation has usually been a popular demand and has often resulted in
the foundation of democratic regimes – the prime example is, of course,
Solon’s Seisachtheia and the foundation of Athenian democracy.
Nevertheless, debt cancellation has also been used by pharaohs, kings
and tyrants to gain popular support.11 In the case of Greece
today, we have seen institutional forces promoting in turn all three
options. In the beginning, before the crisis, debt accumulation was
allowed and even propagated within the framework of the second,
consumerist spirit of capitalism. Then, almost overnight, the same
institutions elevated excessive debt into a pathological failure to be
punished by ‘post-modern’ forms of debt bondage. Three years into the
crisis, the troika has also orchestrated processes of debt
restructuring, with a twist, however! This (partial) debt cancellation
has miraculously failed to make any real difference to the long-term viability of Greek debt or to the current predicament of the Greek people.
The end of post-democracy?
One of the tentative conclusions to be drawn is that the current
management of the crisis involves a continuous dialectic between
subjectivity and the social bond using well-tested technologies of
domination that manage to sublimate what appears as ambivalence and
contradiction (encouraged accumulation of debt and punishment), even
breakthrough (debt cancellation), into a mutual engagement sustaining
the dominant power bloc. However, in order fully to account for the
subjective/collective imposition of this dialectic, for its political
effectivity, one would also need to take into account a separate –
although not unrelated – dimension of biopolitical performativity
and retroactivity. What is the reversal required here? We have
discussed a process of creating and sustaining shame and guilt and thus
legitimizing punishment – but what if it is also the other way round?
Perhaps what permits debt to turn overnight from positive to negative,
from good to bad object, is also the brutality and meaninglessness of
the punishment itself – as well as its universal application.
Paradoxically, the harsher and the more uncalled-for the punishment, the
easier this shift is being accepted. The biopolitical performativity of
the punishment itself retroactively ascribes to past behaviour the
stigma of an excessive, immoral, irrational pathology. Here, punishment
seems to retroactively produce guilt and shame, almost bypassing blame.
This is a sinister occurrence, with serious implications for the way we
characterize the course of (post-)democratic politics in countries of
the European periphery.
The crucial question is the following: how is one to assess the establishment of ‘neoliberal’ debt society?
Does it constitute a sign of further post-democratization? Or does it
signify a passage beyond post-democracy, into the terrain of what,
currently, can only be signified as a contradiction in terms, as
authoritarian or ‘totalitarian democracy’?12 Colin Crouch is in favour of the first course:
the entire way in which the crisis has been managed has been evidence of a further drift towards post-democracy. First, the Anglo-American financial model that produced the crisis in the first place was designed by a politico-economic elite that corresponds to my concept, as bankers moved in and out of the revolving doors in Washington, designing policies to suit their firms. Then the management of the crisis itself was primarily a rescue operation for banks at the expense of the rest of the population. The most explicit expression of the post-democratic aspects of crisis management was the framing of the Greek austerity package, designed by international authorities in close collaboration with an association of leading bankers.13
However, what if the management of the crisis itself increasingly
functions in ways difficult to make compatible with even the most formal
definition of (post-)democracy?
One can highlight many such instances in the recent Greek peripeteia. One
that acquired broad visibility from very early on was the brutal
suppression by Merkel and Sarkozy of the referendum initiative by George
Papandreou during the Cannes G20 summit (3-4 November 2011), as Jürgen
Habermas and Ulrich Beck were quick to point out.14 And what
happens when the ‘shock and awe’ strategy we have described and the
ensuing social dislocation do lead to popular reaction? The situation in
Greece is also revealing from this point of view. Reaction triggers a
twofold strategy on behalf of the dominant elites: at the ideological
level dissent is denounced as ‘irresponsible populism’, while at the
institutional level it triggers the mutation of post-democracy into a
new hybrid in which legality is increasingly distanced from legitimacy,
the separation of powers suffers, and the parliament itself is
marginalized as more and more elements of a virtual ‘rule by decree’ are
put in place.
Above all else, however, the clearest indication of such a passage is
the brutality and meaninglessness of the ‘punishment’ itself; in many
cases, unsupported by any reasonable argument, the measures implemented
solely serve the performative imposition of a brutal mode of domination.
Thus, in addition to guilt and shame being used to legitimize fiscal
punishment, functioning in and almost beyond representation, the
unprecedented biopolitical severity of the measures implemented
reinforces, in and of itself, the guilt/ shame complex. A political form
thus emerges that seems to be inadequately captured by the concept of
‘post-democracy’.
Two recent examples, commonplace in the Greek public sphere, are
indicative of this trend. First, the widely reported ‘mistake’ made by
the IMF in calculating the effect of the measures implemented on GDP
contraction.15 In the face of such an astonishing admission
of undercalculation, with disastrous consequences for the Greek economy,
and following calls from all political sides to relax the current
policies, the troika insisted on Christine Lagarde’s motto:
‘implementation, implementation, implementation’! The same nihilistic
brutality marks another recent incident: the huge increase in heating
oil prices imposed by the troika. As a result, consumption of heating
oil collapsed, most Greeks have endured a winter without central
heating, forests around urban areas have suffered enormously from people
desperate to heat their families, and, last but not least, atmospheric
conditions in cities have deteriorated rapidly due to people burning
whatever they could find in order to heat themselves. Whenever it was
pointed out within the public sphere that the increase in tax revenues
was actually negligible or even non-existent, while the situation
resembled a humanitarian catastrophe, the answer was that nothing could
be changed. This legislation is still in place.
What is at stake here is a mechanism that works through pain. In
Lazzarato’s terms, it is a mechanism that works through a ‘mnemotechnics
of cruelty’, which inscribes the promise of debt repayment on the body
itself. In Shakespearean terms, a pound of flesh, a limb, has to be
extracted in order for this power structure to produce the surplus of
meaningless despair that will allow it to be accepted fatalistically –
or so the logic goes. Should we still describe this turn of events
within the rubric of ‘post-democracy’, or is the current turn of
neoliberal governmentality to universal cruelty a clear sign that the
current phase of the debt economy entails not post-democracy but rather
‘anti-democracy’? If, as Lazzarato puts it, ‘extortion is the mode of
“democratic” government to which neoliberalism leads’, then we may very
soon find ourselves forced to debate the emergence of a European
authoritarianism.16
Notes
- Jacques Rancière, On the Shores of Politics, Verso, London, 1995, pp. 177; Jacques Rancière, Dis-agreement, University of Minnesota Press, Minneapolis, 1999, pp. 101-2.
- Colin Crouch, Post-Democracy, Polity Press, Cambridge, 2004, p. 6.
- Rancière, Dis-agreement, p. 113.
- Christian Marazzi, Capital and Affects, Semiotexte/MIT Press, Cambridge MA, 2011, pp. 126-8.
- Maurizio Lazzarato, The Making of the Indebted Man, Semiotexte/MIT Press, Cambridge MA, 2012, pp. 29
- Ibid., pp. 38-9
- Ibid., pp. 77-8, 46, 49 For an examination of the temporal aspects of this process, see Simon Morgan Wortham, ‘Time of Debt: On the Nietzschean Origins of Lazzarato’s Indeted Man’, Radical Philosophy 180, July/August 2013, p. 35-43.
- Ibid., p. 111. I am utilizing here the conceptual dyad developed by Todd McGowan in The End of Dissatisfaction? Jacques Lacan and the Emerging Society of Enjoyment, SUNY Press, Albany NY, 2004
- Ibid., pp. 29, 10.
- Baudrillard cited in ibid., p. 13.
- Michael Hudson, ‘DebtandDemocracy: HastheLinkBeen Broken?’, 2011, http://www.nakedcapitalism.com/2011/12/michael-hudson-debt-and-democracy-has-the-link-been-broken.html .
- Marazzi, Capital and Affects, p. 141.
- Colin Crouch, ‘Five Minutes with Colin Crouch’, 2013, http://blogs.lse.ac.uk/politicsandpolicy/archives/30297
- See Jürgen Habermas, ‘Rettet die Wurde der Demokratie’, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 4 November 2011, http://www.faz.net/aktuell/feuilleton/euro-krise-rettet-die-wuerde-der-demokratie-11517735.html; Jürgen Habermas, ‘Europe’s Post-democratic Era’, Guardian, 10 November 2011; Ulrich Beck, ‘Creons une Europe des citoy-ens!’, Le Monde, 26 December 2011, http://www.lemonde.fr/idees/article/2011/12/26/creons-une-europe-des-citoy-ens_1622792_3232. html.
- Olivier Blanchard and Daniel Leigh, ‘Growth Forecast Errors and Fiscal Multipliers’, IMF working paper, Washington DC, 2013.
- Lazzarato, The Making of the Indebted Man, pp. 40-41, 109, 158, 160.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...
-
όταν μας επισκέπτεται η Θεια Ακηδία καμιά φορά Βυθίζομαι σε τρυφερή ανία και καταργείται μέσ...
-
θα μας μείνει τουλάχιστον ο εξοπλισμός .. : αυτοκίνητα, μίξερ , μηχανές του Φραπέ .. ανόητοι καναπέδες στις καφετέριες , ταμπέλες ''...





Click here to download the PDF of this item