Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογενεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικογενεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Η Μαζική κουλτούρα ως Τέχνη, του Μαξ Χορκχάιμερ/αναδημοσίευση απο το http://eagainst.com

Η Μαζική κουλτούρα ως Τέχνη, του Μαξ Χορκχάιμερ

Η Μαζική Κουλτούρα ως Τέχνη
Από το δοκίμιο “Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα”, του Μαξ Χορκχάιμερ, σελ 49-57.
Ορισμένες φορές, στην ιστορία, η τέχνη συνδέθηκε στενά με άλλες λεωφόρους της κοινωνικής ζωής. Οι πλαστικές τέχνες ιδιαίτερα ήταν αφιερωμένες στην παραγωγή αντικειμένων καθημερινής χρήσης, κοσμικής όσο και θρησκευτικής. Στη σύγχρονη περίοδο, όμως, η γλυπτική και η ζωγραφική χωρίστηκαν από την πόλη και την οικοδομική δραστηριότητα, και τα προϊόντα αυτών των τεχνών έφτασαν σ’ ένα μέγεθος που ήταν κατάλληλο για κάθε εσωτερικό χώρο. Κατά την διάρκεια της ίδιας ιστορικής διαδικασίας, το αισθητικό συναίσθημα απέκτησε μια αυτόνομη θέση, ανεξάρτητη από το φόβο, το δέος, την αφθονία, το κύρος και την άνεση. Έγινε “καθαρό”. Το καθαρά αισθητικό συναίσθημα είναι η αντίδραση του ιδιωτικού ατομικού υποκειμένου, είναι η κρίση ενός ατόμου που αποσπάται από τις επικρατούσες κοινωνικές σταθερές. Ο ορισμός του ωραίου, ως αντικειμένου μιας ευχαρίστησης που βρίσκεται πέρα από κάθε συμφέρον, έχει τις ρίζες του σ΄αυτή τη σχέση. Το υποκείμενο έκφραζε τον εαυτό του  με την αισθητική κρίση χωρίς να συμβουλεύεται τις κοινωνικές αξίες και σκοπούς. Στην αισθητική του συμπεριφορά ο άνθρωπος απογύμνωσε, ας πούμε, τον εαυτό του από τους ρόλους που είχε ως μέλος της κοινωνίας και αντιδρούσε ως απομονωμένο υποκείμενο. Η ατομικότητα, ο αληθινός συντελεστής της καλλιτεχνικής δημιουργίας και κρίσης, δεν έχει σχέση με τις ιδιοσυγκρασίες και τις παραξενιές των ανθρώπων. Αντίθετα, εκφράζει τη δύναμη της ανθρώπινης αντίστασης στην πλαστική εγχείρηση στην οποία υποβάλλει τους ανθρώπους το υπάρχον οικονομικό σύστημα θέλοντας να τους εξομοιώσει και να τους ισοπεδώσει. Τα ανθρώπινα όντα είναι ελεύθερα να αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους στα έργα τέχνης, στο μέτρο που δεν έχουν υποκύψει στη γενική ισοπέδωση. Η εμπειρία το ατόμου που συγκεκριμενοποιείται σ΄ένα έργο τέχνης δεν είναι λιγότερο έγκυρη από την οργανωμένη εμπειρία την οποία προωθεί η κοινωνία θέλοντας να επιβάλλει τον έλεγχό της πάνω στη φύση. Παρόλο που το κριτήριό της βρίσκεται μόνο μέσα της, η τέχνη είναι γνώση όσο είναι και η επιστήμη.
Ο Κάντ εξετάζει την αιτιολόγηση αυτής της άποψης. Αναρωτιέται πως μπορεί να γίνει η αισθητική κρίση, στην οποία τα υποκειμενικά συναισθήματα έχουν γίνει γνωστά, μια συλλογική ή “κοινή” κρίση[2]. Αφού η επιστήμη δεν δέχεται ως απόδειξη το συναίσθημα, τότε πως μπορεί κανείς να εξηγήσει την κοινότητα συναισθημάτων που προκαλείται από τα έργα τέχνης; Ασφαλώς τα συναισθήματα που είναι διαδεδομένα στις μάζες μπορούν να εξηγηθούν εύκολα: ήταν και είναι πάντα ένα αποτέλεσμα των κοινωνικών μηχανισμών. Αλλά τι είναι αυτή η κρυμμένη σε κάθε άτομο ιδιότητα την οποία προσελκύει η τέχνη; Τι είναι αυτό το ολοφάνερο σε όλους συναίσθημα με το οποίο ενώνεται πάντα η τέχνη όσο διαφορετικές κι αν είναι οι εμπειρίες των ατόμων; Ο Κάντ επιχειρεί να δώσει μια απάντηση σ΄αυτό το ερώτημα, εισάγοντας την έννοια μιας sensus communis aestheticus, η οποία ταυτίζει το άτομο με την αισθητική του κρίση. Αυτή η έννοια πρέπει να διακριθεί προσεκτικά από τον “κοινό νού”, με την συνηθισμένη σημασία της λέξης. Οι αρχές της είναι εκείνες ενός τρόπου σκέψης που είναι “απροκατάληπτος”, “συνεχόμενος” και “διευρυμένος”, που συμπεριλαμβάνει δηλαδή και τις απόψεις των άλλων[3]. Μ΄άλλα λόγια, ο Κάντ πιστεύει ότι η αισθητική κάθε ανθρώπου λούζεται από την “ανθρώπινη ιδιαιτερότητα” την οποία έχει μέσα του. Παρά το θανάσιμο ανταγωνισμό τους, οι άνθρωποι συμφωνούν ως προς τις δυνατότητες τις οποίες οραματίζονται. Η μεγάλη τέχνη, λέει ο Πέιτερ, πρέπει “να έχει κάτι από την ανθρώπινη ψυχή μέσα της”[4], και ο Γκυγιώ δηλώνει ότι η τέχνη ασχολείται μ΄αυτό που μπορεί να πραγματωθεί[5], υψώνοντας ένα “νέο κόσμο πάνω από τον κανονικό κόσμο… μια νέα κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι ζουν πραγματικά”. Ένα στοιχείο αντίστασης ενυπάρχει ακόμη και στην πιο επιφυλακτική τέχνη.
Η αντίσταση στους καταναγκασμούς που επιβάλλει η κοινωνία, αντίσταση που μπορεί να ξεχειλίσει και να γίνει πολιτική επανάσταση, ζυμωνόταν συνέχει στην ιδιωτική σφαίρα. Η μεσοαστική οικογένεια, παρόλο που ήταν συνεχώς ένας φορέας ξεπερασμένων κοινωνικών προτύπων, έμαθε στο άτομο ότι τού ανοίγονταν κι άλλες δυνατότητες εκτός από την εργασία ή το επάγγελμά του. Το άτομο, ως παιδί και αργότερα ως εραστής, έβλεπε την πραγματικότητα όχι κάτω από το σκληρό φως των πρακτικών της εντολών αλλά από μια απομακρυσμένη προοπτική που μείωνε τη δύναμη των προσταγών της. Αυτή η σφαίρα της ελευθερίας, που δεν προερχόταν από το εργαστήριο, νοθεύτηκε με τα απομεινάρια όλων των πολιτισμών του παρελθόντος.Ωστόσο ήταν το ιδιωτικό καταφύγιο του ανθρώπου γιατί του επέτρεπε να υπερβαίνει το ρόλο που του επέβαλλε η κοινωνία μέσω του καταμερισμού της εργασίας. Όταν παρατηρούνται από μια τέτοια απόσταση τα εξαρτήματα της πραγματικότητας, τότε συγκολούνται σε εικόνες που είναι ξένες προς τα συμβατικά συστήματα ιδεών, σε αισθητική εμπειρία και παραγωγή. Σίγουρα οι εμπειρίες του υποκειμένου ως ατόμου δεν είναι απόλυτα διαφορετικές από τις κανονικές εμπειρίες του ως μέλους της κοινωνίας. Ωστόσο τα έργα τέχνης – αντικειμενικά προϊόντα του μυαλού που έχει ξεφύγει από τα σύνορα του πρακτικού κόσμου- δίνουν άσυλο σε αρχές που κάνουν τον κόσμο που τα ενοχλεί να φανεί ξένος και κίβδηλος. Όχι μόνο η αγανάκτηση και η μελαγχολία του Σαίξπηρ, αλλά και ο απομονωμένος ανθρωπισμός της ποίησης του Γκαίτε και η πιστή αφοσίωση του Προύστ στα εφήμερα χαρακτηριστικά της mondanite, ξυπνούν μνήμες μιας ελευθερίας που κάνει τα κυρίαρχα κριτήρια να φαίνονται στενόμυαλα και βάρβαρα. Η τέχνη από τότε που έγινε αυτόνομη, διέσωσε την ουτοπία που είχε διαφύγει από τη θρησκεία.
Ωστόσο, η ιδιωτική σφαίρα, με την οποία συνδέεται η τέχνη, βρισκόταν πάντα κάτω από μια μόνιμη απειλή. Η κοινωνία θέλει να την εξαλείψει. Ακόμη και από τότε που ο καλβινισμός αγιοποίησε την εργασία του ανθρώπου σ΄αυτόν τον κόσμο, η φτώχει ήταν στην πραγματικότητα ένα μίασμα που έπρεπε να ξεπλυθεί μόνο με το μόχθο. Η ίδια διαδικασία που απελευθέρωνε τον κάθε άνθρωπο από τη σκλαβιά και την υποτέλεια και τον ξαναγύριζε στον εαυτό του, τον χώριζε ταυτόχρονα σε δύο μέρη, το ιδιωτικό και το κοινωνικό, και δέσμευε το πρώτο μ΄ένα συμβόλαιο. Η ζωή έξω από το γραφείο και το μαγαζί απέβλεπε στην ανανέωση του σφρίγους του ανθρώπου για να μπορέσει να ξαναπάει στο γραφείο  ή στο μαγαζί.Έτσι, ήταν ένα απλό προσάρτημα, η ουρά του κομήτη της εργασίας: μετριόταν, όπως και η εργασία, με το χρόνο και ονομάστηκε “ελεύθερος χρόνος”. Ο ελεύθερος χρόνος ζητάει από μόνος του τη μείωσή του γιατί δεν έχει ανεξάρτητη αξία. Όταν φτάνει πιο πέρα από την ανανέωση της ενέργειας που σπαταλιέται στην εργασία, θεωρείται περιττός εκτός και αν χρησιμοποιηθεί για να προετοιμάσει τους ανθρώπους για την εργασία. Τα παιδία του 19ου  που πήγαιναν από το εργαστήριο στον κοιτώνα και από τον κοιτώνα στο εργαστήριο, και έτρωγαν ενώ δούλευαν, ζούσαν αποκλειστικά για τη δουλειά τους, όπως οι σημερινές γιαπωνέζες εργάτριες. Το συμβόλαιο εργασίας, στο οποίο αναφερόταν αυτός ο όρος, ήταν μια απλή τυπική διαδικασία. Προς το τέλος του 19ου αιώνα, τα δεσμά χαλάρωσαν, αλλά το προσωπικό συμφέρον υπέτασσε την ιδιωτική ζωή στη δουλεία αποτελεσματικότερα απο πριν. Αυτή η κατάσταση κλονίστηκε από την δομική ανεργία του 20ου αιώνα. Αυτός που είναι μόνιμα άνεργος, δεν μπορεί να βελτιώσει μια καριέρα που είναι κλειστεί από πριν. Η αντίθεση του κοινωνικού προς το ιδιωτικό γίνεται ακαθόριστη όταν η απλή αναμονή γίνεται μια απασχόληση και όταν η εργασία δεν είναι τίποτε άλλο από αναμονή για εργασία.
Για λίγες δεκαετίες τα πλατιά στρώματα των βιομηχανικών κοινωνιών ήταν σε θέση να έχουν κάποιο μέσο μέτρησης της ιδιωτικής τους ζωής, βέβαια μέσα στα στενά πλαίσια. Στον εικοστό αιώνα, ο πληθυσμός πολιορκείται από τα μεγάλα τραστ και τη γραφειοκρατία. Η παλιά κατανομή της ζωής του ανθρώπου στη δουλειά του και την οικογένειά του (που ίσχυε πάντα, τουλάχιστον για την πλειοψηφία) έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Η οικογένεια ήταν ένα είδος δεύτερης μήτρας στης οποίας τη ζεστασιά το άτομο συγκέντρωνε το σθένος που του χρειαζόταν για να σταθεί μόνο του έξω απ΄αυτήν. Στην πραγματικότητα η οικογένεια εκπλήρωνε αυτόν τον ρόλο μόνο όταν ήταν ευκατάστατη. Στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα η διαδικασία ήταν γενικά απογοητευτική.Το παιδί αφηνόταν πολύ πρόωρα στα δικά του τεχνάσματα, σκλήραινε πριν την ώρα του, και το σοκ που πάθαινε εμπόδιζε την πνευματική ανάπτυξή του, καταπίεζε την οργή του και όλα όσα πήγαιναν μαζί της. Πίσω από τη “φυσιολογική” συμπεριφορά του συνηθισμένου λαού, που τόσο συχνά εξυμνείται από τους διανοούμενος, κρύβεται ο φόβος, η αναστάτωση και η αγωνία. Τα σεξουαλικά εγκλήματα των ανηλίκων και τα εθνικιστικά ξεσπάσματα της εποχής μας είναι μάρτυρες της ίδιας διαδικασίας. Το κακό δεν πηγάζει από τη φύση, αλλά από τη βία που ασκεί η κοινωνία πάνω στην ανθρώπινη φύση που πασχίζει να αναπτυχθεί.
Στα πρόσφατα στάδια της βιομηχανικής κοινωνίας ακόμα και οι ευκατάστατοι γονείς εκπαιδεύουν τα παιδιά τους όχι τόσο ως κληρονόμους τους, όσο για την επικείμενη προσαρμογή τους στη μαζική κουλτούρα. Κι αυτό γιατί έχουν δει πόσο αβέβαιο είναι το μέλλον. Στα χαμηλότερα στρώματα η προστατευτική αυταρχία των γονέων, που κινδύνευε πάντα, έχει διαβρωθεί εντελώς. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα έχουν αναλάβει αυτοπροσώπως την προετοιμασία του ατόμου για το ρόλο που θα αναλάβει ως μέλος των μαζών. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι οι όροι της αστικοποιημένης ζωής ήταν εκείνοι που επέβαλαν αυτή την αναγκαιότητα. Το πρόβλημα, που τόσο βάναυσα λύθηκε από το φασισμό, υπάρχει στη σύγχρονη κοινωνία τα τελευταία εκατό χρόνια. Μια ευθεία γραμμή ενώνει τις ομάδες παιδιών της Καμόρα με τις συμμορίες ανηλίκων της Νέας Υόρκης[6], μόνη διαφορά τους είναι ότι η Καμόρα εξακολουθεί να έχει μια εκπαιδευτική αξία.
Σήμερα, σ΄όλα τα κοινωνικά στρώματα, το παιδί είναι βαθιά εξοικειωμένο με την οικονομική ζωή. Από το μέλλον του δεν περιμένει ένα βασίλειο, αλλά ένα εισόδημα σε δολάρια και σεντς.Γι΄αυτό διαλέγει ένα επάγγελμα που υπόσχεται, κατά την άποψή του, πολλά. Το παιδί είναι τόσο πονηρό και σκληρό όσο και ένας ενήλικος. Η σύγχρονη διαρρύθμιση της κοινωνίας έχει συντομέψει πολύ τα ουτοπικά όνειρα της παιδικής ηλικίας και έχει αντικαταστήσει το τόσο συκοφαντημένο οιδιπόδειο σύμπλεγμα με την περιβόητη “προσαρμογή”. Είναι αλήθεια ότι η οικογενειακή ζωή αντανακλούσε πάντοτε την χυδαιότητα της δημόσιας ζωής,την τυραννία, τα ψέματα, την ηλιθιότητα της υπάρχουσας πραγματικότητας.Εξίσου αλήθεια είναι, όμως ότι δημιουργούσε και τις δυνάμεις αντίστασης σ΄αυτά τα δεδομένα. Που εμπειρίες και οι εικόνες που δίνουν εσωτερική κατεύθυνση στη ζωή κάθε ατόμου δεν θα μπορούσαν να αποκτηθούν έξω απ΄αυτήν. Περνούν σαν αστραπές όταν το παιδί κρέμεται από το χαμόγελο της μητέρας του, επιδεικνύεται μπροστά στον πατέρα του ή εξεγείρεται εναντίον του, όταν νιώθει ότι κάποιος καταλαβαίνει τις εμπειρίες του. Με λίγα λόγια, οι εμπειρίες αυτές διαμορφώθηκαν από κείνη τη βολική ζεστασιά που ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη του ανθρώπινου όντος.
Η βαθμιαία διάλυση της οικογένειας, η μεταμόρφωση της προσωπικής ζωής σε ελεύθερο χρόνο και του ελεύθερου χρόνου σε κοινότοπες και επαναλαμβανόμενες ενέργειες που επιτηρούνται ως την τελευταία λεπτομέρεια, στις ηδονές του γηπέδου και του κινηματογράφου, του μπεστ σέλερ και του ραδιοφώνου, είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της εσωτερικής ζωής. Πολύ πριν αντικατασταθεί η κουλτούρα απ΄αυτές τις χειραγωγημένες ηδονές, είχε ήδη αποκτήσει μια τάση φυγής από την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι κατέφευγαν σ΄εναν ιδιωτικό εννοιολογικό κόσμο και επαναρύθμιζαν τις σκέψεις τους όταν ωρίμαζε ο καιρός για την επαναρύθμιση της πραγματικότητας. Η εσωτερική ζωή και το ιδανικό είχαν γίνει συντηρητικοί παράγοντες. Αλλά, όταν ο άνθρωπος έχασε την ικανότητά του να πηγαίνει σ΄ένα τέτοιο καταφύγιο -μια ικανότητα που δεν ευδοκιμεί ούτε στις φτωχογειτονιές ούτε στα σύγχρονα διαμερίσματα- έχασε και τη δύναμή του να συλλαμβάνει έναν κόσμο διαφορετικό απ΄αυτόν στον οποίο ζει. Αυτός ο άλλος κόσμος ήταν εκείνος της τέχνης. Σήμερα επιζεί μόνο σ΄εκείνα τα έργα που εκφράζουν με πείσμα το χάσμα που υπαρχει ανάμεσα στο άτομο ως μονάδα και στον βάρβαρο περίγυρο- στην πεζογραφία του Τζόυς ή σε ζωγραφιές όπως η Γκουέρνικα του Πικάσσο. Η θλίψη και η φρίκη που εκφράζονται σ΄αυτά τα έργα δεν είναι όμοιες με τα συναισθήματα εκείνων που φεύγουν συνειδητά από την πραγματικότητα ή στρέφονται εναντίον της. Η συνείδηση που βρίσκεται πίσω από τις στάσεις αυτές είναι μάλλον αποκομμένη από την πραγματικότητα όπως είναι αυτή, και υποχρεώνεται να πάρει αλλόκοτες, παράφωνες μορφές. Αυτά τα αφιλόξενα έργα τέχνης μένουν πιστά στο άτομο, παρ΄όλο τον εξευτελισμό της ύπαρξης, και γι΄αυτό διατηρούν το αληθινό περιεχόμενο των προηγούμενων μεγάλων έργων τέχνης. Βρίσκονται πιο κοντά στις μαντόνες του Ραφαήλ και τις όπερες του Μότσαρτ απ΄ότι εκείνα τα έργα που μένουν επίμονα προσκολημμένα στις παλιές αρμονίες σήμερα, σε μια εποχή όπου το ευτυχισμένο πρόσωπο έχει φορέσει την μάσκα της φρενίτιδας και όπου μόνο οι μελαγχολικές φάτσες των τρελών είναι ένα σημάδι ελπίδας.
Σήμερα η τέχνη δεν επικοινωνεί πια με τους ανθρώπους. Στην θεωρία του Γκυγιώ η αισθητική ποιότητα προκύπτει από το γεγονός ότι ένας άνθρωπος αναγνωρίζει τα συναισθήματα που εκφράζονται από ένα έργο τέχνης σαν δικά του[7]. Η “ζωή η ανάλογη με τη δική μας”, στης οποίας την απεικόνιση γίνεται ορατή και η δική μας, δεν είναι πια η συνειδητή και δραστήρια ζωή της μεσαίας τάξης του 19ου αιώνα. Σήμερα τα πρόσωπα απλώς φαίνονται τέτοια.Τόσο οι “ελίτ” όσο και οι μάζες υπακούουν σ΄ένα μηχανισμό που τους επιτρέπει να έχουν μόνο μια αντίδραση σε μια δεδομένη κατάσταση. Εκείνα τα στοιχεία της φύσης τους που δεν έχουν διοχετευτεί ακόμη σε κάποια κανάλια δεν έχουν καμία δυνατότητα να βρουν μια κατανοητή έκφραση. Κάτω από την επιφάνεια της οργανωμένης αστικής ζωής τους, της αισιοδοξίας και του ενθουσιασμού τους, οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι και παραζαλισμένοι και ζουν μια άθλια, σχεδόν προϊστορική ζωή. Τα τελευταία έργα τέχνης είναι σύμβολα αυτού του πράγματος γιατί το αποκαλύπτουν καθαρίζοντάς το από το επίχρισμα ορθολογικότητας που καλύπτει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Τα έργα αυτά καταστρέφουν κάθε επιφανειακή ομοφωνία ή σύγκρουση. Οι τελευταίες είναι άλλωστε θολές και χαοτικές. Μόνο στα μεγάλα πεζογραφικά μυθιστορήματα, όπως αυτά του Γκάλσγουορθυ ή του Ζύλ Ρομαίν, στις λευκές βίβλους και στις λαϊκές βιογραφίες φτάνουν σε μια τεχνητή συνοχή. Τα τελευταία ουσιαστικά έργα τέχνης, όμως, εγκαταλείπουν την ιδέα ότι υπάρχει η πραγματική κοινότητα. Δεν είναι παρά τα μνημεία μιας μοναχικής και απελπισμένης ζωής που δεν μπορεί να γεφυρωθεί με τίποτε, ούτε με την ίδια της την συνείδηση. Ωστόσο πρόκειται για μνημεία κι όχι για απλά συμπτώματα. Η απελπισία διαπιστώνεται επίσης και έξω από το χώρο της καθαρής τέχνης, στη λεγόμενη ψυχαγωγία και στον κόσμο  των “πολιτισμικών αγαθών”. Αλλά, στην περίπτωση αυτή, δεν φαίνεται από μόνη της. Μόνο μια ψυχολογική ή κοινωνιολογική θεωρία μπορεί να την αποκαλύψει. Το έργο τέχνης είναι η μόνη πλήρης έκφραση της αυτοεγκατάληψης και της απελπισίας του ατόμου.
Ο Ντιουί λέει ότι η τέχνη είναι “η πιο γενική και ελεύθερη μορφή επικοινωνίας”[8]. Αλλά το χάσμα ανάμεσα στην τέχνη και την επικοινωνία είναι αναγκαστικά μεγάλο σ΄έναν κόσμο στον οποίο η παραδεδεγμένη γλώσσα απλώς ενισχύει τη σύγχυση, στον οποίο όσο πιο τερατώδη ψέματα λένε οι δικτάτορες τόσο πιο βαθιά αγγίζουν την ψυχή των μαζών. “Η τέχνη συντρίβει τους φραγμούς… που είναι αδιαπέραστοι από τη συνηθισμένη εμπειρία”[9]. Αυτοί οι φραγμοί είναι ακριβώς οι παραδεδεγμένες μορφές της προπαγάνδας και της εμπορικής λογοτεχνίας. Η Ευρώπη έχει φτάσει στο σημείο όπου όλα τα υπερπροηγμένα μέσα επικοινωνίας χρησιμεύουν στην ενίσχυση των φραγμών “που χωρίζουν τα ανθρώπινα όντα”[10]. Απ΄αυτή την άποψη το ραδιόφωνο και ο κινηματογράφος δεν διαφέρουν καθόλου από το αεροπλάνο και το κανόνι. Οι άνθρωποι, όπως είναι σήμερα, καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. Αν έπαυαν να καταλαβαίνουν τους εαυτούς τους ή τους άλλους, αν θεωρούσαν ύποπτα τα μέσα επικοινωνίας τους, και το φυσικό αφύσικο, τότε τουλάχιστον θα είχαμε μια ακινητοποίηση της σημερινής τρομακτικής εξέλιξης. Στο μέτρο που τα τελευταία έργα τέχνης εξακολουθούν να επικοινωνούν, καταγγέλλουν τις κυρίαρχες μορφές επικοινωνίας ως όργανα της καταστροφής και την αρμονία ως εξαπάτηση που επιβάλλεται από την παρακμή.
Ο σημερινός κόσμος, που καταγγέλλεται από τα έργα τέχνης, μπορεί να αλλάξει την πορεία του. Η παντοδυναμία της τεχνικής, η αυξανόμενη ανεξαρτησία της παραγωγής, η μεταμόρφωση της οικογένειας, η κοινωνικοποίηση της ύπαρξης, όλες αυτές οι τάσεις της σύγχρονης κοινωνίας, μπορούν να επιτρέψουν στον άνθρωπο να εξαλείψει τη μιζέρια που έφεραν πάνω στη γη αυτές οι διαδικασίες. Οι διανοητικές του πράξεις δεν συνδέονται πια εσωτερικά με την ανθρώπινη ουσία του. Παίρνουν την πορεία που επιβάλει η εκάστοτε κατάσταση. Η λαϊκή κρίση, αληθινή ή ψευδής, κατευθύνεται από πάνω, όπως και άλλες κοινωνικές λειτουργίες. Όσο καλές κι αν είναι οι έρευνες πάνω στην κοινή γνώμη, όσο επιμελημένες κι αν είναι οι στατιστικές ή ψυχολογικές σφυγμομετρήσεις, φτάνουν πάντα σ΄ένα μηχανισμό και ποτέ στην ανθρώπινη ουσία. Αυτό που έρχεται στο φώς, όταν οι άνθρωποι αποκαλύπτουν τους εαυτούς τους ειλικρινά, είναι ακριβώς τα ληστρικά, κακά, δόλια όντα, τα οποία τόσο καλά ξέρει να χειριστεί ο δημαγωγός. Μια εδραιωμένη εκ των προτέρων αρμονία επικρατεί ανάμεσα στις εξωτερικές προθέσεις τους και στις τσακισμένες εσωτερικές ζωές τους. Ο καθένας ξέρει ότι είναι διεφθαρμένος και ύπουλος, και αυτοί που το επιβεβαιώνουν αυτό -Ο Φρόυντ ο Παρέτο και οι άλλοι- γρήγορα συγχορούνται. Αλλά κάθε καινούργιο έργο τέχνης αναγκάζει τις μάζες να γυρίσουν πίσω στη φρίκη. Αντίθετα απ΄ότι κάνουν οι Φύρερ, το έργο τέχνης δεν προσφεύγει στην ψυχολογία τους, ούτε υπόσχεται ότι θα οδηγήσει ( πράγμα που κάνει η ψυχανάλυση) αυτήν την ψυχολογία  στην “προσαρμογή”.Δίνοντας στα τσαλαπατημένα άτομα μια συγκλονιστική εικόνα της ίδιας τους της απελπισίας, το έργο τέχνης επαγγέλλεται μια ελευθερία που τα κάνει να αφρίσουν από το κακό τους. Η γενιά που επέτρεψε στον Χίτλερ να γι΄νει μεγάλος ευχαριστιέται με τον παροξυσμό που επιβάλλουν τα κινούμενα σχέδια στους ανίσχυρους ήρωές τους και όχι με τον Πικάσσο που δεν προσφέρει αναψυχή και δεν μπορεί να γίνει, οποτεδήποτε, αντικείμενο μιας εύκολης απόλαυσης. Τα μισάνθρωπα, μοχθηρά πλάσματα, που κατα βάθος ξέρουν ότι είναι τέτοια, θέλουν να ταυτίζονται με τις αγνές, παιδικές ψυχές που χειροκροτούν με αθωότητα όταν ο Ντόναλντ Ντακ τρώει ένα χαστούκι. Υπάρχουν εποχές όπου η πίστη στο μέλλον της ανθρωπότητας μπορεί να κρατηθεί ζωντανή μόνο μέσω της απόλυτης αντίστασης στις κυρίαρχες απαντήσεις των ανθρώπων. Τέτοια εποχή είναι και η δική μας.
———————————————————————————————-
[2]Kant, Critique of Judgement,22, σ.94
[3]Στο ίδιο, 40, σ.171
[4]Walter Pater, Appreciations (London, 1918),σ. 38
[5]J.M Guyau, L΄art au point de vue sociologique (Paris, 1930), σ. 31
[6]Πάνω στο θέμα των σημμοριών ανηλίκων, δες Brill and Payne, The adolescent Court and Crime Prevention(New York 1938)
[7]Δες J.M.Guyau ο.π. σ.18-19
[8] John Dewey,Art as experience(New York, 1934), σ.270

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ΄έναν άκαρδο κόσμο, Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, Βιβλιοπαρουσιαση απο τον Πέτρο Θεοδωρίδη . αποσπασμα



Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ΄έναν άκαρδο κόσμο, Η οικογένεια υπό πολιορκίαν, Μτφ Βασίλης Τομανάς ,Εκδοσεις Νησιδες ,(1979), 2007 
  Πέτρου  Θεοδωρίδη Η αγία οικογένεια [Κρίστοφερ Λας, Λιμάνι σ' έναν άκαρδο κόσμο], Περιοδικό "Ένεκεν", τχ. 13, Μάιος 2009

·       Ο Κρίστοφερ Λας (αμερικανός ιστορικός και κοινωνιολόγος )(1932-1994) στο βιβλιο του αυτό ερευνά σε βάθος τα αίτια της κρίσης στην Οικογενειακή ζωή στην Αμερική και κατ’ επέκταση σε όλο τον Δυτικό Κοσμο
Γιατί έχει γίνει η οικογενειακή ζωή τόσο οδυνηρή, ο γάμος τόσο εύθραυστος, οι σχέσεις γονέων και παιδιών τόσο δύσκολες;. Μακριά από κοινότοπες διαπιστώσεις ο Λας προωθεί την κριτική του βαθύτερα :είναι οι ίδιες οι δυνάμεις που έχουν πτωχύνει την εργασία και τη ζωή του πολίτη,  που εισβάλλουν στην ιδιωτική σφαίρα και στο τελευταίο  της προπύργιο την οικογένεια . Η ένταση ανάμεσα στην οικογένεια και στην οικονομική και πολιτική τάξη πραγμάτων που σε ένα προγενέστερο στάδιο της αστικής κοινωνίας  προστάτευε τα παιδιά και τους εφήβους από την πλήρη  επίδραση της αγοράς , σταδιακά μειώνεται. Η οικογένεια, αποστεγνωμένη από την συναισθηματική ένταση που χαρακτήριζε  παλιότερα τις οικιακές σχέσεις, εκκοινωνίζει τους  νέους στις χαλαρές, μη απαιτητικές συναντήσεις που κυριαρχούν  και στον εξωτερικό κόσμο . Ενώ παλιότερα η οικογένεια μεταβίβαζε τις δεσπόζουσες αξίες  αλλά έδινε και στο παιδί την εικόνα ενός κόσμου που τις υπερέβαινε , αποκρυσταλλωμένη στην πλούσια εικονοποιια της μητρικής Αγάπης , ο καπιταλισμός  στα πιο πρόσφατα  στάδια του έχει εξαλείψει ή τουλάχιστον μετριάσει την αντίφαση αυτή.. Έχει περιστείλει στο ελάχιστο τη σύγκρουση ανάμεσα  στην κοινωνία και στην οικογένεια . Συγχρόνως , έχει εντείνει σχεδόν όλες τις άλλες μορφές σύγκρουσης . Όσο ο κόσμος γίνεται πιο απειλητικός  και ανασφαλής και η οικογένεια αδυνατεί να προστατεύσει από τους εξωτερικούς κινδύνους, όλες οι μορφές νομιμοφροσύνης  εξασθενουν ολοένα . Η εργασιακή ηθική που την έτρεφε η πυρηνική οικογένεια , παραχωρεί τη θέση της  σε μια ηθική της επιβίωσης  και της άμεσης εκπλήρωσης των επιθυμιών . Καθώς ο ανταγωνισμός εστιάζεται πιο πολύ στην επιβίωση παρά στην επίτευξη, ο ναρκισσιστής αντικαθιστά τον κυνηγό της επιτυχίας  και του κοινωνικού κύρους .
·       Ο Λας εξετάζει κριτικά αυτό το φαινόμενο της εισβολής στην αμερικάνικη οικογένεια των ειδικών της κοινωνικής και ψυχικής παθολογίας. Επικαλείται μάλιστα τον Φρόυντ, ο οποίος υποστήριζε ότι η αυτονομία εδράζεται στην έντονη συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς και έρχεται έπειτα από τρομερούς αγώνες για να ξεπεράσουμε την κατωτερότητα και την εξάρτηση. Η ένωση αγάπης και πειθαρχίας στα ίδια πρόσωπα, μητέρα και πατέρα  δημιουργεί ένα πολύ φορτισμένο περιβάλλον στο οποίο το παιδί παίρνει μαθήματα που ποτέ δεν θα ξεπεράσει. Αναπτύσσει μια ασυνείδητη προδιάθεση να ενεργεί με ορισμένους τρόπους και να αναδημιουργεί τις πιο πρώιμες  εμπειρίες του στη μετέπειτα ζωή του, στις σχέσεις  του με ερωτικούς συντρόφους και εξουσίες   Η εξασθένηση της οικογενειακής  φροντίδας, συμπεραίνει ο Λας, ακριβώς επειδή έχει αμβλύνει τη σύγκρουση πατέρων και γιων, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για το παιδί να γίνει αυτόνομος ενήλικος. Αν η αναπαραγωγή της κουλτούρας ήταν απλώς  ζήτημα τυπικής εκπαίδευσης και πειθαρχίας  θα είχε ανατεθεί στα σχολεία . Αλλά απαιτεί να και να μπολιάζεται, να μπήγεται  η κουλτούρα στην προσωπικότητα . Η οικογένεια είναι ο παράγοντας  στον οποίο η κοινωνία  εμπιστεύεται αυτό το περίπλοκο έργο . 
·        Ο Λας μας θυμίζει ότι ο νεωτερικός πολιτισμός απαιτούσε μεταξύ άλλων και έναν βαθύ μετασχηματισμό της προσωπικότητας. Η αποκήρυξη  των μοναστικών αρετών της φτώχειας και της αγνείας  από την προτεσταντική ηθική συμβάδισαν με την αξία που αποδόθηκε στην συσσώρευση του κεφαλαίου . Το αστικό μυαλό είδε τα παιδιά ως ομήρους του μέλλοντος  και αφιερώθηκε με πρωτοφανή επιμέλεια στην ανατροφή τους . Το νέο στυλ οικιακής ζωής δημιούργησε ψυχολογικές  συνθήκες ευνοϊκές για την ανάδυση ενός νέου τύπου ενδοστρεφους αυταρκους προσωπικότητας – την βαθύτερη συνεισφορά της οικογένειας  στις ανάγκες μιας κοινωνίας της αγοράς που εδράζεται στον ανταγωνισμό, στον ατομικισμό, στην αναβολή της ικανοποίησης , στην ορθολογική προνοητικότητα και στη συσσώρευση εγκοσμίων αγαθών
·       Περί τα τέλη του 18ου αιώνα τα κυρία χαρακτηριστικά του αστικού οικογενειακού συστήματος είχαν στέρεα  εδραιωθεί στην Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ : Ο γάμος γινόταν σε σχετικά μεγάλη ηλικία και πολλοί άνθρωποι έμεναν άγαμοι. Ο γάμος έτεινε να κανονίζ εται από τους μέλλοντες συζύγους και όχι από τους  γονείς και τους πρεσβυτερους..Οι πρεσβύτεροι  επέτρεπαν στα νεαρά ζευγάρια να φλερτάρουν καταλαβαίνοντας ότι η  αυτοσυγκράτηση των νέων θα έπαιρνε τη θέση της επιτήρησης  από τους ενηλίκους. (σ 24)Συγχρόνως άνδρες και γυναίκες δεν εγκατέλειπαν εύκολα στο γάμο τις συνήθειες της επιφυλακτικότητας που είχαν αποκτήσει κατά τη περίοδο του φλερτ . Εν τελει το Δυτικό σύστημα γάμου γέννησε μεγάλη σεξουαλική ένταση και κακή προσαρμογή,που έγινε πιο έντονα αισθητή από όσο θα γινόταν αλλού επειδή ο γάμος  , ιδεατά , βασιζόταν στην οικειότητα και στην αγάπη. Η ανατροπή του γάμου του προσχεδιασμένου από άλλους επηλθε στο όνομα της ρομαντικής αγάπης και μιας νέας σύλληψης της οικογένειας  ως καταφύγιου από τον πολύ ανταγωνιστικό κόσμο της αγοράς . : Οι δυο σύζυγοι έμελλε να βρουν παρηγοριά και πνευματική ανανέωση ο ένας στη συντροφιά του άλλου. Ειδικότερα η γυναίκα  έμελλε να χρησιμεύσει, σύμφωνα με μία διάσημη ρήση του 19ου αιώνα ως ‘’Άγγελος της παρηγοριάς’’ 
·       Το παιδί ,που δεν το έβλεπαν πια απλώς ως  μικρό ενήλικο έφτασε να θεωρείται πρόσωπο με δικα του χαρακτηριστικά –ευάλωτα αθωότητα- που απαιτούσε μια θερμή , προστατευμένη και παρατεταμένη περίοδο ανατροφής . Ενώ παλαιοτέρα τα παιδιά μπλέκονταν  ελεύθερα με τις συντροφιές  των ενηλίκων οι γονείς τώρα επιδίωκαν να τα κρατήσουν μακριά από την πρόωρη επαφή με διαφθειρουσες επιρροές . Εκπαιδευτικοί και ηθικολόγοι άρχισαν να τονίζουν την ανάγκη του παιδιού για παιχνίδι, για αγάπη για κατανόηση και για το σταδιακό , άπιαστο ξεδίπλωμα της φύσης του. Αποτέλεσμα είναι ότι η ανατροφή των παιδιών έγινε πιο απαιτητική και οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ γονέων και παιδιών έγιναν πιο έντονοι, ενώ συγχρόνως  οι δεσμοί με συγγενείς έξω  από την στενή οικογένεια  ασθένησαν . . Εδώ ήταν μια άλλη πηγή μόνιμης έντασης  στην οικογένεια της μεσαίας τάξης , η συναισθηματική υπερφόρτιση της σχέσης γονέα και παιδιού .
·       Μια άλλη πηγή έντασης  ήταν η αλλαγή της καταστατικής θέσης των γυναικών : Η αστική οικογένεια συγχρόνως  υποτίμησε και εξύψωσε τις γυναίκες . Από τη μια τους αναίρεσε πολλές παραδοσιακές τους ασχολίες καθώς το σπίτι έπαψε να είναι κέντρο παραγωγής  και αφιερώθηκε στην ανατροφή των παιδιών .  . Από την άλλη , οι νέες απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών κατέστησαν αναγκαίο το να εκπαιδευτούν οι γυναίκες για τα νέα τους οικιακά καθήκοντα .: Έτσι οι γυναίκες έπρεπε  να γίνουν πιο πολύ Χρήσιμες παρά διακοσμητικές . Στις κοινωνικές κατηγορίες  που αποθανάτισε η Τζεην Ωστιν  οι γυναίκες έπρεπε να παραιτηθούν από την ευαισθησία προς όφελος της Λογικής . 
·        Το σύστημα της αστικής οικογένειας  έφτασε στην πλήρη άνθιση του τον 19ο αιώνα: Βασίστηκε στον συντροφικό γάμο, στο σπιτικό που έχει ως επίκεντρο το παιδί, στην χειραφέτηση η στην οιωνει χειραφέτηση των γυναικών και στη δομική απομόνωση της πυρηνικής οικογένειας από το σύστημα των συγγενών και από την κοινωνία εν γένει . Η οικογένεια  βρήκε  ιδεολογική στήριξη και δικαιολόγηση στη σύλληψη της οικιακής ζωής  ως συναισθηματικού  καταφύγιου σε μια ψυχρή και ανταγωνιστική κοινωνία . Η έννοια της οικογένειας  ως λιμανιού σε έναν άκαρπο κόσμο θεώρησε δεδομένο τον ριζικό διαχωρισμό ανάμεσα σε εργασία  και σε ελεύθερο χρόνο και ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική ζωή . Η ανάδυση της πυρηνικής οικογένειας  αντανακλούσε τη μεγάλη αξία που έδινε η νεωτερική κοινωνία στην ιδιωτικοτητα και με τη σειρά της  η εξύμνηση της ιδιωτικότητας αντανακλούσε την απαξίωση της εργασίας.Γιατί όσο η παραγωγή γινόταν πιο περίπλοκη και αποδοτική η εργασία γινόταν ολοένα πιο εξειδικευμένη , κατακερματισμένη και ρουτινιέρικη. Έτσι η εργασία που πια δεν θεωρείται ικανοποιητική ασχολία από μόνη της , έπρεπε να ανα-οριστεί ως τρόπος επίτευξης ικανοποιήσεων και παρηγοριάς εξ από την εργασία Έτσι και κατά βάθος , η εξύμνηση της ιδιωτικής ζωής και της οικογένειας  αντιπροσώπευε την άλλη πλευρά της αστικής αντίληψης  της κοινωνίας  ως ξένου πράγματος, απρόσωπου, απόμακρου και αφηγημένου- ενός κόσμου από όπου είχαν φύγει περίτρομα ο οίκτος και η τρυφερότητα . Οι στερήσεις που βίωναν οι άνθρωποι  στο δημόσιο κόσμο έπρεπε να αντισταθμίζονται στη σφαίρα της ιδιωτικότητας .
·       Όμως περί τα τέλη του 19ου αιώνα οι αμερικανικές εφημερίδες γέμισαν με σκέψεις για τη κρίση του γάμου και της οικογένειας . Τέσσερις εξελίξεις προκάλεσαν μια σταθερά αυξανομένη αίσθηση συναγερμού: Η αύξηση του ποσοστού των διαζυγίων , η πτώση του ρυθμού των γεννήσεων στους κόλπους  των ‘’καλύτερων ανθρώπων ‘(δηλαδή της ανώτερης τάξης) , η μεταβληθείσα θέση των γυναικών και η λεγομένη επανάσταση στα ήθη : Μεταξύ 1870 και 1920 τα διαζύγια δεκαπενταπλασσιαστηκαν . Στο μεταξύ ‘’η μείωση του ρυθμού των γεννήσεων στις ανώτερες φυλές ‘’ όπως το διατύπωσε ο Τεοντορ Ρουσβελτ το 1897 γέννησε το φόβο μήπως σύντομα οι ανώτερες φυλές ξεπεραστούν  αριθμητικά από τους κατωτέρους , πουλεγοταν ότι πολλαπλασιαζονταν  αδιαφορώντας  τελείως  για το αν είχαν την δυνατότητα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους .Κατά τους συντηρητικούς  επίσης  η μεσαία τάξη είχε  γίνει μαλθακή και εγωιστική  ιδίως οι γυναίκες της  που προτιμούσαν την κοινωνική τύρβη από τις πιο σοβαρές απολαύσεις της μητρότητας.
Η μεταβαλλόμενη καταστατική θέση των γυναικών ήταν ένα από τα πιο έκδηλα  σημεία της εποχής : Όλο και περισσότερες γυναίκες  φοιτούσαν σε κολεγιά  και εισέρχονταν στην εργασιακή δύναμη .Οι συντηρητικοί επιτίθενται στον φεμινισμό με τον ισχυρισμό ότι η εργασία της γυναικάς είναι αυτοεκπλρωτική ακριβώς  χάρη στα ιερά της καθήκοντα ως συζύγου και μητέρας . Όμως σιγά η συντηρητική ρητορεία  για αυτά τα ιερά καθήκοντα άρχισε να φαίνεται παρωχημένη : Οι επικριτές του φεμινισμού άρχισαν να υποστηρίζουν ότι η μητρότητα και η δουλειά της νοικοκυράς  αποτελούσαν ικανοποιητικές καριέρες που απαιτούσαν  ειδική εκπαίδευση στη ‘’δημιουργία σπιτικού’’, την οικιακή επιστήμη’’ και στην οικονομία του σπιτιού’’ ως μια απόπειρα να υψώσουν την δουλειά του νοικοκυριού στο επίπεδο ενός επαγγέλματος .
·        Παράλληλα η κίνηση  για απελευθέρωση της ‘’σεξουαλικότητας  ενόχλησε πολύ περισσότερο τους συντηρητικούς . Η ‘’νέα ηθική ‘’ κήρυξε τις απολαύσεις του σώματος , υποστήριξε το διαζύγιο και τον έλεγχο των γεννήσεων  αμφισβήτησε τη μονογαμία και καταδίκασε την παρέμβαση του κράτους  στη σεξουαλική ζωή. 
·       Όμως οι υποστηρικτές της οικογένειας  αντί να προσπαθήσουν να εκμηδενίσουν την νέα ηθική αρκεστηκαν στο να την εξημερώσουν : αφαιρεσαν  από την ιδεολογία της σεξουαλικής χειραφέτησης  ο, τι απειλούσε την μονογαμία , ενώ εξύμνησαν  μια πιο ελεύθερη και πεφωτισμένη σεξουαλικότητα μέσα στο γάμο . Υποστήριξαν ότι οι Αμερικανοί είχαν απορρίψει όχι τον γάμο  αλλά απλώς το ιδεώδες  του σεξουαλικού μονοπωλίου’ με το οποίο ο γάμος  είχε μάλλον περιττά συνδεθεί . Αφού η έμφαση την αποκλειστική σεξουαλική κατοχή’’ είχε  γίνει επικίνδυνη , μπορούσε να εγκαταλειφθεί . Κάθε συζυγικό ζεύγος  επέτρεπε να αποφασίζει μόνο του αν θα θεωρούσε την συζυγική απιστία ένδειξη μη πίστης … Παράλληλα  οι υποστηρικτές της οικογένειας προπασπθουν να απαλλάξουν από την άποψη ότι γάμος δεν  έπρεπε να έχει συγκρούσεις και εντάσεις : Οι συζυγικοί καβγάδες  έπρεπε να θεωρούνται φυσιολογικά σύμβαντα που αντιμετωπίζονται με άνεση  και να χρησιμοποιούνται για παραγωγικούς σκοπούς . Οι καβγάδες  θα μπορούσαν  μάλιστα να έχουν και ευεργετικό  αντίκτυπο αν ‘’σκηνοθετουνταν ‘’ σωστά  και ολοκληρώνονταν ‘’καλλιτεχνικά’’ .
·       Την ιδία  εποχή έχουμε και μια  άγρια επίθεση  στην ρομαντική αγάπη              Θεωρήθηκε ότι η ρομαντική αγάπη έθετε ανέφικτα υψηλούς γνώμονες αφοσίωσης και συζυγικής πίστης που ο γάμος αδυνατούσε πια να καλύψει.Στο μυαλό των ριζοσπαστών αλλά και των συντηρητικών  η ρομαντική αγάπη συνδεόταν με ψευδαισθήσεις , επικίνδυνες φαντασιώσεις και αρρώστια , απειλούσε την ψυχική ηρεμία . Οι ειδικοί σε θέματα γάμου είπαν ότι ο γάμος αντιπροσώπευε την τέχνη της προσωπικής ‘’αλληλεπίδρασης : ο γάμος όπως και όλα τα άλλα εδραζόταν σε καθαρή τεχνική : στη τεχνική της σκηνοθετησης  των καβγάδων , της αμοιβαίας συμφωνίας  για το πόση μοιχεία  μπορούσαν να ανεχτούν , στη τεχνική του τι να κάνουμε στο κρεβάτι και πώς να το κάνουμε . Οι ειδικοί θεωρούσαν ότι η ‘’ψευδαίσθηση ‘’ η φαντασίωση , η εσωτερική ζωή αποτελούσαν  απειλές για τη σταθερότητα και ισορροπία . Το πρόγραμμα τους διάβρωσε  τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική ζωή και στην εργασία μετατρέποντας  όλες τις μορφές παιχνιδιού , ακόμα και το σεξ σε εργασία . Έτσι η επίτευξη ‘’ του οργασμού, συμφωνά με τους γιατρούς  και ψυχιάτρους , απαιτούσε  όχι μόνο σωστή τεχνική αλλά και προσπάθεια , αποφασιστικότητα και συναισθηματικό έλεγχο .
·       O Λας θεωρεί πως η οικογένεια δεν εξελίχθηκε απλώς αλλά μετασχηματίστηκε εσκεμμένα  με την παρέμβαση εκπαιδευτικών και μεταρρυθμιστών  και σχεδιαστών κοινωνικής πολιτικής’’. Οι μεταρρυθμιστές επιδίωξαν να αποσπάσουν τα παιδιά από την επιρροή της οικογένειας τους, που την κατηγορούσαν και ότι εκμεταλευονταν την παιδική εργασία και να θέσουν τους νέους  υπό την ευεργετική επίδραση  του κράτους και του σχολείου . Η πιστ ότι η οικογένεια δεν κάλυπτε πια τις αναγκες της δικαιολογούσε την επέκταση του σχολείου και των υπηρεσιών  κοινωνικής προνοίας . Για να δικαιολογήσουν την απαλλοτρίωση των γονεικών λειτουργιών τα επαγγελαματ υποβοήθησης  χρησιμοποίησαν τον παραλληλισμό με την προληπτική ιατρική και τη δημόσια υγεία . Εκπαιδευτικοί Ψυχίατροι  κοινωνικοί λειτουργοί , Εγκληματολόγοι θεώρησαν πως ήταν γιατροί μιας άρρωστης κοινωνίας  και αξίωσαν την ευρύτερη δυνατή παραχώρηση  ιατρικής εξουσίας για να τη θεραπεύσουν( σ 35 . Τα ψυχιατρικά ιδρύματα που παλιότερα ήταν ιδρύματα φύλαξης, τόνιζαν τώρα την πρόληψη και θεραπεία . Η κοινωνική εργασία είχε εγκαταλείψει την μέθοδο των ‘’περιστατικών’’ προς όφελος των κινήσεων ‘’μαζικής πρόληψης .Η εγκληματολογία δεν τιμωρούσε πια τον εγκληματία αλλά αφοσιωνοταν στην πρόληψη του εγκλήματος . Η μεταρρύθμιση των δικαστηρίων ανηλίκων κατά την ‘’προοδευτική περιοδο’δειχνει με τον καλύτερο τρόπο τις συνδέσεις ανάμεσα στις θεραπευτικές  συλλήψεις της κοινωνίας , στην άνοδο της κοινωνικής παθολογίας ως επαγγέλματος και στην οικειοποίηση των λειτουργιών της οικογένειας από κρατικές υπηρεσίες . Το κίνημα αναμόρφωσης των δικαστηρίων ανηλίκων  βασίστηκε στην πίστη  ότι η νεανική  παραβατικοτητα προερχόταν από προβληματικά σπίτια . Συνακόλουθα ο νεαρός παραβατικός έπρεπε να αντιμετωπίζεται όχι ως εγκληματίας αλλά ως θύμα των  περιστάσεων .Οι μεταρρυθμιστές  ήθελαν το κράτος να έχει τις ευρύτατες εξουσίες ενός Υποκατάστατου γονέα. Έτσι ο Jenkin Lloyd Jonew  έλεγε ‘’όλα τα παιδιά είναι παιδιά του κράτους ‘’.  
·        Στην πραγματικότητα η δικαστική μεταρρύθμιση  έδωσε την δυνατότητα να καταδικάζεται ο νεαρός παρατατικός  χωρίς δίκη , σε επιτήρηση, ‘’από τον ίδιο αξιωματούχο που η μαρτυρία του είχε παραπέμψει τον νεαρό στο δικαστήριο’’ Δεν είναι να απορούμε που η νεανική παραβατικοτητα αυξήθηκε με την επέκταση της δικαστικής επιτήρησης.
 Όμως οι μεταρρυθμιστές απέδωσαν την αύξηση της νεανικής παραβατικοτητας  στην απροθυμία του κόσμου να παραχωρήσει στα δικαστήρια τις εξουσίες της γονεικότητας

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...