Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρωπολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Από κει και πέρα είναι χελώνες μέχρι τον πάτο


 «Α. σαχίμπ, από κει και πέρα είναι όλο χελώνες μέχρι τον πάτο" 


Απάντηση ενός Ινδού στο εξής κοσμολογικό πρόβλημα: 


αν ο κόσμος στηρίζεται έναν ελέφαντα που στηρίζεται σε μια χελώνα, τότε που στηρίζεται η χελώνα; 


Geertz  η ερμηνεία των πολιτισμών ,μετ Θ.Παραδελλης  Αλεξάνδρεια 1973, 


σελ. 39 

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Άσγκερ Γιόρν, Η Φυσική Τάξη. De Divisionae Naturae. Η ερμηνεία του Σίλκεμποργκ κατά της ερμηνείας της Κοπεγχάγης Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962 /danger.few!!!

Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962

Μανιφέστο 017 | Ταυτόσημες απαντήσεις

«Σε τι μεταμορφώνεται η επιστημονική συμπεριφορά όταν πλαισιώνεται από εξουσία; Μια επιστημονική εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί το πρέπει απλώς και μόνο επειδή πρέπει. Χρειάζεται να στηρίζεται πάνω στην απαίτηση συναίνεσης σε μια μέθοδο επιστημονικής αξιολόγησης, στην οποία η αληθινή αξία μετριέται με τις πιθανότητες και οι πιθανότητες σχετίζονται ευθέως με τον αριθμό των ταυτόσημων απαντήσεων.
Αυτή η βασική επιστημονική αρχή ταιριάζει γάντι στη δημοκρατική αρχή, κατά την οποία η πλειοψηφία έχει δίκιομια αρχή που, αν τη θέσουμε καθαρώς ηθικά σε μια διαλεκτική αντιθετική σχέση, οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η μειοψηφία έχει άδικο! Όμως στην πραγματικότητα, η μεταφορά της επιστημονικής αρχής αξιολόγησης των πραγμάτων στην νομική και ηθική σφαίρα (και επομένως στην περιοχή των αρχών) δεν μπορεί να καταλήξει παρά σε ένα Δικαστήριο, το οποίο θα εδραιωθεί ξεριζώνοντας κάθε μειοψηφία. […]
Αυτή η επέλαση της επιστήμης στο πεδίο της πολιτικής είναι τρομακτικά επικίνδυνη. Το βλέπουμε πρωτίστως στις γερμανικές κουλτούρες, όπου η επιστημονική απαίτηση να μπαίνουν τα πάντα σε γνώμονες (νόρμες) κυριαρχεί στην κοινωνική ηθική και στο νόμο. Η απαίτηση: “Πρέπει να το κάνεις, διότι είναι νορμάλ! Δεν πρέπει, διότι δεν είναι νορμάλ! Πρέπει να είσαι νορμάλ! Δεν πρέπει να μην είσαι νορμάλ!”, και οι αναρίθμητες άλλες μέθοδοι που μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται “νορμάλ” (που σημαίνει: με ταυτόσημο τρόπο), συγχέονται με το επιστημονικό κριτήριο της αλήθειας και έτσι επιβάλλεται η ιδέα, ότι οι περισσότεροι νορμάλ άνθρωποι είναι και πιο “αληθινοί”. Αυτό ακριβώς οδηγεί τελικά στον άνθρωπο της συμβατικής υποκρισίας, η οποία θεωρείται ως ορθότερη, διότι όσοι είναι σπάνιοι ή ασυνήθιστοι θεωρούνται σαν ένα είδος πνευματικής ασθένειας, σαν παραισθήσεις, σαν ψυχώσεις. Η επιστήμη δεν έχει  κανένα επιχείρημα ενάντια σε αυτό. Απεναντίας, αυτή η σαχλαμάρα μπορεί να δουλέψει με επιστημονικές και στατιστικές μεθόδους και με τα σχετικά επιχειρήματα.
Αυτή είναι η αναπόφευκτη ηθική κατάληξη μιας γενικευμένης αναγνώρισης του επιστημονικού κριτηρίου ως κριτηρίου της αλήθειας, και αυτός είναι ο λόγος της υπερμεγέθους δημοτικότητας που απολαμβάνει η σύγχρονη επιστήμη στις σύγχρονες δημοκρατίες.»
       
Άσγκερ Γιόρν, Η Φυσική Τάξη. De Divisionae Naturae.
Η ερμηνεία του Σίλκεμποργκ κατά της ερμηνείας της Κοπεγχάγης
Πρώτη Έκθεση στο Ινστιτούτο Συγκριτικού Βανδαλισμού, 1962

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre/αναδημοσίευση απο το Μπλογκ του περιοδικου ΕΝΕΚΕΝ

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις-προσεγγίσεις στο κλασικό μυθιστόρημα του  είναι το δοκίμιο των Michael Löwy και Robert Sayre, που δημοσιεύεται στο 26ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, εκτενή αποσπάσματα από το οποίο ακολουθούν. Ο Robert Sayre κατάγεται από τις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Columbia και δίδαξε στο Harvard πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία. Σήμερα είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Est Marne-la-Vallée. Με τον Michaël Löwy έχουν συγγράψει τα Solitude in Society: A Sociological Study in French Literature, Cambridge, Mass., Harvard UP, 1978, Révolte et mélancolie: le romantisme à contre-courant de la modernité, Paris, Payot, 1992 (που μεταφράστηκε στην πορτογαλική, ισπανική, ελληνική, τουρκική), L’ Insurrection des Misérables: romantisme et révolution en juin 1832, Paris, Minard, «Archives des Lettres Modernes», 1992, Romanticism against the Tide of Modernity, traduction révisée et augmentée de Révolte et mélancolie, Durham et Londres, Duke UP, 2001 La Modernité et son autre: récits de la rencontre avec l’Indien en Amérique du Nord au XVIIIe siècle, Bécherel, Éditions Les Perséides, 2008, Esprits de feu: figures du romantisme anti-capitaliste, Paris, Éditions du Sandre, 2010. O Michael Löwy είναι φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μαρξιστής διανοούμενος και πολιτικός. Να θυμίσουμε επίσης ότι Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896–1940) αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης «χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.
 ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY
των Michael Löwy, Robert Sayre
Σε μια από τη πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για τη λογοτεχνία ο Μαρξ υποστηρίζει ότι κάποιος θα μπορούσε να έχει καλύτερη γνώση για την κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας της εποχής του διαβάζοντας ορισμένους μυθιστοριογράφους παρά μελετώντας όλες τις τρέχουσες αναλύσεις αναφορικά με το θέμα. Για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου η λογοτεχνία προσφέρει πρόσβαση στη γνώση της κοινωνίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως γνωστικό πεδίο σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνικές επιστήμες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερη οξυδέρκεια από ό, τι ορισμένα έργα των επιστημών αυτών. Η διατύπωση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή, είναι ωστόσο εξίσου σημαντικό να επισημάνουμε ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν βαθύτατα διαφοροποιημένες ειδικές μορφές γνώσης. Όπως επέμενε συχνά ο κοινωνιολόγος της λογοτεχνίας Lucien Goldmann, η θεωρία διατυπώνει έννοιες, αναλύσεις και νόμους λειτουργίας, ενώ τα λογοτεχνικά έργα ζωντανεύουν πρόσωπα και χαρακτήρες σε καταστάσεις. Ενώ η πρώτη ακολουθεί τη λογική του επιστημονικού ορθολογισμού, η λογοτεχνία ακολουθεί τον δρόμο της φαντασίας και έτσι δημιουργεί ένα μοναδικό γνωστικό γεγονός που φωτίζει, εκ των έσω μπορούμε να πούμε, τις διαδρομές και τις μορφές της κοινωνικής πραγματικότητας. Aυτό συνεπάγεται σαφώς μιαν επιθυμητή και δημιουργική συμπληρωματικότητα των δύο μορφών γνώσης.
   Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την πρόταση αυτή εξετάζοντας πώς το περίφημο μυθιστόρημα του Francis Scott Fitzgerald The Great Gatsby (1925)1 μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση δύο κρίσιμων φαινομένων της σύγχρονης κοινωνίας –την πραγμοποίηση και την «επιδεικτική κατανάλωση»–, φαινόμενα που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους και ταυτόχρονα σχετικά διακριτά. Θα υπογραμμίσουμε τα κύρια σημεία αυτού του sui generis τρόπου γνώσης των φαινομένων –τρόπο που αρθρώνεται αποκλειστικά με λογοτεχνικά μέσα. Θα πρέπει καταρχήν να σημειώσουμε εδώ ότι ο συγγραφέας του Υπέροχου Γκάτσμπυ βρισκόταν σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να συλλάβει τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα στην εποχή του. Το πρώτο μυθιστόρημά του This Side of Paradise (1920) τον έκανε αμέσως διάσημο και... πολύ πλούσιο. Αυτό του επέτρεψε να ζήσει μια πολυτελή ζωή και να συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους των αργόσχολων. Έγινε έτσι μάρτυρας των πλέον ακραίων μορφών επιδεικτικής κατανάλωσης της «τρελής δεκαετίας» του ’20. Ο πολυτελής τρόπος διαβίωσής του –παρ’ όλο που γρήγορα θα τον βυθίσει στα χρέη– θα τον κάνει να ανακαλύψει την άλλη όψη του «αμερικανικού ονείρου». Και παρ’ όλο που εν μέρει γοητεύεται από την εκθαμβωτική γοητεία του μεγάλου πλούτου, ο Φιτζέραλντ θα παραμείνει οξυδερκής και αυστηρός κριτής της αμερικανικής κοινωνίας στο σύνολό της, ειδικά καθώς παρατηρεί την υποβάθμιση των ανθρώπινων αξιών που επιβάλλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η κυριαρχία του χρήματος.
   Θα πρέπει ίσως να υπενθυμίσουμε σε γενικές γραμμές την αφηγηματική πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ. Η κυρίως δράση εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1922 και ο αφηγητής, ο Nick Carraway, συμμετέχει στα γεγονότα. Καταγόμενος από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες, μετακομίζει στο West Egg –ένα προάστιο των νεόπλουτων στο Long Island– όπου έχει γείτονά του τον Jay Gatsby. Ο τελευταίος, το παρελθόν του οποίου αποτελεί μυστήριο, ζει σε μια τεράστια έπαυλη, όπου οργανώνει τακτικά πάρτι πολυτέλειας και χλιδής. Ο Nικ είναι ο εξάδελφος της Daisy Buchanan, η οποία ζει με τον σύζυγό της στην άλλη πλευρά του κόλπου, στο East Egg, όπου μένουν τα «παλιά τζάκια» με τις μεγάλες περιουσίες. Κατά την εξέλιξη της υπόθεσης αποκαλύπτονται ορισμένα στοιχεία αναφορικά με το παρελθόν του Γκάτσμπυ: στη διάρκεια του πολέμου φλέρταρε την Νταίζη και αγόρασε την έπαυλή του για να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά της· ο Γκάτσμπυ, που κατάγεται από οικογένεια φτωχών αγροτών, γίνεται σαφές ότι απέκτησε την περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα το λαθρεμπόριο ποτών, και για τη δραστηριότητά του αυτή δείχνει ικανός για τα πάντα, ακόμη και τον φόνο. Ο Γκάτσμπυ ξαναβρίσκει την Νταίζη. Ο άντρας της, ο Τομ, άνθρωπος βίαιος και υποκριτής, έχει ερωμένη τη Myrtle, τη σύζυγο του George Wilson, ενός φτωχού ιδιοκτήτη γκαράζ. Το έργο εκτυλίσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες αυτούς. Η Νταίζη θα σκοτώσει σε ατύχημα τη Μυρτλ, οδηγώντας το αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ. Σε μια πράξη αντεκδίκησης και κάνοντας μια λανθασμένη ταυτοποίηση, ο σύζυγος του θύματος θα σκοτώσει τον Γκάτσμπυ.

Πραγμοποίηση
ή η μαγεία του φετιχισμού του εμπορεύματος

Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει το σύ-μπαν του μυθιστορήματος είναι η πραγμοποίηση με την έννοια που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Λούκατς. Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ το χρήμα διεισδύει παντού, μετατρέποντας το ανθρώπινο πεδίο σε Έρημη χώρα, για να δανειστούμε τον τίτλο από το ποίημα του T. S. Eliot (1922) που αποτέλεσε κύρια πηγή έμπνευσης για τον Φιτζέραλντ. Στην αναπαράσταση της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλεί η πραγμοποίηση, το έργο είναι αυθεντικό από πολλές πλευρές. Καταρχήν ο πρωταγωνιστής του, ο Γκάτσμπυ, αποκαλύπτεται ως κάποιος για τον οποίο τα πιο αγνά αισθήματα –η αγάπη και το όνειρο για τις ανθρώπινες δυνατότητες– είναι διαποτισμένα και βαθύτατα διεφθαρμένα από την εμμονή του χρήματος. Σπάνια καταδεικνύεται πώς η πραγμοποίηση εισβάλλει ακόμη και σε πεδία της ζωής που βρίσκονται στον αντίποδα της ανταλλακτικής αξίας. Ταυτόχρονα όμως –και στο σημείο αυτό γίνεται πιο πρωτότυπο– το μυθιστόρημα μεταφέρει στη δομή του την εμπειρία της πραγμοποίησης, καθιστώντας έκδηλη την ψευδαισθητική, μαγική του γοητεία, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ίδια της την ουσία. Η μεταφορά που χρησιμοποιεί ειρωνικά ο Μαρξ στην ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος είναι αυτή του υπερφυσικού και του μαγικού, και ο Υπέροχος Γκάτσμπυ ενσαρκώνει αυτή την ιδιαίτερα αμφίσημη και απατηλή του μαγεία.
   H αναπαράσταση του φαινομένου της πραγμοποίησης στο μυθιστόρημα είναι τόσο διεξοδική όσο και συστηματική. Από τη μια αγγίζει κάθε γωνιά του μυθιστορηματικού κόσμου, ενώ από την άλλη τα τεχνάσματα και το βάθος της διεισδυτικής του γραφής εφαρμόζονται κυρίως στους κεντρικούς πρωταγωνιστές, στον αφηγητή Nικ αλλά και στον ίδιο τον Γκάτσμπυ. Εάν εξετάσουμε τη γεωγραφία του κόσμου αυτού, μπορούμε να δούμε ότι αρθρώνεται γύρω από δύο αντιθέσεις που ανταποκρίνονται σε συμβατικές κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Πρόκειται για τις Ανατολικές και τις Δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, που συχνά θεωρούνται αντίθετοι πόλοι· στην πρώτη επικρατούν σταθερές πολιτιστικές αξίες, ενώ η δεύτερη είναι ο χώρος κυριαρχίας της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης και της πρωτόγονης συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο βιβλίο η γεωγραφία αυτή μεταφέρεται στις περιοχές Εast Egg και West Egg, όπου ζουν αντίστοιχα από τη μια τα «παλιά τζάκια» και από την άλλη οι νεόπλουτοι. Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, ωστόσο, αποσταθεροποιεί τις ισορροπίες αυτές καταδεικνύοντας ότι μπροστά στο χρήμα οι αντιθέσεις αυτές εκλείπουν. Στο βιβλίο οι Tομ, Νταίζη και Νικ, όλοι τους από εύπορες οικογένειες, προέρχονται από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες· κι όλα όσα ξέρουμε για τις οικογένειες αυτές φανερώνουν τη μεγάλη σημασία που παίζει το χρήμα, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε άλλη πολιτισμική αξία. Επιπλέον, από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος απομυθοποιείται η «αριστοκρατική» αύρα της οικογένειας του Nικ. Αποκαλύπτεται ότι πριν από τρεις γενιές η οικογένειά του έκανε χονδρεμπόριο σιδερικών. Τα «παλιά τζάκια» του σήμερα είναι οι χθεσινοί νεόπλουτοι........
Επιδεικτική κατανάλωση

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές στον Υπέροχο Γκάτσμπυ είναι η δραματική αναπαράσταση του φαινομένου της επιδεικτικής κατανάλωσης ως χαρακτηριστικής έκφρασης της πραγμοποίησης του τρόπου ζωής των αργόσχολων τάξεων. Παρ’ όλο που οι εκδηλώσεις της τελευταίας δεν είναι το άμεσο προϊόν της πρώτης, η συνάφεια και η σύμπλευσή τους είναι αναμφισβήτητες. Μπορούμε σε έναν βαθμό να θεωρήσουμε την επιδεικτική κατανάλωση ως μια μορφή πραγμοποίησης σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία. Εδώ βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με την κυριαρχία των «πραγμάτων» επί του κοινωνικού υποκειμένου και την υποβάθμιση-πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσων. Για να καταδείξουμε καλύτερα την αυθεντικότητα και τη γνωστική δύναμη του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ, θα το συγκρίνουμε με το πολύ γνωστό βιβλίο του κοινωνιολόγου και οικονομολόγου Thorstein Veblen, The Theory of the Leisure Class2. Η διασταύρωση αυτή είναι εφικτή γιατί και τα δύο έργα παρατηρούν τα ίδια φαινόμενα: τα ήθη, το λάιφ στάιλ, την κουλτούρα –με την ανθρωπολογική έννοια– των αργόσχολων τάξεων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και τα δύο έργα μοιράζονται μια κριτική θεώρηση –γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό– για την ψεύτικη και «υπέροχη» λάμψη, τη θορυβώδη και αστραφτερή πολυτέλεια των παρασιτικών και αρπακτικών κοινωνικών ελίτ. Δεν γνωρίζουμε αν ο Φιτζέραλντ είχε διαβάσει το βιβλίο του Βέμπλεν. Εν πάσει περιπτώσει η κύρια έμπνευσή του δεν προέρχεται από κάποια θεωρία αλλά από την προσωπική του εμπειρία. Κι ως «ειδικός παρατηρητής», ταυτόχρονα από μέσα κι από έξω, με κριτική ματιά αλλά και γοητευμένος από την αργόσχολη τάξη της Αμερικής, ο μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει κάτι μοναδικό, το οποίο επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει η βεμπλεριανή θεωρία.
   Υπό την οπική αυτή ας θεωρήσουμε το ζήτημα της επιδεικτικής κατανάλωσης, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο Η θεωρία της αργόσχολης τάξης. Για τον Βέμπλεν ο όρος περιγράφει τη μη-παραγωγική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών ως ένδειξη των οικονομικών δυνατοτήτων που παρέχει η αργόσχολη ζωή (σ. 46). Πρόκειται για τη διαρκή επίδειξη του υπερφίαλου και του άχρηστου, και την έμμονη επίδειξη χρήματος, έτσι ώστε «η υπογραφή κάποιου με οικονομική ισχύ να είναι γραμμένη με τέτοιους χαρακτήρες που να μπορεί να τη διαβάσει κάποιος που τρέχει» (σ. 72). Στο μυθιστόρημα η ανάγκη για επίδειξη του πλούτου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στη συμπεριφορά του Γκάτσμπυ, του νεόπλουτου που ξεπήδησε «από το τίποτα, κατευθείαν από τον βούρκο» (σ. 214) με τη βοήθεια του Εβραίου σπεκουλαδόρου και απατεώνα Γούλφσιμ. Ο Γκάτσμπυ πρέπει να το παρακάνει, να υπερβάλλει σε σπατάλη και να ξοδεύει περισσότερο για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνιστή του Τομ Μπιουκάναν, κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας. Το «τερατώδες» αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ «γεμάτο καπελοθήκες και ντουλαπάκια με φαγητά και εργαλειοθήκες», «με έναν λαβύρινθο από παρμπρίζ που αντανακλούσαν μια δεκάδα ήλιους» (σ. 92), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιδεικτικής υπερβολής. Το ίδιο συνέβαινε και με την έπαυλη, «πράγμα κολοσσιαίο από κάθε άποψη» (σ. 26), «απομίμηση κάποιου δημαρχείου της Νορμανδίας» με τον πύργο του, τον τεράστιο κήπο και τη μαρμάρινη πισίνα του, ή με τις πολυτελείς κοινωνικές δεξιώσεις, οι καλεσμένοι των οποίων «είχαν την εναγώνια επίγνωση του εύκολου χρήματος» (σ. 67).

...........................

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά; Ποθητή Χαντζαρούλα /αναδημοσίευση απο τον ΧΡΟΝΟ

αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί


Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά;

Ποθητή Χαντζαρούλα

Η μνήμη του Ολοκαυτώματος στοιχειώνει τον κόσμο των ζωντανών, ακόμα περισσότερο των επιζώντων, εξαιτίας και της αναβίωσης του φασισμού στην Ευρώπη. Η ιστορική προσέγγιση του φασισμού έχει σημασία, επειδή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και να αναγνωρίζουμε την ιδεολογία, την κουλτούρα και τις στρατηγικές εδραίωσης του φασισμού σε μαζικό φαινόμενο. Αυτή η γνώση δεν μας επιτρέπει πλέον να εκπλησσόμαστε ούτε να θεωρούμε τις εκδηλώσεις του φασισμού ως ανώδυνες. Όχι μόνο επειδή σε αυτή την «αντι-ιδεολογική ιδεολογία» στρατεύτηκαν οι πολίτες με ενθουσιασμό για τον «κοινό σκοπό».1 Αλλά και επειδή η μεταπολεμική Ευρώπη συγκάλυψε ενοχλητικές μνήμες και εμφανίστηκε ως θύμα του ναζισμού. Οι εμπλεκόμενες χώρες απέκτησαν μερίδιο από τη νέα συλλογική ταυτότητα του νικητή απέναντι σε έναν εχθρό που ενσάρκωνε το απόλυτο κακό.2 Αυτοί οι ευρωπαϊκοί μύθοι μιας Ευρώπης θύματος του ναζισμού, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Mark Mazower, διαλαλούσαν τον αναπότρεπτο θρίαμβο της ελευθερίας.3
Θα αναφερθώ σε τέσσερα ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία του φασιστικού φαινομένου από τη σύγχρονη ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα και μπορούν να φωτίσουν τη φασιστική ιδεολογία σήμερα.

Οι ρίζες του φασισμού στη νεωτερικότητα
Ποιες ήταν οι ρίζες του φασισμού και κατά πόσο ο φασισμός αποτελεί παραφωνία στην ευρωπαϊκή φιλελεύθερη παράδοση; Ο φασισμός αποτελεί ευρωπαϊκή κληρονομιά. Ιδιαίτερα ο εθνικοσοσιαλισμός εντάσσεται στο κύριο ρεύμα όχι μόνο της γερμανικής αλλά και της ευρωπαϊκής ιστορίας. Επιπλέον ο φασισμός αντιμετωπίζεται ως η πλέον ευρωκεντρική ιδεολογία. Ήταν ένα πιστεύω ταυτόχρονα αντιαμερικανικό και αντιμπολσεβικικό.4
Ιστορικοί αλλά και κοινωνιολόγοι, όπως ο Zygmunt Bauman και ο Paul Gilroy αναλύουν τον φασισμό εντός του πλαισίου της νεωτερικότητας. Εννοούν με τη νεωτερικότητα την αλληλοδιείσδυση καπιταλισμού, δημοκρατίας και εκβιομηχάνισης. Θεωρούν την έννοια της νεωτερικότητας χρήσιμη πρώτον επειδή δεν περιορίζει τη συζήτηση για τον φασισμό στη Γερμανία, επειδή βγάζει τη συζήτηση από τον γερμανικό δρόμο. Δεν αντιπροσωπεύει δηλαδή μόνη της η Γερμανία την ανήθικη συμπεριφορά του αφανιστικού αντισημιτισμού. Δεύτερον, επειδή εισάγει μια σειρά φιλοσοφικά και ιστορικά προβλήματα στα οποία εντάσσεται το θεμελιώδες ζήτημα της σχέσης μεταξύ φυλετικού εθνικισμού, διακυβέρνησης και ορθολογισμού.
Η κατηγοριοποίηση με βάση ουσιοκρατικές ταξινομήσεις σύμφωνα με τις οποίες διαχωρίζονται ομάδες ανθρώπων με βάση τον πολιτισμό τους ή τη φύση τους είναι μια στρατηγική αποκλεισμού. Αυτή η στρατηγική υπήρξε εξαιρετικά σημαντική για τη νεωτερική εποχή. Η επιστημονική διαχείριση που ενσωματώθηκε στη γραφειοκρατική οργάνωση –η ικανότητα συντονισμού των πράξεων μεγάλου αριθμού ανθρώπων και της παραγωγής αποτελεσμάτων ανεξάρτητα από την ιδιοσυγκρασία, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα των ατομικών δραστών– αποτελεί ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της νεωτερικής εποχής. Αυτά τα δύο στοιχεία έκαναν δυνατή, σύμφωνα με τον Bauman, τη γενοκτονία και την εκτέλεσή της με τέτοια αποτελεσματικότητα και σε τέτοια κλίμακα, ώστε να τοποθετείται το Ολοκαύτωμα σε διακριτή θέση σε σχέση με τις προηγούμενες περιπτώσεις μαζικής δολοφονίας. Το τρίτο στοιχείο είναι η διάσταση της ασφάλειας, όπου η γενοκτονία εμφανίζεται ως αποκατάσταση της τάξης. Τα κράτη εμφανίζονται αποφασιστικά, δραστήρια και χρήσιμα και μπορούν να αντλήσουν εκλογική υποστήριξη προβάλλοντας την περιφρούρηση τόσο της σωματικής ασφάλειας όσο και της ασφάλειας που επεκτείνεται πέρα από το σώμα (ατομική ιδιοκτησία, σπίτι, δρόμος, γειτονιά, περιβάλλον). Ένα μεγάλο τμήμα της αγωνίας για τον νόμο και την τάξη εστιάζει στις μορφές του ταξιδιώτη, μετανάστη, αυτού που περιφέρεται ύποπτα, αυτού που παρενοχλεί.5 Οι μαρτυρίες των επιζησάντων του ναυαγίου στο Φαρμακονήσι επιβεβαιώνουν με τον πιο τραγικό τρόπο τις κρατικές πολιτικές που, στο όνομα της ασφάλειας και με στόχο την αλίευση ψήφων από την Ακροδεξιά, αντιμετωπίζουν τους/τις πρόσφυγες ως ζωές που δεν αξίζουν να ζουν.
Ο Gilroy αναζητά τις φιλοσοφικές ρίζες της ναζιστικής γενοκτονίας στις θεωρίες της κοινότητας, της ηθικής και της αμοιβαιότητας. Η φυλή, η θρησκεία, το χρώμα ή η εθνικότητα αφαιρούσαν την πρόσβαση στην οικουμενική ανθρώπινη ταυτότητα. Η ιδέα της ανθρωπότητας μονοπωλούνταν από την Ευρώπη: μπορούσε να υπάρχει μόνο στις οριοθετημένες εδαφικές μονάδες όπου η αυθεντική και αληθινή κουλτούρα θα ρίζωνε κάτω από το χωρίς συναίσθημα μάτι της ευγονικής κυβέρνησης.6 Στη ναζιστική Γερμανία το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτέλεσε το εργαστήριο στο οποίο επαναπροσδιορίστηκε το ποιος λογίζεται ως ανθρώπινο ον. Η ουσία του Ολοκαυτώματος έγκειται, όπως δείχνει η Hannah Arendt, στην προσπάθεια να αφαιρεθεί η ανθρώπινη ιδιότητα και να καταστήσει ομάδες ανθρώπων περιττές.7
Ο λόγος για τη φυλή, η «φυλετικολογία», αποτελεί για τον Gilroy ένα διακριτό καθεστώς αλήθειας της νεωτερικότητας. Οι αποικιακές κοινωνίες και διαμάχες παρείχαν το πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως νέες μορφές πολιτικής διοίκησης, διαχείρισης του πληθυσμού, πολέμου και καταναγκαστικής εργασίας. Η «φυλή» ήρθε στο προσκήνιο όχι ως απλό ζήτημα τυπολογίας αλλά ως αρμόζον αντικείμενο της φιλοσοφίας.8
Η επαναστατική ρητορική του ναζισμού συγκάλυπτε επίσης μεγάλες ιδεολογικές και θεσμικές συνέχειες με το παρελθόν. Η οικοδόμηση ενός φυλετικού-εθνικιστικού συστήματος κοινωνικής ευημερίας ωθούσε στα άκρα τάσεις ορατές γενικότερα στην ευρωπαϊκή σκέψη.9
Ο Eric Hobsbawm ελαχιστοποιεί τη σημασία του φασισμού, καθώς επικεντρώνεται στον αγώνα ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό. Σύμφωνα με τον Mazower, «Η πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί επιφαινόμενο της οικονομίας: πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τις διαφορές στις αξίες και στις ιδεολογίες και όχι να τις θεωρούμε απλώς τεχνάσματα στην υπηρεσία ταξικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια ο φασισμός δεν ήταν απλώς άλλη μια μορφή καπιταλισμού».10
Όπως έχει δείξει ο Mazower, η ναζιστική Νέα Τάξη βασιζόταν στην ουτοπία μιας δυναμικής, φυλετικά αποκαθαρμένης γερμανικής αυτοκρατορίας, που απαιτούσε έναν πόλεμο για να υλοποιηθεί. Η ουτοπία αυτή αποκάλυψε την καταστροφική δυναμική του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η ναζιστική αυτοκρατορία ήταν κομμάτι του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, με τη διαφορά ότι μετέφερε στην καρδιά της Ευρώπης το μοντέλο της βρετανικής αυτοκρατορίας, αντιμετωπίζοντας τους Ευρωπαίους σαν να ήταν Αφρικανοί. Η οικοδόμηση των φασιστικών αυτοκρατοριών σήμανε το αποκορύφωμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής επέκτασης που είχε αρχίσει το 1870. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ αποδέχτηκαν τις βασικές γεωπολιτικές αρχές του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα. Ο ναζιστικός ιμπεριαλισμός ζητούσε την επανεισαγωγή της δουλείας στην Ευρώπη και την ακύρωση όλων των εθνικών βλέψεων πέρα από τις γερμανικές.11

Ο φυλετικός εθνικισμός
Οι ρίζες του φυλετικού εθνικισμού του Χίτλερ βρίσκονταν στον αντισλαβικό και αντισημιτικό παγγερμανικό εθνικισμό της ύστερης Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Όμως το ιμπεριαλιστικό όραμα του Χίτλερ διαφοροποιούνταν καθώς συνελάμβανε την πολιτική ως φυλετική πάλη. Στόχος ήταν η προστασία της Volksgemeinschaft (της εθνολαϊκής κοινότητας) μέσω της δημιουργίας μιας υγιούς φυλετικής κοινότητας. Η ναζιστική δικαιοσύνη βασίστηκε στο Führerprinzip – σύμφωνα με αυτή την αρχή η δικαιοσύνη έπρεπε να αντανακλά τη βούληση του Χίτλερ, να λειτουργεί ως εργαλείο για τη δημιουργία μιας υγιούς φυλετικής κοινότητας. Ο νόμος έπαυε να προστατεύει τα δικαιώματα των Εβραίων και των τσιγγάνων αλλά και των «εκφυλισμένων» κατηγοριών των Αρίων: των ακοινωνικών, των ομοφυλοφίλων, των σωματικά και διανοητικά υστερούντων και άλλων.
Η εμφάνιση του γερμανικού φυλετικού κράτους πρόνοιας το 1935 με τους νόμους της Νυρεμβέργης και το πέρασμα το 1939 στους μαζικούς φόνους με την εκτέλεση με αέρια τροφίμων σε άσυλα και κλινικές αποτέλεσε το αποκορύφωμα πολύ διαδεδομένων τάσεων της ευρωπαϊκής κοινωνικής σκέψης. Οι έννοιες της φυλετικής ιεραρχίας οργάνωναν την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι οι αντιλήψεις φυλετικής ανωτερότητας έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη στη χάραξη της αποικιοκρατικής πολιτικής. «Ο αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων από τα ευεργετήματα που απολάμβανε η “εθνική κοινότητα”, ο ορισμός αυτής της κοινότητας με βάση τη φυλετική βιολογία, η προσφυγή στην αστυνομική καταστολή και η ιατρική βία φώτισαν όλες τις αμφισημίες που χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή σκέψη σε σχέση με τη φυλή». Όμως σε λίγες χώρες απέκτησε ο βιολογικός φυλετισμός τόσο κεντρική σημασία για τον ορισμό του έθνους όσο στη μεσοπολεμική Γερμανία.12

Το Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό ζήτημα
Η προσέγγιση αυτή αποτελεί προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα στις ιστορικές προσεγγίσεις που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το Ολοκαύτωμα είτε με βάση την πρόθεση των ναζί να εξολοθρεύσουν τους Εβραίους είτε με βάση τη δομή. Η πρώτη προσέγγιση έδινε έμφαση στην ιδεολογία και η δεύτερη στον πόλεμο. Ο πόλεμος, σύμφωνα με τον Alon Confino, μπορεί να είναι το πλαίσιο αλλά όχι η ερμηνεία. Η βαρβαρότητα του πολέμου ως εξήγηση είναι ένα κυκλικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η βαρβαρότητα που προκλήθηκε από τις συνθήκες στο ανατολικό μέτωπο αντιμετωπίζεται ως το πλαίσιο της εξόντωσης, αλλά οι δολοφονίες εξηγούνται μέσω της ίδιας αυτής βαρβαρότητας.13
Πριν από τον πόλεμο, ένας ευρύς κύκλος επαγγελματιών φανταζόταν μια Γερμανία χωρίς Εβραίους. Το πλαίσιο του πολέμου δεν μπορεί να εξηγήσει την κουλτούρα που τον παρήγαγε. Οι ερμηνείες που επικεντρώνονταν στην ιδεολογία προσπαθούσαν να συλλάβουν αυτό το στοιχείο. Ο όρος ιδεολογία αναφέρεται στις ναζιστικές φυλετικοπολιτικές ιδέες που αναπτύχθηκαν από επαγγελματίες και διοικητικές ομάδες, όπως επιστήμονες, ψυχίατροι, δημογράφοι. Υποστηρίχτηκαν από διανοούμενους στις τέχνες, στο πανεπιστήμιο και στους λογοτεχνικούς κύκλους. Νομιμοποιήθηκαν και εκλεπτύνθηκαν σε ερευνητικά ιδρύματα και πανεπιστήμια. Υποστηρίχτηκαν από τη γερμανική γραφειοκρατία και τεχνολογία.
Ο Confino επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της κουλτούρας. Το ερώτημα δεν είναι γιατί συνέβη η γενοκτονία αλλά τι ήταν αυτό που την έκανε δυνατή. Ποιο πολιτισμικό πλαίσιο επέτρεψε τη δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο η γενοκτονία κατέστη δυνατή, αποδεκτή και είχε νόημα; Το Ολοκαύτωμα προσεγγίζεται ως πολιτισμικό πρόβλημα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε τι συνέβη, δηλαδή να περιγράψουμε τη διαδικασία της εξόντωσης, την ιδεολογική κυριαρχία και το πλαίσιο του πολέμου αλλά να κατανοήσουμε τι θεωρούσαν οι ναζί ότι συνέβαινε, δηλαδή την αποκαλυπτική, χιλιαστική μάχη εναντίον του «Εβραίου» «ως ενσάρκωσης του κακού».14 Το Ολοκαύτωμα ανάγεται σε ζήτημα πολιτισμού, επειδή οι ναζί δημιούργησαν έναν κόσμο κοινωνικών αναπαραστάσεων και κοινωνικών πρακτικών στον οποίο τα πιστεύω τους είχαν νόημα. Πρέπει να δούμε τον φασισμό όχι μόνο από την πλευρά της εκλογικευμένης στρατιωτικής δομής αλλά και τα σκοτεινά, μυστικιστικά και άλογα χαρακτηριστικά του.15 Ο Ιταλός ιστορικός Gentile κάνει λόγο για την «ιεροποίηση» της πολιτικής, την ένωση της πολιτικής με το ιερό, δημιουργώντας μια πολιτική λατρεία που βασιζόταν στην ιεροποίηση του φασιστικού κράτους, στον μύθο του αρχηγού και σε τελετουργίες που υμνούσαν την «ιερή ιστορία» του έθνους.
Ο Saul Friedländer και ο Confino αναλύουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εθνικοσοσιαλιστικής αντιεβραϊκής πορείας, τα οποία πήγαζαν από τη χιτλερική εκδοχή του αντισημιτισμού, από την πολιτική και θεσμική εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού από μέρους του ναζιστικού καθεστώτος. Ο Friedländer αναλύει την ιδιαίτερη εκδοχή του χιτλερικού αντισημιτισμού, τον οποίο ορίζει ως «λυτρωτικό αντισημιτισμό». Ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν την αποστολή του ως ένα είδος σταυροφορίας που θα του επέτρεπε να σώσει τον κόσμο αφανίζοντας τους Εβραίους. Οι Εβραίοι αποτελούσαν μια θανάσιμη και ενεργή απειλή για όλα τα έθνη, την άρια φυλή και τον γερμανικό λαό. Χωρίς μια νικηφόρα λυτρωτική πάλη, ο «Εβραίος», ο οποίος καθοδηγούσε τις κύριες ιδεολογικές μάστιγες του 19ου και του 20ού αιώνα –μπολσεβικισμό, πλουτοκρατία, δημοκρατία, διεθνισμό, ειρηνιστικό κίνημα–, θα επικρατούσε σε όλο τον κόσμο.3

Η αισθητικοποίηση της πολιτικής ως στρατηγική κυβερνητικότητας του φασισμού
Ο Paul Gilroy αποκαλεί αισθητικοποίηση της πολιτικής τη χρήση οπτικών και ακουστικών μέσων επικοινωνίας μέσω των οποίων διαχεόταν και εμπεδωνόταν η πολιτική προπαγάνδα. Για τον Gilroy, η αισθητικοποίηση της πολιτικής ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη δημιουργία δεσμών και αποτελεσμάτων που προκαλούνταν από τα οπτικά σύμβολα και τα εμβλήματα ενός λογότυπου αλληλεγγύης, που τοποθετούνταν στο σώμα ή το συνόδευαν. Η δύναμή τους βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν μη γλωσσικά.17
Η επανάσταση στις οπτικές τεχνολογίες και στην οπτική κουλτούρα, στην οποία η συμβολή της Leni Riefenstahl ήταν αποφασιστική, άλλαξε για πάντα την αντίληψη της αλληλεγγύης και της συγχρονισμένης συλλογικής ζωής των εθνικών, εθνοτικών και φυλετικοποιημένων κοινωνιών, όπως ακριβώς οι σύντροφοί της, ο Χίτλερ, ο Σπέερ και ο Γκαίμπελς είχαν οραματιστεί.18 Το οπλισμένο και στρατιωτικοποιημένο πολιτικό υποκείμενο όχι μόνο γνώρισε τον εαυτό του στον κινηματογράφο αλλά βίωσε τον εκστατικό, συλλογικό, υπερεθνικιστικό εαυτό του σαν να ήταν ταινία. Η Riefenstahl έκανε τον προσανατολισμό της εθνικής κοινότητας στον πόλεμο να φαίνεται όχι μόνο επιθυμητός αλλά και αναπόφευκτος. Η αρσενικοποίηση της δημόσιας σφαίρας, το ιδεώδες της αδελφότητας και το στρατιωτικό στιλ καταδεικνύουν τη σχέση με πρότυπα ανδρικής επιθυμίας.
Η μετατόπιση από τον λόγο στην εικόνα, από τη λεκτική στην οπτική αναπαράσταση ως μέσο διαμόρφωσης κοινής συνείδησης, έδωσε νέα δυναμική στην επικοινωνιακή και πολιτισμική επανάσταση του ναζισμού. Σύμβολα, όπως η σβάστικα, αποτέλεσαν σημάδι αναγνώρισης, έγιναν αποδεκτά ως σήμα κατατεθέν της φυσικής και πολιτισμικής ιεραρχίας της φυλής και τροφοδότησαν νέες μορφές αλληλεγγύης και σύνδεσης. Η σύγχρονη διαφήμιση έδωσε στο ναζιστικό κόμμα την ακατανίκητη δύναμη της εξάπλωσης, το πορτρέτο του Χίτλερ στις καρτ ποστάλ και στην κινηματογραφική οθόνη άλλαζε διαρκώς κλίμακα και αποτέλεσε αδιάσπαστο στοιχείο του υπεράνθρωπου αρχηγού. Η λατρεία του ηγέτη διαδιδόταν και μέσα από τις καθημερινές μορφές της σύγχρονης ζωής, την εξάπλωση του ραδιοφώνου, την επέκταση της εγγραμματοσύνης και της σχολικής εκπαίδευσης και με την εν γένει στρατιωτικοποίηση της κοινοτικής ζωής.
Καμία προσέγγιση του φασισμού δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη αν δεν συμπεριλαμβάνει την οπτική των θυμάτων και αν δεν επικεντρωθεί στο πώς τα θύματα αντιμετώπισαν την ιδεολογία του φασισμού και τις συνέπειές του, πώς ερμηνεύουν την εμπειρία τους και πώς αντιλαμβάνονται τη μνήμη του Ολοκαυτώματος ως καθήκον. Το βιβλίο του Primo Levi Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν είναι εμποτισμένο στη μνήμη και ταυτόχρονα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Καθώς το εύρος και ο χαρακτήρας της ναζιστικής γενοκτονίας παραμένουν χωρίς προηγούμενο, ο Levi μας προειδοποιεί ότι αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί:
Με την εξουσία συμβιβαζόμαστε, πρόθυμα ή όχι, ξεχνώντας ότι στο γκέτο βρισκόμαστε όλοι, ότι το γκέτο είναι περιφραγμένο και έξω από το συρματόπλεγμα στέκονται οι άρχοντες του θανάτου και πολύ κοντά περιμένει το τρένο.19
Όπως παρατηρεί ο Gilroy, δεν πρόκειται για κάποια παρανοϊκή σκέψη ούτε χάνει τη σημασία της αν τα τρένα δεν γεμίζουν τώρα δίπλα μας στις γειτονιές μας. Ο φασισμός δεν είναι διαρκώς στα πρόθυρα του να αναλάβει τρομοκρατική κυβερνητική εξουσία. Ο Levi θέλει να πει ότι η συμπεριφορά μας πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο από τη γνώση του φρικτού παρελθόντος αλλά και από τη γνώση ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε. Δεν υπάρχουν πλέον αποδεκτές δικαιολογίες για την αποτυχία να εξοικειωθούμε με τη θεσμοποιημένη ζωή των στρατοπέδων.20

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...