Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικο κρατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικο κρατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021
περί διάκρισης εργασίμου - ''ελευθέρου'' χρόνου
-----------------------------------------------------------------------
στην εποχή μας επίσης η διάκριση εργασίμου - ''ελευθέρου'' χρόνου και καταργείται και ..εντείνεται α. Κατ' αρχάς ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς - μέσω κομπιούτερ γίνεται κατ'οικον ...
β. Η διασκέδαση και ο ελεύθερος χρόνος παύει να συνδέεται με το ..'βγαίνω έξω '' και γίνεται .μέσα : βλέπω ταινίες στο κομπιούτερ η μπαίνω Φ β - κάτι όμως που μπορεί να κάνεις και στη ..Δουλειά..(θυμηθείτε άδω
και πως αρχίζει η ταινία Μπραζιλ)
γ) ζούμε καταστάσεις που είτε : απαιτούν από εμάς να Μη δουλεύουμε με ωράρια αλλά σχεδόν απεριόριστα ( χωρίς ελεύθερο χρόνο)
η να Μη δουλεύουμε καν -ανεργία- οπότε έχουμε ..απεριόριστο , όχι ελεύθερο αλλά ..Άδειο χρόνο
Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021
Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015
ο Καρλ Κορς για τους ''χυδαίους'' μαρξιστές και την Μαρξικη θεωρια του κρατους και Δικαιου

''O Καρλ Κορς ονομάζει χυδαίους μαρξιστές όσους αρνουνται την πραγματικότητα των ιδεολογιών όσους αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα των λεγόμενων ''πνευματικών ''φαινόμενων με ένα καθαρά αφηρημένο, αρνητικό και μη διαλεκτικό τρόπο'' Ο Μαρξ τόνιζε πάντα ότι αυτή η ''υπερβατική αφαίρεση'' του κρατους και της πολιτικής δράσης ήταν θέση μη υλιστική και συνεπώς ανεπαρκής στο θεωρητικό πεδίο και επικίνδυνη στο πρακτικό''Στην υλιστική σύλληψη της ιστορίας ,όχι μόνο η οικονομική δομή της κοινωνίας πού είναι η υλική βάση όλων των άλλων ιστορικών και κοινωνικών φαινόμενων αλλά ακόμη και το Δίκαιο και Tο Κρατος αποτελούν πραγματικότητα.'' Δίπλα στο κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνεται η κοινωνική συνείδηση στις διάφορες εκδηλώσεις της και να θεωρείται ως στοιχείο πραγματικό αν και ιδεατό της όλης ιστορικης πραγματικότητας. ''
[ Κ Κορς . ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ/ΥΨΙΛΟΝ 1981/ σ53)
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014
Υπέρ και κατά της επισφάλειαςΤης Judith Butler. /πηγη Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Υπέρ και κατά της επισφάλειας
Της Judith Butler.
Στην εποχή μας,
ολοένα και περισσότεροι οργανισμοί δημοσίου συμφέροντος δομούνται
σύμφωνα με τις αρχές της νεοφιλελεύθερης σχολής της οικονομικής
επιστήμης - συμπεριλαμβανομένων σχολείων και πανεπιστημίων καθώς και
οργανισμών δημόσιων υπηρεσιών.
Σε μία εποχή που όλο και περισσότεροι
άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους, τις συντάξεις τους και τις προοπτικές
τους για εργασία, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ιδέα ότι μερικοί
πληθυσμοί θεωρούνται αναλώσιμοι. Υπάρχει η βραχυπρόθεσμη εργασία, ή
μορφές ελαστικής εργασίας σύμφωνα με τις αρχές του μετα-Φορντισμού
βασιζόμενες στην αναλωσιμότητα και τη δυνατότητα αντικατάστασης των
εργαζόμενων πληθυσμών, που ενισχύονται από τις κυρίαρχες νοοτροπίες για
την ιατρική και κοινωνική ασφάλιση που υποστηρίζουν ότι ο ορθολογισμός
της αγοράς θα πρέπει να ορίζει ποιων η υγεία και η ζωή πρέπει να
προστατεύονται και ποιων όχι. Ένα ισχυρό παράδειγμα όλων αυτών
παρουσιάστηκε σε μερικούς από εμάς σε εκείνη τη συνάντηση του κινήματος
Tea Party όπου κάποιο μέλος υποστήριξε ότι όσοι έχουν μία σοβαρή
ασθένεια και δε μπορούν να πληρώσουν ιατρική ασφάλιση θα πρέπει απλά να
πεθάνουν. Μία κραυγή χαράς διαπέρασε το πλήθος, σύμφωνα με δημοσιευμένες
μαρτυρίες. Εικάζομαι πως ήταν το είδος της κραυγής χαράς που συνήθως
συνοδεύει την έναρξη πολεμικών εκστρατειών ή μορφές εθνικιστικής
έξαρσης. Αν, όμως, αυτό συνιστούσε για κάποιους μία περίσταση χαράς,
πρέπει να είναι ακριβώς λόγω της πίστης ότι εκείνοι που δεν κερδίζουν
αρκετά ή έχουν μία επισφαλή θέση εργασίας δεν έχουν δικαίωμα σε ιατρική
περίθαλψη, καθώς και ότι κανένας εκ των υπολοίπων δεν είμαστε υπεύθυνοι
γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
Υπό ποιες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες αναδεικνύονται τέτοιες περιχαρείς μορφές σκληρότητας; Η ιδέα περί ευθύνης που έχει αυτό το πλήθος πρέπει να αντικρουστεί χωρίς, όπως θα διαπιστώσετε, να παραιτηθούμε από την ιδέα της πολιτικής ηθικής. Επειδή, αν καθένας από εμάς είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους, και αν αυτή η ευθύνη είναι πρώτα απ’ όλα μία ευθύνη να γίνουμε οικονομικά αυτάρκεις υπό συνθήκες που υπονομεύουν σε δομικό επίπεδο την αυτάρκεια, τότε μπορούμε να δούμε ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη ηθική απαιτεί την αυτάρκεια ως ηθική ιδέα την ίδια στιγμή που προωθεί την καταστροφή αυτής ακριβώς της πιθανότητας σε οικονομικό επίπεδο. Εκείνοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν ιατρική ασφάλιση αποτελούν ένα μόνο τμήμα του πληθυσμού που θεωρείται αναλώσιμο. Εκείνοι που εντάσσονται στο στρατό με την υπόσχεση εργασίας και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, στέλνονται σε εμπόλεμες ζώνες όπου δεν υπάρχει σαφές επιχειρησιακό πλάνο και όπου οι ζωές τους μπορούν να καταστραφούν, είναι επίσης αναλώσιμα τμήμα του πληθυσμού. Επαινούνται ως ζωτικής σημασίας για το έθνος τη στιγμή που οι ζωές τους θεωρούνται περιττές. Και όλοι εκείνοι που βλέπουν το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, που θεωρούν ότι έχουν χάσει πολλές μορφές ασφάλειας και προοπτικής, νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από μία κυβέρνηση και μία πολιτική οικονομία η οποία σαφώς αυξάνει τον πλούτο για τους πολύ λίγους εις βάρος του γενικού πληθυσμού.
Οπότε ερχόμαστε στο δεύτερο σκέλος. Όταν άνθρωποι κατεβαίνουν μαζικά στους δρόμους, ένα είναι σαφές: υπάρχουν ακόμα, επιμένουν, συγκεντρώνονται και δείχνουν ότι η κατάστασή τους είναι κοινή. Ακόμα και όταν δεν εκφέρουν λόγο ή δεν παρουσιάζουν ένα σύνολο αιτημάτων προς διαπραγμάτευση, θεσπίζεται η έκκληση για δικαιοσύνη. Τα συγκεντρωμένα σώματα «λένε» δεν είμαστε αναλώσιμοι, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιούν λέξεις την εκάστοτε στιγμή. Αυτό που λένε είναι ότι είμαστε ακόμη εδώ, επιμένουμε, απαιτούμε περισσότερη δικαιοσύνη, απελευθέρωση από την αβεβαιότητα, την πιθανότητα για μία αξιοπρεπή ζωή.
Η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι, φυσικά, μία ισχυρή πράξη. Επίσης, κάνει κάθε ακτιβιστή να σκεφτεί το εξής φιλοσοφικό ερώτημα: τι είναι δικαιοσύνη και ποια είναι τα μέσα που μπορούν να προωθήσουν το αίτημα για δικαιοσύνη; Λένε ότι ο λόγος για τον οποίο μερικές φορές «δεν υπάρχουν αιτήματα» όταν σώματα συνευρίσκονται με τη μορφή του κινήματος Occupy Wall Street είναι ότι οποιαδήποτε λίστα αιτημάτων δεν θα ανταποκρινόταν πλήρως στο ιδανικό της δικαιοσύνης που απαιτείται. Όλοι μπορούμε να φανταστούμε δίκαιες λύσεις στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης, της δημόσιας εκπαίδευσης, της στέγασης και της διανομής και διαθεσιμότητας τροφίμων. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να αναλύσουμε τις αδικίες και να τις παρουσιάσουμε ως σύνολο συγκεκριμένων αιτημάτων. Ίσως όμως το αίτημα για δικαιοσύνη ενυπάρχει σε κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα και, αναγκαίως, τα ξεπερνάει. Δεν χρειάζεται να ενστερνιστούμε την πλατωνική θεωρία της δικαιοσύνης για να δούμε άλλους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί αυτό το αίτημα. Επειδή, όταν σώματα συγκεντρώνονται για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και να θεσπίσουν την πληθυντική τους ύπαρξη στο δημόσιο χώρο θέτουν επίσης ευρύτερα αιτήματα. Απαιτούν αναγνώριση και εκτίμηση, εξασκούν το δικαίωμα της εμφάνισης και της άσκησης ελευθερίας, και θέτουν το αίτημα για αξιοπρεπή ζωή. Οι αξίες αυτές αποτελούν προϋπόθεση για συγκεκριμένα αιτήματα, αλλά απαιτούν επίσης μία περισσότερο θεμελιακή αναδόμηση της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής μας τάξης.
Σε κάποια οικονομική και πολιτική θεωρία ακούμε περί πληθυσμών οι οποίοι υπόκεινται σε αυτό που αποκαλείται «αβεβαιοποίηση» (precarization). Η διαδικασία αυτή, που συνήθως επιφέρουν και αναπαράγουν κυβερνητικοί και οικονομικοί φορείς οι οποίοι εγκλιματίζουν με την πάροδο του χρόνου πληθυσμούς σε συνθήκες ανασφάλειας και απελπισίας (βλ. Isabell Lorey), ενσωματώνεται οργανικά στους φορείς προσωρινής εργασίας, σε αποδεκατισμένες υπηρεσίες κοινωνικής ωφέλειας, καθώς και στη γενική φθορά της κοινωνικής δημοκρατίας υπέρ επιχειρηματικών συμπεριφορών, υποστηριζόμενων από άγριες ιδεολογίες περί ατομικής ευθύνης και της υποχρέωσης για μεγιστοποίηση της ατομικής αγοραίας αξίας σαν τον ύστατο σκοπό στη ζωή. Κατά την άποψή μου, η σημαντική αυτή διαδικασία αβεβαιοποίησης πρέπει να συνοδεύεται από την κατανόηση της αβεβαιότητας ως θίγουσα συναισθηματικής δομής, όπως ισχυρίζεται η Lauren Berlant, και ως αυξανόμενη αίσθηση της αναλωσιμότητας ή περιττότητας που διανέμεται διαφορικά σε ολόκληρη την κοινωνία. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιώ ένα τρίτο όρο, την επισφάλεια (precariousness), η οποία χαρακτηρίζει κάθε ενσώματο και πεπερασμένο ανθρώπινο ον, καθώς και τα μη ανθρώπινα όντα. Δεν πρόκειται απλώς για μία υπαρξιακή αλήθεια - καθένας από εμάς θα μπορούσε να υποστεί στερήσεις, τραυματισμό, αδυναμία ή θάνατο συνεπεία γεγονότων ή διαδικασιών εκτός του ελέγχου μας. Αποτελεί, επίσης, σε σημαντικό βαθμό γνώρισμα αυτού που θα αποκαλούσαμε κοινωνική συνοχή, των διάφορων σχέσεων οι οποίες δημιουργούν την αλληλεξάρτησή μας. Με άλλα λόγια, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την έλλειψη στέγης χωρίς την αποτυχία της κοινωνίας να οργανώσει τον τομέα της στέγασης με τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτή όλοι οι άνθρωποι. Επίσης, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την ανεργία χωρίς ένα σύστημα ή μία πολιτική οικονομία η οποία αποτυγχάνει να αποτελέσει δικλείδα ασφαλείας ενάντια σε αυτή την πιθανότητα.
Αυτό σημαίνει ότι μερικές από τις πιο ευάλωτες εμπειρίες μας, κοινωνικής και οικονομικής στέρησης, αποκαλύπτουν όχι μόνο την επισφάλειά μας ως ξεχωριστά άτομα, σκέψη η οποία επίσης αναδεικνύεται, αλλά και τις αποτυχίες και ανισότητες των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών θεσμών. Στην ατομική μας τρωτότητα έναντι της αβεβαιότητας ανακαλύπτουμε ότι είμαστε κοινωνικά όντα, εμπλεκόμενα σε ένα σύνολο δικτύων που είτε μας συντηρούν είτε αποτυγχάνουν να το κάνουν, ή το κάνουν μόνο περιοδικά, δημιουργώντας ένα συνεχές φάσμα απελπισίας και ένδειας. Η ατομική μας ευημερία εξαρτάται από το αν μπορούν να συσταθούν οι κοινωνικές και οικονομικές δομές που στηρίζουν την αμοιβαία μας εξάρτηση. Αυτό θα συμβεί μόνο με την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης καθεστηκυίας τάξης, θεσπίζοντας τα αιτήματα του λαού μέσω της συγκέντρωσης σωμάτων στο πλαίσιο ενός δημόσιου, αμετανόητου, επίμονου και μαχητικού αγώνα ο οποίος αποσκοπεί στη διάλυση και ανασύνθεση του πολιτικού μας κόσμου. Ως σώματα, υποφέρουμε και αντιστεκόμαστε, και μαζί, σε διάφορες τοποθεσίες, γινόμαστε παράδειγμα εκείνης της μορφής που διατηρεί την κοινωνική συνοχή που σχεδόν έχουν καταστρέψει η νεοφιλελεύθερη οικονομική σχολη
Υπό ποιες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες αναδεικνύονται τέτοιες περιχαρείς μορφές σκληρότητας; Η ιδέα περί ευθύνης που έχει αυτό το πλήθος πρέπει να αντικρουστεί χωρίς, όπως θα διαπιστώσετε, να παραιτηθούμε από την ιδέα της πολιτικής ηθικής. Επειδή, αν καθένας από εμάς είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους, και αν αυτή η ευθύνη είναι πρώτα απ’ όλα μία ευθύνη να γίνουμε οικονομικά αυτάρκεις υπό συνθήκες που υπονομεύουν σε δομικό επίπεδο την αυτάρκεια, τότε μπορούμε να δούμε ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη ηθική απαιτεί την αυτάρκεια ως ηθική ιδέα την ίδια στιγμή που προωθεί την καταστροφή αυτής ακριβώς της πιθανότητας σε οικονομικό επίπεδο. Εκείνοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν ιατρική ασφάλιση αποτελούν ένα μόνο τμήμα του πληθυσμού που θεωρείται αναλώσιμο. Εκείνοι που εντάσσονται στο στρατό με την υπόσχεση εργασίας και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, στέλνονται σε εμπόλεμες ζώνες όπου δεν υπάρχει σαφές επιχειρησιακό πλάνο και όπου οι ζωές τους μπορούν να καταστραφούν, είναι επίσης αναλώσιμα τμήμα του πληθυσμού. Επαινούνται ως ζωτικής σημασίας για το έθνος τη στιγμή που οι ζωές τους θεωρούνται περιττές. Και όλοι εκείνοι που βλέπουν το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, που θεωρούν ότι έχουν χάσει πολλές μορφές ασφάλειας και προοπτικής, νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από μία κυβέρνηση και μία πολιτική οικονομία η οποία σαφώς αυξάνει τον πλούτο για τους πολύ λίγους εις βάρος του γενικού πληθυσμού.
Οπότε ερχόμαστε στο δεύτερο σκέλος. Όταν άνθρωποι κατεβαίνουν μαζικά στους δρόμους, ένα είναι σαφές: υπάρχουν ακόμα, επιμένουν, συγκεντρώνονται και δείχνουν ότι η κατάστασή τους είναι κοινή. Ακόμα και όταν δεν εκφέρουν λόγο ή δεν παρουσιάζουν ένα σύνολο αιτημάτων προς διαπραγμάτευση, θεσπίζεται η έκκληση για δικαιοσύνη. Τα συγκεντρωμένα σώματα «λένε» δεν είμαστε αναλώσιμοι, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιούν λέξεις την εκάστοτε στιγμή. Αυτό που λένε είναι ότι είμαστε ακόμη εδώ, επιμένουμε, απαιτούμε περισσότερη δικαιοσύνη, απελευθέρωση από την αβεβαιότητα, την πιθανότητα για μία αξιοπρεπή ζωή.
Η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι, φυσικά, μία ισχυρή πράξη. Επίσης, κάνει κάθε ακτιβιστή να σκεφτεί το εξής φιλοσοφικό ερώτημα: τι είναι δικαιοσύνη και ποια είναι τα μέσα που μπορούν να προωθήσουν το αίτημα για δικαιοσύνη; Λένε ότι ο λόγος για τον οποίο μερικές φορές «δεν υπάρχουν αιτήματα» όταν σώματα συνευρίσκονται με τη μορφή του κινήματος Occupy Wall Street είναι ότι οποιαδήποτε λίστα αιτημάτων δεν θα ανταποκρινόταν πλήρως στο ιδανικό της δικαιοσύνης που απαιτείται. Όλοι μπορούμε να φανταστούμε δίκαιες λύσεις στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης, της δημόσιας εκπαίδευσης, της στέγασης και της διανομής και διαθεσιμότητας τροφίμων. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να αναλύσουμε τις αδικίες και να τις παρουσιάσουμε ως σύνολο συγκεκριμένων αιτημάτων. Ίσως όμως το αίτημα για δικαιοσύνη ενυπάρχει σε κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα και, αναγκαίως, τα ξεπερνάει. Δεν χρειάζεται να ενστερνιστούμε την πλατωνική θεωρία της δικαιοσύνης για να δούμε άλλους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί αυτό το αίτημα. Επειδή, όταν σώματα συγκεντρώνονται για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και να θεσπίσουν την πληθυντική τους ύπαρξη στο δημόσιο χώρο θέτουν επίσης ευρύτερα αιτήματα. Απαιτούν αναγνώριση και εκτίμηση, εξασκούν το δικαίωμα της εμφάνισης και της άσκησης ελευθερίας, και θέτουν το αίτημα για αξιοπρεπή ζωή. Οι αξίες αυτές αποτελούν προϋπόθεση για συγκεκριμένα αιτήματα, αλλά απαιτούν επίσης μία περισσότερο θεμελιακή αναδόμηση της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής μας τάξης.
Σε κάποια οικονομική και πολιτική θεωρία ακούμε περί πληθυσμών οι οποίοι υπόκεινται σε αυτό που αποκαλείται «αβεβαιοποίηση» (precarization). Η διαδικασία αυτή, που συνήθως επιφέρουν και αναπαράγουν κυβερνητικοί και οικονομικοί φορείς οι οποίοι εγκλιματίζουν με την πάροδο του χρόνου πληθυσμούς σε συνθήκες ανασφάλειας και απελπισίας (βλ. Isabell Lorey), ενσωματώνεται οργανικά στους φορείς προσωρινής εργασίας, σε αποδεκατισμένες υπηρεσίες κοινωνικής ωφέλειας, καθώς και στη γενική φθορά της κοινωνικής δημοκρατίας υπέρ επιχειρηματικών συμπεριφορών, υποστηριζόμενων από άγριες ιδεολογίες περί ατομικής ευθύνης και της υποχρέωσης για μεγιστοποίηση της ατομικής αγοραίας αξίας σαν τον ύστατο σκοπό στη ζωή. Κατά την άποψή μου, η σημαντική αυτή διαδικασία αβεβαιοποίησης πρέπει να συνοδεύεται από την κατανόηση της αβεβαιότητας ως θίγουσα συναισθηματικής δομής, όπως ισχυρίζεται η Lauren Berlant, και ως αυξανόμενη αίσθηση της αναλωσιμότητας ή περιττότητας που διανέμεται διαφορικά σε ολόκληρη την κοινωνία. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιώ ένα τρίτο όρο, την επισφάλεια (precariousness), η οποία χαρακτηρίζει κάθε ενσώματο και πεπερασμένο ανθρώπινο ον, καθώς και τα μη ανθρώπινα όντα. Δεν πρόκειται απλώς για μία υπαρξιακή αλήθεια - καθένας από εμάς θα μπορούσε να υποστεί στερήσεις, τραυματισμό, αδυναμία ή θάνατο συνεπεία γεγονότων ή διαδικασιών εκτός του ελέγχου μας. Αποτελεί, επίσης, σε σημαντικό βαθμό γνώρισμα αυτού που θα αποκαλούσαμε κοινωνική συνοχή, των διάφορων σχέσεων οι οποίες δημιουργούν την αλληλεξάρτησή μας. Με άλλα λόγια, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την έλλειψη στέγης χωρίς την αποτυχία της κοινωνίας να οργανώσει τον τομέα της στέγασης με τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτή όλοι οι άνθρωποι. Επίσης, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την ανεργία χωρίς ένα σύστημα ή μία πολιτική οικονομία η οποία αποτυγχάνει να αποτελέσει δικλείδα ασφαλείας ενάντια σε αυτή την πιθανότητα.
Αυτό σημαίνει ότι μερικές από τις πιο ευάλωτες εμπειρίες μας, κοινωνικής και οικονομικής στέρησης, αποκαλύπτουν όχι μόνο την επισφάλειά μας ως ξεχωριστά άτομα, σκέψη η οποία επίσης αναδεικνύεται, αλλά και τις αποτυχίες και ανισότητες των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών θεσμών. Στην ατομική μας τρωτότητα έναντι της αβεβαιότητας ανακαλύπτουμε ότι είμαστε κοινωνικά όντα, εμπλεκόμενα σε ένα σύνολο δικτύων που είτε μας συντηρούν είτε αποτυγχάνουν να το κάνουν, ή το κάνουν μόνο περιοδικά, δημιουργώντας ένα συνεχές φάσμα απελπισίας και ένδειας. Η ατομική μας ευημερία εξαρτάται από το αν μπορούν να συσταθούν οι κοινωνικές και οικονομικές δομές που στηρίζουν την αμοιβαία μας εξάρτηση. Αυτό θα συμβεί μόνο με την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης καθεστηκυίας τάξης, θεσπίζοντας τα αιτήματα του λαού μέσω της συγκέντρωσης σωμάτων στο πλαίσιο ενός δημόσιου, αμετανόητου, επίμονου και μαχητικού αγώνα ο οποίος αποσκοπεί στη διάλυση και ανασύνθεση του πολιτικού μας κόσμου. Ως σώματα, υποφέρουμε και αντιστεκόμαστε, και μαζί, σε διάφορες τοποθεσίες, γινόμαστε παράδειγμα εκείνης της μορφής που διατηρεί την κοινωνική συνοχή που σχεδόν έχουν καταστρέψει η νεοφιλελεύθερη οικονομική σχολη
Τρίτη 24 Ιουνίου 2014
Το χρέος ως τεχνική διακυβέρνησης ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΛΑΤΣΑΡΑΤΟ Μαουρίτσιο Λατσαράτο Από τον Θανάση Γιαλκέτση Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών Δημοσιεύτηκε στις 04/05/2014
Το χρέος ως τεχνική διακυβέρνησης
ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΛΑΤΣΑΡΑΤΟ
Μαουρίτσιο Λατσαράτο
Από τον Θανάση Γιαλκέτση
Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Ιταλού κοινωνιολόγου, φιλοσόφου και ακτιβιστή Μαουρίτσιο Λατσαράτο «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» (εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», μετάφραση Γιώργος Καράμπελας). Η συνέντευξη του Μαουρίτσιο Λατσαράτο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».
• Υποστηρίζετε ότι το όνομα του σύγχρονου καπιταλισμού είναι «οικονομία του χρέους» και ότι γι’ αυτήν, και όχι για «χρηματοπιστωτικό σύστημα», πρέπει να μιλάμε. Γιατί;
Γιατί πίσω από τη χρήση του όρου «χρηματοπιστωτικό σύστημα» λειτουργεί ακόμα η ιδέα μιας διαίρεσης μεταξύ «πραγματικής» οικονομίας και χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μεταξύ προσόδου και κέρδους, που σήμερα είναι πλήρως ξεπερασμένη.
Στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό η λογική του χρηματοπιστωτικού τομέα καθορίζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων: αναδιοργανώνει την επιχείρηση, επενεργεί στα δημόσια οικονομικά μειώνοντας τη φορολόγηση των πλούσιων, ξηλώνει το κράτος πρόνοιας αντικαθιστώντας τα δικαιώματα με πιστώσεις. Η λεγόμενη πραγματική οικονομία είναι μόνον ένα τμήμα του συστήματος καπιταλιστικής αξιοποίησης, που κυριαρχείται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι μια κερδοσκοπική υπερβολή που μπορεί να περιοριστεί με τη θέσπιση ορθών κανόνων. Είναι μια σχέση εξουσίας μεταξύ ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών, μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Ο τόκος είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη σκοπιά των πιστωτών, το χρέος είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη σκοπιά των οφειλετών. Λέγοντας επομένως «οικονομία του χρέους» γίνεται αμέσως σαφές περί τίνος πρόκειται και ποια είναι η πολιτική διακύβευση: πρόκειται για το χρέος που οι Ελληνες, οι Ιρλανδοί, οι Πορτογάλοι, οι Ισλανδοί δεν θέλουν να πληρώσουν, που νομιμοποιεί την αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων στην Αγγλία υποκινώντας ταραχές στο Λονδίνο, που δικαιολογεί την αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος στη Γαλλία και στην Ιταλία και τις περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες και στην εκπαίδευση παντού.
• Ποιες είναι οι βάσεις αυτής της οικονομίας του χρέους και πώς αυτή αναπτύχθηκε;
Ο νεοφιλελευθερισμός συνδέθηκε με τη λογική του χρέους ήδη από το «σοκ του 1979», που κατέστησε δυνατή τη δημιουργία τεράστιων δημόσιων χρεών και τη συνακόλουθη αναδιοργάνωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Επειτα, στη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990, συντελέστηκε η βαθμιαία αντικατάσταση του μισθού από την πίστωση: όχι αυξήσεις μισθών αλλά πιστωτικές κάρτες, όχι κατοικία αλλά στεγαστικό δάνειο, όχι δικαίωμα στην εκπαίδευση αλλά εκπαιδευτικά δάνεια (ενώ παράλληλα προωθείται η εξατομίκευση της κοινωνικής πολιτικής και η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης). Εμφανιζόταν σαν επαγγελία ενός μέλλοντος στο οποίο όλοι θα γίνονταν πλούσιοι. Με την κρίση όμως, αυτή η μάζα των πιστώσεων αποκαλύφθηκε ως αυτό που πραγματικά είναι: μια μάζα χρεών. Η επαγγελία του νεοφιλελευθερισμού έγινε συντρίμμια, αλλά στο μεταξύ έχει μετασχηματίσει ριζικά το πεδίο της σύγκρουσης, επειδή δεν ήταν καθαρή ιδεολογία, αλλά μια μορφή οργανικής διακυβέρνησης των απεδαφικοποιημένων και εγκάρσιων ροών της μεταφορντιστικής παραγωγής. Το χρέος δεν κάνει διάκριση μεταξύ μισθωτών και μη μισθωτών, εξαρτημένης εργασίας και αυτόνομης εργασίας, χειρωνακτικής εργασίας και διανοητικής εργασίας, προλετάριων και περιθωριοποιημένων, απασχολούμενων και συνταξιούχων. Είμαστε όλοι χρεωμένοι. Ο νεοφιλελευθερισμός κυβερνά μέσα από μια πολλαπλότητα σχέσεων εξουσίας: κεφάλαιο-εργασία, κράτος πρόνοιας-χρήστης, επιχείρηση- καταναλωτής, αλλά η σχέση πιστωτή-οφειλέτη είναι μια σχέση καθολικής ισχύος, αφορά όλο τον τωρινό πληθυσμό καθώς και τις μελλοντικές γενιές.
• Υποστηρίζετε ότι, καθιστώντας καθολική τη σχέση πιστωτή-οφειλέτη, ο νεοφιλελευθερισμός αποκαλύπτει το θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού, που δεν βρίσκεται στην ανταλλαγή αλλά στο χρέος, σε μιαν υποχρέωση που συνδέει το ένα με το άλλο τα μέλη της κοινότητας.
Είναι μια γραμμή σκέψης που μπορεί να ανιχνευτεί και σε ορισμένα κείμενα του Μαρξ, αλλά που περνάει κυρίως από τον Νίτσε ώς τον Ντελέζ και τον Γκουαταρί και φτάνει μέχρι μερικούς σύγχρονους ανθρωπολόγους: η σχέση (οικονομική και συμβολική) του χρέους μεταξύ άνισων προδιαγράφει τη σχέση της ανταλλαγής μεταξύ ίσων. Εξάλλου, πριν από την ανταλλαγή υπάρχει το χρήμα και το χρήμα είναι από την ίδια την ουσία του χρέος. Με την ουσιαστική διαφορά ότι από την αρχική χρέωση του ανθρώπου προς την κοινότητα, τους θεούς, τους προγόνους, περάσαμε σήμερα στη χρέωση προς τον μοναδικό θεό που αποκαλείται Κεφάλαιο.
• Στο βιβλίο σας υποστηρίζετε ότι ο χρεωμένος άνθρωπος δεν είναι μόνο μια οικονομική μορφή, αλλά είναι και ένα ηθικό υποκείμενο, κατασκευασμένο και πειθαρχημένο από τη νεοφιλελεύθερη ηθική. Επί τριάντα χρόνια όμως η νεοφιλελεύθερη ηθική κήρυττε την επιχειρηματική τόλμη, τον ατομικισμό, τον καταναλωτισμό: τα χαρακτηριστικά δηλαδή του «επιχειρηματία του εαυτού του», που είχε περιγράψει ο Φουκό στη «Γέννηση της βιοπολιτικής». Πώς γίνεται η μετάβαση στη σημερινή ηθική του χρέους, η οποία κηρύττει αντίθετα την αυστηρότητα, την πειθαρχία και τη μετάνοια; Τι σημαίνει αυτή η μετατροπή της ρητορικής της απόλαυσης σε ρητορική της ενοχής;
Μεσολαβεί η τομή της κρίσης. Η ηθική διάσταση –μας το διδάσκει ο Βέμπερ- ποτέ δεν ήταν δευτερεύουσα στην ιστορία του καπιταλισμού. Η οικονομία είναι και διάπλαση του υποκειμένου, επιτάσσει και κατευθύνει μιαν εργασία πάνω στον εαυτό, πειθαρχεί και απαιτεί αυτοπειθαρχία. Πριν από την κρίση, το ζητούμενο ήταν να διαμορφωθεί ο «επιχειρηματίας του εαυτού του» με βάση την υπευθυνότητα. Με την κρίση, αυτός ο ίδιος ο επιχειρηματίας του εαυτού του γίνεται υπεύθυνος της αποτυχίας του. Ευθύνεται για τα χρέη που συσσώρευσε, για το ότι δεν εργάστηκε αρκετά, για το ότι θέλησε να βγει πρόωρα στη σύνταξη, για το ότι καταναλώνει υπερβολικά κ.λπ. Η ευθύνη για τα χρέη καθώς και η ενοχή του αποδίδονται σύμφωνα με την ετυμολογία του γερμανικού όρου schuld, που σημαίνει χρέος αλλά και ενοχή. Το ότι όμως αυτός ο δεύτερος ηθικός στιγματισμός (της ενοχής) είναι τέκνο του προηγούμενου (του χρέους) το καταδεικνύει το γεγονός ότι και οι δύο συνυπάρχουν αντιφατικά στον λόγο των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Από τότε που ξέσπασε η κρίση, οι δημοσιογράφοι διαδίδουν τον λόγο της μετάνοιας, ενώ οι διαφημιστές συνεχίζουν να μας παρακινούν να καταναλώνουμε και να απολαμβάνουμε. Η αλλαγή της υποκειμενικότητας που επιφέρει η κρίση δεν αφορά μόνον τους κυβερνώμενους αλλά και τους κυβερνώντες. Το βλέπουμε πολύ καλά στην Ιταλία. Στην Ελλάδα κυβερνούν με σκληρότητα. Η κρίση –αυτό δεν το είχε προβλέψει ο Φουκό- προκάλεσε μιαν αυταρχική στροφή του νεοφιλελευθερισμού.
• Σε αυτή την αυταρχική στροφή, οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις παίζουν κάποιον ειδικό ρόλο;
Οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις είναι η ιδιωτικοποίηση της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, η οποία, αν πρώτα ήταν μια τεχνολογία του κρατικού μηχανισμού, τώρα παραδίδεται στα χέρια των τραπεζών και των αγορών, με το κράτος στον ρόλο του εγγυητή. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, όλες οι κυβερνήσεις είναι «τεχνοκρατικές», με την έννοια ότι είναι υποταγμένες στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τώρα όμως αποκαλύπτεται ο πυρήνας του προβλήματος: η ιδιωτικοποίηση της διακυβέρνησης καταργεί τη σύνδεση ανάμεσα σε υποκείμενο του δικαίου και σε λογική της αντιπροσώπευσης, πάνω στην οποία στηρίζονταν οι δημοκρατίες του 20ού αιώνα. Κρίση του κράτους δικαίου, συσκότιση του υποκειμένου των δικαιωμάτων και κρίση της πολιτικής είναι τρεις όψεις του ίδιου προβλήματος. Αν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στην πολιτική, αυτό δεν συμβαίνει μόνον εξαιτίας της διαφθοράς, αλλά και επειδή αντιλαμβάνονται αυτήν τη δομική αλλαγή.
Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών
Δημοσιεύτηκε στις 04/05/2014
πηγη :http://pentalia.blogspot.gr/2014/05/blog-post_5.html
ΜΑΟΥΡΙΤΣΙΟ ΛΑΤΣΑΡΑΤΟ
Μαουρίτσιο Λατσαράτο
Από τον Θανάση Γιαλκέτση
Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Ιταλού κοινωνιολόγου, φιλοσόφου και ακτιβιστή Μαουρίτσιο Λατσαράτο «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» (εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», μετάφραση Γιώργος Καράμπελας). Η συνέντευξη του Μαουρίτσιο Λατσαράτο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».
• Υποστηρίζετε ότι το όνομα του σύγχρονου καπιταλισμού είναι «οικονομία του χρέους» και ότι γι’ αυτήν, και όχι για «χρηματοπιστωτικό σύστημα», πρέπει να μιλάμε. Γιατί;
Γιατί πίσω από τη χρήση του όρου «χρηματοπιστωτικό σύστημα» λειτουργεί ακόμα η ιδέα μιας διαίρεσης μεταξύ «πραγματικής» οικονομίας και χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μεταξύ προσόδου και κέρδους, που σήμερα είναι πλήρως ξεπερασμένη.
Στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό η λογική του χρηματοπιστωτικού τομέα καθορίζει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων: αναδιοργανώνει την επιχείρηση, επενεργεί στα δημόσια οικονομικά μειώνοντας τη φορολόγηση των πλούσιων, ξηλώνει το κράτος πρόνοιας αντικαθιστώντας τα δικαιώματα με πιστώσεις. Η λεγόμενη πραγματική οικονομία είναι μόνον ένα τμήμα του συστήματος καπιταλιστικής αξιοποίησης, που κυριαρχείται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι μια κερδοσκοπική υπερβολή που μπορεί να περιοριστεί με τη θέσπιση ορθών κανόνων. Είναι μια σχέση εξουσίας μεταξύ ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών, μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Ο τόκος είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη σκοπιά των πιστωτών, το χρέος είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα από τη σκοπιά των οφειλετών. Λέγοντας επομένως «οικονομία του χρέους» γίνεται αμέσως σαφές περί τίνος πρόκειται και ποια είναι η πολιτική διακύβευση: πρόκειται για το χρέος που οι Ελληνες, οι Ιρλανδοί, οι Πορτογάλοι, οι Ισλανδοί δεν θέλουν να πληρώσουν, που νομιμοποιεί την αύξηση των πανεπιστημιακών διδάκτρων στην Αγγλία υποκινώντας ταραχές στο Λονδίνο, που δικαιολογεί την αντιμεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος στη Γαλλία και στην Ιταλία και τις περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες και στην εκπαίδευση παντού.
• Ποιες είναι οι βάσεις αυτής της οικονομίας του χρέους και πώς αυτή αναπτύχθηκε;
Ο νεοφιλελευθερισμός συνδέθηκε με τη λογική του χρέους ήδη από το «σοκ του 1979», που κατέστησε δυνατή τη δημιουργία τεράστιων δημόσιων χρεών και τη συνακόλουθη αναδιοργάνωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Επειτα, στη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και του 1990, συντελέστηκε η βαθμιαία αντικατάσταση του μισθού από την πίστωση: όχι αυξήσεις μισθών αλλά πιστωτικές κάρτες, όχι κατοικία αλλά στεγαστικό δάνειο, όχι δικαίωμα στην εκπαίδευση αλλά εκπαιδευτικά δάνεια (ενώ παράλληλα προωθείται η εξατομίκευση της κοινωνικής πολιτικής και η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης). Εμφανιζόταν σαν επαγγελία ενός μέλλοντος στο οποίο όλοι θα γίνονταν πλούσιοι. Με την κρίση όμως, αυτή η μάζα των πιστώσεων αποκαλύφθηκε ως αυτό που πραγματικά είναι: μια μάζα χρεών. Η επαγγελία του νεοφιλελευθερισμού έγινε συντρίμμια, αλλά στο μεταξύ έχει μετασχηματίσει ριζικά το πεδίο της σύγκρουσης, επειδή δεν ήταν καθαρή ιδεολογία, αλλά μια μορφή οργανικής διακυβέρνησης των απεδαφικοποιημένων και εγκάρσιων ροών της μεταφορντιστικής παραγωγής. Το χρέος δεν κάνει διάκριση μεταξύ μισθωτών και μη μισθωτών, εξαρτημένης εργασίας και αυτόνομης εργασίας, χειρωνακτικής εργασίας και διανοητικής εργασίας, προλετάριων και περιθωριοποιημένων, απασχολούμενων και συνταξιούχων. Είμαστε όλοι χρεωμένοι. Ο νεοφιλελευθερισμός κυβερνά μέσα από μια πολλαπλότητα σχέσεων εξουσίας: κεφάλαιο-εργασία, κράτος πρόνοιας-χρήστης, επιχείρηση- καταναλωτής, αλλά η σχέση πιστωτή-οφειλέτη είναι μια σχέση καθολικής ισχύος, αφορά όλο τον τωρινό πληθυσμό καθώς και τις μελλοντικές γενιές.
• Υποστηρίζετε ότι, καθιστώντας καθολική τη σχέση πιστωτή-οφειλέτη, ο νεοφιλελευθερισμός αποκαλύπτει το θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού, που δεν βρίσκεται στην ανταλλαγή αλλά στο χρέος, σε μιαν υποχρέωση που συνδέει το ένα με το άλλο τα μέλη της κοινότητας.
Είναι μια γραμμή σκέψης που μπορεί να ανιχνευτεί και σε ορισμένα κείμενα του Μαρξ, αλλά που περνάει κυρίως από τον Νίτσε ώς τον Ντελέζ και τον Γκουαταρί και φτάνει μέχρι μερικούς σύγχρονους ανθρωπολόγους: η σχέση (οικονομική και συμβολική) του χρέους μεταξύ άνισων προδιαγράφει τη σχέση της ανταλλαγής μεταξύ ίσων. Εξάλλου, πριν από την ανταλλαγή υπάρχει το χρήμα και το χρήμα είναι από την ίδια την ουσία του χρέος. Με την ουσιαστική διαφορά ότι από την αρχική χρέωση του ανθρώπου προς την κοινότητα, τους θεούς, τους προγόνους, περάσαμε σήμερα στη χρέωση προς τον μοναδικό θεό που αποκαλείται Κεφάλαιο.
• Στο βιβλίο σας υποστηρίζετε ότι ο χρεωμένος άνθρωπος δεν είναι μόνο μια οικονομική μορφή, αλλά είναι και ένα ηθικό υποκείμενο, κατασκευασμένο και πειθαρχημένο από τη νεοφιλελεύθερη ηθική. Επί τριάντα χρόνια όμως η νεοφιλελεύθερη ηθική κήρυττε την επιχειρηματική τόλμη, τον ατομικισμό, τον καταναλωτισμό: τα χαρακτηριστικά δηλαδή του «επιχειρηματία του εαυτού του», που είχε περιγράψει ο Φουκό στη «Γέννηση της βιοπολιτικής». Πώς γίνεται η μετάβαση στη σημερινή ηθική του χρέους, η οποία κηρύττει αντίθετα την αυστηρότητα, την πειθαρχία και τη μετάνοια; Τι σημαίνει αυτή η μετατροπή της ρητορικής της απόλαυσης σε ρητορική της ενοχής;
Μεσολαβεί η τομή της κρίσης. Η ηθική διάσταση –μας το διδάσκει ο Βέμπερ- ποτέ δεν ήταν δευτερεύουσα στην ιστορία του καπιταλισμού. Η οικονομία είναι και διάπλαση του υποκειμένου, επιτάσσει και κατευθύνει μιαν εργασία πάνω στον εαυτό, πειθαρχεί και απαιτεί αυτοπειθαρχία. Πριν από την κρίση, το ζητούμενο ήταν να διαμορφωθεί ο «επιχειρηματίας του εαυτού του» με βάση την υπευθυνότητα. Με την κρίση, αυτός ο ίδιος ο επιχειρηματίας του εαυτού του γίνεται υπεύθυνος της αποτυχίας του. Ευθύνεται για τα χρέη που συσσώρευσε, για το ότι δεν εργάστηκε αρκετά, για το ότι θέλησε να βγει πρόωρα στη σύνταξη, για το ότι καταναλώνει υπερβολικά κ.λπ. Η ευθύνη για τα χρέη καθώς και η ενοχή του αποδίδονται σύμφωνα με την ετυμολογία του γερμανικού όρου schuld, που σημαίνει χρέος αλλά και ενοχή. Το ότι όμως αυτός ο δεύτερος ηθικός στιγματισμός (της ενοχής) είναι τέκνο του προηγούμενου (του χρέους) το καταδεικνύει το γεγονός ότι και οι δύο συνυπάρχουν αντιφατικά στον λόγο των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Από τότε που ξέσπασε η κρίση, οι δημοσιογράφοι διαδίδουν τον λόγο της μετάνοιας, ενώ οι διαφημιστές συνεχίζουν να μας παρακινούν να καταναλώνουμε και να απολαμβάνουμε. Η αλλαγή της υποκειμενικότητας που επιφέρει η κρίση δεν αφορά μόνον τους κυβερνώμενους αλλά και τους κυβερνώντες. Το βλέπουμε πολύ καλά στην Ιταλία. Στην Ελλάδα κυβερνούν με σκληρότητα. Η κρίση –αυτό δεν το είχε προβλέψει ο Φουκό- προκάλεσε μιαν αυταρχική στροφή του νεοφιλελευθερισμού.
• Σε αυτή την αυταρχική στροφή, οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις παίζουν κάποιον ειδικό ρόλο;
Οι τεχνοκρατικές κυβερνήσεις είναι η ιδιωτικοποίηση της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, η οποία, αν πρώτα ήταν μια τεχνολογία του κρατικού μηχανισμού, τώρα παραδίδεται στα χέρια των τραπεζών και των αγορών, με το κράτος στον ρόλο του εγγυητή. Από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα, όλες οι κυβερνήσεις είναι «τεχνοκρατικές», με την έννοια ότι είναι υποταγμένες στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τώρα όμως αποκαλύπτεται ο πυρήνας του προβλήματος: η ιδιωτικοποίηση της διακυβέρνησης καταργεί τη σύνδεση ανάμεσα σε υποκείμενο του δικαίου και σε λογική της αντιπροσώπευσης, πάνω στην οποία στηρίζονταν οι δημοκρατίες του 20ού αιώνα. Κρίση του κράτους δικαίου, συσκότιση του υποκειμένου των δικαιωμάτων και κρίση της πολιτικής είναι τρεις όψεις του ίδιου προβλήματος. Αν οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πλέον στην πολιτική, αυτό δεν συμβαίνει μόνον εξαιτίας της διαφθοράς, αλλά και επειδή αντιλαμβάνονται αυτήν τη δομική αλλαγή.
Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών
Δημοσιεύτηκε στις 04/05/2014
πηγη :http://pentalia.blogspot.gr/2014/05/blog-post_5.html
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014
Το έλλειμμα ως κοινωνική κατασκευή/αποσπασμα απο το Ian Hacking, The Social Construction of What? Harvard University Press, 1999 .απο τους danger.few!!!
Το έλλειμμα ως κοινωνική κατασκευή
![]() |
| Ίαν Χάκινγκ |
«Στο
έργο μου απέφυγα μέχρι τώρα να χρησιμοποιώ τον όρο “κοινωνική κατασκευή”, γιατί
διαπίστωσα ότι δεν με βοηθούσε σε τίποτα. Τις λίγες φορές που αναφέρθηκα σε
αυτόν, ήταν για να οριοθετηθώ απέναντί του. Πρόκειται για ένα παραχρησιμοποιημένο
και συνάμα σκοτεινό όρο, που κατάντησε μόδα και κώδικας. Έτσι, ενώ σε πολλά
πεδία η έννοια της “κοινωνικής κατασκευής” υπήρξε αληθινά απελευθερωτική για
κάποιους, πάρα πολλούς άλλους τους έκανε αυτάρεσκους, άνετους κι ωραίους,
χαλαρούς και μοδάτους υπηρέτες ενός νέου δογματισμού. […]
Επί
της ουσίας, αυτό που υποστηρίζουν όσοι λένε ότι το Χ αποτελεί κοινωνική
κατασκευή, είναι ότι
το Χ δεν ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει, ή δεν ήταν αναπόφευκτο να είναι όπως είναι τώρα∙ το Χ, ή το Χ όπως είναι τώρα, δεν καθορίζεται από τη φύση των πραγμάτων∙ δεν είναι κάτι το μοιραίο, αλλά προήλθε ή διαμορφώθηκε από κοινωνικά γεγονότα, δυνάμεις, την ιστορία, πράγματα δηλαδή που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. […]
Αυτό
που θέλουν να πουν, είναι ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάτι που μοιάζει
αναπόφευκτο μέσα στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, δεν ήταν όντως αναπόφευκτο.
[..]
Το
ουσιαστικό ερώτημα, όμως, είναι: Τι είναι αυτό που κατασκευάζεται, τι είναι
αυτό που επιδέχεται κατασκευή, όταν μιλάει κανείς για “κοινωνική κατασκευή”; […]
Ας
πάρουμε για παράδειγμα τις μετανάστριες
στον Καναδά. Οι γυναίκες που μεταναστεύουν από τον τόπο τους, το κάνουν
εξαιτίας συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν εκεί. Είναι εντελώς
ανόητο να μιλάμε εν προκειμένω για “κοινωνική κατασκευή” αφού οι κοινωνικές
συνθήκες, που επικρατούν στις πατρίδες τους, είναι τέτοιες που αναπόφευκτα τους
γεννούν φόβο να παραμείνουν εκεί και την ελπίδα ότι μπορούν να βρουν χέρι
βοήθειας κάπου αλλού. Όμως από τη στιγμή που ο όρος “μετανάστρια” τείνει να
γίνει στον Καναδά μια ταμπέλα που με
κάποιο τρόπο στιγματίζει αυτές τις γυναίκες, τότε, και σε αυτό το πλαίσιο, έχει πραγματικά νόημα να
υποστηρίξει κανείς ότι αυτός ο στιγματισμός δεν είναι διόλου αναπόφευκτος αλλά
αποτελεί κοινωνική κατασκευή, δηλαδή ότι μέσα σε αυτό το οριοθετημένο πλαίσιο και με
τις ανάλογες υποδηλώσεις ο όρος “μετανάστρια” αποτελεί κοινωνική
κατασκευή. […]
Γι’
αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, τι είναι αυτό που επιδέχεται
κοινωνική κατασκευή και τι όχι. Να
σημειώσουμε λοιπόν, πρώτα-πρώτα, με ποιον τρόπο η θέση ότι
«το Χ δεν ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει»
θέτει
το γενικό πλαίσιο της συζήτησης γύρω από το κατά πόσον το Χ αποτελεί «κοινωνική
κατασκευή».
Αν
οι πάντες γνωρίζουν ότι το Χ είναι το ενδεχόμενο αποτέλεσμα μιας σειράς κοινωνικών
διεργασιών, τότε δεν χρησιμεύει σε τίποτα να λέμε ότι είναι “κοινωνικά
κατασκευασμένο”. Οι άνθρωποι αρχίζουν να συζητούν ότι το Χ είναι “κοινωνική
κατασκευή” μόνο όταν θεωρούν ότι
στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων, το Χ εκλαμβάνεται σαν δεδομένο και εμφανίζεται σαν αναπόφευκτο.
Αυτή
η πρόταση δεν θέτει έναν όρο για το τι είναι το ίδιο το Χ. Θέτει τον όρο, βάσει του οποίου μπορεί να
υποστηριχτεί η άποψη ότι το Χ αποτελεί κοινωνική κατασκευή. Αν δεν υπάρχει
αυτός ο όρος, κανείς δεν ασχολείται για το αν το Χ είναι “κοινωνική κατασκευή”,
ή τελοσπάντων ασχολείται μόνο όποιος έχει την τάση να αερολογεί.
Γι’
αυτό το λόγο, λοιπόν, δεν θα βρείτε κανένα σοβαρό βιβλίο να συζητάει ότι οι
τράπεζες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα μπλοκ επιταγών, το χρήμα, τα
δολλάρια, τα συμβόλαια, τα τελωνεία, ο βρετανικός θρόνος ή η Fed [η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ] είναι
“κοινωνικές κατασκευές”. Όλα αυτά τα πράγματα ανήκουν στο πεδίο των
συμβάσεων και των θεσμών, και οι πάντες γνωρίζουν ότι οι συμβάσεις και οι
θεσμοί είναι αποτέλεσμα ιστορικών συμβάντων και κοινωνικών διεργασιών. Γι’
αυτό και κανείς δεν λέει ότι πρόκειται για “κοινωνικές κατασκευές”. Απεναντίας,
αποτελούν μέρος αυτού που ο Τζον Σήρλ αποκαλεί κοινωνική πραγματικότητα.
[…]
Εφόσον
λοιπόν η Fed
είναι ολοφάνερα
καρπός κοινωνικών διεργασιών και συμβάσεων, δηλαδή οι πάντες ξέρουν ότι
δεν προέκυψε μοιραία και αναπόφευκτα, ένα βιβλίο με τίτλο Η Fed ως κοινωνική κατασκευή δεν θα ήταν παρά μια σαχλαμάρα∙ και θα
είχαμε κάθε δικαίωμα να σκεφτούμε ότι ο συγγραφέας του παίζει το χαρτί της
“κοινωνική κατασκευή” απλώς και μόνο για να βγάλει παραδάκι.
Απεναντίας,
όμως, μπορούμε να φανταστούμε ένα αληθινά συναρπαστικό βιβλίο με τίτλο Η Οικονομία ως κοινωνική κατασκευή. Κάθε
μέρα μας πληροφορούν για τα σκαμπανεβάσματα της Οικονομίας κι εμείς αντιδρούμε
με φόβο ή με ευφορία. Κι όμως, αυτό το θαυμαστό είδωλο, την Οικονομία,
πολύ σπάνια το έβλεπες να φιγουράρει στις εφημερίδες πριν από 40 χρόνια.
Για
ποιο λόγο δεν αμφισβητούμε καθόλου την ιδέα “Οικονομία”; Μια χαρά μπορεί να
υποστηρίξει κανείς, ότι αυτή η ιδέα, ως αναλυτικό εργαλείο, σαν ένας τρόπος για
να σκεφτόμαστε τη ζωή στη βιομηχανική κοινωνία, δεν είναι παρά μια κοινωνική κατασκευή. Προσέξτε: δεν μιλάμε για την οικονομία
της Σουηδίας το έτος 2000, αλλά για το γεγονός ότι η ίδια η ιδέα της Οικονομίας,
αυτή η φαινομενικά αναπόφευκτη και αναπότρεπτη ιδέα, μπορεί πράγματι να
θεωρηθεί ως κοινωνική κατασκευή.
Στο
μεταξύ, ένα πλάσμα ακόμα πιο τρομαχτικό την Οικονομία έχει ξεπροβάλλει μέσα από
τη χρηματοοικονομική ζούγκλα. Είναι το Έλλειμμα! Πρόκειται για το μεγάλο αντιδραστικό
πολιτικό σύνθημα των αρχών της δεκαετίας του 1990. Το Έλλειμμα ως κοινωνική κατασκευή θα μπορούσε να είναι ο τίτλος
ενός άλλου συναρπαστικού βιβλίου. Φυσικά, το έλλειμμα γεννήθηκε μέσα από τον
υπέρμετρο δανεισμό κατά την πρόσφατη ιστορία. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το
θέμα αυτού του βιβλίου θα είναι η κατασκευή της ιδέας του ελλείμματος.
Μπορούμε να διαβλέψουμε την επιχειρηματολογία του. Η ιδέα του ελλείμματος
κατασκευάστηκε σαν μια απειλή, σαν ένα στοιχείο πίεσης σε βάρος της πλειοψηφίας
των ανθρώπων, ένα εργαλείο χρήσιμο για την αποκατάσταση της ηγεμονίας του
κεφαλαίου και για τη συστηματική και ανελέητη αποδιάρθρωση του κοινωνικού
ιστού. Κατασκευάστηκε σαν ένα τέχνασμα, χάρη στο οποίο οι
φτωχοί θα αποδέχονταν οικειοθελώς να γίνουν φτωχότεροι μέχρις εξαθλίωσης.
Εδώ
πρέπει να επιμείνω ιδιαίτερα στη δύσκολη διάκριση μεταξύ αντικειμένου
και
ιδέας. Η προϋπόθεση που έθεσα παραπάνω προκειμένου να χαρακτηριστεί κάτι
ως
«κοινωνική κατασκευή» δεν ισχύει για τα αντικείμενα (το έλλειμμα ή την
οικονομία ως αντικείμενα). Είναι σαφές πως η σημερινή οικονομία και το
σημερινό έλλειμμά μας δεν είναι κάτι το αναπόφευκτο, αλλά ενδεχόμενο
αποτέλεσμα σωρείας ιστορικών συμβάντων. Η προϋπόθεση που έθεσα, αφορά
στις ιδέες για την οικονομία και το
έλλειμμα. Η ιδέα της Οικονομίας και η ιδέα του Ελλείμματος
εμφανίζονται, μαζί με όλα όσα υποδηλώνουν, σαν κάτι το μοιραίο και
αναπόφευκτο.»
Ian Hacking, The Social Construction of What?
Harvard University Press,
1999
Σημ. του H.S. Σε αυτό το πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του, ο Καναδός
φιλόσοφος Ίαν Χάκινγκ (τρομερό επίθετο…) συζητάει διεξοδικά και σε πολλά πεδία την
έννοια της «κοινωνικής κατασκευής» και των πολλών καταχρήσεών της, προσπαθώντας
να αποκαταστήσει τη λογική των πραγμάτων και να οριοθετήσει τη χρήση από την
κατάχρηση. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην πολύκροτη, εκείνα τα χρόνια αλλά και
μετάπειτα, υπόθεση Sokal
και, σοβαρότερα, στη συναρπαστική διαμάχη μεταξύ του Μάρσαλ Σάλινς και του Gananath Obeyskere. Όπως καταλάβατε
από το απόσπασμα που μετέφρασα εδώ, για εμάς η σκέψη του επί του θέματος έχει
διπλό ενδιαφέρον. Σε ό,τι αφορά το ένα από τα δυο λοιπόν, πράγματι βρίσκουμε
εντυπωσιακό το πόσο ισχνή εξακολουθεί να είναι −ακόμα και στους ριζοσπαστικούς
κύκλους− η κριτική της ίδιας της ιδέας της Οικονομίας και κατ’ επέκταση του
Ελλείμματος. Οπωσδήποτε δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι πρόκειται για μια κεντρική
ιδέα στον άξονα των κυρίαρχων ιδεών, μια ιδέα από την οποία εξαρτάται σε μεγάλο
βαθμό η απρόσκοπτη κυριαρχία τους. Ούτε μας διαφεύγει το γεγονός, ότι η
ριζοσπαστική αντιπολίτευση σε αυτές τις ιδέες παρέμεινε εξαρχής «μαγεμένη» από
την ψευτο-επιστημοσύνη της ιδέας της Οικονομίας, αφού ως γνωστόν αυτή η
αντιπολίτευση συμφωνούσε με τους κυρίαρχους στον θεμελιακό ισχυρισμό τηςΟικονομίας, ότι αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο και την κοινωνία είναι το πνεύμα
της «αυτοσυντήρησης» και η συναφής με αυτό «ικανοποίηση των υλικών αναγκών».
Γιατί τότε εντυπωσιαζόμαστε; Ίσως επειδή γνωρίζουμε, την ποιότητα των
εξαιρέσεων σε αυτό τον κανόνα κι επειδή εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι το άλας
δεν έχει ακόμα μωρανθεί.
UPDATE μεταμεσημβρινό: Να συμπληρώσω με δυο λόγια για το παράξενο αίσθημα, που προκαλεί το γεγονός ότι ο Χάκινγκ (κι εμείς μαζί του) αγωνίζεται για να καταδείξει τη διαφορά μεταξύ ιδέας και αντικειμένου μέσα σε ένα κόσμο, στον οποίο επίσημα πρόσωπα μάς ζητούν να δεχτούμε ότι ο στατιστικός προσδιορισμός κάποιων ηλεκτρονικών ιχνών ενός πράγματος ισοδυναμεί με τον εντοπισμό του ίδιου του πράγματος... Ασφαλώς, είναι παρήγορο ότι αυτό δεν πρόκειται να το καταπιούν αμάσητα οι άνθρωποι που η όλη υπόθεση τούς κοστίζει πολύ πραγματικά. Μακάρι να μην το χάψει ούτε η υπόλοιπη κοινωνία. Σε όποιες περιστάσεις και με όποιους τρόπους ή μορφές σερβιριστεί.
Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014
Αλέν Τουρέν: Υπάρχει ελπίδα/Αναδημοσίευση απο την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
Κυριακή, 1 Μαΐου 2011
Αλέν Τουρέν: Υπάρχει ελπίδα
Της Πάρης Σπίνου, Ελευθεροτυπία, 30.4.11
«Απέναντι σε ένα όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η μόνη εφικτή αμυντική δύναμη οφείλει να είναι πάνω από την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα (...) Πρόκειται για μια διακήρυξη των οικουμενικών δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων: δικαίωμα στην ύπαρξη, δικαίωμα στην ελευθερία και στην αναγνώριση αυτής της ελευθερίας από τους άλλους, καθώς και της κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας που απειλείται από τον απάνθρωπο κόσμο του κέρδους (...). Οφείλουμε κυρίως να διακηρύξουμε ότι η δημοκρατία, που μετατρέπει τους εργαζομένους σε υπεύθυνους πολίτες, είναι η βασική προϋπόθεση της οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης, τουλάχιστον στις χώρες που έχουν ήδη επιλέξει την πολιτική ελευθερία αντί του ολοκληρωτισμού».
Οι
οικονομολόγοι είναι πρωταγωνιστές στις εκτιμήσεις για την κρίση. Να
όμως που ο διάσημος γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν με ένα εκτενές,
διορατικό δοκίμιο ερευνά πώς η σημερινή ύφεση μετασχηματίζει
μακροπρόθεσμα τις κοινωνίες, πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή τη
δυσμενή κατάσταση και τι θετικό μπορεί να μας περιμένει όταν θα
καταφέρουμε να βγούμε από αυτήν.
Η
κοινωνία μας, αυτή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και του
θριαμβεύοντος ατομικισμού, διέρρηξε κάθε δεσμό με το παλαιό μοντέλο
ενσωμάτωσης της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης, συμπεραίνει ο Αλέν
Τουρέν στο βιβλίο του «Μετά την κρίση. Από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας»,
που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»
(μεταφρ: Μαρία Μαλαφέκα). Θεωρεί ότι δεν είμαστε πλέον δρώντα
υποκείμενα ενός οικονομικού συστήματος γύρω από το οποίο οργανώνεται η
κοινωνική ζωή, αλλά πρέπει να βλέπουμε τους εαυτούς μας κυρίως ως
υποκείμενα που έχουν δικαιώματα, μέσα σε έναν κόσμο που κυριαρχείται
από το πολιτισμικό στοιχείο.
Στα
χρόνια που έρχονται θα παραπαίουμε ανάμεσα στην καταστροφή και στην
αναμόρφωση, είναι η προφητεία του συγγραφέα, ο οποίος διετέλεσε
διευθυντής ερευνών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales,
όπου ίδρυσε το Κέντρο Μελέτης Κοινωνικών Κινηματών, ενώ στα ελληνικά
κυκλοφορούν τα βιβλία του «Προς σοσιαλιστές ανοικτή επιστολή»
(Παπαζήσης, 1996), «Πώς να ξεφύγουμε από τον φιλελευθερισμό» (Πόλις,
1999), κ.ά.
«Οταν
η κρίση διαχωρίζει την οικονομία από την υπόλοιπη κοινωνία και η
τελευταία κλείνεται μέσα στα εσωτερικά της προβλήματα, σε τι καταλήγει η
κοινωνική ζωή»; είναι ένα από τα πρώτα ζητήματα που θέτει ο Τουρέν για
να δώσει την απάντηση:
«Οχι
μόνο τίθεται στο περιθώριο αλλά μεταβάλλεται, σε σημείο μάλιστα να
προκαλεί φόβους και εξεγέρσεις ενάντια στους θεσμούς. Αυτές οι
συγκινησιακές αντιδράσεις συνέβαλαν πολλές φορές στην επιτυχία κάποιου
αυταρχικού, λαϊκίστικου ή εθνικιστικού κινήματος (...) Παράλληλα, η
κρίση επιταχύνει τη μακροπρόθεσμη τάση προς τον διαχωρισμό του
οικονομικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής του
διάστασης, από τα κοινωνικά υποκείμενα, τα οποία, έχοντας πληγεί από την
κοινωνική κρίση, μετατρέπονται σε ανέργους, αποκλεισμένους ή
κατεστραμμένους αποταμιευτές, όλους ανίκανους να αντιδράσουν πολιτικά,
γεγονός που εξηγεί τη σημερινή σιωπή των θυμάτων της κρίσης, ή σε
υποκείμενα όλο και λιγότερο κοινωνικά, προσδιοριζόμενα μάλλον με όρους
οικουμενικούς, ηθικούς ή πολιτισμικούς».
Χωρίς
να απορρίπτει τις τεχνικές λύσεις των οικονομολόγων, ο συγγραφέας
προτείνει: «Να αναδομήσουμε την κοινωνική ζωή, να θέσουμε τέρμα στην
κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην κοινωνία». Αυτό σημαίνει προσφυγή
«σε μια αρχή όλο και περισσότερο γενική, ακόμα και οικουμενική, που
μπορούμε να την ονομάσουμε ξανά δικαιώματα του ανθρώπου (αναφερόμενα
καλύτερα ως ανθρώπινα), η οποία οφείλει να γεννήσει νέες μορφές
οργάνωσης, διαπαιδαγώγησης, διακυβέρνησης, να είναι ικανή να επιφέρει
μια αναδιανομή του εθνικού προϊόντος υπέρ της εργασίας που εδώ και πολύ
καιρό θυσιάζεται στον βωμό του κεφαλαίου και να απαιτήσει περισσότερο
πραγματικό σεβασμό της αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπινων όντων».
Ο
φημισμένος διανοητής βλέπει το τέλος του διαχωρισμού των τάξεων και
των ομάδων, όπως τον ξέραμε. «Σε όλους τους τομείς οι κοινωνικές
κατηγορίες αποσυντίθενται ή κατακερματίζονται». Η εξέλιξη αυτή είναι
πιο ορατή στον επαγγελματικό τομέα. «Η κατάρρευση του διεθνούς
τραπεζικού συστήματος, με πρώτο το αμερικανικό, δημιούργησε ένα σοκ και
γέννησε φόβους, αλλά δεν προκάλεσε μαζική αντίδραση από την πλευρά των
θυμάτων, καθώς δεν αποτελούσαν μια πραγματική κοινωνική και πολιτική
ομάδα, και τα συμφέροντα των εργαζομένων δεν ήταν περισσότερο ενιαία
από όσο εκείνα των ιθυνόντων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν επίσης
διαιρέσεις και συγκρούσεις».
Από
την άλλη, οι νέες κοινωνικές σχέσεις όλο και πιο άμεσα εκθέτουν τους
εργαζόμενους στο στρες που προκαλεί η πίεση της αγοράς. «Αυτοκτονίες,
εγκατάλειψη, ψυχικές ασθένειες δείχνουν αυτήν την σύνθλιψη ατόμων που
ονομάζουμε πιο υπεύθυνα και πιο ελεύθερα και που είναι πάντα
περισσότερο εκτεθειμένα στη στρατηγική των επιχειρήσεων και των αγορών
(...) Η πολιτική των επιχειρήσεων συνίσταται όλο και περισσότερο στο να
προστατεύονται οι ίδιες από τις θύελλες εκθέτοντας τους εργαζόμενούς
τους στη βία τη πρώτης γραμμής».
Στην
αρχή οι άνθρωποι ζητούσαν από τους κυβερνώντες να καταφέρουν να
σταματήσουν την κρίση και να ξαναθέσουν σε κίνηση τις μηχανές της
οικονομίας. Τώρα όμως στρέφονται πάλι στο σεβασμό των δικαιωμάτων του
ανθρώπου, πιστεύει ο Τουρέν:
«Η
έξοδος από την κρίση και η διαμόρφωση μιας νέας κοινωνίας εξαρτώνται
από πρωτοβουλίες που θα πάρουν οι κυβερνήσεις ή θα επιβληθούν από τα
ίδια τα θύματα». Με νέους νόμους, θεσμούς και πολιτισμικούς στόχους,
που θα υποστηρίζουν την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη: «Ο
ρόλος των θεσμών δεν είναι πλέον να επιβάλλουν κανόνες αλλά να βοηθούν
στην οικοδόμηση του ανθρώπινου υποκειμένου, με βάση την ποικιλομορφία
των ατόμων και κοινωνικών ομάδων».
Κι
αυτό δεν μπορεί να ευοδωθεί «παρά μόνο από μαχητικούς πολίτες και
υποδειγματικές μορφές οργανωμένους όχι κάθετα, όπως τα κόμματα και τα
συνδικάτα, αλλά οριζόντια, από την κοινή γνώμη και από παράγοντες
πληροφορημένους κυρίως από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο και αποφασισμένους να
μην αφήσουν να συσταθεί μια νέα εξουσία ακόμα πιο αυταρχική από την
παλιά».
Οπως
συμπεραίνει ο Τουρέν: «Απέναντι σε ένα όλο και περισσότερο
παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η μόνη εφικτή αμυντική δύναμη οφείλει να
είναι πάνω από την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα (...)
Πρόκειται για μια διακήρυξη των οικουμενικών δικαιωμάτων όλων των
ανθρώπων: δικαίωμα στην ύπαρξη, δικαίωμα στην ελευθερία και στην
αναγνώριση αυτής της ελευθερίας από τους άλλους, καθώς και της
κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας που απειλείται από τον απάνθρωπο
κόσμο του κέρδους (...). Οφείλουμε κυρίως να διακηρύξουμε ότι η
δημοκρατία, που μετατρέπει τους εργαζομένους σε υπεύθυνους πολίτες,
είναι η βασική προϋπόθεση της οικονομικής και κοινωνικής ανόρθωσης,
τουλάχιστον στις χώρες που έχουν ήδη επιλέξει την πολιτική ελευθερία
αντί του ολοκληρωτισμού».
Αναρτήθηκε από
Gustave Flaubert
ΒΛ και
ΒΛ και
Αλαίν Τουραίν - BiblioNet
www.biblionet.gr/author/17299/Αλαίν_ΤουραίνTouraine, Alain Ο Αλαίν Τουραίν γεννήθηκε στην Hermanville-sur-Mer της Γαλλίας το 1925. Ως διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences ...Aλέν Τουρέν «Να βάλουμε τέρμα στην κυριαρχία της οικονομίας ...
www.efsyn.gr/?p=279813 Μαρ 2013 - Aλέν Τουρέν «Να βάλουμε τέρμα στην κυριαρχία της οικονομίας» .... από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Μετά την κρίση», σε μετάφραση της ...Ο ζωγράφος Πιέρ Σουλάζ, ο Αλαίν Τουραίν και το άδοξο τέλος των ...
ritsmas.wordpress.com/2013/.../ο-ζωγράφος-πιέρ-σουλάζ-ο-αλαίν-τουραί...23 Ιουν 2013 - Ο ζωγράφος Πιέρ Σουλάζ, ο Αλαίν Τουραίν και το άδοξο τέλος των ... του Αλαίν Τουραίν με τον τίτλο, «Μετά την Κρίση» (Εκδόσεις Μεταίχμιο).Η κρίση γεννάει συγγραφείς | Άρθρα | Ελευθεροτυπία
www.enet.gr/?i=news.el.article&id=28379512 Ιουν 2011 - Τι ήταν αυτό που οδήγησε στη σημερινή κρίση; Υπάρχει ρεαλιστική ... 1 Αλέν Τουρέν: «Μετά την κρίση: Από την κυριαρχία των αγορών στην ...Δύο βιβλία για την κρίση - ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ
aristerovima.gr/details.php?id=2205Ιδιαίτερα τα βιβλία που αναφέρονται στην υπό εξέλιξη κρίση και τις επιπτώσεις ... 16.60Ε) και για το έργο του Αλέν Τουρέν «Μετά την κρίση: Από την κυριαρχία των... "Μετά την κρίση, από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση ...
www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=789518 Ιουλ 2011 - ... των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας", Alain Touraine (Μεταίχμιο) ... Προεκτείνοντας παλιότερες αναλύσεις του, ο Τουρέν υποστηρίζει ότι η ... Κατά τον Γάλλο κοινωνιολόγο, η κρίση θέτει όλα τα έθνη ενώπιον του ...μετα την κριση - αλαιν τουραιν, alain touraine - ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
www.promith.gr/catalog/product_info.php?manufacturers_id...19 Μαΐ 2011 - ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ - ΑΛΑΙΝ ΤΟΥΡΑΙΝ, ALAIN TOURAINE Από την κυριαρχία των αγορών στην αναγέννηση της κοινωνίας. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ...
Σάββατο 23 Μαρτίου 2013
Κάτι θα ξαναγεννηθεί, αλλά θα διαφέρει απ’ ό,τι ξέρουμε Συνέντευξη της Ροσάνα Ροσάντα στον Μάρκο Μπερλινγκουέρ, Εποχή, 23.12.12/αναδημοσιευση απο την Πολιτική Επιθεώρηση
Κάτι θα ξαναγεννηθεί, αλλά θα διαφέρει απ’ ό,τι ξέρουμε
Συνέντευξη της Ροσάνα Ροσάντα στον Μάρκο Μπερλινγκουέρ, Εποχή, 23.12.12
Η
Ροσάνα Ροσάντα ζει στο Παρίσι εδώ και πολλά χρόνια. Το σπίτι της βλέπει
στο Σηκουάνα, στην Αριστερή Όχθη, φυσικά. Το κτίριο του 19ου αιώνα έχει
μια ξεχωριστή αύρα. Στο διαμέρισμά της, μου λέει ότι υπήρχε το
τυπογραφείο της Κολέτ. Σ’ αυτή την παρισινή γωνιά ήλθα να της πάρω
συνέντευξη. Της εξήγησα ότι έχουμε έναν ιδιαίτερο χώρο αφήγησης στην
εφημερίδα Pubblico, που εμείς ονομάζουμε what‘s left. Ήταν περίεργη να
μάθει για μας και για τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: «Τι εννοεί ως
αριστερά ο διευθυντής σου;», με ρωτάει. Της απαντάω ότι νομίζω ότι απ’
αυτή την άποψη ο διευθυντής έμεινε κολλημένος στο πέρασμά του από τη
Fgci (τη νεολαία του ΙΚΚ) στα μισά της δεκαετίας του ’80. Αυτό την
εξέπληξε και νομίζω ότι τη διασκέδασε: «Όσο περνάει ο καιρός - μου είπε
-βρίσκω όλο και πιο υπέροχο εκείνο το κόμμα, το ΙΚΚ, στο οποίο έκανα
πολλή κριτική. Υπήρξε ένα μεγάλο οικοδόμημα». Την
κοιτάζω, για μια στιγμή. Θυμόμουν τη Ροσάντα στη λογοτεχνική
εικονογραφία του Manifesto: την αυστηρή και σοβαρή διανοούμενη. Και
αντίθετα τη βρίσκω γλυκομίλητη και περίεργη. Μιλάμε πολύ, τρεις ώρες.
Ξεκινάμε από το ίντερνετ («Θα επιβιώσουν οι εφημερίδες με το
διαδίκτυο;») για να καταλήξουμε στη Λατινική Αμερική («καταλαβαίνω ότι
έκαναν σπουδαία πράγματα, αλλά εγώ δεν βλέπω αυτό το μοντέλο»). Στο
τέλος, από δω το πάμε, από κει το πάμε, αντιλαμβάνομαι ότι μιλήσαμε
κυρίως για ιστορία και για το 1900. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς με ένα
«κορίτσι του περασμένου αιώνα», για να μείνουμε στην εικόνα την οποία
επέλεξε να δώσει ως τίτλο της αυτοβιογραφίας της.
Σ’ αυτό το μεγάλο διάλογο αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν τρεις φάσεις που
σημαδεύουν την αφήγησή της. Η πρώτη είναι η ένταξή της στον κομμουνισμό,
στο ΙΚΚ. Είμαστε στο 1943, μετά την 23η Ιουλίου, στο Μιλάνο. (Στην
ανάμνηση αυτή χαμογελάει). «Είχα ακούσει να λένε ότι ο Αντόνιο Μπάνφι
(ΣτΜ κομμουνιστής φιλόσοφος, καθηγητής της Ροσάντα στο πανεπιστήμιο)
ήταν κομμουνιστής. Και πήγα να τον ρωτήσω. «Αλήθεια;». Έτσι, σαν χαζή.
Κι αυτός;
Μου απάντησε: «Γιατί με ρωτάτε;». Μου έδωσε βιβλία να διαβάσω.
Ξαναγύρισα μετά από μια εβδομάδα, του είπα: «Ωραία. Και αν κάποιος ήθελε
να εφαρμόσει αυτές τις ιδέες;». (Μα αυτό που είναι σημαντικό σήμερα για
τη Ροσάντα, είναι να εξηγήσει, πέρα απ’ αυτό το επεισόδιο, πόσο
μπορούσε να ήταν εύκολη η ένταξη στον κομμουνισμό ενός κοριτσιού μιας
αστικής «α-φασιστικής» οικογένειας).
Γιατί;
Επειδή η αστική κουλτούρα ήταν από το 1800 διαποτισμένη με προοδευτικές
ιδέες και ιδέες ισότητας. Βλέπεις, ο πατέρας μου, για παράδειγμα, είχε
διαμορφωθεί με γνώμονα τον Τολστόι, τον Ρούντολφ Στάινερ. Όταν κατάλαβε
ότι είχα μπει στην Αντίσταση - επειδή η αστυνομία ήρθε να κάνει έρευνα
στο σπίτι - με ρώτησε ανήσυχος: «Μα με ποιους πήγες;».
Κι εσύ του είπες την αλήθεια;
Όταν έμαθε ότι ήμουν με τους κομμουνιστές, μου είπε: «Πάλι καλά!». Η
αστική τάξη μπορεί να ήταν και φασιστική. Μπορεί να ήταν και
μετριοπαθής. Μπορεί να νόμιζε ότι η ανισότητα θα υπήρχε πάντα. Δεν
υπήρχε όμως αυτή η ιδέα που συναντάμε σήμερα: η φτώχεια σαν ενοχή. Η
ανισότητα σαν αξία.
Η δεύτερη πράξη αυτής της προσωπικής και συλλογικής ιστορίας λαμβάνει
χώρα στη δεκαετία του ‘60. Μα η αφήγηση δεν αφορά την υπόθεση του
Manifesto.
Τι συνέβη σ’ εκείνα τα χρόνια;
Υπήρξε μια ανθρωπολογική μετάλλαξη. Ο Χομπσμπάουμ την αφηγείται ωραία.
Όλα αλλάζουν. Υπάρχει η μεγάλη ανάπτυξη. Η μαζική κατανάλωση. Οι
γυναίκες μπαίνουν στην αγορά εργασίας. Η μαζική φοίτηση των παιδιών στα
σχολεία.
Αρχίζει
η κριτική στα κόμματα. Αρχίζει εκείνη η απόκλιση μεταξύ κομμάτων,
κινημάτων και κοινωνίας, που ίσως σήμερα να έφθασε το απώτερο σημείο
της.
Ξεσπάνε τα κινήματα, πρώτα τα φοιτητικά, μετά τα εργατικά. Το ΙΚΚ και τα
κόμματα δεν τα καταλαβαίνουν. Θυμάμαι ότι ήταν έκπληκτα απ’ αυτό το
κύμα που διαμορφωνόταν έξω απ’ αυτά. Οι γηραιότεροι, άνθρωποι τύπου
Σέκια και Τερατσίνι, σκέφτονταν: «Αν οι εργάτες κινήθηκαν χωρίς το ΙΚΚ,
πρέπει να υπάρχει κάποιο λάθος».
Στην αυτοβιογραφία της, η οποία σταματά εδώ, στο 1969 -κι αυτό έχει τη
σημασία του- η Ροσάντα, αναφερόμενη στην ομάδα του Manifesto, λέει:
“Ελπίζαμε ότι θα ήμασταν μια γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτές τις νέες ιδέες και
στη σοφία της γέρικης αριστεράς: δε λειτούργησε”. Τέλος, ερχόμαστε στην
τρίτη φάση: αναπόφευκτα, λαμβάνει χώρα στο τέλος της δεκαετίας του 80.
Τι ήταν για σένα το 1989;
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ λόγω εσωτερικής έκρηξης. Ίσως όμως να είναι πιο
εκπληκτική η στροφή της Κίνας: ένα κομμουνιστικό κόμμα που γίνεται
θιασώτης του καπιταλισμού. Αν μου το είχαν πει δέκα χρόνια νωρίτερα, δεν
θα το είχα πιστέψει. Για την ιδέα της αριστεράς υπήρξε μια μοιραία
μετάβαση.
Γιατί;
Γιατί -είτε μας άρεσε είτε όχι- μέχρι τότε υπήρχαν δύο στρατόπεδα, δύο
κουλτούρες, δύο πραγματικότητες. Από εκείνο το σημείο, απομένει μόνο
ένα. Και απομένει μόνο μια ερμηνεία που λέει: ο καπιταλισμός - ο
κοινωνικός δαρβινισμός - είναι μια φυσική κατάσταση. Ο σοσιαλισμός, η
ισότητα, είναι αυταπάτες. Είναι μια ουτοπία. Μια λέξη που σιχαίνομαι.
Εκεί είναι που η προοδευτική κουλτούρα του 1800, κι εκείνη η
σοσιαλιστική, αόριστη ιδέα, εξαφανίζεται. Και μαζί της, κατά κάποιον
τρόπο, καταποντίζεται και η ίδια η ιδέα της αριστεράς. Γιατί για μένα
αυτό είναι αριστερά. Μια ηθική της ισότητας. Αν θέλεις, πρόκειται για
μια ιδέα που προέρχεται από τη γαλλική επανάσταση. Δεν είναι ένα ζήτημα
οικονομικής τάξης, αλλά πολιτικό, ηθικό. Γιατί σε επίπεδο λειτουργίας
και τα δύο συστήματα μπορούν να σταθούν όρθια. Αριστερά είναι αυτός ο
αγώνας ενάντια στις αδικίες του κόσμου μέσα από μια ιδέα ιδιοκτησίας που
τη διαχειρίζεσαι πολιτικά.
Eδώ ήθελες να καταλήξεις;
Ναι, γιατί αν το δεις έτσι, το ερώτημα από πού να ξαναρχίσει η αριστερά, είναι πολύ περίπλοκο.
Τι είναι αυτό που περιπλέκει την απάντηση;
Τι συνέβη; Τι δε λειτούργησε; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν.
Όχι τι έκανε μέχρι σήμερα η αριστερά, η οποία ξέφυγε απ’ αυτά τα
ερωτήματα. Δεν το έκανε εκείνη η χίμαιρα, εκείνη η σούπα, εκείνος ο
κένταυρος που σήμερα λέγεται Δημοκρατικό Κόμμα. Ούτε κι αυτοί που
εξακολουθούν να αυτοαποκαλούνται κομμουνιστές. Υπάρχει όμως και μια
δεύτερη ανθρωπολογική μετάλλαξη, που συμβαίνει στις δεκαετίες του ‘80
και του ‘90. Εκείνη η γενιά μετά το 89, η οποία - «εξαιτίας και των
συνεπειών της τεχνολογικής επανάστασης» - χάνει το νήμα της συνέχειας με
το παρελθόν, «σαν η εμπειρία να παύει πια να είναι μεταδόσιμη».
Η Ροσάνα αναφέρεται σε δύο επεισόδια που εντυπώθηκαν στο μυαλό της.
Να ξεκινήσουμε από το πρώτο;
Το πρώτο είναι αυτό που συνέβη όταν ο Πιντόρ έγραψε ένα κύριο άρθρο τη
δεκαετία του ‘90 για την έπαυλη του Μπερλουσκόνι με τα 16 μπάνια.
Γιατί το θεωρείς τόσο σημαντικό;
Για κείνον ήταν σαν να έλεγε: δεν μπορεί να είναι σωστός άνθρωπος. Μέσα
σε τόσο πλούτο, υπήρχε κάτι λανθασμένο και ανήθικο. Θα το είχε γράψει
και ο πατέρας μου. Κι όμως ήταν μια παταγώδης αποτυχία. Είχε ένα βουνό
από αρνητικές κριτικές. Είχε συμβεί κάτι. Είχαν αλλάξει οι αξίες.
Και το δεύτερο επεισόδιο;
Είναι πιο πρόσφατο. Είχα πάει ταξίδι στην Ιταλία, παρουσίαζα το βιβλίο
μου σε ένα πανεπιστήμιο. Μια νεαρή γυναίκα, μάλιστα και με μεταπτυχιακό,
εργαζόταν εκεί ως γραμματέας με επισφαλή σχέση εργασίας.
Και τι συνέβη;
Ήταν ευγενική μαζί μου, αλλά μου είπε: «Εγώ απ’ αυτά που λέτε -ότι με
τις σπουδές, με την ένταξη σε ένα κόμμα, σε ένα συνδικάτο, μπορεί να
αλλάξει κάτι - δεν πιστεύω τίποτα».
Δυστυχώς δεν με εκπλήσσει...
Αυτό το νέο κορίτσι αντιπροσωπεύει μια απελπισία που η γενιά μου δε
γνώρισε. Σκέψου: ο πατέρας μου πτώχευσε στην κρίση του ‘29. Θυμάμαι που
μας πήραν τα χαλιά. Πέσαμε σε μεγάλη στενότητα. Ζούσαμε σε δύο δωμάτια.
Κι όμως εγώ θυμάμαι εκείνη τη σατανική περηφάνια να νιώθουμε
διανοούμενοι. Αυτή τη σιγουριά που είχαμε εγώ και η αδελφή μου. Ότι
σπουδάζοντας δεν θα είχαμε προβλήματα. Και δεν είχαμε. Σήμερα υπάρχει
μια κατάσταση αθλιότητας, που συνδυάζεται με μεγαλύτερη γνώση. Όμως δεν
υπάρχει πια πίστη ότι μπορεί να αλλάξει.
Τώρα όμως υπάρχει μια βαθιά, συστημική κρίση του καπιταλισμού.
Ναι, μπορώ να συμφωνήσω. Όμως η κρίση της αριστεράς μού φαίνεται ακόμη πιο σοβαρή.
Τι γνώμη έχεις γι’ αυτά τα αναδυόμενα φαινόμενα λαϊκισμού;
Μετά απ’ αυτό το κοινωνικό ρήγμα, που επήλθε έπειτα από την καταστροφή
της αριστεράς, βγαίνουν οι λαϊκισμοί. Όσο είχαμε το ΙΚΚ και ένα δυνατό
συνδικάτο, είχαμε μεταρρυθμίσεις και πρόοδο, για τη δουλειά και για τα
πολιτικά δικαιώματα. Το ΙΚΚ παρήγαγε μεγάλες μεταρρυθμίσεις και από τη
θέση της αντιπολίτευσης. Τώρα μπορεί να πήγαν στην κυβέρνηση, αλλά
υπήρξε οπισθοχώρηση και απόκλιση στα εισοδήματα. Η αριστερά δεν υπάρχει
πια. Γι’ αυτό βγαίνουν οι λαϊκισμοί.
Για τον Γκρίλο τι γνώμη έχεις;
Μου φαίνεται η κλασική δεξιά αντιπολιτική στάση.
Υπάρχει κάτι που να σου φάνηκε ενδιαφέρον, μετά από το ‘89;
Μόνο τα κινήματα.
Που εσένα δεν σε ενθουσιάζουν...
Τι αντιτάσσω στα κινήματα; Όχι τόσο τη λατρεία της εκλογικής
αποτελεσματικότητας, που οδήγησε τα κόμματα σε μια βαθιά κρίση. Όμως
θυσίασαν το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας για χάρη του ζητήματος της
συμμετοχής, που επίσης είναι σημαντικό. Το πρόβλημα όμως είναι ότι δεν
καταλήγουν πουθενά. Δεν έχουν συνέχεια. Τρελαίνονται και μόνο να
ακούσουν να τους μιλάς για οργάνωση.
Όμως δεν έχουν κάποιο δίκιο να κριτικάρουν τα κόμματα;
Ναι. Αλλά δεν έθεσαν το ζήτημα του πώς θα γίνουν αποτελεσματικά
αποφεύγοντας τα κλουβιά των παραδοσιακών κομμάτων, για να ξαναδώσουν
φωνή στο άτομο, στην πολυπλοκότητά του, στην τάση του για συμποσιακή
ευθυμία. Μπορώ να κατανοήσω την κριτική που έκανε ο φεμινισμός. Είναι
αλήθεια ότι εγώ μέχρι τη δεκαετία του ‘70 δεν έγραψα ποτέ κάτι
αρχίζοντας με τη λέξη εγώ... Αναζητούσα την αντικειμενικότητα των
πραγμάτων. Όμως υπάρχει και ο κόσμος. Το εγώ δεν μπορεί να είναι το
μέτρο των πάντων.
Και επομένως;
Εκτός των άλλων αυτή η εικόνα των κομμάτων είναι και λανθασμένη. Το ΙΚΚ
ήταν μια μεγάλη μέδουσα που ανάπνεε μέσα στην κοινωνία. Το να είσαι μέσα
σ’ εκείνο το μεγάλο σώμα - σ’ εκείνο το βαρύ κόμμα, όπως το αποκάλεσε ο
Οκέτο - σε οδηγούσε στο να συναντηθείς με άλλους κόσμους, και να έχεις
μια πιο αντικειμενική αντίληψη της κοινωνίας. Στα κινήματα υπάρχουν
πολλοί ατομικισμοί ομάδων. Δεν δουλεύουν μαζί. Ο καθένας προχωράει μόνος
του. Κοίτα: θα καταλήξω να γράψω ένα εγκώμιο στα κόμματα. Για να γίνω
λίγο πιο αντιπαθητική.
Πώς σου φαίνεται η ιδέα που αυτή τη στιγμή επανέρχεται με ένταση, να καταργηθούν δηλαδή οι ηγετικές ομάδες;
Είναι αλήθεια ότι αυτή η ιδέα άρχισε το 1968 και επανεμφανίζεται, έπειτα
από 45 χρόνια. Όλοι το ίδιο. Όμως στο τέλος, ενώ λες ότι όλοι είναι το
ίδιο, σου ξεπετάγεται ο ηγέτης. Όπου έχεις κόμματα, έχεις ηγέτες. Όχι
ομάδες, αλλά έναν μόνο άνθρωπο. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα έτσι ήταν.
Λες για τον Γκρίλο;
Έχω στο νου μου και την ομάδα του Γκίνσμποργκ (ΣτΜ Άγγλος ιστορικός, που
ζει στην Ιταλία και έχει αποκτήσει την ιταλική υπηκοότητα. Από το 1992
διδάσκει Ιστορία της Ευρώπης στο Τμήμα Φιλολογίας της Φλωρεντίας. Το
2012, μαζί με τον Μάρκο Ρεβέλι ίδρυσε το νέο πολιτικό υποκείμενο ALBA
[Συμμαχία Εργασίας Κοινωφελών Αγαθών Περιβάλλοντος]). Ή τις γυναίκες στο
Πέστουμ, που συναντήθηκαν πρόσφατα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Καμία στο
προεδρείο. Καμία εισήγηση. Καμία κορυφή. Τρία λεπτά η καθεμία.
Εσύ είσαι δύσπιστη;
Εκείνες ήταν ευχαριστημένες. Ένιωσαν τη συγκίνηση του να ανήκουν κάπου.
Για να πω την αλήθεια, εμένα μου φαίνεται ένα μεγάλο μπουρδέλο. Όμως
είναι αλήθεια ότι τα κομμουνιστικά κόμματα ήταν οργανώσεις που είχαν
δημιουργηθεί από μια ελίτ, και από πίσω υπήρχαν αναλφάβητες και
αμόρφωτες μάζες. Σήμερα υπάρχει μαζική μόρφωση. Άρα υπάρχει ζήτημα: πώς
μπορεί να οργανωθεί μια μορφωμένη μάζα.
Είπα
σε μια νεαρή Ισπανίδα, μια αγανακτισμένη, ότι ερχόμουν να σου πάρω
συνέντευξη. Τη ρώτησα ποια ερώτηση θα ήθελε να σου θέσει. Μου ζήτησε να
ρωτήσω πώς μπορεί το 99% να νικήσει το 1%;
Γιατί το 99% της ανθρωπότητας ανέχεται το 1%; Επειδή χάθηκε η πρωτιά της
πολιτικής πάνω στην οικονομία. Η πολιτική του Χίλια Εννιακόσια έφερε
την πρωτιά της ισότητας. Η πολιτική έχασε την πρωτιά. Όμως προσοχή: την
έχασε εξαιτίας μιας πολιτικής ήττας. Επειδή ηττήθηκε η ιδέα της
ισότητας.
Τέλος πάντων, πού καταλήγουμε;
Κοίτα: ζούμε μια τραγική και ενδιαφέρουσα στιγμή. Σήμερα υπάρχει ένα
μάξιμουμ απόκλισης μεταξύ κινημάτων και θεσμών. Τα κινήματα είναι
ισχυρά, αλλά δεν ξεπερνούν το εμπόδιο των διαλυμένων θεσμών. Η Ιταλία
είναι μάλλον η πιο άτυχη, μ’ όλο αυτό το κοινοβούλιο πιεσμένο πάνω στο
Μόντι.
Είσαι απαισιόδοξη.
Ναι. Πιστεύω όμως ότι κάτι θα ξαναγεννηθεί. Κοίτα: ο μόνος λόγος που με
λυπεί να πεθάνω, είναι γιατί δεν θα το δω. Γιατί, επιπλέον, αυτή τη φορά
δεν θα συμβεί σε μια καθυστερημένη χώρα, όπως έγινε με την ΕΣΣΔ. Αυτή
τη φορά -χάρη και στο internet και στην επανάσταση των επικοινωνιών - ο
πρωταγωνιστής θα είναι μια μορφωμένη κοινωνία. Και θα είναι διαφορετικό.
Δημοσιεύτηκε στις 18 Νοεμβρίου 2012, στην εφημερίδα «Pubblico».
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ
Μπιουγκ Τσουλ Χαν ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...
-
όταν μας επισκέπτεται η Θεια Ακηδία καμιά φορά Βυθίζομαι σε τρυφερή ανία και καταργείται μέσ...


