Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεργασιες φιλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συνεργασιες φιλων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Γιωργου Β. Ριτζούλη. Το Φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης





ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΡΙΤΖΟΥΛΗΣ
Το φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης **
I
Έχει ξεπέσει λοιπόν η Θεσσαλονίκη, το ομολογούν πολλοί, ανάμεσά τους υπάρχουν δυστυχώς και αξιόπιστοι παρατηρητές. Γερνάει άσχημα και επικίνδυνα, έγινε συνώνυμο των πιό συντηρητικών αντανακλαστικών ενώ μόλις πριν λίγα χρόνια έσφυζε από ενέργεια, ζεί καπελωμένη από τα ζειμπέκικα, το εθνικιστικό παραλήρημα και τον ασυγκράτητο τοπικισμό των δημοκρατικά εκλεγμένων της ή όσων θα έπρεπε κανονικά να είναι οι κήρυκες του «αγαπάτε αλλήλους» (βλ. έρευνα της Καθημερινής, 19 Φεβρουαρίου 2006, επιμέλεια Δ. Ρηγόπουλου). Και με ποιό θάρρος ν’ αντιλέγει κανείς, όταν διαπιστώσεις όπως αυτές, δεν έχουν μείνει προνόμια για οπαδούς της κοινωνικής ανατροπής ή για ριζοσπάστες κριτικούς του πολιτισμικού γίγνεσθαι, αλλά διατυπώνονται σε περίοπτη θέση εφημερίδων που εκπροσωπούν έγκυρα συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές κατευθύνσεις ; Δεν είναι απαραίτητη κάποια ειδική ικανότητα παρατήρησης και κρίσης, αρκεί η όραση, η ακοή και η κοινή λογική για το σαφές συμπέρασμα.
Είναι όμως τα πράγματα όπως φαίνονται; Πρόκειται για φαινόμενο ιδιαίτερο και αξιοπερίεργο, μοναδικό στη χώρα; Συνέβη άραγε, απλά και μόνον επειδή κάποιοι νίκησαν και καπελώνουν τους ηττημένους; Μήπως πάλι, για τη συμφορά αυτή φταίνε μόνον οι τοπικές ή άλλες ειδικές συνθήκες (ανεργία, αποβιομηχάνιση, Βαλκανικές αναστατώσεις, αχόρταγοι Αθηναίοι); Στο γραπτό αυτό διατυπώνονται, με τον έμμεσο τρόπο της τεθλασμένης, δύο πράγματα: Πρώτον, ότι το τοπικό είναι το εθνικό σε έντονη έξαρση παροξυσμού, τόση ώστε να φαίνεται γελοιογραφικό. Δεύτερον, ότι εκτός των άλλων, η σημερινή κατάσταση, για όσους δεν αισθάνονται μέσα της ευτυχείς, είναι ένα θλιβερό αυτογκόλ και είναι αδιανόητη χωρίς αυτή τη λεπτομέρεια.
Άς αρχίσω με κάτι που θα φαίνεται σκάνδαλο στα μάτια των αθηναιομάχων, άν το διακρίνουν: Ο μεγάλος εραστής και υμνητής της σημερινής Θεσσαλονίκης είναι κατά ειρωνικό τρόπο ένας καλλιτέχνης από τη Νότια Ελλάδα, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Φροντίζει να την έχει σε όλες σχεδόν τις ταινίες του, και όχι ως απλό σκηνικό, τη βρίσκει όμορφη, πολύ όμορφη, και άν αυτή είναι η κρίση του, ίσως είναι πράγματι όμορφη. Αλλά την ομορφιά και το νόημα τα βρίσκει αλλού, όχι σε αλαζονικές φαντασιώσεις και σε μεγάλες ιδέες, μόνο με επιφύλαξη και πολύ προσεκτικά σε ότι έρχεται από το παρελθόν, αλλά ούτε και τόσο πολύ στα θρυλούμενα περί ερωτισμού της πόλης του Θερμαικού. Για τον σκηνοθέτη η ομορφιά της και το εσωτερικό της νόημα συντίθεται κυρίως από ομίχλη, νερό και χιόνι, από το λιμάνι και τα βρεγμένα πλακόστρωτα, από ταπεινές συνοικίες παλιές και νέες, αλλά προπάντων από τη ζωή των ανθρώπων στο πέρασμά τους από αυτό τον τόπο. Συντίθεται από όσα μένουν άφθαρτα, λάμπουν και ιριδίζουν μέσα στον σωρό των ερειπίων που συσσωρεύει αδιάκοπα η Ιστορία και αυτό που αποκαλείται πρόοδος. Καθώς έρχονται οι νεώτερες ταινίες, ο σκηνοθέτης ψάχνει για ομορφιά και νόημα στο ρημαγμένο βιομηχανικό τοπίο, στην μαραζωμένη αγορά, στους παλιούς και νέους πλάνητες, φυγάδες ή πολίτες του κόσμου, κυνηγημένους ή νοσταλγούς που επιστρέφουν, σε παιδιά των φαναριών, σε μεσήλικες που έζησαν και γνώρισαν την πόλη και μετά χάνονται στις πέντε ηπείρους, σε γέροντες που δεν θέλουν να πεθάνουν αλλού, σε τελετές χαράς ή πένθους, εδώ στη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα.
Η άποψη που ενυπάρχει στις ταινίες αυτές δεν δείχνει καμμιά αφασία και ξεπεσμό της Θεσσαλονίκης, αλλά με τον τρόπο του Walter Benjamin, υποδηλώνει μόνον ποιητικά αυτή την καταστροφή που συνεπάγεται η Ιστορία, όπως για κάθε πόλη και κάθε τόπο. Η αφασία και ο ξεπεσμός έρχονται όταν μια τοπική κοινωνία, και κυρίως οι εξέχουσες μερίδες της, με εξασθενημένη μέσα τους τη συλλογική αυτογνωσία και τη φιλοτιμία, ερμηνεύουν αυτή την καταστροφή με θεωρίες συνωμοσίας (η κακιά Αθήνα, οι κακοί Σκοπιανοί, οι κακοί Αμερικάνοι, και πάει λέγοντας). Η συνταγή είναι παλιά: Προκειμένου να περνάς για άρχοντας στους μίζερους καιρούς, βολική είναι και η παρακμή, άν φωνάζεις ότι φταίνε γι’ αυτήν οι «έξω από εδώ».
Η πρώτη συνέπεια και σύμπτωμα για μια πόλη σε κατάσταση εθελούσιας αφασίας είναι να λησμονεί το φυσικό και κοινωνικό σώμα της, να ζεί μόνο με τα νοσηρά όνειρά της. Όμως, πάντοτε και τώρα, όπως το βλέμμα της που διαπερνά τον ορίζοντα του Νότου είναι ο Θερμαϊκός, έτσι και το φυσικό σώμα της Θεσσαλονίκης, ό,τι αλλοιώς λέγεταιενδοχώρα, είναι φτιαγμένο προπάντων από γλυκό νερό, είναι υγρά βουνά και δάση, ποτισμένες πεδιάδες, ποτάμια, λίμνες, ομίχλη, χιόνια, θερμά νερά που αναβλύζουν αχνίζοντας μέσα σε κατάφυτες χαράδρες και πέφτουν σε ποτάμια μισοπαγωμένα. Νερά που τρέχουν, υγρασία και ομίχλες, όπως στις ταινίες του Αγγελόπουλου. Ή όπως στην παιδική ζωή, σε τόσο μακρυνές δεκαετίες, όπως εκείνες του 1950 και του 1960. Βλέποντας κάποιες από τις ταινίες αυτές, εύκολα συλλογίζεσαι εκείνα τα μικτά φυσικά πράγματα που ενώνουν τη γή και το υγρό στοιχείο, τα ποτάμια, τα υγρά δασωμένα βουνά, τις λίμνες, προπάντων τις λίμνες, και πιό πολύ τώρα στον καιρό του κινδύνου ή της απώλειάς τους.Νερά που τρέχουν από τον Χορτιάτη, πάγοι συσσωρευμένοι ανάμεσα σε οξιές και καστανιές, και λίγο-πολύ κοντά στηνπόλη, η Δοιράνη, η Βεγορίτιδα, η Βόλβη, η Κορώνεια (από το γειτονικό άλλοτε ψαροχώρι τη λένε και λίμνη του ΑγίουΒασιλείου), αυτή προπάντων, που κινδυνεύει πιό πολύ και είναι η πρώτη που χάνεται. Η Ίος, η Σίκινος, η Σέριφος, ηΜήλος...
Σα να βγαίνει μέσα από βαθύ πηγάδι όπου είναι φυλακισμένη, έρχεται στο μυαλό η ιδέα ότι υπάρχει κάπου ξεχασμένη μια μυθολογία της ενδοχώρας, μια μαγική γεωγραφία του Βορρά. Περιμένει να την αφήσουν να έλθει και αυτή δειλά-δειλά, με χαμηλωμένα μάτια, να ζητήσει μια ταπεινή θέση, κοντά αλλά λίγο πιό πίσω από τον ένδοξο μύθο του Αιγαίου. Και το θέμα δεν είναι ποιό απόσταγμα μένει από τους μύθους, τις ιστορίες ή την ποίηση. Ούτε είναι ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη απ’ όση πρέπει σημασία σε κάποιες σαρκαστικές αντιστροφές που θ' άρεζαν σε μερικούς φανατικούς Σαλονικιούς: Άς πούμε, ιστορίες για ζωντανές λεκάνες νερού ανάμεσα σε βουνά, αντί για ξερά νησιά-βουνά μέσα στη θάλασσα, διηγήσεις για ομίχλες περίπου κεντροευρωπαικές αντί για ηλιοφάνεια περίπου βορειοαφρικανική, για τον παγερό χειμωνιάτικο Βαρδάρη που αρχίζει ήδη να ετοιμάζει ζουμερά φρούτα αντί για το δροσερό καλοκαιρινό μελτέμι πού φέρνει μυρμήγκια τους τουρίστες. Άχαρο να μεταφερθεί η διαμάχη Βορρά - Νότου στο πεδίο των μύθων, άλλωστε όλοι οι μύθοι είναι συμπληρωματικοί όπως τα πάζλ, όμως η αλήθεια για την κάποια υπεροψία που πότε-πότε συνόδευε τους μύθους του Νότου, είναι ότι δεν εγγυάται πάντοτε την χάρη. Αλλά πάλι, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, άν άραγε η εξαφάνιση μιάς ολόκληρης λίμνης από τον χάρτη είναι γεγονός λιγότερο συνταρακτικό από την καταβύθιση ενός νησιού, και μάλιστα όταν για την πρώτη θα ήταν σίγουρα υπεύθυνη η ανθρώπινη βλακεία, ενώ για τη δεύτερη, μάλλον θα έφταιγε κάποιο ηφαίστειο.
Μια πόλη σε κατάσταση αφασίας, εκτός από το φυσικό, λησμονεί και το κοινωνικό της σώμα, πράγμα που χρεώνει στην πνευματικά καλλιεργημένη μερίδα του πληθυσμού της έλλειμμα αυτογνωσίας με την κυριολεκτική έννοια (άν και θα ήταν καλύτερο να αποφεύγαμε εντελώς τα πομπώδη).
Στο σημείο αυτό, το γραπτό θα εγκαταλείψει τον τρόπο της τεθλασμένης για να ισχυρισθεί ευθέως το εξής: Ό,τι θεωρείται σήμερα ξεπεσμός ή αφασία της Θεσσαλονίκης (είπαμε, πρόκειται για ακραία κορύφωση καταστάσεωνεθνικής κλίμακας), στην πραγματικότητα δηλώνει ανεπάρκειες των σημερινών πενηντάρηδων, των ανθρώπων που ήμασταν μικρά παιδιά το 1960, έφηβοι ή μετέφηβοι το 1970, της αποκαλούμενης με τον εδώ και πολύ καιρό όχι και τόσοαθώο τίτλο, γενιά του Πολυτεχνείου.
Η Δικτατορία ήταν ιστορική τομή, αλλά τόσο αυτή, όσο και οι καθυστερημένες συνέπειες του περιβόητου 1968, μαζί με τα λοιπά πολιτικά που αναφέρονται συνήθως, επηρέασαν μόνο μια μειοψηφία της γενιάς αυτής. Εκτός από αυτό, η θρυλική εκείνη αριστερίζουσα πολιτική στάση ήταν μια στάση της βραχείας διάρκειας. Είχε σχηματικότητα αλλά όχι σαφήνεια, ήταν εγκεφαλική αλλά με λίγη καρδιά, συχνά υπερφίαλη, επιδειξιομανής.
Η γενιά αυτή, και αναφερόμαστε ειδικά σ’ εκείνη τη μερίδα της, στον κύκλο ανθρώπων με την επιφανειακή αριστερίζουσα πολιτικοποίηση, απώθησε ό,τι δεν μπορούσε να εξηγηθεί με το πνεύμα του καιρού εκείνου, δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου και των κλειστών συνόρων. Απώθησε, άς πούμε, την ιστορική διαπίστωση ότι μερικά από τα εξέχοντα παιδιά της πόλης στη νεωτερική της φάση είχαν παράξενα ονόματα, όπως Αβραάμ Μπεναρόγιας, Μουσταφά Κεμάλ, Ναζίμ Χικμέτ. Απώθησε, όταν δεν αγνοούσε τα γεγονότα, ότι ακόμη και πρόσωπα που είχαν γίνει τραγούδια και μύθοι ως συνέπεια ιστορικών δραμάτων της πόλης, δεν ήταν γεννήματα του σκληρού αστικού πυρήνα της, αλλά είχαν εισβάλει από ταπεινά προάστεια της ενδοχώρας, όπως λόγου χάριν ο Τάσος Τούσης των ημερών του 1936, ο απεργός νεκρός που ενέπνευσε τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Το μεσοπολεμικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, όταν αστυνομικοί διοικητές, προαγωγοί και συμμορίες κάθε είδους συμβίωναν σαν σφιχτοτυλιγμένο κουβάρι, εμείς το αντικρύζαμε ως προέκταση του τοπικού φολκλόρ της "ερωτικής" και ολίγον αμαρτωλής πόλης και όχι ως αυτό που πραγματικά υπήρξε, σκληρότητα που συνέτριβε σώματα και ψυχές, παρόλο που η ευαισθησία της παλιότερης γενιάς, με ανάμεικτη την ηδονική φαντασίωση και τον φόβο, είχε προειδοποιήσει ότι εκείνης της πόλης, που κοιμόταν κάτω από φώτα κόκκινα, μοναχά της έπρεπε το καράβι και ήταν καλύτερα να μή τολμήσεις να τη δείς ποτέ απ' τη στεριά.
Στην πραγματικότητα, παρά τις συνθηματολογίες, απωθούσαμε και όσα σημαντικά είχαν συμβεί μόλις μιά-δυό δεκαετίες προηγουμένως, τα χαρακτηριστικά τοπικά γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου, ιστορικά συμβάντα ιδιόμορφα όπως η υπόθεση Πόλκ, ή πηγαίνοντας λίγο πιό πίσω, γεγονότα όπως το πογκρόμ στον συνοικισμό του Κάμπελ. Προπάντων όμως, δεν θελήσαμε να χωνέψουμε τη διαπίστωση ότι η μεταπολεμική μορφή της πόλης πλάσθηκε μέσα στους φούρνους του Άουσβιτς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η γενιά αυτή έζησε τη νεότητά της χάνοντας την αίσθηση αυτού που δια-δραματίζεται στον χώρο της πόλης, δεν δοκίμασε τη γεύση της πραγματικής ιστορίας της. Ακόμη και το είδος τοπικής κοινωνίας που αχνοφαινόταν πίσω από αμφιλεγόμενα γεγονότα των παιδικών μας χρόνων, με σκοτεινούς ή τραγικούς ήρωες, όπως το ανεξιχνίαστο δίδυμο Δράκος του δάσους Σέιχ-Σού/Αριστείδης Παγκρατίδης, η γενιά μας δεν ήθελε να το αντικρύσει καταπρόσωπο. Τα εξωθεσμικά μακρυά χέρια του μετεμφυλιακού Κράτους, πού τόσο πρόσφατη ήταν η δράση τους (η Συμμορία της Καρφίτσας στην υπόθεση Λαμπράκη ήταν το πιό γκροτέσκο δείγμα), λογαριάζονταν μόνον ως εξωγενή εμφυτεύματα του κράτους της Δεξιάς, σύμφωνα με την προσφιλή ερμηνευτική γραμμή της Αριστεράς. Κανείς από τη γενιά μας δεν υποπτευόταν τότε, σε πόσο αδύναμη θέση, ιστορικά και πληθυσμικά, είχε καταλήξει στη μεταπολεμική, μονοεθνική πλέον Θεσσαλονίκη, ό,τι συνήθως αποκαλείται φιλελεύθερος δημοκρατικός κόσμος (όσοι προτιμούν, άς βάλουν άφοβα τη λέξη «αστικός» στη θέση της λέξης «φιλελεύθερος»).
Υπήρχε μόνο μια προφανής σταθερά, ομολογημένη ή ανομολόγητη: Το ψυχροπολεμικό, μετεμφυλιακό οχυρό. Αλλά όταν ξαφνικά έπεσε το σιδερένιο τείχος, γιγαντώθηκε η υποψία ότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο παγωμένα όσο υπέθεταν. Για όσους βολεύονταν με την ασφάλεια ενός οχυρού, ολόκληρη η Θεσσαλονίκη, και μαζί της το σύνολο του Βορειοελλαδικού χώρου, φάνταζε τότε για λίγο με κενό, με τρύπα στον χάρτη, που απειλούσαν να καλύψουν οι μικροί γείτονες με τις σημαίες τους. Ήταν βέβαια μια μαγική εικόνα, μια φαντασμαγορία που κάποιοι επιτήδειοι φρόντισαν να εκπέμψουν με όλες τις κεραίες και όλα τα μεγάφωνα, αλλά η αυταπάτη αυτή προκάλεσε μεγάλο πανικό και πολλή ζημιά. Ένας διορατικός και ανοιχτός στο μέλλον αντίλογος θα μπορούσε να είναι ότι η Θεσσαλονίκη έγινε επιτέλους μια από τις απολήξεις της Κεντρικής Ευρώπης στη Μεσόγειο, μια Τεργέστη του Αιγαίου. Ασφαλώς Βυζαντινή, όπως Αψβούργεια η άλλη, πόλη του μεταιχμίου, έστω και όχι τόσο ακραία όπως το Ιταλικό λιμάνι της Αδριατικής, όπου οι λόφοι οι αντίστοιχοι με τους δικούς μας του δάσους Σέιχ-Σου βρίσκονται στην επικράτεια της Σλοβενίας. Όμως μαζί με την απώλεια της ιστορικής αίσθησης, είχε χαθεί η απλή αλήθεια ότι ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου και των κλειστών συνόρων ήταν μόνο μιά βραχύβια ιστορική παρένθεση και τώρα πάει, επανερχόμαστε στα συνήθη. Μια άλλη προοπτική, εκτός από το οχυρό, ήταν το 1993 αδιανόητη και δυστυχώς, ακόμη και εμβληματικές προσωπικότητες αντέδρασαν με τραγική μυωπία. Είχε χαθεί επίσης η αλήθεια ότι ήταν μόνον βραχύβιες ιστορικές παρενθέσεις η μονοεθνική σύνθεση του πληθυσμού και η λειτουργία της πόλης ως πεδίου εξωθεσμικού ελέγχου, που αντιστοιχεί σε Κράτη εκτάκτου ανάγκης.
Άν αυτό ήταν μόνον ένα σοκ και πέρασε (που δεν περνά τόσο απλά), υπάρχουν άλλα πιό ανθεκτικά κατάλοιπα απόκάποιους τρόπους σκέψης των ψυχροπολεμικών χρόνων, όταν η πολιτικοποιημένη, λόγια και με τα κοινά ασχολούμενημερίδα της γενιάς μας διαμορφωνόταν: Ήταν και τότε, όπως και τώρα, πολύ δημοφιλής εκείνη η συμβατική σοφία πουισχυρίζεται ότι «όλα είναι σκατά» γύρω μας. ¨Οποιος έχει τέτοια γνώμη για τον ευρύτερο κύκλο όπου ανήκει, συχνάπαραχωρεί στον εαυτό του την ελευθερία να πράττει όχι κατά συνείδηση, αλλά ακολουθώντας μια άλλη συμβατική σοφία,που απαντά στην πρώτη με την ευδαιμονιστική κραυγή μάχης: «Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε...».
Ένας μελλοντικός παρατηρητής μάλλον δεν θα προσέξει τις ιστορικές και κοινωνιολογικές πτυχές της περιπέτειας αυτής της γενιάς, όμως άν ψάξει, θα βρεί πολλά σημάδια στη λογοτεχνία που παρήγαγε η λόγια μερίδα της. Συνήθης η επίδειξη, η απόλαυση του βραχύβιου και η πρόθυμη υπακοή στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μια κοσμική λατρεία του Zeitgeist με υπέρτατη εντολή την political correctness, σπάνια η ταπεινότητα και κάποιος μετριοπαθής ασκητισμός, δυσεύρετη η προσωπική, αυτεξούσια στάση, η συνείδηση ότι η πάλη με το εκάστοτε πνεύμα της εποχής είναι μιά από τις προυποθέσεις του νεωτερικού ήθους. Καλή ή λιγότερο καλή η πεζογραφική και ποιητική παραγωγή αυτής της γενιάς, και παρά τις αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (αυτές, ως συνήθως, επιβεβαιώνουν τον κανόνα), μοιάζει συχνά ν’ αρχίζει από το μηδέν κι από λευκή σελίδα, να λέει αυτό που θέλουν ν’ ακούσουν οι συνομήλικοι ακροατές, να μιλά μόνον για ό,τι εκλαμβάνεται ως προφανές και όπως επιτάσσει το προφανές. Άς μη μας διαφύγει όμως, ότι τούτη ηπολιτική ορθότητα δεν είναι «δυτικοφιλελεύθερης» κοπής, είναι αλά Ελληνικά· σκλαβώνει με τα δικά της αντιθετικάαξιώματα και είναι βαρειές οι αλυσίδες.
Δεν είναι ώρα να εξαντλήσουμε αυτό το θέμα. Ωστόσο αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως οι πιο πολλοί λογοτεχνικοί εκπρόσωποι αυτής της γενιάς, καθώς παραδίδονταν σε κάποια φάση της εξέλιξής τους στη στάση που σκιαγραφήθηκε πρίν, διέκοπταν και κάθε εσωτερική σχέση, συνθετική ή αντιθετική, με την προηγούμενη συγγραφική γενιά της πόλης (ή μάλλον με τις προηγούμενες), με όλη την ποικιλομορφία των κατευθύνσεών της, από αυτές που ταξινομήθηκαν ως«συμβολιστική ποίηση» και «εσωτερικός μονόλογος», μέχρι την κοινωνική ευαισθησία της λεγόμενης «ποίησης της ήττας». Αντί για έντονες σχέσεις που διαρκούν, με χειραγωγήσεις και με παραναγνώσεις, αντί για την αγωνία της επίδρασης και την πάλη του εφήβου - επιγόνου με τον νεκρό ή ζώντα πρόγονο, δηλαδή όσα κατά τον Harold Bloom αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της δημιουργικής λογοτεχνίας, φαίνεται ότι στην περίπτωσή μας, παρά τιςσυμβατικές χειρονομίες σεβασμού, η σχέση περιγράφεται καλά άν την αποκαλέσουμε ούτε ζεστή ούτε κρύα. Όσο καινα επικαλείται κανείς ως ερμηνεία το περιβόητο χάσμα των γενεών, αξίζει να σκεφθεί μήπως τυχόν έχουμε μπροστά μαςκαι πάλι απώθηση, καταφυγή στον γενναίο κόσμο του εφήμερου, ίσως και μια δόση αδιαφορίας για ό,τι δεν ταιριάζει με την άμεση και εύκολα αφομοιώσιμη εμπειρία του επιγόνου. Ασφαλώς όμως, η διακοπή της συνθετικής ή αντιθετικήςλογοτεχνικής συνέχειας είναι ισχυρή ένδειξη ότι υπάρχει πράγματι έλλειμμα αυτογνωσίας, ότι τα δρώμενα της πόλης στην πρόσφατη ιστορία της περιμένουν ακόμη τη συνειδητή πρόσληψη και τη φαντασιακή επεξεργασία τους.
Είπαμε στην αρχή, ότι σε τελευταία ανάλυση, το τοπικό δεν είναι ξένο προς το εθνικό. Ίσως δεν είναι αβάσιμη η αίσθηση που έχουν ορισμένοι κριτικοί, ότι ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής λογοτεχνίας γενικά, αυτής που παρήγαγε η λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου, και κυρίως το πεζογραφικό σκέλος της, έχει ως χαρακτηριστικό την «πλήρη κυριαρχία του εγώ, του πρώτου προσώπου, του ιδιωτικού βιώματος, που όχι σπάνια προσπαθεί να φανεί πολιτική ή ιδεολογική επιλογή». Και φθάνοντας στις νεώτερες ηλικίες, σε συγγραφείς που άρχισαν να γράφουν μετά το 1980, παρά τις εξαιρέσεις και διαφορές ύφους, δεν διακρίνεται πιά χρονικό ή γεωγραφικό στίγμα, ακόμη λιγότερο διακρίνονται διαφορές χαρακτήρων, κοινωνικές, ηλικίας, τρόπου ζωής, ήθους (βλ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΗμεδαπήΕξορία 1991, ιδιαίτερα το άρθρο Ελληνική πεζογραφία 1974-1988). Από τις παλαιές λογοτεχνικές γενικεύσεις και ομοιομορφίες της «ελληνικότητας» και των «αγώνων της Αριστεράς», φτάσαμε στη νέα ισοπέδωση: Τώρα η λογοτεχνίασχεδιάζει ομαδικά πορτρέτα που δείχνουν μόνον το περίγραμμα των απεικονιζόμενων ανθρώπων ή κλείνεται στην κρεββατοκάμαρα και απεικονίζει τους ήρωες σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.
II
Άς τελειώσει εδώ η παρέκβαση περί λογοτεχνίας, για να επιστρέψουμε στην περιπέτεια των ιδεών και των νοοτροπιών. Δίπλα στο «ανήσυχο» τμήμα της γενιάς μου, ο κόσμος που θα αποκαλούσαμε πολιτικά συντηρητικός παρήγαγε μια άλλη μερίδα των σημερινών πενηντάρηδων, ακόμη πιο πεζή και ωφελιμιστική, η οποία, άν και η δραστηριότητά της άρχισε αθόρυβα, εκτός από άλλες αυτονόητες ικανότητές της, αποδείχθηκε κατά παράδοξο τρόπο πραγματική μανιακή της πολιτικής, της επικοινωνίας και της «κοινωνικής δράσης». Πολύ σύντομα είχε τη δύναμη να θέσει τους όρους του παιχνιδιού και να καθιερώσει τους κώδικες επικοινωνίας. Φυσικά οι ασυγκράτητοι υπερκινητικοί αριστερίζοντες δήλωσαν γρήγορα αποδοχή των όρων για να μείνουν στο παιχνίδι. Άλλωστε δεν υπήρχε και καμμιά αγεφύρωτη αντίθεση στο πεδίο των αξιών. Ποιός όμως τους χρειάζεται εκείνους τώρα, στην εποχή των «κουμπάρων»;
Έλλειμμα στην αυτογνωσία ακόμη και των πιό προβληματισμένων μερίδων της γενιάς αυτής, σημαίνει και άλλες παρανοήσεις: Άν και άλλα υποδηλώνουν τα νοσταλγικά στερεότυπα, ο κόσμος εκείνος, όσοι ήταν παιδιά το ‘60, έφηβοι ή μετέφηβοι το ‘70, δεν ήταν μονολιθικός. Μέσα του αντιπροσωπεύονταν πολλές ψυχές της πόλης: Υπήρχαν τα παιδιά των πρό του πολέμου αυτοχθόνων Θεσσαλονικιών, από το Κέντρο ή τις Ανατολικές συνοικίες, λιγότερο ή περισσότερο ευημερούντων. Όμως μέσα σ’ αυτή την ευημερία ήταν καλά κρυμμένη και μια κληρονομένη σκιά ιστορικήςανεπάρκειας, το ελλειμματικό αυτεξούσιο που λέγαμε, ερχόμενη ίσως από την παλιά τριμερή πολυεθνική διάρθρωση της πόλης, στην οποία το Ελληνικό στοιχείο μειονεκτούσε. Υπήρχαν οι γόνοι των παλαιών προσφύγων από τις αρχές του αιώνα, τώρα πιά λίγο ή πολύ ενσωματωμένων ώστε να μή ξεχωρίζουν πολύ από την πρώτη ομάδα, πολυπληθείς και ερχόμενοι από την περίμετρο ή από το κέντρο της πόλης. Υπήρχαν οι περίοικες φυλές της Δύσης, αναπτυσσόμενες στο ταπεινό περιθώριο, γέννημα της μετεμφυλιακής μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης των λαών, δηλαδή μιας προσφυγιάς πιό πρόσφατης. Κόσμος ξεριζωμένος, που έψαχνε να βρεί χώμα να ριζώσει. Κοντά τους ήταν και οι πιό ταπεινοί εισβολείς της στιγμής από τα προάστεια και τη γειτονική ή μακρυνή ενδοχώρα, για τη δουλειά ή το σχολείο, όσοι πέρασαν πολλές φορές κάτω από τη μυλόπετρα για να γίνουν πραγματικοί Θεσσαλονικείς, ώσπου στο τέλος τίποτε δεν απόμεινε απ’ αυτούς ως ιδιαίτερη στάση. Οι μετανάστες και οι «αλλοδαποί» ήταν πάντοτε πολλοί και ταιριαστοί σ’ όλόκληρη την πόλη, σαν ψάρια μέσα στο νερό. Ωστόσο υπήρχε ένα χάσμα πιό βαθύ από τα πολλά μικρότερα, αυτό που χώριζε τότε, όπως και τώρα, την πόλη σε Ανατολική και Δυτική Όχθη, στη γή των πατρίκιων και στη γή των πληβείων.
Μια που μιλήσαμε για την εσωτερική ανθρωπολογία και τις «φυλές» μέσα στο χαρμάνι της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης, άς μήν αποφύγουμε μια ματιά μέσα στο πιθάρι όπου συνεχίζεται η ζύμωση κι άς μου συγχωρηθεί μια κάποια συναισθηματική τοπογραφία.
Άν κάθε πόλη εκτός από την επίσημη κεντρική πλατεία της, έχει και ένα ανεπίσημο, κρυφό κέντρο, πιό ανθεκτικό απέναντι στην καταστροφική δύναμη του χρόνου, για τη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη η πλατεία Αριστοτέλους είναι προφανώς το επίσημο, αλλά το Βαρδάρι είναι το κρυφό κέντρο. Βαρδάρι, όχι αποκλειστικά και μόνον η πλατεία, αλλά ολόκληρη η γύρω περιοχή στα όρια της ιστορικής Θεσσαλονίκης, εντός - εκτός των τειχών, εκεί που έρχονται σε επαφή η Ανατολική και Δυτική Όχθη της πόλης του 20ου αιώνα, αρχή των οδών Εγνατίας, Λαγκαδά και Μοναστηρίου, κεντρικές - απόκεντρες γειτονιές, από τους Αγίους Αποστόλους και τη Ληταία Πύλη ώς τη Ραμόνα, τον Σταθμό, την εμπορική περιοχή των Φράγκων και το λιμάνι.
Η περιοχή και οι δρόμοι της ήταν τότε όπως και τώρα χώρος δύσκολος, σε πρώτη όψη φανέρωνε το μίζερο ως και απωθητικό πρόσωπό της. Σκιές του απωθημένου παρελθόντος, φαντάσματα ανθρώπων και καταστάσεων που πέρασαν και χάθηκαν, βάραιναν το αστικό τοπίο όσο πουθενά αλλού στην πόλη αυτή. Από την ευάλωτη δυτική πλευρά των περιτειχισμάτων της πόλης και τους παλαιοχριστιανικούς και μουσουλμανικούς τόπους τελευταίας ανάπαυσης, μέχρι τα παλαιά νοσογόνα έλη της Μπάρας και ό,τι κακόφημο ορθώθηκε στη συνέχεια πάνω στο σαπρό έδαφός τους, τόπος εμπορίου πραγμάτων, κορμιών και ψυχών, αλλά και τα καταφύγια μετά την πυρκαιά του ’17 για τους φτωχούς Εβραίους εργάτες (για τους «ευκατάστατους» αλλοθρήσκους και ομοθρήσκους, στη συνοικία της Ραμόνας ζούσαν οι προς αποφυγήν «κομμουνιστές», κι αυτό το καταφύγιό τους έμελλε να είναι για τους πιό πολλούς το τελευταίο, πριν φορέσουν στο πέτο το κίτρινο αστέρι του θανάτου). Αλλά τώρα, εύκολα διακρινόταν μέσα στο γκρίζο σκηνικό που άφησε η Ιστορία, το ελκυστικό πρόσωπο της νέας ζωής, σαν μια μικρή επανόρθωση για το μεγάλο ανεπανόρθωτο που είχε συμβεί στην πόλη αυτή. Το έβλεπες πριν απ’ όλα σε πολλά νέα παιδιά, κορίτσια και αγόρια που μεγάλωναν εκεί γύρω, μπορούσες εύκολα να διακρίνεις στα πρόσωπά τους ό,τι καλό πρόσφερε η πόλη για να συναντήσεις την εποχή εκείνη. Ήταν τόπος όπου ανάμεσα σε μάντρες παλιών ανταλλακτικών, συνεργεία αυτοκινήτων, χωματόδρομους και σκονισμένα ξύλινα χαμόσπιτα, άνθιζε μιά εφηβεία συνήθως συγκρατημένη και γεμάτη προσμονή, μερικές φορές φιλόδοξη, σε λίγες περιπτώσεις οργισμένη ως και αυτοκαταστροφική. Στο Κέντρο και στις Ανατολικές Συνοικίες έπρεπε τότε να ψάξεις πολύ προσεκτικά κάτω από την επιφάνεια, πρίν μπορέσεις να ανακαλύψεις τα διαμάντια μέσα στις σκόνες της αργόσυρτης μετεμφυλιακής εποχής που δεν έλεγε να τελειώσει, ενώ αντίθετα, στα Βορειοδυτικά εύκολα ξεχώριζες ποιός είναι ποιός και τι κουβαλά στο σακί του.
Άς μη μας μαγεύει όμως η γοητεία του τέλους των sixties και της αρχής των seventies: Ήταν εποχή σκληρού διπολισμού, κοινωνικού και πολιτικού, εσωτερικού και διεθνούς, ήλθε ως επιστέγασμα και η Δικτατορία. Οι έφηβοι και μετέφηβοι της Δυτικής ή της Ανατολικής Όχθης σταθήκαμε πολύ τυχεροί σε σύγκριση με τους γονείς μας, επειδή μεγαλώσαμε στη γωνιά μιας Ευρώπης απαλλαγμένης πλέον από μεγάλους πολέμους, ήμασταν όμως πάντοτε στριμωγμένοι ασφυκτικά σ’ έναν ανοίκειο, αφιλόξενο ιστορικό χρόνο και χώρο. Με την πρώτη ευκαιρία ξεφεύγαμε τρέχοντας από όποια πόρτα άνοιγε μπροστά μας. Που θα μας οδηγούσε, σε ποιές εξορίες, δεν είχαμε τότε τον καιρό να αναρωτηθούμε. Φυσικά όσοι είχαμε γεννηθεί στη λάθος όχθη της πόλης ή στα περίχωρα των πληβείων, επιθυμούσαμε διακαώς ν’ αλλάξουμε όχθη (και αρκετοί θα το πετυχαίναμε αργότερα, για να πάρουν άλλοι τη θέση μας). Ήδη όμως είχε φθάσει και μας είχε πιάσει από το μανίκι αυτό που ονομάσθηκε πολιτικοποίηση, όπως τη γνωρίσαμε λίγοι ή πολλοί της γενιάς μας: Πολυτεχνείο και Μεταπολίτευση. Όλα όσα ξέραμε και είχαμε καταλάβει προηγουμένως, όποιοι είχαμε τυχόν καταλάβει, οι παλιές αλήθειες, φαίνονταν ν’ αλλάζουν εδώ κάτω με ορμή, όπως είπε κάποιος που δραπέτευσε με φορτηγό από τη σωστή Όχθη, την Ανατολική, έχοντας όμως τότε ακόμη πάνω του και λίγο από το άρωμα των ταπεινών προαστείων. Αρκετοί της Ανατολικής Όχθης, αλλά όχι μόνον αυτοί, έπεσαν με τα μούτρα νεοφώτιστοι και ορμητικοί, είτε στην πολιτική του εφήμερου και του βραχύβιου, που μοιραίο ήταν να καταλήξει πέντε - δέκα χρόνια μετά στην απάθεια του βιοπορισμού, είτε στην λεγόμενη προσωπική απελευθέρωση και σε κυνήγια των ποικιλόμορφων «ευκαιριών» που προσφέρονται στη ζωή, δηλαδή πιό γρήγορα στην απάθεια. Ήταν η ώρα, που μαζί με την πολιτικοποιημένη ευφορία έφθαναν στο απόγειο οι μεγάλες ατομικές και συλλογικές προσδοκίες.
Τελικά τα πράγματα πήγαν στραβά για πολλούς, είτε προέρχονταν από την Ανατολική, είτε από τη Δυτική Όχθη του χάσματος, όσο και άν υπερέβαλλαν εαυτούς, όσο και άν έρριχναν μαύρη πέτρα πίσω στις Αρκαδίες τους, γελώντας ή κλαίγοντας. Ήταν εύκολο να πάνε στραβά, αφού οι πιό πολλοί και πολλές αυτής της γενιάς, παιδιά του ‘60 και έφηβοι ή μετέφηβοι του ‘70, μετά από τη χρονολογία αυτή δεν είχαμε από πουθενά να πιαστούμε, εκτός από τον βιοπορισμό και από ψευδαισθήσεις. Φυσικά η πτώση άρχισε από το ύψος της κορυφής. Πολλοί όμως μπόρεσαν να τη συνειδητοποιήσουν μόνον όταν η ζημιά είχε προ πολλού ολοκληρωθεί και το χώνεμα μιας καθημερινότητας χωρίς αναπληρώσεις άρχισε να ενοχλεί και τα πιό γερά στομάχια. Μπορούσαν να αναζητήσουν φάρμακα, ή μάλλον παυσίπονα, πίσω στη μαγική χρονολογία 1970, σύνορο ανάμεσα στην εποχή του παραδείσου και στην εποχή της εξορίας, επειδή τα χρόνια και οι δεκαετίες περνούσαν, αλλά παρόλο που είχαμε υπερπηδήσει το χάσμα και είχαμε γίνει καλοί καταναλωτές με αξιοπρεπή καρριέρα, όμορφο σπίτι, εξοχικό και αυτοκίνητο, κατά βάθος δεν είχε βρεθεί κάτι άλλο να μας στηρίζει, εκτός από τον παράδεισο που είχε χαθεί.
Γυρίζοντας πάλι στη συζήτηση εκείνη του 2004, που πυροδοτήθηκε από το ερώτημα «Έχουν οι αριστεροί πατρίδα;» (Νίκος Ξυδάκης στην Καθημερινή), η υπερβατική έξοδος από το αδιέξοδο βρίσκεται εκεί που γράφει ότι πατρίδα είναι έννοια που έχει να κάνει πιό πολύ με τον χρόνο παρά με τόν τόπο, πραγματική πατρίδα είναι μόνον τα παιδικά κι εφηβικά μας χρόνια. Άν είναι έτσι, για όσες και όσους ζήσαμε στη Θεσσαλονίκη παιδιά το 1960, έφηβοι ή μετέφηβοι το 1970,σήμερα στον 21ο αιώνα στην πόλη αυτή, στη χώρα τούτη, πατρίδα είναι δύσκολο, μάλλον αδύνατο να υπάρξει, και όποιος ρωτά γιατί, άν ψάξει, θα βρεί την απάντηση, πλανάται στον αέρα.
Προέκυψε λοιπόν στη γενιά μας πολλή νοσταλγία, δυστυχώς και νοσταλγία πραγμάτων που δεν υπήρξαν: Μιας συνεκτικής και αλληλέγγυας κοινωνίας που ποτέ δεν είδαμε, μιας εποχής εθνικά υπερήφανης, που ασφαλώς δεν ήταν, μιας καθολικής δημοκρατικής αντίθεσης στη δικτατορία, που είναι βολικό άλλοθι, μιας αξιοπρεπούς φτώχειας που είναι παραμύθι, μιας νεότητας που υποτίθεται ότι πάσχιζε να απελευθερωθεί (γενεαλογικά, οικονομικά, πολιτικά, σύμφωνα με ορισμένους ακόμη και ερωτικά ή σεξουαλικά), θέμα που σηκώνει πολύ μεγάλη συζήτηση και εγκυμονεί απρόβλεπτα συμπεράσματα. Λες και όσο λιγότερη ήταν η νοσταλγία για τις ιδιωτικές στιγμές ευδαιμονίας και πλήρωσης, που πράγματι είχαμε ζήσει, τόσο περισσότερη ήταν η νοσταλγία για κάποια φαντασιακά κοινωνικά και δημόσια αγαθά του παρελθόντος, αυτά που ποτέ δεν βιώσαμε, αφού ήταν και είναι ανύπαρκτα. Ο κύκλος των εννοιών που διεκδικούν (με τον τρόπο του ερασιτέχνη) ψυχαναλυτική εγκυρότητα, από την απώθηση έφθασε στο στερητικό τραύμα και κλείνει με την ψευδή αναπλήρωση. Σ’ έναν παράδεισο της πολιτικής όπως η χώρα τούτη, δεν ήταν δυνατό να λείψει και μια διαστροφική νοσταλγία του τακτοποιημένου διπολικού κόσμου της ψυχροπολεμικής περιόδου, που ήταν τόσο τακτοποιημένος, ώστε τα τάνκς χόρευαν στη Βουδαπέστη και οι βόμβες ναπάλμ θέρμαιναν τους βάλτους του Βιετνάμ.
Η αποτυχία και οι μακροχρόνια ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες όταν δεν ομολογούνται, φέρνουν πρώτα παρανόηση του παρελθόντος, μετά περιχαράκωση και επιθετικότητα προς τους άλλους, πρός όσους είναι ή θεωρούνται οι απ’ έξω. Συμβαίνει και στις καλύτερες πόλεις, αλλά συνήθως δεν τις αποκαλούν συμπρωτεύουσες και λίγες έχουν ονειρευτεί ρόλους μητρόπολης των Βαλκανίων για να ξυπνήσουν τόσο επαρχιακές όσο ποτέ. Όσο πιό βαρειά η απογοήτευση, τόσο πιό βαρειές οι σκέψεις. Ο λαϊκοφασισμός δεν χρειάζεται τόσο τους πιστούς οπαδούς, όσο τις συνένοχες σκέψειςανθρώπων κατά τα άλλα τοποθετημένων τυπικά σε όλο το πολιτικό φάσμα. Υπάρχει και η επιτήδεια πολιτική που ενδιαφέρεται μόνον για τη βραχεία διάρκεια, γνωρίζει πολύ καλά αυτό το ψυχολογικό σύνδρομο και προσπαθεί να το αξιοποιεί προς όφελός της. Παλιά τέχνη, πολύ εξελιγμένη, πολύ μυωπική.
Με τη σειρά της, η περιχαράκωση χειροτερεύει τον εσωτερικό μαρασμό και μέσα σε φαύλο κύκλο, ο ξεπεσμός αντί να περιορισθεί θα εντείνεται. Μετά θα έλθει η ώρα να γίνει η σύγκρουση εσωτερική, να αναδυθούν και εκδηλωθούν τα φανερά και κρυμμένα ανταγωνιστικά κέντρα και ίσως το δράμα να κορυφωθεί, με τους θεατές να στρέφονται από την αποστασιοποίηση στη μέθεξη. Μπορεί, για μιά φορά ακόμη, ν’ αλλάξουν όλα εδώ κάτω με ορμή, ή άν το προτιμούν οι νοσταλγοί της ρόκ της γενιάς μου, να πέσει πολύ δυνατή βροχή, μια εξαγνιστική νεροποντή.
Μερικοί βιαστικοί παραπονούμαστε ότι τότε, όταν φθάσει εκείνη η ώρα, η γενιά μας, τα παιδιά του ‘60 και οι έφηβοι ή μετέφηβοι του ’70, θα είμαστε ήδη πολύ γέροι. Ή δεν θα ζούμε. Αλλά, μήπως και αυτή η βραδυπορία της επανόρθωσης, συχνά τόσο υπερβολική σαν να έρχεται καβάλα στο σάλιαγκα, πάντα αδιάφορη για τις ζωές και επιθυμίες των ανθρώπων, εκείνο που είπαμε στην αρχή δεν υπενθυμίζει και επιβεβαιώνει, τη διαρκή καταστροφή και ερήμωση που φέρνει η Ιστορία και αυτό που αποκαλείται πρόοδος ;
Κι έτσι, τι απομένει;
Wer spricht von Siegen?
überstehn ist alles.
Ποιός μιλάει για νίκη;
Ν’ αντέχεις είναι το πάν.
Rainer Maria Rilke, Requiem für Wolf Graf von Kalckreuth
------------------------------------------
*
Το κειμενο Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σημειώσεις (τεύχος 66)..
Η αναδημοσιευση εδώ εγινε με την αδεια του συγγραφέα .
*Oι Φώτο :Η Κορώνεια..Κάποτε...


Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Λουίζα Σολομων Το κορίτσι του κοιμάται ήσυχο

Το κορίτσι του κοιμάται ήσυχο

"...Εγώ μένω σε χωριό, χωρίς να γεννηθώ εδώ. Ξεκίνησα να χτίσω ένα σπίτι, έπιασε η κρίση και ποτέ δεν το ολοκλήρωσα. Έμεινα, λοιπόν , χωρίς καγκελόπορτα και φράχτη. Είμαι χαρούμενη γι αυτό. Έτσι έπρεπε να σχεδιάζονται τα σπίτια. Όταν πρωτοεγκατασταθήκαμε, λίγα μόνο χρόνια πριν, έρχονταν κάθε μέρα δύο μικρά κοριτσάκια από Αλβανία ξυπόλητα και έπαιρναν νερό από τη βρύση της αυλής. Κάθε φορά , που εμείς κατηφορίζαμε, χαζεύαμε το μικρό αλλά τόσο περιποιημένο μπαχτέ τους.Σήμερα , τα κοριτσάκια αυτά με το πλατύ ζεστό δειλό χαμόγελο και την καθάρια ματιά, έχω την τύχη να τα έχω μαθήτριες.Τα ακολούθησαν πολλοί που έμεναν στον κάτω μαχαλά και γέμισε η αυλή μας "κανάτια". Ας είναι και πλαστικά, κάτι θυμίζουν από τα παλιά μας δύσκολα χρόνια.
Σήμερα , ευτυχώς, το πόσιμο νερό έφτασε στα σπίτια τους και στερήθηκε η αυλή μου χαμόγελα απρόσμενα αλλά πάντα καλοδεχούμενα.
Είπα και σε γνωστούς από την πόλη να περνάνε από το σπίτι να παίρνουνε από το καθάριο ,ακόμη αχλωρίωτο νεράκι του χωριού. Διστάζουν, "μην ενοχλούμε", τέτοια. Υπάρχουν λίγο πιο ψηλά οι δημόσιες βρύσες.
Περνάνε ακόμη από τον κάτω μαχαλά , Πακιστανοί κυρίως, με τα ποδήλατά τους , πηγαίνοντας για δουλειά.Ανηφορίζουν με ευκολία, που ζηλεύω, και γεμίζει πάλι η ψυχή μου σπαστές καλημέρες και ζεστά χαμόγελα. Δυσκολεύομαι λίγο να λέω σωστά τα όνοματά τους. Πόσο χαίρομαι που δεν τα εξελληνίζουν πια!
Ναι, τρόμαξα μια φορά. Όταν κάποιοι κάτοικοι είχαν συστήσει, ελπίζω να μην υπάρχει πια, ομάδα περιπολίας και περιφρούρησης. Πέρασαν μπροστά από το σπίτι μου. Απειλητικά μου φάνηκαν τα αναμμένα φώτα και οι γύρες των αυτοκινήτων. Ξέσκιζαν την ησυχία, την ηρεμία και την ασφάλεια της καλοκαιριάτικης νύχτας...


δειτε  και   http://www.kar.org.gr/2015/05/27/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF/
 


Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014) / Θεοδωρίδης, Παντελής

Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014) / Θεοδωρίδης, Παντελής Πέτρου [GRI-2014-12513]
Στην εργασία αυτή, με επίκεντρο τη θεμελιώδη προβληματική της κατάστασης εξαίρεσης από τον Καρλ Σμιτ μέχρι τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν, επιχειρείται η ανάδειξη των ορίων του δικαιικού λόγου στην προσπάθεια του να καλύψει τις ελλείψεις και τα χάσματα του κοινωνικού-συμβολικού και να χαράξει τα σύνορα μεταξύ Κανόνα και Εξαίρεσης. [...]
Πλήρες κείμενο: Κατέβασμα πλήρες κειμένουMain PDF

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Γιώργος Τσιμουρής,*Τραγούδια μνήμης, διαμαρτυρίας και κοινωνικής ταυτότητας: Η περίπτωση των ‘Ρεϊσντεριανών’ Μικρασιατών προσφύγων.




Τραγούδια μνήμης, διαμαρτυρίας και κοινωνικής ταυτότητας:  Η περίπτωση των ‘Ρεϊσντεριανών’ Μικρασιατών προσφύγων.  Διαδρομές και Τόποι Μνήμης. Ιστορικές και Ανθρωπολογικές Προσεγγίσεις. (Επιμ.) Παραδέλλης Θ. & Μπενβενίστε Ρ.  Εκδ. ‘Αλεξάνδρεια’. Αθήνα:1999.

Τραγούδια μνήμης, διαμαρτυρίας και κοινωνικής ταυτότητας:  Η περίπτωση των ‘Ρεϊσντεριανών’ Μικρασιατών προσφύγων.

*    Ανάπλ. Καθηγητής  Κοινωνικός άνθρωπολόγος Πάντειο πανεπιστήμιο.
το κειμενο  ανα-Δημοσιεύεται  εδώ με την άδεια του συγγραφέα 

Εγώ είμαι προσφυγας ξεριζωμένος
και με Σμυρνέϊκα παλιά τραγουδισμένος[1]

Ηγλεντούσαμε εμείς. Δε μοιρολογούσαμε. Δε γλεντούσαμε μόνο στούς γάμους ή στσι γιορτές. Κάθε βράδυ γλεντι γινούντανε. Προ πάντων τα σπίτια που είχανε άντρες γλεντούσανε συνέχεια. Παίρνανε ένα μπουκάλι ούζο, κάνανε ένα μεζέ, κι άρχιζε το γλέντι. Στο κέφι μας διαφέραμε σα τη νύχτα με τη μέρα από τσι ντόπιοι. Εδώ για να γλεντήσουνε έπρεπε κάτι να συμβεί. Για να κερδίσουνε τσ’ εκλογές, για να βγεί, να κερδίσει ο βουλευτής ο δικός τους. Δηλαδή όλο το γλέντι τους ξεκινούσε απ’ τη χαρά  που νοιώθανε πως χάσανε οι άλλοι... Η πιο μεγάλη τους ευχαρίστηση ήτανε να πασαλείβουνε σκατά τσι πόρτες των χαμένων...[2]

            Η Μικρασιάτικη λαϊκή κληρονομιά θεωρείται πολύ αξιόλογη σε πανελλήνια κλίμακα τόσο απ’ τους ίδιους τους Μικρασιάτες διαφορετικών γενιών όσο κι απ’ τούς ‘ντόπιους’[3]. Στο κέντρο αυτών των πρακτικών της λαϊκής κουλτούρας είναι το τραγούδι και ο χορός: τόσο αυτοί που έχουν Μικρασιάτικη καταγωγή όσο και οι μελετητές της λαϊκής παράδοσής τους υποστηρίζουν ότι ο σύγχρονος Ελληνικός λαϊκός πολιτισμός επηρεάστηκε σημαντικά μετά απ’ το 1922, πράγμα που θεωρείται αποτέλεσμα της δικής τους συμβολής (Δαμιανάκος 1976; Πετρόπουλος 1968). Ενώ σε εθνικό πλαίσιο δεν υπάρχουν σημαντικά επιχειρήματα για το αντίθετο αυτή η πλευρά της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας παραγνωρίστηκε αυτάρεσκα και καταπιέστηκε όχι μόνο απ’ τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα αλλά κι απ’ τις αριστερές ήγεμονίες. Παρά τις έντονες συγκρούσεις τους σε άλλα ζητήματα δεν υπήρξε αρκετός χώρος στις κοινές τους απόψεις όσον αφορά την ‘εθνική καθαρότητα’ για να στεγάσει την Ανατολίτικη λαϊκή κουλτούρα ‘μιασμένη’ λόγω της σχέσης της και της επαφής της με την Τούρκικη. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που το ρεμπέτικο τραγούδι ξανα-ανακαλύφθηκε πολλές φορές, μια απ’ τις οποίες ήταν η δεκαετία του 80 στα πλαίσια, κυρίως, το φοιτητικού κινήματος. Ενας από τους λόγους της ‘ανακάλυψης’ αυτής ήταν η συμβολή του στο κίνημα διαμαρτυρίας και η αντίθεση στη σιωπή και στην απώθηση των τραγουδιών αυτών από τα επίσημα κανάλια επικοινωνίας πράγμα που ισχύει και γι’ άλλες λαϊκές πρακτικές όπως είναι οι ανατολίτικοι χοροί και ο ‘Καραγκιόζης’ (Ιωάννου1971; Herzfeld 1987; Cowan 1993).
            Τόσο στο παρελθόν όσο και κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας στον ‘Άγιο Δημήτριο’, ένα ‘Μικρασιάτικο’ χωριό της Λήμνου, που αποτελεί και το ιδιαίτερο αντικείμενο αυτού του άρθρου, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω πόσο συχνές αλλά και οικείες εκφράσεις της κοινωνικής ζωής αποτελούν οι πρακτικές του συμποσιασμού όπως το τραγούδι. Κατά ειρωνική σύμπτωση τα τραγούδια αυτά και οι χοροί απ τους οποίους συχνά συνοδεύονται - ζεϊμπέκικος, τσιφτετέλι - αποτελούν έκφραση των πιο καταπιεσμένων, αλλά ταυτόχρονα και των πιο οικείων εκδηλώσεων της κοινωνικής ζωής ιδιαίτερα ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο το ελαστικό αναλυτικό σχήμα της ‘αυτοπαρουσίασης’ και της ‘αυτογνωσίας’ (Herzfeld ο.π. 123-151) κάνει δυνατή τη κατανόηση της αμφίσημης μεταχείρισης των πρακτικών αυτών.
            Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι στην περίπτωση του ‘Αγίου Δημητρίου’ οι πρακτικές αυτές αποτελούν οικείες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής και, ταυτόχρονα, διαγνωστικά χαρακτηριστικά της Μικρασιάτικης ταυτότητας ενεργοποιούνται όχι μόνο ως στοιχεία ‘αυτογνωσίας’, αλλά και ως μέσα ‘δημόσιας αυτο-παρουσίασης’ των ‘Ρεϊστεριανών’[4] προσφύγων. Από το άλλο μέρος όμως, το γεγονός οτι οι πρόσφυγες στο πλαίσιο της Λήμνου θεωρήθηκαν συχνά από τους ‘ντοπιους’ ‘ο εξωτικός άλλος’ εξ’ αιτίας και αυτών των εκδηλώσεων κάνει κατανοητή την ένταση ανάμεσα στην ‘αυτοπαρουσίαση’ και την ‘αυτογνωσία’ που το σχήμα της ‘αμφισημίας’ υπαινίσεται. Η δική μου η προσπάθεια έγκειται στη διερεύνηση των εκδηλώσεων αυτών και των ερμηνειών τους σε τοπικό επίπεδο λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη ορισμένες παραλλήλους εθνικής κλίμακας.
            Το τραγούδι, ως ‘αναδυόμενη’ πρακτική της καθημερινής ζωής έχει επιτελεστικό και όχι απλά αναφορικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο προδιαγράφει ότι τα όρια της προσέγγισής του είναι πολύ ευρύτερα από το αναφορικό του μήνυμα. Η επιτέλεση (performance) με αυτή την έννοια αποτελεί συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας και όπως πειστικά έχει υποστηρίξει ο Fabian  “η εμπειρία (παρά η επικοινωνία της ομιλίας) τα σύμβολα και η ερμηνεία (παρά το κείμενο, το επικοινωνιακό συμβάν και οι κανόνες) αποτελούν τις λέξεις κλειδιά του ‘λόγου’ της ” (Fabian 1990:10, Δες επίσης Turner 1986). Η επιτέλεση λοιπόν γίνεται αντιληπτή ως δημιουργική πράξη, εκφραση του συλλογικού habitus (ενσωματωμένων συνηθειών δια μέσω των οποίων το παρελθόν παρουσιάζεται)[5], μήνυμα καθ’ εαυτό και όχι μέσο για κάποιο σκοπό ή απλή επανάληψη του ήδη γνωστού. Με τα λόγια του Turner ‘ποίηση μάλλον παρά μίμηση:δημιουργία και όχι κίβδηλη απομίμηση’[6]. Η ποιητική επιτέλεση-παρουσίαση του παρελθόντος μέσω του τραγουδιού αποτελεί την εστία των ενδιαφερόντων μου και όχι απλά οι αισθητικοί κανόνες της δράσης. Η ποιητική όμως, μας θυμίζει ο Herzfeld, η οποία “δεν έχασε ποτέ την Αριστοτελική της σχέση με τη δραματική εμπειρία ... δεν φαίνεται να έχει παίξει σημαντικό ρόλο στις μεταφορικές επεκτάσεις του δράματος στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και της επιτέλεσής τους” (Herzfeld 1985:10). Ως εκ τούτου ένα παλιό Μικρασιάτικο τραγούδι που συγκινεί βαθιά τους ‘πρόσφυγες’ και τους ωθεί  να ταυτισθούν με μια ευρύτερη κοινωνική ομάδα καταγωγής, ένας ‘Ρεϊσντεριανός’ χορός που φέρει τον απόηχο της ‘πατρίδας’, ένα λακωνικό δύστιχο ή ένα παρατσούκλι που απευθύνεται στούς ανταγωνιστικούς Λημνιούς, μια ‘δουλειά’ φερμένη από την ‘πατρίδα’ η οποία γίνεται γρήγορα και με γούστο, η ενεργοποίηση ενός ρητού ή μιας παροιμίας σε ένα καινούργιο πλαίσιο υπολαμβάνοντας έτσι ευρύτερη σημασία, η επανα-χρήση τοπωνυμίων και ονομάτων ως πράξη ανά-μνησης δεν είναι παρά ορισμένες απ’ τις πρακτικές της ποιητικής επιτέλεσης της ταυτότητας στις οποίες αναγκαστικά εμπλέκεται το παρελθόν. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στο τραγούδι μόνο, το οποίο υποστηρίζω ότι αποτελεί μια από τις πιο οικείες εκφράσεις της ‘προς τα έσω’ αλλά και ‘προς τα έξω κατευθυνόμενης’ (Herzfeld 1986:20) Μικρασιάτικης ταυτότητας. Ως τέτοιες οι σχετικές εκδηλώσεις δεν φαίνεται να βρίσκονται σε αρμονία με τους τρόπους που οι Ρεϊσντεριανοί τοποθετούν ‘εαυτούς’ σε άλλα πλαίσια και ιδιαίτερα με αυτό που ο Herzfeld χαρακτήρισε ‘προς τα έξω’ κατευθυνόμενου πολιτικού πρότυπου ελληνικότητας (ο.π.).
            Το λαϊκό δύστιχο που χρησιμοποίησα ως προμετωπίδα σ’ αυτό το κείμενο, γνωστό σε εθνική κλίμακα, αλλά και οικείο ανάμεσα στους κατοίκους του ‘Αγίου Δημητρίου’, αποδίδει με λακωνικότητα τη σημασία του τραγουδιού για την ταυτότητα των Μικρασιατών. Τα γλωσσολογικά χαρακτηριστικά αυτού του στίχου όπως είναι το συντακτικό και η γραμματική παρέχουν ένα απ’ τους κώδικες της σημασίας του, και ενώ η γραμματική δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη για τη διερεύνηση μιας έκφρασης ο ρόλος της δεν μπορεί να αγνοηθεί (Rumsey 1990). Μετασχηματισμοί του συντακτικού και της γραμματικής δεν έχουν αναφορική σημασία μόνο, αλλά είναι δυνατό να αλλάξουν ολοκληρωτικά το νόημα των εκφράσεων στις οποίες επέρχονται, δοθέντος ότι αποτελούν συστατικό μέρος τους. Εχοντας υπ’ όψη όλα αυτά το επιχείρημά μου είναι ότι η χρήση μιας μετοχής [ξεριζωμένος-τραγουδισμένος ] στην κατάληξη και των δυο στίχων αποδίδει και στις δυο εμπειρίες μια διαρκή χρονικότητα· επιπλέον καθιστά και τις δυο καταστάσεις ομόλογες. Σέ ένα μετα-αναφορικό επικοινωνιακό επίπεδο οι δυο διαρκείς αλλά αταίριαστες εμπειρίες  αναδεικνύονται σε χαρακτηριστικά κοινής ταυτότητας.
            Κατά συνέπεια και οι δυο αυτές εμπειρίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ‘κληρονομημένα’ χαρακτηριστικά της προσφυγικής κατάστασης. Στο στίχο αυτό μπορεί να δει κανείς πως δια μέσου του ίδιου του τραγουδιού τονίζεται η σημασία των τραγουδιών για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες “εστιάζοντας στο μήνυμα για κατ’ αποκλειστικότητα [for its own sake]” (Jakobson, 1963:356) και ταυτίζοντας, μ’ αυτό τον τρόπο, το μέσο με το μήνυμα.
            Κεντρικό μου επιχείρημα αποτελεί η άποψη ότι τα τραγούδια τα οποία αποτελούνται από άλλες φόρμουλες απομνημόνευσης τέτοιες όπως ευχές, κατάρες, παροιμίες κ.ο.κ. αποτελούν μέρος των βασικών πηγών επικοινωνίας της ομάδας και, και κατά συνέπεια, σημαντική έκφραση της συλλογικής μνήμης. Δια μέσου του προφορικού αυτού υλικού, το οποίο υπόκειται σε απο-μνημόνευση και επανάληψη, οι σημαίνουσες συλλογικές εμπειρίες ανα-παρίστανται, ανα-βιώνονται και διευρύνονται. Πριν να προχωρήσω στην αξιολόγηση του υλικού αυτού ως μέσου συλλογικής μνήμης αξίζει να παρουσιάσω ένα ακόμα ‘προφορικό θραύσμα’ συλλογικής αυτοσυνείδησης, το μύθο δημιουργίας του Ρεϊσντερε, του χωριού απ’ το οποίο οι σημερινοί κάτοικοι του ‘Αγίου Δημητρίου’ ή οι πρόγονοί  τους εκδιώχθηκαν βίαια:
Οι παππούδες μας ήταν αιχμάλωτοι πολέμου επειδή επαναστάτησαν κατά του Σουλτάνου, και φυλακισμένους σε ένα πλοίο τσι πήγαιναν στη ‘Πολη’ για εκτέλεση... έτσι λοιπόν απελπισμένοι όπως ήταν που θα πέθαιναν άρχισαν το τραγούδι· ο καπετάνιος του καραβιού που ήταν μερακλής συγκινήθηκε τόσο πολύ απ’ το λυπητερό τους τραγούδι που λυπήθηκε να παραδώσει αυτά τα παληκάρια στο Σουλτάνο και να χαθούν άδικα. Καταλαβαίνεις ... ήταν και ο ίδιος παλληκάρι, έτσι λοιπόν τσι απελευθέρωσε και είπε στο Σουλτάνο ότι απεδρασαν ... έτσι λοιπόν οι πρόγονοί μας κατέφυγαν σ’ αυτό το ρέμα που ονόμαζονταν Ρεϊσντερε ... ‘ντερές’ στα Τούρκικα πάει να πεί ποτάμι ... εγκαταστάθηκαν εκεί ανάμεσα στους λόφους για να μη τσι βλέπουν οι Τούρκοι και εκεί εζησαν.
            Δυό κυρίως στοιχεία αυτού του α-χρονικού μύθου καταγωγής αξίζει να τονιστούν: πρώτον, ότι το τραγούδι δεν αποτελεί μόνο πρακτική διασκέδασης, αλλά πρακτική επιβίωσης που συνδέεται με τη σύσταση της κοινότητας[7]. Δεύτερον, το τραγούδι είναι αποτέλεσμα απόγνωσης και λειτουργεί ως πράξη παρηγοριάς. Επιπλέον, αυτός ο μύθος αποτελεί μια μετα-επικοινωνιακή πρακτική, αφού μια μορφή προφορικής επικοινωνίας (ο μύθος) ‘σχολιάζει’ μια άλλη κεντρική μορφή προφορικής επικοινωνίας όπως είναι το τραγούδι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ότι ‘αφηγείται’ το τραγούδι, ο μύθος, οι παροιμίες συνυπάρχει αρμονικά μ’ αυτό που ‘αφηγείται’ η καθημερινή ομιλία. Ο διάλογος ανάμεσα στις καθημερινές μορφές λόγου και σε αυτές που υπόκεινται σε επανάληψη, όπως είναι το τραγούδι, είναι συστατικό της επιτελεστικής (performative) δύναμης του τελευταίου. Οι τραγουδοποιοί στον ‘Αγιο Δημήτριο’ δεν αντλούν τα σύμβολα, τις μεταφορές και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν από κάποιο αφηρημένο συμβολικό σύστημα, ούτε από διαμερισματοποιημένα πεδία της κοινωνικής ζωής, αλλά από το κοινό παρελθόν πλήρες σε δραματικές εμπειρίες. Αυτό το κοινό παρελθόν έχει να κάνει με όλα τα ‘σκληρά’ γεγονότα στα οποία η συλλογική μνήμη διαρκώς επιστρέφει. Με τα τραγούδια τους ‘επιστρέφουν’ στο ‘χωριό’[8] καθώς επίσης και στις γύρω τοποθεσίες της Μικράς Ασίας,
Ρεϊσντερε κι Αλάτσατα και Κατω Παναϊα
Ερημα απομείνατε μεσ’ τη Μικρά Ασία

θυμούνται τα βάσανα του διωγμού,
Αναθεμάσε βρε Κεμάλ καρδιές πούχεις ραϊσει
το χώμα της Ανατολής τό έχεις κοκκινήσει

καθώς και τη τραγική εμπειρία της μαζικής εξόντωσης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας
Στή Σμύρνη μας μετρήσανε χιλιάδες δεκαπέντε
στη Μαγνησιά[9] σα φτάσαμε μείναμε μόνο πέντε
στη Μαγνησιά μες στα βουνά μες τσι άγριες χαράδρες
σφάξανε Ελληνόπουλα εξηνταδυό χιλιάδες
            Επιπλέον, με τα τραγούδια τους αφηγούνται την αρχή μιας καινούργιας αρχής στη Λήμνο και τη σχέση, όχι πάντα φιλική, με το ντόπιο πληθυσμό του νησιού. Ακόμη, συνέθεσαν τραγούδια που αναφέρονται στους πρόσφυγες της Κύπρου, που όπως υποστηρίζουν, υπέφεραν απ’ τους Τούρκους:
Αγιε μου Γιώργη αρχηγέ στ’ άλογο καβαλάρη
πούσαι ζωσμένος το σπαθί και το χρυσό κοντάρι
εσύ να πας στη Κύπρο μας να την ελευθερώσεις
και ένα μάθημ καλό μες στη Τουρκιά να δώσεις
           
            Ο ήχος, η μουσική και το τραγούδι αποτελούν κεντρικά στοιχεία στον Αγιο Δημήτρη και οι πρακτικές συμποσιασμού βρέθηκαν και εδώ όπως και αλλού στο επίκεντρο της προσφυγικής αλληλεγγύης (Danforth 1989; Herzfeld 1991:65). Το τραγούδι στις διάφορες μορφές του φαίνεται να αποτελεί ένα είδος ‘συναισθηματικής αγωγής’ για τους Μικρασιάτες όλων των ηλικιών του χωριού αυτού, αφού συνδέεται με όλα τα περάσματα της κοινωνικής ζωής: περιλαμβάνει νανουρίσματα, τραγούδια του γάμου και τα μοιρολόγια. Ετσι, ηθικές αξίες και κοινωνικά ‘πιστεύω’ αναπαρίστανται και δια-δραματίζονται μέσω του τραγουδιού.
            Δεδομένου ότι η φωνητική ιδιαίτερα μουσική αποτελεί μια ‘αναδυόμενη’, συνηθισμένη έκφραση της καθημερινότητας κάνει ταυτόχρονα αδύνατο κάθε σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στο ‘καθημερινό’ και το ‘τελετουργικό’ (ritual). Το άρθρο αυτό είναι αποτέλεσμα παρατήρησης σε ένα καθημερινό κυρίως πλαίσιο, αφορά δηλαδή εκδηλώσεις που δεν είχαν προγραμματιστεί ή σχεδιαστεί, αλλά συνέβηκαν στη  πορεία της καθημερινής ζωής. Τέλος, ορισμένα στοιχεία που εστιάζουν στην αφηγηματική διάσταση του τραγουδιού είναι αποτέλεσμα εθνογραφικής παρέμβασης και αφορούν κυρίως την πρώτη γενιά προσφύγων δεδόμενου ότι ο ρόλος της γενιάς αυτής είναι αποφασιστικός στη σφυρηλάτιση της Μικρασιάτικης ταυτότητας.
                        Οι άνθρωποι για τους οποίους αναφέρομαι δε δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα μουσικά είδη, ταξινομήσεις και ορισμούς αυτού του είδους. Αντίθετα ενδιαφέρονται πολύ για την ‘κοινότητα’ και το κέφι που επιτυγχάνονται δια μέσου των οικείων αυτών τραγουδιών και των πρακτικών συμποσιασμού απ’ τις οποίες, κατά κανόνα συνοδεύονται. Οι μουσικές αυτές επιτελέσεις, οι οποίες ενσωματώνουν ταυτόχρονα σύνθεση και εκτέλεση, κινούνται σ’ ένα πολύ ευρύτερο πεδίο από αυτό της διασκέδασης, και επειδή επιτελούν ταυτόχρονα πολλές κοινωνικές λειτουργίες συνιστούν πολυσημική κοινωνική δράση.
            Ενας δόκιμος τρόπος ταξινόμησης των τραγουδιών αυτών θα ήταν εκείνος που θα έπαιρνε υπ’ όψη του το πλαίσιο της επιτέλεσής τους: νανουρίσματα, νυφιάτικα, μοιρολόγια, της τάβλας. Και πάλι όμως τα πλαίσια αυτά δεν αποτελούν διαχωρισμένους τομείς κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον, συγκοινωνούντα δοχεία. Για παράδειγμα ο αμανές, το προεξέχον αυτό μουσικό είδος που πήρε το όνομά του απ’ το επιφώνημα αμάν - λέξη ευρείας καθημερινής χρήσης τόσο στην Ελληνική όσο και στη Τούρκικη γλώσσα - και κινείται στους ‘δρόμους’  της Βυζαντινής μουσικής παράδοσης, φαίνεται να διατρέχει όλα τα παραπάνω μουσικά είδη. Μια προσεκτική ματιά στις λέξεις κλειδιά και στα σύμβολα τα οποία ενεργοποιούνται σ’ αυτά τα τραγούδια με ώθησε να προσεγγίσω τις λέξεις ως το πρωταρχικό υλικό ανάλυσης μου και όχι τους στίχους ή ολόκληρα τραγούδια: οι λέξεις αυτές ‘ταξιδεύουν’ χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία απ’ το ένα είδος στο άλλο.

            Σήμερα, πάνω από εβδομήντα χρόνια μετά τη βίαια εκτόπιση απ’ τις εστίες τους όχι μόνο οι γέροι, αλλά ακόμα και οι νεότεροι ανάμεσά τους αναγνωρίζουν ορισμένα τραγούδια και σκοπούς ως δικά τους. Αυτά τα τραγούδια αποτελούν μέρος της ευρύτερης Μικρασιάτικης κληρονομιάς ή είναι έργα ‘χωριανών’  τραγουδουποιών ή τέλος συνδυάζουν και τα δυο. Αυτή ακριβώς η μουσική κληρονομιά φέροντας τον απόηχο ‘της πατρίδας’ ενεργοποιεί παράλληλα με το κέφι αισθήματα κοινότητας και ταυτότητας. ‘Τα δικά μας τραγούδια’, ‘τα Μικρασιάτικα τραγούδια’, σε κάποιες περιπτώσεις ‘τα Ρεϊσντεριανά τραγούδια’, απ’ τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής, ‘οι δικοί μας χαβάδες’, αναφερόμενοι στο σκοπό του τραγουδιού, είναι κάποιες απ’ τις εκφράσεις που χρησιμοποιούν για να τα ορίσουν. Δεδομένου όμως ότι η αυθεντικότητά τους ανάγεται στο παρελθόν οι πλέον ηλικιωμένοι τραγοδοποιοί έρχονται στο προσκήνιο της συγκρότησης του δια μέσου του τραγουδιού.
            Ορισμένα από αυτά τα τραγούδια ‘μιλούν’ για το χωριό καταγωγής τους το Ρεϊσντερε και τις γύρω πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως είναι τα Αλάτσατα, η Κάτω Παναϊα, τα Βουρλά, η Χίος, η Σμύρνη, η ‘Πόλη’. Άλλα τραγούδια όπως είναι η παράδοση των ‘Ρεμπέτικων’ ενεργοποιήθηκαν για να εκφράσουν προσφυγικά παράπονα. Πολύ συχνά τα τραγούδια τους κατακλύζονται από μια βαθειά νοσταλγία για τους αγαπημένους τόπους της παιδικής ηλικίας, τις χαμένες πατρίδες. Άλλα, αφηγούνται την εμπειρία του διωγμού και του αναγκαστικού εκπατρισμού. Η ιστορία των Ρεϊσντεριανών η ιστορία του ξεριζωμού και της φτώχειας, η ιστορία των κοινών βασάνων και της συλλογικής ταπείνωσης, η ιστορία του να γίνεται κανείς πρόσφυγας  - πράγμα που ισχύει και για πολλούς άλλους Μικρασιάτες - θα μπορούσε να ειπωθεί επαρκώς και με τα τραγούδια τους μόνο: ‘στο διωγμό τη μια στιγμή τραγουδούσαμε και την άλλη μοιρολογούσαμε’ θα μου πει μια ηλικιωμένη πληροφορήτρια που κατά τη διάρκεια του διωγμού ήταν στα είκοσί της. Θα μπορούσα λοιπόν να υποστηρίξω πως τα τραγούδια αυτά ήταν σε κάποιο βαθμό αποτέλεσμα απόγνωσης και ταυτόχρονα πράξη παρηγοριάς.
            Το κεντρικό μου επιχείρημα λοιπόν είναι πως το τραγούδι όπως κι άλλες μορφές ενσώματης επιτελεστικής επικοινωνίας είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά μέσα σφυρηλάτησης κοινωνικής μνήμης και συγκρότησης συλλογικοτήτων. Ως τέτοια είναι δυνατόν “ ... στο πλαίσιο ειδικών τοπικών συνθηκών να εγείρει όρια, [και] να τονίσει διαφορές ανάμεσα σε ‘μας’ και σ’ ‘αυτούς’ (Stokes 1994:6). Για το σκοπό αυτό το παρελθόν όχι μόνο ως γνώση, αλλά ως εμπειρία και αναπαράσταση ενός κοινού τόπου καταγωγής έχει ένα αποφασιστικό ρόλο να παίξει. Επιπλέον το πανυγήρι του ‘Αγίου Δημητρίου’ στις 26 του Οκτώβρη, προστάτη αγίου του χωριού, οι χοροεσπερίδες που οργανώνονται περιοδικά απ’ το σύλλογο νέων ή από την ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού λειτουργούν ως ισχυρές μεταφορές συγκρότησης της συμβολικής κοινότητας (Δες για παράδειγμα Caraveli 1985; Herzfeld 1985; Danforth 1989).
            Από αναλυτική σκοπιά η πρακτική του τραγουδιού αυτού που εκφράζει τοπικά γούστα λειτουργεί σε δυο επίπεδα τουλάχιστον: πρώτον, ως πράξη αφήγησης, αφού συμπαρουσιάζει και ‘δένει’ μεταξύ τους διασκορπισμένα αφηγηματικά θραύσματα και δεύτερον, ως πρακτική που συγκροτεί την κοινότητα και όχι μόνο αντίστροφα, όπως συνήθως προβάλλεται. Με άλλα λόγια όπως είναι σωστό να λέμε ότι διαρθρώνεται από την ‘κοινότητα’,  είναι το ίδιο σωστό να πούμε ότι το τραγούδι και οι πρακτικές που σχετίζονται μ’ αυτό συγκροτούν στο συμβολικό επίπεδο την ‘κοινότητα’ (Δες Stokes 1994:2; Seeger 1987)· με τα λόγια της Caravelli ‘κάνει την κοινότητα να γεννηθεί κατά τη διάρκεια της  επιτέλεσης’[10]. Από αυτή τη σκοπιά, ιδιαίτερα, το τραγούδι και “η μουσική δημιουργούν και συναρθρώνουν την ιδέα της κοινότητας” (Frith 1992:177;) και επιβάλουν με έντονο τρόπο το δεσμό της εντοπιότητας και της ταυτότητας πράγμα που έχει υποστηριχθεί για τον Ελληνικό χώρο (Caraveli 1985; Herzfeld 1985; Danforth 1989; Cowan 1990 & 1993), αλλά και για άλλες περιοχές του κόσμου (Abu-Lughod 1987; Finnegan 1989; Hall 1990).
            Στον Άγιο Δημήτρη το τοπικό αυτό τραγούδι συλλαμβάνεται, παράγεται και μεταβιβάζεται με το ‘αυτί’ και με το ‘στόμα’, κυρίως, αφού υπάρχουν ελάχιστα τραγούδια γραμμένα ή μαγνητοφωνημένα· τόσο τα τραγούδια όσο και οι αφηγήσεις σχετικά με το παρελθόν μεταβιβάζονται προφορικά. Μόνο δυο ωρών διάρκειας μαγνητοφωνημένες ταινίες ήταν ο καρπός της διερεύνησης μου σε αυτό το πεδίο. Όμως ένοιωσα μεγάλη έκπληξη όταν διαπίστωσα ότι οι ηλικιωμένοι κυρίως αφηγητές μου συνήθιζαν να ενσωματώνουν μικρά δύστιχα και σε ορισμένες περιπτώσεις ολόκληρα τραγούδια στις αφηγήσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο το τραγούδι αποτελεί σημαντική στρατηγική για την ανακατασκευή του παρελθόντος: η αφήγηση σταματούσε για να ακουστεί ένα ή περισσότερα δύστιχα το περιεχόμενο των οποίων γινόταν στη συνέχεια αντικείμενο αφηγηματικού σχολιασμού. Αυτή ή εναλλαγή λόγου-τραγουδιού, προσωπικής ιστορίας και κοινής μοίρας αποτελούσαν αναπόσπαστα μέρη μιας ενιαίας αφήγησης. Επιπλέον το περιεχόμενο του δύστιχου γινόταν συχνά η αιτία επικέντρωσης της αφήγησης: ο πληροφορητής ή η πληροφορήτρια ένοιωθαν την υποχρέωση να δώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τα ονόματα, τοπωνύμια, καταστάσεις που αναφέρονταν στο τραγούδι. Από αυτή την άποψη, και έχοντας κατά νου ότι τα τραγούδια απομνημονεύονται και αναπαράγονται πιο εύκολα από άλλες μορφές λόγου, η σημασία τους ως αυτόνομα ‘ θραύσματα’ τοπικής ιστορίας είναι μεγάλη.
            Η ποικιλία των ενδεχόμενων αναμνήσεων τις οποίες το τραγούδι μαζί με άλλα ‘οχήματα’ συλλογικής μνήμης μπορεί να φέρει στο φως με ώθησε να δώσω μεγαλύτερη προσοχή στις ‘φωνές’ των ιδιόρρυθμων αυτών αφηγητών. Στην ουσία, ήταν η παράδοση του ‘καταδιωγμένου’ και του ‘καταπιεσμένου’ που επέμενε να εμφανίζεται με το μανδύα αυτών των προφορικών τεχνασμάτων. Αυτού του είδους οι σχηματοποιημένες αναμνήσεις που ανακαλεί το τραγούδι αποτελούν ότι ο Geertz αποκαλεί ‘βαθύ παιγνίδι’ (Geertz  1973) αφού κάνει δυνατή γι’ αυτή την κοινωνική ομάδα την αυτογνωσία και αναπαράσταση η οποία είτε απαγορεύτηκε, είτε καταπιέστηκε στο πλαίσιο μιας δυτικόπληκτης εθνικής κουλτούρας και ιστοριογραφίας η οποία επίμονα απέκλειε κάθε ανατολίτικο στοιχείο. ‘Μόνο αυτοί που προέρχονται από απέναντι είναι σε θέση να νοιώθουν αυτά τα τραγούδια’ υποστηρίζουν οι κάτοικοι του Αγίου Δημητρίου. Το παρελθόν και η ταυτότητα σε αυτές τις συνθήκες φαίνεται να εγείρουν αξεπέραστα εμπόδια  στην ικανότητα της κατανόησης.
            Το τραγούδι αποτελεί μια επικοινωνιακή πρακτική και ως τέτοια ενεργοποιείται να αποκαλύψει ‘καλυμμένα αισθήματα’[11] και κοινωνικού χαρακτήρα παράπονα. Κάτω απο αυτές τις περιστάσεις το παρελθόν δεν συνιστά το απομακρυσμένο, α-χρονο βασίλειο των εθνικιστικών επιθυμιών, αλλά μάλλον ‘φτωχή πηγή’[12] που βασίζεται στη βιωμένη εμπειρία. Αυτή η άποψη είναι απόλυτα αντίθετη με τη θέση του Bloch ότι “δεν μπορείς να επιχειρηματολογήσεις με ένα τραγούδι” (Bloch 1989 37-38, έμφαση στο πρωτότυπο). Το επιχείρημα μου είναι ότι ιδιαίτερα στις προφορικές κοινωνίες το τραγούδι είναι επικοινωνιακή πρακτική μάλλον παρά ‘τέχνη’. Στον Άγιο Δημήτρη όπως συμβαίνει και με άλλα χωριά της αγροτικής Ελλάδας (Caraveli 1982; Cowan 1990), τόσο το τραγούδι όσο και ο χορός βρίσκονται στο κέντρο της κοινωνικότητας, η οποία αν και είναι πολύ ευαίσθητη είναι τόσο σημαντική σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον ανταγωνιστικότητας, αλλά και έντονης εξάρτησης.
            Οι τραγουδοποιοί της πρώτης γενιάς προσφύγων συνηθίζουν να χρησιμοποιούν ένα μεγάλο ρεπερτόριο από προϋπάρχοντα σχήματα τα οποία συνηθίζουν να τα ‘γεμίζουν’ κατά τη διάρκεια επιτέλεσης. Τα σχήματα αυτά που αφορούν τη μελωδία, τις μεταφορές και τις εικόνες δεν είναι απλά και μόνο τεχνικές σύνθεσης αλλά αποτελεσματικοί τρόποι ανάκλησης κοινωνικών σημασίων. Με αυτή την έννοια το μήνυμα συγκροτείται στη συνάντηση του κοινωνικού με το μουσικό σαν αποτέλεσμα μιας “διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στη διαμόρφωση των [μουσικών] στυλ και της καθημερινή ζωής” (Blacking 1974:47 δες επίσης Feld 1982).
            Το μοναδικό μουσικό όργανο που χρησιμοποιείται από εκπροσώπους της πρώτης γενιάς προσφύγων είναι το ταψί, το ίδιο ταψί που σ’ άλλες συνθήκες χρησιμοποιείται για το φούρνο. Αν και η χρήση του σήμερα είναι περιθωριακή εξακολουθεί να φέρει έντονα τον απόηχο ενός μυθοποιημένου παρελθόντος. Η στένη του σχέση με τις καλές, περασμένες στιγμές ανακαλεί ιστορίες και συναισθήματα που έχουν όμως κοινοτικό χρώμα. Από αυτή την άποψη, το παίξιμο του ταψιού, μια συνήθεια που ‘εμείς φέραμε απ’ την πατρίδα’, όπως συνηθίζουν να λένε, ανακαλεί το οικείο παρελθόν και παροτρύνει τους χωριανούς να θέσουν στο χορό, ανάμεσα στ’ άλλα, την ενσώματη ‘κοινότητα’ τους. Ακόμη, το γεγονός της διπλής χρήσης του ταψιού ως σκεύους και ως μουσικού οργάνου είναι δείγμα μιας κουλτούρας των φτωχών. Τέλος, η μονάδικότητά του ως μουσικού οργάνου στο πλαίσιο του νησιού το καθιερώνει ως έμβλημα της κοινωνικής ταυτότητας της ομάδας.

            Ενεργώντας ως ποιητές της καθημερινής τους ζωής οι ‘Ρεϊσντεριανοί’ συνθέτουν τα τραγούδια τους σε μια γλώσσα που μέσω της φαντασίας συγχωνεύει τη τοπική ιστορία με τη καθημερινή εμπειρία. Η ποιητική, ανακλητική λειτουργία των λέξεων απ’ τις οποίες είναι φτιαγμένα αυτά τα τραγούδια ξαναπαρουσιάζει ένα παρελθόν το οποίο δεν έχει πλήρως ‘αποκατασταθεί’. Σ’ αυτή την προοπτική πραγματικά γεγονότα διαπλέκονται αξεδιάλυτα με όνειρα, μύθους και αγίους οι οποίοι ενεργούν για δική τους χάρη. Κατά συνέπεια το τραγούδι μπορεί να θεωρηθεί ως μυθοποιητική αφηγηματική πρακτική και επιτέλεση δράματος. Για το σκοπό αυτό το οικείο γίνεται ξένο και το μακρυνό γίνεται οικείο· σε αυτό το πλαίσιο, ‘πατρίδα’ θεωρείται η Μικρά Ασία και όχι η Ελλάδα, και πιο ειδικά το χωριό καταγωγής, το Ρεϊσντερε, και όχι το χωριό που κατοικούν, ο Άγιος Δημήτρης.
            Οι Εθνομουσικολόγοι έχουν πειστικά υποστηρίξει ότι η μουσική “ ... αφορά στην ουσία ανθρώπινα συναισθήματα και εμπειρίες, και [ότι] τα πρότυπά πολύ συχνά προέρχονται απ’ την ασυνείδητη πνευματική ζωή ...” (Blacking 1974: x) μια ιδέα που αποκαθιστά την ενότητα ανάμεσα στη κοινωνική και τη ‘μουσική ζωή’. Γι’ αυτό, τόσο τα τραγούδια, όσο και οι ιστορίες που εντάσσονται στην ίδια αφηγηματική προοπτική συνθέτονται, σε κάποιο βαθμό, κατά τη διάρκεια της επιτέλεσης, αφού εστιάζουν στο ενδιαφέρον και τη γνώση του κοινού. Το γεγονός αυτό κάνει αναγκαία την αξιοποίηση προϋπάρχοντος υλικού που ανήκει στην ‘κοινότητα’.  Το υλικό αυτό αφορά τη διαφορετική κάθε φορά διάταξη ‘θραυσμάτων’ λόγου και σχημάτων επανάληψης και την, μέσω της μετωνυμίας και μεταφοράς, διαφορετική επαναδιαπραγμάτευση τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, ορισμένες φορές είναι αρκετή η αλλαγή του ονόματος και μόνο, όπως θα φανεί  απ’ τις παραλλαγές του παρακάτω στίχου:
            Ανάθεμάσε βρε Κεμάλ και συ και η Τουρκία
            δύο φορές μας διώξατε απ’ τη Μικρά Ασία
Σε μια δεύτερη εκδοχή αυτός ο στίχος παίρνει την εξής μορφή,
            Ανάθεμάσε βασιλιά και συ και η Τουρκία
            δύο φορές μας διώξατε απ’ τη Μικρά Ασία
Σε μια τρίτη εκδοχή η Τουρκία αντικαθίσταται απ’ την Αγγλία (Ανάθεμάσε βρε Κεμάλ και συ και η Αγγλία ... ), ενώ σε μια τέταρτη ο Κεμάλ αντικαθίσταται απ’ την Αμερική (Ανάθεμάσε Αμερική και συ και η Τουρκία ... ).
            Ενώ όμως οι τρεις πρώτες εκδοχές είναι κατανοητές σύμφωνα με τις σύγχρονες με το διωγμό διαμαρτυρίες και παράπονα, στην προφορική τουλάχιστον εκδοχή τους, η τέταρτη δεν είναι. Με βάση τις παραλλαγές αυτού του στίχου οι πρόσφυγες στρέφονται ενάντια στη Τουρκία, το Κεμάλ, το βασιλιά Κωνσταντίνο και τους δυτικούς συμμάχους ως υπεύθυνους της Καταστροφής και αίτιους των δικών τους κακών. Αντίθετα, η Αμερική δεν αναφέρεται σε άλλες προφορικές μαρτυρίες στις οποίες συχνά έρχονται στο προσκήνιο η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία[13]. Όμως, αυτή η αντικατάσταση θα μπορούσε να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο του αντιαμερικανισμού της μεταχουντικής πολιτικής σκηνής της Ελλάδας της δεκαετίας του ΄70. Όμως, αυτό το οποίο έχουν κοινό όλοι αυτοί οι στίχοι συμπεριλαμβανομένου και του τέταρτου είναι η ενεργοποίησή τους ως μορφές κοινωνικής  διαμαρτυρίας. Αν και αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να θεωρηθεί ασήμαντη δεν είναι η μοναδική. Στο ίδιο αναλυτικό πλαίσιο θα μπορούσε να τοποθετηθεί ο στίχος της σελίδας (7) που εκφράζει συναισθήματα συμπάθειας στους Κύπριους πρόσφυγες. Ακόμη, ο επόμενος στίχος προστέθηκε στο ‘μοιρολοϊ’ για τη ‘χαμένη Ανατολη’ (δες σελ. 16-17) ο οποίος όμως στη συνέχεια αφαιρέθηκε  γιατι θεωρήθηκε ακατάλληλος για την υπόθεση της Μικράς Ασίας:
            Αλοίμονό μας βρε παιδιά τι μας επιφυλάσει
            Ο Reagan που μας έφερε ξανά τη νέα τάξη
Όχι μόνο τραγούδια αλλά και τα κάλαντα των Χριστουγέννων μετασχηματίστηκαν για την αφήγηση του δράματος της προσφυγιάς. Είναι ενδιαφέρον να ‘διαβάσει’ κανείς την αλλαγή αυτή στο αφηγηματικό της πλαίσιο:
Μια φορά, ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και μαζευτήκαμε στη Χίο 4-5 προσφυγόπουλα να πούμε τα κάλαντα. Σκεφτήκαμε λοιπόν πως και τον Αγιο Βασίλειο θα τον είχαν διώξει απ’ το μέρος που γεννήθηκε την Καισάρεια ... έτσι λοιπόν λόγο στο λόγο, λίγο ο ένας λίγο ο άλλος συντάξαμε καινούργια κάλαντα και αρχίσαμε να τα λέμε πορτα - πόρτα,
            Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
            χάλασε ο κόσμος και ο ντουνιάς
            κι αρχή καλός μας χρόνος
            εξορίστηκε ο κόσμος
            γυρίζουμε σαν τα πουλιά
            και που να φτιάξουμε φωλιά
            που όλο μας την χαλούνε
            και δεν θέλουν να μας δούνε
Εκεί να σ’ έχω να δείς τί έγινε ... αρχίσανε να κλαίνε όχι μόνο οι πρόσφυγες, αλλά και οι ντόπιοι ... αλλά αυτά τα πράγματα ήταν αλήθεια ... αφού εγώ πήγαινα στο σχολείο και κάθε φορά που γύριζα στο σπίτι έπρεπε να ψάξω να βρώ τους γονείς μου γιατί άλλαζαν σπίτια και τους έχανα ... είναι στ’ αλήθεια πολύ δύσκολο να εξηγήσω τι συνέβαινε. Αργότερα συνηθίζαμε να τραγουδάμε το παρακάτω τραγούδι:
            Φύγαμε απ τη Μικρά Ασία
            μέσα στη Καταστροφή
            και γυρίσαμε στην Ελλάδα όλοι οι Έλληνες φτωχοί
            Μας εκτύπησε η μοίρα ξαφνικά ένα πρωϊ
            και απ’ τις παράγκες τώρα
            αναρχίσαμ’ τη καινούργια μας ζωή
            κατορθώσαμε να κάνουμε
            κα το πόνο μας χαρά
            και δεν σκύψαμ’ το κεφάλι
            στη παλιά μας συμφορά
Ένα άλλο τραγούδι γνωστό στο πανελλήνιο ήταν από κείνα που αγαπούσαμε
            Εγώ είμαι προσφυγάκι αχ το λέω
            που με διώξαν απ’ τη Σμύρνη κι όλο κλαίω
            πότε φτωχεια πότε πλούτη
            έμαθα να παίζω ούτιστο ‘Καφέ -Αμάν’
            κι ωχ αμάν, αμάν          
            Εγώ είμαι προσφυγάκι αχ το λέω
            τη πατρίδα μου θυμούμαι κι’ όλο κλαίω
            πότε φτωχεια πότε πλούτη ...
            Με άλλα λόγια, τα τραγούδια ως ‘αναδυόμενες μεταφορές’[14] και αφηγηματικά τεχνάσματα εμπεριέχουν διαφορετικές χρονικότητες, διακηρύξεις και παράπονα. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ποιητικής ικανότητας του τραγουδοποιού η οποία όμως κάνει δυνατή την παρουσίαση άλλων παρόντων. Επιπλέον η παρουσίαση αυτή δεν καθίσταται δυνατή μόνο μέσω της ‘ανάκλησης’ αυτού που η κοινότητα ήδη γνωρίζει, αλλά και της διάχυσης, εμβάθυνσης και ‘παγώματος’ αυτού που ενδεχόμενα έχει απωθηθεί από την επίσημη μνήμη. Οποιαδήποτε ανάλυση λοιπόν των ιδιόμορφων αυτών κειμένων θα πρέπει να εστιάσει το ενδιαφέρον της πέρα από τις κειμενικές δομές τους. Οι κειμενικές αναλύσεις, όπως τουλάχιστον έγιναν γνωστές απ’ το δομισμό του Levi-Strauss και σε κάποιο βαθμό απ’ τα επίπεδα περιγραφής του R. Barthes (1993:257 έμφαση στο πρωτότυπο), δεν είναι αρκετές για την κατανόηση αυτών των ‘προφορικών κειμένων’, αλλά μόνο στο βαθμό που κανείς τα διερευνά στο πλαίσιο των βιωμένων καταστάσεων που περιγράφουν: είναι αυτό που τα κάνει πειστικά ως θραύσματα προφορικής ιστορίας.
            Οι τραγουδοποιοί αυτής της γενιάς δεν έχουν κάποια μουσική παιδεία από τυπική άποψη ούτε κάποια σαφή, συστηματική θεωρία μουσικής. Τόσο η ‘παραγωγή’ μουσικής όσο και η μάθησή της δεν είναι διακεκριμένες δρατηριότητες, αλλά και οι δυο είναι συνιστώσες μιας ενιαίας μουσικής επιτέλεσης. Για να γίνει κανείς ικανός τραγουδοποιός θα πρέπει να έχει υπάρξει προσεκτικός, ευαίσθητος ακροατής πράγμα που επιβάλλεται από το διαλογικό συμμετοχικό χαρακτήρα αυτών των πρακτικών. Ακόμη, για να είναι κανείς ικανός τραγουδιστής σύμφωνα με την τοπική κοινωνία θα πρέπει να είναι παθιασμένο άτομο παρά να έχει θεωρητικές μουσικές γνώσεις· είναι ζήτημα συναισθήματος μάλλον παρά γνώσης. Με αυτή την έννοια το τραγούδι γίνεται το ‘όχημα’ ανθρώπινων συναισθημάτων και παθών και όχι απλό μέσο έκφρασης της σκέψης. ‘Για να τραγουδήσει κανείς δεν φτάνει να γνωρίζει τα λόγια του τραγουδιού’ συνήθιζαν να λένε γελώντας, αλλά θα πρέπει να έχει καημό, να κατέχεται μ’ άλλα λόγια από την ανάλογη συναισθηματική προ-υπόθεση. Κατά συνέπεια, το επόμενο μοιρολόϊ - σύνθεση του Κ. Μαυράκη, ενός ηλικιωμένου πρόσφυγα - στο ‘σκοπό’ του ‘αμανέ’ αποτελεί ύμνο της συμβολικής κοινότητας που ξαναζωντανεύει ρητορικά και δραματικά το συναίσθημα του ανήκειν.


Ένα μοιρολόϊ για τη χαμένη Ανατολή και η επιστροφή του ‘διωγμένου’.
Τα τραγούδια είναι λόγια τα λεν’ οι πικραμένοι
τα λεν’ να φύγει το κακό μα το κακό δεν φεύγει[15]
            Καημένη μου Ανατολή σου φύγανε τ’ αηδόνια
            και πήγαν και τραγούδησαν σε ξένα περιβόλια
            Παναγιά μου παρηγόρα τα ξενάκια πούρθαν τώρα
            καημένη μου Ανατολή αμάν αμάν καήκαν τα χωριά σου
            φύγαν τα παληκάρια σου που ήταν παρηγοριά σου
            Παναγιά μου Παναγιά μου παρηγόρα τη καρδιά μου
            Ξενητεμένο μου πουλί καημένο μου γεράκι
            η ξενητιά σε χαίρεται και γώ πίνω φαρμάκι
            Παναγιά μου Παναγιά μου παρηγόρα τη καρδιά μου
            της τύχης μου ήταν γραφτό κι αυτό να το περάσω
            να γεννηθώ στο τόπο μου στα ξένα να γεράσω
            Παναγιά μου Παναγιά μου παρηγόρα τη καρδιά μου
            τα ήχτιζα βουλήσανε κι οι κόποι μου χαθήκαν
            και εκείνα που επότιζα κι εκείνα μαραθήκαν
            Θεέ μου πως τη δέχτηκες την αδικία τούτη
            μες σε χριστιανικά χωριά να κατοικούνε Τούρκοι
            Η ‘από πρώτο χέρι’ παρουσίαση μιας τόσο οδυνηρής εμπειρίας δεν μπορεί  παρά να είναι δραματική ανα-παράσταση ενός παρόντος-παρελθόντος. Αυτού το είδους οι επιτελέσεις ξαναζωντανεύουν μνήμες όχι μόνο στους ανθρώπους που είχαν μια άμεση εμπειρία των τραγικών γεγονότων που εξιστορούνται, αλλά και σέ αυτούς που η συν-πάθειά τους βασίζεται σε προηγούμενες επιτελέσεις και αφηγήσεις αγαπημένων προσώπων. Οδυνηρά γεγονότα τέτοια όπως το κάψιμο του χωριού και ο θάνατος αγαπημένων προσώπων όχι μόνο όπως βιώθηκε άμεσα, αλλά και όπως ανα-βιώθηκε μέσω της αφήγησης και της φαντασίας αποτελούν τις συνιστώσες του κοινού δράματος. Πραγματικά γεγονότα διαπλέκονται με φανταστικά - όπως για παράδειγμα η επίκληση των θρησκευτικών συμβόλων - με αξεδιάλυτο τρόπο.
            Ακούγοντας αυτό το μοιρολόι ένοιωσα πως ο άνθρωπος απέναντί μου, που έβαινε προς το τέλος της ζωής, συγκινημένος σταδιακά απ’ τα ίδια τα λόγια του μου αφηγόταν με τον πλέον συνοπτικό και ποιητικό τρόπο την ίδια του τη ζωή. Αν και η αφήγηση αυτή γινόταν σε πρώτο πρόσωπο στην ουσία αφηγόταν το δράμα μιας πολύ ευρύτερης κοινωνικής ομάδας αποσκοπώντας, μέσω της συν-κίνησης κοινών ‘συναισθηματικών δομών’[16], στη συν-πάθεια. Η ποιητική μ’ αυτή την έννοια δεν ανήκει μόνο στη μελέτη της γλώσσας, αλλά στη γενικότερη σημειωτική των κοινωνικών σχέσεων και της αναπαράστασής τους (Jakobson 1963; Herzfeld 1985) στις οποίες αναγκαστικά εμπλέκεται η δραματικά βιωμένη ιστορία. Από αυτή την άποψη περασμένα βάσανα και τρέχοντα παράπονα διαρθρώνονται με τρόπο όχι διακριτό για να δραματοποιηθούν μεσω της υλικότητας της φωνής και να αρθρώσουν το λόγο του καταδιωγμένου και του καταπιεσμένου. Τέλος, είναι η υλικότητα της φωνής “η υλικότητα του ίδιου του σώματος που μιλά τη μητρική του γλώσσα” (Barthes 1990:295), το δικό του πάθος στη διπλή του έννοια, μια συνάντηση της γλώσσας με ένα διαρκές πόνο, αυτό που κάνει τον ήχο της μεστό σε νόημα. Παρατηρώντας την παλινδρομική κίνηση του σώματος του ‘τραγουδιστή’ με έκανε να θυμηθώ την ‘συμπεριφορά’ του σώματος που μοιρολογεί, αλλά και τη συν-κίνηση του σώματος που θρηνεί σε παραστάσεις τραγωδίας.
            Ο ‘τραγουδιστής’ διευκρίνησε ότι αυτός ο ίδιος συνέθεσε το μοιρολόι αν και ‘πήρε’ τον πρώτο στίχο από κάποιο άλλο τραγούδι ευρύτερα γνωστό και στη συνέχεια πρόσθεσε τους υπόλοιπους στίχους. Το συνέθεσε στο σκοπό του αμανέ και πιο ειδικά του αμανέ κατάλληλου για μοιρολόι. Ο αμανές είναι το είδος εκείνο του τραγουδιού με βάθος που όπως θα υποστήριζε ο Barthes “φτάνει στο αυτί κατευθείαν με την ίδια κίνηση ... σαν να ερχόταν δια μέσου του ίδιου δέρματος που συνέδεε την εσωτερική σάρκα του τραγουδιστή με τη μουσική που τραγουδά” (Barthes 1990:295). Επειδή πιστεύεται ότι είναι ένα δύσκολο μουσικό είδος θεωρείται  ότι είναι η ένδειξη τελειοποίησης του τραγουδιστή. Το εξέχον χαρακτηριστικό στην επιτέλεση του αμανέ είναι η ανθρώπινη φωνή η οποία εμπλέκει άμεσα το σώμα και τον ‘εσωτερικό εαυτό’ του τραγουδιστή. Ως τέτοια “είναι ο όγκος της ομιλούσας και τραγουδούσας φωνής, το διάστημα στο οποίο οι σημάνσεις βλασταίνουν” (ο.π. 295), είναι η υλικότητα της ίδιας της φωνής που αρθρώνει το συναίσθημα και όχι απλά και μόνο το αναφορικό μήνυμα του λόγου. Αυτού του είδους οι τραγουδιστές - δεν είναι πολλοί στον Άγιο Δημήτρη - κατονομάζονται, γίνονται αντικείμενα σχολιασμού και οι δυνατότητές τους αναλυτικά συγκρίνονται.
            Αυτή η πολύ αξιόλογη και σε μεγάλο βαθμό Ανατολίτικη φωνητική μουσική αποτελεί συμβολική πρακτική συν-ταύτισης και αλληλοαναγνώρισης ανάμεσα στους Μικρασιάτικους πληθυσμούς. Παρά την κεντρική θέση που κατέχει στον Αγιο Δημήτριο δεν υπάρχει συμφωνία για το ποια τραγούδια είναι αμανέδες και ποια όχι. Η σχέση της όμως με τη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική - ‘το χωριό’ ήταν πολύ γνωστό για τους καλλίφωνους ψάλτες και τραγουδιστές’ συνηθίζουν να λένε - τη μεταφέρει στο πεδίο του θρησκευτικού και του μυστικιστικού. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο παπα-Μανώλης, ο παπάς του Αγίου Δημητρίου είναι ένας από τους πιο ικανούς ‘εν ενεργεία’ αμανετζήδες.
            Το γεγονός όμως ότι αποτελεί κοινό μουσικό γούστο για τους Έλληνες και τους Τούρκους φαίνεται να αποτελεί ενοχλητική διαπίστωση για τις αρχαιόπληκτες ελίτ που ονειρεύονται την εθνική καθαρότητα και πάνε τόσο μακριά - χρονολογικά και μεταφορικά - υποστηρίζοντας ότι ο αμανές είναι λείψανο του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Ιστορικά ο αμανές συνδέεται με τη μη δυτική πλευρά του λαϊκού πολιτισμού, το Ρωμαϊκό και Βυζαντινό ανατολίτικο παρελθόν, και γι’ αυτό ακριβώς αγνοήθηκε απ’ τις ηγετικές ελίτ που παρέμειναν σταθερά προσανατολισμένες στη ‘πολιτισμένη’ δύση. Η ειρωνία είναι, αυτού του είδους το τραγούδι αποτελεί πολύ οικείο είδος έκφρασης για μεγάλη μερίδα πληθυσμού, Μικρασιάτικου και μη, παρά το γεγονός ότι παραπέμπει στο κοινό ‘μας’ με την Τουρκία παρελθόν, η οποία στα πλαίσια του πολιτικού λόγου θεωρείται εχθρός ‘μας’.
            Προφανώς, η καταπίεση μιας εξαιρετικά οικείας έκφρασης και μνήμης μεταλλάχτηκε σε μια αποφασιστική εκδήλωση της δισημίας (Herzfeld 1985 & 1987) του λαϊκού πολιτισμού. Αυτή η αμφισημία γίνεται καλύτερα κατανοητή στην παρακάτω συζήτηση ανάμεσα σ’ ορισμένους από τους γνωστούς Ελληνες μουσικοσυνθέτες[17]:
Ελληνιάδης: Έχω την εντύπωση ότι μετά το 22 στην Ελλάδα δεν γράφονται και δεν κυκλοφορούν πολλά τραγούδια με θέμα την καταστροφή.
Δραγούμης: Είναι κάτι τόσο οδυνηρό που κανένας δεν θέλει να το θυμάται. Ωστόσο υπάρχουν ορισμένες αναφορές. Εμείς το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, έχουμε ηχογραφήσει ένα ωραίο μοιρολόι για την πυρκαγιά της Σμύρνης και κάποιο άλλο για τις φοβερές σφαγές που γίνανε στο Αϊβαλί.  Αλλά νομίζω ότι το μοιρολόι για το δράμα που μας συνέβη πρέπει να το αναζητήσουμε ιδίως στον αμανέ της εποχής εκείνης. Οι αμανέδες χωρίς να μιλάνε ειδικά για την καταστροφή, θρηνούν για τη δυστυχία που προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
Κουνάδης: Πολύ λίγα τραγούδια μιλάνε γι’ αυτή καθ΄ εαυτή την καταστροφή, αλλά γενικότερα το κλίμα που αποδίδει το τραγούδι μετά το 1922, με 400-500 αμανέδες που βγαίνουν σε δίσκους και μιλάνε για θάνατο και θλίψη, φανερώνει μια κατάσταση. Στη Σμύρνη δεν πρέπει να είναι τόσοι πολλοί οι αμανέδες πριν την καταστροφή όσο γίνεται εδώ κυρίαρχο στοιχείο για μια δεκαετία! Όλοι οι σπουδαίοι τραγουδιστές τραγουδάνε αμανέδες. Ένα 99% των αμανέδων είναι ένα μοιρολόι.
Δραγούμης: Τα 3/4  των αμανέδων βασίζονται σε κείμενα που είναι τόσο γενικά ώστε να μπορούμε να τα εννοήσουμε σαν τραγούδια για μια προσωπική συμφορά μέχρι και το χαμό ενός ολόκληρου λαού.
Ελληνιάδης: Αυτό το φαινόμενο που συναντούμε στην Ελλάδα, η περιφρόνηση του αμανέ με την κατηγορία “τούρκικο” ...
Δραγούμης: Ο αμανές είναι ανατολίτικος, τόσο ελληνικός όσο και τούρκικος (εμφαση στο πρωτότυπο). Οι Έλληνες ανήκουν και στην Ανατολή κι αυτό κάνουμε πολύ άσχημα να το ξεχνάμε.
Ελληνιάδης: Υπάρχουν και στη Μικρά Ασία πριν το ΄22 κάποιες κοινωνικές ομάδες που το θεωρούν υποδεέστερο είδος;
Δραγούμης: Υπήρχαν οπωσδήποτε κάποιοι κύκλοι πλουσίων μεγαλοτραπεζιτών στη Σμύρνη που το περιφρονούσαν.
Ελληνιάδης: Γραπτά τέτοια υπάρχουν;
Δραγούμης: Υπάρχει ένα κείμενο του Φαίδρου που δεν χτυπάει τον αμανέ αλλά προσπαθεί να υποστηρίξει ότι είναι αρχαίος ελληνικός! Κάπου υπάρχει μια παραχάραξη. Δεν ξέρουμε από που προέρχεται ο αμανές και ούτε θα το μάθουμε ποτέ. Το γεγονός είναι ότι ο αμανές είναι ένα απ’ τα ανώτερα είδη τραγουδιού που υπάρχουν σ’ αυτό το χώρο. Έχει πάρα πολύ μεγάλη συγκινησιακή δύναμη· ενώ είναι λαϊκή μουσική χρησμοποιεί τα μακάμια της κλασσικής μουσικής, έχει μια φόρμα με σωστές αναλογίες και κυριώς αποτελείται απο πλούσιους αυτοσχεδιασμούς. Υπάρχουν πάρα πολύ σημαντικά στοιχεία στον αμανέ. Ο αμανές είναι ανώτατο είδος τέχνης. Μέσα στα πλαίσια τς λαϊκής τέχνης, βεβαίως. Γι’ αυτό το να τραγουδάς καλά αμανέ εθεωρείτο κάτι πάρα πολύ σπουδαίο.
Κουνάδης:  Ήτανε το κριτήριο του μεγάλου τραγουδιστή.
Προφανώς, τόσο ο αμανές όσο κι άλλες κοινές με τον ‘προαιώνιο εχθρό’ οικείες πρακτικές διαθλασμένες μέσα από εθνικιστικές διακηρύξεις έκαναν δυνατή και καλλιέργησαν την αμφισημία αυτή που ταλαντεύεται ανάμεσα στην απόρριψη της ως ‘Τούρκικο είδος’ και την οικειοποίηση ως ‘αρχαία Ελληνική’ τέχνη.
            Επιπλέον, το όνομα αμανές προέρχεται απ’ την ουσιαστικοποίηση του επιφωνήματος αμάν, το οποίο είναι κοινό στην Ελληνική και τη Τούρκικη γλώσσα και εκφράζει διαρκή πόνο. Και στο μοιρολόι αυτό όπως και σε άλλα μοιρολόγια και τραγούδια το ‘αμάν’ αποτελεί το ψήγμα της φωνής που επαναλαμβάνεται σ’ όλο το τραγούδι. Εκτός απο τα μοιρολόγια το ‘αμάν’ το συναντά κανείς σε πολλά άλλα τραγούδια που διαπραγματεύονται επίπονες καταστάσεις με διάρκεια όπως απώλεια, ανεκπλήρωτα συναισθήματα αγάπης και χωρισμό. Η ‘προς τα έσω’ διευθυνόμενη ερμητική προσοχή του ανθρώπου που υποφέρει κάνει κεντρικό το σώμα σε αυτού του είδους τα τραγούδια.  Στις περιπτώσεις αυτές όπως συμβαίνει και στην επιτέλεση του φλαμένκο “το άτομο όταν υποφέρει αποκόβει την προς τα έξω (εκστατική) προσοχή του, και αρχίζει να διερευνά, να νοιώθει και να κραυγάζει εσωτερικές πραγματικότητες ... Οι σωματικές  αποτυχίες ενισχύουν εκτεταμένους και επαναλαμβανόμενους μονόλογους μιας εσωστρεφούς σωματικής ομιλίας” (Washabaugh 1994:86).
            H προϋπόθεση για την επιτέλεση του αμανέ είναι ο καημός, ένα διαρκές πάθος, μια έντονη επιθυμία, μια ενσώματη προδιάθεση. Έτσι λοιπόν η επιτέλεση του τραγουδιού αυτού συνεπάγεται μια ορισμένη κατάσταση της ύπαρξης, μια συναισθηματική προδιάθεση, ένα σώμα που υποφέρει. Ακόμη, αυτή η εσωτερική προδιάθεση και επιθυμία δεν απευθύνεται αναγκαία σε κάποιο ακροατήριο. Γι’ αυτό, όπως μου είπαν ‘είναι πολύ δύσκολο να συναντήσεις κάποιους αμανετζήδες όταν τραγουδούν ... για να συμβεί αυτό θα πρέπει να τους συναντήσεις την κατάλληλη στιγμή’. Γι’ αυτό, υποθέτω, δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να συναντήσω ποτέ ορισμένους από αυτούς όταν τραγουδούσαν. Γι’ αυτο τέλος, υποστηρίζω, ο αμανές θεωρήθηκε το κατάλληλο μουσικό είδος για να θρηνήσουν την ‘χαμένη Ανατολή’ και να εκφράσουν με αυτό το τρόπο το συλλογικό καημό. Τόσο το ουσιαστικό ‘καημός’  όσο κα το επίθετο ‘καημένος’ προέρχονται από το ρήμα καίομαι διατυπωμένο σε διαρκές ενεστώτα: είμαι σε κατάσταση οδύνης εξ αιτίας της διαρκούς ‘παρουσίας’ μιας οδυνηρής απουσίας, μιας εφ’ όρου ζωής απώλειας.

Τα τραγούδια ως μεταφορές του παρελθόντος στο παρόν
Απ’ την εποχή του Ομήρου ως μεταφορά θεωρήθηκε αυτό το στοιχείο της ποιητικής το οποίο αποδίδει γνώση· η χρήση της αποκαθιστά αντιστοιχία μεταξύ των, αρχικά, πλέον απομακρυσμένων πραγμάτων (έμφαση στο πρωτότυπο)[18].

            Εξετάζοντας τις μεταφορές που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό το τραγούδι μπορεί να εξάγει κανείς ορισμένα θεμελιώδη συμπεράσματα. Στην ανθρωπολογική βιβλιογραφία οι μεταφορές έχουν θεωρηθεί ότι παρέχουν ‘μια ταυτότητα για ατελή υποκείμενα’ (Fernandez 1974:133), ‘ως σχήματα που περικλείουν ένα παράδοξο’ και ως ‘επινοήσεις που αποκαλύπτουν’ (Herzfeld 1979:286) και διασαφηνίζουν την ατελή  πραγματικότητα που σημαίνουν. Με βάση αυτή την ‘αποκαλυπτική’, διευκρινιστική σχέση των μεταφορών σε σχέση με την πραγματικότητα που σημαίνουν που δεν απαιτεί παραπέρα ερμηνεία, τουλάχιστο για το αυθεντικό κοινό στο οποίο απευθύνονται, προσεγγίζω τις μεταφορές και όχι ως σημείο-αναπαράσταση κάποιας αντικειμενικής παραγματικότητας. Το επιχείρημα αυτό συνεπάγεται ότι το σημαινόμενο μπορεί να αναπαρασταθεί, να αποκαλυφθεί, μέσω μιας ποικιλίας μεταφορών, σημαινόντων, η επιλογή όμως ορισμένων μεταξύ αυτών που διαθέτει μια κοινωνική ομάδα δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά ένα ζήτημα πολιτισμικής σημασίας. Συνοπτικά, οι μεταφορές συνιστούν υλικό κεντρικής αναλυτικής σημασίας.
            Από αυτή τη σκοπιά οι πρόσφυγες αναπαρίστανται ως αηδόνια που είναι καλά όχι μόνο για το τραγούδι τους αλλά και ως αντικείμενα (στη βασική σημασία της λέξης) καταδίωξης. Στο ίδιο πλαίσιο η κατοικία τους γίνεται αντιληπτή ως φωλιά εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο μια άμεση, οικεία προσωπική σχέση. Ακόμη, η Ανατολή παρουσιάζεται ως μητέρα της οποίας τα παλληκάρια έφυγαν ενισχύοντας έτσι το δράμα της. Η παρουσίαση της Μικράς Ασίας ως μητέρας απαιτεί ορισμένα σχόλια όχι μόνο εθνογραφικής, αλλά και ψυχαναλυτικής φύσης. Ενώ τα σκληρά γεγονότα της ζωής όπως η απώλεια, ο χωρισμός και ο θάνατος αφορούν εξίσου και τα δυο φύλα, το πρόσωπο της μητέρας[19] ως η μητέρα προσφύγων και μεταναστών θεωρήθηκε κατάλληλο σύμβολο για να αναπαραστήσει την ‘καημένη Ανατολή’.  Επιπλέον η Ανατολή δεν είναι γεωγραφικός χώρος, αλλά πολιτισμικός τόπος πλήρης από παιδικές αλλα και ‘αφηγηματικές’ μνήμες. Το συναίσθημα του ανυπόφορου χωρισμού και της απώλειας ενισχύεται από την επαναλαμβανόμενη χρήση του όρου ξένος στις διάφορες εκδοχές του (ξενιτειά, ξενάκια, ξένα περιβόλια κ.ο.κ), που συνιστούν ότι ο Barthes χαρακτήρισε ως ‘πυρηνικές’ και ‘δαντελωτές λέξεις’.
            Λαμβάνοντας υπ’ όψη την εκτεταμένη εμπειρία της μετανάστευσης σε αυτή την κοινότητα, τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική, είναι κατανοητή η ‘επίστρατευση’ στίχων από τα τραγούδια ‘της ξενιτειάς’, για να αναπαραστήσει αυτή την οδυνηρή εμπειρία ως “ζωντανό χωρισμό ... [όπου κάποιος] μπορεί να διατηρεί ελπίδα για την επιστροφή του” (Danforth 1982:94). Από αυτή την άποψη ‘η ξενιτειά’ αποτελεί μια “σημαντική εικόνα στα ελληνικά μοιρολόγια” [συνεπαγόμενη] “τη μοναξιά των εξόριστων που ζουν εκεί” (ο.π. σελ. 90) και επίσης αποτελεί “μια ισχυρή μεταφορά για το θάνατο ... ” (ο.π. σελ. 94). Έχοντας κατά νου ότι η προφορική ποίηση αποτελεί μέσο αναπαράστασης με μεγάλη κοινωνική εμβέλεια, σε μια προφορική βασικά κοινωνία, οι μεταφορές που ‘επιστρατεύονται’ γι’ αυτό το σκοπό είναι κεντρικής σημασίας. Κι αυτό γιατί οι λαϊκοί αυτοί τραγουδουποιοί δεν ενδιαφέρονται για τα τρέχοντα λογοτεχνικά στυλ, αλλά μόνο να παρουσιάσουν την εμπειρία τους΄, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψη αυτό που και η ίδια η κοινότητα θεωρεί αξιομνημόνευτο, με τρόπους άμεσους και λακωνικούς που δεν χρειάζονται παραπέρα ερμηνεία. Η κοινότητα εμπειρίας και γνώσης, ιστορίας και συλλογικού ασυνείδητου εξασφαλίζει τους κοινούς κώδικες και, τέλος, την αποτελεσματικότητα της επικονωνίας.

            Χωρίς αμφιβολία, η εμπειρία του διωγμού χώρισε τη ζωή της κοινότητας σε πριν και μετα αν και σε όρους ημερολογικού και τρέχοντα χρόνου το πριν αφορά πολύ λίγα μέλη της κοινότητας και ένα μικρό χρονικό διάστημα της ζωής τους[20]. Κατά συνέπεια ο χρόνος της προφορικής αφήγησης είναι ο χρόνος της συλλογικής μνήμης και ο χρόνος της οριοθέτησης του κοινού δράματος. Η σύλληψη του διωγμού ως δράματος είναι που κάνει αναγκαία την συνεχή επίκληση των θρησκευτικών συμβόλων, μια πράξη παρηγοριάς στην εφ’ όρου ζωής συλλογική απόγνωση. Ακόμη, μεγάλη έμφαση στα παράγωγα του ξένος - με κορύφωση στο στίχο ‘να γεννηθώ στον τόπο μου στα ξένα να γεράσω’ - δεν αφορά μόνο τη θεώρηση του παρελθόντος, αλλά παρόντα συναισθήματα μιας όχι και τόσο βολεμένης και αποκαταστημένης ύπαρξηςς.
            Τα τραγούδια όπως και οι αφηγήσεις των Ρεϊσντεριανών είναι πλημμυρισμένα από Τούρκικες λέξεις και εκφράσεις, ορισμένοι στίχοι ήταν στην Τούρκικη γλώσσα, πράγμα πολύ συνηθισμένο και γι’ άλλους πρόσφυγες[21]. Το γεγονός αυτό όμως τους φέρνει σε πλήρη αντίθεση με τις κυρίαρχες απόψεις περί ‘καθαρότητας’ όπως εκφράσθηκε από τις επιχειρήσεις ‘εξαγνισμού’[22] της Ελληνικής γλώσσας από πολιτικούς, γραφειοκράτες και λαογράφους. Επιπλέον η ανάμνηση των Τούρκων ως οικείων φίλων του παρελθόντος, οικειότητα στην οποία σημαντικά συμβάλει και η κοινή μουσική ως στοιχείο μνήμης, κάνει αφ’ ενός μεν τα επιχειρήματα των κυρίαρχων ελίτ αμφισβητήσημα, και αφ’ ετέρου ενισχύει την διακριτότητα των Μικρασιατών ως κοινωνικής ομάδας.

            Τόσο στα τραγούδια τους όσο και στις αφηγήσεις τους η μοίρα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς ‘αναδιατάχθηκε’ αδιαφορώντας τόσο για περιορισμούς του ημερολογιακού χρόνου όσο και για την επιβληθείσα διάταξη απ’ την επίσημη ιστοριογραφία. Γι’ αυτό οι ζωές τους χωρίστηκαν σε πριν και μετά εδώ και εκεί, τώρα και τότε στο πλαίσιο μιας σχεδόν α-χρονης αντίληψης. Όμως, αυτές οι διακρίσεις δεν αποτελούν απλά και μόνο τους δυο πόλους ενός συνεχούς αλλά ένα βήμα και μια πρακτική ανάμνησης και ανα-βιώματος του πόνου.
            Το κεντρικό μου επιχείρημα λοιπόν είναι ότι αυτά τα τραγούδια, μεταφορές του παρελθόντος στο παρόν, φόρμες προφορικής μεταφοράς, “γεννήθηκαν από την απόγνωση” και τη διαμαρτυρία ενάντια σε περισσσότερα από ένα ‘παρόντα’ “με τη θέληση να καταστρέψουν” (Arendt 1992: 43) το κυρίαρχο ‘εξαγνισμένο’ λόγο του τρέχοντος παρόντος, αφού διαρκώς ξανα-παρουσιάζουν και κρατούν ζωντανές αυτές τις μνήμες, και ταυτόχρονα ανοιχτές πληγές. Ενώ λοιπόν ο σκοπός των Μικρασιατών ήταν, με αυτά τα τραγούδια, να αποδώσουν φόρο τιμής στους νεκρούς τους και στις ‘χαμένες πατρίδες’ συνειδητοποίησαν με όρους πολιτικού ασυνείδητου την καταστροφική δύναμη αυτών των πρακτικών ανα-βιώματος για το παρόν τους πλαίσιο: δεν είναι λοιπόν γραφικό είδος και λείψανα του μακρινού παρελθόντος όπως θά υποστήριζαν οι λαογράφοι (Herzfeld 1985), αλλά παρούσες εκδηλώσεις μνήμης και κοινωνικής ταυτότητας.
            Τα τραγούδια που ανήκουν στην ανατολίτικη μουσική παράδοση - και αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό για τον αμανέ - είναι από τις πλέον “καταπιεσμένες μορφές της Ελληνικής ιστορικής εμπειρίας” (Cowan 1993: 12). Κατά παράδοξο τρόπο, αυτά τα τραγούδια και οι πρακτικές που τα συνοδεύουν, όπως είναι ο χορός και τα γλέντια, μικρά και μεγάλα, αποτελούν μερικές από τις πιο οικείες και αγαπημένες εκφράσεις του λαϊκού πολιτισμού μέσω των οποίων οι δυτικόπληκτες ανάλογες συνήθειες των αστικών στρωμάτων αμφισβητούνται και υπόκεινται σε κριτική. Εμείς είμαστε Μικρασιάτες, Ανατολίτες και τέτοια είναι τα τραγούδια μας και οι χοροί μας’ υποστηρίζουν στον Άγιο Δημήτριο άνθρωποι διαφορετικών φύλων και ηλικίων ιδιαίτερα όταν τραγουδούν και χορεύουν.






Ξένη  βιβλιογραφία
      Abu-Lughod,  L.  1987.  Veiled Sentiments: Honor and Poetry in a Bedouin Society.             Berkeley: University of California Press.
      Arendt,  H. 1992. Introduction. W. Benjamin: 1892-1940. In "Illuminations", Edited       by             H. Arendt. London: Fontana Press.
      Barthes,  R. 1990.  The grain of the voice. In On Record: Rock, Pop and the written             word.   Edited by S. Frith & A. Goodwin. London: Routledge.
                  1993.  Introduction to the structural Analysis of the Narratives. In  "A      Reader", Edited by S. Sontag.  London: Vintage.
      Blacking,  J.  1974.  How Musical Is Man? Seattle & London: University of             Washington    Press.
      Bloch,  M.  1989.  Symbols, song, dance and the features of articulation: Is religion             and extreme form of traditional authority? In
      Bourdieu,  P.  1977. Outline of A Theory of Practice: Transl. by R. Nice. Cambridge:             Cambridge University Press.
      Caraveli-Chaves,  A.  1980.  Bridge Between Worlds: The Greek Women's Lament as             Communicative Event. Journal of American Folklore, 93:129-159.
                  1982.  The song beyond the song:  Aesthetics and Social Interaction in Greek             Folksong. Journal of American Folklore 95 (376):129-58.
            1985.  The Symbolic Village: Community Born in Performance. Journal of             American Folklore. 98 (389), 260-86.
Cowan,  J.  1990.  Dance and the body Politic in Northern Greece. Princeton:      Princeton             University Press.  
            1993.  Politics, identity and popular music in contemporary Greece. In      KampoV,             Cambridge, No 1.
Danforth,  L.  1982.  The death rituals in rural Greece. New Jersey: Princeton     University             Press.
              1989.  Firewalking and Religious Healing: The Anasteria of Greece and the American Firewalking Movement. Oxford: Princeton University Press.

Fabian,  J.  1990. Power and Performance.  Ethnographic Explorations through   Proverbial Wisdom and Theatre in Shaba, Zaire. The University of      Wisconsin       Press.
Feld,  S.  1982.  Sound and Sentiment:  Birds, Poetics, and song in Kaluli Expression.             Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Fernandez,  J.  1974.  The Mission of Metaphor in Expressive Culture. Current             Anthropology Vol. 15,  No. 2, 119-145.
Finnegan,  R.  1989.  Hidden Musicians. Cambridge: Cambridge University Press.
Frith,  S.  1992.  The Cultural Study of Popular Music: The Practice of Music. In             Grossberg L., Nelson  C., & Treichler P. (eds) Cultural Studies. London: Routledge.
Geertz,  C.  1973. Deep Play: Notes on the Balinese Cockfight. In The Interpretation of             cultures. New York: Basic Books.
Hall,  S.  1990.  Cultural Identity and Diaspora. In Rutherford, Jonathan (eds).     "Identity". London: Lawrence & Wishart.
Herzfeld,  M. 1979.  Exploring a Metaphor of Exposure. Journal of American      Folklore.             (92), 285-30.
            Ours once more: Folklore Ideology and the making of Modern Greece. Austin:             University of Texas Press
            1985.  The Poetics of Manhood: Contest and Identity in a Cretan Mountain             village.            Princeton University Press.
            1987.  Anthropology through the looking-glass: Critical ethnography in the             margins of Europe. Cambridge: Cambridge University Press. 
            1991.  A Place in History: Social and Monumental Time in a Cretan Town.          N.             Jersey: Princeton University Press.
Jakobson,  R.  1963. "Linguistics and Poetics".  In Thomas  A.  Sebeok, ed., Style in             Language,  pp.  350 - 377.  Cambridge,  Mass.:  MIT Press.
Rumsey,  A.  1990.  Wording, Meaning, and Linguistic Ideology,  In American             Anthropologist,  Vol. 92,  No. 2,  pp. 346 - 361.
Seeger,  A.  1987.  Why Suya Sing: A Musical Anthropology of an Amazonian People.             Cambridge: Cambridge University Press.
Stokes,  M. 1994.  Ethnicity, Identity and Music: The Musical Construction of the             Place. Oxford: Berg Publishers.
Turner,  V. &  E.  Bruner,  eds. !986.  The Anthropology of Experience. Urbana:             University of Illinois Press.
Vansina,  J.1975.  Oral Tradition: a study in historical methodology. London
Washabaugh,  W.  1994.  The flamenco body.  Popular Music Vol. 13/1, pp. 75-90.
Williams,  R.  1977.  Marxism and Literature. Oxford: Oxford University press

Ελληνική Βιβλιογραφία
Δαμιανάκος,  Σ.  1976.  Η Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου.  Αθήνα: Ερμειάς.
Ιωάννου,  Γ.  1975.  Ο καραγκιόζης. Αθήνα: Εκδοτική Ερμής Ε.Π.Ε.
Πετρόπουλος,  Η.  1968.  Ρεμπέτικα Τραγούδια: Αθήνα.
Ψυρούκης,  Ν.  1988.  Η Μικρασιάτικη Καταστροφή 1918 - 1923: Η Εγγύς Ανατολή             μετά Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.   Αθήνα: Επικαιρότητα Ο.Ε.
‘Η ΄Εξοδος’: Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικράς        Ασίας. Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατκών Σπουδών.


[1]              Παλιό Μικρασιάτικο τραγούδι.
[2]              Περιοδικό “ντεφι”, Τεύχος 18, Νοέμβρης/Δεκέμβρης 1993, σελ. 45. Απόσπασμα απ΄το βιβλίο του Γ. Παπάζογλου, ‘Ονείρατα της άκαυτης και της καμμενης Σμύρνης - Αγγέλα Παπάζογλου - Τα χαϊρια μας εδώ’.
[3]              Στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία να προσέξει τις απόψεις δυο πολύ γνωστών ερηνευτριών του λαϊκού τραγουδιού:
·    ‘Κατάγομαι από ένα χωριό των Σερρών που το προσφυγικό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Μέσα απ’ τις παρέες του πατέρα μου έζησα τα γλέντια και τις γιορτές αυτής της περιόδου. Κατά τη διάρκεια της νιότης μου άκουγα Σμυρνέϊκα και λαϊκά τραγούδια στα γραμόφωνα. Όλες αυτές οι εμπειρίες μ’ άγγιξαν πάρα πολύ. Αυτός ήταν ο πρωταρχικός λόγος που μ’ έκανε να αγαπήσω το λαϊκό τραγούδι. Αυτός είναι ο λόγος που το τραγούδι διασώζεται και μεταδίδεται στις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό θα επαναλάβω εκτελέσεις παλιών τραγουδιών. Το δυναμικό τους φαίνεται να ξεπερνά  τα όρια μιας φωνής μόνο ...’ (Γλυκερία, συνέντευξη στην εφημερίδα ‘Το βήμα’, 30 Ιαν. 1994.
·    Μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο κόσμους (γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό της Θήβας). Η μητέρα μου ήρθε απ’ τη Μικρά Ασία και όταν ήμουν πολύ νέα συνήθιζα να ακούω Μικρασιάτικα και δημοτικά τραγούδια τραγουδισμένα απ’ τη μητέρα μου και το πατέρα μου αντίστοιχα. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο κόσμους διαμορφώθηκαν τα πρώτα μουσικά μου ακούσματα. Χάρις Αλεξίου, συνέντευξη στο τηλεοπτικό κανάλι Αντέννα, 7-7-1994.
[4]              ‘Ρεϊσντερε’ είναι το χωριό καταγωγής των σημερινών κατοίκων του Αγίου Δημητρίου. Γεωγραφικά βρίσκεται στη χερσόνησσο της Ερυθραίας, 70 χιλμ. περίπου νότια της Σμύρνης.
[5]              Για μια αναλυση του όρου habitus δες Bourdieu 1977.
[6]              Προμετωπίδα στο βιβλίο του Fabian, 1990.
[7]              Αυτού του είδους οι μύθοι χαρακτηρίζονται απ’ τον Vansina ‘αιτιολογικοί μύθοι’ [aetiological myths], Vansina, J. 1975. Oral Tradition: a study in historical methodology.
[8]              Με τον όρο ‘χωριο’ αναφέρονται  στο χωριό καταγωγής, το Ρεϊσντερέ, ακόμα και οι πρόσφυγες της δεύτερης γενιάς.
[9]              Η Μαγνησσία ήταν κέντρο συνγκέντρωσης αιχμλώτων.
[10]            Τίτλος άρθρου της Caraveli, 1985.
[11]            Δανείστηκα αυτή τν έκφραση απ’ την Abu-Lughod, (1987),  Veiled Sentiments’.
[12]            Οφείλω αυτή τη διατύπωση στο άρθρο του Appadurai A.,  "The past as a scarce resource", Man (N.S.) 16, 201-209.
[13]            Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την γραπτή ιστορία. Ο Ψυρούκης για παράδειγμα κάνει σαφή μνεία για τη παρέμβαση του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στη περιοχή, ‘Η Μικρασιάτικη Καταστροφή 1918 - 1923’,  Αθήνα 1988.
[14]            Οφείλω αυτή την έκφραση στο L. Danforth, 1989, σελ. 122.
[15]            Αυτός ο στίχος τοποθετήθηκε εύστοχα απ’ τον Danforth ως προμετωπίδα στο βιβλίο του ‘Τα ταφικά έθιμα στην αγροτική Ελλάδα’, φωτογραφία Tsiaras,  A. (1982). Princeton: Princeton University Press.
[16]            Οφείλω αυτή την έκφραση στο R.  Williams, 1977.  Marxism and Literature. Oxford: Oxford University
[17]            Περιοδικό “ντέφι”, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1993, σελ. 55.
[18]            Δανείζομαι αυτή την αναφορά απ’ τη Hannah Arendt, 1992, σελ. 19.
[19]            Δες σχετικά μ’ αυτή άποψη Caraveli 1980 σελ. 139.
[20]            Για παράδειγμα, ο συνθέτης του τραγουδιοιύ ‘Καϋμένη Ανατολή’ ήταν μόλις δώδεκα χρονών κατά τη διάρκεια του διωγμού.
[21]            Δες για παράδειγμα το υλικό των προφορικών αφηγήσεων που έχει συγκεντρωσει το Κένρο Μικρασιατικών Σπουδών στο βιβλίο ‘Εξοδος’, Αθήνα, 198ο.
[22]            Οι επιχειρήσεις αυτές οργανωμένες κατά καιρούς απ’ την Ελληνική γραφειοκρατία αποσκοπούσαν στην ‘εξάλειψη όλων των Τουρκικών λεξέων’ για την ‘καλυτερευση της Ελληνικής γλώσσας (Herzfeld 1982  & 1987:51-53).

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...