Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαφορα.εργασια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαφορα.εργασια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Richard Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ(ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ"

Richard Sennet, Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού

b139740
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Ποιοι είναι οι μετασχηματισμοί του πρώιμου βιομηχανικού καπιταλισμού που οδήγησαν σε εκείνον που συναντάμε σήμερα στη διεθνοποιημένη του μορφή; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτού του πυρετωδώς ευμετάβλητου καπιταλισμού που αγκαλιάζει πλέον ολόκληρο τον πλανήτη και επηρεάζει την καθημερινότητά μας; Με άλλα λόγια, ποια είναι “η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού;”
Ο Σένετ, με το γνωστό ευρηματικό και διεισδυτικό τρόπο του, επικεντρώνει στο ζήτημα αυτό και εξετάζει τις αλλαγές στην εργασιακή οργάνωση και ηθική, τις νέες πεποιθήσεις και αξίες που αποδίδονται στο ταλέντο, στη δεξιοτεχνία, στην αποδοτικότητα. Οι νέες αυτές πεποιθήσεις εκβάλλουν σε μια νέα κουλτούρα που εγκαθιστά “το φάντασμα της αχρηστίας” τόσο ανάμεσα στα στελέχη όσο και στους απλούς εργαζομένους και υπαλλήλους. Μια κουλτούρα στην οποία το όριο μεταξύ κατανάλωσης και πολιτικής εξαλείφεται. [...]
Μικρό απόσπασμα (συνίσταται η ανάγνωση ολοκλήρου του βιβλίου):
Τρεις δυνάμεις διαμορφώνουν το φάσμα της αχρηστίας ως σύγχρονη απειλή: η παγκόσμια προσφορά εργασίας, ο αυτοματισμός και η διαχείριση του γήρατος. Η καθεμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
Όταν ο τύπος δημοσιεύει ιστορίες τρόμου για την παγκόσμια προσφορά εργασίας, που αφαιρεί θέσεις απασχόλησης από τις πλούσιες περιοχές και τις μεταφέρει στις φτωχές, η ιστορία παρουσιάζεται συνήθως ως “ανταγωνισμός προς τα κάτω” μόνο όσον αφορά τους μισθούς. Ο καπιταλισμός υποτίθεται ότι αναζητά εργατικό δυναμικό οπουδήποτε το εργατικό δυναμικό είναι φθηνότερο. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι συντελείται επίσης ένα είδος πολιτισμικής επιλογής, μέσω της οποίας θέσεις απασχόλησης “εγκαταλείπουν” τις χώρες με υψηλούς μισθούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία και “μεταναστεύουν” σε οικονομίες με χαμηλούς μισθούς και ειδικευμένους εργαζομένους οι οποίοι διαθέτουν μερικές φορές περισσότερα από τα απαιτούμενα προσόντα.[...]

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Υπέρ και κατά της επισφάλειαςΤης Judith Butler. /πηγη Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Υπέρ και κατά της επισφάλειας


Της Judith Butler. 
Στην εποχή μας, ολοένα και περισσότεροι οργανισμοί δημοσίου συμφέροντος δομούνται σύμφωνα με τις αρχές της νεοφιλελεύθερης σχολής της οικονομικής επιστήμης - συμπεριλαμβανομένων σχολείων και πανεπιστημίων καθώς και οργανισμών δημόσιων υπηρεσιών.
Σε μία εποχή που όλο και περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους, τις συντάξεις τους και τις προοπτικές τους για εργασία, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ιδέα ότι μερικοί πληθυσμοί θεωρούνται αναλώσιμοι. Υπάρχει η βραχυπρόθεσμη εργασία, ή μορφές ελαστικής εργασίας σύμφωνα με τις αρχές του μετα-Φορντισμού βασιζόμενες στην αναλωσιμότητα και τη δυνατότητα αντικατάστασης των εργαζόμενων πληθυσμών,  που ενισχύονται από τις κυρίαρχες νοοτροπίες για την ιατρική και κοινωνική ασφάλιση που υποστηρίζουν ότι ο ορθολογισμός της αγοράς θα πρέπει να ορίζει ποιων η υγεία και η ζωή πρέπει να προστατεύονται και ποιων όχι. Ένα ισχυρό παράδειγμα όλων αυτών παρουσιάστηκε σε μερικούς από εμάς σε εκείνη τη συνάντηση του κινήματος Tea Party όπου κάποιο μέλος υποστήριξε ότι όσοι έχουν μία σοβαρή ασθένεια και δε μπορούν να πληρώσουν ιατρική ασφάλιση θα πρέπει απλά να πεθάνουν. Μία κραυγή χαράς διαπέρασε το πλήθος, σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες. Εικάζομαι πως ήταν το είδος της κραυγής χαράς που συνήθως συνοδεύει την έναρξη πολεμικών εκστρατειών ή μορφές εθνικιστικής έξαρσης. Αν, όμως, αυτό συνιστούσε για κάποιους μία περίσταση χαράς, πρέπει να είναι ακριβώς λόγω της πίστης ότι εκείνοι που δεν κερδίζουν αρκετά ή έχουν μία επισφαλή θέση εργασίας δεν έχουν δικαίωμα σε ιατρική περίθαλψη, καθώς και ότι κανένας εκ των υπολοίπων δεν είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτούς τους ανθρώπους.
Υπό ποιες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες αναδεικνύονται τέτοιες περιχαρείς μορφές σκληρότητας; Η ιδέα περί ευθύνης που έχει αυτό το πλήθος πρέπει να αντικρουστεί χωρίς, όπως θα διαπιστώσετε, να παραιτηθούμε από την ιδέα της πολιτικής ηθικής. Επειδή, αν καθένας από εμάς είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του και όχι για τους άλλους, και αν αυτή η ευθύνη είναι πρώτα απ’ όλα μία ευθύνη να γίνουμε οικονομικά αυτάρκεις υπό συνθήκες που υπονομεύουν σε δομικό επίπεδο την αυτάρκεια, τότε μπορούμε να δούμε ότι αυτή η νεοφιλελεύθερη ηθική απαιτεί την αυτάρκεια ως ηθική ιδέα την ίδια στιγμή που προωθεί την καταστροφή αυτής ακριβώς της πιθανότητας σε οικονομικό επίπεδο. Εκείνοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν ιατρική ασφάλιση αποτελούν ένα μόνο τμήμα του πληθυσμού που θεωρείται αναλώσιμο. Εκείνοι που εντάσσονται στο στρατό με την υπόσχεση εργασίας και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, στέλνονται σε εμπόλεμες ζώνες όπου δεν υπάρχει σαφές επιχειρησιακό πλάνο και όπου οι ζωές τους μπορούν να καταστραφούν, είναι επίσης αναλώσιμα τμήμα του πληθυσμού. Επαινούνται ως ζωτικής σημασίας για το έθνος τη στιγμή που οι ζωές τους θεωρούνται περιττές. Και όλοι εκείνοι που βλέπουν το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, που θεωρούν ότι έχουν χάσει πολλές μορφές ασφάλειας και προοπτικής, νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από μία κυβέρνηση και μία πολιτική οικονομία η οποία σαφώς αυξάνει τον πλούτο για τους πολύ λίγους εις βάρος του γενικού πληθυσμού.
Οπότε ερχόμαστε στο δεύτερο σκέλος. Όταν άνθρωποι κατεβαίνουν μαζικά στους δρόμους, ένα είναι σαφές: υπάρχουν ακόμα, επιμένουν, συγκεντρώνονται και δείχνουν ότι η κατάστασή τους είναι κοινή. Ακόμα και όταν δεν εκφέρουν λόγο ή δεν παρουσιάζουν ένα σύνολο αιτημάτων προς διαπραγμάτευση, θεσπίζεται η έκκληση για δικαιοσύνη. Τα συγκεντρωμένα σώματα «λένε» δεν είμαστε αναλώσιμοι, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιούν λέξεις την εκάστοτε στιγμή. Αυτό που λένε είναι ότι είμαστε ακόμη εδώ, επιμένουμε, απαιτούμε περισσότερη δικαιοσύνη, απελευθέρωση από την αβεβαιότητα, την πιθανότητα για μία αξιοπρεπή ζωή.
Η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι, φυσικά, μία ισχυρή πράξη. Επίσης, κάνει κάθε ακτιβιστή να σκεφτεί το εξής φιλοσοφικό ερώτημα: τι είναι δικαιοσύνη και ποια είναι τα μέσα που μπορούν να προωθήσουν το αίτημα για δικαιοσύνη; Λένε ότι ο λόγος για τον οποίο μερικές φορές «δεν υπάρχουν αιτήματα» όταν σώματα συνευρίσκονται με τη μορφή του κινήματος Occupy Wall Street είναι ότι οποιαδήποτε λίστα αιτημάτων δεν θα ανταποκρινόταν πλήρως στο ιδανικό της δικαιοσύνης που απαιτείται. Όλοι μπορούμε να φανταστούμε δίκαιες λύσεις στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης, της δημόσιας εκπαίδευσης, της στέγασης και της διανομής και διαθεσιμότητας τροφίμων. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να αναλύσουμε τις αδικίες και να τις παρουσιάσουμε ως σύνολο συγκεκριμένων αιτημάτων. Ίσως όμως το αίτημα για δικαιοσύνη ενυπάρχει σε κάθε ένα από αυτά τα αιτήματα και, αναγκαίως, τα ξεπερνάει. Δεν χρειάζεται να ενστερνιστούμε την πλατωνική θεωρία της δικαιοσύνης για να δούμε άλλους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί αυτό το αίτημα. Επειδή, όταν σώματα συγκεντρώνονται για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους και να θεσπίσουν την πληθυντική τους ύπαρξη στο δημόσιο χώρο θέτουν επίσης ευρύτερα αιτήματα. Απαιτούν αναγνώριση και εκτίμηση, εξασκούν το δικαίωμα της εμφάνισης και της άσκησης ελευθερίας, και θέτουν το αίτημα για αξιοπρεπή ζωή. Οι αξίες αυτές αποτελούν προϋπόθεση για συγκεκριμένα αιτήματα, αλλά απαιτούν επίσης μία περισσότερο θεμελιακή αναδόμηση της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής μας τάξης.
Σε κάποια οικονομική και πολιτική θεωρία ακούμε περί πληθυσμών οι οποίοι υπόκεινται σε αυτό που αποκαλείται «αβεβαιοποίηση» (precarization). Η διαδικασία αυτή, που συνήθως επιφέρουν και αναπαράγουν κυβερνητικοί και οικονομικοί φορείς οι οποίοι εγκλιματίζουν με την πάροδο του χρόνου πληθυσμούς σε συνθήκες ανασφάλειας και απελπισίας (βλ. Isabell Lorey), ενσωματώνεται οργανικά στους φορείς προσωρινής εργασίας, σε αποδεκατισμένες υπηρεσίες κοινωνικής ωφέλειας, καθώς και στη γενική φθορά της κοινωνικής δημοκρατίας υπέρ επιχειρηματικών συμπεριφορών, υποστηριζόμενων από άγριες ιδεολογίες περί ατομικής ευθύνης και της υποχρέωσης για μεγιστοποίηση της ατομικής αγοραίας αξίας σαν τον ύστατο σκοπό στη ζωή. Κατά την άποψή μου, η σημαντική αυτή διαδικασία αβεβαιοποίησης πρέπει να συνοδεύεται από την κατανόηση της αβεβαιότητας ως θίγουσα συναισθηματικής δομής, όπως ισχυρίζεται η Lauren Berlant, και ως αυξανόμενη αίσθηση της αναλωσιμότητας ή περιττότητας που διανέμεται διαφορικά σε ολόκληρη την κοινωνία. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιώ ένα τρίτο όρο, την επισφάλεια (precariousness), η οποία χαρακτηρίζει κάθε ενσώματο και πεπερασμένο ανθρώπινο ον, καθώς και τα μη ανθρώπινα όντα. Δεν πρόκειται απλώς για μία υπαρξιακή αλήθεια - καθένας από εμάς θα μπορούσε να υποστεί στερήσεις, τραυματισμό, αδυναμία ή θάνατο συνεπεία γεγονότων ή διαδικασιών εκτός του ελέγχου μας. Αποτελεί, επίσης, σε σημαντικό βαθμό γνώρισμα αυτού που θα αποκαλούσαμε κοινωνική συνοχή, των διάφορων σχέσεων οι οποίες δημιουργούν την αλληλεξάρτησή μας. Με άλλα λόγια, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την έλλειψη στέγης χωρίς την αποτυχία της κοινωνίας να οργανώσει τον τομέα της στέγασης με τρόπο ώστε να έχουν πρόσβαση σε αυτή όλοι οι άνθρωποι. Επίσης, κανένας άνθρωπος δεν πλήττεται από την ανεργία χωρίς ένα σύστημα ή μία πολιτική οικονομία η οποία αποτυγχάνει να αποτελέσει δικλείδα ασφαλείας ενάντια σε αυτή την πιθανότητα.
Αυτό σημαίνει ότι μερικές από τις πιο ευάλωτες εμπειρίες μας, κοινωνικής και οικονομικής στέρησης, αποκαλύπτουν όχι μόνο την επισφάλειά μας ως ξεχωριστά άτομα, σκέψη η οποία επίσης αναδεικνύεται, αλλά και τις αποτυχίες και ανισότητες των κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών θεσμών. Στην ατομική μας τρωτότητα έναντι της αβεβαιότητας ανακαλύπτουμε ότι είμαστε κοινωνικά όντα, εμπλεκόμενα σε ένα σύνολο δικτύων που είτε μας συντηρούν είτε αποτυγχάνουν να το κάνουν, ή το κάνουν μόνο περιοδικά, δημιουργώντας ένα συνεχές φάσμα απελπισίας και ένδειας. Η ατομική μας ευημερία εξαρτάται από το αν μπορούν να συσταθούν οι κοινωνικές και οικονομικές δομές που στηρίζουν την αμοιβαία μας εξάρτηση. Αυτό θα συμβεί μόνο με την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης καθεστηκυίας τάξης, θεσπίζοντας τα αιτήματα του λαού μέσω της συγκέντρωσης σωμάτων στο πλαίσιο ενός δημόσιου, αμετανόητου, επίμονου και μαχητικού αγώνα ο οποίος αποσκοπεί στη διάλυση και ανασύνθεση του πολιτικού μας κόσμου. Ως σώματα, υποφέρουμε και αντιστεκόμαστε, και μαζί, σε διάφορες τοποθεσίες, γινόμαστε παράδειγμα εκείνης της μορφής που διατηρεί την κοινωνική συνοχή που σχεδόν έχουν καταστρέψει η νεοφιλελεύθερη οικονομική σχολη

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

O πελάτης σαν επιτηρητής | αναδημοσιευση απο το :Ταξικές Μηχανές bestimmung.blogspot.com


Sarajevo,τεύχος 38


Έχουμε μιλήσει στο παρελθόν(αλλαγή παραδείγματος, η υπηρέτρια στη μητρόπολη, Sarajevo νο 12) για το γεγονός ότι αυτό που αποκαλούμε “τριτογενοποίηση” του καπιταλισμού, δεν αφορούσε μόνο την διεύρυνση του λεγόμενου “τριτογενούς τομέα”, δηλαδή των κάθε είδους υπηρεσιών, αλλά επίσης - κι αυτό είναι “ποιοτικό” στοιχείο - την υιοθέτηση σε όλους τους τομείς της οργάνωσης της εργασίας της σχέσης πελάτης - προμηθευτής. Aυτό σήμαινε ότι η βιομηχανική παραγωγή όπως ήταν οργανωμένη στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, σαν “καθετοποιημένη” δομή, με μεγάλα και ενιαία εργοστασιακά σύνολα που παρήγαγαν αν όχι όλα τα περισσότερα εξαρτήματα και ανταλλακτικά για το τελικό προϊόν της φίρμας, “έσπασαν” σε τυπικά ανεξάρτητες “μονάδες” που η κάθε μια έγινε πελάτης ή/και προμηθευτής κάποιας άλλης. Tο ίδιο έγινε ακόμα και σε μικρότερη κλίμακα, μεταξύ διαδοχικών τμημάτων. Aπομακρύνοντας στο χώρο τις εγκαταστάσεις του ενός ή του άλλου σταδίου της παραγωγής τα αφεντικά αύξαναν μεν τα κόστη τους λόγω της απαραίτητης μεταφοράς μεγάλων αποστάσεων απ’ το ένα στάδιο στο άλλο· μπορούσαν όμως να μειώσουν ταυτόχρονα το “κοστος της εργασίας” συνολικά, σε όλα τα τμήματα, επιβάλλοντας νέες νόρμες έντασης της εργασίας, όχι μόνο (και όχι αναγκαστικά) μέσω μιας πολύπλοκης ιεραρχίας επιτήρησης, αλλά μέσω της ιδεολογίας του τμήματος - προμηθευτή, των συμβολαίων και των αυστηρών ημερομηνιών παράδοσης, και τα παρόμοια.

Στην ίδια λογική αλλά από άλλο δρόμο επινοήθηκε και η οργάνωση της “ευκαιριακότητας” της εργασίας, αυτό που ξέρουμε σαν part time, “ελαστικότητα ωραρίου”, κλπ. Oι Luc Boltanski και Eve Chiapello παρατηρούν στο Le nouvel esprit du capitalisme, που αναφέρεται στον γαλλικό καπιταλισμό, το 1999:

... ''Πρώτα απ’ όλα η οργάνωση της “ευκαιριακότητας” της εργασίας και η ανάπτυξη των υπεργολαβιών έκανε εφικτό το να πληρώνουν [οι εργοδότες] μόνο τον πραγματικό χρόνο εργασίας, αφαιρώντας δηλαδή απ’ αυτόν τον χρόνο τις νεκρές περιόδους του ωραρίου, την περίοδο εκπαίδευσης και τα διαλείματα, που παραδοσιακά συμπεριλαμβάνονταν στον ορισμό μιας εύλογης και δίκαιης εργάσιμης ημέρας. H ανάπτυξη των μερικών ωραρίων είχε σκοπό να οργανώσει έτσι τους εργάτες ώστε να είναι διαθέσιμοι στην όποια ζήτηση σε πραγματικό χρόνο, με την υπερωρία να μην στοιχίζει παραπάνω από μία “κανονική” ώρα.

Στην εξιστόρηση που έγραψε ο Damien Carton απ’ την εμπειρία του στην McDonald’s, δείχνει ότι κατ’ αρχήν η εταιρεία του έδωσε ένα γενικό πρόγραμμα των ωρών τις οποίες ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει. Aλλά η πραγματική έναρξη και το σχόλασμα οριζόταν από τον υπεύθυνο ο οποίος, ανάλογα με την ημέρα και την κίνηση στο κατάστημα, μπορούσε να του ζητήσει να δουλέψει λιγότερο ή, συνήθως περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι το πρόγραμμα όριζε το ελάχιστο και όχι το μέγιστο των ωρών εργασίας. M’ αυτόν τον τρόπο κανένας εργαζόμενος δεν μπορούσε να προγραμματίσει το τι θα έκανε μετά την δουλειά. Mεταξύ έντεκα ατόμων που δούλευαν στο συγκεκριμένο υποκατάστημα, η μικρότερη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας ήταν 11,5 ώρες, η μεγαλύτερη 27,3, ο μέσος όρος 20,2 ώρες, αν και η part time πρόσληψή τους είχε γίνει με την συμφωνία ότι θα δουλεύουν 10 ώρες την εβδομάδα.

Όσον αφορά την περίπτωση των υπεργολαβιών, έχει γίνει δεκτό ότι οι απαιτήσεις της φίρμας που ενσωματώνονται στις παραγγελίες της στον προμηθευτή της “είναι πάντα μεγαλύτερες από αυτές που θα είχε αν έκανε η ίδια την δουλειά, και αυτές οι απαιτήσεις μεγαλώνουν την ένταση της εργασίας στους εργάτες του υπεργολάβου”. Mιλώντας γενικά το outsourcing επιτρέπει την εντατικοποίηση της εργασίας χρησιμοποιώντας σαν επιχείρημα και νόρμα “τις πιέσεις της αγοράς”, που εμφανίζονται σαν ένας εξωτερικός (σε σχέση με τον κάθε φορά “προμηθευτή”) και μη ελέγξιμος παράγοντας. Aυτή η μορφή εξωτερικού ελέγχου αποδείχθηκε πιο αποδοτική και πιο “νόμιμη” από εκείνες που είχαν δοκιμαστεί μέσα στα εργοστάσια, όταν εκεί γινόταν μεγάλο μέρος διαδοχικών σταδίων της παραγωγής.

H εντατικοποίηση της εργασίας επιτεύχθηκε επίσης και στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, χάρη σε νέες μεθόδους διοίκησης. Eδώ η βασική καινοτομία ήταν να γίνει κάθε τμήμα ή κάθε ομάδα εργατών μέσα σ’ αυτό ή ακόμα και κάθε εργάτης χωριστά “προσωπικά υπεύθυνος” για την τροφοδοσία του επόμενου τμήματος ή της επόμενης κατασκευαστικής ομάδας....

... Oι νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας, ειδικά αυτές που είχαν σαν πηγή έμπνευσης τον Tογιοτισμό [:την οργάνωση της παραγωγής στην ιαπωνική αυτοκινητοβιομηχανία toyota] διευκόλυναν “την τάση προς την διαμόρφωση μιας κατάστασης στην οποία οι εργάτες δεν θα είναι ποτέ μη παραγωγικοί, και που ο αριθμός τους θα αυξομειώνεται ανάλογα με την αυξομείωση των παραγγελιών”. Έτσι ο Shimizu εξηγεί ότι η διαρκής μείωση του κόστους στα προϊόντα της toyota επιτυγχανόταν κυρίως απ’ την μείωση του εργατικού κόστους. Σ’ αυτήν την τελευταία περιλαμβάνονταν βέβαια και η καθιέρωση νέων τεχνικών και οργανωτικών μηχανισμών, αλλά επίσης η όλο και μεγαλύτερη μείωση των “νεκρών χρόνων” στη διάρκεια της εργασίας, και η μέγιστη αύξηση του εργασιακού ρυθμού. Oι εργάτες υποτάχτηκαν επειδή οι αμοιβές τους συναρτούνταν με τις “εξοικονομήσεις” που θα έκαναν σ’ αυτούς τους “νεκρούς χρόνους”.

Mια έρευνα για τις “εργασιακές συνθήκες” που έγινε το 1993 έδειξε ότι όλο και περισσότεροι μισθωτοί αντιλαμβάνονταν εαυτούς σαν υποκείμενα εκτεθειμένα σε επιταχυνόμενους ρυθμούς εργασίας. Aυτό το φαινόμενο αφορά όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανόμενου και του τριτογενούς, που για κάποιους έμοιαζε λιγότερο εντατικός απ’ την κλασσική βιομηχανία. Mεταξύ του 1984 και του 1993 το ποσοστό των μισθωτών που δήλωναν εκτεθειμένοι στην υπερένταση των ρυθμών, είτε επειδή προστέθηκε ένας αυτοματισμός ή επειδή αυξήθηκαν οι απαιτήσεις πήγε από 3% σε 6%· επειδή άλλαξε ο ρυθμός των μηχανών από 4% σε 7%· εξαιτίας αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων και αλλαγής των όρων και των κανονισμών από 19% σε 44%· εξαιτίας των απαιτήσεων των πελατών από 39% σε 58%· και εξαιτίας του διαρκούς ελέγχου από προϊστάμενους από 17% σε 24%.''

Aυτό το γαλλικό παράδειγμα δείχνει ότι, τουλάχιστον απ’ το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και μετά, παρότι η αυτοματοποίηση σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό (και σ’ αυτήν περιλαμβάνονται και οι νέες “μηχανές γραφείου”, δηλαδή οι υπολογιστές) αύξησε, σαν τέτοια, την εντατικοποίηση της εργασίας, οι παράγοντες με την μεγαλύτερη “απόδοση” έντασης ήταν οι οργανωτικές αλλαγές στα χρονοδιαγράμματα (μονταρισμένες πάνω στις απαιτήσεις της αγοράς) και οι πιο συγκεκριμένες αλλά το ίδιο “εξωτερικές” απαιτήσεις των πελατών. Ένα απλό παράδειγμα που δείχνει τον ρόλο του πελάτη είναι τα ελληνικά ταχυδρομεία. H “καινοτομία” της αντικατάστασης της ουράς (που συχνά γινόταν ανεξέλεγκτη) με τα “νούμερα” επηρέασε σε κάποιο βαθμό την γενική ατμόσφαιρα έντασης, εξαιτίας των ανυπόμονων πελατών - αλλά για τις ίδιες της εργάτριες στους γκισέδες δεν άλλαξε τίποτα απ’ την άποψη του ρυθμού. Όταν φεύγει ο ένας πελάτης όλα τα βλέμματα καρφώνουν το κενό στον γκισέ, μην τυχόν καθυστερήσει αυτή που κάθεται από πίσω λίγα δευτερόλεπτα να πατήσει το κουμπί για τον επόμενο.

Eπιπλέον πέραν από τον ρυθμό “εξυπηρέτησης” αυτόν καθ’ εαυτόν, η “ηθική του πελάτη” (κι εδώ μιλάμε γενικά) εισήγαγε μέσα στη νόρμα και άλλους παράγοντες που ο εργοδότης ή ο προϊστάμενος μπορεί να ζητάει αλλά είναι δύσκολο να επιβάλλει. Όπως, για παράδειγμα, η “καλή διάθεση”. Tο “χαμόγελο”. H “κακή διάθεση” ή η “ουδέτερη διάθεση” απαγορεύονται και απ’ την επιχείρηση (επειδή “διώχνει τους πελάτες”) αλλά και απ’ αυτούς τους ίδιους τους πελάτες. Tο πνεύμα της γενικής τριτογενοποίησης περνάει μέσα απ’ τα “δικαίωματα του πελάτη” που αν και ιδιαίτερος κάθε φορά αποτελεί έκφραση της γενικής και μαζικής μετατόπισης βασικών στοιχείων “ελέγχου ποιότητας” (και τελικά εργατικού κόστους) απ’ την ιδιοκτησία και την διοίκηση της εργασίας σε “εξωτερικούς” παράγοντες.http://bestimmung.blogspot.gr/2014/02/o.html

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ρίτσαρντ Σένετ: «Η κρίση θα μας ακολουθεί επί δεκαετίες»η«Κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» αναδημοσιευση απο το ΒΗΜΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ρίτσαρντ Σένετ: «Η κρίση θα μας ακολουθεί επί δεκαετίες»

Ο κορυφαίος αμερικανός καθηγητής Κοινωνιολογίας εκτιμά ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός φαινομένου μείζονος σημασίας

2

εκτύπωση 
 
Για τον Ρίτσαρντ Σένετ η εργασία και οι κοινωνικοί δεσμοί αποτελούν τον πυρήνα της κατανόησης του σύγχρονου πολιτισμού. Διερευνώντας εδώ και δεκαετίες τις μεταξύ τους σχέσεις και τις επιπτώσεις τους στην πολιτική, ο 69χρονος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Economics και Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης διέβλεψε από νωρίς τις φθοροποιούς πλευρές της «ευέλικτης» εργασίας («Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος», εκδόσεις Πεδίο, 2011) και τα δομικά προβλήματα της «Κουλτούρας του νέου καπιταλισμού» («The Culture of New Capitalism», εκδόσεις Yale, 2007). Στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Together» (Yale, 2012) μιλάει για τη χαμένη αξία της συνεργασίας και εξηγεί στο «Βήμα» τη μετάλλαξη του καπιταλισμού την τελευταία τριακονταετία σε φορέα μιας μακροχρόνιας κρίσης.




- Εχετε περιγράψει στα έργα σας τις επιπτώσεις της αποδιάρθρωσης της εργασιακής εμπειρίας στην πολιτική συμμετοχή. Ενισχύεται αυτή η διαδικασία στο περιβάλλον της κρίσης;
«Εξαρτάται. Για τη Βρετανία, λ.χ., όπου η αποτελμάτωση έχει ήδη αρχίσει να μετασχηματίζει την πολιτική διαδικασία, ναι. Οχι ακριβώς για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί η στασιμότητα στην εργασιακή εμπειρία έχει καταστεί φυσικό γεγονός, λαμβάνεται πλέον ως σχεδόν δεδομένη. Θεωρώ ότι με τη μορφή που το θέσατε λογίζεται περισσότερο ως ευρωπαϊκό πρόβλημα αυτή τη στιγμή - το γνωρίζετε άλλωστε καλά τόσο εσείς στην Ελλάδα όσο και οι άνθρωποι στην Ισπανία».

- Στις ΗΠΑ τι προξενεί αυτή η αποτελμάτωση;
«Μεγάλη δυσαρέσκεια. Ο αμερικανικός μύθος θέλει τα άτομα να βρίσκονται σε διαρκή ανοδική κινητικότητα. Τα τελευταία 30 χρόνια αυτό δεν ισχύει. Ως αποτέλεσμα εμφανίζεται μια τεράστια δυσαρέσκεια απέναντι στις ελίτ. Ωστόσο το συναίσθημα αυτό δεν έχει μεταφραστεί σε πολιτικό πρόγραμμα ή κίνημα της Αριστεράς. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πολιτικά η διάθεση αυτή αντίκειται σε κάποιον σαν τον Μιτ Ρόμνεϊ, υποψήφιο πρόεδρο των Ρεπουμπλικανών, χωρίς όμως να παίρνει τη μορφή αιτήματος μιας ουσιαστικής αλλαγής πολιτικής ή ενός διαφορετικού είδους καπιταλισμού».

- Στην προηγούμενη μεγάλη οικονομική κρίση, όμως, το πολιτικό εκκρεμές στράφηκε δεξιά, όχι αριστερά...
«Δεν πιστεύω ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να μη διαβάσουμε τη σημερινή κρίση με όρους του παρελθόντος. Εγώ θα έλεγα ότι θα συμβεί κάτι τελείως διαφορετικό - και το ισχυρίζομαι επειδή δεν πιστεύω ότι έχουμε μπροστά μας μια ολιγόχρονη κρίση, θεωρώ ότι αυτή η κρίση θα μας ακολουθεί επί δεκαετίες. Εχουμε εσωτερικεύσει όλοι μας την έννοια της ανάπτυξης σε τέτοιον βαθμό που τη θεωρούμε πια τη φυσική κατάσταση του καπιταλισμού. Αυτό είναι λάθος. Υπήρξαν εκτεταμένες περίοδοι στασιμότητας στην ιστορία του καπιταλισμού, π.χ. στη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914. Οσο για το σήμερα, πρόκειται για κρίση διαρκείας μεταξύ άλλων και γιατί η κινεζική ανάπτυξη βρίσκεται στο τέλος της: οι συνθήκες που την εξέθρεψαν, τροφοδοτώντας παράλληλα και την παγκόσμια οικονομία, δεν υφίστανται πλέον. Δεν εννοώ φυσικά ότι η Κίνα θα υποστεί καθίζηση παρόμοια με της Ευρώπης. Στην Ευρώπη ο αριθμός των ανθρώπων που ζητούν εργασία υπερβαίνει τον αριθμό των υπαρχουσών θέσεων: πρόκειται για δομική παράμετρο που δεν αντιμετωπίζεται με αλλαγές στις τράπεζες ή με τις άχρηστες ιδέες του ΔΝΤ. Τα σημερινά προβλήματα της παγκόσμιας οικονομίας δεν λύνονται με τεχνάσματα οικονομικής χειραγώγησης».

- Επομένως η κρίση αποτελεί ήδη κανόνα, όχι εξαίρεση.
«Ναι. Αλλά υπάρχουν δυνατότητες αντιμετώπισης. Είμαι καλός σοσιαλιστής, ξέρετε, πιστεύω στη δυνατότητα του κράτους να αντισταθμίσει τις δομικές αντιφάσεις του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο ρόλος του καθενός περιορίζεται στην παθητικότητα του θύματος. Για να αντιμετωπιστεί όμως η κρίση οφείλει κανείς να σκεφθεί σοβαρά ποιο είναι το πρόβλημα - κάτι που δεν κάνoυν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το ΔΝΤ και όλοι εκείνοι που παρενοχλούν την Ελλάδα σήμερα. Νομίζουν ότι όλα είναι ζήτημα ισολογισμών, ενώ μπροστά τους βρίσκεται ένα τεράστιο ρήγμα, μια αντίφαση, μια ρωγμή του καπιταλισμού».

- Το πολιτικό μάρκετινγκ των τελευταίων δεκαετιών πλασάρει ιδέες ως εμπορικά προϊόντα. Γιατί η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αγορά;
«Ω, Θεέ μου, τι τεράστιο ζήτημα! Μόλις έγραψα ένα ολόκληρο βιβλίο περί συνεργασίας, το οποίο πάνω-κάτω πραγματεύεται πτυχές αυτού του θέματος. Θα σας πω - και δεν το θεωρώ αφελές - ότι το πρόβλημα έγκειται στο ότι στην Ευρώπη έχουμε κολλήσει σε μοντέλα οικοδόμησης πολιτικής εκ των άνω. Τα πολιτικά μας κόμματα ουσιαστικά κάνουν μάρκετινγκ πολιτικών στο κοινό και οι ψηφοφόροι ως αγοραστές λένε "ναι, δώστε μου αυτό", διαδικασία που αποσυνδέει τους ανθρώπους από την πολιτική, δίνει υπερβολική έμφαση στο εθνικό και ελάχιστη στο τοπικό επίπεδο. Το παράδειγμα της Βρετανίας, όπου ζω, είναι χαρακτηριστικό: συχνά αυτόνομες τοπικές πρωτοβουλίες απορρίπτονται από την αίσθηση ότι θα απειλήσουν τη συνοχή των κομμάτων. Τα κόμματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν υπό μια στρατηγική που θα προσαρμόζεται στις ανάγκες διαφορετικών ανθρώπων σε διαφορετικές περιοχές. Οι πολιτικοί θεωρούν ότι κάτι τέτοιο οδηγεί σε πολιτική ασυναρτησία - βλέποντάς το από τη δική τους οπτική γωνία που δεν έχει να κάνει με τη συμμετοχή στα κοινά αλλά με την κατανάλωση. Επί 20 χρόνια το συζητώ αυτό με τους ανθρώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενός οργανισμού που θα έπρεπε να είναι το όχημα της πολιτικής εξουσίας στην Ευρώπη, να προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο στην εθνική εξουσία αντί να τη θρυμματίζει. Μη νομίζετε φυσικά ότι εισακούστηκα!».

- Μιλώντας για την Ευρωπαϊκή Ενωση στο βιβλίο σας «Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» γράφατε ότι «η συγκέντρωση εξουσίας σε συνδυασμό με το χαμηλό κύρος αποτελεί κίνδυνο για όσους βρίσκονται στην εξουσία. Για τη νομιμοποίησή τους στηρίζονται μόνο στο χάρισμά τους», κάτι που τελικά οδηγεί σε κρίση νομιμοποίησης.
«Ειδικά σήμερα! Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κοίταξα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα αλλά πράγματι εδώ έχουμε φτάσει. Και αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα έχει παραδειγματικό χαρακτήρα. Οταν η Κριστίν Λαγκάρντ συνέστησε στους Ελληνες να πληρώνουν τους φόρους τους, προέβη σε μια πράξη αυτο-απονομιμοποίησης. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι η ίδια δεν πληρώνει φόρους, η άποψη που εξέφρασε υπονοεί ότι όσοι βρίσκονται στην κορυφή ενσαρκώνουν την αρετή, ενώ όσοι υπόκεινται οφείλουν να ακολουθούν τις διαταγές τους, αν θέλουν να θεωρούνται και εκείνοι ενάρετοι. Οι κοινωνιολόγοι γνωρίζουμε από παλιά ότι η χαρισματική ηγεσία λειτουργεί με βάση το προσωπικό παράδειγμα, επομένως είναι πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο να κατοχυρωθεί σε μια γραφειοκρατία - και όποιο χάρισμα κι αν είχαν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης το απονομιμοποίησε η γραφειοκρατία της».

- Η τελευταία πρόταση του βιβλίου ήταν ότι αναμένατε «μια εξέγερση ενάντια σε αυτή την αποδυναμωμένη κουλτούρα». Τι μορφή θα είχε αυτή η «εξέγερση», κάτι σαν το «Occupy Wall Street»;
«Σας προειδοποιώ ότι δεν μπορώ να εκφέρω αντικειμενική άποψη - είχα εμπλακεί ο ίδιος ενεργά στο "Occupy Wall Street". Το ασυνήθιστο αναφορικά με το κίνημα αυτό δεν ήταν τα συνθήματά του - αυτά ήταν στερεότυπα - αλλά το γεγονός ότι έφερε σε επαφή ανθρώπους οι οποίοι προηγουμένως σπανίως βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Γενικότερα θα έλεγα ότι περίμενα να υπάρξει κάποιου είδους "αντίσταση" αλλά θα περίμενα αρχικά να εκφραστεί μέσω τοπικών κοινωνικών κινημάτων χωρίς πολιτικό πρόγραμμα αντί, φέρ' ειπείν, μιας "νέας απάντησης στον καπιταλισμό". Νομίζω ότι η αντίσταση αυτή θα λάβει τη μορφή συλλογικής επανασύνδεσης - και το "Occupy Wall Street" ήταν μια εκδοχή της. Η κρίση θα είναι μακρά, το ίδιο και η αντίσταση - και σίγουρα οι νέες πολιτικές της δεν θα προκύψουν ξαφνικά από το πουθενά».

Ρίτσαρντ Σένετ, Together: The Rituals, Pleasures, and Politics of Cooperation, Εκδόσεις Yale (2012), σελ. 336, τιμή 22 ευρώ
 
 -------------------------------------------------------------------------------------------------------
Kυριακή, 24 Nοεμβρίου 2013

Ο κορυφαίος Aμερικανός στοχαστής Ρίτσαρντ Σένετ εξηγεί πώς ο αυτάρεσκος ατομικισμός επικράτησε της συλλογικής δράσης Συνέντευξη στον Βασιλη Mπουρδουκουτα
Ο Ρίτσαρντ Σένετ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο London School of Economics, μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας και ένας εκ των ιδρυτών του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών στη Νέα Υόρκη, συγκαταλέγεται στους πλέον ευρηματικούς στοχαστές της εποχής μας. Διακρίνεται για την κοινωνιολογική του φαντασία, είναι απολαυστικός ως συγγραφέας και διαθέτει το χάρισμα να παραμένει αφοπλιστικά απλός και ουσιαστικός, ακόμη κι όταν πραγματεύεται εξαιρετικά σύνθετα κοινωνικά ή πολιτιστικά ζητήματα.
Ο, Αμερικανός στην καταγωγή και σοσιαλδημοκράτης στην ιδεολογία, Σένετ κατόρθωσε να δώσει νέα πνοή στις πολιτιστικές και κοινωνιολογικές σπουδές, διαβλέποντας αρκετά νωρίς τις οδυνηρές συνέπειες της κουλτούρας του νέου επιθετικού καπιταλισμού στην κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική ζωή του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου. Σε μια σειρά έργων του απέδειξε -με σχεδόν προφητικό τρόπο- ότι η νέα κουλτούρα οδηγεί αναπόδραστα στη διάβρωση, αν όχι στην οριστική απαξίωση, εννοιών όπως ο δημόσιος χώρος, η αλληλεγγύη και η πολιτική συμμετοχή. Εν προκειμένω, σε μια κουλτούρα όπου προκρίνονται η αστάθεια, ο ανταγωνισμός, η βραχυπρόθεσμη αντίληψη του χρόνου, κι ένα είδος «ασφυκτικά» αυτάρεσκου ατομικισμού, κανένας δεν έχει πια λόγο να νοιαστεί για τον συνάνθρωπό του και κανένας δεν έχει πια λόγο να πιστέψει ότι η συνεργασία ή η συλλογική δράση μπορεί να επιφέρει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επί αυτής της βάσης, το δυσθεώρητο ύψος του ποσοστού αποχής στις πρόσφατες ευρωεκλογές επιβεβαιώνει ότι ο Ρίτσαρντ Σένετ εκτός από διορατικός παραμένει και επίκαιρος.
Με αφορμή τη μετάφραση ενός ακόμη έργου του στα ελληνικά (Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού, εκδ. Σαββάλας), είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί του για τη διεθνή οικονομική κρίση.
- Στο βιβλίο σας «Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού» αναδεικνύετε και εξετάζετε τις κοινωνικές επιπτώσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού των ημερών μας. Θα συμφωνούσατε με την άποψη ότι η ίδια αυτή κουλτούρα συνιστά μια από τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης;
- Ο κοινωνικός αντίκτυπος των νέων συνθηκών εργασίας είναι αναμφίβολα αρνητικός. Οδηγεί στον αποπροσανατολισμό των εργαζομένων και την αποδυνάμωση του κόσμου της εργασίας. Οι εργαζόμενοι σήμερα δηλώνουν και είναι λιγότερο αφοσιωμένοι στους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις όπου και εργάζονται, και την ίδια στιγμή, εμφανίζονται λιγότερο αλληλέγγυοι στις μεταξύ τους σχέσεις και συνεργασίες. Η αιτία αυτών των φαινομένων βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, σε μια θεμελιώδη μεταβολή της αντίληψης του χρόνου. Ο εργαζόμενος καλείται να κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα από τη μια θέση εργασίας στην άλλη, αλλά και από τη μια εταιρεία στην άλλη. Μαθαίνει, ως εκ τούτου, να αντιλαμβάνεται τον χρόνο με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από ό,τι στο παρελθόν. Ο χρόνος καθίσταται βραχύς και σύντομος. Δεν υπάρχουν πια μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, φιλοδοξίες ή σκοποί. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι εμφανίζονται ανίκανοι να αντισταθούν στη σημερινή κρίση. Στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να καταβάλουν την παραμικρή προσπάθεια αντίστασης σε συλλογικό επίπεδο. Κι αυτό διότι έχουν εκπαιδευτεί να αντιλαμβάνονται τον χώρο εργασίας ως έναν τομέα της ζωής, όπου κυριαρχούν ο εσωτερικός ανταγωνισμός και οι επιφανειακές, βραχυπρόθεσμες σχέσεις.
Χρηματιστηριακή αξία
- Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σημερινή οικονομική συγκυρία δεν αποτελεί τίποτε παραπάνω από την ολοκλήρωση ενός ακόμη οικονομικού κύκλου. Θα συμφωνούσατε με αυτή την άποψη;
- Πράγματι, ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από κύκλους ανάπτυξης και ύφεσης. Κατά συνέπεια, οφείλω να συμφωνήσω: μια ανάλογη κρίση ήταν μάλλον αναμενόμενη. Ωστόσο, ο νέος καπιταλισμός, είναι ριζικά διαφορετικός σε σχέση με εκείνον του παρελθόντος, κι αυτό το γεγονός έχει την ιδιαίτερη σημασία του. Να εξηγηθώ. Ο νέος καπιταλισμός είναι χρηματιστηριακός, δεν σχετίζεται δηλαδή με την παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών. Τουναντίον. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές, η αξία μιας εταιρείας δεν συναρτάται με την παραγωγή και τη δυνατότητά της να παραμείνει υγιής και μακροπρόθεσμα επικερδής, αλλά κρίνεται επί τη βάσει των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων που επιτυγχάνει. Ο βραχυπρόθεσμος αυτός προσανατολισμός σε συνδυασμό με την ανάγκη για ολοένα υψηλότερες αξίες μετοχών οδηγεί αναπόδραστα στην απαξίωση της έννοιας της σταθερότητας. Η σταθερότητα -στο επίπεδο του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούν, της εσωτερικής οργάνωσής τους κ.λπ.- γίνεται πλέον αντιληπτή ως πρόσκομμα. Θεωρείται εμπόδιο, μια και αφαιρεί από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αποδείξουν στις χρηματιστηριακές αγορές και τους μετόχους ότι παραμένουν δυναμικές και σε εγρήγορση. Η δική μου άποψη, για να συνοψίσω, είναι ότι, σε αντίθεση με αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, η αστάθεια και η επιδίωξη της ελαστικότητας από πλευράς των επιχειρήσεων αποτέλεσε παράγοντα που οδήγησε σε αυτή την κρίση. Με άλλα λόγια, η νέα κουλτούρα των επιχειρήσεων συνέβαλε σε αναντίρρητα μεγάλο βαθμό στην εκδήλωση του φαινομένου.
- Στην πηγή των σημερινών δεινών βρίσκεται για πολλούς αναλυτές η δημιουργία και αξιοποίηση χρηματιστηριακών προϊόντων, τα οποία μάθαμε να αποκαλούμε τοξικά. Από ό,τι φαίνεται παρά την ευρύτατη διάδοσή τους, η γνώση μας γι' αυτά παρέμενε πρόδηλα ελλιπής. Ποια είναι η γνώμη σας γι' αυτό το γεγονός;
- Το συγκεκριμένο ζήτημα διαθέτει αναντίρρητα κάτι το ιλαροτραγικό. Φανταζόμασταν πάντοτε ότι όσοι διαθέτουν την ικανότητα να κερδίζουν πολλά χρήματα και να παραγάγουν πλούτο, διαθέτουν ταυτόχρονα και την απαιτούμενη γνώση για κάτι τέτοιο, γνωρίζουν δηλαδή σε βάθος αυτό που κάνουν. Η αλήθεια όμως -η αλήθεια που μας αποκάλυψε αυτή η κρίση- είναι ότι μπορεί να είσαι χαζός και παρ' όλα αυτά να κερδίζεις πολλά χρήματα. Μπορεί δηλαδή να μην καταλαβαίνεις τι πουλάς, τι αγοράζεις, αλλά να κερδίζεις παρ' όλα αυτά πολλά, πάρα πολλά λεφτά. Κι αυτό είδαμε τους τελευταίους μήνες. Οι άνθρωποι στην κορυφή, οι σούπερ πλούσιοι, δεν είχαν κατανοήσει το περιεχόμενο του τι συναλλάσσονταν. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι οι ταλαντούχοι και οικονομικά ενάρετοι υπήρξαν και βλάκες, μια και αγνοούσαν την ίδια τη φυσιογνωμία των προϊόντων που τους βοηθούσαν να πλουτίζουν. Αυτή η άγνοια, θεωρώ, εξηγεί και τους λόγους για τους οποίους η εκδήλωση της κρίσης υπήρξε τόσο ταχεία.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται
- Πόσο σύμφωνο σας βρίσκουν τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης στο επίπεδο είτε των εθνικών κυβερνήσεων είτε των παγκόσμιων οργανισμών;
- Δεν με βρίσκουν καθόλου σύμφωνο. Αρνούμαι να αποδεχθώ ότι η σωτηρία μας από την κρίση θα εξασφαλιστεί μέσω της διάσωσης και της αναζωογόνησης του υφιστάμενου συστήματος. Μου φαίνεται παράλογη η πεποίθησή μας ότι θα υπερβούμε την κρίση, θέτοντας εκ νέου σε κίνηση το οικονομικό σύστημα που μας οδήγησε σε αυτήν. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι οι κυβερνήσεις διαπράττουν ένα οδυνηρό σφάλμα. Η προσήλωση στο χρήμα και στη διάσωσή του είναι ένα ανεκδιήγητο λάθος. Κι αν δεν το αντιληφθούμε, τότε -όπως μας δίδαξε ο Μαρξ- θα δούμε την ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φάρσα.
- Πώς θα αξιολογούσατε την κυβέρνηση Ομπάμα;
- Οσον αφορά την κυβέρνηση Ομπάμα, της οποίας είμαι υπέρμαχος, φαίνεται ότι προσπαθεί να φέρει στο προσκήνιο ανθρώπους που διαθέτουν μια κάποια γνώση και κατάρτιση. Στην αρχή είχε πολλούς στην ομάδα του, οι οποίοι υπήρξαν οι αρχιτέκτονες του συστήματος που τώρα βλέπουμε να καταρρέει. Σήμερα, όμως, δίνει την εντύπωση ότι τους απομακρύνει, επιλέγοντας να ακολουθήσει μια πιο πρόσφορη κατά τη γνώμη μου στρατηγική. Μοιάζει να θέλει να βελτιώσει τις συνθήκες στον χώρο εργασίας. Νομίζω ότι αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση. Πρέπει να βρούμε τρόπους να δημιουργήσουμε εργασία και όχι -ή όχι μόνον- τρόπους διάσωσης των τραπεζών.
Ο θατσερισμός
- Θα λέγατε ότι η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε ενίσχυση των συντηρητικών απόψεων και πολιτικών;
- Εκτιμώ ότι στην Αγγλία θα έχουμε σίγουρα την επιστροφή σε μια συντηρητική κυβέρνηση και μέρος αυτής της μεταβολής ίσως σημάνει την περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας ή ακόμη και την πλήρη διάλυσή του. Δεν σας κρύβω ότι αυτός είναι ένας μεγάλος φόβος που έχω. Καθότι όταν ο κόσμος αγωνιά και αισθάνεται ανασφαλής, τότε τείνει να εξωραΐζει κάποιο φανταστικό παρελθόν όπου τα πράγματα υπήρξαν υποτίθεται καλύτερα. Αυτό, λοιπόν, το χρυσό παρελθόν θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί στην περίπτωση της Αγγλίας η περίοδος Θάτσερ. Ξεχνούμε όμως το πόσο πόνο και πόσο μίσος είχε προκαλέσει η Θάτσερ.
Ο καπιταλισμός διαβρώνει το αίσθημα αλληλεγγύης
- Αρκετές φορές έχετε υποστηρίξει ότι το διακύβευμα για την ευρωπαϊκή αριστερά των ημερών μας είναι να πείσει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να ανανεωθεί. Τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα σοσιαλισμός;
- Σημαίνει να καταβάλεις προσπάθεια να ανανεώσεις την ιδέα του χώρου εργασίας ως του χώρου όπου θεμελιώνεται ο σοσιαλισμός. Σημαίνει να βοηθάς στην ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου, επενδύοντας στο ταλέντο των ανθρώπων. Σημαίνει, τέλος, να κατορθώσεις να πείσεις τις επιχειρήσεις ότι οφείλουν να υιοθετήσουν μια μακροπρόθεσμη οπτική. Με λίγα λόγια, το κέντρο της προσοχής μας οφείλει να μετατοπιστεί. Πρέπει να εξετάσουμε πώς δουλεύουμε και να βελτιώσουμε τις συνθήκες εργασίας. Η ερώτηση που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι εξαιρετικά απλή: τι κάνει εν τέλει κοινωνικό τον χώρο της εργασίας, τον χώρο δηλαδή όπου πολλοί άνθρωποι δουλεύουν μαζί; Η ρητορική του σοσιαλισμού υπήρξε έως σήμερα διαφορετική. Οι σοσιαλιστές μιλούσαν όλα αυτά τα χρόνια για την πολυπολιτισμικότητα, τους μετανάστες, αλλά όχι για την εργασία. Δεν ισχυρίζομαι ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος. Απλώς θεωρώ ότι ο πολιτιστικός σοσιαλισμός αυτού του είδους δεν μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από την κρίση. Αν θέλουμε πραγματικά να βγούμε από την κρίση, πρέπει να αναζητήσουμε το επίκεντρό της. Αυτή είναι και μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου που ετοιμάζω. Η όποια αναγέννηση θα έρθει μόνον διαμέσου της αναγέννησης του χώρου και του θεσμού της εργασίας. Δεν μπορεί να έρθει μέσω της προστασίας του κοινωνικού ιστού διαμέσου των υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο κράτος πρόνοιας, αλλά στις σχέσεις παραγωγής.
- Πόσο αισιόδοξος μπορεί κανείς να είναι σήμερα σχετικά με την ίδια τη δημοκρατία; Μπορεί η κρίση να λειτουργήσει ως παράγοντας αναγέννησης της δημοκρατίας στα επόμενα χρόνια;
- Θα έπρεπε να οδηγήσει στην αναγέννηση της δημοκρατίας, αλλά μάλλον δεν θα το κάνει. Μην ξεχνάτε ότι ο νέος καπιταλισμός οδήγησε στην αποδυνάμωση των δημοκρατικών αξιών. Εχω πραγματευτεί αυτό το ζήτημα στο βιβλίο μου «The Corrosion of Character». Ο σύγχρονος τρόπος καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας διαβρώνει το όποιο συναίσθημα αλληλεγγύης. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο ατομικιστές. Γι' αυτό τον λόγο εκτιμώ ότι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε αυτό το σύστημα, δηλαδή όλοι όσοι είναι είκοσι ή και τριάντα χρονών, δεν έχουν μάθει τι σημαίνει συνεργασία, διότι δεν βίωσαν ποτέ κάτι τέτοιο στον χώρο της εργασίας τους. Είναι δύσκολο να απαιτήσεις από τους ανθρώπους που στον χώρο εργασίας τους έχουν πολύ μικρή εμπειρία από δημοκρατικές διαδικασίες, να καταλάβουν ότι η δημοκρατία μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο περνά καν από το μυαλό τους. Τους ζητάμε λοιπόν ξαφνικά να υιοθετήσουν πρακτικές συμμετοχής που δεν γνωρίζουν ότι μπορεί να έχουν αποτέλεσμα. Θα ήταν ωραίο, μακάρι να γινόταν, αλλά αμφιβάλλω. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρώ ότι επιβάλλεται να εστιάσουμε την προσοχή μας στο χώρο εργασίας και να δούμε πώς αυτός μπορεί να αλλάξει. Καθότι δεν υπάρχει κανένα άλλο πρόσφορο μέσο για να εκπαιδεύσουμε εκ νέου τους ανθρώπους στη συμμετοχή.
Στο Χάρβαρντ ύστερα από μια τυχαία συνάντηση
Ο Ρίτσαρντ Σένετ γεννήθηκε το 1943, στο Σικάγο, στους κόλπους μιας έντονα πολιτικοποιημένης οικογένειας. Ο πατέρας και οι θείοι του ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και πολέμησαν στο πλευρό των Δημοκρατών στον Ισπανικό Εμφύλιο, ενώ η μητέρα του συμμετείχε ενεργά στο εργατικό κίνημα της εποχής.
Η πρώτη αγάπη του Σένετ ήταν η μουσική και πιο συγκεκριμένα το τσέλο. Δεκαέξι ετών συμμετείχε ήδη ως ερμηνευτής σε μουσικά σύνολα και στα δεκαοκτώ του έγινε δεκτός στη φημισμένη σχολή Juliard. Ωστόσο, μια σπάνια ασθένεια θα ματαιώσει οριστικά τις προσδοκίες μίας λαμπρής καριέρας.
Σε αυτή τη δύσκολη για τον ίδιο προσωπικά περίοδο και συγκεκριμένα το 1962 θα συναντήσει τυχαία τον καθηγητή Κοινωνιολογίας Ντέιβιντ Ρίσμαν. Ο διάσημος καθηγητής τον προσκαλεί να σπουδάσει στο Χάρβαρντ, κι ο Σένετ αποδέχεται.
Το 1999, έπειτα από μία αναμφίβολα αξιοζήλευτη ακαδημαϊκή πορεία στο Yale, στο Brandeis και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο Σένετ αποφασίζει να δεχτεί τη θέση καθηγητή Κοινωνιολογίας και θεωριών του πολιτισμού στο London School of Economics και να εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Εκεί ζει και διδάσκει έως σήμερα. Ανάμεσα στα έργα της τελευταίας περιόδου ξεχωρίζουν τα ακόλουθα:
The craftsman (New Haven: Yale University Press, 2008), Practising Culture (Oxon: Routledge, 2007), The Culture the New Capitalism (New Haven: Yale University Press, 2005), Respect in an age of inequality (Νέα Υόρκη: W.W. Norton, 2003), Τhe corrosion of character (Νέα Υόρκη: W.W. Norton, 1998).
Στα ελληνικά κυκλοφορούν:
Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού (εκδ. Σαββάλας, 2008), Οι Χρήσεις της Αταξίας (εκδ. Τροπή, 2003), Η Τυραννία της Οικειότητας (εκδ. Νεφέλη, 1999).

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ρίτσαρντ Σέννετ, Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ .ΝΗΣΙΔΕΣ

Ρίτσαρντ Σέννετ, Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ
Ο Ρίτσαρντ Σέννετ (γεν. 1943) είναι καθηγητής κοινωνιολογίας στο New York University και στη London School of Economics. Πριν στραφεί στην κοινωνιολογία, είχε ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία, απ' τα οποία το πιο πρόσφατο είναι το Βραβείο Hegel για το σύνολο του έργου του στις ανθρωπιστικές σπουδές και στις κοινωνικές επιστήμες.
Από τα έργα του κυκλοφορούν σε ελληνική μετάφραση τα ακόλουθα:

Οι χρήσεις της αταξίας
Η τυραννία της οικειότητας
Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού.


Στο βιβλίο του ο Σέννετ προσφέρει μια πρωτότυπη θεώρηση της εργασίας του τεχνίτη και της στενής της σύνδεσης με το έργο και τις ηθικές αξίες. Πραγματεύεται μια ουσιαστική ανθρώπινη ενόρμηση: την επιθυμία να κάνουμε καλά μια δουλειά ως αυτοσκοπό. Αν και κυριαρχεί η άποψη πως η εργασία του τεχνίτη έχει χάσει τη σημασία της με την έλευση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η επικράτεια του τεχνίτη είναι πολύ ευρύτερη από την ειδικευμένη χειρωνακτική εργασία. Ο προγραμματιστής του κομπιούτερ, ο γιατρός, ο γονιός και ο πολίτης πρέπει σήμερα να μάθουν τις αξίες της καλής εργασίας του τεχνίτη.

"Μια ερευνητική, έξυπνη ματιά στον τρόπο που η εργασία του χεριού αναζωογονεί την εργασία του μυαλού".
New York Times Book Review

"Θρίαμβος".
Will Hutton, The Observer

"Πολύ πλούσιο σε σκέψεις... Βαθυστόχαστο και προκλητικό".
Madeleine Bunting, New Statesman

"Όπως δείχνει ο Σέννετ, η εργασία του τεχνίτη συνέδεε κάποτε τους ανθρώπους με τη δουλειά τους, δίνοντάς τους περηφάνια και νόημα. Η απώλεια της δεξιοτεχνίας, και της κοινωνίας που την εκτιμούσε, μας έχει φτωχύνει με τρόπους που έχουμε από καιρό ξεχάσει, αλλά ο Σέννετ μας βοηθά να τους καταλάβουμε".
Robert B. Reich, καθηγητής Public Policy στο University of California at Berkeley


Η τέχνη του Ηφαίστου
ΤΩΡΑ που η οικονομική κρίση καταδεικνύει τα δραματικά αδιέξοδα του καπιταλισμού που βασίζεται στην «ευέλικτη» εργασία, είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να εμπνευστούμε από το παράδειγμα του Ηφαιστου, του μυθολογικού θεού που έκανε την εργασία του τεχνίτη. Ισως χρειάζεται δηλαδή να επανεκτιμήσουμε την αξία της εργασίας που γίνεται με το χέρι και με το μυαλό και συνδυάζει μαστοριά και δεξιοτεχνία, προκειμένου να αντλήσουμε διδάγματα από το παρελθόν και να οικοδομήσουμε το μέλλον πάνω σε πιο στέρεες βάσεις. Αυτό είναι το μήνυμα που μας στέλνει ο αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ με το βιβλίο του «Ο τεχνίτης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (εκδόσεις «Νησίδες», μετάφραση: Βασίλης Τομανάς). Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Σένετ στην ιταλική εφημερίδα «Il Sole 24 Ore». - Καθηγητή Σένετ, ο τεχνίτης του βιβλίου σας είναι εκείνος που κάνει καλά τη δουλειά του, που επενδύει σε αυτήν μιαν ισχυρή προσωπική δέσμευση και είναι ικανοποιημένος και υπερήφανος για το έργο του. Σήμερα πολλοί επαγγελματικοί ρόλοι απαιτούν δεξιότητες και ικανότητα για ανάληψη πρωτοβουλίας. Αλλά η μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτόνομων εργαζομένων και μισθωτών εργαζομένων δεν είναι πλέον φανερή στο πεδίο της προστασίας και της ασφάλειας, που ήδη μειώνονται όλο και περισσότερο ακόμη και για τους δεύτερους. Η αληθινή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη μια και στην άλλη κατάσταση είναι το να είσαι κύριος της εργασίας σου, να την αγαπάς και να αντλείς καθημερινά ικανοποίηση από αυτήν. Πράγμα όμως που γίνεται όλο και πιο δύσκολο στις οργανώσεις, κυρίως σε καιρούς ύφεσης...
«Το λάθος που πληρώνει το οικονομικό σύστημα είναι το ότι βασίζεται σε μια βραχυπρόθεσμη θεώρηση και στο μοντέλο της οργανωτικής ευελιξίας, της αστάθειας και της ταχύτητας για να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Το ίδιο έγινε και με τη διαχείριση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεν επένδυσαν στη γνώση και οι εργαζόμενοι, αυτά τα χρόνια, μπόρεσαν να αποκτήσουν μόνον μιαν ατελή εμπειρία, εργαζόμενοι σε κατακερματισμένες και ασταθείς επιχειρήσεις. Στο βιβλίο μου "Ο τεχνίτης" υπογράμμισα τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε εκείνον που γνωρίζει να φτιάχνει ένα πράγμα και αρκείται σε αυτή τη γνώση και σε εκείνον ο οποίος αντίθετα είναι προικισμένος με την ικανότητα του τεχνίτη, που τον ωθεί σε μια συνεχή βελτίωση. Σήμερα στις μεγάλες οργανώσεις αυτή η τελευταία αντίληψη δεν βρίσκει θέση. Οι επιχειρήσεις δεν την ενθαρρύνουν. Αντίθετα, αν χρειάζονται μιαν ειδική δεξιότητα που λείπει στο εσωτερικό τους, αντί να εκπαιδεύσουν τα πρόσωπα που απασχολούν, την αναζητούν έξω από την επιχείρηση, αναθέτοντας καθήκοντα σε κάποιον που πιθανότατα θα κοστίζει και λιγότερο. Ακόμα και στην Κίνα. Το να είναι κανείς τεχνίτης, όποια δουλειά και αν κάνει, σημαίνει να σκέφτεται το πόσο μπορεί να εξελιχθεί βελτιώνοντας τις ικανότητές του και να έχει όλο το χρόνο που χρειάζεται για να το κατορθώσει. Αυτό δεν εξαρτάται μόνον από τα κίνητρα, που είναι σημαντικός αλλά όχι επαρκής παράγοντας, αλλά και από το οργανωτικό πλαίσιο, που πρέπει να είναι ευνοϊκό και να προσδίδει αξία στα πρόσωπα, επενδύοντας σε αυτά μακροπρόθεσμα. Αντίθετα, στις επιχειρήσεις το ενδιαφέρον εστιάζεται στο βραχύ χρόνο. Το υπόδειγμα του τεχνίτη του παρελθόντος μάς διδάσκει ένα σημαντικό πράγμα: την αίσθηση του χρόνου. Στους παλιούς καιρούς, για να γίνει κανείς μάστορας χρειαζόταν πολλά χρόνια».
- Μπορούμε όμως να το επιτρέψουμε αυτό; Οι τεχνολογίες έχουν κονιορτοποιήσει το χρόνο και η ταχύτητα της αγοράς επιβάλλει τους ρυθμούς της ακόμα και στην ανανέωση. «Αυτό δεν είναι αληθινό. Ας εξετάσουμε την περίπτωση της Apple. Στην αρχή θεωρήθηκε μια οργάνωση αργή σε σύγκριση με τη Microsoft και επιπλέον απασχολούσε κατά κύριο λόγο σταθερή εργατική δύναμη. Μακροπρόθεσμα, καταδείχθηκε ότι είναι εκείνη μεταξύ των δύο που είναι σε θέση να επιβιώσει καλύτερα. Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να μάθουμε είναι η συνεργασία. Η επαγγελματική κατάρτιση δεν είναι μια απομονωμένη δραστηριότητα, απαιτεί μοίρασμα των γνώσεων, ανταλλαγή αμοιβαίας κριτικής, συνεχή έλεγχο της προόδου. Στις τρέχουσες αξίες των επιχειρήσεων, αντίθετα, η συνεργασία αντιμετωπίζεται σαν ένα κατάλοιπο του παρελθόντος. Ναι, είναι αλήθεια, ο χρόνος και η συνεργασία είναι παραδοσιακές αξίες, αλλά μακροπρόθεσμα παράγουν αποτελέσματα, ιδίως αν ο στόχος που θέτουμε είναι η παραγωγή ποιοτικών αγαθών και υπηρεσιών, που δεν κατασκευάζονται στα γρήγορα, αλλά βασιζόμαστε στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων». - Ποιο είναι, επομένως, το εργαστήρι του σήμερα; «Είναι η μικρή επιχείρηση, η οποία γι' αυτό πρέπει να υποστηριχθεί ως μοντέλο και να υποβοηθηθεί ώστε να είναι σε θέση να επενδύει στα πρόσωπα. Σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο την ανάπτυξη και όχι την ευελιξία». - Η ευτυχία στην εργασία είναι ένας άπιαστος στόχος για τα άτομα στην τωρινή οικονομική κατάσταση; «Η ευτυχία δεν ξέρω. Προτιμώ να μιλώ για παροχή κινήτρων, που νομίζω γεννιούνται από το σεβασμό και, στα άτομα, από την επίγνωση της αξίας της εργασίας τους. Τα πρόσωπα που είναι προσανατολισμένα στο να αναπτύσσουν τις ικανότητές τους, ακόμα και όταν χάνουν τη θέση τους, είναι πιο ασφαλή, πιο ισχυρά στην αυτοεκτίμησή τους και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα σε μια περίοδο που μειώνονται η προστασία της εργασίας και η κοινωνική κινητικότητα». - Είναι πιο σημαντικό το ταλέντο ή η τεχνική; «Η τεχνική. Η ιδέα ότι λίγοι και εκλεκτοί είναι εξαιρετικά προικισμένοι αποκλείει τα περισσότερα πρόσωπα που εργάζονται, και αυτό είναι μια τρομερή σπατάλη ανθρώπινων πόρων (...)».
(Θανάσης Γιαλκέτσης, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9.10.2011)


978-960-9488-03-7

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Το χαλυβουργικό μανιφέστο: Ενα ενδιαφερον κειμενο για την αναπαρασταση, εικονα κ.α του Lenin Reloaded(και οχι μόνο. Μια συζητησηγια την εργατική ταξη και την εικονα της (η την εξαφανιση της εικονας της )

Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #1

1. Στην διάρκεια εκδίπλωσης στις ΗΠΑ του λεγόμενου Occupy Wall Street Movement, διάφορα αμερικανικά ΜΜΕ έθεσαν το ερώτημα της πιο "iconic" φωτογραφίας από τη ζωή του κινήματος (η Washington Post παρέθεσε μια φωτογραφία ως την πιθανόν πιο "iconic",  το περιοδικό Wired έδωσε μια άλλη ως υποψήφια, κοκ). Ανάλογες ήταν και οι περιστάσεις στα ελληνικά και ευρωπαϊκά ΜΜΕ σε ό,τι αφορούσε τις συγκεντρώσεις έξω από το Σύνταγμα.

Αφήσαμε τη λέξη "iconic" αμετάφραστη για λόγους όχι μεταφραστικούς αλλά θεωρητικούς. Κάποιος ή κάποια με περιορισμένη γνώση της αγγλικής θα έμπαινε στον πειρασμό να την μεταφράσει αναγάγοντάς την πίσω στην προφανή ελληνική της ρίζα, αλλά τότε θα κατέληγε με μια μάλλον παράδοξη ταυτολογία: η "iconic image" ως "εικονική εικόνα." Προφανώς, η ταυτολογία θα συσκότιζε το νόημα της φράσης. Μια σαφώς καλύτερη μετάφραση θα ήταν "αντιπροσωπευτική εικόνα", μιας και το "iconic" δε δηλώνει το φυσικό χαρακτήρα μιας αναπαράστασης, αλλά ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό για αυτή (για αυτό και είναι επίθετο). Τι ποιοτικό χαρακτηριστικό έχουν οι φωτογραφικές εικόνες που προέβαλλαν οι Washington Times, το Wired, κλπ; Ότι είναι "αντιπροσωπευτικές", ότι αποτελούν, τρόπον τινά, την πεμπτουσία ενός συμβάντος. Αλλά τότε --κι εδώ αρχίζουμε να αφήνουμε πίσω μας τη μετάφραση-- ποιού ακριβώς πράγματος είναι αντιπροσωπευτικές; Προφανώς, δεν είναι "στατιστικά" αντιπροσωπευτικές, δεν αντιπροσωπεύουν έναν μέσο όρο· αντίθετα, οι "iconic" φωτογραφίες είναι χαρακτηριστικά, εξαιρετικά, δραματικές. Αν αντιπροσωπεύουν λοιπόν κάτι, αν κάτι είναι αντιπροσωπευτικό σ' αυτές, αυτό δεν είναι παρά ο εξαιρετικός χαρακτήρας που, υποτίθεται, αντικατοπτρίζει και την ουσία του ευρύτερου συμβάντος, το "πνεύμα" του.

Αυτό λοιπόν που περιβάλλει τον λόγο περί "iconic images" είναι δύο διαφορετικές κατασκευές της έννοιας της ανα-παράστασης: πρώτον, η οπτική αναπαραγωγή ως τεχνική και πράξη, τεχνολογικά διαμεσολαβημένη στην περίπτωση της φωτογραφίας ή της τηλεοπτικής εικόνας ("image")· και δεύτερον, η εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση μιας ουσίας ή ενός πνεύματος που εμφιλοχωρεί μέσα στο αναπαραστώμενο, η διακόμιση, μέσα από την εικόνα, μιας παρουσίας ("iconic").

Νομίζω ότι θα έβρισκε ελάχιστους διαφωνούντες η πρόταση ότι στην περίπτωση της απεργίας στην Χαλυβουργική δεν υπάρχουν "iconic images." Όχι επειδή τα ΜΜΕ αγνόησαν την απεργία αυτή. Αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά επιβάλλει από μόνο του μια λογική της λογοκριτικής εξάλειψης της εικόνας. Δεν είναι ότι δεν γίνεται προσπάθεια να μεταφερθεί μια εικόνα της απεργίας, όπως έγινε για παράδειγμα στο φωτογραφικό αφιέρωμα που αναδημοσίευσα εδώ. Είναι ότι η προσπάθεια αυτή δεν γεννά τίποτε που να μπορεί να χαρακτηριστεί "iconic". Αναλογιστείτε τις συγκεκριμένες φωτογραφίες: μια τετριμμένη  εικόνα της άδειας εισόδου ενός εργοστασίου· δυο εξίσου αδιάφορες εικόνες από την διαδικασία της παραγωγής· ένας εργάτης που κάθεται μπροστά από τεράστιες κουβαρίστρες χάλυβα· λίγες δεκάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι· ένας συνδικαλιστής μιλάει στο μικρόφωνο· οι εργάτες ψηφίζουν δια ανάτασης χειρός· περισσότερες ολιγάνθρωπες, τις περισσότερες φορές, συγκεντρώσεις, μερικά πανό με συνθήματα απαιτήσεων ή συμπαράστασης, βαρέλια που ζεσταίνουν τους ανθρώπους γύρω. Μια φτωχή σε δραματικές εντάσεις, σχεδόν αδιάφορη, συναισθηματικά αλυτρωτική εικόνα.

Όση "τέχνη", απ' την άλλη, κι αν έβαλαν οι συντελεστές του (για μένα εξαιρετικού) ντοκυμαντέρ της Ελληνοφρένειας σε ό,τι αφορά γωνίες λήψης, οπτικό και ηχητικό μοντάζ και φωτισμό στο σύντομο "
Μέρες απεργίας", το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιείται από αυτή την παράξενα αποδραματοποιημένη, στερημένη εικονογραφία, αυτή την αδόκητη έκθλιψη της ιδέας ότι υπάρχει "αντιπροσωπευτικότητα" στην οπτική αναπαράσταση: υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν ή διαδηλώνουν, υπάρχουν πλάνα τους παράξενα μοναχικά, όπως αυτό του ακτιβιστή να κάθεται μόνος του στα Προπύλαια, ή του απολυμένου που βγαίνει απ' τη σκηνή του στην αρχή, κι αυτό είναι όλο. 

Τι συμβαίνει με την Χαλυβουργία; Γιατί, αφήνοντας παράμερα την διαφανή ως προς τα κίνητρά της και άρα εύκολα εξηγήσιμη περιφρόνηση των ΜΜΕ στην προοπτική κάλυψής της, εξαιρείται αυτό που συμβαίνει τόσο παράδοξα από τη λογική της εικονικότητας που υποτίθεται ότι αποτελεί το απόλυτο χαρακτηριστικό της "μετανεωτερικής" εποχής (Debord, Baudrillard, κα);

Bertolt Brecht, όπως παρατίθεται στο Alexander Kluge, "Ο κινηματογράφος και η δημόσια σφαίρα" (ή στο Benjamin, "Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής"):


Όλο και λιγότερο μπορεί η απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας να μάς αποκαλύψει οτιδήποτε για την πραγματικότητα. Μια φωτογραφία των εργοστασίων της Krupp ή της AEG δεν μάς λέει σχεδόν τίποτα για αυτούς τους θεσμικούς χώρους.
Alain Badiou, "Το εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος":
Κάθε μέλος τής κοινωνίας των ιδιωτών παρουσιάζεται, διότι η παρουσίαση αποτελεί καθοριστικό γνώρισµα τής κοινωνικότητας. Αλλά το εργοστάσιο διαχωρίζεται και διακρίνεται από την κοινωνία μέσω περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης. Αυτό οφείλεται στο ότι η παραγωγικότητα ως ρυθμιστικός κανόνας τού εργοστασίου διαστέλλεται απόλυτα από την εν γένει κοινωνική παρουσίαση. Η ομοιότητα μεταξύ τού συστήματος βιομηχανικής παραγωγής και τής στρατιωτικής οργάνωσης έχει προ πολλού επισημανθεί. Η βαθύτερη αιτία για αυτό πρέπει να αναζητηθεί στο ότι και στις δύο περιπτώσεις η παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων. Το ότι ο στρατιώτης είναι πάντοτε αφανής οφείλεται στο ότι έχει καταταγεί στην υπηρεσία τού θανάτου. Ομοίως, η κατάταξη προσωπικού σε βιομηχανικές θέσεις εργασίας συνεπάγεται την κατάταξή τους σε καθεστώς μη παρουσίασης. Από την σκοπιά τού εργοστασίου, ο εργάτης παραμένει εξίσου αφανής.
Θα συνεχίσουμε, τόσο για αυτά τα αποσπάσματα, όσο και για άλλα, εξίσου κρίσιμα για την κατανόηση αυτού που συμβαίνει, σε επόμενη ανάρτηση.

(παραθετω και τα σχολια του
Smirnoff είπε...
  ...πέρα από τα σωστά σχόλια που κάνεις, οφείλουμε να επισημάνουμε πως η απουσία iconic εικόνων από την απεργία των χαλυβουργών οφείλεται και στο γεγονός πως δεν υφίσταται και δεν έχει κατασκευαστεί ψυχική διασύνδεση του γενικού (δαιφημιστικού) κοινού με τους χαλυβουργούς. Η αποτελεσματικότητα της εικόνας εξαρτάται από το κατά πόσο υπάρχει μία στοιχειώδης ταύτιση ανάμεσα στο εικονιζόμενο και σε αυτούς που απευθύνεται. Ή κατά πόσο μπορέι να δημιουργήσει η ίδια η εικόνα αυτή την ταύτιση. Στη περίπτωση των χαλυβουργών, εν αντιθέσει με εκείνη των αγανακτισμένων, αυτή η τάυτιση και άρα η ψυχική διασύνδεση του γενικού κοινού με τους εργάτες εκλίπει: η εργατική ταυτότητα, πόσο μάλλον η βιομηχανική εργατική ταυτότητα έχει αποδιαρθρωθεί πλήρως τα τελευταία χρόνια και έχει απωθηθεί κάτω από μία σειρά άλλες ιδιότητες (του πολίτη, καταναλωτή, Έλληνα κλπ), ακόμη και στους ίδιους τους εργάτες. Τέλος, η εξαφάνιση της απεργίας από τα αστικά μήντια αποσκοπεί (και απορρέει) σε αυτό ακριβώς, την αποφυγή δηλαδή ταύτισης και ενσυναίσθησης των χαλυβουργών με πλατύτερα λαϊκά στρώματα. Αυτή δυστυχώς είναι μια πραγματικότητα που οφείλει να αναγνωρίσει η ταξική αριστερά και να μη θεωρεί δεδομένη την ύπαρξη ταξικής συνείδησης ή την ανάδυση της ως φυσικό επακόλουθο των οικονομικών αγώνων...
Smirnoff είπε...


Δύο ακόμη παρατηρήσεις. Το "θεαματικό" έχει ως ένα βαθμό τους δικούς του κανόνες λειτουργίας, (οι οποίοι βέβαια δεν είναι ποτέ ανεξάρτητοι από το γενικότερο κοινωνικό πλαίσο) με την έννοια πως υπάγεται στην αναγκαιότητα παραγωγής πρρωτογενών εντυπώσεων και συναισθημάτων. Είναι μία κατεξοχήν επιτελεστική (με την ιδιαίτερη έννοια πως το μέσο είναι το μήνυμα) μορφή επικοινωνίας. Από αυτή την άποψη μπορεί να εξηγηθεί η εστίαση σε εικόνες έντονης συναισθηματικής έντασης, όπως η ηλικιωμένη γυναίκα που τη σέρνουν οι αστυνομικοί ή ο χημικός ψεκασμός των καθισμένων διαηλωτών από το OWS που ανήρτησες. Οι απεργοί χαλυβουργοί, εκτός των άλλων, δεν προσφέρονται για εικόνες με τόσο πλούσιο συμβολισμό...

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με το κατά πόσο κάποιος εργάτης που βλέπει και ενημερώνεται για την απεργία των χαλυβουργών μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους. Το κατά πόσο δηλαδή η κάθε επαγγελματική ομάδα αναγνωρίζει στους αγώνες των άλλων επεγγελματικών ομάδων, κάτι από τον εαυτό της. Εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ευχάριστα καθώς ο ανταγωνισμός που καλλιεργεί η κυρίαρχη ιδεολογία ανάμεσα στις διαφορετικές επαγγελματικές ομάδες των υποτελών τάξεων καθώς και το γεγονός πως δεν υπάρχει τίποτα στην ίδια της οικονομική πραγματικότητα των διαφορετικών μερίδων της εργατικής τάξης που να τους ενοποιεί εγγενώς σε ενιαίο σύνολο με κοινά στοιχεία συνείδησης, (μπορούμε αντίθετα να δούμε πως η ίδια η "οικονομική" πραγματικότητα φέρνει αντιμέτωπες τη μία μερίδα εργατών με τις άλλες σε πολλαπλά επίπεδα) αποτρέπει την ανάδυση μίας συλλογικής συνείδησης και κουλτούρας στους κόλπους της εργατικής τάξης. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές οι εργάτες μίας επαγγελματικής ομάδας να αντιμετωπίζουν με αδιαφορία ή και ανταγωνιστικά τους αγώνες των εργατών άλλων επαγγελματικών κατηγοριών, ώστεοι αντιστάσεις να παραμένουν κατακερματισμένες.

Αντίθετα, σε αγώνες όπως αυτών των αγανακτισμένων ή του OWS, όπου η ταυτότητα του κινητοποιόύμενου είναι αυτή του πολίτη, του αγνακτισμένου, του 99%, ταυτότητες στις οποίες αναγνωρίζει τον εαυτό της η συντριπτική πλειοψηφία των υποτελών στρωμάτων, η προσχώρηση και η ταύτιση είναι πολύ πιο εύκολες. Το πρόβλημα βέβαια είναι πως αυτές οι ταυτότητες είναι καθολικές μόνο πλασματικά, ως αποτέλεσμα ιδεολογικής και φετιχιστικής μυστικοποίησης μίας πραγματικότητας εκμετάλλευσης, ανισότητας και ανταγωνιστικών συμφερόντων...


Lenin Reloaded: Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #2

http://leninreloaded.blogspot.com/2012/01/2.html

Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #2

1. Κριτική της ορατότητας: Παραγωγή, αξία, παραγωγικότητα
α. Μπρεχτ και Μαρξ

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με την σύντομη αλλά διάσημη ρήση του Μπρεχτ. Γιατί αποτυγχάνει η φωτογραφία, η "απλή αντανάκλαση της πραγματικότητας" να μας πει οτιδήποτε για το εργοστάσιο ως θεσμικό χώρο; Δεν είναι δυνατό να δοθεί απάντηση στο ερώτημα χωρίς να θυμηθούμε μια κεντρική διάσταση του πιο διάσημου ίσους τμήματος του Κεφαλαίου του Μαρξ, αυτού που αφορά στον "Φετιχισμό του εμπορεύματος" (τόμος 1, κεφάλαιο 1, τμήμα 4). Τι είναι ο φετιχισμός του εμπορεύματος παρά ένα φαινόμενο της απατηλής εμφάνισης (schein), της παροδηγητικής προφάνειας, που καθιστά αόρατο αυτό ακριβώς που είναι πραγματικό;
Το εμπόρευμα εμφανίζεται, με πρώτη ματιά, ως κάτι το πολύ τετριμμένο και εύκολα κατανοητό. Η ανάλυσή του δείχνει ότι, στην πραγματικότητα, είναι κάτι πολύ παράξενο, γεμάτο μεταφυσικές αποχρώσεις και θεολογικές πινελιές. [...] Το εμπόρευμα, λοιπόν, είναι κάτι μυστήριο, απλά επειδή μέσα του ο κοινωνικός χαρακτήρας της ανθρώπινης εργασίας εμφανίζεται ως ένας αντικειμενικός χαρακτήρας που σφραγίζει το προϊόν της εργασίας αυτής· επειδή η σχέση των παραγωγών στο σύνολο της δικής τους εργασίας τούς παρουσιάζεται ως κοινωνική σχέση, η οποία όμως υπάρχει όχι ανάμεσά τους αλλά ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας τους. Αυτός είναι ο λόγος που τα προϊόντα της εργασίας γίνονται εμπορεύματα, κοινωνικά πράγματα των οποίων οι ποιότητες είναι την ίδια στιγμή αντιληπτές και μη αντιληπτές από τις αισθήσεις. Με τον ίδιο τρόπο, το φως από ένα αντικείμενο το αντιλαμβανόμαστε  όχι ως υποκειμενικό ερεθισμό του οπτικού μας νεύρου, αλλά ως αντικειμενική μορφή κάποιου πράγματος πέρα από το ίδιο το μάτι. Όμως, στην πράξη της θέασης υπάρχει, όπως και να 'χει, ένα κυριολεκτικό πέρασμα του φωτός από το ένα πράγμα στο άλλο, από το εξωτερικό αντικείμενο στο μάτι. Υπάρχει μια φυσική σχέση ανάμεσα σε φυσικά πράγματα. Αλλά τα πράγματα με τα εμπορεύματα είναι διαφορετικά. Εκεί, η ύπαρξη των πραγμάτων ως εμπορευμάτων, και η σχέση αξίας ανάμεσα στα προϊόντα της εργασίας που τα σφραγίζει ως εμπορεύματα, δεν έχουν καμία σύνδεση με τις φυσικές τους ιδιότητες και με τις υλικές σχέσεις που πηγάζουν απ' αυτές.Υπάρχει μια ορισμένη σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους που παίρνει, στα δικά τους μάτια, την φανταστική μορφή μιας σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. Για να βρούμε λοιπόν μια αναλογία, θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση στις νεφελώδεις περιοχές του θρησκευτικού κόσμου. Στον κόσμο αυτό, τα παράγωγα του ανθρώπινου μυαλού εμφανίζονται ως ανεξάρτητα πράγματα με τη δική τους ζωή, και ως πράγματα που εισέρχονται σε σχέσεις το ένα με το άλλο και με το ανθρώπινο είδος. Έτσι γίνεται στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα των χεριών του ανθρώπου. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό που προσκολλάται στα προϊόντα της εργασίας, απ' τη στιγμή που παράγονται ως εμπορεύματα, και που συνεπώς είναι αδιαχώριστος από την παραγωγή εμπορευμάτων. 
Οι εμφάσεις με πλάγια στοιχεία αρκούν, νομίζω, για να αναδειχθεί τόσο η κεντρικότητα του οπτικού λεξιλογίου στην ανάλυση του χαρακτήρα της εμπορευματικής παραγωγής, όσο και η ουσία του επιχειρήματος, που είναι βέβαια ότι το εμπόρευμα από τη μία αποκαλύπτει τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας ως "σφραγίδα" κι από την άλλη τον αποκρύπτει, παράγοντας την οφθαλματάτη που θέλει αυτόν τον κοινωνικό χαρακτήρα να βιώνεται ως σχέση όχι ανάμεσα στους παραγωγούς αλλά στα εμπορεύματά τους. Και είναι αυτή η ανάλυση πάνω στη βάση της οποίας ο Μπρεχτ συμπεραίνει ότι το να έχεις οπτική πρόσβαση σε ένα εργοστάσιο (σε μηχανήματα, ανθρώπους και αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους) δεν σου αποκαλύπτει απολύτως τίποτα για το τι είναι παραγωγή και σχέσεις παραγωγής, τι είναι αξία, ή ποιοί είναι οι μηχανισμοί που μετατρέπουν την μυϊκή προσπάθεια σε αξία μέσα σε μια αναπτυγμένη ανταλλακτική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα εγγυώνται την άντληση ενός ποσοστού επενδύσιμης υπεραξίας από την μυϊκή αυτή προσπάθεια. 

Για να το πούμε συνοπτικά: το εργοστάσιο είναι ένας προνομιούχος χώρος (προνομιούχος επειδή σ' αυτόν πρωτοσυγκεντρώνεται σε μαζική κλίμακα το μυστηριώδες θέαμα της καπιταλιστικής παραγωγής) της αντίστασης των "μυστηρίων" της πολιτικής οικονομίας στο ορατό, που όπως συμβαίνει συνήθως με τα πράγματα που ξέρουμε ότι βρίσκονται εκεί αλλά δεν μπορούμε να δούμε, τα μετατρέπει ακριβώς σε μυστήρια, τα επενδύει με "θεολογικές πινελιές" και "μεταφυσικές αποχρώσεις". 

Να ένας πρώτος λόγος που η απεργία στην Χαλυβουργική δεν παράγει "iconic images." Αφορά το γεγονός ότι το εργοστάσιο είναι, κατά τη διάρκεια της ίδιας της λειτουργίας του, ένα είδος έμπρακτης κριτικής της επάρκειας της εικόνας, της αντανάκλασης της πραγματικότητας, για την κατανόηση της ίδιας της πραγματικότητας. Αυτή είναι η πρώτη θέση του Χαλυβουργικού μανιφέστου.


Lenin Reloaded: Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #3

http://leninreloaded.blogspot.com/2012/01/3.html

ο χαλυβουργικό μανιφέστο. #3

β. Badiou

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο απόσπασμα, από το "Εργοστάσιο ως συμβαντικός τόπος" του Badiou. Η θέση του Badiou αφορά την τάξη της "κοινωνικο-ιστορικής παρουσίασης" και είναι η εξής: από τη σκοπιά του κράτους, αν και το εργοστάσιο "μετράει-ως-ένα" νοούμενο ως "χώρος των εργατών", οι ίδιοι οι εργάτες δεν αποτελούν υποσύνολο και δεν υπόκεινται στην καταμέτρηση, καθώς δεν είναι τίποτε άλλο από υποκαταστάσιμες μονάδες "εργατικής" ή "παραγωγικής" δύναμης. Όπως αναφέρεται στο απόσπασμα που παραθέσαμε, η απόλυτη υποκαταστασιμότητα του εργάτη νοουμένου ως απλώς μονάδα παραγωγικής δύναμης (και όχι ως μοναδικού ατόμου με την μοναδική του ιστορία, σχέσεις, κλπ) σημαίνει πως η "παρουσίαση ακυρώνεται μέσω τής απλής καταμέτρησης υποκαταστήσιμων μονοσυνόλων" όπως συμβαίνει για το κράτος και για τον στρατιώτη, που είναι κατά βάση πάντα "άγνωστος", ένα στατιστικό δείγμα "στην υπηρεσία του θανάτου" και όχι ένα μοναδικό ή αναντικατάστατο πρόσωπο. Αλλά και από τη σκοπιά της συλλογικής τους (συνδικαλιστικής) εκπροσώπησης, η οποία συνίσταται στην ανα-παράσταση των αιτημάτων τους, οι εργάτες δεν παρουσιάζονται, καθώς "η παρουσίαση δεν αποτελεί αναγκαστική απόρροια τής αναπαράστασης, εφόσον θα υπάρχουν πάντοτε υποσύνολα [αναγκών, για παράδειγμα, που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε οικονομικά αιτήματα] τα οποία δεν θα έχουν συγχρόνως και την ιδιότητα τού στοιχείου, ακριβώς λόγω τού υπερβάλλοντος τής σχέσεως υπαγωγής έναντι τής απλής παρουσίασης."

Θέση δεύτερη, λοιπόν: υπό "κανονικές συνθήκες", ο εργάτης ως μοναδικό υποκείμενο είναι αόρατος τόσο απ' τη σκοπιά του κράτους όσο και από αυτή της θεσμικής του αναπαράστασης μέσα από παγιωμένους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης. 

Την κατάσταση αυτή έρχεται να επιτείνει με χωρικούς όρους η απόσταση του εργοστασίου από την κοινωνία, ο καθορισμός του ως κοινωνικής "ετεροτοπίας" (Foucault) μέσω --για να επιστρέψουμε στο απόσπασμα που παραθέσαμε-- "περιφράξεων, φυλάκων ασφαλείας, ιεραρχιών, χρονοδιαγραμμάτων εργασίας, δομών εκμηχανοποίησης."

Θέση τρίτη:
υπό "κανονικές συνθήκες", το εργοστάσιο είναι ένας χώρος απεκδυμένος από το αναγνωρίσιμα "κοινωνικό", εξόριστος από την "κοινωνία" ως αναπαραστάσιμο σύνολο ταυτοτήτων, πρακτικών, τεχνικών και μέσων συνεύρεσης, σύγκρουσης, και διαπραγμάτευσης. 

Στο ίδιο κείμενο, ο Badiou αναδεικνύει το γεγονός ότι υπό "κανονικές συνθήκες", υπό το "κράτος της κατάστασης" (
state of the situation) δηλαδή,  το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος θεμελιωδώς "αποπολιτικοποιημένος", ακόμα και ασύμβατος με την πολιτική διάσταση, τουλάχιστον εφόσον αυτό γύρω από το οποίο οργανώνεται η "φυσιολογική" δραστηριότητα του εργοστασίου είναι η "παραγωγικότητα":

Η ιδέα αυτή καθαυτή τής πολιτικής ικανότητας των εργατών αντιβαίνει στην ουσία τού εργοστασίου. Το εργοστάσιο είναι κατ’ ουσίαν χώρος μη πολιτικός, ανεξαρτήτως τού αν οι εργάτες του έχουν πολιτικοποιηθεί ή όχι. Και αυτό γιατί το καθεστώς τής παραγωγικότητας βρίσκεται σε πλήρη και απόλυτη αντίφαση με την πολιτική. Η πολιτική είναι το ακριβώς αντίθετο τής βιομηχανικής εργασίας, διότι συνιστά η ίδια μορφή εργασίας, μια εξευγενισμένη δημιουργική παραγωγή που απαιτεί τη διακοπή κάθε άλλης εργασίας. 
Θέση τέταρτη: Όσο το εργοστάσιο εργάζεται, όσο η λειτουργία του παραμένει αρμονικά δεμένη με την αρχιτεκτονική, μηχανική, και λειτουργική του φύση, αυτό που παράγει είναι η ίδια η άρνηση της πολιτικής, δηλαδή η άρνηση της εργασίας της παρουσίασης, της εμφάνισης υποκειμένων σε ένα χώρο όπου σφυρηλατούνται οι όροι της συλλογικής ύπαρξης. Νοούμενο ως μονοσύνολο (ως σύνολο που μετράει-ως-ένα), το εργοστάσιο και οι εργάτες του εξαιρούνται από την πολιτική τάξη, και άρα από την τάξη της παράστασης.

Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #4

2. Αντι-φαινομενολογία της απεργίας
Τι είναι η απεργία σε ένα εργοστάσιο; Είναι, στο πιο προφανές και άμεσο επίπεδο, μια άρνηση της φύσης του εργοστασίου ως περιφραγμένου και ιεραρχημένου χώρου εξ ολοκλήρου αφιερωμένου στην παραγωγή και την παραγωγικότητα. Είδαμε όμως ότι όντας τέτοιου είδους χώρος, το εργοστάσιο είναι επίσης ένας χώρος άρνησης της πολιτικής. Θέση πέμπτη: Η απεργία είναι μια άρνηση της άρνησης της πολιτικής, και συνεπώς μια άρνηση της άρνησης της παράστασης του εργάτη που προϋποθέτει η "φυσιολογική" εργασία του εργοστασίου.

Πώς εκδηλώνεται φαινομενολογικά αυτή η άρνηση της άρνησης της πολιτικής παράστασης; Και πιο συγκεκριμένα, ποιά είναι η σχέση της με την αναπαραστατική τάξη, με την εικόνα και την εικονογραφία; 

Θέση έκτη: Το εργοστάσιο σε απεργία παράγει αντι-αναπαραστάσεις, αντι-εικόνες, και είναι ακριβώς σε αυτές τις αντι-αναπαραστάσεις που η πολιτική παράσταση του εργάτη ως μονάδας μπορεί να λάβει χώρα. 

Τι εννοούμε; Εννοούμε το εξής: ως πολιτική πράξη, η απεργία δεν εισάγει τον εργάτη αδιαφοροποίητα μαζί με τις άλλες ταυτότητες ή συλλογικότητες της "κοινωνίας" σε μια αδιαφοροποίητη αναπαραστατική τάξη. Ο αποκλεισμός του εργάτη από την αναπαράσταση δεν αίρεται μέσα από την ενσωμάτωσή του, χωρίς ίχνος διαφοράς, στην τάξη αυτή. Ο εργάτης αποκτά πολιτική οντότητα μέσα από την αφαίρεσή του από αυτό που τον ορίζει, τόσο από τη σκοπιά του κράτους, όσο και από την σκοπιά της συλλογικής του εκπροσώπησης, του γεγονότος δηλαδή της εργασίας του. Ένας εργάτης που δεν εργάζεται, όπως και ένα εργοστάσιο που δεν παράγει, δεν μπορούν να ενταχθούν μέσα σε μια λογική της ανα-παράστασης, πόσο μάλλον της "δραματικής", "αντιπροσωπευτικής" αναπαράστασης του "iconic image". "Δεν υπάρχει τίποτα να δεις" σε μια εργοστασιακή απεργία, στην εικόνα ανθρώπων που κανονικά έπρεπε να βρίσκονται μέσα στο εργοστάσιο και να εργάζονται να βρίσκονται έξω από το εργοστάσιο και να συζητούν ή να πίνουν καφέ ή να κάθονται. Η εικόνα της απεργίας είναι εικόνα μιας διπλής άρνησης, τόσο με την έννοια που ήδη αναφέραμε, όσο και επειδή ο εργάτης που απεργεί αρνείται την άρνηση της ανθρώπινής του υπόστασης που ήδη πάντοτε εξυπακούεται από την κατασκευή του ως εργάτη, ως υποκαταστάσιμης μονάδας εργατικής δύναμης, ανώνυμης, βιογραφικά αδιάφορης, χωρίς παρελθόν ή μέλλον. 

Θέση έβδομη: Η εργοστασιακή απεργία, μη όντας τίποτε άλλο παρά η αυτο-υφαίρεση του προλεταριακού "μηδέν" από την ολοσχερή του έκθλιψη ή αφανισμό --στοιχεία που αποτελούν προϋποθέσεις της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής-- δεν παράγει αναπαραστάσιμο θέαμα. Θέαμα μπορεί να παράξει η "βία εναντίον πολιτών" των "iconic images" που αναφέραμε στην εισαγωγή, ακριβώς επειδή οι "πολίτες" δεν νοούνται ως "μηδέν" εξ αρχής, αλλά ως οργανικά κομμάτια μιας "κοινωνίας", η οποία βλέπει σ' αυτούς την αντανάκλασή της. 

Μπορούμε ήδη να κατανοήσουμε εδώ την προβληματική φύση της αφομοίωσης της απεργίας στην Χαλυβουργική με απεργίες όπως αυτές στα ΜΜΕ. Στην δεύτερη περίπτωση, η απεργία αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό αναπαράστασης και δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με περισσότερες αναπαραστάσεις: απολυμένοι δημοσιογράφοι που γράφουν κείμενα εναντίον των πρώην εργοδοτών τους σε άλλα μηντιακά μέσα, αποκαλύψεις, κατάληψη σταθμών, μηνύματα κατά την ώρα της εκπομπής, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εμπλέκεται είναι αναπαραστάσεις εναντίον αναπαραστάσεων, και όχι, όπως συμβαίνει στην Χαλυβουργική, μια εγγενής αποκαθήλωση της ίδιας της διαδικασίας αναπαράστασης, που στην "φυσιολογική" της λειτουργία καταδικάζει τον εργάτη στην μόνιμη, "δομική" αφάνεια. 

Η υπογράμμιση της μόνιμης κατάστασης αφάνειας που δεν αναιρείται από μια ένταξη, μέσω της απεργίας, στη γνωστή μετανεωτερική λογική του "όλα είναι εικόνα", είναι επιπρόσθετα σημαντική στα πλαίσια της αντίληψης περί ιστορικής εξαφάνισης της εργατικής τάξης. Στην μόνιμη επωδό ότι "δεν υπάρχει πια εργατική τάξη" δεν θα πρέπει να παραμελήσουμε να θυμήσουμε ότι, ανεξάρτητα από τις όποιες δομικές, χωρικές και δημογραφικές αλλαγές που έχει αποφέρει η "αποβιομηχάνιση", η "εργατική τάξη" ήταν πάντα συνώνυμη της εξαφάνισης του εργάτη ως μονάδας στα πλαίσια της αναπαραστατικής τάξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Το να είσαι εργάτης σε μια τέτοια κοινωνία σημαίνει να μην φαίνεσαι, να μην είσαι αναπαραστάσιμος ως μονάδα. Αυτή είναι η όγδοη θέση του χαλυβουργικού μανιφέστου.

Η ένατη θέση αφορά τον ψευδή χαρακτήρα της μετανεωτερικής κριτικής στον Μαρξισμό ως "νοσταλγίας για την εργατική τάξη." Όλη η παραπάνω ανάλυση αναδεικνύει το γεγονός ότι αν η νοσταλγία αφορά αναπόφευκτα την επιθυμία για παρουσία, και αν η παρουσία υποδηλώνει πληρότητα ή ολότητα, δεν υπάρχει τίποτα στην μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη που να αφορά μια τέτοια μεταφυσική της παρουσίας: αντίθετα, η μαρξιστική αναφορά στην εργατική τάξη είναι αναφορά σε ένα αδιόρατο ίχνος, σε μια οντότητα που διαφεύγει πάντοτε από την τάξη του αναπαραστώμενου, που δεν μπορεί να ιδωθεί, που δεν είναι τίποτα παρά μια διακοπή της παντοδυναμίας του βλέμματος. "Νοσταλγία για την παρουσία", αντίθετα, προδίδουν ακριβώς αυτοί που εγκαλούν τον μαρξισμό για μεταφυσική αφέλεια, ανακαλύπτοντας διαρκώς την αδιαμεσολάβητη παρουσία της "γενικής βούλησης", του "πλήθους", του "99%", κλπ σε σκηνογραφίες αυτο-αναπαράστασης, φετιχοποιώντας τις αυτο-αναπαραστάσεις αυτές ως συνώνυμες μιας  διαφανούς, πρόδηλης, άμεσης παρουσίας της υποτιθέμενης "λαϊκής θέλησης". Μόνο μέσα από μια αντιμετάθεση και αντιστροφή της πραγματικότητας άξια του όρου "ιδεολογία" καταφέρνουν οι θιασώτες της εκτυφλωτικής αμεσότητας να πείσουν τον εαυτό τους ότι τα θύματα νοσταλγικής αφέλειας είναι αυτοί ακριβώς που ανθίστανται στην "λαϊκοδημοκρατική" ρητορική της αδιαμεσολάβητης και αναπαραστάσιμης παρουσίας.

Το χαλυβουργικό μανιφέστο. #6

 
4. Τι να κάνουμε;


Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους συντρόφους που καλούν τα ΜΜΕ να "δείξουν" --να προβάλλουν-- την απεργία, εμείς θα ισχυριστούμε ότι αυτό δεν είναι απλώς ανεπιθύμητο αλλά και αδύνατο: δεν υπάρχει τίποτε για να δείξουν, γιατί η αφαίρεση ενός υποκειμένου από την δομικά εγγυημένη του ανυπαρξία μέσα στο κοινωνικό σύνολο δεν παράγει θέαμα, δεν ανήκει στην τάξη των συμβολικών αναπαραστάσεων. 

Θέση ενδέκατη: Η αφαίρεση του εργάτη από την ίδια του την αορατότητα ή εξάλειψη αποτελεί ρήγμα στη συνοχή της συμβολικής τάξης, και συνεπώς αποτυπώνει το ίχνος ενός Πραγματικού.

Φυσικά, το Πραγματικό μπορεί να νοηθεί μόνο ως ρήγμα, μόνο ως στιγμιαία ή εφήμερη διακοπή της "φυσικής" εργασίας της συμβολικής τάξης. Δεν έχουμε χαθεί στις αφαιρέσεις της ψυχανάλυσης παρατηρώντας κάτι τέτοιο: μια τυχόν "ικανοποίηση" των αιτημάτων θα δώσει τέλος στην απεργία και θα εξαναγκάσει έτσι τους εργάτες να επιστρέψουν στην "φυσιολογική" τους εξαφάνιση μέσα στον θεμελιωδώς αντιπολιτικό τόπο του εργοστασίου. Η "νίκη" θα έχει έτσι ένα ανεξάλειπτο ποσοστό ήττας, στον βαθμό που θα επιτρέψει την επανασυγκόλληση της συμβολικής τάξης την οποία προς το παρόν εξακολουθεί να ρηγματώνει.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι είδους νίκη θα μπορούσε να υπάρξει η οποία να μην αναπαραγάγει, ουσιαστικά, τα συστατικά της ήττας μιας και, για να επιστρέψουμε στιγμιαία στον Μαρξ, η διόρθωση μιας "επιμέρους" αδικίας (πχ των απολύσεων) δεν κάνει τίποτα για να διορθώσει την "αδικία καθ' εαυτή", την αδικία του απόλυτου διαχωρισμού της διανοητικής από την χειρωνακτική εργασία που καταδικάζει τον εργάτη σε μια ζωή εξοντωτικής εργασίας με ελάχιστες απολαβές και αποκλεισμό από τη ζωή του πνεύματος που τού ανήκει, ως άνθρωπο, στον ίδιο ακριβώς βαθμό που ανήκει και σε κάθε άλλο άνθρωπο;

Θα ήταν απαραίτητο για τον σκοπό αυτό η απεργία να αποκτήσει καθολικότητα, να εξελιχθεί σε γενική απεργία. Θα ήταν απαραίτητο, για να το πούμε όσο παραστατικά γίνεται, το "ρήγμα" στη συμβολική τάξη να μεγαλώσει τόσο πολύ που η ίδια η συμβολική τάξη να καταρρεύσει, αδυνατώντας να βρει οποιονδήποτε τρόπο να το επανασυγκολλήσει. Αυτή είναι η δωδέκατή μας θέση.

Στην διαδικασία όμως αναζήτησης ενός τρόπου καθολικοποίησης της απεργίας, εκ βάθρων καταστροφής της συμβολικής καπιταλιστικής τάξης, δεν είναι εφικτό να μείνουμε στο ρήγμα του Πραγματικού, καθώς αυτό παρεμποδίζει οποιαδήποτε συμβολοποίηση και η συμβολοποίηση είναι απαραίτητη για τις διαδικασίες πολιτικής ταύτισης. Αυτό είναι το σημείο όπου οι κόκκινες σημαίες και οι επικλήσεις των προγόνων εργατών αναλαμβάνουν το δικό τους έργο: να δώσουν μια νέα συμβολική έκφραση στην κατάσταση, χτίζοντας πάνω στο ρήγμα που ανοίγει η απεργία· να επιτρέψουν, δηλαδή, την υποκειμενική αγκύρωση σε μια νέα συμβολική τάξη. Οι αναπαραστάσεις του ηρωϊκού εργάτη στην προλεταριακή εικονογραφία --αντικείμενο συστηματικής γελοιοποίησης από την αστική κουλτούρα-- έχουν αυτόν ακριβώς τον ρόλο: να αγκυρώσουν ένα αβάσταχτο Πραγματικό πίσω σε μια θετικού περιεχομένου συμβολική αναπαράσταση. Φυσικά, η μνημειοποίηση του εργάτη στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λειτούργησε σε σημαντικό βαθμό ως μέσο εξαφάνισης του ζητήματος που τίθεται από την θέση του εργάτη ως κενού μέσα στο κράτος της κατάστασης, και η εξαφάνιση αυτή δεν συνδέεται τυχαία με το γεγονός ότι ακόμα και σε αυτές τις κοινωνίες δεν επιλύθηκε ποτέ η αντίφαση ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετάφρασή της σε μια αντίφαση ανάμεσα σε απλούς εργαζόμενους και κομματικούς γραφειοκράτες. Υπάρχουν λοιπόν φυσικά πάντοτε κίνδυνοι σ' αυτή τη διαδικασία "χτισίματος" μιας νέας συμβολικής τάξης πάνω στο αρχικό ρήγμα που προκλήθηκε στην προηγούμενη συμβολική τάξη. Αλλά ταυτόχρονα, η διαδικασία διεύρυνσης του ρήγματος στην κυρίαρχη συμβολική τάξη συνοδεύεται πάντα από την προσπάθεια υποκατάστασής της με μια άλλη συμβολική τάξη. Αυτή είναι η δέκατη τρίτη και τελευταία μας θέση.

Από τη δική μας σκοπιά, αυτή μιας θνήσκουσας καπιταλιστικής κοινωνίας, τα προβλήματα που τίθενται από το πέρασμα απ' το Συμβολικό στο Πραγματικό και από εκεί σε ένα νέο Συμβολικό παραμένουν απόμακρα. Οι πρακτικές προτεραιότητες του αγώνα μας είναι πολύ πιο στοιχειώδεις. Το ζητούμενο σε πρώτη φάση δεν μπορεί να είναι άλλο από τη διάνοιξη του ρήγματος, όπως θα προκύψει για παράδειγμα αν μια σειρά πληθυσμιακών ομάδων, με προεξέχουσα την εκτεταμένη άλλη εκείνη ομάδα που "δεν εργάζεται", τους ανέργους, δει στην αντι-εικόνα της απεργίας της Χαλυβουργίας τη βάση μιας ταύτισης που γίνεται εφικτή στην από κοινού έκθεση στο "χείλος του κενού."

Με τη σειρά της, όμως, η διάνοιξη αυτού του ρήγματος, που είναι ταυτόχρονα και υλοποίηση ενός ρήγματος με την αστική και αστικά προσανατολισμένη μικροαστική τάξη, προϋποθέτει την στοιχειώδη ανάδειξή τού ρήγματος ως τέτοιου, την επιμονή στο ότι ένα ρήγμα, και η δυνατότητα για μια διεύρυνση αυτού του ρήγματος έχει δημιουργηθεί. Αυτό το πολύ προκαταρκτικό καθήκον προσπάθησα να υπηρετήσω στο χαλυβουργικό μανιφέστο.
επισης δειτε το
 αναδημοσιευω εδω απο το

Dies brumalis

ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ

   Στην ΕΤ3, στην εκπομπή «Ατέλειωτο Κονσέρτο» την Κυριακή το  βράδυ μεταδόθηκε το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» του Λ. Κηλαηδόνη του σωτηρίου έτους 1983. Εκείνο το πάρτι σηματοδότησε στα πολιτιστικά δρώμενα της εποχής την υποχώρηση της πολιτικοποίησης, που σημάδεψε την πρώτη μεταπολιτευτική δεκαετία. Παρακολουθώντας το σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, μπορεί να  αναγνωρίσει   κανείς  κάποια δείγματα αυτού που βιώνουμε σήμερα. Φαίνεται σαν  η μακαριότητα, που κυριάρχησε  την τελευταία εικοσαετία  στον ισοπεδωτικό καταναλωτικό προοδευτισμό μας, να εμφανίζεται για πρώτη φορά έτσι απενοχοποιημένα    σ’  εκείνο το πάρτι.
      Δυο χρόνια μετά την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ, μια κοινωνία αισιόδοξη, με την πλειονότητα των πολιτών να πιστεύει στις εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης,  που ετοιμάζεται για την  αναρρίχησή της  στη  μεσαία τάξη και  δυναμικά  καταλαμβάνει πρώτο τραπέζι πίστα στην κοινωνική ανέλιξη, δείχνει, τριάντα χρόνια μετά ,  μέσα από τις οθόνες μας ανέμελα να διασκεδάζει με «εναλλακτικούς» τρόπους,  εκείνο το βραδινό με την πανσέληνο.
       Με την άνοδο  του ΠΑΣΟΚ η μισή Ελλάδα του πολιτικού περιθωρίου αισθάνεται πως  κυριαρχεί και  οι αριστερές ιδέες, που με τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης είχαν αποκτήσει μια ασυναγώνιστη ηθική νομιμοποίηση και μια πνευματική επιρροή «κατακτούν» την εξουσία.  Αντιμέτωπη με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων της εποχής η λέξη Αλλαγή του ΠΑΣΟΚ γίνεται μια θετική μεθυστική έννοια. Βιώναμε καθυστερημένα αιτήματα του  Μάη του 68. Ταυτίζαμε την κριτική  στο σύστημα με την επανάσταση και την προσωπική απελευθέρωση σαν τρεις διαφορετικούς τρόπους να κάνει κανείς το ίδιο πράγμα, περνώντας από τη θεωρία  στην πράξη και αντιστρόφως. Αφού χρησιμοποιήθηκε ο εμφύλιος και ο αγώνας της αριστεράς για την αξιοπιστία του εκλογικού αγώνα του ΠΑΣΟΚ, μετά ήλθε και η ώρα της «συμφιλίωσης» και της … απόστασης. Το ΠΑΣΟΚ αρνείται πια την αναγκαιότητα της φάσης του επαναστατικού αλληλοσπαραγμού,  ευαγγελίζεται την ευτυχία που θα πραγματοποιηθεί  προοδευτικά υπό την αιγίδα του, με τη βοήθεια  μιας προωθημένης φιλελεύθερης διανόησης και τέχνης.
      Αρχίζει να διαμορφώνεται η ιδεολογία από τα ξεφτίδια της αριστεράς, με επιδέξια συναρμολόγηση είναι αλήθεια,  που θα κυριαρχήσει όλα τα χρόνια μέχρι το μνημόνιο. Αλλη μαγική λέξη και η απελευθέρωση η… ατομική. Ενάντια στην αστική ηθική, ενάντια στο κεφάλαιο, ενάντια στον ιμπεριαλισμό… όλα εξυπηρετούν το ίδιο σύστημα, είναι μια ενότητα. Το κακό είναι ένα. Έτσι είναι εύκολο να γίνεται χρήση μεταφορών: παλεύοντας κανείς ενάντια στην  υποκριτική αστική ηθική συγχρόνως συμμαχεί και  με όσους αγωνίζονται ενάντια  στον ιμπεριαλισμό. Η αναστρεψιμότητα   αξιών και προσπαθειών  είναι κινητήρια αρχή για την ιδεολογία της απελευθέρωσης, γιατί επιτρέπει τη συμμετοχή σε μεγάλους αγώνες  χωρίς σημαντική διακινδύνευση. Ο ασκητισμός του επαναστάτη στην εποχή της χούντας δίνει τώρα τη θέση του στη βούληση για απρόσκοπτες απολαύσεις. Ο μικροαστικός ηδονισμός κρύβεται πίσω από την επιθυμία  για ριζική αλλαγή. Η συμμετοχή σε ένα πάρτι σαν αυτό της Βουλιαγμένης επιδιώκει να αποκαλύψει την  αυθεντικότητα, τον  αυθορμητισμό της έκφρασης που ανάγονται σε κριτήρια.  Αυτό που έχει σημασία είναι να καλείται ο καθένας να ανακαλύπτει τον εαυτό του και  να τον κάνει γνωστό στους άλλους.  Σ΄ αυτό το πάρτυ άλλοι παρακολουθούν ντυμένοι, άλλοι χορεύουν, άλλοι κολυμπούν στη θάλασσα. Συμβολίζει την ελευθερία που πρέπει να αναχθεί σε θέαμα.
     Ετσι κάπως ξεκινά η εμφάνιση ομάδων,  με εφήμερες  κοινωνικές  μορφές,  που καθορίζονται περισσότερο από τα κοινωνικά στυλ και τις μόδες παρά από συμπεριφορές συνδεδεμένες με την κοινωνική τάξη,  και η  αυξανόμενη  μέριμνα για την ιδιωτική σφαίρα… εφόσον  εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά. Με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ένα μεγάλο τμήμα του λαού  πίστεψε ότι δίνεται καίριο πλήγμα(!) στον ιμπεριαλισμό,  άρα το μόνο που μένει να καταπολεμήσουμε είναι η  μοναξιά. Μια καλή αρχή γι’ αυτό ήταν το πάρτι στη Βουλιαγμένη …

Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...