Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταναστευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταναστευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Richard Sennett – Ο ξένος. Δυο δοκίμια για την εξορία/αναδημοσιευση απο το pandoxeio )

Richard Sennett – Ο ξένος. Δυο δοκίμια για την εξορία

sennett_
Μπορεί ένα βιβλίο μόλις εκατόν σαράντα τριών σελίδων να περιλαμβάνει με πυκνή, δοκιμιακή πλην εύληπτη και σαφή γλώσσα του δυο όψεις της ξενότητας, που εκκινούν από παλαιότερες ιστορικές καταστάσεις, εφαρμόζουν όμως πλήρως στις σύγχρονες συγκυρίες της μετανάστευσης, της εξορίας και της ετερότητας; Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί. Ξεκινώ με το δεύτερο και εκτενέστερο δοκίμιο του βιβλίου, που τιτλοφορείται Ο ξένος. Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει καθώς αρχίζει και τελειώνει το δοκίμιό του με δυο εικαστικά παραδείγματα. Το πρώτο έργο τέχνης είναι Το μπαρ στα Φολί – Μπερζέρ [1881 – 1882] του Εντουάρ Μανέ.
Τα Φολί – Μπερζέρ ήταν ένας χώρος αισθησιακής ελευθεριότητας, όπου χόρευαν γυναίκες χωρίς εσώρουχο, με αποτέλεσμα, όποτε σήκωναν τα πόδια τους, να εκτίθεται το εφηβαίο τους σε κοινή θέα. Ήταν ένας χώρος κακόφημος, δημόσιος εντούτοις (και οπωσδήποτε όχι πορνείο), που τον κατέκλυζαν θορυβώδη πλήθη που έπιναν και ερωτοτροπούσαν σε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μακριά από τις έγνοιες της οικογενειακής εστίας. Μια τέτοια σκηνή θα αποδομήσει ο Μανέ. Βλέπουμε μια γυναίκα να στέκεται πίσω από τον πάγκο ενός μπαρ, σκεπτική, θλιμμένη και αγέλαστη, απομονωμένη, σε απόλυτα μετωπική στάση. Καθώς η μορφή της αντανακλάται μέσα στον καθρέφτη, εστιάζουμε την προσοχή μας στην μόνη σημαντική εμπειρία βάθος και προοπτικής σμίκρυνσης μέσα σε αυτόν. Ιδού το δράμα που εξυφαίνει ο καλλιτέχνης: κοιτάζω σε έναν καθρέφτη και αντικρίζω κάποιον που δεν είναι ο εαυτός μου.
Edouard_Manet_
Την ίδια στιγμή ένας άντρας που στέκει παράπλευρα μοιάζει να κάνει μια ανήθικη πρόταση σε μια νεαρή σερβιτόρα, η οποία αντιδρά με ανείπωτη θλίψη στο βλέμμα της. Δεν είναι η πρώτη φορά που απεικονίζει η μοναχική νεαρή γυναίκα σε έναν ανήθικο δημόσιο χώρο· είναι ένα ηθικολογικό θέμα που ο Ντεγκά είχε ζωγραφίσει στο Αψέντι [1876]. Τώρα η πραγματική ιστορία εκτυλίσσεται κάπου αλλού, έξω από τον καμβά. Αν ο Μανέ ήταν φιλόσοφος θα υποδείκνυε ως πραγματικό θέμα του πίνακά του το εξής: η στερεότητα των μη εκτοπισμένων πραγμάτων, όπως και του εαυτού όσων δεν έχουν βιώσει τον εκτοπισμό, αποτελεί στην πραγματικότητα την μέγιστη ψευδαίσθηση.
Το να είσαι ξένος σημαίνει να ζεις σαστισμένος σε έναν ξένο τόπο: ο μετανάστης βιώνει ένα πολιτισμικό σοκ και κλείνεται στον εαυτό του: ο εξόριστος ζει μια ζωή αδρανή, αδιάφορη, σε μια πόλη που παραμένει ξένη· ο εκπατρισμένος γρήγορα αρχίζει να ονειρεύεται την επιστροφή του… [σ. 76]
Degas - Absinthe
Μια αρχετυπική μορφή εξόριστου του 19ου αιώνα είναι ο Αλεξάντρερ Χέρτσεν, που αιχμαλώτισε σε μια αλησμόνητη πρόζα την καταραμένη σχέση ανάμεσα στον εθνικισμό και την κατάσταση του να είσαι ξένος. Ο ενταγμένος στις τάξεις του ρωσικού ριζοσπαστισμού Χέρτσεν εκδιώχθηκε από την Ρωσική Αυτοκρατορία και όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του έκανε πίσω. Εξακολούθησε να τρέφει παθιασμένο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην πατρίδα του αλλά δεν μπορούσε πλέον να ζήσει εκεί.
Ο ξένος έχει μια πιο ευφυή και πιο ανθρώπινη σχέση με την κουλτούρα του απ’ ότι αυτός που δεν έχει μετακινηθεί ποτέ και δεν έχει υποχρεωθεί να σταθμίσει τις διαφορές της μιας κουλτούρας από την άλλη. Η διαδικασία του να γίνεται κανείς ξένος είναι κάτι που επεξεργάζεται κανείς δημιουργικά, όταν μεταχειρίζεται τα υλικά της ταυτότητας με τον τρόπο που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης τα βουβά δεδομένα που πρέπει να αποτυπωθούν στο έργο του. Στην ουσία φτιάχνεις τον εαυτό σου. Και ο Χέρτσεν έπρεπε να βρει ένα νέο τρόπο να είναι Ρώσος.
Alexander_Herzen_
Αν το τραύμα της καταγωγής είναι το πρώτο τραύμα που χαρακτηρίζει τον Οιδίποδα, το τραύμα του πλάνητα αποτελεί το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα του. Ο Σοφοκλής όμως, στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδιαν την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το ξερίζωμα έχει ανάλογη αξία και κεντρική θέση στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση. Οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες και ο θεός τους Γιαχβέ τους υποσχόταν ότι τα θλιβερά ταξίδια τους είχαν κάποιο νόημα. Έτσι και οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και την έκθεση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία συνδέεται, ήδη από τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια κουλτούρα του δεύτερου τραύματος.
Ο λόγος που αποδίδεται τόσο μεγάλη αξία στον ξεριζωμό απορρέει από ένα βαθύ αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην ανθρωπολογία της καθημερινής ζωής. Τα καθημερινά πράγματα, καθαυτά, είναι μια ψευδαίσθηση – για τους Ορφικούς, τον Πλάτωνα, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τον Άγιο Αυγουστίνο. Το σημάδι του ξένου αποτελεί ένα ηθικό στίγμα ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη όποιος ζει σαν ξεριζωμένος μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δυο τραύματα στο σώμα του Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας, ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη. [σ. 113]
Οιδίπους επί Κολωνώ, 1989, Αλέξης Μινωτής
Τα πάθη του νεώτερου εθνικισμού συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους μέχρι τους αρχαίους τραγικούς, από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς πατέρες, υπήρχε ένα πάθος για εκτοπισμό, εις βάρος της κοινότητας. Ο Χέρτσεν άρχισε σύντομα να αντιλαμβάνεται ότι «δεν είχε πουθενά απολύτως να πάει και δεν είχε και λόγο να πάει οπουδήποτε». Συνειδητοποίησε την εσωτερική του δύναμη, την αίσθηση της ανεξαρτησίας, κι έτσι άρχισε να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τον κόσμο που τον περιέβαλλε: τώρα η μασκαράτα είχε τελειώσει, οι μασκαράδες είχαν βγάλει τις στολές, οι γιρλάντες είχαν πέσει από τα κεφάλια, οι μάσκες από τα πρόσωπα…
Παρέμεινε προσγειωμένος, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς μπορεί ένας ξένος να τα βγάλει πέρα με την ίδια του την εθνικότητα. Για έναν άνθρωπο που έχει γίνει ξένος το έθνος εγκυμονούσε δυο κινδύνους: τον κίνδυνο της λήθης και τον κίνδυνο της μνήμης: αφενός την ταπείνωση λόγω της επιθυμίας του να αφομοιωθεί, αφετέρου την καταστροφή του από τη νοσταλγία. Πολλοί ξένοι από φόβο μήπως αποξενωθούν ή μήπως γίνουν βαρετοί στους άλλους, συμπεριφέρονταν σαν να μην υπήρξε ο κόσμος τους. Αυτούς τους ανθρώπους ο Χέτρσεν τους αντιμετώπιζε σα να περιέρχονταν σε ένα είδος εκούσιας αμνησίας. Στον πίνακα που ζωγραφίζει για την ζωή του ο ξένος μεγάλα κομμάτια είναι καλυμμένα με λευκό χρώμα. Η επιθυμία κάποιου για αφομοίωση μπορεί να βιωθεί ως μια δύναμη που δημιουργεί ένα αίσθημα ντροπής για τον εαυτό του, εξασθενίζοντας έτσι τη δύναμη του εγώ του. Συμπεριφέρεται ως λογοκριτής του εαυτού του, σα να υπάρχει κάτι επονείδιστο που πρέπει να μείνει κρυφό από τους άλλους.
RS3
Όμως ο Χέρτσεν, σοσιαλιστής εκ πεποιθήσεως, επέκτεινε τις σκέψεις του: ο ίδιος ο εκτοπισμός των ξένων τους παρείχε την πείρα να βλέπουν πέρα από τον εαυτό, να έρχονται σε επαφή με άλλους παρόμοια εκτοπισμένους με ένα πνεύμα συνεργασίας. Μόνο η γνώση της διαφοράς και η εμπειρία του εκτοπισμού μπορούν να ορθώσουν ένα φράγμα εμπειρίας ενάντια στις ορέξεις του κτητικού ατομικισμού. Ο εξόριστος μπορεί να υποδουλωθεί και από τις δυνάμεις της ίδιας του της μνήμης, που συνθέτουν μια καταπιεστική, δεσμευτική παράδοση.
Καθώς ο ξένος δεν μπορεί να γίνει πολίτης του κόσμου, καθώς δεν μπορεί να αποτινάξει τον μανδύα του εθνικισμού, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το βαρύ φορτίο της κουλτούρας είναι να την υποβάλει σε κάποια είδη εκτοπισμού που κάνουν πιο υποφερτό τούτο το βάρος. Και σε αυτή την προσπάθειά του να εκτοπίσει την εικονοποιία της κουλτούρας και των παραδόσεων ο ξένος καταπιάνεται με ένα έργο παρόμοιο με αυτό του σύγχρονου καλλιτέχνη, του οποίου η δραστηριότητα κατά τον τελευταίο αιώνα αποσκοπεί όχι τόσο στην αναπαράσταση των αντικειμένων όσο στον εκτοπισμό τους.
marcel-duchamp-the-large-glass_
Ο Σένετ ολοκληρώνει το δοκίμιό του με ένα έργο τέχνης του Μαρσέλ Ντυσάν, το Μεγάλο γυαλί: Η νύφη που τη γδύνουν οι μνηστήρες (1927). Με την χρήση του γυαλιού ο καλλιτέχνης επιδίωκε να θέσει υπό αμφισβήτηση «τη συνήθη αισθητηριακή μαρτυρία που μας επιτρέπει να έχουμε μια κανονική αντίληψη ενός αντικειμένου». Τα αντικείμενα παύουν να υφίστανται ως υλικές εμπειρίες και τα αντιλαμβάνεται κανείς μέσα στα όρια της πραγματικότητας που ορίζει το γυαλί. Ο Ντυσάν ήθελε να βοηθήσει το νου να «δει» χωρίς να εξαρτάται από αυτό που βλέπει το μάτι. Το να μπορέσεις να συλλάβεις εκ νέου τους άλλους και τον εαυτό σου ως απτά, συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα και όχι ως πολιτισμικούς τύπους μπορεί επίσης να εξαρτάται από τέτοιες αναπάντεχες τροπές· μια από αυτές είναι ο ίδιος ο εκτοπισμός.
Το δεύτερο δοκίμιο του συγγραφέα αφορά το ειδικότερο θέμα του εβραϊκού γκέτο στη Βενετία που επεκτείνεται στην ευρύτερη θεματική του τρόπου με τον οποίο «οι εξόριστοι φτιάχνουν μια πατρίδα». O εβραϊκός λαός έχει εξοικειωθεί με διάφορες μορφές εξορίες και επιβίωσε σε μικρούς θυλάκους εν μέσω ξένων, καταπιεστικών λαών. Οι Εβραίοι βίωσαν πολλές φορές τον εκτοπισμό, αλλά διατήρησαν την πίστη τους ανεξάρτητα από το πού ζούσαν· δημιούργησαν επίσης (συνήθως μικρές και απομονωμένες) κοινότητες όπου κι αν εγκαταστάθηκαν, αντιλαμβανόμενοι ακριβώς τον εαυτό τους μέσω του διαχωρισμού. Η περίπτωση του εβραϊκού γκέτο στην αναγεννησιακή Βενετία είναι περισσότερο πολύπλοκη: είναι η ιστορία μιας ομάδας εξορίστων που υπέστησαν τον διαχωρισμό παρά την θέλησή τους αλλά έπειτα αξιοποίησαν ακριβώς την κατάσταση του διαχωρισμού τους και διαμόρφωσαν νέες κοινοτικές μορφές.
map_
Η Βενετία ήταν αναμφίβολα η πόλη με τον πιο διεθνή χαρακτήρα την εποχή της Αναγέννησης αλλά σε αντίθεση με την αρχαία Ρώμη οι ξένοι που πηγαινοέρχονταν κατά πλήθη δεν ανήκαν σε μια κοινή αυτοκρατορία ή ένα κοινό έθνος· ήταν μόνιμοι μετανάστες. Από την μια πλευρά τα ανθρώπινα δικαιώματα εκλαμβάνονταν ως ανεξάρτητα τοπικής αναφοράς: επρόκειτο για δικαιώματα σύναψης συμβολαίου που ίσχυαν για όλους τους συμβαλλομένους, ανεξάρτητα από τον τόπο προέλευσης ή διαμονής. Η ιερότητα του συμβολαίου ήταν δεδομένη, ενώ η προφορικότητά του σχετιζόταν με το αφορολόγητο. Σε κάθε περίπτωση τα προφορικά αυτά συμβόλαια συνέδεσαν τα οικονομικά δικαιώματα με τα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου.
Ο διαχωρισμός ενέτεινε την Ετερότητά τους, καθώς έπαψαν να κινούνται στον αστικό χώρο, ενώ προφανώς έθρεψε φαντασιώσεις που κατέκλυσαν το γκέτο. Η ίδια η εβραϊκότητά τους έμοιαζε να απειλείται όταν αποφάσιζαν να βγουν έξω. Η έκθεση στους άλλους συνιστούσε απειλή για την ταυτότητά τους. Η σχετική εμπειρία τους υπέδειξε έναν βιώσιμο τρόπο σύνδεσης της κουλτούρας και των πολιτικών δικαιωμάτων.
Map of Venice Ghetto, 1775
Η δημιουργία χώρων γκέτο στη Βενετία, για Εβραίους και άλλους ξένους, συνέδεσε τον τόπο με τα δικαιώματα και κατά έναν άλλο τρόπο. Η πόλη παρείχε προστασία στους ξένους μόνο αν βρίσκονταν στο δικό τους μέρος. Έτσι ο τόπος και το σώμα συνδέθηκαν άρρηκτα.  Το να είσαι Εβραίος έγινε πλέον μια χωρική εμπειρία. Η ακεραιότητα του ανθρώπινου σώματος ήταν εγγυημένη μόνο σε έναν απομονωμένο χώρο και προφανώς ενίσχυσε τον κοινοτικό δεσμό. Ο διαχωρισμός των περιθωριοποιημένων μετεξελίχθηκε σε μια θετική ανθρώπινη αξίας, ωσάν οι διαχωρισμένοι να είχαν προστατευτεί από μια μόλυνση. Ο χώρος του γκέτο εξιδανικεύτηκε ως «πραγματική» κοινότητα, ως οργανικός χώρος. Και πρώτοι οι Εβραίοι της αναγεννησιακής Βενετίας σκέφτηκαν ότι αυτός ο διαχωρισμός ενείχε, ειρωνικά, αυτή τη θετική αξία.
Ο συγγραφέας παρεμβάλλει ένα ενδιαφέρον υποκεφάλαιο σχετικά με την Ιστορία της πορνείας κατά την Αναγέννηση. Τι σχέση έχουν όμως οι Εταίρες και οι Εβραίοι; Οι δεύτεροι κλήθηκαν να φορέσουν ένα κίτρινο διακριτικό το 1397, ενώ το 1416 οι πόρνες και οι μαστροποί έλαβαν εντολή να φορούν κίτρινα μαντίλια. Ο εξαναγκασμός του κράτους σκόπευε στην επιβολή ελέγχου αλλά απέτυχε, καθώς το κίτρινο ένδυμα λειτουργούσε περισσότερο ως κράχτης παρά ως προειδοποίηση.
merchant of venice
Σε αντιστάθμισμα για τον διαχωρισμό και την απομόνωσή τους οι Εβραίοι εξασφάλισαν την προστασία της ζωής τους εντός των τειχών του γκέτο για όσο θα παρέμεναν εκεί. Η πόλη – κράτος ήταν πρόθυμη να διώκει τα βίαια εγκλήματα κατά των ξένων κοινοτήτων εφόσον οι ξένοι περιορίζονταν στις συνοικίες τους. Ένα δεύτερο αντάλλαγμα από την πολιτεία για τον εγκλεισμό τους ήταν η άδεια να χτίσουν συναγωγές. Τα κτίρια αυτά πλέον γίνονται το καθοριστικό δημόσιο ίδρυμα της εβραϊκής κοινοτικής ζωής και επηρέασαν βαθιά την έννοια της ιουδαϊκής ταυτότητας.
Ένα δεύτερο παρεκβατικό κεφάλαιο εστιάζει στον γραφέα, ποιητή, ραβίνο, μουσικό και πολιτικό ηγέτη Λεόν Μόντενα, τα κηρύγματα του οποίου προσέλκυσαν και Χριστιανούς, με αποτέλεσμα την γεφύρωση της πολιτισμικής απόστασης Εβραίων και Χριστιανών. Η συναρπαστική ιστορία του καταδεικνύει μεταξύ άλλων και πώς ένας κατεξοχήν κοσμοπολίτης και περιπλανώμενος Ιουδαίος έγινε Εβραίος με την πίστη του να έχει τα ίδια όρια με τον τόπο του.
Gisèle L'Épicier - L’étranger_
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2015, μτφ. Παναγιώτης Σουλτάνης, επιμ. Γιώργος Διαμαντής, σελ. 143, [σειρά minima, 7] [The foreigner. Two essays on exile, 2011]
Στις εικόνες: Edouard Manet – Un bar aux Folies Bergère, Edgard Degas – Absinthe, Οιδίπους επί Κολωνώ [Εθνικό Θέατρο, 1989, Αλέξης Μινωτής], Alexander Herzen, Richard Sennett, Marchel Duchamp – La mariée mise à nu par ses célibataires, même (Le Grand Verre), , Κάτοψη και Χάρτης του Εβραϊκού Γκέτο στην Βενετία [1775] και γκραβούρα από τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπιρ, που επίσης εντάσσει στο δοκίμιό του ο συγγραφέας, Gisèle L’Épicier – L’étranger.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ΕΕ - Μετανάστευση των λαών, εκδοχή 2 αναδημοσίευση απο το http://aftercrisisblog.blogspot.gr

Η ιστορία επαναλαμβάνεται; Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ΕΕ - Μετανάστευση των λαών, εκδοχή 2

Quando cadet Roma, cadet et mundus 
 «Άν πέσει η Ρώμη, θα πέσει και ο κόσμος» *
 
του Ραλφ Μπόλμαν
  
 © F.A.Z. - Ralph Bollmann:  Die Völkerwanderung 1.11.2015
 
Ξαφνικά,  η φράση «Μετανάστευση των Λαών» ακούγεται πολύ επίκαιρη. Πώς έγινε τότε, πριν από 1.500 χρόνια; Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επικρατούσε ευημερία και καλή ζωή. Όμως, όταν οι αυτόχθονες έχασαν την ψυχραιμία τους και παραδόθηκαν στο μίσος εναντίον των προσφύγων, η αυτοκρατορία διαλύθηκε
  
Ακούγεται παντού αυτή η φράση, η σχεδόν ξεχασμένη ακόμη και από τους ειδικούς, τους ιστορικούς. Αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν περίπου 1.500 χρόνια πριν, ωστόσο ακούγεται εξαιρετικά επίκαιρη: Μετανάστευση των Λαών ή κατ' άλλους «βαρβαρικές επιδρομές». Όταν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες βγαίνουν στο δρόμο, τότε αυτός ο παραλληλισμός φαίνεται σχεδόν ακριβής. Ισχύει ακόμη περισσότερο όταν μας το θυμίζουν οι χάρτες με τα γραφικά, μ΄ αυτά τα μεγάλα βέλη των διαδρομών στα Βαλκάνια και σε άλλες περιοχές, ίδια μ' αυτά που κάποτε συμβόλιζαν τις διαδρομές των αρχαίων γερμανικών λαών στα σχολικά βιβλία. 
Μεταναστεύεις των Λαών στο τέλος των αρχαίων χρόνων (© F.A.Z).
Επίσης η φράση προκαλεί φόβο. Είναι αναμενόμενο και λογικό να μεταφέρει τέτοιο πανικό. Γιατί η ιστορική μετανάστευση των λαών του 4ου και του 5ου αιώνα μ.Χ., δεν ήταν μια κοινή μεταναστευτική κίνηση. Ήταν μια πολιτισμική κατάρρευση, ίσως με τις πιο μακράς διάρκειας επιπτώσεις όλης της ιστορίας. Ήταν οι υποτιθέμενοι «βάρβαροι», που σύμφωνα με μια διαδεδομένη αντίληψη της ιστορίας ισοπέδωσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και έβαλαν οριστικό τέλος στον αρχαίο πολιτισμό. Μόνον χίλια χρόνια αργότερα, στην Αναγέννηση, η Δύση ανέκαμψε από την οπισθοδρόμηση. Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχουν συγκρατήσει στη μνήμη πολλοί, από τη σχολική διδασκαλία της ιστορίας. 
Πάντα η φράση έρχεται στο μυαλό και ως αυτο-ενοχοποίηση. Αν οι Ρωμαίοι δεν είχαν γίνει τόσο μαλθακοί, άν κατανάλωναν λιγότερο, άν έκαναν περισσότερα παιδιά και άν ήταν πιο θαρραλέοι πολεμιστές, τότε ίσως θα μπορούσε να σώσουν την αυτοκρατορία τους. Σε τέτοιες θεωρίες περί παρακμής στηρίζονταν οι διαγνώσεις των πολιτισμικών επικριτών ήδη στην αρχαία Ρώμη. Είναι περίπου οι ίδιες θέσεις που διαδίδει σήμερα ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός συγγραφέας Akif Pirinçci στις διαδηλώσεις της Pegida στη Δρέσδη. 
Βαλκανικές διαδρομές των προσφύγων και φράχτες σήμερα (© Spiegel)
H κλασική έκδοση αυτής της θεωρίας περί παρακμής προέρχεται από τον Ρωμαίο συγγραφέα Τάκιτο. Στο έργο του «Germania» περιγράφει τους τραχείς κατοίκους του Βορρά ως αγρίους: Οι αρχαίοι Γερμανοί πίνουν πάρα πολύ, καυγαδίζουν μεταξύ τους πάρα πολύ συχνά, είναι απολίτιστοι. Μόνο για τα χρήματα των Ρωμαίων ενδιαφέρονται. Αυτό ακούγεται τρομακτικό. Από την άλλη πλευρά, ο Τάκιτος εξέφρασε και τον θαυμασμό του για τον σκληροτράχηλο χαρακτήρα και την πολεμική ετοιμότητα των αρχαίων Γερμανών, που προφανώς δεν τα έβλεπε ο συγγραφέας στην τρυφηλή κεντρική περιοχή της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, όταν ο Τάκιτος εξέφραζε δημόσια τις προειδοποιήσεις του γύρω στο έτος 100 μ.Χ., η αυτοκρατορία είχε ακόμα αρκετούς αιώνες απόθεμα ζωής. Ακολούθησε μάλιστα και εκείνη η εποχή, στην οποία «το ανθρώπινο γένος βίωσε την καλύτερη και πιο ευτυχισμένη κατάσταση» σ' όλη την ιστορία του, όπως αποφάνθηκε κατά τον 18ο αιώνα ο βρετανός ιστορικός Εδουάρδος Γίββων (Edward Gibbon) [εννοώντας την εποχή των Αντωνίνων αυτοκρατόρων της Ρώμης, από τον Νέρβα μέχρι τον Μάρκο Αυρήλιο, τους οποίους ο Gibbon αποκαλεί «Πέντε Καλούς Αυτοκράτορες»].
Σλοβένος αστυνομικός οδηγεί φάλαγγα προσφύγων, Οκτώβριος 2015
Η αρχαία Ρώμη ήταν μια πολύχρωμη μητρόπολη
Η άνθιση της εποχής εκείων των αυτοκρατόρων βασίστηκε ουσιαστικά στην τεράστια ενοποιητική δύναμη της κοσμοκράτειρας Αυτοκρατορίας, που μπορούσε να αφομοιώνει ανθρώπους προερχόμενους από όλους τους πολιτισμούς και όλες τις περιοχές. Σύμφωνα με τον θρύλο, η ίδια η πόλη της Ρώμης χρωστά την ίδρυσή της σε έναν πρόσφυγα: Από τα ερείπια της φλεγόμενης Τροία, ο Αινείας είχε καταφύγει στο Λάτιο, κουβαλώντας τον πατέρα του Αγχίση στην πλάτη του και κρατώντας το γιο του Ασκάνιο από το χέρι. Ο Ασκάνιος ίδρυσε την Alba Longa, την γενέτειρα των ιδρυτών της Ρώμης Ρωμύλου και Ρέμου.Τον Αινεία θα πρέπει να τον ακολούθησαν τους επόμενους αιώνες πάρα πολλοί μετανάστες. Μια τόσο πολύχρωμη μητρόπολη, όπως ήταν η Ρώμη της ύστερης αρχαιότητας, δεν εμφανίστηκε έκτοτε ξανά στον κόσμο, άν εξαιρέσει κανείς τη σύγχρονη Νέα Υόρκη. Τόσο φυσική και προφανής ήταν η συνύπαρξη των πολιτισμών, ώστε μέχρι και τον 4ο μ.Χ., σε ελάχιστους συγγραφείς έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ώστε να το εκφράσουν στα έργα τους - και όσες φορές συνέβη, συνήθως την εξυμνούν.
«Για όσο καιρό δεν ενοχλούσε η καταγωγή ενός ανθρώπου που διακρίνονταν για την ικανότητά του, η δύναμη της Ρώμης αύξανε», έγραψε ο ιστορικός Λίβιος. 
Στην αρχή οι ξένοι ερχόταν στη Ρώμη ως εργαζόμενοι, όπως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Στη φάση επέκτασης της αυτοκρατορίας ήταν σύνηθες να χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη των κατακτημένων και να τους μεταφέρουν ως σκλάβους στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ήταν διαδεδομένη πρακτική οι απελευθερώσεις δούλων, έτσι όλο και περισσότεροι πρώην σκλάβοι γινόταν στη συνέχεια Ρωμαίοι πολίτες. Σύντομα οι ξανθοί αρχαίοι Γερμανοί θα πρέπει να έγιναν τόσο συνήθεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, όσο και οι σκουρόχρωμοι μετανάστες από τη Βόρεια Αφρική. Με την απόδοση της ιδιότητας του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, το έτος 212 (το διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα), το καθεστώς του «Civis Romanus» έγινε τελικά εντελώς ανεξάρτητο από την εθνική καταγωγή.
Απομεινάρια του Limes, Bad Nauheim, Έσση, Γερμανία (© Rainer Wohlfahrt)
Ο Limes, το «Βόρειο Σύνορο» - ένα πρότυπο για σημερινούς φράχτες και τοίχους;
Ο
πολιτικός πολιτισμός που είχαν αποκτήσει στην άλλοτε δημοκρατική πόλη-κράτος τους και ο ανεκτικός πολυθεϊσμός των Ρωμαίων εξασφάλισε την ικανότητα να συνδέονται με στους άλλους πολιτισμούς της Μεσογείου, μέχρι και της Μέσης Ανατολής. Μέσα στην ευημερούσα Μεσογειακη ζώνη, την σαφώς συγκρίσιμη με τη σύγχρονη Δύση, δεν υπήρχαν όρια, αλλά επικρατούσε ζωηρή διακίνηση ανθρώπων, αγαθών και υπηρεσιών. Από αυτό επωφελούνταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Ακόμα και σήμερα, το μαρτυρούν τα 53 εκατομμύρια αμφορείς, από τους οποίους αποτελείται ο λόφος ερειπίων Monte Testaccio στη Ρώμη. Σύμφωνα με σημερινές εκτιμήσεις, περίπου έξι δισεκατομμύρια λίτρα ελαιόλαδο μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα μέσα σε αυτούς τους αμφορείς. 
Η ζωή στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας δεν εξελίσσονταν τόσο αρμονικά όσο και στο εσωτερικό της. Στα ανατολικά, οι συγκρούσεις ήταν προβλέψιμες: η αντίπαλη Περσική Αυτοκρατορία διέθετε οργανωμένες δομές, όπως ισχύει σήμερα για την Κίνα. Πιο δύσκολες ήταν οι συνθήκες στο βορρά. Εκεί οι Ρωμαίοι είχαν να αντιμετωπίσουν μια ζώνη ανασφάλειας και έλλειψης οργάνωσης. Τα «αποτυχημένα κράτη» (failed states) των αρχαίων γερμανικών λαών, είναι τυπικές περιπτώσεις που συναντώνται στις παραμεθόριες περιοχές αυτοκρατοριών που δεν εξισορροπούνται από ισάξιους ανταγωνιστές. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το φαινόμενο επανεμφανίστηκε και πάλι στην Ευρώπη.Οι Ρωμαίοι έχτισαν οχυρωματικά έργα στα σύνορα που ονομάζονταν Limes. Είναι εντυπωσιακή η αναλογία με τα σημερινά. Ο νέος φράκτης μεταξύ Ουγγαρίας και Σερβίας υπενθυμίζει τα αρχαία πρότυπα. Ο στόχος είναι πάντα, στα σύνορα με μια περιοχή αβεβαιότητας ή σχετικής φτώχειας, να μπορούν τουλάχιστον να γίνονται έλεγχοι. Αυτά τα σύνορα, αδιαπέραστα δεν ήταν ποτέ. Ακόμα και οι Ρωμαίοι κατέφευγαν στη λήψη πρόσθετων μέτρων. Αυτά περιελάμβαναν ένα διαβαθμισμένο σύστημα εταιρικών σχέσεων, ακόμη και με αμφισβητήσιμους ή αναξιόπιστους γειτονικούς κατόχους εξουσίας, προσωρινές συμμαχίες, οικονομικές επιδοτήσεις και βοηθήματα.
Το ερώτημα γιατί κάποια στιγμή κλονίστηκε αυτή η ισορροπία εντός και εκτός της αυτοκρατορίας, απασχολεί τους ιστορικούς ακόμη και σήμερα. Πάντα οι απαντήσεις επηρεάζονται από τις συζητήσεις της δικής τους εποχής. Παρατηρώντας το τέλος της Αρχαιότητας από τη σκοπιά του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα, η Μετανάστευση των Λαών εμφανίστηκε ως μια σύγκρουση μεταξύ εθνών. Από αυτή την εποχή κατάγονται και οι χάρτες που απεικονίζουν τα γεγονότα όπως ένα σχέδιο μάχης. Καθώς αργότερα οι δυτικές κοινωνίες μετασχηματίστηκαν σε πολιτισμούς υποδοχής μεταναστών, η προηγουμένως επικρατούσα αντίληψη για τη «Μεγάλη Μετανάστευση» έχει αντικατασταθεί από την ιδέα ενος λίγο πολύ ειρηνικού «μετασχηματισμού». Ήρθε στο προσκήνιο η σταδιακή μεταμόρφωση του αρχαίου Σύμπαντος Κόσμου στον χριστιανικό Κόσμο του Μεσαίωνα. Στο τέλος, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι συγκρούσεις αυτής της κοινωνίας μεταναστών ήρθαν πιό πολύ στο επίκεντρο της προσοχής. Η απώλεια της ευημερίας και της ποιότητας της ζωής, που ήρθε ως επακόλουθο της κατάρρευσης του μεσογειακού κόσμου, επέστρεψε τώρα πάλι στη συνείδηση.
Οι αλλαγές αφύπνισαν φόβους
Φαίνεται σαφώς, ότι στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ., η ισορροπία που είχε
λειτουργήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα άρχισε να κλονίζεται. Η εποικοδομητική εξέλιξη μετατράπηκε σε καταστροφική διαδικασία. Αλλά γιατί έπαυσε πια να λειτουργεί, αυτό που λειτουργούσε επί αιώνες χωρίς σχεδόν κανένα πρόβλημα; Γιατί εξασθένισε η ικανότητα της Ρώμης να ενσωματώνει, γιατί οι ζώνες της ανασφάλειας απλώνονταν όλο και πιο κοντά προς στο κέντρο της Αυτοκρατορίας; Στο κάτω κάτω, οι μετανάστες δεν είχαν έρθει για να καταστρέψουν τις δομές της μεσογειακής ζώνης ευημερίας. Ήθελαν μάλλον να συμμετέχουν σ' αυτή την ευημερία, να την απολαμβάνουν.
Για την αύξηση των συγκρούσεων στα σύνορα υπήρχαν λόγοι που μας φαίνονται σήμερα πολύ οικείοι. Είχαν να κάνουν με την αστάθεια στην περιφέρεια του αυτοκρατορικού συστήματος και, σε αντίθεση με αυτήν, με την συνεχώς αυξανόμενη ελκτική δύναμη της κεντρικής ευημερούσας ζώνης, αλλά και με την αυξανόμενη επέκταση και διείσδυση της αυτοκρατορίας σε απομακρυσμένες περιοχές: Όσο εξαπλώνονταν η επιρροή της αυτοκρατορίας προς όλο και πιο απομακρυσμένες περιοχές, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ελκτική της δύναμη, μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη και τότε ήταν παγκοσμιοποιημένος. Επιπλέον, μπορεί να έπαιξε ρόλο και η επιδείνωση του κλίματος. 
Αλλά πάνω απ' όλα, η επιταχυνόμενη αλλαγή επηρέασε τη νοοτροπία των αυτόχθονων πληθυσμών στις βασικές ζώνες του μεσογειακού κόσμου. Οι αλλαγές αφύπνισαν φόβους. Μια καθολική αίσθηση ότι υπάρχει ​​κρίση ξέσπασε σε υστερικές συζητήσεις, η προθυμία των ντόπιων να ενσωματώνουν ξένους εξασθένισε. 
Κροατία, Οκτώβριος 2015
Στο τέλος, με την πτώση της αυτοκρατορίας, την χάραξη νέων συνόρων, όλοι κατέληξαν χαμένοι. Οι Ρωμαίοι, επιδεικνύοντας πλέον μειωμένη προθυμία να ενσωματώνουν ξένους και ενίοτε αντιδράσεις πανικού, έχασαν αυτό που τόσο επίμονα ήθελαν να υπερασπιστούν. Ούτε οι αρχαίοι γερμανικοί λαοί δεν πέτυχαν αυτό που πραγματικά επιδίωκαν: τη συμμετοχή στη ζώνη της ευημερίας, αφού αυτή σταδιακά αποσυντέθηκε. Στην πραγ ματικότητα, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη είχαν συμφέρον να διατηρηθεί. Με μια σοφή ανοιχτή πολιτική, κατά πάσα πιθανότητα, θα το είχαν καταφέρει. 
Για πάρα πολύ καιρό, η πλειοψηφία των κατοίκων στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας παρακολουθούσε εντελώς αδιάφορα τις συγκρούσεις στην περιφέρεια. Συνέβαινε όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα, τουλάχιστον όσο καιρό οι συνέπειες αυτών των συγκρούσεων δεν είχαν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή. Έτσι, οι Ρωμαίοι είχαν μόνον μια γενική και αόριστη ιδέα για την δυστυχία που επικρατούσε στις άγνωστες περιοχές της Ευρασίας  στα βόρεια και βορειοανατολικά. Οι Ούννοι, γράφει ο ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος, τρέφονταν
«με ρίζες άγριων βοτάνων και με κρέας από ζώα κάθε είδους, μισοψημένο - μισοωμό, που το έβαζαν ανάμεσα στους μηρούς τους και στην πλάτη του αλόγου τους, για να ζεσταθεί λίγο πριν το φάνε»
Οι Ρωμαίοι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για το τι ακριβώς συνέβαινε έξω από την αυτοκρατορία, ούτε για τους πολλούς εμφύλιους πολέμους και γενοκτονίες.
Αλλά ξαφνικά, δεν μπορούσαν πια να αδιαφορούν για τα συμβαίνοντα. Όχι πως οι βάρβαροι μετέφεραν τον πόλεμο στο έδαφος της αυτοκρατορίας, ούτε και απείλησαν στρατιωτικά τους οι Ρωμαίους. Αυτοί που τώρα στέκονταν μπροστά στις πύλες ήταν πρόσφυγες. Δεν ήθελαν να καταστρέψουν την αυτοκρατορία. Είχαν φύγει από τον πόλεμο και την καταστροφή, την πείνα και τη δυστυχία, και ήθελαν το ακριβώς αντίθετο: τη συμμετοχή στις ευλογίες της ευημερίας.

Το 376 μ.Χ. οι Γότθοι πέρασαν τον Δούναβη
Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε πια ως νέα πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, στα ανατολικά. Ο συναυτοκράτορας Ουάλης, αρμόδιος για το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας, αρχικά προσπάθησε να σταματήσει τους εισβολείς με το φαινομενικά αξιόπιστο μέσο, τη φύλαξη των συνόρων, και να κλείσει τη βαλκανική οδό. Οι λεγεώνες περιπολούσαν στο σύνορο του Δούναβη, όπως κάνει σήμερα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φύλαξης των Συνόρων (Frontex). Ωστόσο, αυτά τα μονομερή μέτρα ασφαλείας είχαν μόνον πολύ προσωρινή επιτυχία. Συνακόλουθα, το 369 ο Ουάλης αποφάσισε να έλθει σε συνεννόηση με τους Γότθους, μία από τις μεγαλύτερες αρχαίες γερμανικές φυλές. Συναντήθηκαν για διαπραγματεύσεις πάνω σε ποταμόπλοια, στη μέση του Δούναβη, στα σημερινά σύνορα μεταξύ της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, και υπέγραψαν με τον Γότθο βασιλιά Αθανάριχο μια συμφωνία που προέβλεπε μια συντεταγμένη μετανάστευση των βαρβάρων μέσα στην Αυτοκρατορία. 
Λίγα χρόνια αργότερα, μια γοτθική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε πάλι τον αυτοκράτορα. Αυτή τη φορά, του ζήτησαν ανοιχτά την προσχώρηση στην αυτοκρατορία και ο Ουάλης συμφώνησε. Δεν είπε μόνον, «μπορούμε να τα καταφέρουμε», όπως η Άνγκελα Μέρκελ πρόσφατα. Οι σύμβουλοι του πανηγύρισαν για τη συμφωνία, την αποκάλεσαν ακόμη και «τύχη του αυτοκράτορα», επειδή 
«φέρνει από τις πιο μακρυνές  χώρες άφθονους νεοσύλλεκτους, που του προσφέρουν, πέραν πάσης προσδοκίας, την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν ανίκητο στρατό».
Η τότε πολιτική, είδε λοιπόν τους μετανάστες προπάντων ως ένα ιδιαίτερα πρόθυμο εργατικό δυναμικό, για την ανάπτυξη της της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. 
Το 376 μ.Χ. οι Γότθοι πέρασαν τον Δούναβη. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αμμιανό Μαρκελλίνο οι αρμόδιοι υπάλληλοι του ρωμαϊκού κράτους στην αρχή επιχείρησαν να καταμετρήσουν και να καταγράψουν  τους νεοφερμένους από τα βόρεια, όμως σύντομα παραιτήθηκαν από την «μάταιη» προσπάθεια. Πριν καλά καλά διασχίσουν τον συνοριακό ποταμό οι Γότθοι, είχαν να αντιμετωπίσουν την καχυποψία των εντόπιων. Ακόμη και οι επίσημοι που εκπροσωπούσαν επί τόπου το ρωμαϊκό κράτος, άρχισαν αμέσως να κάνουν τα πάντα για να αποτρέψουν την επιτυχή ενσωμάτωση. Αντί να διασφαλιστεί γρήγορα και αποτελεσματικά ο εφοδιασμός των προσφύγων, εκμεταλλεύτηκαν την δύσκολη κατάστασή τους. Για τον «πολιτισμό της φιλοξενίας και του καλώς ήλθατε», που προπαγάνδιζε προηγουμένως ο αυτοκράτορας, δεν ακούγονταν πια ούτε λέξη. 
Πίνακας του 19ου αι.: Βαριά οπλισμένους φαντάζονταν τότε  τους αρχαίους
γερμανικούς λαούς. Και εκείνοι σε σκηνές διανυκτέρευσαν (© akg-images)
   
Η παρεξήγηση στη Μαρκιανούπολη και η Μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.) Η πρώτη σύγκρουση συνέβη στη Mαρκιανούπολη, μια πόλη στα βορειοανατολικά της σημερινής Βουλγαρίας. Όταν ο Ρωμαίος διοικητής κάλεσε τον αρχηγό των Γότθων για γεύμα, πολλοί μετανάστες ζήτησαν να επισκεφθούν τη δημοτική αγορά, αλλά δεν έγιναν δεκτοί. Οι κάτοικοι της παραμεθόριας πόλης δεν ήθελαν να αποδεχτούν ότι θα πρέπει να σηκώσουν αυτοί μόνον το βάρος της μεταναστευτικής πολιτικής, έστω και αν αυτή ήταν ωφέλιμη για το σύνολο της αυτοκρατορίας, δεδομένου μάλιστα ότι ακόμη ήταν αμφίβολο κατά πόσον οι νεοφερμένοι ήταν σε θέση να πληρώνουν για τις αγορές τους. 
Και οι δύο πλευρές θεώρησαν ότι εξαπατήθηκαν. Για τους Γότθους δεν ήταν κατανοητό και εύλογο ότι οι Ρωμαίοι άνοιξαν το πέρασμα του Δούναβη και στη συνέχεια έκλεισαν τις πύλες της Mαρκιανούπολης. Οι Ρωμαίοι, με τη σειρά τους, νόμιζαν ότι είχαν ήδη κάνει αρκετά απλά και μόνον με την αποδοχή των Γότθων μέσα στη χώρα. Ένα σωρό μικρές και μεγάλες διαπολιτισμικές παρεξηγήσεις εμφανίστηκαν. Και από τις δύο πλευρές άρχισαν τις πρώτες επιθέσεις. Η βία κλιμακώθηκε. Δεν πέρασε πολύ έως ότου η ρωμαϊκή πολιτική αποφάσισε να αντικαταστήσει τις προσπάθειες ενσωμάτωσης με την επέμβαση του στρατού. 
Το αποτέλεσμα ήταν μια βίαιη σύγκρουση, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η Μάχη της Αδριανούπολης. Η πόλη, που σήμερα οι Τούρκοι οναμάζουν Edirne, βρίσκεται μόλις 200 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη. Εκεί, στις 9 Αυγούστου 378, μια ημερομηνία που αποκλήθηκε από έναν Ιταλό συγγραφέα «Ημέρα των Βαρβάρων»έχασε τη ζωή του και ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Από τότε, το γεγονός αυτό θεωρήθηκε απόδειξη ότι η ρωμαϊκή πολιτική είχε χάσει τον έλεγχο της κατάστασης. 
Σλοβενία. Οκτώβριος 2015
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε περισσότερο
Ωστόσο, στις πύλες της Αδριανούπολης δεν απέτυχε γενικά η ρωμαϊκή πολιτική της μετανάστευσης και της ένταξης, αλλά μόνον η αντιφατική εκδοχή της, την οποία εκπροσωπούσε ο σκοτωμένος αυτοκράτορας Ουάλης. Ο διάδοχός του Θεοδόσιος κατάφερε να αποκαταστήσει και πάλι τις σχέσεις με τον γοτθικό πληθυσμό. Τέσσερα μόνον χρόνια αργότερα, έκλεισε με τους Γότθους μια νέα συμφωνία. Έγινε πλέον επίσημα αποδεκτό ότι η ένταξη δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει αφομοίωση, προς όφελος και των δυο ενδιαφερομένων μερών. 
Στην ανατολική ρωμαϊκή και μετέπειτα βυζαντινή πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, αυτά τα ζητήματα ήταν εξίσου αμφιλεγόμενα όσο και σήμερα. Η φιλελεύθερη γραμμή αντιπροσωπεύονταν από τον ιδιαίτερα εύγλωττο ρήτορα και φιλόσοφο Θεμίστιο, έναν οπαδός των παλιών ρωμαϊκών ηθών. «Κανείς δεν αποκαλεί σήμερα τους Γαλάτες βαρβάρους», έγραφε, υπενθυμίζοντας τον λαό από τον οποίο προέρχονταν παλιότερες ομάδες μεταναστών. «Πληρώνουν φόρους όπως εμείς και υπακούουν στους ίδιους νόμους». Την αντίθετη άποψη την εκπροσωπούσε λίγο αργότερα ο Συνέσιος, ο Χριστιανός επίσκοπος της Κυρήνης στη Βόρειο Αφρική, φανατικός υποστηρικτής της τότε νέας ακόμη θρησκείας. Έγραφε: 
«Μόνο ένας τρελός δεν αισθάνεται καθόλου φόβο, όταν βλέπει όλους αυτούς τους νέους που έχουν μεγαλώσει έξω απο το κράτος μας και οι οποίοι συνεχίζουν να ζουν ακολουθώντας τα δικά τους ήθη και έθιμα».
Μετά τη μάχη της Αδριανούπολης, τέτοιες απόψεις, εχθρικές προς τους αρχαίους γερμανικούς λαούς, συγκρίσιμες με το σημερινό αντι-ισλαμικό μίσος, διαδόθηκαν σε όλο το Imperium Romanum. Ωστόσο, από τώρα και στο εξής, στα ανατολικά σταμάτησαν να αναπτύσσονται τριβές. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη μεγαλύτερη εμπειρία με πολιτισμικές πολυμορφίες, στην παράδοση των ελληνικών μικρών κρατών-πόλεων, στην πολιτισμική αυτονομία περιοχών όπως η Αίγυπτος με την πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της την Αλεξάνδρεια. Πάντως, η συγκριτικά πιο επιτυχημένη πορεία της ενσωμάτωσης στα ανατολικά, είχε ως αποτέλεσμα να συνεχιστεί η ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για μια ολόκληρη χιλιετία ακόμη. 
Αντίθετα, στη Λατινική Δύση, η ικανότητα για ενσωμάτωση συρρικνώθηκε, παρά τη μακρά ιστορία μεταναστεύσεων και των ασθενέστερων πολιτισμικών παραδόσεων. Προφανώς, ακόμη και οι κλασικές χώρες υποδοχής μεταναστών δεν έχουν ανοσία από τις αντιδράσεις απόρριψης των νεοφερμένων.
 
 
Στηλίχων, ο μετανάστης αρχιστράτηγος
Αρχικά, η ενσωμάτωση των γερμανικών λαών προχωρούσε πολύ ελπιδοφόρα στη Δύση. Νεοφερμένα άτομα ανέρχονταν σε υψηλά και υψηλότατα στρατιωτικά αξιώματα. Με το πέρασμα του χρόνου φαινόταν πιθανό ακόμη και να υπάρξει γερμανικής καταγωγής αυτοκράτορας. Μια χαρακτηριστική μορφή στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα ήταν ο στρατηγός Φλάβιος Στιλίχων. Τόσο ψηλά δεν είχε ανέλθει κανείς άλλος «βάρβαρος». Για περισσότερα από δεκατρία χρόνια ήταν ο πιο ισχυρός άνθρωπος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όχι μόνον ο επικεφαλής του στρατού, αλλά και επίτροπος των δύο ανήλικων γιών του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, δηλαδή στην πράξη αντιβασιλέας. Κανείς άλλος δεν μπορούσε εκείνη την εποχή να καθοδηγεί την αυτοκρατορία μέσα στους ασταθείς καιρούς, να εξασφαλίζει την τάξη, να κάνει τους αναγκαίους συμβιβασμούς και να κλείνει συνθήκες, όσο ο αρχιστράτηγος με το μεταναστευτικό παρελθόν. 
Αλλά στο τέλος, οι Ρωμαίοι δεν ξέχασαν την καταγωγή του Στιλίχωνα. Όσο καιρό ο Στηλίχων εμφανίζονταν ως επιθετικό γεράκι, ήταν δημοφιλής στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Ιταλίας. Ωστόσο, μετά από πολλές επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Γότθου βασιλιά Αλάριχου, εξέφρασε τη γνώμη του εναντίον ενός νέου πολέμου. Τον θεωρούσε ως ανεύθυνη περιπέτεια. Η συμπάθεια που απολάμβανε κατέρρευσε γρήγορα και ο αυτοκράτορας Ονώριος, που είχε πια ενηλικιωθεί, απέλυσε τον ικανότερο στρατηγό του. Στις 22 Αυγούστου του 408 μ.Χ., μόλις 43 ετών, τον σκότωσαν. Και μάλιστα μέσα σε μια εκκλησία στη Ραβέννα, όπου είχε καταφύγει ελπίζοντας ότι οι διώκτες του θα σεβόταν το άσυλο του ιερού χώρου.
Όπως γράφει ο Ιταλός δημοσιογράφος Indro Montanelli, ήταν
«ίσως το πιο ηλίθιο, το πιο μοχθηρό και το πιο καταστροφικό από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα της Ρώμης».
Στη συνέχεια, τακτικοί Ρωμαίοι στρατιώτες, στις γύρω πόλεις της βόρειας Ιταλίας, επετέθηκαν στις οικογένειες των Γερμανών, των στρατολογημένων από τον Στιλίχωνα στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού. Εκείνοι, στη συνέχεια τάχθηκαν στο πλευρό των Γότθων του Αλάριχου. Η αντίθεση μεταξύ Ρωμαίων και βαρβάρων, που φαινόταν να έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την αυτοκρατορία, ξαφνικά επέστρεψε.
Δίπτυχο απο ελεφαντόδοντο (395 μ.Χ.), Καθεδρικός της Monza: Ο Στηλίχων,
η σύζυγός του Σερένα (ανεψιά του Θεοδοσίου Α΄) και ο γιός τους Ευχέριος
Από την πολιτισμική συμβίωση γεννήθηκε ένας νέος πολιτισμός
Δύο χρόνια αργότερα, ο Αλάριχος με ένα στρατό απογοητευμένων μεταναστών μπήκε στη Ρώμη. Για τρεις ημέρες οι άνδρες του σκόρπισαν στην πόλη σοκ και δέος, και στη συνέχεια κινήθηκαν προς το νότο. Παρά το γεγονός ότι η ζωή στη Ρώμη συνεχίστηκε και μετά, το σοκ επέδρασε για πολύ καιρό - παρόμοια κατάσταση όπως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Όπως η Νέα Υόρκη σήμερα, η Ρώμη στην αρχαιότητα ήταν το σύμβολο ενός ολόκληρου πολιτισμού και της υπόσχεσής του για ασφάλεια. Η είσοδος των Γότθων στη Ρώμη ήταν λιγότερο εξωτερική σύγκρουση και περισσότερο μια διένεξη στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ακόμη και ο ίδιος ο Αλάριχος είχε διατελέσει στρατιωτικός διοικητής της αυτοκρατορίας, στα ανατολικά. Π
ήρε τα όπλα μόνον όταν του αρνήθηκαν στη Δύση την αναγνώριση γι΄ αυτή του την υπηρεσία. 
Μετά από αυτό το γεγονός, η ικανότητα της Ρώμης να ενσωματώνει δεν ανακτήθηκε ποτέ. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι μέχρι πρόσφατα κυνηγημένοι Χριστιανοί επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο ως επικριτές της μετανάστευσης. Ο πατέρας της εκκλησίας Αυγουστίνος εμπνέυστηκε από τη λεηλασία της Ρώμης το βιβλίο του «Πόλη του Θεού», το οποίο αποτελεί ένα γενικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του με το δήθεν παρακμιακό «melting pot» της αυτοκρατορίας. Και ο επίσκοπος Αμβρόσιος του Μιλάνου ξεσήκωνε το ποίμνιό του εναντίον των μεταναστών από το βορρά, τους οποίους θεωρούσε ως άγριους και ορκισμένους εχθρούς των Ρωμαίων.
Ωστόσο, ακόμη και η κατάληψη από τους Γότθους, με όλες τις συνέπειές της, δεν ήταν η «πτώση» της Ρώμης, όπως πίστευαν πολλοί σύγχρονοι αλλά και μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ούτε καν το επίσημο τέλος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ. μπόρεσε να διαλύσει από τη μια μέρα στην άλλη αυτή την ενότητα του άλλοτε στενά αλληλοσυνδεδεμένου κόσμου της Μεσογείου  Η Γερουσία συνεδρίαζε στην πόλη της Ρώμης μέχρι και τον 6ο αιώνα μ.Χ., τα λουτρά και τα υδραγωγεία παρέμειναν για καιρό σε λειτουργία. Υπό τον Γότθο βασιλιά Θεοδώριχο, ο οποίος κυβερνούσε από τη πρωτεύουσα του Ραβένα με τον ρωμαϊκό τρόπο, μεγάλες περιοχές της Ιταλίας βίωσαν μέχρι και μια νέα άνθιση. Μακροπρόθεσμα, μέσα από την ρωμαιο-γερμανική συμβίωση, γεννήθηκε ένας νέος πολιτισμός.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η ενσωμάτωση δεν λειτουργούσε πια εντός της αυτοκρατορίας,  οδήγησε σε δραματική απώλεια της ποιότητας ζωής. Η ενότητα του κόσμου της Μεσογείου κατακερματίστηκε, δημιουργήθηκαν νέα σύνορα. Η επανάληψη αυτής της διαδικασίας, μετά από μιάμιση χιλιετία, εύλογα και για εντελώς πρακτικούς λόγους, δεν φαίνεται επιθυμητή στα μάτια της Γερμανίδας Καγκελάριου. 
Σε κάθε περίπτωση, για τη Ρώμη δεν υπήρχε τότε καμία άλλη εύλογη εναλλακτική λύση, παρά μόνον η προσήλωση στο άνοιγμα προς τους ξένους. «Άλλος τρόπος ζωής δεν υπάρχει»: έτσι το έθεσε ο Έλληνας ρήτορας Αίλιος Αριστείδης, αναφερόμενος στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήδη πολυεθνική από τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Αυτό που ήρθε αργότερα, σίγουρα δεν ήταν μια καλή ζωή. Η ενότητα χάθηκε, η αυτοκρατορία διαμελίστηκε σε ένα πλήθος φεουδαρχικών συστημάτων εξουσίας. Σε αντίθεση με το παρελθόν η ζωή στις πόλεις έγινε μονότονη, εξαφανίστηκε η πολλαπλότητα των τρόπων ζωής. Μόνον από τα τέλη του Μεσαίωνα, στην πορεία μιας νέας παγκοσμιοποίησης, οι συνθήκες αυτές αντιστράφηκαν και πάλι. Προς όφελος όλων όσων συμμετείχαν.

* Quando cadet Roma, cadet et mundus
Αποδίδεται στον Άγιο Βέδα (Λατινικά: Bēda Venerābilis‎, 672 – 735), Βενεδικτίνο μοναχό σε μοναστήρι της Νορθουμβρίας (Βρετανία), περίφημο εκκλησιαστικό συγγραφέα και ιστορικό, συγγραφέα του έργου «Εκκλησιαστική ιστορία της Αγγλίας».
 




Μεγάλη Μετανάστευση των λαών - Εκδοχή 1: Το λάθος της Μέρκελ - ανήθικη πολιτική για την προσφυγική κρίση (του Βόλφγκανγκ Μύνχάου)
Ralph BollmannO Ralph Bollmann είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής στο Βερολίνο της Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung, με επίκεντρο τα οικονομικά, κοινωνικά και ιστορικά θέματα.

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...