Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος ρατσισμος διαδηλωσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος ρατσισμος διαδηλωσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Έλλη Λαμπέτη ~ "Η εβραία" του Μπέρτολντ Μπρεχτ




 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 19/07/2012
Με αφορμή την παράσταση «Έξοδο Κινδύνου» δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το μονόπρακτο «Εβραία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που περιλαμβάνεται στο έργο «Τρόμος και αθλιότητα στο Γ' Ράιχ», το οποίο ο συγγραφέας έγραψε κατά τη διάρκεια της εξορίας του μεταξύ 1935-1936. Η Ιουδήθ Κέιτ είναι μια αστή εβραϊκής καταγωγής, η οποία αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον γιατρό σύζυγό της πριν η καταγωγή της αποβεί «μοιραία» για την επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά και για τη ζωή του ολόκληρη. Στο κείμενο αποτυπώνεται η εσωτερική ένταση του ατόμου που παίρνει μια απόφαση ενώ βρίσκεται στο χείλος της απελπισίας. Μέσα από την ανάγνωση του έργου στρέφουμε την προσοχή στα εκατοντάδες πρόσωπα της καθημερινότητας, τα οποία, δίνοντας έναν οριακό αγώνα επιβίωσης, αναδύονται ως σύγχρονοι/ες ήρωες και ηρωίδες του Μπρεχτ.
«(Κλείνει το τηλέφωνό της και δεν παίρνει άλλον αριθμό. Έχει καπνίσει ένα τσιγάρο. Τώρα καίει το σημειωματάριο με τα τηλέφωνα. Πηγαινοέρχεται μερικές φορές. Ύστερα αρχίζει να μιλάει. Κάνει πρόβα στο λογύδριο που θα βγάλει στον άντρα της. Απευθύνεται σε μια ορισμένη καρέκλα)

Ναι, φεύγω, Φριτς, τώρα. Ίσως έμεινα πιο πολύ απ' όσο έπρεπε...
συγχώρεσέ με, αλλά...
(Σταματάει, σκέφτεται και ξαναρχίζει)
Φριτς, μην προσπαθήσεις να με κρατήσεις άλλο, δεν μπορείς πια...
Έναι ολοφάνερο πως, αν μείνω, θα σε καταστρέψω...
ξέρω πως δεν είσαι δειλός, δε φοβάσαι την Αστυνομία,
όμως υπάρχουν και χειρότερα.
Δεν θα σε πάνε βέβαια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως,
αλλά αύριο - μεθαύριο δε θα σ' αφήσουν να μπεις στην κλινική σου...
εσύ δε θα πεις τίποτα, μα θ' αρρωστήσεις.
Δεν θέλω να σε βλέπω καθισμένον όλη μέρα εδώ μέσα,
να ξεφυλλίζεις περιοδικά...
Φεύγω από καθαρό εγωισμό και τίποτ'  άλλο. Μην πεις τίποτα...
(Σταματάει πάλι. Ξαναρχίζει )
Μην πεις πως δεν έχεις αλλάξει. Έχεις!... Την περασμένη βδομάδα
ανακάλυψες, "κρίνοντας εντελώς αντικειμενικά", ότι το ποσοστό
των Εβραίων ανάμεσα στους επιστήμονες "δεν είναι και τόσο μεγάλο".
Όλα αρχίζουν με κάτι τέτοιες "αντικειμενικές διαπιστώσεις"...
Και γιατί μου λες ολοένα ότι ποτέ δέν ήμουνα τόσο φανατική Εβραία όπως τώρα;
Και βέβαια είμαι! Ο φανατισμός, βλέπεις, είναι κολλητικός!...
Ω, Φριτς, τι κακό μάς βρήκε!
(Σταματάει πάλι. Ξαναρχίζει)
Δεν σ' το είπα πως θέλω να φύγω, πως ήθελα να φύγω από καιρό,
γιατί δεν μπορώ να μιλήσω όταν σε κοιτάω, Φριτς.
Τότε, τα λόγια μού φαίνονται τόσο άχρηστα και μάταια...
"Αυτοί" έχουν αποφασίσει για όλα και για όλους, το ξέρεις.
Όμως, τι τους έχει πιάσει; Τι θέλουν πραγματικά;
Τι τους έκανα εγώ; Ποτέ μου δεν ανακατεύτηκα στην πολιτική.
Ψήφισα εγώ τον Τέλμαν και τους άλλους κομμουνιστές;
Είμαι μια αστή νοικοκυρά, με υπηρεσία και λοιπά... και ξαφνικά,
σου λένε πως μονάχα οι ξανθές γυναίκες έχουν το δικαίωμα
να είναι νοικοκυρές και αστές!...
Τον τελευταίο καιρό, σκέφτηκα πολλές φορές κάτι που μου είχες
πει πριν αρκετά χρόνια: πως υπάρχουν άνθρωποι "χρήσιμοι"
και άλλοι "λιγότερο χρήσιμοι",
και πως οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να παίρνουν ινσουλίνη
όταν είναι άρρωστοι, ενώ οι δεύτεροι δεν έχουν.
Κι εγώ, η ανόητη, συμφωνούσα μαζί σου!...
Τώρα φτιάξανε κι άλλες κατηγορίες τέτοιου είδους,
κι εγώ ανήκω στην κατηγορία των αχρήστων. Καλά να πάθω!
(Σταματάει πάλι. Ξαναρχίζει)
Ναι, φτιάχνω τις βαλίτσες μου. Μην κάνεις πως δεν κατάλαβες
τίποτα, όλες αυτές τις μέρες...
Φριτς, μπορώ να υπομείνω τα πάντα, εκτός από ένα:
να μην κοιταγόμαστε στα μάτια, τις τελευταίες ώρες που μας μένουν.
Αυτό δεν πρέπει να το καταφέρουν οι ψεύτες που αναγκάζουν όλο
τον κόσμο να λέει ψέματα...
Πριν δέκα χρόνια, άμα έλεγε κανένας ότι δεν φαίνομαι πως είμαι Εβραία,
εσύ απαντούσες αμέσως: "Πώς, φαίνεται!" Και χαιρόμουνα γι' αυτό.
Ήταν τίμιο και ξεκάθαρο...
Γιατί, λοιπόν, τώρα να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας;
Φεύγω, επειδή, αν μείνω, θα σε πάψουν από Αρχίατρο.
Κι επειδή σού έχουν κιόλας κόψει την καλημέρα στην Κλινική,
κι επειδή δεν κλείνεις μάτι, τις νύχτες...
Μη μου πεις να μείνω.
Φεύγω βιαστικά επειδή δε θέλω να μου πεις εσύ, μια μέρα, να φύγω.
Γιατί αυτό θα γίνει, αργά ή γρήγορα. Είναι ζήτημα χρόνου.
Ο χαρακτήρας είναι ζήτημα χρόνου.
Αντέχει περισότερο ή λιγότερο, όπως και τα γάντια.
Τα καλά κρατάνε πολύ, αλλά όχι για πάντα...
Μη νομίζεις πως είμαι θυμωμένη. Όχι, είμαι!
Γιατί πρέπει εγώ να δείχνω πάντα "κατανόηση";
Τι κακό υπάρχει στο σχήμα της μύτης μου ή στο χρώμα τών μαλλιών μου;
Πρέπει να παρατήσω την πόλη όπου γεννήθηκα, για να μην είναι
"αυτοί" υποχρεωμένοι να μου δίνουν κι εμένα βούτυρο!...
Τι είδους άνθρωποι είσαστε; ναι, και συ!
Βρήκατε τη θεωρία των κβάντα, κι όμως κάθεστε και σας διατάζουν
αυτοί οι καννίβαλοι... σας τάζουν πως θα κατακτήσετε τον κόσμο,
αλλά δεν σας επιτρέπουν να κρατήσετε τη γυναίκα που θέλετε.
Απ' τη μιά, τεχνητή αναπνοή -κι απ' την άλλη, θηλιά στο λαιμό!...
Είσαστε τέρατα ή ποδογλείφτες τεράτων!...
Ναι, είμαι παράλογη, αλλά τι χρησιμεύει η λογική σ' έναν τέτοιο κόσμο;».

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

τι εστί Ναζισμός :Hugo Höllenreiner: Ήμουν το πειραματόζωο του Μένγκελε/ tvxs.gr

για να καταλάβετε τι εστί Ναζισμός http://tvxs.gr/news/prosopa/hugo-hoellenreiner-imoyn-peiramatozoo-toy-mengkele-0

Hugo Höllenreiner: Ήμουν το πειραματόζωο του Μένγκελε
tvxs.gr
Συνέχεια στο αφιέρωμα του tvxs.gr για την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με μια συγκλονιστική συνέντευξη. Γερμανός Ρομά, ο Hugo Höllenreiner είναι ένας από τους επιζώντες των ναζιστικών στρατόπεδων συγκέντρ

- Θα μας μιλήσετε για την εμπειρία σας με τον Δρ. Μένγκελε;

Γνωρίζαμε το τι κάνει ο Μένγκελε. Ήταν κι άλλοι μαζί του, ένας Μπάλιτς, ένας Μπλάκε. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ... Ξέραμε ότι ο Μένγκελε έκανε κάτι κακό στα παιδιά και μας έστειλαν σε αυτόν εμένα και τον αδερφό μου. Αυτός τις περισσότερες φορές ευνούχιζε τα παιδιά. Δύσκολα μπορώ να το περιγράψω, ακούει και πολύς κόσμος. Έπρεπε να ανοίξεις τα πόδια και με μαχαίρια άρχισε να κόβει, δεν μπορώ να σας δείξω αλλά μπορείτε να φανταστείτε. Το τι έκοβε, τι έκαναν δεν ξέρω ούτε σήμερα, ξέρω μόνον ότι κάτι έβγαλαν, κάτι έβαλαν δεν ξέρω. Ο αδερφός μου που έπαθε τα ίδια δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδιά. Εγώ είχα τύχη και μετά πολλά χρόνια μπόρεσα να αποκτήσω δύο παιδιά.

- Αλλά ο αδερφός σας δεν είχε. Τι συνέβη με αυτόν;

Τον έκοψαν τόσο, όταν βγήκε πήγε σε γιατρούς αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Του έκοψαν κάποιο νεύρο, αυτό του το είπε ο γιατρός, ώστε ποτέ πια να μην είναι σε θέση να…

- Πως ήταν σαν άνθρωπος;

Ο Μένγκελε; Πάντα γελούσε, ακόμη και όταν χειρουργούσε σε ρώταγε από πού είσαι και σου έλεγε ότι όλα θα πάνε καλά. Και γνωρίζοντας τι έκανε παρακαλούσες, αφήστε με παρακαλώ έλεγες, όμως ήταν κτηνώδης.

- Είσαστε όμως ναρκωμένος...

Δεν υπήρχε νάρκωση. Σε τελείωναν ψυχολογικά.

- Πόση ώρα κράτησε αυτό;

Δεν ξέρω ακριβώς

- Γινόταν μυστικά;

Ναι.

- Πως έγινε, ήρθαν και σας πήραν από το παράπηγμα και σας είπαν ότι θα πάτε στον Μένγκελε;

Μας έδιναν την διαταγή να βγούμε έξω. Δεν είχε σημασία αν είσαι παιδί η γέρος.  Μας βάζανε σε πεντάδες στο κρύο. Ερχόντουσαν τα SS και μετράγανε. Το τι έκανε με τα παιδιά ήταν απερίγραπτο.

- Τι ήθελε;

Ήθελε να μην μπορείς να κάνεις παιδιά. Είμαι άνδρας και αυτός θέλει να με κάνει κορίτσι. Αυτά είναι πράγματα που δεν ξεχνιούνται.

- Μάθατε τι έγινε με άλλα παιδιά από το στρατόπεδο;

Προσπάθησαν να μην πεθάνουν

- Τι πάθανε τα άλλα παιδιά;

Τα περισσότερα δεν είχαν πια γονείς. Τους έκοψαν, τους ευνούχισαν. Τα περισσότερα πέθαναν.

- Μιλήσατε αναμεταξύ σας, τα παιδιά, για όλα αυτά;

Δεν υπάρχει σε τέτοιες στιγμές συζήτηση. Σκέφτεσαι  τον εαυτό σου, πως θα βγεις από εκεί. Τι μπορείς να κάνεις για τα αδέρφια σου.

- Το συζητήσατε μετά με τον αδερφό σας;

Ναι, το συζητάμε συχνά. Όμως αυτός κόπηκε έτσι που να μην γίνεται τίποτα πια. Σήμερα θα ήταν ένα παιχνιδάκι, αλλά τότε μετά το στρατόπεδο δεν γινόταν τίποτα.

- Σας μετέφεραν όμως και σε άλλα στρατόπεδα.

Ναι, από εκεί μας πήγαν στο Ράβενσμπρικ κάπου στην Αυστρία. Δεν ξέραμε που βρίσκεται αυτό.  Εκεί δεν βλέπαμε ανθρώπους των SS αλλά μόνον τους κάπο (είδος αστυνόμου, φύλακα) οι οποίοι ήταν επίσης κρατούμενοι, αλλά ήταν πολύ κακοί άνθρωποι.

- Πόσο μείνατε εκεί ;

Περίπου οκτώ μήνες. Και μετά είπαν θα μεταφερθούμε στο Μαουτχάουζεν και σκεφτήκαμε ότι ίσως θα είναι καλύτερα εκεί. Παντού υπήρχαν πεθαμένοι. Το βράδυ όταν σηκωνόσουν για να κάνεις την ανάγκη σου, δεν υπήρχαν τουαλέτες, πέρναγες πάνω από ανθρώπους που είχαν πεθάνει.

Μετά μας πήγαν στο Μπέργκεν Μπέλσεν, φτάσαμε νύχτα εκεί, δεν θα το ξεχάσω όλη μου την ζωή, έψαξα να βρω την μητέρα μου, τον πατέρα μου, τον αδελφό μου, τίποτα τους είχαν πάει αλλού. Ήμουν τόσο μόνος ούτε η αδερφή μου ήταν εκεί. Έψαχνες, πεινούσες, διψούσες. Στο Μπέλσεν έτρεχες πάνω από πτώματα που βρισκόντουσαν μέρες εκεί, έπεφτες, μια φορά έπεσα με το πρόσωπο πάνω σε νεκρό. Όμως σκληραίνεις. Έτρεχες έκανες ότι σου έλεγαν μέχρι να γυρίσεις στο παράπηγμα.

- Δηλαδή το Μπέλσεν ήταν σαν νεκροταφείο;

Το Μπέλσεν ήταν νεκροταφείο όπου κείτονταν οι πεθαμένοι ακόμη και σαπισμένοι. Νεκροί που το αίμα τους ήταν μαύρο πηγμένο γιατί κείτονταν μέρες εκεί. Φαγητό και νερό δεν υπήρχε και προσπαθούσες να το βρεις με κάθε τρόπο. Όταν ο νεκρός κρατούσε κλειστό το χέρι του δεν το άνοίγες εύκολα. Σερνόμαστε κοντά του και ανοίγαμε δύσκολα την χούφτα και ότι κρατούσε το τρώγαμε επί τόπου. Έδινα και στα αδέρφια μου αν έβρισκα τίποτα.

- Πως καταφέρατε να επιβιώσετε;

Επιβίωσα γιατί με βοήθησαν τα αδέρφια μου και εγώ τους έδινα γιατί ήμουν και πατέρας και μητέρα και είμαι σήμερα υπερήφανος για αυτό.

- Βγήκατε όλοι ζωντανοί από το στρατόπεδο;

Ναι, οι δύο μου αδερφοί βαριά άρρωστοι. Όταν ελευθερωθήκαμε δεν περιγράφεται η χαρά. Οι Ρώσοι ήταν ήδη εκεί, ήρθαν και Αμερικανοί, Εγγλέζοι. Αυτοί όλοι όταν έφτασαν ήταν θεοί για μένα. Μας έδωσαν και σοκολάτες και τσίχλες, είμαστε βασιλιάδες. Μείναμε αρκετές ημέρες ακόμη εκεί. Δεν επιτρεπόταν να εγκαταλείψουμε το στρατόπεδο επειδή υπήρχε ο κίνδυνος επιδημιών. Είπα τότε το ίδιο μου κάνει, πρέπει να βγω. Ο πατέρας μου έλειπε, η μητέρα μου ήταν εκεί, ο αδερφός μου έλειπε, πρέπει να δω που βρίσκονται, ήμουν δέκα χρονών σχεδόν έντεκα.

- Και πώς βγήκατε;

Πήρα νύχτα τα αδέρφια μου και περπατούσαμε στο άγνωστο. Δεν ήξερες που να πας, μόνον μακριά από το στρατόπεδο... Κάναμε σίγουρα γύρω στα 20 με 30 χιλιόμετρα μέσα σε τρεις, τέσσερις μέρες. Μπαίναμε σε αγροικίες όπου μας έδιναν κάτι να φάμε και κοιμόμαστε στον αχυρώνα και συνεχίζαμε το περπάτημα μέχρι το Ανόβερο, που είναι σε απόσταση 50, 60 χιλιομέτρων από το στρατόπεδο περπατώντας κάθε μέρα 5, 6 και 10 χιλιόμετρα και εκεί καταλάβαμε ότι βρισκόμαστε σε καλά χέρια. Χάρτη δεν μπορούσα να διαβάσω, ο κόσμος  μας έδειχνε τον δρόμο. Συνεχίσαμε, κοιμόμαστε σε αγροικίες, τρώγαμε κάτι και συνεχίζαμε.

- Πως καταλήξατε στο σπίτι σας μετά από μέρες περπάτημα;

Περπατήσαμε πολλές μέρες, κάναμε περίπου 50 χιλιόμετρα και ξαφνικά έρχεται ένα αυτοκίνητο και ο οδηγός φωνάζει στη μητέρα μου με το όνομά της, Σόφη. Ήταν ένας ξάδερφός της που έψαχνε και αυτός την οικογένειά του. Ελάτε όλοι στο αυτοκίνητο, το θυμάμαι ακόμη και σήμερα και μας πήγε μέχρι το Μόναχο.

Φτάσαμε στο Μόναχο και πήγαμε στο σπίτι μας, ήταν ξένοι άνθρωποι μέσα που επέμεναν ότι είναι δικό τους το σπίτι. Εγώ και η μητέρα μου τσακωθήκαμε μαζί τους.  Είχαμε ένα στάβλο για τα άλογα, ήταν μεγάλο οικόπεδο, 1000 τμ.και είπαμε θα κοιμηθούμε εκεί. Μείναμε αρκετές μέρες, οι γείτονες μας έδωσαν  κουβέρτες.

Αναρωτιόμαστε που είναι ο πατέρας και πράγματι κάποια μέρα ήρθε. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πως ήταν όταν μας πήρε στην αγκαλιά του. Και τότε ο πατέρας μου είπε είναι δικό μου το σπίτι, τσακώθηκε έντονα άνοιξε την πόρτα μπήκε μέσα και άρχισε να πετάει τις καρέκλες από τα παράθυρα. Έξω, έξω από το σπίτι μου. Και τότε τα μάζεψαν και έφυγαν και εμείς μείναμε πια στο σπίτι μας. Ήταν και Εγγλέζοι στρατιώτες εκεί, κοιτάξανε τα χαρτιά και είπαν εντάξει αυτό είναι το σπίτι σας μπορείτε να μείνετε.
Διαβάστε στο αφιέρωμα του tvxs.gr για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης:

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Διαβάστε το οπωσδηποτε :Ο φασιστικός λόγος ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΟΥΖΕΛΗ απο την Αυγή

  • Ο φασιστικός λόγος

 
  04/11/2012
ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΟΥΖΕΛΗ

Ο φασιστικός λόγος πείθει. Δεν πείθει όπως (θα έπρεπε να) πείθει ο λόγος της αριστεράς, με επιχειρήματα. Πείθει παράγοντας ένα σύνδεσμο μεταξύ ομιλητή και ακροατή, μια φορτισμένη σχέση του αποδέκτη με τον ίδιο το λόγο ή το κείμενο που του απευθύνεται. Ο αναγνώστης ή ακροατής επενδύει στη σχέση αυτή, γιατί στο φασιστικό λόγο (ξανα)βρίσκει απωθημένες ή κοινωνικά περιθωριοποιημένες όψεις της ίδιας του της «ταυτότητας».
Ο φασιστικός λόγος πείθει, όπως ακριβώς «δουλεύει» ένα ρατσιστικό αστείο: «μεταξύ μας» γελάμε, έστω κι αν γνωρίζουμε πως η βάση του αστείου (θα έπρεπε να) είναι απαράδεκτη. Πείθει λοιπόν επειδή απελευθερώνει ένα δυναμικό πολιτισμικά απωθημένο, κοινωνικά λογοκριμένο και ελεγμένο ως ανυπόστατο, ανορθολογικό. Πείθει ακριβώς επειδή επενδύεται με μια τέτοια «απελευθερωτική» χροιά, επειδή αίρει φραγμούς και όρια που επέβαλε η μακρόχρονη και επώδυνη διαδικασία εκπολιτισμού, το «ημέρωμα» του θηρίου, που σφάζει, καταπατά, εξοντώνει, προσβάλλει. Κι ο φασιστικός λόγος απευθύνεται στο κοινό του, μέσα από το δυναμικό που απελευθερώνει, για να μετατρέψει τον εσωτερικό περιορισμό, την αυτοπειθαρχία και την αυτοσυγκράτηση, σε εξωτερικό έλεγχο, σε στρατόπεδο. Η ιδιότυπη φασιστική απελευθέρωση ενορμήσεων είναι από αυτή τη σκοπιά μια αντιστροφή της ιστορίας του πολιτισμού.
Με δεδομένη την «δυσφορία» που ο πολιτισμός κληροδότησε στις σύγχρονες κοινωνίες, ακριβώς λόγω της επιβολής ορίων και κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς -λόγω περιορισμών επομένως-, το δυνητικό ακροατήριο ενός λόγου που απευθύνεται στο άκριτο και ανεξέλεγκτο μιας ψευδοαπελευθέρωσης είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που θα αντιστοιχούσε στις θέσεις που υπαινικτικά υποστηρίζει. Όταν η λογική κρίση παραμερίζεται ή αδρανοποιείται (όπως αδρανοποιείται στο φασιστικό λόγο με την αποφυγή διατύπωσης προτάσεων που δηλώνουν πραγματικές προθέσεις) και οι ρητορικές τεχνικές φέρνουν στην επιφάνεια απωθημένες σκέψεις και ανομολόγητες επιθυμίες, ο φασισμός μιλάει σε πλήθη: στα αλαλάζοντα πλήθη της Νυρεμβέργης, της Ρώμης, του Μονάχου. Δεν ξενίζει επομένως η επιρροή του φασιστικού λόγου, ιδίως μάλιστα επειδή στον αντίποδά του, στην πλευρά της αντιπαρατιθέμενης κριτικής σκέψης και αποτίμησης, στην πλευρά των ελέγξιμων επιχειρημάτων, απαιτούνται ισχυρές ψυχικές δυνάμεις, ήδη και μόνο για την παρακολούθηση του λόγου και της λογικής του.
Η δουλειά του φασιστικού λόγου είναι εύκολη και «μαζική» και για έναν ακόμα λόγο: επειδή πάντα αποκαλύπτει μια «αλήθεια». Αποκαλύπτει -και μάλιστα με τεχνικές «αποκαλυπτικής γνώσης»- την ανείπωτη, κοινή (και κοινότοπη) προκατάληψη, τον απωθημένο και θεσμικά λογοκριμένο βαρβαρισμό, το «κατά βάθος όλοι ξέρουμε όμως» σε σχέση με τις κοινωνικές συμβάσεις που μας επιβάλλονται ως αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμοί -όπως και η ίδια η δημοκρατία-, την πονηριά και τη μαγκιά της παραβίασης της ορθότητας και της λογικής, την προνεωτερική αλήθεια της αμεσολάβητης επιβολής και της δήθεν «καθαρής» βούλησης. «Μεταξύ μας ξέρουμε» πως παραείναι πολλοί οι μετανάστες, πως οι πολιτικοί είναι απατεώνες, πως στο παρασκήνιο διαπλέκονται συμφέροντα και εξυφαίνονται συνωμοσίες, πως τοκογλύφοι υπαγορεύουν νόμους, πως οι Ευρωπαίοι κοιτάνε το συμφέρον τους και κανένας δεν είναι πραγματικός φίλος μας. Ότι αυτοί οι κοινοί τόποι εκφράζουν μονόπλευρες και επομένως ψευδείς εικόνες, ότι παραγνωρίζουν το κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου οι επισημάνσεις που περιέχουν θα πρέπει να κριθούν, έρχεται πάντα σε δεύτερο επίπεδο. Η άρνηση τέτοιων, φαινομενικά τόσο πειστικών, «προφανώς αληθών» δηλώσεων, προϋποθέτει ότι η κρίση του αποδέκτη τους δεν θα διαμορφωθεί βιαστικά και δεν θα εκφραστεί άμεσα, σε πρώτο χρόνο, αδιαμεσολάβητα. Προϋποθέτει επομένως μια αναστολή της απόλαυσης της χοντροκομμένης «αλήθειας» που δηλώνεται από «τα ίδια τα πράγματα», της «αλήθειας» που «φαίνεται», που «στην πραγματικότητα όλοι ξέρουμε», μια αναστολή της απόλαυσης τής «επί τέλους» απελευθερωμένης σκέψης που είχε λογοκριθεί συμβατικά. Προϋποθέτει μια συγκράτηση τής κάθε άλλο παρά αθώας παρόρμησης του ακροατή ή αναγνώστη, να συμφωνήσει με το προφανές και να γευτεί την ικανοποίηση της συμμετοχής του στο μεγάλο ρεύμα εκείνων που δεν φοβούνται να δούνε την αλήθεια και «αντρίκια» λένε τα πράγματα με το όνομά τους - στην ορδή.
Ο φασιστικός λόγος δεν επιχειρηματολογεί, διεγείρει. Διεγείρει και αξιοποιεί συναισθήματα, πρωτίστως αρνητικά (ο εχθρός αλλά κι ό,τι δεν θέλουμε να είμαστε απ’ αυτό που είμαστε), τα οποία υποδαυλίζει και στα οποία δίνει χώρο και τρόπο έκφρασης. Με τα συναισθήματα παίζει η φασιστική ρητορική, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο: αφενός νομιμοποιώντας τις πιο σκοτεινές τους συνέπειες και αφετέρου αποσιωπώντας τα. Η νομιμοποίηση αφορά την έκφραση (και οι πιο απάνθρωπες ακόμα προθέσεις δεν λογοκρίνονται από καμιά πολιτισμική ή λογική αρχή), την επένδυση (ο απέναντι άλλος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και σε οποιαδήποτε κατάσταση, ο «δικός» εξίσου αδιαφοροποίητα αντικείμενο ταύτισης και λατρείας) και τη χρήση: το συναίσθημα παίρνει τη θέση του επιχειρήματος, σε μια ακολουθία ψευδοσυμπερασμού που «δικαιώνεται» από την ίδια την ισχύ του συναισθήματος - έτσι θα είναι αφού έτσι αισθανόμαστε. Η αποσιώπηση από την άλλη είναι η πιο περίπλοκη αλλά και πιο μελετημένη ιδιαιτερότητα του φασιστικού λόγου. Συνίσταται στη μελετημένη εκμετάλλευση συνειρμικών αλυσίδων, που καθιστούν το διαρκώς υπονοούμενο περιεχόμενο μια ευκαιρία συναισθηματικής επένδυσης. Ο φασίστας ρήτορας δεν κατονομάζει τον εχθρό, οι ακροατές του τον ξέρουν. Δεν κατονομάζει τους στόχους του κινήματός του∙ οι αποδέκτες του λόγου του θα εννοήσουν εκείνους που θα τους επιτρέψουν να εκπληρώσουν επιθετικές επιθυμίες και να αντιστρέψουν αισθήματα μειονεξίας.
Ο φασιστικός λόγος δεν λέει κάτι, δεν χρειάζεται να λέει κάτι. Όταν λειτουργεί καλά, απλώς προσφέρει το σχήμα για την προβολή συναισθημάτων που προϋπάρχουν, στερεοτυπικών ψευδοκρίσεων που επιβεβαιώνουν την προκατάληψη. Και λειτουργεί καλά όταν ακριβώς διεγείρει συναισθήματα, μέσω των αφανών σχεδόν σημαδιών που «κλείνουν το μάτι» στον ακροατή - στον ακροατή που με ικανοποίηση διαπιστώνει ότι του μιλάνε «οι δικοί του» σαν δικό τους. Οι κοινότοπες, στερεότυπες και κενές περιεχόμενου φράσεις-συνθήματα του φασιστικού λόγου δεν είναι παρά ερεθίσματα για την ανάδυση συναισθημάτων που θα πληρώσουν τα κενά από την πλευρά του αποδέκτη, που κυριολεκτικά «ακούει ό,τι θέλει», γι αυτό άλλωστε τόσο εύκολα συμφωνεί, τόσο εύκολα χαίρεται με αυτά που ακούει και τόσο πιο επιβεβαιωμένος στην ταυτότητά του αισθάνεται «ξαναβρίσκοντας» στο λόγο του ρήτορα όσα ίδιος προβάλλει πάνω του.
Ο φασιστικός λόγος τρέφεται επομένως από τις αρνητές προκαταλήψεις, από τις ανικανοποίητες, απωθημένες, «άνομες» σκέψεις και επιθυμίες, που κανένας πολιτισμός και καμιά λογική δεν μπορεί ποτέ να αφανίσει και που για λιγότερο ισχυρές προσωπικότητες, σε συνθήκες κρίσης και υπό καθεστώς απαξίωσης του ορθού λόγου και -ιδίως- των αρχών συλλογικότητας και αλληλεγγύης τείνουν να συνθέσουν μια πρακτικο-συναισθηματική ως-εάν ιδεολογία: ένα συνονθύλευμα φορτισμένων ταυτίσεων και απαρνήσεων. Δεν χρειάζεται μεν πεισμένους φασίστες για να πείσει, αλλά χρειάζεται τον προκατειλημμένο νου σε συνθήκη απεγνωσμένης αναζήτησης αναγνώρισης, εκείνον που θα προβάλει συναισθήματα στις κούφιες φράσεις για να χαρεί την ηχώ της κοινότοπης ιαχής του. Χρειάζεται ανασφάλεια, ταπείνωση και κυρίως μνησικακία - το υλικό δηλαδή που εύκολα διοχετεύεται σε πογκρόμ, γιατί από τέτοια όνειρα προέρχεται και τέτοια τροφοδοτεί.
Αξίζει να την υπογραμμίσουμε αυτή του τη λειτουργία ανεστραμμένης ονειρικής εργασίας: ο φασιστικός λόγος καταγγέλλει στους υψηλότερους τόνους τους άλλους (τους εχθρούς, τους ξένους, τους εβραίους, τους κομουνιστές) για όσα οι φορείς του ήδη επιχειρούν ή θέλουν να επιβάλουν: προδοσία, συνωμοσίες, εγκλήματα, δράση συμμοριών. Δίνει έτσι την ευκαιρία μιας προβολής της ανομολόγητης επιθυμίας ως πραγματοποιημένης από τους άλλους. Στην καταγγελία σκιαγραφείται το πολιτικό σχέδιο.
Καθώς δεν επιχειρηματολογεί, ο φασιστικός λόγος δεν έχει τίποτα να αποδείξει και τίποτα να θεμελιώσει. Δεν κρίνεται και δεν ελέγχεται - δεν λέει κάτι, δεν αποφαίνεται, δεν αξιώνει λογική συνέπεια ή συνεκτικότητα. Αντίθετα, παρατάσσει σχήματα, κι αυτό το κάνει σχεδιασμένα, με κριτήριο τη λειτουργικότητα τού προς επένδυση κενού περιεχομένου τους. Ο ταγμένος στο κίνημα «μοναχικός λύκος», η «χαμένη αθωότητα», ο «ακαταπόνητος και ύπουλος εχθρός», ο «παλιός καλός καιρός», η «επικείμενη συμφορά», η «συνωμοσία», το «διεφθαρμένο κράτος», οι σκοτεινές εικόνες των «ξένων», των «κόκκινων», των «πλουτοκρατών», είναι μερικοί μόνο από τους σχηματικούς τόπους και τις λειτουργικές μεταφορές που σταθερά αξιοποιεί η φασιστική ρητορική και που και σήμερα ακούγονται το ίδιο επίκαιροι όπως και την εποχή που τους κατέγραψαν οι Αντόρνο και Λέβενταλ. Αυτή η ρητορική δεν χρειάζεται άλλωστε πρωτοτυπία∙ απεναντίας, με το τετριμμένο δουλεύει αποδοτικότερα, με ό,τι δεν προβληματίζει και δεν εγείρει απαιτήσεις προβληματισμού.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Ο νέος φιλελεύθερος αντιρατσισμός Η μεταστροφή του γάλλου φιλοσόφου Πιερ-Αντρέ Ταγκυέφ, από την κριτική του εθνικολαϊκισμού στην υπεράσπιση της «εθνικής επιλογής» και του σαρκοζισμού, είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα για το δημόσιο διάλογο περί μετανάστευσης (και) στην Ελλάδα /του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου/αναδημοσιευση απο www.rednotebook.

Ο νέος φιλελεύθερος αντιρατσισμός

Η μεταστροφή του γάλλου φιλοσόφου Πιερ-Αντρέ Ταγκυέφ, από την κριτική του εθνικολαϊκισμού στην υπεράσπιση της «εθνικής επιλογής» και του σαρκοζισμού, είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα για το δημόσιο διάλογο περί μετανάστευσης (και) στην Ελλάδα
Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Το τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου της Νέας Εστίας φιλοξενεί, ανάμεσα σε άλλα, ένα κείμενο του γάλλου φιλοσόφου και πολιτειολόγου Πιερ-Αντρέ Ταγκυέφ, υπό τον «βαρύ» τίτλο «Ο μεταναστευτισμός, ή η τελευταία μοιρολατρική ουτοπία των πολιτικώς ορθοφρονούντων». Το κείμενο (για την ακρίβεια: απόσπασμα από βιβλίο του Ταγκυέφ) είναι γραμμένο το 2007. Η επιλογή, λοιπόν, της μετάφρασης και δημοσίευσής του «υπαινίσσεται» ένα επιχείρημα επίκαιρο και σήμερα, και μάλιστα θετικά επίκαιρο, αφού το επίμαχο δημοσιεύεται χωρίς κάποιου είδους εισαγωγική κριτική. Προϋποτίθεται βεβαίως ότι η συζήτηση περί μετανάστευσης είναι η ίδια στη Γαλλία και στην Ελλάδα, ότι η θεσμοποίηση του ρατσισμού (ή του «μεταναστευτισμού») στις δύο χώρες είναι διαχρονικά ισομεγέθης κ.ο.κ. - όσο κι αν η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική.

***

Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις: οι μελέτες του για τα ιδεολογικά «μοτίβα» της άκρας δεξιάς (το λαϊκισμό, τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τη συνωμοσιολογία) είναι γνωστές στο ελληνικό κοινό. Το εν λόγω κείμενο, ωστόσο, δεν εμπίπτει στις προαναφερθείσες προτεραιότητες· αντίθετα, στο στόχαστρο του Ταγκυέφ βρίσκονται εδώ οι αντίπαλοι των «αντιδραστικών», οι «ψευδαισθήσεις» αλλά και η απατηλή τους ρητορεία – εύγλωττος, από αυτή την άποψη, ο τίτλος του βιβλίου («Les Contre-réactionnaires. Le progressisme entre illusion et imposture»), η απροκάλυπτη επιθετικότητα του οποίου διατρέχει ολόκληρο το υπό συζήτηση κείμενο.

Η επιλογή του «αντιπάλου» και η αναγωγή του σε καθεστώς

Η (θεμιτή) αυτή «χειρονομία», η επιλογή δηλαδή του αντικειμένου της κριτικής, δεν είναι άνευ πολιτικής σημασίας ούτως ή άλλως· πολύ περισσότερο, όμως, που η συγκυρία στην οποία διατυπώνεται το επιχείρημα του Ταγκυέφ συμπίπτει με την ανοδική τροχιά που διαγράφει στη Γαλλία ο «σαρκοζισμός». Πρόκειται για την επαύριο των ταραχών στα προάστια, η καταστολή των οποίων ανέδειξε τον τότε υπουργό Εσωτερικών Νικολά Σαρκοζύ σε «άνθρωπο του κράτους», έθεσε δε τη συζήτηση περί ταυτότητας και μετανάστευσης με νέους, δυσμενέστερους για το γαλλικό αντιρατσιστικό κίνημα όρους.

Στη συγκυρία αυτή, λοιπόν, ο Ταγκυέφ επιχειρεί να πάρει αποστάσεις από τους δύο «μαξιμαλισμούς», τον αριστερό («όλοι μέσα») και τον δεξιό («όλοι έξω»), επιτίθεται όμως στον «μεταναστευτισμό», την πεποίθηση δηλαδή ότι η μετανάστευση είναι φαινόμενο αναπόφευκτο και συγχρόνως θετικό. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι οπαδοί του «μεταναστευτισμού» εκπροσωπούν την «κατεξοχήν θέση του πολιτικά ορθού», τη δυνατότητα, με άλλα λόγια, διαμόρφωσης ενός κανόνα, που κατά τον ίδιο θα πρέπει να αποκαθηλωθεί. Πρόκειται για «μομφή» που στην Ελλάδα μόνο η ακροδεξιά μπορεί ακόμα να διατυπώνει. Διατρέχοντας, έτσι, το κείμενο, μένεις με την εντύπωση ότι η SOS-Rascisme και το Δίκτυο Frasanito είναι περίπου έτοιμοι να σχηματίσουν κυβέρνηση υπό τον Ολιβιέ Μπεζανσενό – άλλο αν η καθημερινότητα των «μελαμψών», ο πραγματικός πολιτικός συσχετισμός και η τρέχουσα μεταναστευτική πολιτική (με τις αεροπορικές απελάσεις και τα συναφή) έχουν άλλη άποψη.

Η κριτική στο «μεταναστευτισμό»

Δεν έχει, νομίζω, αξία να εμμείνει κανείς στο θυμικό-υφολογικό μέρος, στη χοντροκομμένη ας πούμε ειρωνεία του συγγραφέα (προς το «νέο αριστερισμό», τα «μεταμοντέρνα τραγούδια του ‘νομαδισμού’», τη «νεοθρησκεία της Ποικιλομορφίας» και τον «αγγελισμό» της «μεταναστευτικιστικής καλής ψυχής»), ούτε στην εξεζητημένη, επιεικώς, θέση του ότι απόψεις περί μετανάστευσης σαν αυτές των «αριστεριστών» συνεπάγονται «εξαφάνιση της πολιτικής δράσης, εξάλειψη της πολιτικής θέλησης, εκμηδένιση της ελευθερίας (σ.σ.: των πολιτικών φορέων) να κάνουν επιλογές, έλευση τελικά της απολιτικής». Όλα τα παραπάνω έχουν βεβαίως τη σημασία τους, όμως το επιχείρημα καθαυτό παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Αυτό που κατ’ αρχάς ζητά ο Ταγκυέφ είναι κάτι μάλλον λογικό: να σκεφτούμε τη μετανάστευση ως φαινόμενο μη αναπόφευκτο και χωρίς να προδικάσουμε το θετικό ή αρνητικό χαρακτήρα της. Ο ίδιος προσάπτει στους «μεταναστευτιστές» μιαν αφελή αισιοδοξία, στο βαθμό που δεν θίγουν το ζήτημα της (δυνατότητας) ενσωμάτωσης των μεταναστών, σε μια στιγμή που «τα όργανα ενσωμάτωσης που έχουν δοκιμασθεί —το σχολείο, η ενορία και η στρατιωτική θητεία—εξαφανίσθηκαν ή έπαψαν να παίζουν ενσωματωτικό ρόλο». Κάπως έτσι —υποστηρίζει—, οι υπέρμαχοι της πολιτικής ορθότητας, μολονότι αντιφιλελεύθεροι οι ίδιοι, γίνονται απολογητές ενός laissez-faire στις μεταναστευτικές ροές, το οποίο χαροποιεί μονάχα τους λαθρέμπορους και τους πάσης φύσεως δουλεμπόρους.

Το «διά ταύτα»: επιλεκτική μετανάστευση, εκλεκτικές συγγένειες

Αν μείνει κανείς στο ισχυρό μέρος της επιχειρηματολογίας του Ταγκυέφ, αν ας πούμε παρακάμψει τη μεθοδολογική εξίσωση των «μαξιμαλισμών» και προσπεράσει το ότι οι  επάρατοι «μεταναστευτιστές» δεν αδιαφορούν για τα ζητήματα της ενσωμάτωσης (αντίθετα, τα εγγράφουν σε μια προοπτική αναδιανομής που ο συγγραφέας δεν διανοείται), ο Ταγκυέφ υποστηρίζει το προφανές: η μετανάστευση δεν είναι αναπόφευκτη (δηλαδή συμβαίνει υπό όρους), η δε ζωή μεταναστών και γηγενών δεν βελτιώνεται νομοτελειακά διά της μετανάστευσης.

Στον αντίποδα, ωστόσο, του «αφελούς/αγνωστικιστικού» αντιρατσισμού (τεκμήρια της αφέλειας του οποίου δεν παρατίθενται, αλλά υπονοούνται από τον ειρωνικό τόνο του κειμένου...), ο Ταγκυέφ εμβληματοποιεί τον αντιρατσισμό του εργοδότη, ισχυριζόμενος ότι «η μεταναστευτική πολιτική πρέπει να είναι επιλεκτική, όσο τουλάχιστον (ειρωνικός και εδώ ο τόνος) βάση της πολιτικής παραμένει το έθνος-κράτος. Ποιο θα είναι, όμως, το κριτήριο της επιλογής; Η «σημαντική σπάνη ειδικευμένου προσωπικού». Ο Ταγκυέφ κατηγορεί το «μεταναστευτισμό» ότι εισηγείται το τέλος της πολιτικής, μεμφόμενος τους «μετανατευτιστές» ότι κλείνουν τη συζήτηση πριν καν ανοίξει: είναι ο ίδιος που επισημαίνει την έλλειψη καταρτισμένων από την αγορά ως μόνο κριτήριο που πρέπει να δεσμεύει δεξιούς και αριστερούς, φιλελεύθερους ή σοσιαλιστές, «ανεξαρτήτως των ιδεολογικών τους διαφορών». Όσο κι αν ψάξει κανείς, άλλο κριτήριο επιλογής των μεταναστών πέραν των αναγκών «της αγοράς» δεν εμφανίζεται στο κείμενο.

Επιλογή, βεβαίως, δεν σημαίνει απαραιτήτως διάκριση – ή, τουλάχιστον, όχι ακριβώς: «Τόσο στο ζήτημα της απασχόλησης όσο και σε αυτό της χορήγησης των διπλωμάτων, τα κριτήρια μη διακριτικής επιλογής θεμελιώνονται στην κοινωνικά αναγνωρισμένη ικανότητα ή στις αξιοκρατικές αξίες. Κατά τον ίδιο τρόπο, μια επιλεκτική μεταναστευτική πολιτική δεν είναι καθόλου προορισμένη να υπακούει σε ένα καθεστώς διακρίσεων». Απλά ο (κατά την αγορά) ανεπαρκώς μορφωμένος ξένος θα είναι ανεπιθύμητος.

Τι διαφορετικό, όμως, έλεγε ήδη από το 2007 ο Σαρκοζύ, όταν, θέτοντας στο τραπέζι τον όρο «επιλεκτική μετανάστευση» [immigration selective], υποσχόταν να φέρει στη Γαλλία «τους καλύτερους, και όχι αυτούς που δεν είναι επιθυμητοί πουθενά αλλού» [1]; Δεν επρόκειτο και τότε για την υπεράσπιση της διάκρισης που δικαιολογεί η «αξία» (μια μεταναστευτική ελίτ ας πούμε;), με ανυπέρβλητο κριτήριο κι εδώ το «υπεράνω όλων» οικονομικό laissez-faire; Μάταια θα ψάξει να βρει ο αναγνώστης του Ταγκυέφ έστω και ένα σημείο που η σκοπιά θέασης να αφίσταται της «λογικής» του κράτους (και τελικά της αγοράς) - να προσεγγίζει, ας πούμες τις ανάγκες των ίδιων των «χωρίς χαρτιά» ή να επερωτά την απουσία στήριξης από τη Δύση των χωρών αποστολής.

Υπάρχουν, δυστυχώς, και χειρότερα: Πόσο, για παράδειγμα, διαφέρει το λεπενικό «δουλειές στους Γάλλους» (και γενικά η διαιρετική πολιτική της «εθνικής προτίμησης» που προπαγανδίζει η ανά την Ευρώπη ακροδεξιά) από το επιχείρημα του Ταγκυέφ περί κινητοποίησης «εγχώριων πόρων (…) πριν καλέσουμε ξένα εργατικά χέρια»; Κατά τον ίδιο, «οι υπάλληλοι και οι μισθωτοί που εργάζονται νόμιμα αντιμετωπίζουν έναν αθέμιτο ανταγωνισμό». Πώς γίνεται, όμως, και μόνος ορατός για τον Ταγκυέφ ανταγωνισμός είναι ο (φυσικοποιημένος) ενδοταξικός και πόσο διαφέρει αυτή η θεώρηση από την τρέχουσα εθνικολαϊκιστική ρητορική του κοινωνικού αυτοματισμού;

Τα ερωτήματα που εγείρει η πολεμική του Ταγκυέφ δεν σταματούν καν εδώ. Τι διαφορετικό λέει η ακροδεξιά όταν συνδέει μετανάστευση και εγκληματικότητα, από τον Ταγκύεφ, τη στιγμή που ο τελευταίος υπογραμμίζει την «αύξουσα σημασία (…) του οργανωμένου εγκλήματος στα προάστια, με υπερ-εκπροσώπηση των νεαρών που προέρχονται από την μαγκρεμπίνικη και αφρικανική μετανάστευση»; Σε τι διαφοροποιείται η θρηνητική για το «θάνατο του έθνους» ρητορεία από την παρατήρηση του γάλλου πολιτειολόγου ότι «η ‘πληθυντική κοινωνία’, η οποία αναγγέλλεται, προσφέρει το θέαμα ενός συγκρουσιακού κατακερματισμού στο φόντο ανομίας [ενώ] το πολιτικό έθνος αποσυντίθεται σε ανταγωνιστικά ταυτοτικά, και εχθρικά μεταξύ τους, λόμπυ»; Και βέβαια πόσο αφίσταται της επιχειρηματολογίας του Χάντιγκτον η προειδοποίηση του Ταγκυέφ ότι «το να κλείνει κανείς τα μάτια στον ακήρυκτο πολιτισμικό πόλεμο που λαμβάνει χώρα κυρίως στη Δυτική Ευρώπη είναι απόδειξη αγγελισμού»;

Τα «θεμιτά» όρια αντιρατσισμού και αριστεράς

Είναι νομίζω σαφές ότι ο νέος φιλελεύθερος αντιρατσισμός τύπου Ταγκυέφ απέχει μακράν μιας θεμιτής (και κατά τη γνώμη μου αναγκαίας) κριτικής στη μεταμοντέρνα συλλογιστική [2]. Η τελευταία βλέπει στους μετανάστες το σύγχρονο επαναστατικό υποκείμενο εκ των προτέρων, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι η υποστήριξη της πολυεθνικότητας είναι ανεπαρκής απέναντι στο θεσμικό ρατσισμό χωρίς ταυτόχρονη έμφαση στην κοινωνική-ταξική διάσταση του φαινομένου· είναι ο συνδυασμός ταξικότητας και πολυεθνικότητας αυτός που ενοποιεί γηγενείς και αλλοδαπούς, υποχρεώνοντάς τους ταυτόχρονα να μην εξαντλούν τις διεκδικήσεις τους στον ορίζοντα του εθνικού κράτους. Ο Ταγκυέφ, από την άλλη, ξεκινά μια κριτική στους μεταμοντέρνους με τελικό προορισμό τη διάσωση του έθνους-κράτους από την «ανεξέλεγκτη» (sic) μετανάστευση, την οποία θεωρεί αντιφατική εν τοις όροις με την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία. Με άλλους όρους, σύγχρονη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας είναι η υπεράσπιση της εθνικής ομοιομορφίας - αφ’ ης στιγμής τουλάχιστον καλυφθεί η περίφημη σπάνη ειδικευμένου προσωπικού…

 «Ο Ταγκυέφ ασκούσε ανέκαθεν κριτική στον αντιρατσισμό», παρατηρούσε προ ετών ο Ερίκ Φασέν, «μέχρι όμως τις αρχές του ’90, το έκανε ώστε ο τελευταίος να αντιστέκεται καλύτερα ‘απέναντι στο ρατσισμό’. Αυτή η λογική μοιάζει σήμερα μακρινή» [3]. Σήμερα η κριτική περί υπαγωγής των μεταναστών σε κάποιο επαναστατικό σχέδιο της αριστεράς (για την οποία ο Ταγκυέφ παραθέτει σχετικό απόσπασμα του Εμίλ Ζολά…), μοιάζει να συνηχεί με τη μομφή της ακροδεξιάς ότι οι «λαθραίοι» αποτελούν τον επαναστατικό στρατό της αριστεράς, στόχος του οποίου είναι η εξάρθρωση του έθνους.

Ζητούμενο, από αυτή τη σκοπιά, είναι να αντιμετωπιστεί η άκρα δεξιά με τον μόνο τρόπο που μπορεί να φανταστεί μια σημαντική μερίδα της γαλλικής (και δυστυχώς και της εγχώριας) διανόησης, καθώς βεβαίως και του αστικού πολιτικού προσωπικού: διά της ιδιοποίησης και εφαρμογής τμημάτων του ιδεολογικού της οπλοστασίου. Αντιστρόφως, είναι οι «υπερβολές» του αντιρατσιστικού κινήματος αυτές που ενισχύουν την ξενοφοβία και το ρατσισμό [4]. Ας θυμηθούμε ότι το άγχος της αποστασιοποίησης από τους «μαξιμαλισμούς» ήταν αυτό που, τον περασμένο Γενάρη, υποχρέωνε και τη Δημοκρατική Αριστερά να εξισώνει τον Άγιο Παντελεήμονα με την απεργία πείνας των 300 μεταναστών στη Νομική – και όχι μόνο. «Την τελευταία δεκαετία», σημείωνε προ μηνών στην Καθημερινή ο Σταύρος Λυγερός [5], «έχω επανειλημμένως προβλέψει ότι οι αντιρατσιστικές κορώνες το μόνο που καταφέρνουν είναι να τροφοδοτούν πολιτικά τη σκληροπυρηνική ακροδεξιά» - σα να λέμε «όσοι μάχονται εναντίον της βίας κατά των γυναικών, εξοργίζουν κι άλλο τους ευέξαπτους άνδρες, οπότε καλά θα κάνανε να σκάσουν» [6].

Χάριν τίνος τελικά να αποφύγουμε τον αριστερό μαξιμαλισμό, αν από φιλελεύθερες –υποτίθεται– προκείμενες ελαχιστοποιούμε την απόσταση από τον ανορθολογισμό της δεξιάς;



Σημειώσεις:

[1] [http://focus-migration.hwwi.de/France.1231.0.html?&L=1]
[2] Για μια τέτοια κριτική, βλ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, «Αμφισβητεί η μετανάστευση το κράτος και τον καπιταλισμό;»Η εποχή, 23.1.2005 [http://www.epohi.gr/paraskevopoulos_immigrants_issues_2312005.htm]
[3] Eric Fassin, «Aveugles à la race ou au racisme? Une approche strategique», στο: Didier Fassin et Eric Fassin (2006), De la question sociale à la question raciale?, La Decouverte
[4] Το επιχείρημα σταδιοδρομεί εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Βλ. Ετιέν Μπαλιμπάρ – Ιμμάνουελ Βαλερστάιν (1991), Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, Ο Πολίτης
[5] Σταύρος Λυγερός, «Άγιος Παντελεήμονας και ‘Χρυσή Αυγή’», Καθημερινή, 12.11.2010 [http://news.kathimerini.gr/4Dcgi/4Dcgi/_w_articles_civ_11_12/11/2010_422153]
[6] Ντίνα Τζουβάλα, «’Κατανοώντας’ τη βία στον Άγιο Παντελεήμονα», Red Notebook, 15.11.2010 [http://www.rednotebook.gr/details.php?id=811]

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Alain Badiou-Ο ρατσισμός των διανοουμένων (AΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ Lenin Reloaded)

Alain Badiou-Ο ρατσισμός των διανοουμένων

Ο ρατσισμός των διανοουμένων
του Αλαίν Μπαντιού
Μετάφραση: Lenin Reloaded
Επιμέλεια μετάφρασης: dkoss
Πηγή: Le Monde, αφιέρωμα στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012

Το εύρος της ψήφου υπέρ της Μαριάν Λε Πεν είναι αναπάντεχο και ανησυχητικό: αναζητούμε εξηγήσεις--η πολιτική τάξη προσφεύγει στην ίδια πάντα "πάσης χρήσεως" κοινωνιολογία: η Γαλλία των χαμηλών στρωμάτων --οι παραπλανημένοι επαρχιώτες, οι εργάτες, οι αμόρφωτοι, φοβισμένοι από την παγκοσμιοποίηση, την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, τη διάλυση των [βιομηχανικών] περιοχών τους, τους άγνωστους ξένους που στέκονται στις πόρτες τους-- ανδιπλώνεται στον εθνικισμό και στην ξενοφοβία. 

Επιπλέον, πρόκειται ήδη για τους "καθυστερημένους" Γάλλους που κατηγορήθηκαν ότι ψήφισαν "Όχι" στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα-- τους αντιπαραθέτουν με τις μορφωμένες, αστικές, σύγχρονες μεσαίες τάξεις που είναι το κοινωνικό αλάτι της μετριοπαθούς μας δημοκρατίας. 

Ας πούμε ότι αυτή η "από τα κάτω Γαλλία" είναι, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο γάιδαρος του παραμυθιού, ο ψωραλέος και άθλιος "λαϊκιστής" απ' τον οποίο πηγάζει όλο το κακό της Λε Πεν. Έχοντας πει αυτό, όμως, αυτή η πολιτική-μιντιακή κλαψούρα για τον "λαϊκισμό" είναι παράξενη. Θα μπορούσε η δημοκρατική εξουσία, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, να είναι αλλεργική προς την ιδέα ότι πρέπει να λάβει υπόψη το λαό; Αυτή, όπως και να 'χει, είναι η γνώμη του λαού, και μάλιστα όλο και περισσότερο. Όταν ρωτήθηκαν "νοιάζονται οι πολιτικοί για το τι σκέφτονται άνθρωποι σαν εσάς;", η εντελώς αρνητική απάντηση "καθόλου" αυξήθηκε από  15% του συνόλου το 1978 σε 42% το 2010! Όσο για το σύνολο των θετικών απαντήσεων  (“Πολύ” ή “αρκετά”), αυτό μειώθηκε από 35% σε 17% (για αυτές και άλλες ενδιαφέρουσες στατιστικές ενδείξεις, συμβουλευτείτε το ειδικό τεύχος του La Pensée, “Ο λαός, η κρίση, η πολιτική” των Guy Michelat και Michel Simon). Το ότι η σχέση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος δεν είναι σχέση εμπιστοσύνης είναι το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε.

Δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι η Γαλλία δεν έχει τον λαό που της αξίζει, και ότι η σκοτεινή ψήφος υπέρ της Λε Πεν επιβεβαιώνει αυτή την ανεπάρκεια; Η ισχυροποίηση της δημοκρατίας θα απαιτούσε η κυβέρνηση να εκλέξει έναν άλλο λαό, όπως πρότεινε ειρωνικά ο Μπρεχτ...

Η θέση μου είναι ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε δύο άλλους ενόχους: στους διαδοχικούς ηγέτες της κρατικής εξουσίας, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, και σ' ένα σημαντικό τμήμα διανοουμένων. 

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι οι φτωχοί της επαρχίας που αποφάσιαν να περιορίσουν όσο γίνεται τα βασικά δικαιμώματα των εργατών σ' αυτή τη χώρα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους ή η καταγωγή τους, οι οποίοι ζουν εδώ με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Σοσιαλιστής υπουργός το έκανε, και μετά όλοι αυτοί της δεξιάς που άρπαξαν την ευκαιρία. Δεν είναι ο αμόρφωτος επαρχιώτης που δήλωσε το 1983 πως οι απεργοί της Ρενώ – κυρίως Αλγερινοί ή Μαροκινοί– ήταν “μετανάστες (…) κινητοποιημένοι από θρησκευτικές ή πολιτικές οργανώσεις που βασίζονται σε κριτήρια ασύμβατα με τις γαλλικές κοινωνικές πραγματικότητες." 

Σοσιαλιστής πρωθυπουργός ήταν, βέβαια, προς τέρψιν των "εχθρών" του εκ δεξιών. Ποιος από μας είχε την φαεινή ιδέα να πει ότι ο Λε Πεν μιλά για πραγματικά προβλήματα; Μήπως ήταν κανένας αλσατός παρτιζάνος του Εθνικού Μετώπου; Όχι, ήταν ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Δεν είναι ο καθυστερημένος πληθυσμός της επαρχιακής ενδοχώρας που δημιούργησε τα "κέντρα φιλοξενείας" που φυλακίζουν, χωρίς πραγματικά δικαιώματα,  όλους όσους επιπλέον στερούνται της δυνατότητας να αποκτήσουν νόμιμα χαρτιά βάσει  μόνο του γεγονότος ότι βρίσκονται εδώ. 

Δεν είναι οι αγανακτισμένοι κάτοικοι των προαστίων των πόλεών μας που έβγαλαν τη διαταγή, η οποία ακούστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, να εκδίδονται γαλλικές βίζες με τον ρυθμό σταγόνας, ενώ την ίδια στιγμή καθορίζουμε τις ποσοστώσεις των απελάσεων που πρέπει πάσει θυσία να γίνονται απ' την αστυνομία. Η διαδοχή περιοριστικών νόμων που επιτίθενται στην ελευθερία και την ισότητα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν και εργάζονται εδώ κάτω απ' το πρόσχημα της αλλοτριότητάς τους, αυτό δεν είναι έργο του αποχαλινωμένου "λαϊκισμού." 

Στο τιμόνι για αυτά τα νομικά εγκλήματα βρίσκουμε το κράτος, απλά και ξεκάθαρα--όλες τις διαδοχικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης από τον Φρανσουά Μιτεράν και συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των διαδοχικών κυβερνήσεων μετά από αυτόν. Σε αυτό το θέμα, και αυτά είναι απλώς δύο παραδείγματα, ο σοσιαλιστής Λιονέλ Ζοσπέν γνωστοποίησε τη στιγμή που ήρθε στην εξουσία πως δεν ετίθετο ζήτημα ακύρωσης των ξενοφοβικών νόμων του Σαρλ Πασκουά· και ο σοσιαλιστής Φρανσουά Ολλάντ έκανε γνωστό ότι όσον αφορά την πολιτική νομιμοποίησης των χωρίς χαρτιά μεταναστών δεν θα υπάρξει καμία διαφοροποίηση σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά την προεδρία του Νικολά Σαρκοζί. Η συνέχεια κατεύθυνσης είναι ξεκάθαρη. Είναι αυτή η πεισματική ενθάρρυνση της ιταμότητας από την πλευρά του κράτους που δημιουργεί την αντιδραστική και ρατσιστική γνώμη, και όχι το αντίθετο. 

Δεν νομίζω, επίσης, πως είναι άγνωστο το γεγονός πως ο Νικολά Σαρκοζί και η συμμορία του βρισκόταν διαρκώς στο μέτωπο του πολιτισμικού ρατσσμού, υψώνοντας ψηλά το λάβαρο της "ανωτερότητας" του αγαπημένου μας δυτικού πολιτισμού και καταθέτοντας προς ψήφιση μια ατέλειωτη σειρά νομοθετικών διακρίσεων που η μοχθηρία τους μας ανατριχιάζει. 

Αλλά στο κάτω-κάτω, δεν βλέπουμε και την αριστερά να ξεσηκώνεται προκειμένου να αντισταθεί με το αναγκαίο σθένος για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας αντιδραστικής μανίας. Η αριστερά έφτασε στο σημείο συχνά να δηλώσει ότι "κατανοεί" αυτή την απαίτηση για "ασφάλεια", και υπερψήφισε ψυχρά τέτοιες ανοιχτά παρανοϊκές αποφάσεις όπως αυτές που είχαν ως στόχο την αποβολή από τον δημόσιο χώρο οποιασδήποτε γυναίκας καλύπτει τα μαλλιά ή το σώμα της. 

Οι υποψήφιοι της αριστεράς δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεκινήσουν έναν αδυσώπητο πόλεμο, όχι τόσο ενάντια στη διαφθορά των καπιταλιστών και στη δικτατορία των προϋπολογισμών λιτότητας, αλλά ενάντια στους χωρίς χαρτιά εργάτες και τους ποινικά υπότροπους νεαρούς, ειδικά αν είναι μαύροι ή Άραβες. Στο ζήτημα αυτό, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά, έχουν καταπατήσει κάθε αρχή. Πρόκειται, για όσους στερούνται χαρτιών, όχι για κράτος δικαίου, αλλά για κράτος εξαίρεσης, για κράτους του μη δικαίου. Αυτοί είναι οι επισφαλείς και όχι οι πλούσιοι υπήκοοι. Αν αναγκαζόμασταν, ο Θεός να μας φυλάει, να απελάσουμε κόσμο, θα ήταν καλύτερα να απελάσουμε τους ηγέτες μας και όχι τους πολύ αξιοπρεπείς εργάτες απ' το Μαρόκο ή το Μαλί. 

Και πίσω απ' όλα αυτά, για πολύ καιρό τώρα, για πάνω από είκοσι χρόνια, ποιον βρίσκουμε; Ποιοι είναι οι ένδοξοι επινοητές της "ισλαμικής απειλής", που, σύμφωνα με τους ίδιους, απειλεί να αποσυνθέσει την δυτική κοινωνία και την όμορφή μας Γαλλία; Ποιοι είναι οι διανοούμενοι που ασχολούνται με το αποτρόπαιο καθήκον των φλογερών επιφυλλίδων, των διαστρεβλωμένων βιβλίων και των κατά παραγγελία "κοινωνιολογικών ερευνών"; Πρόκειται μήπως για μια ομάδα από συνταξιούχους επαρχιώτες και εργάτες σε αποβιομηχανοποιημένες πόλεις; Αυτοί έχτισαν υπομονετικά όλη την υπόθεση της "σύγκρουσης πολιτισμών", της υπεράσπισης του "δημοκρατικού συμβολαίου", τις απειλές στην ωραία μας "κοσμικότητα", τον "φεμινισμό" που εξοργίζεται από την καθημερινή ζωή των γυναικών των αραβικών χωρών;  

Δεν είναι ατυχές ότι τα βέλη στρέφονται αποκλειστικά κατά των ηγετών της άκρας δεξιάς (οι οποίοι απλώς βγάζουν τα κάστανα απ' τη φωτιά), χωρίς να αποκαλυφθεί ποτέ  η τεράστια ευθύνη όσων, στην υποτιθέμενη "αριστερά" --και ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται τις περισσότερες φορές για καθηγητές φιλοσοφίας και όχι βεβαίως για ταμίες σουπερμάρκετ-- επιχειρηματολογούσαν παθιασμένα πως οι Άραβες και οι μαύροι, και ιδιαίτερα οι νέοι, διαφθείρουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, διαστρέφουν τα προάστιά μας, προσβάλλουν τις ελευθερίες μας και τις γυναίκες μας; Ή ότι "παραείχαμε πολλούς" στις ποδοσφαιρικές μας ομάδες; Ακριβώς όπως κάποτε μίλαγε κάποιος για Εβραίους και "μέτοικους", αυτούς απ' τους οποίους η αιώνια Γαλλία απειλείται θανάσιμα. 

Δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν κάποια φασιστικά γκρουπούσκουλα που δρούσαν στο όνομα του Ισλάμ. Αλλά υπάρχουν επίσης φασιστικά κινήματα που ταυτοποιούνται ως υπερασπιστές της Δύσης ή του Χριστού του Βασιλέως.  Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει κανέναν ισλαμοφοβικό διανοούμενο απ' το να επαινεί ατελείωτα την ανώτερή μας "δυτική" ταυτότητα και να καταλήγει στο να εναποθέτει της αξιοθαύμαστές μας "χριστιανικές ρίζες" στην λατρεία μιας κοσμικότητας, για την οποία η Μαρίν Λε Πεν (που ανήκει πλέον στους φανατικότερους οπαδούς του εν λόγω δόγματος) αποκάλυψε επιτέλους το είδος της πολιτικής που την εκκολάπτει.

Στην πραγματικότητα, οι διανοούμενοι είναι που επινόησαν την αντιλαϊκή βία, που έχει κύριο στόχο τη νεολαία των γκέτο, και που είναι το πραγματικό μυστικό της Ισλαμοφοβίας. Και είναι οι κυβερνήσεις, ανίκανες να χτίσουν μια πολιτική κοινωνία ειρήνης και δικαιοσύνης, που παρέδωσαν ως εξιλαστήρια θύματα στις συγχυσμένες και τρομαγμένες εκλογικές τους πελατείες τους ξένους, και κυρίως τους Άραβες εργάτες και τις οικογένειές τους. Όπως πάντα, η ιδέα --έστω και εγκληματική-- έρχεται πριν απ' την εξουσία, η οποία με τη σειρά της διαμορφώνει τη γνώμη που χρειάζεται. Οι διανοούμενοι --τι κι αν είναι αξιοθρήνητοι-- έρχονται πριν απ' τον υπουργό, που κατασκευάζει τους ακολούθους του. 

Το βιβλίο --ακόμα και όταν είναι για πέταμα-- προηγείται της προπαγανδιστικής εικόνας, που αντί να διδάσκει, παραπλανεί. Και ως αποτέλεσμα τριάντα χρόνων υπομονετικών συγγραφικών προσπαθειών, η πολεμική και η "ανίδεη" εκλογική αναμέτρηση βρίσκουν την φρικτή ανταμοιβή τους στις βαριεστημένες συνειδήσεις και στην αγελαία ψήφο.

Ντροπή σ' αυτές τις διαδοχικές κυβερνήσεις, που όλες τους αναμετρήθηκαν γύρω από τα αλληλένδετα ζητήματα της "ασφάλειας" και του "μεταναστευτικού", ώστε να αποκρύψουν ότι εξυπηρετούσαν κυρίως τα συμφέροντα της οικονομικής ολιγαρχίας! Ντροπή στους νεορατσιστές και αδιόρθωτα εθνικιστές διανοούμενους, που επίμονα και συστηματικά συγκάλυπταν το κενό που άφησε στα λαϊκά στρώματα η παροδική έκλειψη της κομμουνιστικής υπόθεσης με ένα σωρό ανοησίες για τον ισλαμικό κίνδυνο και την καταστροφή των "αξιών" μας!  

Αυτοί πρέπει τώρα να απολογηθούν για την απειλή του καλπάζοντος φασισμού, του οποίου την ιδεολογική ανάπτυξη προώθησαν χωρίς σταματημό.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Χρήσεις και καταχρήσεις της έννοιας του «λαϊκισμού» του Ζακ Ρανσιέρ ΕΝΘΕΜΑΤΑ

του Ζακ Ρανσιέρ

Δεν περνά ούτε μια μέρα που να μην ακούσουμε καταγγελίες για τον κίνδυνο του λαϊκισμού. Κι όμως δεν είναι εξίσου εύκολο να καθορίσουμε την ακριβή σημασία της λέξης. Ποιος είναι λαϊκιστής; Εξετάζοντας τις διάφορες σημασίες και τη ρευστότητα του όρου, διαπιστώνουμε ότι τρία είναι τα ουσιώδη στοιχεία που ορίζουν τον λαϊκισμό, στο πλαίσιο του κυρίαρχου λόγου:

-     Πρώτον, ένας τρόπος απεύθυνσης κατευθείαν στον λαό, που παρακάμπτει τους εκπροσώπους και τους αξιωματούχους.
-     Δεύτερον, ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυβερνώσες ελίτ μεριμνούν περισσότερο για τα δικά τους συμφέροντα παρά για το δημόσιο συμφέρον.
-    Τρίτον, μια ταυτοτική ρητορική που εκφράζει φόβο και απόρριψη των ξένων.

Είναι σαφές, βέβαια, ότι δεν υπάρχει κάποια αναγκαία σχέση που συνδέει μεταξύ τους τα τρία αυτά χαρακτηριστικά. Το ότι υπάρχει μια οντότητα που αποκαλείται «λαός», η οποία αποτελεί την πηγή κάθε εξουσίας και το σώμα στο οποίο απευθύνεται προνομιακά ο πολιτικός λόγος, είναι μια πεποίθηση που ενέπνεε παλαιότερα όλους όσους μιλούσαν από τη σκοπιά της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Δεν συνδέεται με καμιάς μορφής ρατσιστικά ή ξενοφοβικά αισθήματα.
Δεν χρειαζόμαστε κανέναν δημαγωγό για να μας αποκαλύψει ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται την καριέρα τους και όχι το μέλλον των συμπολιτών τους ή ότι οι ηγέτες μας συναγελάζονται στενά με τους εκπροσώπους των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων: οι ίδιες εφημερίδες που καταγγέλλουν τη «λαϊκιστική» ασυδοσία, μας προσφέρουν καθημερινά τις πιο λεπτομερείς αποδείξεις. Από την πλευρά τους, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που θεωρούνται «λαϊκιστές», όπως ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ή ο Νικολά Σαρκοζί, αποφεύγουν με κάθε τρόπο να διακινήσουν τη «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες. Ο όρος «λαϊκισμός» δεν χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάποια συγκεκριμένη πολιτική δύναμη. Δεν αναφέρεται σε καμιά ιδεολογία, ούτε καν ένα συγκροτημένο πολιτικό στυλ. Χρησιμεύει απλώς για να φιλοτεχνήσει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα του λαού.

Κι αυτό επειδή «ο λαός» δεν υπάρχει. Εκείνο που υπάρχει είναι διαφορετικές ή και ανταγωνιστικές εικόνες του λαού, που έχουν φτιαχτεί η καθεμιά με την επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων μορφών συνάθροισης, ορισμένων διακριτικών χαρακτηριστικών, κάποιων ικανοτήτων ή αδυναμιών. Η έννοια του λαϊκισμού κατασκευάζει έναν λαό που τον χαρακτηρίζει το ακαταμάχητο κράμα μιας ικανότητας (της ωμής δύναμης του πλήθους) και μιας αδυναμίας (της άγνοιας που αποδίδεται επίσης στο πλήθος). Γι’ αυτό ακριβώς, το τρίτο στοιχείο, ο ρατσισμός, έχει ουσιώδη σημασία. Χρησιμεύει για να δείξει στους δημοκράτες, πάντα επιρρεπείς σε έναν αφελή ιδεαλισμό, τι εστί λαός στην πραγματικότητα: ένα κοπάδι κυριευμένο από ένα από μια πρωτογενή ενόρμηση απόρριψης, που μπορεί να στραφεί ταυτόχρονα κατά των κυβερνώντων τους οποίους θα ξεσκεπάσει ως προδότες, αδυνατώντας να κατανοήσει την συνθετότητα των πολιτικών διαδικασιών, αλλά και κατά των ξένων που ο λαός αυτός τους φοβάται λόγω της αταβιστικής του προσκόλλησης σε έναν τρόπο ζωής που απειλείται από τη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη. Η έννοια του λαϊκισμού επαναφέρει μια εικόνα του λαού που εισήγαγαν στα τέλη του 19ου αιώνα στοχαστές όπως ο Ιππόλυτος Ταιν και ο Γουσταύος Λε Μπον, τρομοκρατημένοι από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος: του άξεστου πλήθους, του όχλου που εντυπωσιάζεται από τα ηχηρά συνθήματα των «μπροστάρηδων» και άγεται σε ακραίες βιαιότητες διαμέσου της διασποράς ανεξέλεγκτων διαδόσεων και ενός μεταδοτικού φόβου.

Κατά πόσον όμως μπορούμε να μιλάμε για τέτοια επιδημικά ξεσπάσματα ενός τυφλωμένου όχλου που άγεται από χαρισματικούς ηγέτες στη σημερινή Γαλλία; Όσες διαμαρτυρίες κι αν διατυπώνονται καθημερινά απέναντι στους μετανάστες, και ιδίως τους «νέους των προαστίων», πάντως δεν παίρνουν τη μορφή μαζικών λαϊκών διαδηλώσεων. Αυτό που αποκαλούμε ρατσισμό σήμερα στη χώρα μας είναι, κατά βάση, ο συνδυασμός δύο στοιχείων. Το πρώτο είναι μια σειρά διακρίσεις όσον αφορά την εύρεση εργασίας ή την ενοικίαση κατοικίας. Το δεύτερο είναι μια σειρά κρατικές ενέργειες, καμία από τις οποίες δεν υπήρξε αποτέλεσμα κάποιου μαζικού κινήματος: περιορισμοί για την είσοδο στη χώρα, μη νομιμοποίηση ανθρώπων που δουλεύουν, καταβάλλουν εισφορές και πληρώνουν φόρους εδώ για πολλά χρόνια, περιορισμένη εφαρμογή του «δικαίου του εδάφους», διπλές ποινές (διοικητικές και δικαστικές), νόμοι κατά της μαντίλας και της μπούρκας, φορολογία για την εξεύρεση πόρων που θα χρησιμοποιηθούν για την «επαναπροώθηση» μεταναστών ή τη διάλυση νομαδικών καταυλισμών. Αυτά τα μέτρα έχουν πρωταρχικό στόχο να καταστήσουν επισφαλή τα εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα ενός τμήματος του πληθυσμού, και να δημιουργήσουν έναν αριθμό ξένων εργαζομένων που μπορεί ανά πάσα στιγμή να απελαθεί στις χώρες τους και Γάλλων που δεν θα είναι βέβαιοι για την παραμονή τους.

Τα παραπάνω μέτρα στηρίζονται από μια ιδεολογική καμπάνια που νομιμοποιεί αυτή τη συρρίκνωση των δικαιωμάτων κάποιων, με το επιχείρημα ότι αυτοί δεν διαθέτουν ορισμένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα. Δεν είναι όμως οι «λαϊκιστές» του Εθνικού Μετώπου εκείνοι που ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία. Είναι οι διανοούμενοι, και μάλιστα της Αριστεράς, εκείνοι που ανακάλυψαν το εξής ακαταμάχητο επιχείρημα: αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι αληθινά Γάλλοι, γιατί δεν είναι εκκοσμικευμένοι.

Το πρόσφατο «ολίσθημα» της Μαρίν Λε Πεν είναι εξαιρετικά διδακτικό επ’ αυτού: στην πραγματικότητα συμπύκνωσε σε μια συγκεκριμένη εικόνα μια ακολουθία ( μουσουλμάνος = ισλαμιστής = ναζί ), λίγο πολύ διαδεδομένη και στη δημοκρατική ρητορεία. Η «λαϊκιστική» άκρα δεξιά δεν εκφράζει ένα ξενοφοβικό πάθος, που πηγάζει από τα βάθη του λαϊκού σώματος· είναι ένας δορυφόρος που εκμεταλλεύεται προς όφελός του τις στρατηγικές του κράτους και τις καμπάνιες των διανοουμένων υπέρ των διακρίσεων. Το κράτος συντηρεί ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας που μπορεί να συνδυάζει από την απειλή της κρίσης και της ανεργίας μέχρι το λιώσιμο των πάγων και τη ρύπανση του περιβάλλοντος, για να τις χωνέψει όλες στην υπέρτατη απειλή, την ισλαμική τρομοκρατία. Η άκρα δεξιά προσθέτει τα χρώματα της σάρκας και του αίματος στο πορτρέτο που έχουν ήδη σκιαγραφήσει με ακρίβεια τα υπουργικά μέτρα και ο λόγος των ιδεολόγων.

Έτσι, ούτε οι «λαϊκιστές» ούτε ο λαός που φιλοτεχνούν οι τελετουργικές καταγγελίες του λαϊκισμού ανταποκρίνονται πραγματικά στον ορισμό τους. Αλλά αυτό λίγο ενδιαφέρει όσους τους επισείουν ως φαντάσματα. Το κρίσιμο, γι’ αυτούς, είναι να αναμίξουν σε ένα ακατάλυτο αμάλγαμα αυτή καθαυτή την ιδέα του λαού της Δημοκρατίας με την ιδέα του επικίνδυνου όχλου. Και να εξάγουν το συμπέρασμα πως πρέπει όλοι να αποδεχτούμε αυτούς που μας κυβερνούν, καθώς οποιαδήποτε αμφισβήτηση της νομιμότητας και του κύρους τους ανοίγει την πύλη προς τον ολοκληρωτισμό. «Καλύτερα μια δημοκρατία-μπανανία, παρά μια φασιστική Γαλλία» ήταν ένα από τα απεχθέστερα συνθήματα κατά του Λεπέν τον Απρίλιο του 2002. Ο καταιγισμός που δεχόμαστε σήμερα για τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού επιδιώκει να εμπεδώσει, στο πεδίο της θεωρίας, την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

''Χρυσή Αυγή: Ο νεοναζισμός στο κοινοβούλιο" της Έφη Τελλή ,



Χρυσή Αυγή: Ο νεοναζισμός στο κοινοβούλιο 



1)Χρυσή Αυγή: Αύξηση της επιρροής της στην ελληνική κοινωνία. Αιτίες:
Η εκτίναξη της ΧΑ από το 0,11% που έλαβε ως ποσοστό το 1994 όταν κατέβηκε για 1η φορά στις ευρωεκλογές λαμβάνοντας 7.242 ψήφους στο 6,92% με 425.990 ψήφους που της επέτρεψε να εκλέξει 18 βουλευτές -και ήδη η αύξηση της επιρροής της που αγγίζει διψήφιο νούμερο σύμφωνα με της δημοσκοπήσεις-, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν εξετάσουμε της πολιτικές που εφαρμόσθηκαν την τελευταία τουλάχιστον εικοσαετία και οδήγησαν στην εμπέδωση από ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της ναζιστικής πλατφόρμας της. Ο ξενοφοβικός και ρατσιστικός λόγος και οι αντίστοιχες πρακτικές  των κομμάτων εξουσίας, περί της  «επικινδυνότητας των ξένων» (και όχι μόνο), διαμόρφωσαν ένα ιδεολογικό υπόστρωμα με αποτέλεσμα να βρουν  πρόσφορο έδαφος  οι  νεοναζιστικές ιδέες της Χ.Α .Τα δύο ιστορικά μεγάλα κόμματα ενσωμάτωσαν μέρος του ξενοφοβικού οπλοστασίου στον λόγο και στα έργα τους όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Μέσα από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ νομιμοποιήθηκε και εμπεδώθηκε στην ελληνική κοινωνία ο εθνικισμός, ο ρατσιστικός  λόγος και ο λαϊκισμός. Ο ελληνοκεντρισμός αποτέλεσε θεμελιώδες ιδεολόγημα αυτοπροσδιορισμού  της νεοελληνικής κοινωνίας ( υπεράσπιση της χώρας και του λαού από τους ξένους κλπ). Ο ελληνοκεντρισμός –εθνικισμός δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά ούτε στην μεταπολίτευση, ούτε με την ένταξη στο υπερεθνικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής ένωσης που μας έκανε κοινωνούς του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ο ελληνοκεντρισμός- εθνικισμός που διέπει την ελληνική κοινωνία, εκδηλώνεται είτε ως προγονολατρεία  (εμείς δώσαμε τα φώτα σε όλο τον κόσμο) είτε ως αναγνώριση της «ηρωικότητας» του ελληνικού έθνους (αποτινάξαμε τον τούρκικο ζυγό έπειτα από 400 χρόνια σκλαβιάς), είτε ως αναγνώριση της ανωτερότητας του ελληνικού έθνους και πολιτισμού ειδικά σε σχέση με τους γείτονες μας και συνακόλουθα υπάρχει έλλειψη ουσιαστικού αντιπολιτευτικού λόγου στο κυρίαρχο ιδεολόγημα που συμπυκνώνεται στα λαϊκίστικα ρατσιστικά συνθήματα «για την Ελλάδα..».ή «δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ…». Η σύμφυση κράτους και εκκλησίας και η ανορθόδοξη ταύτιση «ελληνισμού» και «ορθοδοξίας», συνέβαλε τα μέγιστα στην εμπέδωση του εθνικισμού-ελληνοκεντρισμού. Η εθνική ομογενοποίηση που χτίστηκε πάνω στην ταφόπλακα των λοιπών εθνοτήτων που ζούσαν στην ελληνική επικράτεια και ολοκληρώθηκε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, δείχνει να «απειλείται» από την αθρόα εισδοχή μεταναστών από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, γεγονός που  προκαλεί δυσανεξία  στον «εθνικά» υπερήφανο ελληνικό λαό
Οι ευθύνες των κομμάτων που κατείχαν την εξουσία την προηγούμενη 20ετία είναι μεγάλες: Διεξαγωγή παρελάσεων. Υποχρεωτικότητα στράτευσης και «εθνική» διαπαιδαγώγηση των στρατευμένων. Υπόθαλψη ή ανοχή σε επεισόδια που ξεσπούσαν σε κάθε εθνική επέτειο για την εθνικότητα του μαθητή ή της μαθήτριας που θα κρατούσε τη σημαία. Ατιμωρησία των  δραστών εγκλημάτων σε βάρος μεταναστών. Διόγκωση από τα ΜΜΕ των στοιχείων για την εγκληματικότητα των αλλοδαπών. Υστερική ενασχόληση με το Μακεδονικό, εμπάργκο στη Furom . Μακεδονικά συλλαλητήρια. Καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που ζουν στην Ελλάδα. Διεξαγωγή συλλαλητηρίων για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ολυμπιακοί αγώνες και μεγαλοϊδεατισμός. Ηθική παρακμή του συστήματος εξουσίας και δημιουργία  ηθικού κενού που προσπαθεί να καλύψει ο νεοναζισμός με τον εθνικισμό, την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Τα εγκλήματα εναντίον μεταναστών στην Ελλάδα είναι χαμηλά στη λίστα προτεραιοτήτων της αστυνομίας για την πάταξη τους ή τον κολασμό των ενόχων, αλλά και μεγάλο μέρος από τους υποστηρικτές της χρυσής αυγής προέρχονται από τις τάξεις της αστυνομίας. Ο όρος «λαθρομετανάστης» βρίσκεται στο καθημερινό λεξιλόγιο σοβαρών πολιτικών και έγκριτων δημοσιογράφων και οι μετανάστες είναι «λαθρομετανάστες» ακόμη και όταν πνίγονται. Στην κεντρική πολιτική σκηνή μπαίνει το προηγούμενο διάστημα το Λάος, -παρόλο που δεν ήταν απαραίτητο για την συγκρότηση κυβέρνησης –, νομιμοποιείται συνεπώς η παρουσία της άκρας δεξιάς στην κεντρική πολιτική σκηνή και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση της επιρροής των ναζιστικών εθνικιστικών ιδεών που εκφράζει ως αυθεντικός εκφραστής η Χ.Α.
Στο πρόσφατο παρελθόν, η Νέα Δημοκρατία επιτίθεται στους μετανάστες και τις οροθετικές, και προωθεί επί της ουσίας την  πολιτική ατζέντα της Χρυσή Αυγής. Ο Δένδιας υιοθετεί τη ρητορική του νεοφασισμού. Ήταν για παράδειγμα εκείνος που, ηγούμενος της επιχείρησης των προσαγωγών μεταναστών με την κυνική ονομασία «Ξένιος Ζευς», κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «υπερασπίζεται τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος που εκμεταλλεύονται δυστυχισμένους αλλοδαπούς ως επαίτες στους φωτεινούς σηματοδότες» (10.8.2012) Ο υπουργός Δημοσίας Τάξης, έχει δεσμευτεί να πατάξει τη μετανάστευση, την οποία χαρακτήρισε ως «εισβολή» και «βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας». Θεωρεί την παρουσία των αλλοδαπών στην Ελλάδα ως απειλή πιο σημαντική και από την οικονομική κρίση, θέση που προσπαθεί να συσκοτίσει το καταστρεπτικό έργο της κυβέρνησης και τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης. Ο ακροδεξιός Δένδιας θεωρώντας τον ΣΥΡΙΖΑ υπονομευτή της δημοκρατίας, μήπως οπλίζει το χέρι των φασιστών που επιτίθενται στον Στρατούλη; Η σύλληψη της ιδέας της εκδίωξης από της παιδικούς  σταθμούς και τα νηπιαγωγεία των νηπίων-παιδιών των μεταναστών χωρίς χαρτιά, δεν ανήκει στη χρυσή αυγή. Ο Σαμαράς το πρωτοεισηγήθηκε στην εκπομπή του Χατζηνικολάου της 6 Ιουνίου 2012, με τις φράσεις: « Έχουνε γεμίσει όλοι (οι βρεφονηπιακοί σταθμοί) με μετανάστες, και Έλληνας δεν μπορεί να μπει στον παιδικό σταθμό. Αυτό τέρμα».  Ο Υπουργός Εσωτερικών ήδη, απαντά σε κοινοβουλευτική ερώτηση της Χ.Α για τον αριθμό των αλλοδαπών παιδιών σε βρεφονηπιακούς σταθμούς της χώρας , ενώ είναι σαφές ότι η ιθαγένεια δεν αποτελεί κριτήριο εγγραφής σε αυτούς, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τα νήπια και της οικογένειες τους.
 Το ζήτημα της μη νοσηλείας των μεταναστών χωρίς χαρτιά στα νοσοκομεία, δεν ήταν επίσης έμπνευση της Χ.Α. Τέθηκε αρχικά μία δεκαετία πριν, με την εγκύκλιο Παπαδόπουλου (επί ΠΑΣΟΚ) Το ΠΑΣΟΚ, που ήταν ο αυτουργός της νομοθετικής μεταρρύθμισης του δικαίου ιθαγένειας με την οποία δόθηκε το δικαίωμα απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες, δεν υπερασπίζεται τη μεταρρύθμιση. Ο νόμος που εν τέλει ψηφίσθηκε, είναι πολύ κατώτερος του αρχικού σχεδίου αυτού. Στην επίθεση που δέχεται το ΠΑΣΟΚ από τα δεξιά του, η γραμμή υπεράσπισης που ψελλίζει είναι αμυντική αλλά και υπονομευτική του ίδιου του πνεύματος του νόμου και το μόνο επιχείρημα που αρθρώνει είναι ότι ο νόμος δεν λειτουργεί: «εμείς κάναμε επί των ημερών μας, λιγότερες πολιτογραφήσεις από τη Νέα Δημοκρατία». Το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει διατάξεις του νόμου 3838/10  αντισυνταγματικές.  Αλλά και η ΔΗΜΑΡ  εξισώνει Νομική και Παντελεήμονα και μοιράζει εξίσου «της ευθύνες για το μεταναστευτικό πρόβλημα σε αριστερά και δεξιά». Συνεχίζει να στηρίζει την κυβέρνηση που καλύπτει βασανιστήρια. Οι συνθήκες είναι ιδανικές για την εκκόλαψη του αβγού του φιδιού: Διαδικασία αναδιανομής του πλούτου σε βάρος της υπό κατάρρευσης μικροαστικής τάξης, η οποία, στρέφεται στον ακροδεξιό εξτρεμισμό, τυφλός αντιευρωπαϊσμός με κατηγορίες για εθνική μειοδοσία και εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας. Διαρκής επίκληση ξένης επιβουλής. Η Χρυσή Αυγή προβάλλεται ως αντισυστημική δύναμη, ενάντια στην διαφθορά και εξαργυρώνει την κρίση, την ανεργία, τη φτωχοποίηση.
            2)Φυσιογνωμία της χρυσής αυγής
Η Χ.Α είναι νεοναζιστική εγκληματική οργάνωση. Ιδεολογικά εκφράζει τον ναζισμό τον εθνικισμό και τον ρατσισμό και η πολιτική πρακτική της είναι η βία. Στόχος της είναι να καταξιωθεί ως «αντισυστημική δύναμη», «ενάντια στο κατεστημένο», τους « διεφθαρμένους πολιτικούς », τους «ψευτοκουλτουριάρηδες», το «ντόπιο και ξένο κατεστημένο», και ζητάει να «ξεβρωμίσει ο τόπος», τον οποίο «βρωμίζουν» αφενός οι αλλοεθνείς , αλλόθρησκοι, αλλόγλωσσοι και αφετέρου οι «προδότες πολιτικοί» κλπ .Βέβαια η ΧΑ δεν έχει καν οικονομικό πρόγραμμα, για να κριθεί έστω και σε εξαγγελτικό επίπεδο ο αντισυστημισμός και η «αντιμνημονιακότητα» της. Το κοινοβουλευτικό της έργο είναι αρκούντως ασυνεπές με το αντιμνημονιακό της προφίλ: Αρνήθηκε να επιβληθούν φόροι στα με ελληνική σημαία πλοία για να έχουν «κίνητρα» οι εφοπλιστές, ψήφισε υπέρ της διαγραφής των χρεών  των ΠΑΕ, (μήπως γιατί ο φασισμός περνάει από τα γήπεδα;), συντάχθηκε με την εργοδοσία ενάντια της απεργούς της Χαλυβουργικής. Η Χ.Α ενοχλείται από την εθνικότητα των μικροπωλητών αλλά όχι από την εθνικότητα του Σάλα, ο οποίος ως βασικός μέτοχος της τράπεζας Πειραιώς εξαγοράζει με σκανδαλώδεις όρους την Αγροτική τράπεζα.
 Οι φασίστες είναι τα τάγματα εφόδου του καπιταλισμού, η ακραία μορφή υπεράσπισης του όταν αισθάνεται απειλούμενος. Έχει λόγους να φοβάται το κατεστημένο σήμερα; Προφανώς ναι. Η διάλυση του κοινωνικού ιστού είναι άγνωστο ακόμη τι αντιδράσεις θα γεννήσει και η κατακόρυφη αύξηση της εκλογικής επιρροής της αριστεράς είναι δυναμίτης στα θεμέλια του συστήματος. Δεν είναι λοιπόν η Χρυσή Αυγή αντισυστημική δύναμη, αλλά η τελευταία γραμμή άμυνας του συστήματος. Το έμβλημα της είναι εμπνευσμένο από τη σβάστικα, χαιρετισμός χιτλερικός, άρνηση του Ολοκαυτώματος, σχέσεις με φασιστικά κόμματα ανά την Ευρώπη, απειλές κατά δημοσιογράφων, επιθέσεις εναντίον μεταναστών και αριστερών, αντισημιτισμός, ρατσισμός, οργάνωση ταγμάτων εφόδου, θεοποίηση της  βίας, αναγωγή του τσαμπουκά σε πολιτική δράση.
Η περιθωριακή βία της Χ.Α στο παρελθόν, βρίσκει τώρα ένα νόμιμο, κοινοβουλευτικό ένδυμα. Ενώνονται πλέον γύρω από τον φασισμό οι «παραδοσιακοί» φασίστες, όσοι έλκονται από  την βία –κυρίως νεολαίοι- που μπορεί να μην έχουν καμιά ιδεολογία και κάποιοι κατεστραμμένοι της κρίσης που συνήθως επικροτούν της δράσεις της. Οι υποστηρικτές της οργάνωσης εγκρίνουν τη βίαιη δράση της, τουλάχιστον εναντίον ορισμένων στόχων (απαξιωμένο πολιτικό σύστημα, μετανάστες), γεγονός το οποίο  αποδείχτηκε, από τη διατήρηση της εκλογικής της δύναμης στις δεύτερες εκλογές, παρά τη βίαιη δημόσια επίθεση του Κασσιδιάρη σε βάρος των Δούρου -Κανέλλη, αλλά και από την αποδοχή από την κοινή γνώμη των οργανωμένων επιθέσεων σε μικροπωλητές. Η αποδοχή της βίας στο δημόσιο χώρο εδραιώνεται και αναβαθμίζεται αγγίζοντας τα όρια ανοχής της αστικής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Η επίθεση στον Στρατούλη και η έκφραση της «απορίας» γιατί η επίθεση αυτή δεν ήταν πιο αποτελεσματική από  μέλη της ΧΑ, δείχνει ότι ο στόχος διευρύνεται κατά πολύ. Δεν είναι μόνο οι εξαθλιωμένοι μετανάστες τα εν δυνάμει θύματα, αλλά αφού μπορεί να γίνει εύκολος στόχος της ένας βουλευτής της αριστεράς, ο κάθε της αριστερός, προοδευτικός, «μη πατριώτης» «κουλτουριάρης», θα πρέπει να προσέχει.


Ναζιστική-ρατσιστική δράση της ΧΑ και μετά την είσοδο της στο Κοινοβούλιο
Ήδη 5 ηγετικά στελέχη της ΧΑ έχουν καταδικαστεί ή διώκονται για εγκληματικές πράξεις. Ο Αντώνης-«Περίανδρος» Ανδρουτσόπουλος (επίθεση στον αριστερό φοιτητή Δ. Κουσουρή), Χάρης Κουσουμβρής (καταδίκη για επίθεση σε μέλη του ΣΕΚ το 1996, δίωξη για επίθεση στον αριστερό φοιτητή Π. Χρυσό το 2002, ληστεία), Θόδωρος Μαγκώτσος (επίθεση στον Π. Χρυσό), Δημήτρης Παπαγεωργίου (επίθεση στον Π. Χρυσό), Θέμις Σκορδέλλη (επίθεση εναντίον μεταναστών με μαχαίρι στον Αγ. Παντελεήμονα) κοκ.
            Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Βασιλική Κατριβάνου, μαζί με τον δημοτικό σύμβουλο Αθήνας Πέτρο Κωνσταντίνου και τον πρόεδρο της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας Τζαβέντ Ασλάμ, μετά το Αντιρατσιστικό συλλαλητήριο εισήλθαν στη Βουλή για την επίδοση σχετικού ψηφίσματος στον Ε.Μειμαράκη και κατά την έξοδο της από της κοινοβούλιο και ενώ βρίσκονταν ακόμη στο προαύλιο της βουλής δέχτηκαν τη βίαιη επίθεση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Μεσσηνίας Δημήτρη Κουκούτση, ο οποίος αφού όρμηξε εναντίον των κ.Ασλάμ και Κωνσταντίνου, προπηλάκισε και τη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ που παρενέβη. Ο Κασιδιάρης σε τηλεοπτικό πάνελ επιτέθηκε βίαια στη βουλευτή του ΚΚΕ Λ Κανέλλη και προπηλάκισε τη βουλευτή του Σύριζα Δούρου. Η βουλευτής της Χρυσής Αυγής Ελένη Ζαρούλια -σύζυγος του Μιχαλολιάκου- αποκάλεσε της μετανάστες ως «υπάνθρωπους» προκαλώντας παρέμβαση από τον ο κ. Αμπτάν που ζήτησε ευθέως τον αποκλεισμό της από την ελληνική αντιπροσωπεία στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, όργανο με πρωταρχικό σκοπό την προστασία και προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Δημοκρατίας (Η Ζαρούλια ορίσθηκε από την Μπακογιάννη μέλος της Επιτροπής Ισότητας και Κατά των Διακρίσεων της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (PACE).Ο αρχηγός της Χ.Α, υπερασπίσθηκε τον ναζιστικό χαιρετισμό, λέγοντας ότι αυτά τα χέρια μπορεί να χαιρετούν κατ αυτόν τον τρόπο(κάνοντας και τον σχετικό χαιρετισμό), αλλά είναι καθαρά. Ναζιστικά είχε χαιρετίσει και στο παρελθόν εντός του δημοτικού συμβουλίου Αθήνας. Ο Κασιδιάρης αποκαλεί εντός της βουλής τους μετανάστες «σκουπίδια». Βουλευτές της ΧΑ πρωτοστατούσαν σε ρατσιστικά χτυπήματα σε βάρος μεταναστών στην Ραφήνα και το Μεσολόγγι. Μέλη της Χ.Α απειλούν και βρίζουν της συντελεστές της παράστασης Corpus Cristi και όσους επιθυμούν να το παρακολουθήσουν , αγνοώντας την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που είχε επιτρέψει την πραγματοποίηση της παράστασης. Mέλη της Χ.Α πραγματοποιούν   δολοφονική επίθεση σε βάρος του Στρατούλη.
Το κοινοβούλιο αποφάσισε να στηλιτεύσει τους βουλευτές της «Χρυσής Αυγής» για τη συμμετοχή των βουλευτών της στα ναζιστικού τύπου χτυπήματα στη Ραφήνα. Έτσι, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής καταδίκασε με κείμενο της «κάθε πράξη βουλευτών που πλήττει το κύρος του κοινοβουλευτικού θεσμού και των βουλευτών», καλώντας τους βουλευτές της «Χρυσής Αυγής» «όχι μόνο να μην συμμετέχουν σε κάθε μορφή παρανομίας και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς, αλλά και να συγκρατούν τους οπαδούς της από τέτοιες ενέργειες».
Δυστυχώς όσοι πίστευαν ότι η είσοδος της Χ.Α στο κοινοβούλιο θα οδηγούσε στην ενσωμάτωση της δια του κοινοβουλευτισμού, και στην μετατόπιση της από τα σοκάκια που παραμόνευαν τους μετανάστες στα έδρανα της Βουλής όπου θα ασκούσαν political correct αντιπολίτευση, διαψεύστηκαν. Η εμφάνιση των μελών της Χ.Α –βουλευτών πλέον- στα τηλεοπτικά παράθυρα, δεν αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο της οργάνωσης-αντίθετα, οδήγησε στην ωραιοποίηση της. Η προβολή των πράξεων βίας που τελούσαν τα μέλη και οι βουλευτές της, δεν οδήγησε στην καταδίκη της βίας της από της ψηφοφόρους της και από την κοινωνία, αλλά θεωρήθηκε από τα εξαθλιωμένα οικονομικά και πνευματικά κοινωνικά στρώματα, ως χτύπημα στο σάπιο κατεστημένο.
Τι κάνουμε;
 Το γενικό ερώτημα που τίθεται είναι: Πρέπει ή όχι να απαγορευθεί η δράση της Χρυσής Αυγής; Μπορεί σε μια σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία να απαγορευθεί  ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, ή είναι μείζονος σημασίας  ο χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής ως νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης; Μπορεί να τεθεί εκτός νόμου ένα κόμμα στην ελληνική έννομη τάξη και  πολιτικά ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από μια ενδεχόμενη απαγόρευση; Ανεξάρτητα από το ότι η Χ.Α είναι τυπικά νόμιμο πολιτικό κόμμα, κατά πόσο είναι νόμιμοι οι σκοποί της και τα μέσα που μετέρχεται; Το άρθρο 29 του Συντάγματος αναφέρει: «Οι έλληνες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα, μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Εξυπηρετεί η δράση της Χ.Α τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος; Υπάρχει και η διεθνής υποχρέωση της χώρας, να απαγορεύει τις οργανωμένες νεοναζιστικές ομάδες. Όσο οι ναζιστικές απόψεις περιορίζονται μόνο στο επίπεδο του φρονήματος, δεν τίθεται ζήτημα απαγόρευσης του σχηματισμού-κόμματος που τις εκφράζει. Τι γίνεται όταν από το επίπεδο του φρονήματος, περνάμε στο πεδίο της έμπρακτης βίας  από τα μέλη του κόμματος ή της οργάνωσης, η στην ηθική αυτουργία σε πράξεις βίας; Να θυμίσουμε ότι το Γερμανικό Σύνταγμα απαγορεύει τη δράση ναζιστικών-φασιστικών ομάδων, καθώς οι μνήμες του φασισμού είναι νωπές. Μία πολιτική οργάνωση  που όχι μόνο ευαγγελίζεται, αλλά και ασκεί οργανωμένα βία ως μέθοδο πολιτικής παρέμβασης, που η άσκηση βίας από αυτήν έχει υποκαταστήσει την πολιτική πρόταση και αποτελεί τρόπο προσέγγισης ψηφοφόρων και μελών, δεν είναι νοητό να λειτουργεί ως νόμιμο κόμμα σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Από την άλλη μεριά δεν είναι δυνατόν με μια δικαστική απόφαση να επιλυθεί ένα ζήτημα που δεν έχει μόνο ποινικές αλλά και πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει από σήμερα μια πολιτική διεργασία, η οποία θα συνενώσει της ευρύτερες δυνατές πολιτικές και ιδίως κοινωνικές δυνάμεις σε ένα μόνο στόχο: την απαγόρευση της δράσης της ναζιστικής ομάδας, καθώς αν μη τι άλλο η λειτουργία της δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το ζητούμενο συνεπώς δεν είναι να τεθεί η χρυσή αυγή εκτός νόμου, αλλά να τεθεί εκτός κοινωνίας.
Η απόδοση –ποινικών- ευθυνών σε όσους εγκληματούν αποτελεί μια εκ των «ουκ άνευ προϋπόθεση». Τα μέλη και οι αρχηγοί μιας εγκληματικής οργάνωσης, με στρατιωτικού τύπου ιεραρχία που με  συστηματικότατα και δημόσια εκτελούν εγκληματικές  πράξεις, δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητοι. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αν εφαρμοσθεί είναι αρκετά αποτελεσματικό. Το νεοναζιστικό φαινόμενο δεν καταπολεμείται μόνο ( ή πάντα) με απαγόρευση λειτουργίας του φορέα που τις εκφράζει. Άλλωστε ακόμη και αν απαγορευτεί η λειτουργία του κόμματος που εκφράζει ρατσιστικές απόψεις, κάλλιστα τα μέλη του κόμματος μπορούν να ιδρύσουν άλλο φορέα-κόμμα με άλλη ονομασία. Ο Μιχαλολιάκος βγάζοντας την γλώσσα στο υπάρχον νομικοπολιτικό σύστημα, έχει αναφέρει πολλές φορές ότι αν τεθεί εκτός νόμου η Χ.Α, θα ιδρύσει αμέσως άλλο κόμμα. Υπάρχουν ισχυρές νομικές λύσεις, εκτός από την απαγόρευση λειτουργίας, και αυτές είναι η ταχύτατη άρση της ασυλίας, -όταν συμμετέχουν βουλευτές σε πράξεις βίας-, η άμεση κίνηση της ποινικής δίωξης είτε για απρόκλητη σωματική βλάβη, είτε για αντιποίηση αρχής, είτε για βαριά σωματική βλάβη, είτε για την τέλεση άλλων παράνομων πράξεων. Οι  εισαγγελικές αρχές θα μπορούσαν αν είχαν τη βούληση να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των  πράξεων ρατσιστικής βίας οι οποίες τελούνται από μέλη και από βουλευτές της Χ.Α (για πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις βουλευτή, ακόμη και αν είναι αυτόφωρες, δεν επιτρέπεται η σύλληψη και ποινική δίωξη του χωρίς άδεια της Βουλής, πλην όμως επιτρέπεται η διενέργεια ανακριτικών πράξεων που είναι αναγκαίες για τη βεβαίωση του εγκλήματος, αλλά και η φυσική παρεμπόδιση του επιτιθέμενου βουλευτή με τα συνήθη χρησιμοποιούμενα αποτρεπτικά μέσα, που εφαρμόζονται στους παρανομούντες πολίτες από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας)
Στο κοινωνικό επίπεδο, που ο νεοναζισμός φαίνεται να έχει ανοδικές τάσεις, αφενός το παρακράτος πρέπει να ξηλωθεί άμεσα, αφετέρου  χρειάζεται ανακατάληψη του δημόσιου χώρου ώστε να  ελαχιστοποιηθεί η επιρροή που ασκεί ο λόγος και η πρακτική της βίας. Μήπως θα έπρεπε (στα πλαίσια της αναγκαιότητας δημιουργίας αντιφασιστικού τόξου) να αρνούνται  με δημόσια δήλωση τους, την συμμετοχή τους στα δημοσιογραφικά πάνελ όλοι οι καλεσμένοι ομιλητές τους οποίους χωρίζει αξιακό χάσμα από τον ρατσιστικό λόγο της Χ.Α, εάν συμμετέχει στο πάνελ και εκπρόσωπος της Χ.Α; 
Η αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας που ασκείται από ένα πολιτικό κόμμα  έχει δύο εκφάνσεις: Σε πολιτειακό επίπεδο η οργανωμένη πολιτεία μπορεί να απαγορεύσει  ή να  μη απαγορεύσει την  λειτουργία  του κόμματος, να ασκήσει ποινικές διώξεις κλπ. Σε κοινωνικό επίπεδο η συγκρότηση αντιφασιστικού μετώπου με όρους που δεν θα αποτελούν κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τους μετέχοντες που η πρακτική τους το προηγούμενο διάστημα ανέδειξε την ατζέντα της ΧΑ, είναι αναγκαία. Η αντιμετώπιση της ρατσιστικής νεοναζιστικής βίας από αντιφασιστικές ομάδες με αντισυγκεντρώσεις και απειλές βίαιης σύγκρουσης, παρόλο που είναι πρακτικές που εγγράφονται το «πεδίο» του αντιπάλου, αναχαιτίζουν τη δράση των ακροδεξιών ομάδων. Η δράση των ναζιστικών ομάδων σταματά ή περιορίζεται μόνο όταν αντιδράσει συλλογικά η κοινωνία, μόνο όταν θα πάψει η στήριξη ή η ανοχή της κοινωνίας αυτή. Η δικαστική απαγόρευση, αν δεν αντιστοιχεί στην κοινωνική συνείδηση και δράση, αν δεν επιβάλλεται από της κοινωνικούς συσχετισμούς, θα παραμείνει νεκρό γράμμα (είτε γιατί θα δημιουργηθεί άλλο ναζιστικό κόμμα, είτε γιατί δεν θα εφαρμοσθεί), ή θα οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή την ηρωοποίηση των ναζιστών και την μεγαλύτερη απήχηση του ρατσιστικού τους λόγου. Ο τελικός στόχος θα πρέπει να είναι να τεθούν «εκτός κοινωνίας» οι δράσεις  των νεοναζιστικών ομάδων καθώς τα έννομα αγαθά τα οποία πλήττουν , δηλαδή τα αδιαπραγμάτευτα και προστατευταία έναντι όλων ατομικά δικαιώματα (στη ζωή, την ατομική ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια κλπ) των θυμάτων τους είναι υπέρτερης αξίας από το «δικαίωμα» των θυτών νεοναζιστών να εκφράζουν με έμπρακτο τρόπο τις ρατσιστικές ιδέες τους. Καταλήγοντας, άμεσες προτάσεις, όπως   η πρόταση να χορηγείται άδεια διαμονής και εργασίας στα θύματα της ρατσιστικής βίας, όπως ισχύει για τα θύματα trafficking ή τρομοκρατίας («Η μαύρη βίβλος της χρυσής αυγής») αποδεικνύονται εξαιρετικές και ιδιαίτερα χρήσιμες ως άμεσα μέτρα για την περίοδο αυτή
Έφη Τελλή*
 μέλος του «Δικτύου για τα πολιτικά και κοινωνικά  δικαιώματα»,
μέλος Συριζα

* το αρθρο δημοσιεύεται με την αδεια της  

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...