Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ Ο κόσμος γίνεται δεξιός;Πηγή: www.lifo.gr


Δεν είναι μόνο η προτεραιότητα που έχει η ασφάλεια έναντι της ελευθερίας σε συνθήκες ισχνών αγελάδων. Ούτε απλώς ο τρόμος πολλών μπροστά στο ποτάμι των προσφύγων και στο θέαμα των νέων περιπλανώμενων. Είναι κάτι παραπάνω: ένα κράμα από…
lifo.gr
Ο κόσμος γίνεται δεξιός; Δεν είναι μόνο η προτεραιότητα που έχει η ασφάλεια έναντι της ελευθερίας σε συνθήκες ισχνών αγελάδων. Ούτε απλώς ο τρόμος πολλών μπροστά στο ποτάμι των προσφύγων και στο θέαμα των νέων περιπλανώμενων. Είναι κάτι παραπάνω: ένα κράμα από αγωνίες για την ταυτότητα, την κοινωνική θέση, το μέλλον. ΣΧΟΛΙΑ (4) 11 Κάποιοι έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως η ίδια η φύση των ανθρώπων είναι «δεξιά»... Φωτο: Alexandros Michailidis / SOOC Δείτε το slideshow 1 Φωτογραφίες Κάποιοι έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως η ίδια η φύση των ανθρώπων είναι «δεξιά»... Φωτο: Alexandros Michailidis / SOOC Aπό τον ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ Από διάφορες πλευρές φτάνει το μήνυμα ότι η χαλαρή και ανεκτική Δύση βρίσκεται σε πτώση. Στις νεότερες γενιές ψάχνουν ξανά δεσμεύσεις, ενώ οι ιεραρχικές αξίες είναι οι μόνες που διατηρούν κάποιο κύρος. Τα πολλά ερωτηματικά κούρασαν, το ίδιο και οι εξουθενωτικές αμφιβολίες. Ο κόσμος μοιάζει να αναζητάει απλές οδηγίες χρήσης και ασφαλή εργαλεία πλοήγησης. Τα «ρίσκα» και η «ανοιχτή κοινωνία» μοιάζουν πια περισσότερο με συνθήματα μιας περασμένης ιστορικής φάσης. Ακόμα και αν οι περισσότεροι παραδέχονται ότι οι ισχυρές βεβαιότητες έχουν χαθεί, πάλι κάποιες βεβαιότητες ψάχνουν: πιο μετριασμένες, έστω, αλλά ικανές να απαλύνουν κάπως τη σύγχυση. Δεν είναι τυχαίο ότι ζούμε μια παράδοξη αναστροφή της παγκοσμιοποίησης. Το χρήμα, οι γνώσεις και οι πολιτισμικές τάσεις έχουν συνθέσει μια οικουμένη, έναν αχανή παγκόσμιο χώρο. Την ίδια στιγμή, όμως, ο καθένας βυθίζεται στα δικά του προβλήματα. Από παντού ακούμε πως τα σύνορα έχουν χάσει τη σημασία τους. Και, ωστόσο, το μόνο που φαίνεται να νοιάζει τους ανθρώπους στην Ευρώπη του 2015, και ιδίως τους λαϊκούς ανθρώπους, είναι να βρουν κάποια προστασία πίσω από κάποιο «σύνορο». Σε αυτό το έδαφος χάνουν, λοιπόν, και οι φιλελεύθεροι και οι αριστεροί. Οι φιλελεύθεροι γιατί δυσκολεύονται πάντα να αντιληφθούν τη σημασία των συλλογικών παθών. Οι αριστεροί γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν τα δημόσια προβλήματα που δεν σχετίζονται άμεσα με την οικονομική κρίση και τον καπιταλισμό. Μόνο όσοι ταυτίζουν το παγκόσμιο πνεύμα με την αναζήτηση τραγουδιών στο ΥouΤube και στο spotify δεν βλέπουν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια ιδέα σε κρίση. Η υπόθεση, όμως, πως ζούμε σε μια ρευστή νεωτερικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με το συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι νιώθουν καλά μες στη ρευστότητα. Όταν αισθάνεσαι πως απειλείται η ταυτότητά σου, η ρευστότητα φαντάζει ως απειλή και τραύμα. Φυσικά, η στενή σφαίρα της πολιτικής δεν δίνει σημασία σε όλα τα παραπάνω. Η Αριστερά πιστεύει πως έχει βρει έναν γενικό κωδικό πρόσβασης, επαναλαμβάνοντας τη λέξη «νεοφιλελευθερισμός». Στη συμβατική κεντροδεξιά, από την άλλη, δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη αγωνία, αφού συνήθως δεν καίγονται για γενικές θεωρίες: τους αρκεί να κυβερνούν ή να επηρεάζουν κάποιους κοινωνικούς θεσμούς – τα υπόλοιπα λίγο τους ενδιαφέρουν. Έτσι, όμως, φτιάχτηκε κενός χώρος στην πολιτική. Και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης αυτός ο χώρος γεμίζει με μια δεξιά ακανόνιστη και παγερά αδιάφορη για το πρωτόκολλο. Εκεί κατευθύνονται πλέον όσοι αποσκιρτούν από τον ευρωπαϊσμό των παλιών ισορροπιών με τις επιφανείς και μισοξεχασμένες παραδόσεις. Δεν είναι μόνο ο λιγάκι «οπισθοδρομικός» παραδοσιακό λαός που στρέφεται προς τα εκεί αλλά και νέοι και μεσοαστοί πτυχιούχοι. Πάμε, λοιπόν, προς τα δεξιά. Αυτή είναι η κυρίαρχη τάση και δεν έχει νόημα να το αρνείται κανείς. Δεν είναι μόνο η προτεραιότητα που έχει η ασφάλεια έναντι της ελευθερίας σε συνθήκες ισχνών αγελάδων. Ούτε απλώς ο τρόμος πολλών μπροστά στο ποτάμι των προσφύγων και στο θέαμα των νέων περιπλανώμενων. Είναι κάτι παραπάνω: ένα κράμα από αγωνίες για την ταυτότητα, την κοινωνική θέση, το μέλλον. Δεν παίζεται η τύχη κάποιων κυβερνήσεων αλλά η διάσωση της Ευρώπης από την αποσύνθεσή της σε «ταυτότητες» που η μία απεχθάνεται την άλλη. Η εθνικιστική δεξιά του Τζίμι Άκεσον στη Σουηδία ή ο χωριάτικος λαϊκίστικος συντηρητισμός του Γιαροσλάβ Κατσίνσκι στην Πολωνία απαντούν σε αυτό το κράμα αγωνιών. Εμφανίζονται ως δυνάμεις επιθετικής αυτοπεποίθησης σε καιρούς αμυντικούς και φοβισμένους. Από τις παραδοσιακές ιδεολογίες, ο εθνικισμός αποδεικνύεται χαλκέντερος. Ίσως γιατί μπορεί και διεισδύει σε όλες τις περιοχές των ιδεών και στα συναισθήματα. Δανείζεται τα συνθήματα κατά των Τραπεζών από την Αριστερά και συγχρόνως κολακεύει τις εθνικές παραδόσεις, όπως έκαναν πάντα οι συντηρητικοί από την εποχή του Έντμουντ Μπερκ και των ρομαντικών. Μπορεί να είναι συγχρόνως αγροτικός και αστικός, χριστιανικός ή «νεοπαγανιστικός». Σε αυτό το έδαφος χάνουν, λοιπόν, και οι φιλελεύθεροι και οι αριστεροί. Οι φιλελεύθεροι γιατί δυσκολεύονται πάντα να αντιληφθούν τη σημασία των συλλογικών παθών. Οι αριστεροί γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν τα δημόσια προβλήματα που δεν σχετίζονται άμεσα με την οικονομική κρίση και τον καπιταλισμό. Κάποιοι, έτσι, έχουν αρχίσει να πιστεύουν πως η ίδια η φύση των ανθρώπων είναι «δεξιά». Ο εγωισμός, η ανταγωνιστικότητα, η βία της αυτοσυντήρησης, φτιάχνουν ένα υπόστρωμα έτοιμο να αποδεχτεί το «έξω οι πρόσφυγες». Κάπως έτσι έχει το επιχείρημά τους, ότι η δεξιά πέτυχε μια ανθρωπολογική νίκη. Αυτό μοιάζει περισσότερο με απόγνωση παρά με ανάλυση των πραγμάτων. Διότι η υποχώρηση των προοδευτικών ιδεών στην Ευρώπη είναι κυρίως πολιτικό πρόβλημα. Δεν έχει νόημα να περιμένει κανείς τη μεταβολή των ψυχών μέχρι να υπάρξει κάποια απάντηση στις συλλογικές αγωνίες των σημερινών ανθρώπων. Αυτή, όμως, η απάντηση πρέπει να είναι καλύτερη από το «έξω οι ξένοι» μιας εγωιστικής ακροδεξιάς ή το «όλοι μέσα» μιας εκτός τόπου Αριστεράς. Στη σύνθετη απάντηση της πολιτικής θα κριθούν, εν τέλει, ο φιλελεύθερος πολιτισμός και η ουσιαστική του επιβίωση. Γιατί αυτό παίζεται πλέον στις επώδυνες κρίσεις που κατατρώνε τώρα το σώμα της Ευρώπης. Δεν παίζεται η τύχη κάποιων κυβερνήσεων αλλά η διάσωση της Ευρώπης από την αποσύνθεσή της σε «ταυτότητες» που η μία απεχθάνεται την άλλη. Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Σεβαστάκης Ν. Οι περιπέτειες της «λαϊκότητας» (ANAΔ. AΠO TO BHMA)

Οι περιπέτειες της «λαϊκότητας»




 
Θυμάμαι μια συνέντευξη του μοντερνιστή ποιητή Νίκολας Κάλας όπου στην παρατήρηση της δημοσιογράφου για το λαϊκό στοιχείο που ερέθιζε τη Γενιά του '30 απάντησε προκλητικά: «Μισώ καθετί το λαϊκό». Νομίζω ότι η φαρμακερή φράση του Κάλας δεν τον τοποθετεί στην πλευρά του κλασικού λόγιου ελιτισμού, ο οποίος ταύτιζε το λαϊκό με το χυδαίο και το «χαμηλό». Στο στόχαστρό του ήταν πιθανότατα η αντιστροφή από την περιφρόνηση στην αποθέωση, από την εστέτ απώθηση στην εξιδανίκευση του λαϊκού μέσω της ιδέας της ελληνικότητας.

Αλλά ποια σχέση μπορεί να έχει μια τέτοια ανάμνηση με μια σημερινή κουβέντα περί λαϊκότητας; Ισως βρισκόμαστε ξανά με τις ίδιες απορίες και κάποιους παρόμοιους πειρασμούς αλλά σε ένα ριζικά διαφορετικό πλαίσιο. Η ζωή των πολυπληθών μικροαστικών και λαϊκών στρωμάτων που ονομάζουμε συνήθως λαό έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα. Η δημοκρατία της κατανάλωσης κλονίστηκε και κατοικούμε μια συγκυρία όπου δεσπόζουν οι ματαιωμένες επιθυμίες. Οι πολιτισμικοί κώδικες που διαμορφώθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες γύρω από τον λαό ως απέραντη «μεσαία τάξη» έχουν αποδιοργανωθεί. Και ο μικρομεσαίος λαός της προσδοκίας για το καλύτερο μοιάζει πλέον παρελθόν: το παρόν χρωματίζεται από τον ψυχισμό της δυσφορίας και τα βιοτικά άγχη.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο φάνηκε να επιστρέφει μια από τις κεντρικές ιστορικές του σημασίες του λαού: η «δύσκολη ζωή», το έθνος των φτωχών ή έστω όλων εκείνων που βρέθηκαν έξω από μια κατάσταση (σχετικής) σταθερότητας και ευημερίας. Η αναφορά στον λαό επανασυνδέθηκε με το κοινωνικό ζήτημα.

Οσο όμως και αν απλώνεται η κοινωνικοοικονομική κρίση, ένας Κιάμος, Ρέμος ή Πλούταρχος θα είναι (πάντα) εδώ. Το λαϊκοπόπ ύφος ζωής γεννήθηκε στην προηγούμενη φάση της επέκτασης των μεσαίων στρωμάτων. Ηταν ένα από τα ίχνη μιας πολύ μεγαλύτερης εξέλιξης: της μετάβασης από μια πληβειακή «αρσενική» και στερημένη λαϊκότητα στον σύγχρονο λαό των οικονομικών προσδοκιών και της ειρήνευσης των ηθών. Στη νεολαϊκή κουλτούρα συναντήθηκαν και συγχρωτίστηκαν οι «δύο Ελλάδες» για τις οποίες μιλούσαν οι σχολιαστές της δεκαετίας του '90: η Ελλάδα των μοντέρνων και η Ελλάδα όλων εκείνων που έσπευσαν να δανειστούν εικόνες και σύμβολα της εξόδου από την υστέρηση.

Αλλά η λαϊκότητα δεν υπήρξε ποτέ κάτι ενιαίο. Ούτε και οι μεταπλάσεις της μέσα στον χρόνο. Ο ίδιος λαός που γοητεύτηκε από την κοινωνία της κατανάλωσης αναζητούσε και αποζητεί ακόμα τις Παναγίες και τα πανηγύρια της. Το λαϊκό εμφανίστηκε μετεωριζόμενο ανάμεσα σε ημιθανείς αλλά επίμονες ευσέβειες και όψιμα μαθημένες ασέβειες. Αλλαζε συνέχεια ρούχα διατηρώντας πάντα ένα απόθεμα συντηρητισμού και παραδοσιολαγνείας. Και αυτός όμως ο λαϊκός συντηρητισμός άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Και στη συγκυρία της αγανάκτησης φορτίστηκε ξανά με ένα αντιστασιακό ύφος.

Το νεολαϊκό στυλ των προηγούμενων δύο δεκαετιών καθορίστηκε κυρίως από την έλξη ενός απολιτικού, ατομικιστικού «θέλω». Στα χρόνια της κρίσης βλέπουμε αντίθετα να περισσεύουν οι πολιτικές δηλώσεις και οι κοινωνικές διδαχές ακόμα και από εμβληματικές φιγούρες της «πίστας». Η πολεμική ατμόσφαιρα της κρίσης και η διάχυση της ανασφάλειας (ακόμα και για πρώην εύπορα στρώματα) πριμοδοτούν ένα δημόσιο πολιτικό ύφος. Ο ευδαιμονιστικός ατομικισμός και οι αντίστοιχοι τρόποι ζωής υποχρεώνονται να κρύβονται από τον φόβο της έκθεσης και της δημόσιας κατάκρισης. Και στον αέρα της εποχής βλέπουμε να πλανώνται διάφορα εγκώμια του συλλογικού, της κοινωνικής ευθύνης, ακόμα και της ταπεινότητας. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, το απολιτικό ντρέπεται να πει το όνομά του και να διεκδικήσει το δικαίωμα σε μια ιδιωτική ευτυχία.

Θα πει κανείς: Πού είναι ο λαός της πολιτικής επαγγελίας σε όλα αυτά; Εννοώ εδώ τον λαό όπως τον συναντούμε στις κατά καιρούς εκκλήσεις για την αφύπνισή του. Είπαμε όμως ότι υπάρχουν πολλές λαϊκότητες. Και διαφορετικοί τρόποι να απευθύνεται κανείς στον λαό. Αλλοτε ανασύρεται από τη λήθη ο λαός ως νομοθέτης του μέλλοντος και φορέας δικαιοσύνης. Και άλλοτε ανακαλούμε στη μνήμη την κοινότητα των ταπεινών, αυτό που ο Οργουελ αναγνώριζε στην «ηθική των απλών ανθρώπων».  

Αλλά σε κάθε έκκληση στον λαό και ιδίως στη λαϊκή κοινότητα ελλοχεύει ένα ρίσκο μυθοποίησης. Ο κίνδυνος να δει κανείς ως ενιαίο σώμα κάτι διαφοροποιημένο. Να μετατραπεί ο λαός σε μεταφυσική υπόσταση, είτε λυτρωτική και παρηγορητική είτε και απειλητική. Με το ενδεχόμενο να ξεχάσουμε τις διαφορετικές αξίες και τις αντιθετικές συλλογικές πρακτικές που διασχίζουν κάθε νεωτερικό λαό.

Θα τολμήσω εδώ μια εκτίμηση που εξ ανάγκης ηχεί αφοριστική. Δεν πιστεύω ότι η εμπειρία της παρούσας κρίσης κυοφορεί μια νέα λαϊκότητα, η οποία υποτίθεται ότι θα αφήσει πίσω της τις παραμορφωτικές συνήθειες οι οποίες «είχαν αλλοιώσει» το παραδοσιακό συλλογικό ήθος. Η προσδοκία για μια νέα πολιτικοποιημένη λαϊκότητα, πόσω μάλλον για έναν λυτρωτικό κοινοτισμό, στηρίζεται σε μια αβάσιμη υπόθεση: ότι μια λαϊκή κουλτούρα είναι εφικτή σε μια πλουραλιστική κοινωνία και ότι πάνω σε αυτήν μπορεί να θεμελιωθεί μια σύγχρονη αφήγηση για τη συλλογική ζωή. Εδώ ωστόσο επιστρέφει, από άλλους δρόμους, η μυθοποίηση την οποία εχθρευόταν ο Κάλας, έχοντας, φυσικά, τους λόγους του.

Εν κατακλείδι τώρα. Είναι σημαντικό γεγονός η επιστροφή του λαού ως πολιτικού ερωτήματος, ως πρόκλησης για κάθε προοδευτική πολιτική η οποία ενδιαφέρεται για τις λαϊκές τάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να υποστούμε ξανά παρωδίες «εθνικής και λαϊκής κουλτούρας» οι οποίες δοκιμάστηκαν σε διαφορετικές συγκυρίες με θλιβερά αποτελέσματα. Η κρίση ευνοεί μια κοινωνική στροφή στην πολιτική και στις πολιτισμικές πρακτικές. Και αν για την πολιτική μια λαϊκότητα είναι πάντα ζητούμενο, δεν είναι καθόλου αυτονόητες οι ευεργετικές ιδιότητες της λεγόμενης «κοινωνικής» και «λαϊκής» στροφής στον πολιτισμό: εκτός αν οι δηλώσεις Ρέμου εναντίον Σόιμπλε ή η καταγγελία της τρόικας από θεατρικές παραστάσεις και η ψευδοανάσταση των τραγουδιών διαμαρτυρίας συνιστούν λαϊκότητα. Αλλά γι' αυτά υπάρχουν πολύ σοβαρές αμφιβολίες.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Nicolas Sevastakis Φαντάσματα του λαού LIFO free press ·


Ο λαός που γίνεται θρησκεία και ιδεολογική σημαία ευκαιρίας για να απογοητεύσει τους πιστούς του και να εξοργίσει άλλους.. Ο λαός-φάντασμα της ελληνικής ζωής...

Ο λαός της κρίσης δεν ταυτίστηκε τελικά με τους ρόλους που του αναθέσανε διανοούμενοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες. Έκανε διάφορα, θύμωσε, άλλαξε μια και δυο κομματικές προτιμήσεις, βγήκε στους δρόμους και ύστερα ξανακλείστηκε σπίτι.
lifo.gr
7.10.2015 | 10:28 Φαντάσματα του λαού Ο λαός της κρίσης δεν ταυτίστηκε τελικά με τους ρόλους που του αναθέσανε διανοούμενοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες. Έκανε διάφορα, θύμωσε, άλλαξε μια και δυο κομματικές προτιμήσεις, βγήκε στους δρόμους και ύστερα ξανακλείστηκε σπίτι. ΣΧΟΛΙΑ (4) 179 Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Φωτο: Aris Oikonomou/ SOOC Δείτε το slideshow 2 Φωτογραφίες Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Φωτο: Aris Oikonomou/ SOOC Aπό τον ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ Κάποια στιγμή, στους πρώτους μήνες της μνημονιακής περιόδου, ο λαός ξανάγινε της μόδας. Ο λαός ως φορέας κάποιων αδικαίωτων ονείρων, o πάντα προδομένος και εξαπατημένος «γίγαντας». Πολιτικοί, καλλιτέχνες, αυτοσχέδιοι ρήτορες στις πραγματικές και ψηφιακές πλατείες, σάλπισαν την επιστροφή του λαού στο προσκήνιο. Στις νεότερες εποχές των δημοκρατικών μαζικών κοινωνιών, όταν λέμε «λαός» μιλάμε κυρίως για τις κατώτερες τάξεις και μαζί για ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Και η αστική τάξη συνυπολογίζεται, βέβαια, στον λαό, αλλά στα όρια, σε άμεση επαφή με τους «κακούς», τους «εκτός λαού»: τις ελίτ, τον κόσμο του χρήματος και της ισχύος. Ο λαός, λοιπόν, ξανάγινε το θέμα στην Ελλάδα της χρεοκοπίας. Για κάποιους, ήταν απλώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν τέλειωσε, ότι οι κοινωνικές διαμάχες δεν πέθαναν και ότι η δύναμη των πολλών φτιάχνει τελικά την Ιστορία. Συνέβη, όμως, κάτι και στράβωσε η υπόθεση. Ο λαός της κρίσης δεν ταυτίστηκε τελικά με τους ρόλους που του αναθέσανε διανοούμενοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες. Έκανε διάφορα, θύμωσε, άλλαξε μια και δυο κομματικές προτιμήσεις, βγήκε στους δρόμους και ύστερα ξανακλείστηκε σπίτι. Διεκδίκησε λιγότερο πόνο ή και μια σταθεροποίηση των απωλειών του. Αλλά δεν μας έκανε τη χάρη να φανερωθεί εκδικητής και τροπαιοφόρος, ούτε έδειξε να θέλει ν' αλλάξει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Στις ωραιότερες στιγμές του δυτικού πολιτισμού ο λαός ήταν ένα πολιτικό στοίχημα, μια ευγενής υπόσχεση: ότι οι καθημερινοί άνθρωποι μπορεί να πετύχουν πράγματα, να σηκωθούν λίγο ψηλότερα, να ξεφύγουν από την υλική και πνευματική μιζέρια. Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Διότι, από μια άποψη, αυτός ο συγκεκριμένος λαός είχε πίσω του δεκαετίες κοινωνικής ειρήνης και σχετικής ευημερίας. Δεν θέλησε έτσι να ξαναγίνει διαμελισμένο σώμα σε έναν επινοημένο εμφύλιο, ούτε να ξεθάψει λάβαρα. Η μίμηση του πολέμου, η ρητορική της μάχης, οι μεγάλες κουβέντες, ναι. Όχι όμως το πέρασμα στην πράξη, ούτε η αποδοχή της ρήξης με τον σύγχρονο κόσμο. Και τώρα; Ο λαός συνηθίζει να απογοητεύει τους ριζοσπάστες γιατί είναι πολύ φιλήσυχος για τα ανατρεπτικά όνειρα. Την ίδια στιγμή, η ψευδοαποθέωση της αδούλωτης ελληνικής ψυχής για κάποια χρόνια γέννησε αντιδράσεις σ' όσους ασφυκτιούν με τις σαθρές πλευρές της εθνικής ιδεολογίας. Ο λαζοπούλειος ύμνος στη σοφή γριούλα θα έφερνε κάποτε κορεσμό και αηδία. Ο ηθικοπλαστικός λαϊκισμός συχνά διεγείρει τα αντίθετα, ολιγαρχικά ένστικτα. Άνθρωποι που δεν υποφέρουν αισθητικά ή ιδεολογικά την κολακεία του λαού ανακαλύπτουν ως ανάχωμα έναν ξινό αριστοκρατισμό της απόστασης. Μου είναι οικεία αυτή η αντίδραση. Γιατί, βέβαια, υπάρχουν πολλές όψεις της ελληνικής ζωής που προκαλούν ασφυξία. Πονηριές και ψέματα που καλύπτονται με πρόχειρα ιδεολογικά μπαλώματα. Και συχνά μια επιθετική αγραμματοσύνη που δεν παραδέχεται το κενό της. Η ελληνική ζωή έχει ζώνες αληθινής ασχήμιας. Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/ SOOC Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/ SOOC Ποιος, ωστόσο, μπορεί να διεκδικεί έναν λαό απαλλαγμένο από αντιφάσεις; Ο ριζοσπάστης λαϊκιστής θέλει, ας πούμε, τους απλούς ανθρώπους σε θέση μάχης εναντίον των ελίτ, σε διαρκή πόλεμο με τους ισχυρούς. Αυτός, λοιπόν, δεν υποφέρει τις ασυνεπείς, ελαφριές, αντιηρωικές πλευρές των πραγματικών ανθρώπων. Αλλά και ο εμπαθής αντιλαϊκιστής μοιάζει να νοσταλγεί εποχές πριν από την καθολική ψηφοφορία και τη μαζική δημοφιλή κουλτούρα. Και αυτός, με τον τρόπο του, ζητάει έναν λαό «στο ύψος των περιστάσεων». Ίσως, όμως, ο λαός να βρίσκεται κάπου πέρα από αυτήν τη σκηνή όπου δίνονται οι μάχες στο όνομά του. Έχει τα προβλήματά του, αλλά δεν είναι ο σύγχρονος εσταυρωμένος. Η αγιοποίηση των λαϊκών ανθρώπων υπήρξε εξάλλου η άλλη όψη της περιφρόνησης για έναν λαό γεμάτο ελαττώματα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι έτσι το εκκρεμές ανάμεσα σε μυθοποιήσεις και κατεδαφίσεις του λαού. Το πέρασμα από την αγανάκτηση εναντίον των ελίτ σε μια άσφαιρη δυσαρέσκεια που ψάχνει απλώς να ξεσπάσει. Στις ωραιότερες στιγμές του δυτικού πολιτισμού ο λαός ήταν ένα πολιτικό στοίχημα, μια ευγενής υπόσχεση: ότι οι καθημερινοί άνθρωποι μπορεί να πετύχουν πράγματα, να σηκωθούν λίγο ψηλότερα, να ξεφύγουν από την υλική και πνευματική μιζέρια. Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι έχουμε βρει κάτι καλύτερο από αυτή την «υπόσχεση για το καλύτερο», από την προσδοκία βελτίωσης και εκπολιτισμού της ζωής. Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Μοιάζουν με φαντάσματα που όποτε επιστρέφουν στη σκηνή, η σκέψη μας γίνεται πιο φτωχή και η τέχνη μας μάσκα ενός φανατισμού. Τα φαντάσματα, φυσικά, δεν θα φύγουν ποτέ απ' τη σκηνή της Ιστορίας. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας λόγος να συνεχίσουμε είτε κολακεύοντας είτε βρίζοντας τον λαό σαν πιστοί μιας θρησκείας που έχασε τη λάμψη της. Οι πιστοί και οι αποστάτες μιας θρησκείας αναπαράγουν έναν ζήλο που βγάζει λάθος απαντήσεις σε πραγματικά ερωτήματα. Και μάλλον ο λαός είναι αίνιγμα και ερώτηση. Όχι απάντηση. Πηγή: www.lifo.gr
7.10.2015 | 10:28 Φαντάσματα του λαού Ο λαός της κρίσης δεν ταυτίστηκε τελικά με τους ρόλους που του αναθέσανε διανοούμενοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες. Έκανε διάφορα, θύμωσε, άλλαξε μια και δυο κομματικές προτιμήσεις, βγήκε στους δρόμους και ύστερα ξανακλείστηκε σπίτι. ΣΧΟΛΙΑ (4) 179 Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Φωτο: Aris Oikonomou/ SOOC Δείτε το slideshow 2 Φωτογραφίες Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Φωτο: Aris Oikonomou/ SOOC Aπό τον ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ Κάποια στιγμή, στους πρώτους μήνες της μνημονιακής περιόδου, ο λαός ξανάγινε της μόδας. Ο λαός ως φορέας κάποιων αδικαίωτων ονείρων, o πάντα προδομένος και εξαπατημένος «γίγαντας». Πολιτικοί, καλλιτέχνες, αυτοσχέδιοι ρήτορες στις πραγματικές και ψηφιακές πλατείες, σάλπισαν την επιστροφή του λαού στο προσκήνιο. Στις νεότερες εποχές των δημοκρατικών μαζικών κοινωνιών, όταν λέμε «λαός» μιλάμε κυρίως για τις κατώτερες τάξεις και μαζί για ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης. Και η αστική τάξη συνυπολογίζεται, βέβαια, στον λαό, αλλά στα όρια, σε άμεση επαφή με τους «κακούς», τους «εκτός λαού»: τις ελίτ, τον κόσμο του χρήματος και της ισχύος. Ο λαός, λοιπόν, ξανάγινε το θέμα στην Ελλάδα της χρεοκοπίας. Για κάποιους, ήταν απλώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν τέλειωσε, ότι οι κοινωνικές διαμάχες δεν πέθαναν και ότι η δύναμη των πολλών φτιάχνει τελικά την Ιστορία. Συνέβη, όμως, κάτι και στράβωσε η υπόθεση. Ο λαός της κρίσης δεν ταυτίστηκε τελικά με τους ρόλους που του αναθέσανε διανοούμενοι, ακτιβιστές και καλλιτέχνες. Έκανε διάφορα, θύμωσε, άλλαξε μια και δυο κομματικές προτιμήσεις, βγήκε στους δρόμους και ύστερα ξανακλείστηκε σπίτι. Διεκδίκησε λιγότερο πόνο ή και μια σταθεροποίηση των απωλειών του. Αλλά δεν μας έκανε τη χάρη να φανερωθεί εκδικητής και τροπαιοφόρος, ούτε έδειξε να θέλει ν' αλλάξει το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα. Στις ωραιότερες στιγμές του δυτικού πολιτισμού ο λαός ήταν ένα πολιτικό στοίχημα, μια ευγενής υπόσχεση: ότι οι καθημερινοί άνθρωποι μπορεί να πετύχουν πράγματα, να σηκωθούν λίγο ψηλότερα, να ξεφύγουν από την υλική και πνευματική μιζέρια. Ο λαός ξεδίπλωσε παράπονα, φόβους και μίση. Η κρίση, όμως, τον έκανε πολύ δύσπιστο στα «όνειρα». Είδαμε έτσι την επικράτεια ενός κόσμου διαιρεμένου σε περισσότερα πάθη και συμφέροντα απ' όσο πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Ο λαός δεν έγινε το ένα Μεγάλο Πράγμα, η σφιχτή γροθιά απέναντι στους εχθρούς του. Διότι, από μια άποψη, αυτός ο συγκεκριμένος λαός είχε πίσω του δεκαετίες κοινωνικής ειρήνης και σχετικής ευημερίας. Δεν θέλησε έτσι να ξαναγίνει διαμελισμένο σώμα σε έναν επινοημένο εμφύλιο, ούτε να ξεθάψει λάβαρα. Η μίμηση του πολέμου, η ρητορική της μάχης, οι μεγάλες κουβέντες, ναι. Όχι όμως το πέρασμα στην πράξη, ούτε η αποδοχή της ρήξης με τον σύγχρονο κόσμο. Και τώρα; Ο λαός συνηθίζει να απογοητεύει τους ριζοσπάστες γιατί είναι πολύ φιλήσυχος για τα ανατρεπτικά όνειρα. Την ίδια στιγμή, η ψευδοαποθέωση της αδούλωτης ελληνικής ψυχής για κάποια χρόνια γέννησε αντιδράσεις σ' όσους ασφυκτιούν με τις σαθρές πλευρές της εθνικής ιδεολογίας. Ο λαζοπούλειος ύμνος στη σοφή γριούλα θα έφερνε κάποτε κορεσμό και αηδία. Ο ηθικοπλαστικός λαϊκισμός συχνά διεγείρει τα αντίθετα, ολιγαρχικά ένστικτα. Άνθρωποι που δεν υποφέρουν αισθητικά ή ιδεολογικά την κολακεία του λαού ανακαλύπτουν ως ανάχωμα έναν ξινό αριστοκρατισμό της απόστασης. Μου είναι οικεία αυτή η αντίδραση. Γιατί, βέβαια, υπάρχουν πολλές όψεις της ελληνικής ζωής που προκαλούν ασφυξία. Πονηριές και ψέματα που καλύπτονται με πρόχειρα ιδεολογικά μπαλώματα. Και συχνά μια επιθετική αγραμματοσύνη που δεν παραδέχεται το κενό της. Η ελληνική ζωή έχει ζώνες αληθινής ασχήμιας. Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/ SOOC Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Φωτο: Konstantinos Tsakalidis/ SOOC Ποιος, ωστόσο, μπορεί να διεκδικεί έναν λαό απαλλαγμένο από αντιφάσεις; Ο ριζοσπάστης λαϊκιστής θέλει, ας πούμε, τους απλούς ανθρώπους σε θέση μάχης εναντίον των ελίτ, σε διαρκή πόλεμο με τους ισχυρούς. Αυτός, λοιπόν, δεν υποφέρει τις ασυνεπείς, ελαφριές, αντιηρωικές πλευρές των πραγματικών ανθρώπων. Αλλά και ο εμπαθής αντιλαϊκιστής μοιάζει να νοσταλγεί εποχές πριν από την καθολική ψηφοφορία και τη μαζική δημοφιλή κουλτούρα. Και αυτός, με τον τρόπο του, ζητάει έναν λαό «στο ύψος των περιστάσεων». Ίσως, όμως, ο λαός να βρίσκεται κάπου πέρα από αυτήν τη σκηνή όπου δίνονται οι μάχες στο όνομά του. Έχει τα προβλήματά του, αλλά δεν είναι ο σύγχρονος εσταυρωμένος. Η αγιοποίηση των λαϊκών ανθρώπων υπήρξε εξάλλου η άλλη όψη της περιφρόνησης για έναν λαό γεμάτο ελαττώματα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι έτσι το εκκρεμές ανάμεσα σε μυθοποιήσεις και κατεδαφίσεις του λαού. Το πέρασμα από την αγανάκτηση εναντίον των ελίτ σε μια άσφαιρη δυσαρέσκεια που ψάχνει απλώς να ξεσπάσει. Στις ωραιότερες στιγμές του δυτικού πολιτισμού ο λαός ήταν ένα πολιτικό στοίχημα, μια ευγενής υπόσχεση: ότι οι καθημερινοί άνθρωποι μπορεί να πετύχουν πράγματα, να σηκωθούν λίγο ψηλότερα, να ξεφύγουν από την υλική και πνευματική μιζέρια. Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι έχουμε βρει κάτι καλύτερο από αυτή την «υπόσχεση για το καλύτερο», από την προσδοκία βελτίωσης και εκπολιτισμού της ζωής. Ο ηρωικο-αγωνιστικός λαός ή, από την άλλη, ο ανορθολογικός και απαθής όχλος δεν έχουν πια να προσφέρουν πολλά ούτε στην πολιτική σκέψη ούτε στη ματιά του ανθρώπου της τέχνης. Μοιάζουν με φαντάσματα που όποτε επιστρέφουν στη σκηνή, η σκέψη μας γίνεται πιο φτωχή και η τέχνη μας μάσκα ενός φανατισμού. Τα φαντάσματα, φυσικά, δεν θα φύγουν ποτέ απ' τη σκηνή της Ιστορίας. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας λόγος να συνεχίσουμε είτε κολακεύοντας είτε βρίζοντας τον λαό σαν πιστοί μιας θρησκείας που έχασε τη λάμψη της. Οι πιστοί και οι αποστάτες μιας θρησκείας αναπαράγουν έναν ζήλο που βγάζει λάθος απαντήσεις σε πραγματικά ερωτήματα. Και μάλλον ο λαός είναι αίνιγμα και ερώτηση. Όχι απάντηση. Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013 Νικόλας Σεβαστάκης, Η πολιτική των συναισθημάτων Πηγή: Η Αυγή, 24-2-2013/ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Νικόλας Σεβαστάκης, Η πολιτική των συναισθημάτων

02_highΗ εμπειρία της κρίσης εκδηλώνεται με πληθώρα τρόπων. Εμφανίζεται φυσικά σε λογαριασμούς και χαρτιά μισθοδοσίας, στις στατιστικές της ανεργίας ή των μη εξυπηρετούμενων δανείων και άλλων χρεώσεων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κρίση είναι ένα απέραντο εργαστήριο συναισθημάτων, δημόσιας επικοινωνίας των παθών μας, ιδιωτικών και συλλογικών. Τι συνέβη τα τελευταία χρόνια; Μια έκρηξη των συζητήσεων για την κρίση, ιδίως για τα πολιτικοοικονομικά της συμπτώματα, έκρηξη η οποία δημιούργησε μια εκτεταμένη πολιτικοποίηση της κοινωνίας. Η οικονομική πληροφορία μαζί με τις φήμες, τα σενάρια, τις θεωρίες συνωμοσίας διαχύθηκαν προς τα κάτω και οριζόντια. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού τα οποία στις συνθήκες της “ευημερίας” είχαν αποσχιστεί από το πολιτικό σύμπαν, ανακάλυψαν με τρόμο ότι η ιδιωτική τους σφαίρα “απαλλοτριώνεται” από την κοινωνική ατμόσφαιρα και τη διακυβέρνηση της κρίσης.
Τούτη λοιπόν η σαστισμένη ιδιωτική σφαίρα βρέθηκε να αντιμετωπίζει συνεχείς οχλήσεις και βίαιες παρεμβολές. Όλο και περισσότεροι πολίτες εξωθήθηκαν να βγουν από τα ρούχα τους, να θυμώσουν για δημόσιες υποθέσεις και πολιτικά πρόσωπα, για νόμους ή προεδρικά διατάγματα. Παρέες μάλωσαν και φιλίες διαταράχτηκαν. Άλλαξε έτσι απότομα ο κύκλος της ατομικής και της στενά επαγγελματικής ρουτίνας. Η εμπειρία της κρίσης άρχισε να πονάει μη επιτρέποντας στη ρουτίνα να λειτουργήσει προστατευτικά όπως “υπό κανονικές συνθήκες”. Η έκθεση στον οικονομικό κίνδυνο και στην έλλειψη ασφάλειας έφτιαξε μια διαφορετική ύλη καθημερινότητας. Η κυρίαρχη ύλη αυτής της καθημερινότητας δεν είναι ο εφησυχασμός αλλά η ανησυχία. Και αυτή φαίνεται πια να διεισδύει ακόμα και στους πιο αδιάφορους μικρόκοσμους.
Ποια είναι η πίσω πλευρά αυτής της νέας δύσθυμης πολιτικοποίησης; Ποια είναι τα ρίσκα της; Επειδή ακριβώς η αφετηρία της είναι μια αίσθηση απώλειας και αποπροσανατολισμού, αναπτύσσεται προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Στη σκιά της κρίσης, η αναζωπύρωση των πολιτικών συναισθημάτων μπορεί να φτωχαίνει ή και να εμπλουτίζει τη σκέψη. Μπορεί να θρέφει τους κανιβαλισμούς του hate speech αλλά και να φέρνει σε επαφή τους πολίτες με επιχειρήματα που δεν θα τα γνώριζαν αν δεν είχαν εμπλακεί συναισθηματικά στην κατάσταση. Να φτιάχνει νέα υβρίδια δογματικής τύφλωσης μαζί με εκλεπτυσμένα κριτικά εργαλεία.
Με άλλα λόγια, η πολιτική του συναισθήματος δεν έχει μια και μοναδική έκβαση. Εδώ πλέον ο δημαγωγικός χειρισμός των συναισθημάτων της κρίσης συνυπάρχει με την αναγνώριση της ηθικής τους σημασίας. Η εκτόξευση της υβριστικής πολιτικολογίας αναπτύσσεται εκ παραλλήλου με το ενδιαφέρον για τις αιτίες και το πραγματικό βάθος της κρίσης. Ακόμα και η παραφιλολογία των συνωμοσιολόγων αντισταθμίζεται – δυστυχώς τελείως άνισα- από αιτήματα κριτικής αυτογνωσίας που υπερβαίνουν τη συμβατική πολιτική πολεμική.
Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι ταυτίζουν το συναίσθημα στην πολιτική με τον μαγικό κόσμο του twittter ή με τα παιχνίδια “προσωπικής πρόκλησης” στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία όπου σκοπεύω να επανέλθω.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Νικόλας Σεβαστακης – Δημήτρης Δημητριάδης : Δυο (αγαπημένοι )συγ-γραφείς



Νικόλας  Σεβαστακης – Δημήτρης Δημητριάδης :  Δυο (αγαπημένοι )συγ-γραφείς

  Ο Πρώτος  είναι   πολιτικός στοχαστής κατά κύριο λόγο , ο δεύτερος  Λογοτέχνης .Και οι δυο αγαπούν την γραφή.Όμως  ενώ ο πρώτος μοιάζει να  εκκινεί από την  σκέψη η οποία  καθοδηγεί και εμπλουτίζει την γραφή  ο δεύτερος (μοιάζε να ) εκκινεί  από την ιδία την γραφή-η οποία  με την σειρά της –χωρις να είναι αυτόματη γραφή – εκκινεί και την σκέψη του. Κοντολογίς ο πρώτος σκέφτεται  και  γράφει ..Ο δεύτερος  Γράφει και σκέφτεται’ είναι σαν το γραπτό του να γράφεται μόνο του,σαν η Γραφή να αρπάζει την σκέψη του .
Ο πρώτος ο Νικόλας  Σεβαστακης δίνει πολύτιμη τροφή στη σκέψη μου. Ο δεύτερος , ο Δ.Δημητριάδης  εξερευνά και σκαλίζει την καρδιά μου , τις πιο μύχιες  η και απόκοσμες  περιοχές της .
O πρώτος είναι  ένας μάστορας  της Γραφής  . Ο δεύτερος  ένας  εκσκαφέας  της.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Νικόλας Σεβαστάκης: Μια κοινωνία μικρομίσους, πολιτικού αδιεξόδου, αριστερής απομάγευσης/αναδημοσιευση απο το ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

  • συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στην Αργυρώ Μποζώνη (lifo.gr. 27.4.2015) 
  •  
    συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στην Αργυρώ Μποζώνη (lifo.gr. 27.4.2015) 
       
    Ο Νικόλας Σεβαστάκης μιλά για το αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ, για τους τυχοδιωκτισμούς του, για την απολιτική πόλωση «μνημόνιο-αντιμνημόνιο». Το σημερινό κυβερνητικό κόμμα, στα χρόνια της κρίσης μετά το 2010, αντί να προετοιμάσει πολιτικές για Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο προς το μέλλον, που αλλάζουν την ελληνική κοινωνία στηρίζοντας τους πιο αδύναμους, δραπέτευσε στον «αριστερό» εθνικισμό και καθηλώθηκε στην αντι-ιστορική παρελθοντολογία περί Εμφύλιου και Κατοχής. Όμως άν παραγνωρίζεις την πραγματικότητα και καθυστερείς να την αντιμετωπίσεις, αυτή τιμωρεί. 
      
    Στα κείμενά σας ασκείτε κριτική στη νοσταλγία, αντιθέτως τη συναντάμε τόσο στα λογοτεχνικά σας κείμενα όσο και στις μουσικές που διαλέγετε και ανεβάζετε στο facebook. Αυτό δε είναι κάπως αντιφατικό;
    Νομίζω δεν υπάρχει αντίφαση γιατί το πρόβλημα είναι να μη μεταβάλλεται κάτι σε ιδεολογία. Από τη στιγμή που ο τόπος, η ιδιαίτερη πατρίδα, οι σχέσεις μεταβληθούν σε ιδεολογία και κατασκευάσεις ένα πρόταγμα, υπάρχει πρόβλημα. Γίνεται ιδεολογική χρήση του βιώματος. Γίνεται εθνοφολκλόρ. Αν, αντίθετα, αποδραματοποιήσεις τη νοσταλγία και τη δεις σαν μια ατομική σχέση που μπορεί να εμπλουτίσει την κατανόηση του παρόντος είναι κάτι άλλο.
         
    Ας μιλήσουμε λοιπόν για το παρόν και την κατανόησή του
    Ζούμε μια κρίση. Είναι μια φάση όχι ακριβώς μετάβασης αλλά στασιμότητας. Αυτό που βλέπω είναι ότι δε βγήκε κανένα νέο παράδειγμα όχι απλώς διακυβέρνησης, αλλά ακόμα και απλής διαχείρισης Το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη. 
          
    Υπάρχει κάποια εξήγηση γι αυτό;
    Είμαστε στη λογική της ευκολίας. Ο ριζοσπαστισμός που γεννήθηκε μέσα στα τελευταία χρόνια ως αντίδραση, ως άρνηση του προηγούμενου συστήματος εξουσίας των ανθρώπων, δε γονιμοποίησε κάτι καινούργιο, πραγματικές αλλαγές, αλλά δημιουργεί ουσιαστικά μια τάση παλινόρθωσης του προμνημονιακού καθεστώτος ή πλευρών του προμνημονιακού συστήματος. 
    Pieter Bruegel, Αλυσοδεμένοι Πίθηκοι 1592
    Pieter Bruegel ο Πρεσβύτερος,
    απόσπασμα από πίνακα

    Γιατί συνέβη αυτό;
    Γιατί δε συνοδεύτηκε από μια αυτοκριτική, από μια σκέψη για το τι πάει άσχημα στο εσωτερικό σύστημα. Η κυβερνητική λογική λειτούργησε και λειτουργεί με όρους μνημόνιου - αντιμνημόνιου. Αυτός ο όρος, το «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», παράγει αντιπολιτική ή επιστροφή σε πλευρές ενός παρελθόντος, χωρίς να δημιουργεί κάτι μεταρρυθμιστικό, έστω αριστερά μεταρρυθμιστικό με όρους του κοινωνικού ζητήματος. Στην Ελλάδα υπήρξε κοινωνικό ζήτημα. Υπήρξε διεύρυνση της φτώχειας, των ανισοτήτων, της ανεργίας. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα πολιτισμικό ζήτημα, με πρόβλημα κοινωνικών συμπεριφορών και λαϊκισμού. Υπήρξε κοινωνική οδύνη. Η απάντηση δε θα μπορούσε να είναι λοιπόν συμβατική. Έπρεπε να πάει κανείς παραπέρα, να επινοήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αυτό το πράγμα δεν έγινε και η κύρια δύναμη που της ανέθεσε η δυναμική των πραγμάτων, όχι μόνη της, αλλά σε διάλογο με άλλες δυνάμεις, να το φέρει εις πέρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε στην ευκολία. Πήγε σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό βασισμένο περισσότερο στη μνήμη, τη νεανική μνήμη, τη μνήμη του ΕΑΜ ή σε άλλες μνήμες, όπως τον αντιφασισμό. Όμως αυτό δεν παράγει κάτι καινούργιο, δεν είναι δημιουργικό και κατέληξε σε αυτό το υβρίδιο με τους ΑΝΕΛ. Και αυτό ως λογική κατάληξη του αντιμνημονιακού. Έχουμε καταλήξει στα πολιτικά αδιέξοδα της στιγμής επειδή δε φτιάχτηκε μια πραγματική κατάφαση στο «τι θέλω εγώ να συμβεί στο ελληνικό σύστημα εξουσίας, στην ελληνική οικονομία, στο ελληνικό πανεπιστήμιο». Η επένδυση έγινε σε μια εύκολη αρνητική προσέγγιση, στην απόρριψη του άλλου ως κακού, μειοδότη ή προδότη.
      
    Αυτές οι διαπιστώσεις σας ενοχλούν σήμερα;
    Το λέω με στενοχώρια γιατί το 2010 και το 2011 έκανα την υπόθεση ότι χρειάζεται μια αλλαγή παραδείγματος και ότι δε μπορούσες να πας προς αυτή την αλλαγή με όρους κέντρου ή συναίνεσης. Υπέθετα ότι χρειάζεται να τραβήξεις τη διαπραγμάτευση προς τη ριζοσπαστικότητα. Όχι όμως προς τον εθνικισμό, όχι προς την αθώωση της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Το να μιλάς για την κοινωνία απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό είναι ένα εξαιρετικά αφηρημένο πράγμα. Γιατί μέσα στην κοινωνία υπάρχει το μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων που αναπαρήγαγε ανισότητες, αναπαρήγαγε πολιτική διαφθορά, εκμεταλλευτικά συστήματα. Και ξαφνικά τι γίνεται; Υπάρχει μια συνολική οπισθοδρόμηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ επαναφέρει την αντίληψη μητρόπολης - περιφέρειας. Ξαναγυρίζουμε στην ανάλυση που έκανε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ το 75 - 77. Η μητρόπολη και η περιφέρεια, ο ιμπεριαλισμός - ο λαός, σχήματα που μας γυρίζουν στις πιο παρωχημένες εκδοχές της αριστεράς και κεντροαριστεράς. Είναι σχήματα που λειτούργησαν και έφεραν ψήφους, αλλά δεν προκύπτει από αυτά καμία σκέψη για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
     
    Η δική σας ανάλυση θα ήταν αποτελεσματική για ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει;
    Ομολογώ ότι αν εισακουγόταν η δική μου ανάλυση μπορεί να μην έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί έπρεπε να μιλήσει διαυγώς και ορθολογικά, να κάνει μια πιο ζόρικη ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας βγάζοντας ευθύνες και προς τα κάτω, όχι μόνο προς τα πάνω, χωρίς όμως ισοπεδωτισμούς.
      
    Αυτό προφανώς και δεν εξυπηρετεί μια μελλοντική κυβέρνηση.
    Όχι, δεν εξυπηρετεί. Εξυπηρετούν άλλες απλουστεύσεις όπως η λογική που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, το «εμείς ή αυτοί». Το αποδομώ γιατί το θεωρώ ένα πολύ μοιραίο και αρνητικό σύνθημα. Παίρνεις την πολυπλοκότητα της κατάστασης και φτιάχνεις ένα δυαδικό σχήμα, μανιχαϊστικό, το οποίο - για να μιλήσω ρεαλιστικά - συναθροίζει και συνασπίζει τις δυσαρέσκειες, τις δυσφορίες, τις αρνήσεις. Αυτή είναι η μισή δουλειά. Η υπόλοιπη είναι η θέση και η σύνθεση. Εκεί λοιπόν το «εμείς ή αυτοί» λειτούργησε καταστροφικά. Δε μπορεί να παράγει τις συναινέσεις ή τις συναντήσεις που χρειάζεται οποιαδήποτε στιγμή κρίσης για να ξεπεραστεί. Δε μπορείς να λειτουργείς με όρους ενός μεταφυσικού εμφυλίου, ενοχοποιώντας την αντίπαλη άποψη ως εθνικά και κοινωνικά ύποπτη.
     
    Εννοείτε την καχυποψία που διαπερνά και την κοινωνία σήμερα;
    Όλες οι ύστερες μοντέρνες κοινωνίες, ακόμα και αυτές με ιδιόμορφες ή αρχαϊκές πλευρές όπως η ελληνική, είναι κοινωνίες της καχυποψίας και όχι της δημιουργικής αμφιβολίας. Δε θέτουν σε διερώτηση μια πραγματικότητα ή προηγούμενες θέσεις. Υπάρχει η κουλτούρα της καχυποψίας και της διαβολής. Η καχυποψία παράγει μόνο ένα μικρομίσος, έναν κοινωνικό φθόνο.
      
    Πού πιστεύετε ότι οδηγούμαστε;
    Ο φόβος μου είναι ότι οι αδεξιότητες, οι ανεπάρκειες, οι αποτυχίες, οι τυχοδιωκτισμοί του τώρα μπορεί να οδηγήσουν σε μια άλλη ριζοσπαστικότητα νέου τύπου. Στο εκκρεμές, όπου ο εθνικισμός θα χάσει αυτά τα εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά και θα γίνει σκέτα μνησίκακος. Θα δούμε, ενδεχομένως, μια στροφή, γιατί η ματαίωση προσδοκιών στα λαϊκά στρώματα τείνει συχνά προς μια λαϊκή δεξιά και όχι προς μια δημιουργική και έλλογη κεντροαριστερά η οποία θα συνδιαλεγόταν με την αριστερά.
    Χαλκογραφία του Pieter Bruegel του Πρεσβύτερου
    Το παιχνίδι της κεντροαριστεράς συγκρότησης θεωρείτε ότι χάθηκε;
    Είναι πολύ δύσκολο. Δε θεωρώ ότι χάθηκε οριστικά, είναι όμως δύσκολο γιατί υπάρχει υποκειμενισμός και αγώνας δικαίωσης για ομάδες και πρόσωπα. Ο καθένας μπαίνει στην αρένα της πολιτικής ή της ιστορίας γιατί πρέπει να δικαιώσει την ταυτότητά του και το άτομό του. Και θεωρώ μοιραίο ή πολύ αρνητικό - που αποδείχτηκε αυτά τα χρόνια - ότι δε σκεφτόμαστε τα προβλήματα, αλλά την ταυτότητά μας. Η αριστερά πολλές φορές σκέφτεται με όρους δικαίωσης της ιστορίας ή της ήττας της. Επιχειρεί να αναπληρώσει τις απώλειες του παρελθόντος ή να δικαιώσει το παρελθόν της και υποτιμά το καθήκον του να απαντήσει στο σημερινό πρόβλημα, το οποίο περνά σε δεύτερο πλάνο. Αυτό το συναντά κανείς και στην κεντροαριστερά αλλά και σε πιο μετριοπαθείς χώρους. Στην Ελλάδα παίζουν ρόλο και τα πρόσωπα και οι παρέες. Και τι άλλο είναι ο εύκολος εθνικισμός και η κοινωνική δημαγωγία παρά το να επαναπαύεται κάποιος σε αυτό που του φέρνει κέρδος και τον κολακεύει. Είναι όμως πολύ εύθραυστο το ελληνικό καφενείο. Η επιβράβευση μπορεί την επόμενη στιγμή να είναι απόρριψη. Φοβάμαι ότι αριστερά και κεντροαριστερά μπορεί να βρεθούν χαμένες από μια συντηρητική παλινόρθωση με ακραία χαρακτηριστικά.
      
    Ο μετριοπαθής είναι ο μεγάλος ηττημένος της εποχής;
    Υπάρχει μια παρεξήγηση με την μετριοπάθεια. Νομίζουμε ότι ο μετριοπαθής είναι κάποιος που παίρνει στρογγυλεμένες και κάπως κομψές θέσεις, δεν υψώνει τον τόνο, φροντίζει να έχει μια μεσαία τοποθέτηση στην κλίμακα. Θεωρώ ότι αυτή είναι μια ρηχή αντίληψη της μετριοπάθειας. Η μετριοπάθεια με την καλή έννοια του όρου είναι αυτή που μπορεί σήμερα να έχει τη διαύγεια μιας τοποθέτησης που μπορεί να είναι και σκληρή. Η μετριοπάθεια είναι για μένα και η προσπάθεια να μην απωθείς το πάθος ή το συναίσθημα χάριν ενός τεχνοκρατικού ορθολογισμού. Να τα συνδυάσεις αυτά, να τα φέρεις κοντά. Αυτό είναι δύσκολο. Σήμερα τα πράγματα λειτουργούν με ασυμμετρίες. Δε λειτουργούν στρογγυλεμένα, είμαστε σε μια άλλη εποχή των άκρων. Ούτε ο ριζοσπαστισμός, αντίθετα, πρέπει να είναι κάτι κραυγαλέο ή φωνακλάδικο. Το να θεωρεί κάποιος πως είναι ριζοσπάστης όταν είναι απλώς αγενής ή περισσότερο φωνακλάς από τους άλλους, ε, αυτό είναι πολύ φτωχή και παρακμιακή αντίληψη ριζοσπαστισμού. Ο ριζοσπαστισμός μπορεί να συνδυαστεί με την μετριοπάθεια όταν κάποιος θέτει τα προβλήματα και προσπαθεί να είναι διαυγής στις απαντήσεις του ως προς αυτά. Τότε δεν αρκείται στις μισές λύσεις. Πρόκειται για την διαλεκτική παθών και νου, αρχαίο πράγμα που ξεχνάμε.
      
    Δώστε μου ένα παράδειγμα.
    Το περιβαλλοντικό. Είναι ένα σοβαρότατο ζήτημα. Εκεί δε μπορείς να πας με μικρολύσεις. Θέλεις μεγάλες παρεμβάσεις στο μοντέλο ανάπτυξης, στο μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης. Όμως το περιβαλλοντικό δεν είναι απλώς η κινηματική αντίληψη, γιατί θέλει και επιστήμη και τεχνική και να βάλεις και την πείρα αιώνα σου να δουλέψει. Θέλει και κίνημα και νου.
       
    Η ουδετερότητα τι χώρο καταλαμβάνει;
    Την ουδετερότητα δε μπορώ να την καταλάβω. Μπορώ να καταλάβω κάποιον που δυσκολεύεται να βρει εύκολα θέση στο υπάρχον παιχνίδι του πολιτικού πολέμου. Εγώ έφυγα από μια αντίληψη ριζοσπαστισμού που ανέδειξε τις προβληματικές της πλευρές αλλά δεν μπορώ να πάω στη λογική του ουδέτερου. Ουδετερότητα είναι μια στρατηγική αυτοσυντήρησης που την έχουμε όλοι σε μια φάση της ζωής μας.
    Η φάση της ζωής μας ποιά ήταν αυτά τα χρόνια;
    Τώρα ξαναμπήκαν τα κεντρικά πολιτικά πάθη στις παρέες, ξαναμπήκαν στα ζευγάρια, ξαναμπήκαν μέσα στο μικροεπίπεδο. Αυτό έβγαλε μικροεντάσεις και δυσαρέσκεια και είχε ένα ψυχικό κόστος. Και αυτό ακριβώς μπορεί να γεννήσει μια επιθυμία εξόδου από την πολιτική, μια καινούργια απολιτικότητα, ακριβώς επειδή βιώθηκε δυσάρεστα όλη αυτή η περίοδος. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι τα καινούργια εργαλεία σύγκρουσης; Γεννήθηκε μια επιθετικότητα στις συμπεριφορές και τη γλώσσα. Έχουμε μια απελευθέρωση λεκτική, μια απελευθέρωση της βρισιάς, μια άνοδο της ωμότητας και αυτό υπάρχει και σε ένα άλλο επίπεδο, ακόμα και στην τέχνη. Είμαστε υποχρεωμένοι για αναστοχασμό. Να βάζουμε ένα όριο. Το όριο είναι απελευθερωτικό γιατί ο κανόνας σε προφυλάσσει από το μετανιώσεις και γι αυτό που έχεις πει. Σε προσωπικό επίπεδο, μέσα στη φούρια της κρίσης πράγματα που είπα και έγραψα, και το παραδέχομαι, δεν τα θεωρώ υπερβολικά αλλά άδικα. Έτσι όμως λειτουργεί η ιστορία και η πολιτική. Είναι μια έκθεση και ένα ρίσκο διαρκείας.
      
    Η αρθρογραφία και η λογοτεχνία αντιπαρατίθενται;
    Ο λογοτέχνης πρέπει να προσέχει και να μην απογοητεύει το κοινό του; Όχι δε το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι υπάρχει πρόβλημα με αυτό που λέμε λογοτεχνία της κρίσης, με την πολιτική ή κοινωνική λογοτεχνία. Είμαι πάρα πολύ σκεπτικιστής, έως απορριπτικός απέναντι στη χρήση της λογοτεχνίας προκειμένου να αναδείξει κοινωνικά προβλήματα ή να συζητήσει την εποχή με όρους κοινωνιολογίας. Η σκοπιά της κοινωνικής κριτικής τείνει να «μειώνει» την πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Η λογοτεχνία έχει άλλο τόπο. Βρίσκεται εκεί όπου η δημιουργική αμφιβολία και οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ απλές. Η λογοτεχνία είναι για να περιπλέκει τη ζωή, όχι για να την απλοποιεί. Είναι η λογική της απόχρωσης, όχι της αντίθεσης.
      
    Γιατί γράφετε λογοτεχνία κύριε Σεβαστάκη;
    Γιατί από ένα σημείο και πέρα δε μπορούσα να πω πράγματα με άλλες γλώσσες. Είτε με τη γλώσσα του φιλοσοφικού δοκιμίου, είτε με τα κείμενα κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Κυρίως ήθελα να αναδείξω στιγμές, ανθρώπινες ποιότητες, πλευρές του χρόνου, πλευρές του βιωμένου χρόνου που δε μπορούν να περάσουν σε ένα κείμενο με προγραμματική γλώσσα. Η λογοτεχνία είναι η γλώσσα που μπορεί να προσεγγίσει τη λεπτομέρεια και την απόχρωση ενός προσώπου, μιας ιστορίας, μιας μνήμης και αυτό για μένα είναι σημαντικό.
      
    Ενώ ξεκινήσατε με την ποίηση, συνεχίσατε με διηγήματα. Στα οποία η μνήμη και το βίωμα είναι έντονα.
    Έχω ένα παρελθόν στην ποίηση. Και δε μπορώ να την προσεγγίσω κατασκευαστικά. Έχει μια δική της λογική η ποίηση, είναι περισσότερο ένας επισκέπτης αριστοκρατικός και λίγο σπάνιος και μπορεί για κάποιο καιρό να μην εμφανίζεται στο κατώφλι σου. Ο δοκιμιακός λόγος, ή αυτό που λέμε κοινωνική και πολιτική κριτική λειτουργεί όντως παρασιτικά. Φτιάχνει έναν τρόπο να βλέπεις τον κόσμο απ όπου φεύγει το ποιητικό στοιχείο. Η πεζογραφία είναι πιο συμμετοχική και κοινωνική αλλά ακόμα και αυτή χρειάζεται ένα μίνιμουμ απόστασης από τα γεγονότα. Για να μην είναι μια απλή καταγραφή. Τουλάχιστον εμένα, δε με ενδιαφέρει αυτό. Στη «Γυναίκα με ποδήλατο», στο πρώτο μου βιβλίο διηγημάτων, υπάρχει χρήση ενός αυτοβιογραφικού υλικού αλλά είναι πολύ διαμεσολαβημένη από τη μυθοπλασία. Είναι απατηλά αυτοβιογραφική. Στην πραγματικότητα υπάρχει μυθοπλασία ακόμα και εκεί που φαίνεται ότι πρόκειται για μια ανάμνηση. Τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλη ισχύ μέσα μου αυτός ο τρόπος έκφρασης.
     
    Γιατί φεύγει μέσα στην κρίση ένας άνθρωπος που είχε πολιτογραφηθεί σαν διανοούμενος της αριστεράς και παίρνει αποστάσεις από αυτό το ρόλο και την εικόνα και πάει στο διήγημα; Δε σας άρεσε η εικόνα σας;
    Όχι. Ένοιωσα άβολα κυρίως γιατί έπρεπε να λειτουργήσω κολακεύοντας μια ταυτότητα χωρίς να ρωτώ πλευρές της, χωρίς να γίνομαι σκληρός ή αυστηρός. Έπρεπε λοιπόν να υποδυθώ ένα ρόλο απέναντι σε ένα κοινό, που επιδοκιμάζει και ενθαρρύνει αυτή την ταυτότητα και αυτό με κούρασε και μου δημιούργησε την αίσθηση ότι «εδώ μπορώ να πω ψέμματα». Και δε θέλω να πω ψέμματα, ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους. Ούτε να αποσιωπήσω πράγματα που είναι άβολα ή ενοχλητικά για το κοινό, στα αμφιθέατρα, τις συγκεντρώσεις, στα κοινωνικά κέντρα. Γιατί ο άλλος περιμένει τον εχθρό. Αυτό σημαίνει πολιτική μέσα στην κρίση. Να ονοματίζει κανείς τον εχθρό του. Αυτό το πράγμα μου δημιούργησε την αίσθηση ότι κινδυνεύω να αρχίσω να λέω πράγματα που δεν πιστεύω για να έχω την αποδοχή του άλλου, ότι επαναλαμβάνομαι και δεν προσθέτω κάτι, ενώ η λογοτεχνία είναι ο τόπος της αλήθειας.
       
    Βάζετε την ταυτότητά σας στη λογοτεχνία;
    Βάζω την έννοια της αλλαγής, της μεταβολής. Την παρατήρηση όψεων του βίου και της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής και προσωπικής ιστορίας που δε μπορεί να τις ανεχθεί ο πολιτικός λόγος ή ο προγραμματικός λόγος του διανοούμενου που είναι λόγος της αντιπαράθεσης ή του προτάγματος. Η λογοτεχνία έχει γνώση της κοινωνίας αλλά είναι μια γνώση τρίτου τύπου.
      
    Κάνει ζημιά στην εικόνα κάποιου το να πει «έκανα λάθος στις κρίσεις μου, σε κάποιες έστω»;
    Ενδεχομένως κάνει ζημιά. Υπάρχει ένα κομμάτι του κοινού που είναι απογοητευμένο. Προτιμούσε έναν Σεβαστάκη μαχητικό. Προτιμούσε την πολεμική χρήση του λόγου, ενός λόγου που άρεσε γι αυτό. Πάντα ισχύει όμως ένας διάλογος, μια συνομιλία. Δε γράφεις για τον εαυτό σου. Θέλεις να έχεις ένα χώρο αναγνώρισης, την κοινότητα. Αλλά ισχύει ότι έκανα κάποιες επιλογές που έρχονται σε αντίθεση με πλευρές μια θέσης και μιας στάσης. Αυτό δεν είναι μικρό. Έχει κάποιο ρίσκο.
      
    Έχετε μετανιώσει;
    Μέσα σε μια πορεία πολλών χρόνων μετανιώνεις για πράγματα τα οποία έγραψες όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικό αλλά και σε άλλο επίπεδο, επειδή για παράδειγμα βιάστηκες. Αλλά δεν έχει και νόημα. Βγήκε. Έφυγε από σένα. Τον κρίνω τον εαυτό μου και αρνητικά. Η πυκνότητα των γεγονότων όλων αυτών των χρόνων ήταν τέτοια που ή έπρεπε να βγεις εκτός ιστορίας και να κάνεις τον επιτήδειο ουδέτερο, είτε θα έμπαινες στο παιχνίδι. Το θέμα είναι αν μετά από κάποια χρόνια, αναθεωρείς πλευρές, αλλάζεις οπτικές και προσθέτεις καινούργιες. Για μένα αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία. Οφείλω να πω ότι εδώ με βοηθάει η λογοτεχνία γιατί είναι ένα αίτημα διαύγειας.
      
    Το πρωταρχικό θέμα ενός λογοτεχνικού κειμένου σας;
    Δεν είμαι γλωσσοκεντρικός, εννοώ με ενδιαφέρει η γλώσσα αλλά δεν θεωρώ ότι το πρωταρχικό θέμα ενός κειμένου είναι η γλώσσα του και μόνο. Η κατασκευαστική του. Είναι το παιχνίδι της γλώσσας με ένα αναφορικό σύστημα, με μια αναφορά. Με αυτή την έννοια επικοινωνώ με μια πιο κλασική αντίληψη της λογοτεχνίας παρότι αναγνωρίζω ότι πρέπει να ενσωματώνει ο συγγραφέας καινούργιους τρόπους, καινούργιες μορφές και βλέμματα.
      
    Στο επόμενο λογοτεχνικό σας βήμα, τι θα αλλάξετε;
    Το αυτοβιογραφικό ή αυτό που φαίνεται ως αυτοβιογραφικό υποχωρεί πάρα πολύ. Τα καινούργια διηγήματα είναι μυθοπλαστικά και με κάποιες εξαιρέσεις δεν υπάρχει ο αυτοβιογραφικός τόνος. Το κέντρο είναι η παρατήρηση σχέσεων.
      
    Τους γνωρίζετε τους ήρωές σας; Τους βλέπετε γύρω σας;
    Παρατηρώ. Παίρνω λεωφορεία, περπατώ διαρκώς, έχω σχέση με τη γειτονιά μου, μια γειτονιά μικροαστική, ψωνίζω, έχω σχέσεις με τους ανθρώπους που ζουν γύρω μου, λέμε δυο κουβέντες.
       
    Την Αθήνα την ξέρετε;
    Την ξέρω, το κέντρο τουλάχιστον. Τοποθετώ εκεί πολλές ιστορίες μου. Περισσότερες από όσες στη Θεσσαλονίκη. Και μου αρκεί αυτό. Δε θέλω κάτι παραπάνω. Γενικά με τις πόλεις, με τους τόπους έχω την αντίληψη ότι αν υπάρχουν μέσα σου, αν μπορείς να τους αναπλάσεις δε χρειάζεται να επιστρέφεις ή να μένεις ή να τους επισκέπτεσαι συχνά. Δε μου αρέσει να ταξιδεύω πολύ. Ξέρετε, υπάρχει μια κατασυκοφαντημένη έννοια που είναι η ρουτίνα. Η ρουτίνα δεν είναι καθήλωση. Είναι μια απελευθερωτική καθήλωση. Ένα κόλλημα που σου επιτρέπει να ταξιδέψεις εσωτερικά, να ανακαλύψεις πλευρές. Η διαρκής καταστροφή της ρουτίνας δε σου επιτρέπει να συγκροτήσεις το βλέμμα σου. Το όλο παιχνίδι είναι ανάμεσα στην ρουτίνα και το πείραγμά της, αλλά αυτή η μεταβολή πρέπει να είναι απαλή. Να έχει κάποιες λοξές, παράδοξες πλευρές και να μη μετακινείται πανικόβλητα, βίαια, ούτε με το άγχος του να δείξει πόσο έξυπνος και πόσο επινοητικός μπορεί να είσαι. Είναι εντέλει ο τρόπος να βαθαίνεις σε μια εμπειρία. Είναι όπως με τους ανθρώπους. Εξαντλώντας πολύ γρήγορα κάποιον, τον αδικούμε. Δυστυχώς, όλοι το κάνουμε.
        
    * Ανάλογα με την απομάγευση του κόσμου, όπως την αναφέρει ο Μαξ Βέμπερ ως στοιχείο της διαδικασίας τυπικού εξορθολογισμού των κοινωνιών
    «εξοβελισμό της μαγείας ως τεχνικής σωτηρίας» Πηγή: www.lifo.gr
    Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο Νικόλας Σεβαστάκης ασχολήθηκε με την ποίηση, το φιλοσοφικό δοκίμιο, την κριτική και την πολιτική θεωρία. H συνέντευξη αυτή, για την πολιτική, την κοινωνία, τη νοσταλγία, τη λογοτεχνία και τη ρουτίνα, δόθηκε στη Θεσσαλονίκη. 
    * Τα 32 μικρά πεζά, διηγήματα και βινιέτες υπό τον τίτλο  «Γυναίκα με Ποδήλατο» του Νικόλα Σεβαστάκη, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις
    Πηγή: www.lifo.gr
      
      
     
    Στον ιστότοπο Μετά την Κρίση, κείμενα του Νικόλα Σεβαστάκη:
       
    Αντι-αποικιακός αγώνας και «Κούγκι» ή δικαιοσύνη και ειρήνη; (Μάρτιος 2013)
       
       
    Μετά την Κρίση - Αποκλίσεις - Νικόλας Σεβαστάκης: Οι λέξεις εκδικούνται / Ευρωπαïκός δρόμος μετά την καμπή; / Τα ανοιχτά ερωτήματα της Σοσιαλδημοκρατίας
     

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...