Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος ρατσισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φασισμος ρατσισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016

ισως ειναι η γενικευση της αμφιβολιας - που καταληγει σε αμφιθυμια -

ισως ειναι η γενικευση της αμφιβολιας - που καταληγει σε αμφιθυμια -
---------------------------------
ο Ηθικός σχετικισμος που αναδυεται απο καθε πηγή λογου της εποχής μας ( απο την τηλεοραση , το Ιντερνετ , την επιλογή ''σεναριων '') και η γενικευμενη συγχυση που την ακολουθει ( ως διαρκής αμφιθυμια καθε πια συλλογικου η ατομικου υποκειμενου) που προκαλει και την επιθυμια Φυγής προς την ''απλη'' ''φυσική '' αμεσοτητα της Βιας , του φασισμου και φονταμενταλισμου: αν η διαρκής αμφιβολια διεγειρει την σκεψη και παραλυει το σωμα , η ενεργητική αρνηση της αμφιβολιας κανε ακριβως το αντιθετο: ανταποκρινεται στο αιτημα της εποχής για Δραση, στροφή στο Παρον , στη σωματικότητα , ενεργητικότητα , ζωτικότητα : η Γοητεια του φασισμου να βρισκεται στην γοητεια της δρασης ως αντιδοτο της σκεψης ( ισως )

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ο ΜΙΚΡΟΑΣΤΟς ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ -ZYGMUNT BAUMAN O πολιτισμός ως πράξη.(1973)



Yπαρχει ένας κοινωνικός τύπος (και όχι κοινωνική τάξη) προορισμένος από την κοινωνική τουθεση να είναι κύριος υποστηρικτής του δεξιού εξτρεμισμού.
Τον τύπο αυτόν από τον ΜΑΡΞ και έπειτα ονομάζουμε μικροαστό..
Για να θυμηθούμε τον Ρολαν Μπαρτ " ο μικροαστός είναι ανίκανος να φανταστεί τον Άλλο. Αν ο άλλος παρουσιαστεί μπροστά του ο μικροαστός τυφλώνεται τον αγνοεί και τον αρνιέται η τον μετατρέπει σε έτερον εγώ ...Κι αυτό γιατί ο Άλλος αποτελεί σκανδαλοπου επιβουλεύεται την ουσία του''..
Δεν υπάρχει χωρος για τον Άλλο στο κλειστό νοηματικό σύμπαν του μικροαστού επειδή η ουσία του είναι ο οικουμενικός, ακατάπαυστα και μονότονα επαναλαμβανόμενος αντικατοπτρισμός ενός και του αυτού υπαρκτικού πρότυπου: του Μέσου Όρου που εξυψώνεται στο απολυτό ύψος της Καθολικότητας.
Ο Τρόπος ύπαρξης του Μέσου Όρου είναι το γλοιώδες ' αποτελεί μάλιστα το πρότυπο του γλοιώδους.

ZYGMUNT  BAUMAN  O πολιτισμός  ως πράξη.(1973)μετάφραση Γιαννης  Σκαρπελος Εκδόσεις Πατάκη 1994   σ 197

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ: ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ - ΟΙ ΡΩΣΣΟΙ




 Οι Ρώσοι του Μαουτχάουζεν


 Το στρατόπεδο γέμισε ρώσικες σημαίες.Οι Ρώσοι του Μαουτχάουζεν πολίτες παρτιζάνοι,«μπολσεβίκοι αιχμάλωτοι πολέμου»‐ γυρίζανε νικητές στην πατρίδα τους  Έξω από την πύλη είχε παραταχθεί ένα τιμητικό απόσπασμα από τους Αμερικάνους στρατιώτες.
Ο διοικητής κι όλοι οι αξιωματικοί ήταν εδώ Ανώτεροι αξιωματικοί και ήρωες του Κόκκινου Στρατού θα'
ρχονταν για να πάρουν τους συμπατριώτες απ' τ στρατόπεδο .
Στην πλατεία ήταν πατείς με πατώ σε. Οι Ρώσοι είχαν μαζευτεί στην κάτω μεριά της πλατείας
.
Ολόγυρα όλοι οι άλλοι.Τους κοιτάζαμε σα ναχαν τη γιορτή τους
.
Κι αυτοί καμαρώνανε και γελούσαν μέχρι τ'αυτιά
.
Οι αξιωματικοί κι οιήρωές τους ήρθανε με τζιπ βαμμένα σε χρώμα σταχτί
.
Οι μικρές σημαίες πάνω στο δεξί φτερό ήτανσαν λουλούδια ροδιάς
.
Πηδήσανε σβέλτα απ'αυτοκίνητα,αγκαλιαστήκανε με τους Αμερικάνους, φιληθήκανε σταυρωτά
.
 Οι σημαίες τινάχτηκαν ψηλά.
 Οι ζητωκραυγές που ξεσπάσανε τους ξάφνιασαν
.
Μείνανε μισαγκαλιασμένοι και κοιτάζανε το Μαουτχάουζεν που παραληρούσε
.
 Κίνησαν προς τα μέσα
.
 Οι χιλιάδες Ρώσοι άρχισαν να τραγουδούν όλοι μαζί τη Βαρσαβιάνκα
...

« Άνεμοι
 ,
θύελλες γύρω μας πνέουν 
 ,
 τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν 
 ,
 σ'ύσερη μάχη μπλεκόμαστε τώρακι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν ...».

Πάντα τραγουδούσαν οι Ρώσοι του Μαουτχάουζεν
.
τραγουδούσαν σχεδόν κάθε νύχτα.Χαμηλά, βαθιά,μουρμουριστά
.
Ήρεμοι τόνοι,ίσιοι,μεγάλοι απέραντοι όπως η Ρωσία
.
Πηγαίναμε στις  παράγκες τους
.
Κλείναμε τα μάτια κι ακούγαμε
.
Ένα πλατύ ποτάμι κυλούσε αργά ανάμεσα απόλιβάδια και μας έπαιρνε στο ρεύμα του
.
Φεύγαμε,δραπετεύαμε,γλιτώναμε μέσα στις  καταπράσινες πεδιάδες των τραγουδιών
.
Η φλόγα έκαιγε τους νεκρούς μέρα και νύχτα,η άμμος του ποταμού και οι πέτρες του λατομείου πίνανε αίμα
.
Οι Ρώσοι τραγουδούσαν.Εμείς ακούγαμε .
Τα  ρωσικά τραγούδια ήταν οι εκκλησίες του Μαουτχάουζεν
.
Εκεί πηγαίναμε όλοι να λειτουργηθούμε και να μεταλάβουμε θάρρος
.

Ω αγία Ρωσία έλεγε ο Μανουέλ Μούνχιος
.

Ω κόκκινη Ρωσία ,απαντούσε ο Μαρτινές
.

Κόκκινη ή λευκή η Ρωσία είναι πάντα αγία ,έλεγε και ξανάλεγε ο Μούνχιος
.
 Κι ο ΕςΕς διοικητής του στρατοπέδου  ,κάθε φορά που μια καινούρια αποστολή με Ρώσουςαιχμάλωτους γέμιζε τη μεγάλη πλατεία τους κοίταζε ενθουσιασμένος κι ύστερα φώναζε :«Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου
,
θα σας κάμω ένα κοπλιμάν :Σας μισώ όσο και τους Εβραίους».

 
Οι ΕςΕς αξιωματικοί του Μαουτχάουζεν θαυμάζανε το διοικητή
.
Ήταν σταντάρτεν φύρερ ,ήταν γκαουλάιτερ του Λιντς ήταν προσωπικός φίλος του Χίμμλερ
.
Όταν ο διοικητής έλεγε ενθουσιασμένος :«Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου  ,θα σας κάνω ένα κοπλιμάν :σας μισώ όσο και τουςΕβραίους »,οι υφιστάμενοί του ξεκαρδίζονταν στα γέλια ,τους έρχονταν κέφι ,είχαν εμπνεύσεις .Ο όμπερσαρφ φύρερ Σουλτς συμπλήρωνε :«Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου,έχω να σας πω ένα ευχάριστο νέο:Ο κύριος Διοικητής σας μισεί όσο και τους Εβραίους»... Οι αξιωματικοί πατούσαν καινούρια γέλια.
Ο υποδιοικητής Μπαχμάγερ έπιανε σειρά :«Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου ,εγώ θα σας πω κάτι διαφορετικό :Σας μισώ το εν δέκατον απ'όσο μισώ τουςΕβραίους !Αλλά το δικό μου "εν δέκατον "είναι πάρα πολύ». Ο Μπαχμάγερ έλεγε το
«αστείο» του ψυχρά ,σοβαρά ,κι όση ώρα οι συνάδελφοί του γελούσαν με το «κάτι διαφορετικό» αυτός απαθής άναβε τσιγάρο ή ρωτούσε τους παραγκάρχες«γιατί η καμινάδα της κουζίνας βγάζει τόσο πολύ καπνό ;»
 Στις ομάδες«ειδικής μεταχειρίσεως»όπου οι κρατούμενοι φορτωμένοι αγκωνάρια ανέβαιναν ταδιακόσα είκοσι πέντε σκαλοπάτια του Βίνερ Γκράμπεν ..
 Στα ξεσκαρώματα των βράχων του λατομείου ,όπου οι πιο πολλοί πολτοποιούνταν απ ''τουςβράχους που κυλούσαν απάνω τους
...
 Στις ξερολιθιές του Δούναβη ,όπου χειμώνακαλοκαίρι οι χτίστες δούλευαν μέσα στο νερό
...
 Παντού όπου η δουλειά ήταν μαρτύριο και βέβαιη εξόντωση
,
το «κοπλιμάν» του Ζίρας ,το «ευχάριστο νέο''του Σουλτς ,το«εν δέκατον»του Μπαχμάγερ έμπαιναν σ'εφαρμογή
.
 Ταυτόχρονα γίνονταν κι οι σφαγές
.
Στην αρχή κανείς δεν καταλάβαινε ποιας οργής ξεθύμασμα ήταν
.
 Με τον καιρό όμως έγινε φανερό πως συνοδεύανε τ'ανακοινωθέντα της Βέρμαχτ
...

«Το Στάλινγκραντ εγκατελείφθη»

«Ο εχθρός επιτεθείς με υπερτέρας δυνάμεις ανακατέλαβε το Ορέλ».

«Ρωσικαί δυνάμεις εισήλθον εις Χάρκοβο».

«Υπεχρεώθημεν να συμπτυχθώμεν δυτικώς και νοτίως του Σμολένσκ».

«Εχθρικαί δυνάμεις περιεκύκλωσαν το Κίεβο».

«Το Μινσκ ελέγχεται από ρωσικάς δυνάμεις».

«Μεμονωμένα εχθρικά τμήματα διέβησαν τον ποταμόν Βιστούλα».

«Η Καινιξβέργκ τελεί υπό απειλήν καταλήψεως από τον εχθρόν».

«Εντός της πόλεως του Ντάντσιχ συνεχίζονται οδομαχίαι».

«Ρωσικαί δυνάμεις εισήλθον εις Βαρσοβίαν».

«Ο εχθρός επέτυχε μερικήν διάβασιν του Όντερ».
 Οι Ρώσοι του Μαουτχάουζεν φύγανε
.
Όσοι ήταν εξαντλημένοι,με αυτοκίνητα
.
οι άλλοι ξορκίζοντας με τα τραγούδια και τις σημαίες στους δρόμους τους στρωμένους μ'αποκαΐδια ,
πήγανε περπατώντας ως το σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού

«Ποτέ πια!...
Ποτέ πια!:..
Ώρα καλή


 ΠΗΓΗ:https://www.scribd.com/doc/73400067/%CE%9C%CE%B1%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%87%E1%BD%B1%CE%BF%CF%85%CE%B6%CE%B5%CE%BD-%CE%99%E1%BD%B1%CE%BA%CF%89%CE%B2%CE%BF%CF%82-%CE%9A%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%BD%E1%BD%B3%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82
...



Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η ανάγκη για μία φιλοσοφία της ιστορίας της Αριστεράς υπό μαρξικό πρίσμα/ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΥΠΟΔΑ

Η ανάγκη για μία φιλοσοφία της ιστορίας της Αριστεράς υπό μαρξικό πρίσμα

Η ανάγκη για μία φιλοσοφία της ιστορίας της Αριστεράς υπό μαρξικό πρίσμα
[Δημοσιεύουμε παρακάτω την εισήγηση της Δώρας Βέττα, μέλους της διεθνούς ομάδας του Πλατύποδα, στην ανοιχτή συζήτηση που διοργανώσαμε πρόσφατα με θέμα “Η επικαιρότητα του μαρξισμού (;)”].
—————————————————————————————————————————————————————————
 γαλλική επανάσταση«Η ιστορία όλων των κοινωνιών που υπήρξαν μέχρι σήμερα είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων[1]». Με αφορμή την περίφημη αυτή φράση από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αντόρνο[2] ακολουθώντας τον Μπένγιαμιν [Θέσεις πάνω στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, 1940] παρατήρησε ότι αυτή η σύλληψη των Μαρξ και Ένγκελς, όλης της ιστορίας ως της ιστορίας των ταξικών αγώνων, ήταν εν τοις πράγμασι μία κριτική όλης της ιστορίας· η κριτική της ίδιας της ιστορίας.
Η ιστορία είναι έννοια της αστικής κοινωνίας. Η τελευταία, καθώς στρέφει το βλέμμα της προς τα πίσω, αφομοιώνει ό,τι υπήρξε πριν από αυτήν στο όνομα της δικής της αναγκαιότητας. Ό,τι είχε προηγηθεί είχε λάβει χώρα, προκειμένου να αναδυθεί η αστική κοινωνία, ως η κοινωνία της ελευθερίας. Έτσι, η αστική κοινωνία νοηματοδοτεί όλη την προηγούμενη πορεία ως την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού και κατανοεί τον εαυτό της ως το υψηλότερο στάδιο που έχει κατακτηθεί εντός του. Με αυτόν τον τρόπο εισάγει την ίδια την ιστορικότητα ως διαδικασία [ιστορία ως η πρόοδος στην συνείδηση της ελευθερίας] και την καθολικότητα της έννοιας του πολιτισμού. Δεν υπάρχει πολιτισμός με την νεώτερη σημασία του πριν την άνοδο της αστικής κοινωνίας.
Αυτό που είναι κρίσιμο εδώ είναι η εσωτερική προοπτική της αστικής κοινωνίας. Η τελευταία συλλαμβάνει την προϊστορία της αναδρομικά. Με αυτό τον τρόπο την θέτει και την οικειοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι η κοινή παράσταση περί ιστορίας, ως μίας γραμμικής διαδοχής σταδίων στην πορεία μίας εξέλιξης δε μας παραδίδεται από το παρελθόν, αλλά είναι η προβολή που κάνουμε εμείς, ως μοντέρνοι  επί του παρελθόντος. 
Η άνοδος της νεωτερικής κοινωνίας των «αστών» ή της κοινωνίας του σύγχρονου αστικού κέντρου σηματοδότησε μία ρήξη με κάθε προγενέστερη μορφή κοινότητας. Η ριζοσπαστική αυτή αλλαγή περιγράφεται γλαφυρότατα στο Μανιφέστο: «Μέσα στην ιστορία, η αστική τάξη διαδραμάτισε έναν εξόχως επαναστατικό ρόλο……[Αυτή]..δεν μπορεί να υπάρχει αν δεν επιφέρει αδιάκοπα επαναστάσεις στα μέσα παραγωγής και μαζί τους σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Η διατήρηση σε αμετάβλητη μορφή των παλιών τρόπων παραγωγής ήταν, απεναντίας, ο πρώτος όρος ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Οι συνεχείς επαναστάσεις στην παραγωγή, η αδιάκοπη αναστάτωση όλων των κοινωνικών συνθηκών, η αιώνια αβεβαιότητα και κινητικότητα, ιδού τι διακρίνει την εποχή της αστικής τάξης από όλες τις προηγούμενες. Όλες οι παγιωμένες, καθηλωμένες στέρεες σχέσεις και οι ουραγοί τους, η συνοδεία τους από σεβάσμιες προκαταλήψεις, παραστάσεις και απόψεις, σαρώθηκαν· και όλες οι νεότευκτες απαρχαιώνονται προτού καν αποστεωθούν. Ό,τι ήταν στερεό εξαϋλώνεται, ό,τι ήταν ιερό βεβηλώνεται και οι άνθρωποι υποχρεώνονται πια να αντικρύσουν με βλέμμα νηφάλιο τις πραγματικές συνθήκες της ζωής τους και τις σχέσεις μεταξύ τους..[3]».
Η εξέγερση της αστικής τάξης εγκαθιδρύει την κοινωνία ως κοινωνία ανεξάρτητων, συναλλασσόμενων ατόμων, ως κοινωνία της εργασίας και της καθολικής συσχετιστικότητας. Έτσι, η κεντρική ιδέα είναι η εργασία, η παραγωγή της αυτοτέλειας ενός εκάστου διαμέσου της υλικής αναπαραγωγής της κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, όλη η ιστορία εμφανίζεται ως η ιστορία διαφορετικών, προοδευτικά αναπτυσσόμενων τρόπων παραγωγής, διαφορετικών «οικονομιών». Η άνοδος της αστικής κοινωνίας είναι η άνοδος της οικονομίας καθ’ εαυτήν. Ακολούθως και ομοίως, ήταν η άνοδος της πολιτικής ως πολιτικής, της τέχνης και της φιλοσοφίας. Όσο κι αν είναι αληθές ότι οι τελευταίες αποτελούσαν μορφές κοινωνικής παραγωγής και πριν τη νεωτερικότητα, άλλο τόσο καλούμαστε να αναγνωρίσουμε ότι ωστόσο κατακτούν την πλήρη αυτονομία και ελευθερία κατά τη νεώτερη εποχή. Επί παραδείγματι, η τέχνη δεν τίθεται απλώς στην υπηρεσία της θρησκείας, αλλά υπάρχει ως τέτοια, για τον εαυτό της· η φιλοσοφία δεν είναι πλέον μία αλλοτριωμένη μορφή του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά επιστρέφει στο υποκείμενο, επιτυγχάνει την αυτοκατανόησή της. Όπως παρατηρεί ο Μαρξ «….τώρα η Φιλοσοφία έχει εκκοσμικευθεί και η πιο λαμπρή απόδειξη αυτού είναι ότι η φιλοσοφική συνείδηση η ίδια έχει συρθεί στην ένταση της μάχης όχι μόνον εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά…..[4]». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτές οι έννοιες προϋπήρχαν -ας πούμε στην κλασική αρχαιότητα- και άρα η νεωτερικότητα έρχεται απλά να τις επαναλάβει. Πολύ πιο διαφωτιστικό θα ήταν όμως, αν αναρωτηθούμε αντιστρόφως πώς προέκυψε ο χαρακτηρισμός αυτής της συγκεκριμένης περιόδου της ιστορικής αρχαιότητας ως κλασικής-εδώ καθίσταται σαφές ότι ανακαταλαμβάνουμε τον αρχαίο κόσμο, τον παραδοσιακό πολιτισμό επιλεκτικά· ότι διαχωρίζουμε τα στοιχεία εκείνα που είναι εγγύτερα στη δική μας εποχή και μάλιστα στην σύγχρονη έννοια ελευθερίας.                    
Έτσι, αν είναι να συλλάβουμε την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού ως ένα συνεχές, θα πρέπει να το δούμε ως ένα συνεχές υπό την κατηγορία του ριζικού του μετασχηματισμού. Η συνέχεια αποκαθίσταται μέσα από τη μεταβολή και τη διάρρηξη της γραμμικότητάς της. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Μαρξ είδε στην άνοδο της αστικής εποχής τον επαναστατικό μετασχηματισμό όχι μόνον ενός κόσμου αλλά και του ίδιου του κοσμοειδώλου, δηλαδή της ίδιας μας της παράστασης περί αυτού του κόσμου. Πράγματι, μία θεμελιώδης προϋπόθεση του μαρξισμού είναι ακριβώς η συνείδηση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αστικής εποχής που την διακρίνει από κάθε άλλη περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού. Για να καταστεί αυτό σαφές, ας τεθεί το ζήτημα υπό το ευρύτερο δυνατό πλαίσιο: αν ακολουθήσουμε την αναστοχαστική προβολή της αστικής κοινωνίας επί του παρελθόντος, θα πρέπει να πάμε πίσω 10.000 χρόνια περίπου στον εμπειρικό χωροχρόνο, στην απαρχή του πολιτισμού και της ταξικής κοινωνίας, όπου ανατρέχει η ίδια η αστική σκέψη, προκειμένου να χαράξει το όριο ανάμεσα στον εαυτό της και την ετερότητά της, τη «φυσική κατάσταση». Φαίνεται ως εάν κατά τον χρόνο πριν την απαρχή του πολιτισμού, το ανθρώπινο ον να είναι αφομοιωμένο στη φύση, ενώ μετά από αυτήν η φύση να αφομοιώνεται σταδιακά στο ανθρώπινο ον. Πρόκειται  δηλαδή για την περίοδο μίας μεγάλης ιστορικής αλλαγής, τη μετάβαση από τον νομαδικό τρόπο ζωής στην συγκρότηση κοινοτήτων με σταθερή εγκατάσταση σε μία γη, στην ανάπτυξη της γεωργίας και την σταδιακή εμφάνιση θεσμών της κοινοτικής ζωής. Ο κυρίαρχος τρόπος διαβίωσης πέρασε από τον κυνηγό-τροφοσυλλέκτη στον καλλιεργητή-αγρότη και αυτό σηματοδότησε εν πολλοίς την οκονομία του λεγόμενου παραδοσιακού πολιτισμού.
Μία ανάλογης σημασίας μετάβαση έλαβε χώρα κατά την ανάδυση της νεωτερικότητας, όπου ο κυρίαρχος τρόπος διαβίωσης πέρασε σταδιακά από τον αγροτικό σε αυτόν του εργάτη του αστικού κέντρου: μισθωτός, κατασκευαστής και βιομηχανικός παραγωγός. Η συνέχεια αυτής της εξέλιξης, η έλευση της βιομηχανικής επανάστασης, που έλαβε χώρα κατά τον ύστερο 18ο και πρώιμο 19ο αιώνα έφεραν στο φως  όψεις της αστικής εποχής που έθεσαν εν εμφιβολία τις πεποιθήσεις των πρώτων στοχαστών της περί ενός «τέλους της ιστορίας» με τη μετάβαση προς την κοινωνία της ελευθερίας που οραματίστηκαν.   
 Τον 19ο αιώνα στην σκέψη του Μαρξ έρχεται η επίγνωση ότι η αστική κοινωνία με όλες της τις κατηγορίες, του «αστικού δικαιώματος», της «ατομικής ιδιοκτησίας» και της «αξιοποίησης της εργασίας» συντάσσεται και μεσολαβείται από την εργασία, από την οποία και αποσπάται η ατομική ιδιοκτησία. Ήδη από την εποχή συγγραφής του Μανιφέστου, ο Μαρξ βλέπει την εμφάνιση του προλεταριάτου ιστορικά και την κατανοεί διορατικά ως γενική μοίρα της κοινωνίας υπό το κεφάλαιο. Ο Μαρξ έθεσε το ερώτημα αν και με ποια αναγκαιότητα η ανθρωπότητα υπό προλεταριακή μορφή δύναται να απελευθερώσει τον εαυτό της, ή αν το προλεταριάτο μπορεί να υπερβεί και να καταργήσει τους όρους ύπαρξής του. Με άλλα λόγια, στην σκέψη του Μαρξ υπάρχει η συνείδηση ότι η αστική κοινωνία, όντας η ίδια αποτέλεσμα μίας μετάβασης, είναι και η ίδια μεταβατική: η ίδια αποκαλύπτει έναν επαμφοτερίζοντα χαρακτήρα, καθώς τίθεται ως η στιγμή κορύφωσης του πολιτισμού και συνάμα [ως η στιγμή] δυνατότητας μίας μεταπολιτισμικής μορφής της ανθρωπότητας: η αστική κοινωνία παραπέμπει πέραν του εαυτού της.
Αν διαβάσουμε την σκέψη του 18ου αιώνα μέσα από τους στοχασμούς του Ρουσσώ και μέσα σε αυτούς εντοπίσουμε μία κριτική αποτίμηση της ανόδου της αστικής εποχής, τότε η τελευταία μας αποκαλύπτεται ως η κρίση της ιστορίας του πολιτισμού: μέσα από την υποθετική επίκληση σε μία «φυσική κατάσταση», ως της συνθήκης εκείνης κατά την οποία η ανθρωπότητα τοποθετείται στον ορίζοντα των άπειρων δυνατοτήτων της, η έννοια του πολιτισμού τίθεται ως προβληματική. Βέβαια, πέραν του εδάφους του πολιτισμού δεν δύναται να τεθεί το ερώτημα περί διεύρυνσης της ανθρώπινης ελευθερίας υπεράνω των ορίων του. Η θέση του ερωτήματος αποτελεί δική του κατάκτηση. Η ύπαρξη του πολιτισμού είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβασή του. Με αυτήν την έννοια, η αστική κοινωνία αποτελεί την ολοκλήρωση του πολιτισμού, και ακριβώς για αυτόν τον λόγο το πρώτο βήμα για την υπέρβασή του.
Αν ο Ρουσσώ συνέλαβε την ανάδυση της αστικής εποχής ως την κρίση της ιστορίας του πολιτισμού, τότε ο Μαρξ είδε στην κατάσταση της σύγχρονης εργατικής τάξης των μητροπόλεων τον μετασχηματισμό της κρίσης εντός της ίδιας της αστικής κοινωνίας. Έτσι, το κεφάλαιο είναι η αστική κοινωνία σε κρίση – η αστική κοινωνία καθώς αλλοτριώνεται από τον εαυτό της. Η εσωτερική της αντίφαση εκδηλώνεται στην συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στην κοινωνική αρχή [principium] της τάξης των αστών [μπουρζουαζίας] και σε αυτήν της εργατικής ή εργαζόμενης τάξης ή άλλως σε αυτήν της ατομικής ιδιοκτησίας και της εργασίας. Ο Μαρξ αναγνώρισε ότι η προλεταριοποιημένη εργασία είναι όρος συγκρότησης του κεφαλαίου και συνεπώς η πολιτική της [σοσιαλισμός, Προυντόν, Λασάλ, Μπακούνιν κλπ] αποτελεί το σύμπτωμα του γεγονότος ότι η κοινωνία που υπόκειται στο κεφάλαιο είναι και η ίδια μεταβατική, παραπέμπει πέραν του εαυτού της. Ο Μαρξ προχώρησε σε αυτήν τη διάγνωση ακριβώς επειδή υπήρχε το σύγχρονό του εργατικό κίνημα για τον σοσιαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο η προλεταριοποίηση της κοινωνίας είναι η πλήρης πραγμάτωση του κεφαλαίου [επί του συνόλου της κοινωνίας] και αυτή ακριβώς παρέπεμπε πέραν του εαυτού της: η προλεταριοποιημένη κοινωνία του κεφαλαίου.
Έτσι, ο Μαρξ, πέραν του να είναι ο ίδιος σοσιαλιστής ή κομμουνιστής, αποτέλεσε την ριζοσπαστική συνείδηση εκείνη που αναγνώρισε κριτικά το νόημα της ανάδειξης του κινήματος του προλεταριακού σοσιαλισμού στην ιστορία. Στον Μαρξ δεν ανατρέχουμε για την δογματική του ορθότητα, αλλά πολλώ μάλλον για την ιστορική και άρα βαθύτατα κριτική αυτοεπίγνωση. Με αυτήν την έννοια στην σκέψη του Μαρξ παρακολουθούμε την γένεση μίας φιλοσοφίας της ιστορίας της Αριστεράς. Αυτή αναδεικνύει ως κεντρικό το ζήτημα της συνείδησης και μάλιστα της ιστορικής συνείδησης· δηλαδή του είδους εκείνου της γνώσης που συλλαμβάνει την πραγματικότητα και τις δυνατότητες του παρόντος της μέσα από την κριτική ανάκτηση του λογικού και ιστορικού περιεχομένου του παρελθόντος. Ή άλλως, της μορφής της γνώσης που έχει συνείδηση των οικείων της όρων δυνατότητας, των προϋποθέσεών της, λογικών και ιστορικών.
«Η ιστορία όλων των κοινωνιών που υπήρξαν μέχρι σήμερα είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων». Η πρόταση αυτή θέτει όλη την ιστορία ως ιστορία εκμετάλλευσης. Η προϊστορία της καταπίεσης δεν έχει παρέλθει· ζούμε ακόμη εντός της προϊστορίας. Η πραγματική ανθρώπινη ιστορία δεν έχει ακόμη εκκινήσει. Ωστόσο, αφετηρία του Μαρξ αποτελούσε η αναγνώριση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αστικής κοινωνίας, της ρήξης που επέφερε με την έως τότε ιστορική πραγματικότητα. Αν παραγνωρίσουμε την σημασία αυτής της μετάβασης, τότε αποτυγχάνουμε να κατανοήσουμε ποιο είναι το ειδοποιό στοιχείο που διαφοροποιεί την εποχή του κεφαλαίου από προγενέστερες μορφές πολιτισμού. Αυτό δεν είναι η εκμετάλλευση. Όλες οι προγενέστερες κοινωνίες γνώριζαν την ανοιχτή εκμετάλλευση κάποιων κοινωνικών ομάδων επί άλλων ή επί του συνόλου του πληθυσμού. Το νέο στοιχείο της εποχής του κεφαλαίου είναι  η κοινωνική κυριαρχία, δηλαδή η κυριάρχηση του συνόλου της κοινωνίας υπό τη δυναμική του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει την λειτουργία μίας κοινωνικής δυναμικής στην οποία υπόκεινται όλες οι κοινωνικές ομάδες – η κοινωνία στην ολότητά της. Αυτό που έχει αλλάξει δεν είναι η καταπίεση ή η εκμετάλλευση, αλλά το γεγονός ότι αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα και όχι την αιτία της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Αυτή η παραδοχή δεν αρνείται την εκμετάλλευση, αλλά την ερμηνεύει υπό την κατηγορία της κυριαρχίας του κεφαλαίου, η εμφάνιση της οποίας δεν γνωρίζει ιστορικό προηγούμενο. Αν εμμείνουμε στην αμεσότητα της εκμετάλλευσης και θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα είναι η ανοιχτή καταπίεση μίας κοινωνικής τάξης από μία άλλη, τότε υπαναχωρούμε από το επίπεδο ιστορικής αυτοσυνείδησης που κατακτήθηκε στη μαρξική σκέψη και καθηλωνόμαστε στην αυτοκατανόηση της λεγόμενης Τρίτης Ταξης [tiers état] δηλαδή της αστικής τάξης την στιγμή της εξέγερσής της ενάντια στα δεσμά των φεουδαρχικών σχέσεων. Αυτή η επαναφομοίωση του μαρξισμού στην ιδεολογία που είναι χαρακτηριστική της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης σημαίνει την απώλεια της προοπτικής που προσέδωσε στο μαρξικό εγχείρημα το νόημα και την επιτακτικότητά του. Διότι η προοπτική αυτή ενεργοποιούσε έναν  ορίζοντα δυνατότητας μετάβασης σε μία μετα-καπιταλιστική και μετα-προλεταριακή κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια, ο αγώνας ενάντια στην εκμετάλλευση θα πρέπει να περάσει μέσα από την ανάκτηση της ιστορικής μας συνείδησης. Η πράξη θα πρέπει να περάσει μέσα από την ανάκτηση της συνείδησης της διαλεκτικής σχέσης θεωρίας- πράξης. Τουναντίον παρατηρείται η επανάληψη -ως πολιτική μορφή- της εξέγερσης της Τρίτης Τάξης, δηλαδή των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα πέραν της εργασίας τους, ενάντια στην αυθαιρεσία της εξουσίας, τη διαφθορά της πολιτικής, την έλλειψη δημοκρατικότητας, της εξέγερσης των «από τα κάτω» εναντίον των «από τα πάνω» κλπ. Η επανάληψη αυτής της πολιτικής, όσο αναγκαία κι αν είναι, μας εκθέτει στον κίνδυνο ανασύστασης των σχέσεων του κεφαλαίου, με τον ίδιο τρόπο που η ίδια αυτή πολιτική το είχε προηγουμένως παράξει. Ο κίνδυνος αυτός δεν συναρτάται προς την επανάληψη καθ’ εαυτήν, όσο προς την μη συνειδητή επανάληψη.
Τι ρόλο έχει λοιπόν η κριτική θέαση της ιστορίας εντός της κριτικής του κεφαλαίου; Δεν έχει να κάνει με την πληρέστερη ή μη θεωρητική πρόσληψη της πραγματικότητας. Η σημασία της έγκειται στο ότι θέτει ως κριτήριο της ιστορικής προόδου την χειραφέτηση και την ελευθερία. Αλλά ακόμη και αυτό το σημείο οράσεως κινδυνεύει να λησμονηθεί σήμερα, εφ’ όσον βλέπουμε την ιστορία ως ένα φυσικό γεγονός, το οποίο δεν είμαστε ικανοί να ελέγξουμε, πόσο μάλλον να μετασχηματίσουμε. Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι σήμερα πάσχουμε από έναν  γενικό αποπροσανατολισμό: δεν αντιμετωπίζουμε απλώς το πρόβλημα του να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά θεμελιωδέστερα του να τον κατανοήσουμε. Η οπισθοδρόμηση αυτή έλαβε χώρα μάλιστα και στο όνομα του μαρξισμού, ο οποίος κατά τον 20ο αιώνα κατέληξε να είναι μία καταφατική ιδεολογία της βιομηχανικής κοινωνίας.
Έτσι, στην παρούσα ιστορική στιγμή όλα είναι ανοιχτά: δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για το αν ο μαρξισμός είναι επί του παρόντος ιστορικά κρίσιμος. Θα μπορούσε να είναι πλέον ουτοπικός. Αλλά ακόμη κι αν είναι έτσι, τι σημαίνει η προβολή μίας πιθανής ανθρώπινης κοινωνίας πέρα από το κεφάλαιο και την προλεταριακή εργασία; Τί θα σήμαινε να κατανοήσουμε το μαρξικό εγχείρημα ως την αναγνώριση της ιστορίας της νεωτερικότητας ως της παθολογίας της μετάβασης· από την απαρχή του πολιτισμού και την παραδοσιακή κοινότητα που εγκαθιδρύθηκε τότε, μέχρι την άνοδο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων , και διαμέσου αυτών, προς μία μορφή ανθρωπότητας που μπορεί να ιδρυθεί πέρα από αυτές;
Η Αριστερά είναι ιστορικά η πολιτική έκφραση της δυνατότητας ποιοτικού μετασχηματισμού της κοινωνίας προς μία χειραφετητική κατεύθυνση. Η εστίαση στην ιστορία της Αριστεράς ή η αριστεροκεντρική θέαση της ιστορίας εμπεριέχει την υπόθεση ότι οι σημαντικότεροι καθορισμοί του παρόντος είναι απότοκο αυτού που η Αριστερά έπραξε ή απέτυχε να πράξει. Η θέση του προβλήματος της ιστορικής συνείδησης της Αριστεράς και της απουσίας της κριτικής της αυτοκατανόησης ενέχουν την παραδοχή της οπισθοδρόμησής της. Η Αριστερά έχει εκπέσει από το επίπεδο αυτοσυνείδησης που είχε κατακτήσει, όχι μόνο κατά τον 19ο αιώνα αλλά ήδη από τις απαρχές της εμφάνισής της, τον 18ο αιώνα. Και καθώς αποτελεί την ιστορική έκφραση της δυνατότητας της κοινωνίας για χειραφέτηση, διαμέσου αυτής διαγιγνώσκεται η οπισθοδρόμηση σύνολης της κοινωνίας.


[1] Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1997, σ. 15 επ.
[2] Πρόκειται για το δοκίμιο Στοχασμοί πάνω στην ταξική θεωρία (1942), το οποίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Μπορεί όμως να ανευρεθεί στα αγγλικά στον τόμο Theodor W. Adorno, CanoneliveafterAuschwitz?: Aphilosophicalreader, εκδόσεις StanfordUniversitypress, StanfordCalifornia 2003.
[3] Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, ό.π., σ. 20-22.
[4] Καρλ Μαρξ, Γράμματα από τα Γαλλογερμανικά Χρονικά, Μαρξ προς Ρούγκε, Σεπτέμβρης 1843. Μπορεί να βεθεί στα ελληνικά στην παρακάτω διεύθυνση  http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=296

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Είμαστε όλοι ξένοι, μετανάστες.....



    • Είμαστε όλοι ξένοι, μετανάστες
    φορτωμένοι σ'ενα πλοιαριο στο Αιγαίο
    Στα σύνορα του Έβρου
    Στις Μητροπόλεις ,στην ύπαιθρο, περπατώντας ημέρες και νύχτες
    Χωρίς ελπίδα κάπου να μας υποδεχτούνε
    Είμαστε όλοι ανέστιοι Νομάδες
    Μας αναποδογυρίζουν το πλοιάριο Λιμενοφυλακες
    Μας σκοτώνουν ελεύθεροι σκοπευτές
    Μας ταπεινώνουν, βασανίζουν ληστευουν
    Ανέστιοι άλλοι σαν κι εμάς
    Νομίζοντας πως αυτοί έχουν πατρίδα
    Οχυρωμένοι στην μικρή μιζέρια τους
    Ανήμποροι να δουν τον εαυτό τους
    Να επιπλέει πνιγμένο κορμί στην παγωμένη θάλασσα
    Να δει πως αυτός είναι εμείς και εμείς ειν’ αυτός
    Σ’ αυτήν την ατελείωτη σειρά από καθρέφτες
    Μιας αέναης επανάληψης
    Αυτού του κόσμου του στρατόπεδου εξορισμένων ..

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Νίκος Τζαβάρας Τα αποτυπώματα του μίσους/ αναδημοσίευση απο τον ΙΟ /Εφημερίδα των Συντακτών

Ο ΙΟΣ

Τα αποτυπώματα του μίσους

Οι υπόγειες διαδρομές που ενώνουν τους ναζιστές με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τον φανατισμό, τον αγοραίο εθνικισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας στο όνομα της αρχής του αρχηγού και της πειθήνιας μάζας.

Οι υπόγειες διαδρομές που ενώνουν τους ναζιστές με τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τον φανατισμό, τον αγοραίο εθνικισμό και τις θεωρίες συνωμοσίας στο όνομα της αρχής του αρχηγού και της πειθήνιας μάζας.
Μέσα στο ναζιστικό νέφος που έχει καθίσει πάνω από την ελληνική επικράτεια, όλοι τρέχουν να βρουν εκτός από τους αυτουργούς και τους ενόχους τις αιτίες της τερατογένεσης. Είναι κάτι σημερινό, είναι χθεσινό, είναι παλιότερο, οφείλεται στην κρίση, στη φτώχεια, στα μνημόνια, σε κάτι άλλο ή και σε όλα αυτά μαζί;
Στον «καναπέ» μιας φιλοσοφικής, ψυχιατρικής-ψυχαναλυτικής αλλά και άκρως πολιτικής φωνής με όπλο τη διαλεκτική, ο Νίκος Τζαβάρας συντελεί με τη σκέψη του στην κατανόηση όλου αυτού του σκοτεινού φαινόμενου. Ο ίδιος τόνισε πολλές φορές την αντίθεσή του στην «αλόγιστη» χρήση της ψυχιατρικής στην ανάλυση κοινωνικοπολιτικών φαινομένων. Η δική του αφήγηση ίσως φωτίσει καλύτερα τον τρόπο που βλέπουμε την εικόνα μας στον απέναντι καθρέφτη αλλά και την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας στον μεγάλο καθρέφτη όπου κοιτάζονται οι πολιτισμένες σύγχρονες κοινωνίες.
Υπόγειες διαδρομές
Ρωτάτε για υπόγειες διαδρομές κι αμέσως με κάνετε να σκέπτομαι την έννοια του ασυνειδήτου όπως έχει διαμορφωθεί πρωτίστως από τον Φρόιντ και κατόπιν από τους επιγόνους του. Ορισμένες αντιλήψεις, προκαταλήψεις, ορισμένες πεποιθήσεις που εμφανίζονται ακλόνητες και μεταφέρονται από τη μια γενιά στην άλλη δεν είναι πάντοτε δυνατόν, για ιδιαίτερους κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους, να τύχουν μιας ορισμένης εκφραστικής προβολής.
Τι θέλω να πω μ’ αυτό; Σε περιόδους δημοκρατίας είναι δυσκολότερο να μιλήσει κανένας για προκαταλήψεις που τον διακρίνουν κατά των ξένων. Και έτσι, η αποκαλούμενη ξενοφοβία δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή, δεν εκδηλώνεται πάντοτε. Αντιθέτως, εκδηλώνεται κάτω από ορισμένες ιστορικές οικονομικές πολιτικές συνθήκες. Οταν διερχόμαστε δηλαδή μια κρίση, καταφεύγουμε σε προκαταλήψεις που διαθέτουμε και βρίσκονται στο ασυνείδητο ή στην περιοχή του προσυνειδήτου.
Οταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη πραγματικότητα, όλοι μας, και δεν θέλω να εξαιρέσω εδώ σχεδόν κανέναν, καταφεύγουμε σε φαντασιώσεις που με μεγάλη ευκολία μπορούν να ερμηνεύσουν τα κακώς έχοντα. Οπως ξέρετε, στην εποχή του εθνικοσοσιαλισμού αλλά και πριν από τη συγκεκριμένη εμφάνισή του, σε όλους τους αιώνες, μια προκατάληψη που χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν ευκαιριακά είναι η αντισημιτική.
Δηλαδή εκείνος που έφταιγε για την οικονομική κρίση και για τα κακώς έχοντα σε μία ορισμένη κοινωνία ήταν ο Εβραίος, για τον οποίο υπήρχαν πάντοτε αντιθετικές, αντινομικές φαντασιώσεις παντοδυναμίας και έσχατου ευτελισμού. Δηλαδή, σύμφωνα με τη χιτλερική αντίληψη -αλλά σύμφωνα και με σημερινές πεποιθήσεις- ο Εβραίος είναι ένα πρόστυχο, βρόμικο, κακόηθες, εξευτελισμένο αντικείμενο λόγω των φυλετικών του καταβολών και της ιστορικής του πορείας, ένας επικίνδυνος, παντοδύναμος ουτιδανός, τον οποίο πρέπει να εξολοθρεύσουμε για να παραμείνουν μόνον εκείνοι οι οποίοι αποτελούν την αρτιότητα της άριας φυλής.
Ο Χίτλερ πίστευε ότι ο Ρούσβελτ ήταν υποχείριο των Εβραίων, ο Τσόρτσιλ ήταν υποχείριο των Εβραίων και πολύ περισσότερο βέβαια ο Στάλιν, και μιλούσε γι’ αυτό το κράμα του ελεγχόμενου από τους σιωνιστές καπιταλισμού και μπολεσεβικισμού. Αυτό δείχνει την αντινομική υφή μιας προκατάληψης, στον καμβά της οποίας μετά, πολλαπλασιάζονται, δημιουργούνται κι άλλες προκαταλήψεις. Το να μισώ τον Τούρκο, να τον θεωρώ κατώτερό μου, είναι μια προκατάληψη που εμφανίζει μια παροδικότητα, ο αντισημιτισμός όμως είναι μόνιμη και διαχρονική, διά των αιώνων, προκατάληψη.
Οι υπόγειες λοιπόν διαδρομές οφείλονται σε πανάρχαιες, ακλόνητες (προσυνείδητες ή ασυνείδητες) αντιλήψεις οι οποίες συσχετίζονται όμως με την ιστορία. Δηλαδή είναι άλλο πράγμα να διερχόμαστε μια ιστορική φάση δημοκρατίας στην περίοδο της οποίας έχουν εξασφαλιστεί δημοκρατικοί θεσμοί, θα επανέλθω όμως στην ευθραυστότητά τους, και άλλο πράγμα να βρισκόμαστε στην περίοδο της μεταξικής δικτατορίας η οποία συμβάλλει με την προπαγάνδα της στην απρόσκοπτη ανάδειξη όλων αυτών των προκαταλήψεων.
Οταν το ιδεολογικό περιβάλλον επιτρέπει την απροκάλυπτη, προπαγανδιστική επανάληψη αυτών των αντιλήψεων, είναι φυσικό να εκδηλώνεται ευκολότερα η προσυνείδητη πεποίθηση για τη ρατσιστική υπεροχή. Για τον λόγο αυτό, δεν επαρκούν, και το έχω πει κατ’ επανάληψη, οι ψυχολογικές ερμηνείες για την κατανόηση και αντιμετώπιση του εθνικοσοσιαλισμού.
Η αυτοκριτική της ψυχιατρικής
Είμαι κατά του εκψυχιατρισμού της ερμηνείας των πολιτικών φαινομένων. Εκτός των ψυχιατρικών απόψεων, υπάρχει η ίδια η ιστορική πραγματικότητα, η οποία πρέπει να μας απασχολεί διαρκώς και την οποία καλούμαστε να αναλύσουμε όχι μόνο με ψυχιατρικούς αλλά με πολιτικούς, κοινωνιολογικούς όρους.
Νομίζω ότι η εφαρμογή απλά και μόνο ψυχιατρικών εννοιών είναι πολύ επικίνδυνη, γιατί με την επανάληψή της αφαιμάσσει το κριτικό δυναμικό που δεν μπορεί να είναι παρά προϊόν μιας διαλεκτικής εκτίμησης. Το υπογραμμίζω γιατί πολλές φορές γίνεται μια κατάχρηση ψυχιατρικών όρων, η οποία οδηγεί σε μία εν τέλει απολιτική, ανεπαρκή συρρίκνωση της κατανόησης των φαινομένων.
Η ιστορία της ψυχιατρικής -όχι της ψυχανάλυσης- διακρίνεται άλλωστε η ίδια από περιόδους εκβαρβαρισμού της, διότι ένα μέρος των φυλετικών απόψεων ενισχύθηκε από θεωρητικούς της ψυχιατρικής στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, ενώ υπήρξαν βεβαίως και φωτισμένοι ψυχίατροι που στράφηκαν εναντίον τους. Αναφέρομαι στο θέμα της κληρονομικότητας, για παράδειγμα.
Αυτές οι θεωρίες περί κληρονομικότητας, οι οποίες βέβαια δεν δημιουργήθηκαν κατ’ αρχάς εντός της ψυχιατρικής, αλλά προέκυψαν από ιδεολογίες που εξυπηρέτησαν μεταξύ άλλων πολιτικά ρεύματα (κι εδώ βλέπουμε πάλι τα υπόγεια ρεύματα που αναφέρατε), αξιοποιήθηκαν στο έπακρο από τον φασισμό και εθνικοσοσιαλισμό και έλαβαν υπόσταση χάρη στην προθυμία των γιατρών να τις εμπεδώσουν.
Σήμερα, διακρίνουμε συχνά ανάλογες ιδεοληψίες να επανέρχονται τόσο στον χώρο των κοινωνικών επιστημών όσο και της ψυχιατρικής. Γι’ αυτό πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα προσεκτικός στο πώς και πότε εφαρμόζεται η έννοια της κληρονομικότητας.
Πρέπει να κρίνουμε διαρκώς την επιστήμη, τις απόψεις της με γνώμονα την κριτική των ιδεολογιών, δηλαδή μέσω του ερωτήματος του τι μπορεί να υποκρύπτεται ή τι μπορεί να αποτελέσει συν-φορέα επιστημονικών απόψεων. Για ποιο λόγο εμφανίζεται η θεωρία της κληρονομικότητας; Ενα τμήμα της μπορεί να είναι σημαντικό, αλλά πρέπει πάντα να διατηρούμε την «υποψία» όπως την καλλιέργησε ο Μαρξ αλλά και ο Φρόιντ θα έλεγα για το τι μπορεί να σημαίνουν τελικά οι επιστημονικές τοποθετήσεις που εμφανίζονται -δίχως πάντα να είναι- αξιολογικά ουδέτερες.
Φόβος και ρατσισμός, δύο αδέλφια;
Δίχως άλλο υπάρχει μια επιφύλαξη απέναντι στον ξένο και κυρίως σε αυτόν που έχει διαφορετικό χρώμα. Αυτό το βλέπουμε και στα παραμύθια. Ενας ερευνητής ψυχαναλυτής, ο Ρενέ Σπιτς, διέκρινε πως τα παιδιά στον 7ο μήνα της ηλικίας τους αρχίζουν να φοβούνται τον ξένο. Μια προστατευτική ξενοφοβία που διακρίνει παιδιά και ενήλικες.
Αν κάνετε ένα ταξίδι στο εξωτερικό και συγκεκριμένα σε χώρα με πολίτες διαφορετικού χρώματος, γεννιέται μέσα σας μια επιφυλακτικότητα, διότι δεν είσαστε σε θέση να προσδιορίσετε καλά τις χαρακτηριολογικές τους ιδιότητες, τι θέλουν να εκφράσουν με το πρόσωπό ή με τις χειρονομίες τους. Σ’ αυτό το επίπεδο η ξενοφοβία είναι σχεδόν δικαιολογημένη και φυσιολογική.
Παράλληλα, επικρατεί σε πολλούς μια διάθεση αποπομπής του ξένου, γιατί δεν είναι τόσο καθαρός, τόσο περιποιημένος όσο είμαστε εμείς. Αυτό σχετίζεται με την ψυχαναγκαστικότητα του ανθρώπου, δηλαδή από την παιδική του ηλικία, όταν το παιδί αρχίζει να ελέγχει τους σφιγκτήρες του υπακούοντας στις διαδικασίες κοινωνικοποίησης του, δημιουργεί μια αντιδραστικότητα κατά της βρομιάς, κατά του ατημέλητου, κατά της ένδειας, που μπορεί να ενισχυθεί πολιτισμικά.
Ακούτε τις μαμάδες να λένε στον γιο τους να μην πλησιάζει τον τάδε φίλο του γιατί είναι βρόμικος. Αυτό μπορεί να πάρει πολύ ισχυρές διαστάσεις πολιτισμικού χαρακτήρα και να δημιουργεί την αποστροφή, τη σιχασιά.
Υπάρχουν όμως κι άλλοι λόγοι. Τον ξένο δεν μπορώ να τον ελέγξω, επειδή έχει μια διαφορετική γλώσσα, επειδή προέρχεται από έναν διαφορετικό πολιτισμό και η έλλειψη επικοινωνίας μαζί του με κάνει να φοβάμαι ότι μπορεί να αντιδράσει ανεξέλεγκτα απέναντί μου. Ο φόβος αυτός είναι βέβαια παρανοϊκός. Μια άλλη παράμετρος είναι ότι ο φόβος κατά του ξένου ενισχύεται στις σημερινές δυτικές κοινωνίες με το ότι ο ξένος θα θελήσει να εκμεταλλευτεί τη δική τους οικονομική υπεροχή.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, λ.χ., θα μου πάρει τη δουλειά, πράγμα που δημιουργεί αισθήματα ανασφάλειας, επιτρέποντας ξανά την ανάδειξη προκαταλήψεων κατά του ξένου. Ο ξένος ξαφνικά αποκτά βαθμηδόν μια αχλή παντοδυναμίας. Βλέπετε ότι η Χρυσή Αυγή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να λέει ότι οι ξένοι θα μας καταστρέψουν.
Πρόκειται, βεβαίως, περί μιας αστείας τοποθετήσεως, γιατί αυτοί οι ξένοι είναι πολύ πιο αδύναμοι συγκρινόμενοι με μας, αλλά εύκολα χαρακτηρίζονται ως υπαίτιοι της δικής μας οικονομικής ιστορικής συμφοράς, για την οποία φταίνε πάλι άλλοι ξένοι. Αυτός είναι ένας ψυχολογικός μηχανισμός που πάλι έχει σχέση και με τον πολύ διαδεδομένο αντισημιτισμό.
Η απειλή των «ξένων» και ο εθνικιστικός παροξυσμός
Στο ίδιο πλαίσιο, κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες, εκχωρούμε την ερμηνεία του κόσμου σε πολιτικούς ηγέτες οι οποίοι δικαιώνουν τις προκαταλήψεις μας καθώς επαναλαμβάνουν: Αυτοί φταίνε! Οι Εβραίοι, οι Πακιστανοί, οι οποιοιδήποτε άλλοι, και με αυτόν τον τρόπο εκδαιμονίζεται ο ξένος, αποκτά δηλαδή διαστάσεις τις οποίες ουσιαστικά δεν τις έχει. Ταυτόχρονα, βέβαια, επειδή αποκτά αυτές τις διαστάσεις, μας επιτρέπει να προβάλλουμε τη δική μας δυσφορία και τη δική μας επιθετικότητα σε εκείνους.
Αντί, δηλαδή, να ασχοληθούμε με τα αίτια και την πολυπλοκότητά τους, επισημαίνουμε ως αίτιο τον ξένο και εναντίον του στρέφουμε τη δική μας βιαιότητα, επιθετικότητα την οποία θα έπρεπε να την στρέψουμε ως μια αυτοκριτικά σκεπτόμενη συνείδηση, να την στρέψουμε εναντίον της δικής μας κοινότητας, εναντίον της δικής μας κοινωνίας, εναντίον του δικού μας πολιτικού βίου και αυτό βέβαια αποτελεί νομίζω τη μεγάλη δυσκολία.
Ο εθνικισμός, έτσι όπως διατυπώνεται σε όλα τα κράτη της υφηλίου σχεδόν, περιλαμβάνει ορισμένα κοινά σημεία. Το ένα είναι η φυλετική μας υπεροχή πράγμα που σημαίνει ότι εκ των προτέρων (αυτό το μαθαίνουμε ήδη στο σχολείο) έχουμε κάθε δικαίωμα να αμυνθούμε εναντίον ξένων επιβουλών και απειλών.
Ο διεθνισμός είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί μια διεθνιστική τοποθέτηση σημαίνει ότι αποδέχομαι την πλήρη εξίσωση των διαφορών, σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι συγκρινόμενοι μεταξύ τους, παρά τις οποιεσδήποτε πολιτισμικές -και δεν λέω οπωσδήποτε πολιτικές- ιδιομορφίες. Εμείς έχουμε μια ορισμένη λογοτεχνία, οι Κινέζοι μια άλλη. Εντούτοις, ο διεθνισμός υπόσχεται τελικά τη σύγκλιση όλων των πολιτισμών.
Ο Φρόιντ αναφέρεται σε μία μεγάλη πολιτική, πολιτισμική ουτοπία όταν εύχεται πως κάποτε αν εξαλειφθούν οι πόλεμοι όλο το παρελθόν της ανθρωπότητας μπορεί να μεταβληθεί σ’ ένα μουσειακό υλικό, που θα το βλέπουμε και θα το αξιοποιούμε δηλαδή υπό τη μορφή μιας μνημονιακής πραγματικότητας – μιας πραγματικότητας συγκρούσεων που θα έχουμε οριστικά υπερβεί.
Οπου δεν θα υπάρχουν βέβαια διαφορές ανάμεσα σε Κινέζους, Ελληνες, Ιάπωνες, Αμερικανούς. Αυτή είναι βεβαίως μια προοπτική που δύσκολα μπορούμε να αποδεχτούμε – ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Υποχωρούμε σε εθνικιστικές δοξασίες. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι η έννοια του εθνικισμού είναι πρόσφατη έννοια στην ιστορία των πολιτισμών. Είναι ασύμφορο, δυσχερές να μιλήσει κανένας κατά του εθνικισμού που στιγμές κρίσης τον μετατρέπουν σ’ έναν άκριτο σοβινισμό.
Ναρκισσισμός μια πληγή, εθνικισμός το φάρμακο!
Ο ναρκισσισμός (πρωτογενής και δευτερογενής), όπως τον έχει περιγράψει ο Φρόιντ, είναι ένα γνώρισμα όλων των ανθρώπων. Ο άνθρωπος, σε μια πρώτη, αρχαϊκή περίοδο της ζωής του, αποτελεί το επίκεντρο του κόσμου, είναι ένας μικρός θεός, κι έτσι οφείλει να αρχίζει τη ζωή του. Το μικρό παιδί είναι παντοδύναμο όπως το αντικρίζουμε σε όλες τις μυθολογίες και στις θρησκείες του κόσμου. Ομως αργότερα, κατά την εξέλιξη, οφείλει ο ναρκισσισμός του -χωρίς να εξαλειφθεί- να υποχωρήσει έναντι μιας περισσότερο ρεαλιστικής εκτίμησης της πραγματικότητας. Δηλαδή δεν είμαι μόνος, υπάρχουν και οι άλλοι.
H παρουσία των άλλων αρχικώς τραυματίζει τον υποκειμενικό μας ναρκισσισμό, θα θέλαμε πάντα να είμαστε μοναδικοί μικροί θεοί! Αυτό όμως δεν γίνεται και γι’ αυτό πρέπει να ανακαλύψουμε, να αποδεχτούμε και να αγαπήσουμε τους άλλους. Βεβαίως όσο πιο ώριμος γίνεται κανένας τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι η συνύπαρξη με τους άλλους είναι περισσότερο γόνιμη, περισσότερο αυθεντική και περισσότερο ηδονική.
Οι διυποκειμενικές, διανθρώπινες σχέσεις μπορούν να προσφέρουν χαρά και ικανοποίηση πέραν του κενού ναρκισσισμού που αποκρούει τις σχέσεις. Εντούτοις, ο ναρκισσισμός παραμένει πληγωμένος και, ανάλογα με την επιτυχή ή ανεπαρκή κοινωνικοποίηση του κάθε ατόμου, είναι περισσότερο ή λιγότερο έκδηλος.
Η ναρκισσιστική πληγή είναι δυνατόν να επουλωθεί μέσω του εθνικισμού. Γιατί; Τι προσφέρουν οι εθνικιστικές ιδεολογίες; Πρώτα απ’ όλα επιτρέπουν την μη σύγκρουση με τα μέλη της ίδιας της κοινότητας. Ενώ δηλαδή στην καθημερινότητά μας συγκρούονται ας πούμε οι εγω-παθητικές μας απαιτήσεις, ο εθνικισμός αποσκοπεί στην επούλωση του ατομικού τραύματος, την αντικατάσταση της μόνιμης δυσφορίας εντός του πολιτισμού, όπως την αποκάλεσε ο Φρόιντ, μέσω μιας συλλογικής ιδεολογικής ταύτισης.
Τότε όλοι μας είμαστε μοναδικοί, εκπληκτικοί κ.λπ., που όταν θα επιτύχουμε την οριστική μας επικράτηση ή τους στόχους της φυλής, θα επικυριαρχήσει μέσα μας μια ατέρμονη ισορροπία ενός παραδείσιου βίου. Αυτό υπόσχεται εν δυνάμει κάθε εθνικισμός, ιδίως μάλιστα όταν αποδεσμεύεται από τον οποιοδήποτε αυτοπεριορισμό, όπως συμβαίνει με τη Χρυσή Αυγή, της οποίας η εθνικοσοσιαλιστική ουτοπία συμπυκνώνεται στη βάρβαρη βιαιότητα κατά των αλλοεθνών.
Αντισημιτισμός: το παντεσπάνι που πάνω του παρασκευάζεται η τούρτα του ρατσισμού μέχρι την απόλαυση της βίας
Στην εποχή του Χίτλερ, ο οπαδός έλεγε: Είμαι υπέρτερος, μου υπόσχονται έναν βίο μελλοντικά μοναδικό, μπορώ να εξαφανίσω όλους τους Εβραίους, όλους τους αρρώστους, όλους τους διαφορετικούς, επιμένοντας στη δική μου μοναδικότητα και στη μοναδική απόλαυση που ο Φίρερ μού υπόσχεται, όταν θα επικρατήσουμε. Εκεί στηρίζεται βέβαια και η φαντασίωση της βίαιης εκδουλεύσεως των απαιτήσεων του εγώ μου.
Μου έλεγε κάποτε με την πικρία του χιούμορ του ένας Γερμανοεβραίος ψυχαναλυτής ότι δεν έχει νόημα κανένας να μάχεται κατά του εθνικοσοσιαλισμού, γιατί η υπόσχεση που δίνει για την ικανοποίηση των ενορμήσεων δεν μπορεί να επαναληφθεί από καμία άλλη ιδεολογία. Ηταν μια τοποθέτηση πρόκλησης βέβαια, δεν την πίστευε, αλλά έχει έναν κόκκο αλήθειας. Οταν αρχίζει η εξάπλωση της βίας, της βιαιότητας που συνυφαίνεται και με την απόλαυση της σαδιστικής έξαρσης, η ενορμητική αποχαλίνωση πολλαπλασιάζεται, γιατί ποτέ δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως η απληστία της εγκληματοφιλίας – όπως αποδεικνύουν οι αριθμοί των θυμάτων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Υπάρχουν περιγραφές για αποτρόπαιες πράξεις που έγιναν από τους φορείς του εθνικοσοσιαλιστικού φανατισμού – που τον συναντούμε πάλι μπροστά μας. Η έννοια του φανατισμού νομίζω ότι είναι πολύ σημαντική. Επιμένω σε αυτό, γιατί την έννοια αυτή δεν την προσέχουν πολλοί.
Η «λύση» της συνωμοσίας και ο φανατισμός
Οπωσδήποτε οι θεωρίες συνωμοσίας είναι απλουστευτικές θεωρίες που διευκολύνουν την πολιτική σκέψη -όχι την ώριμη!- να ερμηνεύσει τον κόσμο. Ο κόσμος γίνεται ολοένα και περισσότερο πολύπλοκος και καταλαβαίνει κανένας την ανάγκη που αισθανόμαστε να καταφύγουμε πολλές φορές σε απλοποιημένες ερμηνείες. Η απλουστευτική ερμηνεία διακρίνεται πολλές φορές (ακούτε λόγου χάρη ότι μερικοί πιστεύουν ότι μας ψεκάζουν) από μια φοβερά ισχυρή, ακλόνητη πεποίθηση, η οποία δεν επιδέχεται, κατά τον Καρλ Γιάσπερς, τον συνομιλητή της Χάννα Αρεντ, καμία διορθωτική παρέμβαση. Το παρανοϊκό άτομο εμμένει στις παρανοϊκές του απόψεις πολύ περισσότερο από έναν ο οποίος σκέπτεται με κάποια αυτοκριτική συνείδηση, με μια έστω διάθεση αμφισβήτησης των όσων σκέπτεται.
Οσα προφανή αντεπιχειρήματα να διατυπώσει κανείς κατά μιας παρανοϊκής αντίληψης, αποτυγχάνει, γιατί η εμπιστοσύνη στην απλουστευτική ερμηνεία αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αποδεικτική τού ορθολογισμού.
Ο φανατισμός έχει σχέση με αυτό το φαινόμενο. Ο φανατισμός έχει πολλές διαστάσεις, αλλά θα επιμείνω σε μια δύο μονάχα. Φανατισμός σημαίνει να μην επιτρέψω στον εαυτό μου να αναδυθούν αμφιβολίες για τις εγκυστωμένες ιδεολογικές μου πεποιθήσεις – αμφιβολίες τις οποίες καμιά φορά κανένας τις ανιχνεύει μέσα του, αλλά για να τις αποκρούσει γίνεται μαχητικότερος υπέρ μιας ορισμένης αντίληψης. Με τον τρόπο αυτό, κάποιος μπορεί και εξασφαλίζει την ενσωμάτωσή του σε μια ορισμένη μάζα. Εντός μιας μάζας κομματικής, πολιτικής κ.ά., ο φανατισμός επιβάλλει την ευθυγράμμιση. Ο Φρόιντ πολύ σωστά το 1920 είπε ότι τα άτομα τα οποία ανήκουν σε μια μάζα στερούνται της ατομικής τους ικανότητας να σκέπτονται κατά του ηγέτη, του αρχηγού (φίρερ), μετατρέπονται σε πανομοιότυτα πολλοστημόρια, φορείς μιας ιδεολογίας η οποία προωθείται προς τα ίδια με την υποβολή των συνθημάτων.
Το σύνθημα και η συγκίνηση
Σύνθημα θα πει ότι δεν αναπτύσσω μια ιδέα, αλλά θέλω, μέσω της ρητορικής μου ικανότητας, να την επιβάλω. Μέσω της συναισθηματικής συγκινήσεως. Ενας πολύ μεγάλος μαρξιστής φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, ο Ερνστ Μπλοχ, συνήθιζε να υπογραμμίζει τον κίνδυνο που προέρχεται από τη συγκινησιακή ισχύ του φασισμού. Μάλιστα πολύ νωρίς είχε διατυπώσει την άποψη ότι δεν θα έπρεπε όλο αυτό το συγκινησιακό δυναμικό που κατακλύζει τους ανθρώπους να εκχωρηθεί μόνο στους φασίστες. Η συγκίνηση λοιπόν διαδραματίζει μεγάλο ρόλο στις μάζες και κοιτάξτε στη Χρυσή Αυγή πόσο ο ρυθμικός βηματισμός, τα σύμβολα που διαθέτουν δημιουργούν έντονες συγκινήσεις και φανατισμό.
Φανατισμός, επαναλαμβάνω, σημαίνει ότι οι αναδυόμενες μέσα μου αμφιβολίες για το «πιστεύω μου» -κι αυτό δεν αφορά μόνο τους φασίστες, αλλά θα έλεγα όλα τα κόμματα, όλες τις ιδεολογίες- δεν επιτρέπεται να αναδυθούν, διότι χάνω την επαφή με τη μάζα που θα με εξοβελίσει. Από εκεί προέρχεται κι ένας τεράστιος φόβος. Φόβος να μείνω μόνος, πέραν δηλαδή των ορίων της μάζας εντός της οποίας έχω ενσωματωθεί. Ταυτόχρονα, βέβαια, ο φανατισμός εξυπηρετείται από τον εκφοβισμό που δημιουργούν τα ίδια τα ολοκληρωτικά κόμματα. Δηλαδή, όποιος δεν υπακούει θα υποστεί συνέπειες, οι οποίες ειδικά στον εθνικοσοσιαλισμό ήταν φοβερές, τρομακτικές γιατί ο διαφωνών μπορούσε να δολοφονηθεί.
Ο ηγέτης, ο φίρερ, ήταν το μοναδικό πρόσωπο-φορέας της παντοδυναμίας της σκέψεως και όλοι οι υπόλοιποι, η ορδή, όπως θα έλεγε ο Φρόιντ, όφειλε να υπακούει αναντίρρητα στις απόψεις του ηγέτη. Αυτή η απαίτηση από την ηγεσία αντιστοιχούσε στην βούληση του κάθε πολλοστημορίου που αποτελούσε τη μάζα.
Η εκχώρηση δηλαδή προς τον πατέρα ηγέτη, τον ισόθεο Χίτλερ που λέει και η Χρυσή Αυγή, όλων των δικαιωμάτων της σκέψης μου, όλων των δημοκρατικών μου δικαιωμάτων, αποτελεί μία αρχέγονη επιθυμία του κάθε ατόμου που προέρχεται από την παιδική του ηλικία: Δεν φέρω καμία ευθύνη σε αυτόν τον κόσμο, είναι ο πατέρας και η μητέρα υπεύθυνοι.
Αυτό ο Φρόιντ το έχει αναλύσει στα δοκίμιά του σχετικά με την αρχαϊκή ορδή από την οποία προερχόμαστε όλοι. Γιατί όλοι μας μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε καλοί δημοκράτες, αλλά μέσα μας υπάρχουν και οι αντίρροπες τάσεις.
Η φανατική απλούστευση
Aς επανέλθουμε, όμως, στην προβληματική τής φανατικής απλούστευσης ή της απλούστευσης των ερμηνειών του κόσμου. Εκείνο το οποίο η ψυχανάλυση και εν μέρει η ψυχιατρική προσπαθεί να κατανοήσει είναι η εγγενής αντινομική υπόσταση του ατόμου, η αμφιθυμία του στο επίπεδο των ταυτίσεών του. Γνωρίζετε ότι ένας τρόπος της ψυχαναλυτικής τεχνικής να αποκαλύψει τα ουσιαστικά κίνητρα της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς είναι η απελευθέρωση των ελεύθερων συνειρμών στη διάρκεια μιας θεραπευτικής διαδικασίας.
Οι ελεύθεροι συνειρμοί οδηγούν στις εσωτερικές αντινομίες, εσωτερικές συγκρούσεις, αντιφάσεις του ατόμου. Δηλαδή, ξαφνικά, ένας που σας διαβεβαιώνει ότι είναι φασίστας ανακαλύπτει ότι έχει επηρεαστεί κι από τη γιαγιά του που ήταν δημοκρατικής εμπνεύσεως – ή και το αντίθετο, όταν κάποιος «δημοκράτης» μπορεί να σας πει αντίστοιχα πόσο τον έχουν συγκινήσει ορισμένες απόψεις του Χίτλερ κατά των Εβραίων. Αυτές τις αντινομίες, όταν το υποκείμενο τις αντιλαμβάνεται, τρομάζει.
Το να δει κανένας διαφορές, κι εδώ συμπληρώνω ότι ένας μηχανισμός παθολογικός είναι και ο μηχανισμός της σχάσης που χωρίζει τα αντικείμενα σε καλά και σε κακά. Το να βρει κανένας εκείνες τις συνθετικές διαδρομές που θα επιτρέπουν να αποφύγουμε το μονόδρομο, να τον υπερβούμε και να δούμε τα πολλαπλά αίτια και καμιά φορά ακόμα και τις καλές όψεις του αντιπάλου αυτό είναι κάτι πολύ δύσκολο.
Ο εκφοβισμός πολλές φορές στα πολιτικά κόμματα διατυπώνεται με την έννοια του προδότη. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το αντέξεις άμα είσαι σε μια ομάδα στην οποία ανήκεις για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στον εθνικοσοσιαλισμό, αυτό ίσχυε απόλυτα, αλλά το είδαμε προπολεμικά και μεταπολεμικά και σε ορισμένα κόμματα της Αριστεράς. Πολλά θα είχε αποφύγει ο κομμουνισμός αν επέτρεπε την εκδήλωση της διαφοράς που άλλωστε ήταν σύμφυτη με την κοσμοθεωρία του.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Διαβάστε
● Albert Einstein, et al.
«Φωνές από τη Βαϊμάρη» (μετάφραση Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Υψιλον, Αθήνα 2011)
Συλλογή κειμένων από τη γερμανική προναζιστική περίοδο. Περιλαμβάνεται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Αϊνστάιν και Φρόιντ γύρο από τον πόλεμο και τη βία τις παραμονές της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.
● Σίγκμουντ Φρόιντ
«Επίκαιρες παρατηρήσεις για τον πόλεμο και τον θάνατο» (μετάφραση Λ. Αναγνώστου, εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1998)
● Σίγκμουντ Φρόιντ
«Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» (μετάφραση Αβραάμ Κοέν, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, χ.χ.)
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Συνδεθείτε
http://www.psych.gr
Ο ιστότοπος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Περιλαμβάνει τους τόμους του περιοδικού «Ψυχιατρική». Από τα πρόσφατα άρθρα ξεχωρίζουμε το κείμενο του ομότιμου καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μιχάλη Γ. Μαδιανού «Οικονομική κρίση, ψυχική υγεία και ψυχιατρική περίθαλψη: Tι απέγινε η «Μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα;» (Τόμος 24, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013) και των Βασίλη Π. Κονταξάκη (καθηγητής Κλινικής & Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών) και Μπεάτας Ι. Χαβάκη-Κονταξάκη (επίκ. καθηγήτρια Ψυχιατρικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών) «Οι συνέπειες των μεγάλων οικονομικών κρίσεων στη σωματική και ψυχική υγεία των πολιτών» (Τόμος 23, Τεύχος 2, Απρίλιος-Ιούνιος 2012).

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς ios@efsyn.gr

Μπιουγκ Τσουλ Χαν : ΓΙΑ ΤΗΝ. ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ

 Μπιουγκ Τσουλ Χαν  ΓιΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΩΝ η κυριαρχία του Σημαινοντος και το Μάτι  Στην επικράτεια των σημείων του Ιαπωνέζικου ...