Γερμανοί ἀπό τό χωριό μέ πήγανε στό δάσος ἐκεῖ νά μέ σκοτώσουν καί πῆραν καί τόν ἀδελφό μου, ἤμασταν (τότε)
στό ἀμπέλι μας καί περάσαμε ἀπό ἕνα ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς πού
ἔχουμε ἐκεῖ στό χωριό μας καί ἔκανα τόν σταυρό μου καί λέω:
«Ἁγία μου Παρασκευή, ἐγώ ἀπό παιδί ἐρχόμουνα καί σέ εὐλαβούμουνα πολύ”, τήν νύχτα περνοῦσα στίς 02:00΄ ἡ ὥρα καί ἔλεγα, “ἁγία Παρασκευή, ὁ Ἰάκωβος εἶμαι”.
Εἶχα τόση εὐλάβεια, μέ συγχωρεῖτε, νά καθόμουν μιά μέρα στήν ἐκκλησία,
δέν κουραζόμουνα, μοῦ ἔφτανε νά ἀνάβω τά καντηλάκια, νά προσεύχωμαι, νά
θυμιάζω καί νά βλέπω τήν ἁγία Παρασκευή. Πολλές φορές ἤταν ζωντανή ἡ
Χάρη της, βέβαια ἐγώ φοβόμουν καί ἔλεγα:“Νά μήν παρουσιαστῆς μπροστά μου σάν γυναῖκα ὅπως εἶσαι, ἀλλά νά ᾿δῶ τήν σκιά σου”.
Πολλές
φορές ὅμως, ἦταν ζωντανή ἡ Χάρη της. Ἔλειπε ἀπό τήν εἰκόνα ὅταν
περάσαμε μέ τούς Γερμανούς, καί ἐγώ νόμιζα ὁ καϋμένος πώς ἤτανε ἐκεῖ ἀπ᾿
ἔξω καί τήν εἶδα, λοιπόν, μία γυναῖκα μαυροφόρα μέρα μεσημέρι καί
ἔλεγα:
