Δεν μπορώ να πω ότι χρειάστηκε να περάσω από την εμπειρία της
«αποταγής», όταν αποφάσισα να ακολουθήσω τον μοναχισμό. Όταν άφηνα τον
«κόσμο», δεν δοκίμασα εσωτερική πάλη με τον εαυτό μου, δηλαδή δυσκολία
να αρνηθώ κάτι που με τραβούσε στην κοσμική ζωή. Τίποτε δεν απέρριπτα
ούτε υποτιμούσα. Πήγα στο μοναστήρι, γιατί μου ήταν πνευματικά
απαραίτητο να βρω μια τέτοια μορφή ζωής, στην οποία θα μπορούσα να δοθώ
στον Θεό ολοκληρωτικά, δηλαδή με όλες τις σκέψεις, όλη την καρδιά, όλες
τις φυσικές και ψυχικές δυνάμεις του είναι μου. Ωστόσο, αυτό δεν
απέκλεισε κάποια περίοδο οδυνηρής πάλης ανάμεσα στην προσευχή και την
εμπαθή αγάπη μου προς τη ζωγραφική.
Η τέχνη ήταν για μένα η οδός προς τη γνώση του είναι. Έτσι
αντιλαμβανόμουν την τέχνη, έτσι την ζούσα· με διεκδικούσε ολόκληρο,
ακόμη και περισσότερο από «ολόκληρο».







