«Λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν…
εκείνος δε έλεγε περί τού ναού τού σώματος αυτού». (Ιωαν. Β’ 19,21)
Ο Κύριος
Η Ανάσταση του Χριστού διαφέρει σαφώς από άλλες αναστάσεις, που έγιναν στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, στο ότι ο Χριστός, ως Θεός αληθινός, ανέστησε τον Εαυτό Του, δηλαδή η ανθρώπινη φύση αναστήθηκε από την θεία φύση, δυνάμει της υποστατικής ενώσεως, ενώ οι άλλες αναστάσεις έγιναν με την δύναμη και την ενέργεια του Θεού. Μπορεί κανείς να πη ότι, όπως ο Χριστός ποιεί την θέωση, ενώ οι άγιοι πάσχουν την θέωση, έτσι και ο Χριστός ποιεί την Ανάσταση, την έγερσή Του, ενώ οι άγιοι πάσχουν την ανάσταση. Το ρήμα “πάσχουν” δηλώνει ότι δέχονται μια έξωθεν ενέργεια, ενώ το Σώμα του Χριστού ήταν πηγή της ακτίστου Χάριτος.
Βέβαια, υπάρχουν μερικά χωρία στην Αγία Γραφή που κάνουν λόγο για το ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τον Θεό·Πατέρα Του. Ο Απόστολος Πέτρος στην ομιλία του την ημέρα της Πεντηκοστής, αναφερόμενος στον Χριστό, είπε: “όν ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού” (Πράξ. β’, 24).
εκείνος δε έλεγε περί τού ναού τού σώματος αυτού». (Ιωαν. Β’ 19,21)
Ο Κύριος
Η Ανάσταση του Χριστού διαφέρει σαφώς από άλλες αναστάσεις, που έγιναν στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, στο ότι ο Χριστός, ως Θεός αληθινός, ανέστησε τον Εαυτό Του, δηλαδή η ανθρώπινη φύση αναστήθηκε από την θεία φύση, δυνάμει της υποστατικής ενώσεως, ενώ οι άλλες αναστάσεις έγιναν με την δύναμη και την ενέργεια του Θεού. Μπορεί κανείς να πη ότι, όπως ο Χριστός ποιεί την θέωση, ενώ οι άγιοι πάσχουν την θέωση, έτσι και ο Χριστός ποιεί την Ανάσταση, την έγερσή Του, ενώ οι άγιοι πάσχουν την ανάσταση. Το ρήμα “πάσχουν” δηλώνει ότι δέχονται μια έξωθεν ενέργεια, ενώ το Σώμα του Χριστού ήταν πηγή της ακτίστου Χάριτος.
Βέβαια, υπάρχουν μερικά χωρία στην Αγία Γραφή που κάνουν λόγο για το ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τον Θεό·Πατέρα Του. Ο Απόστολος Πέτρος στην ομιλία του την ημέρα της Πεντηκοστής, αναφερόμενος στον Χριστό, είπε: “όν ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ’ αυτού” (Πράξ. β’, 24).



