ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ
Ἡ ὀρθόδοξη Ἐνορία (κοσμικὴ
καὶ μοναστικὴ) ἔχει ὡς ἀποστολὴ τήν ἀποκατάσταση τοῦ «κατ΄ εἰκόνα» καί
τήν ἐπίτευξη τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν» στόν ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ τόπος ὅπου πρέπει
νά βιοῦται μέ πληρότητα τό Εὐαγγέλιο. Αὐτήν τήν Παράδοση, ἀπό τήν πρωτοχριστιανική Ἐνορία
τῶν Ἱεροσολύμων μέχρι τόν 14ο αἰῶνα, ὅπως καί μέχρι σήμερα, διέσωσε
–πολύ περισσότερο ἀπό τήν κοσμική– ἡ μοναστική Ἐνορία. «Ὁ μοναχός», δίδασκε ὁ θεοφόρος Γέροντας Πορφύριος, «φαίνεται ἀπόκοσμος καί ἀκοινώνητος γιά πολλούς. Φαίνεται ὅτι κοιτάζει μόνο τήν ψυχή του, ὅτι δέν προσφέρει τίποτα στήν Ἐκκλησία, στόν κόσμο. Αὐτό δέν εἶναι ἔτσι. Τόσα χρόνια ἄν διατηρήθηκε ἡ Ἐκκλησία, ὀφείλεται στό μοναχισμό. Αὐτός πού μπαίνει στό μοναστήρι καί τά δίνει ὅλα στόν Χριστό μπαίνει στήν Ἐκκλησία»74.




















