Ξέρουμε ἀπό τήν
Ἁγία Γραφή ἀπό τό βιβλίο τῆς Γένεσης ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο καί
τοῦ ἔδωσε σῶμα καί ψυχή. Ἐπίσης, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες,
τοῦ ἔδωσε μέ τήν πνοή Του καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Πολλοί κάνουν λάθος σ’
αὐτό τό σημεῖο καί θεωροῦν ὅτι πνοή τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ψυχή. Τήν ψυχή τήν
εἶχε δώσει ἤδη καί μετά λέει: «ὁ Θεός ἐνεφύσησεν εἰς τόν Ἀδάμ καί
ἐγένετο εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γεν. 2,7). Δηλαδή ὑπῆρχε ἡ ψυχή ἀλλά ἔγινε
ζωντανή μέ τό ἐμφύσημα αὐτό τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἄλλο παρά τό
Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος, ὅπως πλάστηκε ἀπό τόν Θεό, εἶχε θά λέγαμε
τρία στοιχεῖα: σῶμα, ψυχή καί τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού εἶναι τό Ἅγιο
Πνεῦμα. Αὐτή, λένε οἱ Πατέρες,
εἶναι ἡ σωστή ἑρμηνεία τοῦ χωρίου. Ὅταν ἔγινε ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων,
δηλαδή ἡ παρακοή, ἡ ἀνταρσία -πρῶτα ἡ Εὔα καί μετά καί ὁ Ἀδάμ
παρήκουσαν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ- ἔνιωσαν γυμνοί.
– Γιατί ἔνιωσαν γυμνοί, ἐνῶ μέχρι τότε δέν τό ἔνιωθαν;
Διότι ἔφυγε αὐτό τό
τρίτο στοιχεῖο, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἦταν ὡς ἔνδυμα
στούς Πρωτόπλαστους. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τούς φύλαγε καί τούς ἐνέδυε μέ
ἀποτέλεσμα νά μήν ντρέπονται. Ὅταν, ὅμως, ἁμάρτησαν ἀπενεργοποιήθηκε,
ἔφυγε ἡ Χάρις, ὁπότε ἔνιωσαν γυμνοί καί προσπάθησαν πρόχειρα νά καλύψουν
τήν γύμνια τους. Ἐπίσης, μπῆκε μέσα καί ὁ φόβος, γι’ αὐτό κρύφτηκαν.
Γνωρίζουμε ἀπό τό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι ὁ Θεός προσπάθησε νά τούς
ὁδηγήσει σέ μετάνοια καί τούς ρωτάει: «Γιατί κρύβεστε; Ποιός σᾶς εἶπε
ὅτι εἶστε γυμνοί; Μήπως φάγατε τόν καρπό πού σᾶς εἶπα νά μήν φᾶτε;»
(Γεν. 3,9-11).